Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Θεοβαδίστου Όρους Σινά είναι ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Σινά, Φαράν και Ραϊθώ κ. Δαμιανός (23/12/1973), όστις διοικεί αυτήν μετά της Ιεράς Συνάξεως των Πατέρων. "Οι συγκροτούντες αυτήν Μοναχοί δεν έχουν προορισμόν μόνον την πραγμάτωσιν του μοναχικού ιδεώδους. Είναι συνάμα και διακονηταί και φύλακες ιερού Προσκυνήματος, όπως είναι και οι του Τάγματος της Αγιοταφίτικης Αδελφότητος".
      Ο Αρχιεπίσκοπος Σιναίου χειροτονείται εν Ιερουσαλήμ υπό του Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
       Εις το τρίγωνον, το οποίον σχηματίζεται ανάμεσον του κόλπου του Σουέζ και της Άκαμπα καθώς και της ερήμου Τιχ απλώνονται όχι μόνο ερημικαί εκτάσεις αλλά και απρόσιτα όρη. Εις την άγονον αυτήν χερσόνησον, εντύπωσιν προκαλούν οι ονομαστοί ορεινοί όγκοι, το Όρος Σινά (2.244 μ.), το όρος της Αγίας Αικατερίνης (2.602), το Σερμπάλ, το Ούμ Σωμάρ και αυτό της αγίας Επιστήμης. Μέσω αυτής της ερήμου ωδήγησε ο Μωϋσής τον Ισραηλίτικον λαόν εις την επιστροφήν προς την Γην της Επαγγελίας. Δέον ήτο να ξεπεράση όλα τα εμπόδια υπερνικών τους εχθρούς "Αμαληκίτας", νομάδες της Αραβίας, οι οποίοι τότε τους επολεμούσαν συνεχώς.
       Εις την κορυφήν του Σινά, κατά την Παλαίαν Διαθήκην, ο Μωϋσής ελάβε από τον Θεόν τας δέκα εντολάς. Εις τον έρημον αυτόν τόπον εσυναντήθη ξανά ο Θεός και ο άνθρωπος. Έξοδ.31,18. Έτσι, η άνυδρος και άγονος αυτή έρημος γίγνεται τόπος ιερός και άγιος δια όλην την ανθρωπότητα, αναδεικνύουσα μεγάλα ηθικά αναστήματα. Εις τους πρόποδας του όρους της Αγίας Αικατερίνης είναι η ιστορική Ιερά Μονή Σινά, η οποία ιδρύθη υπό του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, ο οποίος αποδέχεται αίτημα των Σιναϊτών και κτίζει μεγαλόπρεπη εκκλησίαν, την οποίαν μάλιστα περιβάλλει με ισχυρόν τείχος, το οποίον είναι εις θέσιν να προφυλάσση τους μοναχούς από επιδρομάς των Αγαρηνών. Ο Ναός είναι ρυθμού τρικλίτου Βασιλικής, διαθέτει νάρθηκα και αι διαστάσεις φθάνουν τα 40 μ. μήκος και 19,20 μ. πλάτος. Εις τας διαστάσεις αυτάς περιλαμβάνονται και τα παρεκκλήσια οπίσω από το καθολικόν, ήτοι της Αγίας Βάτου, του Αγίου Ιακώβου, και των Αγίων Σιναϊτών Πατέρων. Ο κύριος ναός του καθολικού εσωτερικώς είναι 25 μέτρα μήκος και 12 μέτρα πλάτος. Η αρχαία ξύλινη στέγη του καθολικού εσκεπάσθη με οριζόντιον ξύλινον φάτνωμα, το οποίον κατεσκευάσθη τον 18ον αιώνα επί αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Β΄ του Κρητός. Εις τους πλαϊνούς τοίχους ανοίγονται δυο σειραί από οκτώ δίλοβα παράθυρα και επτά ορθογώνια. Το ιερόν βήμα ευρίσκεται εις υψηλότερον επίπεδον από το δάπεδον του κυρίως ναού και χωρίζεται από αυτό με τέμπλον, εις τα θωράκια είναι μαρμάρινον, ενώ εις το επάνω μέρος είναι ξυλόγλυπτον. Κατεσκευάσθη το 1612 επί Αρχιεπισκόπου Λαυρεντίου, εις το Σιναϊτικόν Μετόχιον της Κρήτης.
