Υπατία η φιλόσοφος Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και οι συκοφαντίες της AGORA που πουλάνε...

Σας υπενθυμίζουμε σε ειδικό αφιέρωμα τις παρακάτω μελέτες που είναι δημοσιευμένες στην σελίδα μας λόγω επικαιρότητος. Προς ενημέρωση των Χριστιανών αλλά και όσων επιθυμούν πραγματικά να γνωρίζουν την αλήθεια.


Η αλήθεια για την Υπατία

1ο μέρος: Η αληθινή ιστορία τής Υπατίας

πηγή:http://www.oodegr.com/
neopaganismos/diogmoi/ypatia1.htm

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, έχει κατασυκοφαντηθεί στη Δύση από πολλούς αστήρικτους δήθεν ιστορικούς, και τον τελευταίο καιρό συκοφαντείται ειδικά στην Ελλάδα, από τους ειδωλολάτρες, τους αθεϊστές και ακραίες Προτε- σταντικές ομάδες. Όμως η άδικη και κακόβουλη επίθεση κατά του αγίου, θα φανεί από τα στοιχεία που θα παραθέσουμε στη συνέχεια.

Ο άγιος Κύριλλος κατηγορείται από διαφόρους ανιστόρητους ως υπεύθυνος για την απάνθρωπη ΠΟΛΙΤΙΚΗ δολοφονία μας διάσημης φιλοσόφου, που ονομαζόταν Υπατία, το 415 Κ.Χ. Προσπαθούν να τον παρουσιάσουν ως "φονιά" χωρίς καμία απολύτως απόδειξη, απλούστατα γιατί δεν υπάρχει! Δεν θα αγνοήσουμε όμως την πρόκληση αυτή, γιατί αν και δεν υπάρχουν στοιχεία εναντίον τού αγίου Κυρίλλου, ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΥΠΕΡ ΤΟΥ. Θα παραθέσουμε λοιπόν τις ιστορικές αποδείξεις τής περιόδου εκείνης, με τα γεγονότα τής Αλεξάνδρειας γύρω από το φόνο τής Υπατίας.

Εδώ θα γίνει ένα ξεκαθάρισμα των γεγονότων που οδήγησαν στον άδικο χαμό μιας φιλοσόφου, της ονομαστής Υπατίας. Ο φόνος τής Υπατίας, βαρύνει αποκλειστικά τους αυτουργούς του εγκλήματος.

Οι άστοχες «βολές» κάποιων νέο - Εθνικών που θέλουν να μπλέξουν τον Άγιο Κύριλλο σε αυτά τα γεγονότα δεν ευσταθούν ιστορικώς. Το γιατί θα το δείτε παρακάτω. Το δυστυχέστερο πάντως είναι ότι ο χαμός της Υπατίας δεν ήταν ο μόνος εκείνης της περιόδου. Τα πνεύματα ήσαν «αναμμένα» στην Αλεξάνδρεια, σε αυτήν την πόλη που ανακατεύονταν διάφοροι πληθυσμοί με διαφορετικές κουλτούρες. Εθνικοί, Ορθόδοξοι, Μονοφυσίτες, Ιουδαίοι κ.α.

Διάδοχος του Πατριάρχη Θεόφιλου αναγορεύθηκε ο ανεψιός αυτού Κύριλλος, αρχιερέας από το έτος 412 μέχρι του θανάτου του το 444. Από την στιγμή της εκλογής του καταπολέμησε τους εν Αλεξάνδρεια Νοβατιανούς και τους Ιουδαίους (Σωκράτης 7, 7-13). Παρά τα επί Θεοφίλου συμβάντα,  στην Αλεξάνδρεια υπήρχαν ακόμη αρκετοί Εθνικοί και στον Κάνωπο. Ο Άγιος Κύριλλος μετακόμισε εκεί (Αμπουκύρ) τα λείψανα των μαρτύρων Κύρου και Ιωάννου και τοποθέτησε αυτά στον υπό του Θεοφίλου ανεγερθέντα ναό των Ευαγγελιστών. Έκτοτε μέγα προσκύνημα απέβη ο ναός αυτός. Εκεί συνεχώς ο Κύριλλος τελούσε την θεία λειτουργία και κήρυττε τον θείο λόγο. Η ειδωλολατρεία εξαφανίστηκε από τον Κάνωπο.

Αλλά στην Αλεξάνδρεια οι Εθνικοί στηρίζονταν στη φιλόσοφο Υπατία, θυγατέρα του φιλοσόφου Θέωνος, που προκαλούσε όλη την προσοχή της πόλεως με την σοφία της. Ο Συνέσιος διαπρεπής επίσκοπος Πτολεμαΐδας έγραφε επιστολές προς αυτήν, μαρτυρώντας τον γενικό θαυμασμό προς την σοφή αυτή γυναίκα. Υπήρχαν όμως και πολλοί Χριστιανοί, που έβλεπαν την Υπατία δυσμενώς. Πολυάριθμοι δε ήταν και οι Ιουδαίοι στην Αλεξάνδρεια και διάφορα μέτρα του Κύριλλου κατ΄ αυτών εύρισκαν αντιμέτωπο τον τότε έπαρχο της Αλεξάνδρειας Ορέστη, ο οποίος διέκειτο εχθρικά προς τον ιεράρχη.

Με υπόδειξη των Ιουδαίων ο Ορέστης συνέλαβε τον γραμματικό Ιέρακα, φίλο του Αγίου Κύριλλου, ως διακείμενο να πράξει στάση του λαού και διέταξε να μαστιγωθεί. Μάταια ο Κύριλλος ειδοποίησε τους προύχοντες των Ιουδαίων να μην προκαλούν τέτοια επεισόδια. Αλλά εκείνοι αποθρασύνθηκαν και την νύχτα προκάλεσαν μεγάλες ταραχές διαδίδοντας την φήμη ότι πυρπολούνταν ο ναός του Αγίου Αλεξάνδρου. Τρέχοντας οι Χριστιανοί να σώσουν τον ναό έπεσαν σε ενέδρα των Ιουδαίων οι οποίοι και φόνευσαν πολλούς. Ο άγιος Κύριλλος την άλλη μέρα κατέσχε τις συναγωγές των Ιουδαίων και βοηθούμενος από τον λαό απέλασε τους Ιουδαίους από την Αλεξάνδρεια δημεύοντας και την περιουσία των πρωτουργών των δολοφονιών έναντι των χριστιανών.

Ο Κύριλλος όπως φαίνεται διενέργησε βάση ειδικών δικαιωμάτων του πάπα Αλεξανδρείας . Αλλά ο έπαρχος Ορέστης διαμαρτυρήθηκε προς τον αυτοκράτορα και μάταια ο Κύριλλος με πρεσβεία και με προσωπική συντυχίας ζήτησε να ομιλήσει με τον πρώτον διότι εκείνος δεν τον δεχόταν. Ο Ορέστης αγέρωχα απέκρουε κάθε συνδιαλλαγή τηρώντας συνεχώς στάση εχθρικότατη προς τον Κύριλλο.

Πολλοί από τους μοναχούς της Νιτρίας εξ αλόγου ζήλου κινούμενοι ήλθαν στην Αλεξάνδρεια να υπερασπίσουν τον επίσκοπο κατά του έπαρχου. Μια μέρα αφού τον επισκέφτηκαν άρχισαν να τον αποκαλούσαν ειδωλολάτρη, αλλά εκείνος αποδιώκοντας την επίθεση στον Κύριλλο έλεγε διαμαρτυρόμενος ότι βαπτίστηκε στην Κων/πολη από τον πατριάρχη Αττικού.

Ένας εκ των μοναχών ο Αμμώνιος έρριψε μια πέτρα στο κεφάλι του Ορέστη τραυματίζοντάς τον και προκαλώντας πανικό των παρευρισκομένων. Αλλά μετά από λίγο ο Αμμώνιος συλλαμβάνεται βασανίζεται και στην ανάκριση πεθαίνει. Ο Κύριλλος πήρε τον Αμμώνιο και τον ονόμασε μάρτυρα, μετά από αυτή τη φρικτή δολοφονία του στα χέρια τών ειδωλολατρών.