       Ωραιόταται είναι αι ξυλόγλυπται πύλαι του κυρίως Ναού από κέδρους του Λιβάνου, των οποίων η αρχική κατασκευή γίγνεται εις τον 6ον αιώνα. Αι πύλαι εξάλλου του νάρθηκος κατασκευάσθηκαν υπό των Σταυροφόρων του 12ου αιώνος. Από τας επιγραφάς, αι οποίαι διεσώθησαν μνημονεύεται το όνομα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας και διαπιστώνεται ότι ο τοίχος και ο Ναός εκτίσθησαν το 577 μ.Χ. μετά τον θάνατον της αυτοκράτειρος. Από τας επιγραφάς επίσης μανθάνουμε ότι αρχιτέκνων του φρουρίου  και του καθολικού ήτο ο Στέφανος Αίλιστος από την Αιλά, το σημερινό Ειλάτ.
       Τον 7ον και 8ον αιώνα, η Μονή του Σινά επέρασε από μεγάλους κινδύνους και βαθείαν κρίσιν λόγω κυρίως της Αραβικής κατακτήσεως. Αναφέρεται ότι όταν ο Σουλτάνος Σελήμ ο Α΄ κατέλαβε την Αίγυπτον και το Σινά το 1517, είδε τον Αχτιναμέ του Μωάμεθ, τον επήρε μαζί του και άφησε αντίγραφον εις τους Σιναΐτας Πατέρας. Από τον 11ον αιώνα άρχεται νέα περίοδος δια τους Σιναΐτας μοναχούς. Η μεταφορά λειψάνων της Αγίας Αικατέρινης εις την Γαλλίαν αυξάνει το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων Χριστιανών δια την ασφάλειαν, ανεξαρτησίαν των μοναχών και την προστασίαν της Μονής ανά τον κόσμον, Αίγυπτον, Παλαιστίνην, Συρίαν, Κρήτην,
       Κύπρον, Κωνσταντινούπολιν. Την εποχήν της φραγκοκρατίας εις την Συρίαν οι Σταυροφόροι ίδρυσαν ειδικόν Τάγμα Σιναϊτών, με σκόπον την προστασίαν και την οικονομικήν ενίσχυσιν της Μονής. Οι Πάπες με διάφορα διατάγματα επροστάτευσαν κατά καιρούς τα δικαιώματα της Μονής: Ο Πάπας Ονώριος ο 3ος το 1217, ο Γρηγόριος ο 10ος (1271-1276), ο Βενέδικτος ο 12ος το 1338, ο Ιννοκέντιος ο 6ος το 1360 κ.ά. Οι Δόγηδες της Βενετίας με επίσημα έγγραφα τους ρυθμίζουν την στάσιν των δουκών της Κρήτης έναντι των σιναϊτικών μετοχίων απαλλάσοντες αυτά από φορολογίας και αποδίδοντες δικαιοσύνην υπέρ των σιναϊτικών συμφερόντων. Παρά το ότι το Σινά ευρίσκετο εις μουσουλμανικήν περιοχήν, εν τούτοις μεγάλη και συχνή ήτο η επικοινωνία και η σύνδεσις του με την Κωνσταντινούπολιν. Ο Εμμανουήλ Κομνηνός, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος αλλά και Πατριάρχαι του Οικουμενικού Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως έδειξαν έμπρακτον ενδιαφέρον δια τα ζητήματα του μοναστηριού. Άλλωστε, η συχνή επικοινωνία Σινά και αυτοκρατορίας μέσω σπουδαίων προσωπικοτήτων όπως ο άγιος Γεώργιος ο Αρσελάς, ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος, ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης, φανερώνει την πνευματικήν γέφυραν, η οποία συνδέει τα δύο κέντρα της Ορθοδοξίας.