    Δυστυχώς αυτή η ασυμφωνία Κυρίλλου και Έπαρχου είχε κι άλλο θύμα εκτός τους Αμμωνίου. Την περίφημη Υπατία. Επειδή σε αυτήν φοιτούσε ο Ορέστης και επειδή νομίσθηκε από το πλήθος ότι αυτή υπέθαλπε το μίσος έναντι του Ορέστη κατά του επισκόπου, μια μέρα του Μαρτίου 416 ή 415, επιστρέφοντας επί δίφρου εις το σπίτι της, ένας όχλος φανατικών την συνέλαβε και αφού εν αλαλαγμό την έσυρε στο Καισάρειο, γδύνοντας την, με όστρακα σκληρά την έγδαραν φονεύοντάς και διασπώντας της τα μέλη. Έπειτα την έσυραν στην τοποθεσία Κιναρώνα και την έκαψαν.

Ο φόνος της Υπατίας περιγράφεται στα γραπτά του ιστορικού του 5ου αιώνα Σωκράτη του Σχολαστικού με αποτροπιασμό:

"Όλοι οι άνθρωποι την σεβόταν και την θαύμαζαν για την απλή ταπεινοφροσύνη του μυαλού της. Ωστόσο, πολλοί με πείσμα την ζήλευαν και επειδή συχνά συναντούσε και είχε μεγάλη οικειότητα με τον Ορέστη, ο λαός την κατηγόρησε ότι αυτή ήταν η αιτία που ο Επίσκοπος και ο Ορέστης δεν γίνονταν φίλοι. Με λίγα λόγια, ορισμένοι πεισματάρηδες και απερίσκεπτοι κοκορόμυαλοι με υποκινητή και αρχηγό τους τον Πέτρο, έναν οπαδό αυτής της Εκκλησίας, παρακολουθούσαν αυτή τη γυναίκα να επιστρέφει σπίτι της γυρνώντας από κάπου. Την κατέβασαν με τη βία από την άμαξά της, την μετέφεραν στην Εκκλησία που ονομαζόταν Caesarium, την γύμνωσαν εντελώς, της έσκισαν το δέρμα και έκοψαν τις σάρκες του σώματός της με κοφτερά κοχύλια μέχρι που ξεψύχησε, διαμέλισαν το σώμα της, έφεραν τα μέλη της σε ένα μέρος που ονομαζόταν Κίναρον και τα έκαψαν." «αποδύσαντες τε την εσθήτα οστράκοις ανειλον και ψεδηλόν διασπάσαντες επί του καλούμενου Κυναρίωνα τα μέλη σύραντες πυρί κατηνάλωσαν» !!!!!!.

Συμπέρασμα: Βλέποντας τα στοιχεία της περιόδου παρατηρούμε ότι ο Ορέστης ενεργούσε σαν Εθνικός έναντι του Κύριλλου και όλα αυτά υπό την βασιλεία του Θεοδοσίου! Και μάλιστα υπέρ των Ιουδαίων και εναντίον των Χριστιανών. Πού είναι άραγε αυτή η σύμπραξη Ιουδαϊσμού - Χριστιανισμού κατά το περίφημο Εθνικό «επιχείρημα» Ιουδαιο - Χριστιανισμός; Πού είναι άραγε αυτή η απόλυτη προστασία των χριστιανών και της Εκκλησίας από τις εχθρικές πράξεις των Εθνικών ή ανάποδα που είναι το ολοκληρωτικό «κυνηγητό» των Εθνικών από τον χριστιανό αυτοκράτορα Θεοδόσιο; Γιατί ο Κύριλλος δεν απευθύνεται στον Θεοδόσιο ώστε να παρακαμφθεί ο Ορέστης εφόσον η εκκλησία υποτίθεται ότι είναι ένα και το αυτό με τους αυτοκράτορες; (άποψη Εθνικών)

Αντιθέτως εδώ βλέπουμε τον Ορέστη πάμπολλες φορές να κινείται όχι μόνο έναντι του Κυρίλλου αλλά κυρίως έναντι των Χριστιανών της Αλεξάνδρειας. Και μην μας διαφεύγει το εξής: πέρασαν πολύ λίγα χρόνια από το πέρας των Εθνικών διωγμών και τα πνεύματα είναι πολύ αναμμένα (βλέπε δοσίλογους, συγγενείς χαμένους κ.α.) Οι απόψεις περί Ιουδαϊκής ανάμειξης δεν είναι καθόλου απίθανες αλλά αντιθέτως ευσταθούν ιστορικά απολύτως. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ιουδαϊκή εξελληνισμένη παροικία στην Αλεξάνδρεια αριθμούσε πολυπληθή μέλη. Εκείνα τα χρόνια επίσης υπάρχει συνεχής αιματοχυσία μεταξύ Εβραίων και Χριστιανών (βλέπε και σφαγή 250.000 χριστιανών στην Κύπρο από τους Ιουδαίους) και αυτή η αιματοχυσία θα συνεχισθεί δυστυχώς και αργότερα. Επίσης ένεκα διαφορών των Χριστιανών και των Ιουδαίων σημειώθηκε στάση κατά του Ορέστη το 415, μόλις ένα χρόνο νωρίτερα από το θάνατο της δύστυχης Υπατίας. Ο Εβραϊσμός ήταν πάντοτε εχθρός με τον Χριστιανισμό διότι ο τελευταίος σπίλωνε τους Ιουδαίους.