       Τούρκοι Σουλτάνοι, ο Σελήμ ο Α΄ και ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής εξέδωσαν προνόμια, τα οποία πολλάς φοράς εβοήθησαν το Σινά να αποκτήση μεγάλην οικονομικήν δύναμιν και να απαλλαγή από τελωνειακούς φόρους. Το 1798 όταν ο Ναπολέων κατέλαβε την Αίγυπτον ύστερον από παράκλησιν των Σιναϊτών έλαβε υπό την προστασίαν του το μοναστήριον και την γύρω περιοχήν. Με το "Ασφαλιστήριον Έγγραφον" του ενίσχυσε και εστερέωσε την αυτονομίαν της Μονής του Σινά και της περιοχής αναγνωρίζων παλαιοτέρας οικονομικάς παραχωρήσεις. Το Σινά έγινε ιδιαιτέρως γνωστόν εις την Ευρώπην με την διάδοσιν της φήμης αλλά και της ευλάβειας δια την αγίαν Αικατερίνην.
       Σημαντικόν ρόλον διεδραμάτισε ο Συμεών ο Μεταφραστής, ο οποίος τον 10ον αιώνα γράφων δια το μαρτύριον της Αγίας και Καλλινίκου Μεγαλομάρτυρος του Χριστού Αικατερίνης συνέβαλε αποφασιστικώς εις την εξάπλωσιν του βίου της αγίας. Η σοφή κόρη είχε σπουδάσει όλας τας επιστήμας της εποχής εκείνης φιλοσοφίαν, ιατρικήν, ρητορικήν, μαθηματικά, αστρονομίαν, μουσικήν και φυσικήν. Η αριστοκρατική της καταγωγή, το κάλλος της, η εκπληκτική δια την εποχήν της μόρφωσις και το ήθος της δεν την εμπόδισαν να γνωρίση "Τον Νυμφίον των ψυχών", τον Ιησούν Χριστόν και να βαπτισθή χριστιανή. Κατά την διάρκεια των διωγμών, την περίοδον του Μαξιμιανού, αρχαί 4ου αιώνος, η αγία κατηγόρησε δημοσίως τον αυτοκράτορα δια τας θυσίας εις τα είδωλα ομολογούσα αφόβως την πίστην της. Ο αυτοκράτωρ έδωσε εντολήν εις πεντήκοντα σοφούς να συζητήσουν δημοσίως, προκειμένου να ανατρέψουν τα χριστιανικά της επιχειρήματα. Η προσπάθεια τους εναυάγησε και πολλοί σοφοί, ακόμα και από το στενόν περιβάλλον του αυτοκράτορος, επίστευσαν εις το Χριστόν. Όταν η πειθώ απέτυχε, ο Μαξιμιανός κατέφυγε εις το μαρτυρίον. Διέταξε να κατασκευάσουν τροχούς και να τοποθετηθούν καρφιά και μύται μαχαιριών εις τον καθένα εξ αυτών. Αλλά κατά το φρικαλέον μαρτύρον η αγία άντεξε, δεν υπέκυψε και δι΄ αυτό στρατιώτης την αποκεφάλισε.
      Εις την Δύσιν, η προσωπικότης της, το μαρτύριον και η σχέσις της αγίας με το Σινά ήρχισε να διαδίδεται, όταν ο Συμεών ο πεντάγλωσσος, μετέφερε το λείψανον της εις την Rouen και εις τας Treves της Γαλλίας. Καμιά αγία δεν εγίνε τόσο αγαπητή εις την δύσιν όσο η αγία Αικατερίνη. Μεγάλοι ζωγράφοι όπως ο Fra Angeliko, ο Corregio, ο Rubens, o Murillo απαθανάτισαν ηρωικάς ή τραγικάς σκηνάς από τους αγώνας υπέρ της πίστεως και από το μαρτύριον της αγίας. Αλλά και εις την Ανατολήν διεδόθη η βασιλικήν, περιστοιχιζόμενη από τα αντικείμενα της μελέτης της, όπως γραφίδα, σφαίραν, βιβλία και από το όργανον μαρτυρίου, τον τροχόν. Οι Βυζαντινοί αγιογράφοι εις όλα αυτά προσθέτουν τα όρη Σινά, Χωρήβ και αγίας Αικατερίνης. Νωρίς, κατεσκευάσθη λάρναξ από μάρμαρον το έτος 1231 όπου εναπέθεσαν το λείψανόν της. Το έτος 1688 η παλαιά μαρμάρινος λάρναξ αντικατεστάθη με αργυρή, δώρον των τσάρων της Ρωσίας, αλλά τα λείψανα της παρέμειναν εις την παλαιάν λειψανοθήκην.

 

Βιβλιογραφία: Α. Ιερά Μονή Σινά, εκδ. Ιερά Μονή Σινά, Ε. Τζαφέρη Α.Ε. 1985

 

       Τα Προσκυνητάρια του Σινά σώζονται εις δέκα χειρόγραφα, τα οποία κατανέμονται εις εξ μονάς του Αγίου Όρους ως εξής: Τρία των Ιβήρων, από δύο εις την Μεγίστην Λαύραν και Κουτλουμουσίου και από εν εις τας μονάς Διονυσίου, Ξηροποτάμου και Δοχειαρίου. Τα χειρόγραφα είναι μικρού σχήματος και χρονολογούνται εις τους 16ον και 17ον αιώνας και χαρακτηρίζονται ως σύμμικτοι κώδικες με ποικίλον περιεχόμενον. Εις την πλεινότητά τους τα κείμενα των εν λόγω Προσκυνηταρίων ξεκινούν τας περιγραφάς τους με τον γεωγραφικόν προσδιορισμόν του Όρους Σινά και της αποστάσεως τους από την πόλιν της Ιερουσαλήμ, καθώς και με την αναφοράν ότι είς αυτό είδε ο Μωυσής την Αγίαν Βάτον εντός των φλογών, χωρίς όμως να καίγεται. Εις την συνέχειαν περιγράφουν με αναλυτικόν τρόπον την Μονήν του Σινά, την οποίαν έκτισε ο γνωστός αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Ιουστινιανός (527-565). Αρχίζουν με τον μολυβοσκέπαστον καθολικόν της, το οποίον στηρίζεται εις δώδεκα κίονας και το Άγιον βήμα, εις το οποίον υπάρχει το περίφημον ψηφιδωτόν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού. Κατόπιν περνούν εις το τέμπλον ή εικονοστάσιον, εις το οποίον σώζονται αι εξής εικόνες: α) Του Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως, β) της Παναγίας, γ) του Μωϋσή δ) της αγίας Αικατερίνης. Το δεύτερον μέρος κλείνει με την μνείαν της μαρμαρίνου λάρνακας του λειψάνου της αγίας Αικατερίνης, εις το δεξιόν μέρος του ιερού βήματος, η οποία αναδίδει άγιον μύρον και ευωδιάζει.
       Εις την συνέχειαν, γίγνεται λόγος δια τρία κανδήλια της αγίας τραπέζης, τα οποία ευρίσκονται εις την θέσιν της Αγίας Βάτου, δια την θαυματουργικήν εικόνα της Θεοτόκου, η οποία ωμίλησε κάποτε εις ένα μοναχόν, δια τον ναόν του αγίου Ιακώοβυ του Πέρσου εκ δεξιών η εξ αριστερών της Αγίας Βάτου και δια το πηγάδι του Προφήτου Μωϋσή, το οποίον σώζεται έξωθεν του καθολικού. Μνημονέυονται ενσωματωμένως εις το καθολικόν και τα εξ παρεκκλήσια. Ακολουθεί επίσης η περιγραφή τηε Αγίας Κορυφής του Σινά εις την οποίαν οδηγούν πέτρινα σκαλοπάτια. Κατονομάζονται με την σειράν οι ναοί των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, των Αγίων Αποστόλων, των Αγίων Αναργύρων και του Δαβίδ, καθώς και η πέτρα του Μωυσή και το σπήλαιον του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος.
       Επίσης περιγράφεται η έρημος της Ραϊθού, η οποία ευρίσκεται εις απόστασιν "δύο ημερών διάστημα" από το Σινά. Εκεί περιγράφονται τα αλμυρά Ύδατα, αι δώδεκα πηγαί των Υδάτων, και άλλα αξιοθέατα. Ακόμα, αναφέρονται εν μοναστήριον επάνω εις το όρος και το σιναϊτικόν μετόχιον του αγίου Γεωργίου. Εκτός όμως από τας κυρίας αφηγήσεις, εις ορισμένα χειρόγραφα περιγράφονται κάποιαι περιοχαί, πόλεις και κάστρα της Αιγύπτου. Εις άλλα επίσης χειρόγραφα κατονομάζονται αι πόλεις της Ιερουσαλήμ, Γάζας, Λύδδας και Ιόπτης. Εις άλλα επίσης καταγράφονται και τα θαύματα, τα οποία συνέβησαν εις το Σινά. Εις τας ιδίας, καθώς και είς άλλας βιβλιοθήκας του Αγίου Όρους, σώζεται ακόμη εις αριθμός χειρογράφων, τα οποία σχετίζονται με το Όρος Σινά, χωρίς όμως να το περιγράφουν.

 

Β) Προσκυνητάρια του Αγίου και Θεοβαδίστου Όρους Σινά.
Από δέκα ελληνικά χειρόγραφα 16ου - 17ου αιώνος
Υπό Σωτηρίου Ν.Καδά εκδ. Ιδρ. Όρους Σινά Αθήναι 2003

Αναδημοσίευση εκ του επισήμου ιστοχώρου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων



Print-icon 

Login-iconLogin