Το τραγικότατο αυτό γεγονός αναμφίβολα καταλύπησε τον Άγιο Κύριλλο αλλά αυτός κατηγορήθηκε ότι υποκίνησε τον όχλο. Την κατηγορία αυτήν διατύπωσε μετά από έναν αιώνα ο ακμάζων Εθνικός φιλόσοφος Δαμάσκιος αλλά χωρίς αποδείξεις.  Ο δυσμενώς διακείμενος προς τον Κύριλλο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης (7,15) μας πληροφόρησε ότι επί κεφαλής του όχλου που δολοφόνησε την Υπατία ήταν ο αναγνώστης Πέτρος και ότι αυτό το γεγονός "ου μικρόν μώμον Κυρίλλω και τη Αλεξανδρέων εκκλησία ειργάσατο", δεν είπε όμως ότι ο Κύριλλος ήταν ο αίτιος του φόνου της Υπατίας. (παρ' ταύτα το έγκλημα παραμένει έγκλημα)

Αλλά από τις 28 Σεπτεμβρίου 416 εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' νόμος περί των κληρικών και των "παραβαλάνων"  της Αλεξάνδρειας. Οι "παραβαλάνοι", αποτελούντες ειδικό σώμα 500 ανδρών  ευρισκόμενο υπό της εντολές του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας υπήχθησαν δια του αυτού νόμου υπό την δικαιοδοσία του έπαρχου Αλεξανδρείας. Ως δικαιολογία της μεταβολής αυτής ήταν ότι το σώμα αυτό ενέσπειρε τον τρόμο και την φρίκη στην Αλεξάνδρεια δια των αταξιών αυτού. Ο λαός της Αλεξάνδρειας ζήτησε από τον αυτοκράτορα στέλνοντας του πρεσβεία να λάβει τα μέτρα του κατά των παραβαλάνων. Είναι προφανές ότι το διάβημα αυτό αφορούσε τα γεγονότα της Υπατίας. Αλλά αξιοσημείωτο είναι ότι η πρεσβεία αυτή του λαού ζήτησε από τον αυτοκράτορα όπως διατάξει ώστε να μην απομακρυνθεί από εκεί ο Αρχιεπίσκοπός τους Κύριλλος.

 Η αίτηση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι όταν ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος έλειπε από την Αλεξάνδρεια οι "παραβαλανείς" προέβαιναν σε ταραχές. Σημειωτέον δε ότι το διάβημα του λαού της Αλεξάνδρειας να μένει εκεί ο Κύριλλος για προστασία τους, προήλθε από οπαδούς του Ορέστη και όχι του Κύριλλου και από φίλους του Ορέστη προερχόταν και η πρεσβεία και όχι από εκείνους τους Κύριλλου. Σε αυτήν την επιστολή δεν γινόταν ούτε ένας υπαινιγμός για την ενοχή του Κύριλλου. Αλλά αντιθέτως η πρεσβεία  με σεβασμό εκφράστηκε γι αυτόν και δια των αιτήσεων  της μαρτυρούσε ότι η διαρκής παρουσία αυτού στην Αλεξάνδρεια θεωρείτο ως εγγύηση για τη συγκράτηση της τάξεως και τη συγκράτηση των παραβαλάνων και την πρόληψη νέων αιματηρών επεισοδίων.

Ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος  έκρινε σκόπιμο να υπάγει αυτούς κάτω από τις διαταγές του Επάρχου. Από δε τις λεπτομέρειες καθίσταται αναντίρρητο ότι ο Κύριλλος κατά την διάρκεια της δολοφονίας της Υπατίας απουσίαζε από την Αλεξάνδρεια. Οι εχθροί του Κύριλλου Νεστοριανοί συνυφαίνοντας πλήθος κατ' αυτού κατηγορίες ουδέποτε τόλμησαν να υπαινιχθούν ότι αυτός υπήρξε ο ηθικός αυτουργός του εγκλήματος. Φαίνεται δε μάλλον ότι ο φανατισμός του Επάρχου Ορέστη συνετέλεσε εις την έξαψη του φανατισμού των παραβαλάνων, των μοναχών και του αιγυπτιακού όχλου ο οποίος από την εποχή του Θεόφιλου διατέθηκε δυσμενέστατα κατά των εμμενόντων εις την Εθνική θρησκεία Ελλήνων της Αλεξάνδρειας. Δυστυχώς οι αιματηρές σκηνές ήταν συνηθισμένες στην πόλη αυτή.

Μετά από τα παραπάνω, όσοι κατηγορούν τον άγιο Κύριλλο, αποδεικνύονται συκοφάντες, καθώς όχι μόνο ο Άγιος Κύριλλος δεν είχε σχέση με το φόνο, αλλά αντιθέτως θεωρείτο ακόμα και από τους ειδωλολάτρες, ως απαραίτητος για να υπάρχει στην περιοχή τάξη και ειρήνη.

Οι λόγοι που ο άγιος Κύριλλος κατηγορείται τόσο έντονα και άδικα, είναι το πλούσιο έργο που άφησε πίσω του, εις βάρος των εχθρών της Εκκλησίας. Αναιρώντας το έργο του Ιουλιανού του Παραβάτη, με τίτλο «κατά των Γαλιλαίων» (δηλαδή των Χριστιανών), έγραψε απολογητική αναίρεση με τίτλο: «υπέρ της των Χριστιανών ευαγούς θρησκείας, προς εν αθέοις Ιουλιανόν». Από τα πολλά συγγράμματά του κατά των Νεστοριανών έγραψε τρεις «προσφωνητικούς λόγους περί της ορθής πίστεως εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν». Έγραψε και σύντομο διάλογο  «περί αγίας τε και ομοουσίου Τριάδος». Από τις ομιλίες του είναι περίφημη η «προς την Αγίαν Μαρίαν» που αποτελεί τον πιο υπέροχο ύμνο της εκκλησιαστικής αρχαιότητας προς τη Θεοτόκο.

Είχε εχθρούς τους αιρετικούς Νοβατιανούς και Νεστοριανούς, τους Ιουδαίους και τους Ειδωλολάτρες, που όλοι είχαν συμφέρον να τον κακολογήσουν.

Το ενδιαφέρον όμως της υπόθεσης, είναι κάτι που οι Ειδωλολάτρες το αποκρύπτουν περί της Υπατίας:

Ο Συνέσιος ο Κυρηναίος (+416), καθηγητής και θαυμαστής της Υπατίας, μέσα από την αλληλογραφία του με την Υπατία άφησε την πληροφορία ότι η νεοπλατωνική φιλόσοφος είχε εκφράσει την επιθυμία της να γίνει Χριστιανή: "ποθώ γαρ Χριστιανή αποθανείν".

Όχι μόνο λοιπόν δεν υπήρχαν θρησκευτικοί λόγοι του φόνου της Υπατίας, αλλά ο φόνος αυτός εργάσθηκε κατά της Χριστιανικής Εκκλησίας, επειδή η θαυμάσια αυτή γυναίκα, αγαπούσε τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Αλλά οι ψευδείς συκοφάντες τού Νεοπαγανισμού, προσπαθούν να παρουσιάσουν την πολιτική αυτή δολοφονία ως θρησκευτική, για να φανούν ως θύματα. Φωνάζει ο κλέφτης αν φοβάται ο νοικοκύρης!

Γι' αυτό, επειδή η Υπατία ήταν Χριστιανή προσύλητη, η Εκκλησία σύμφωνα με κάποιες μελέτες, την τιμά ως Χριστιανή, και μάλιστα ως ΑΓΙΑ, επειδή είχε την πρόθεση να βαπτισθεί και δεν πρόλαβε λόγω της δολοφονίας της. Τιμάται με το όνομα: Αγία Αικατερίνη, στις 12 Ιουλίου (Για την ταύτιση Αγίας Αικατερίνης και Υπατίας, δες το βιβλίο της Μ. Dzielska, σσ. 209/210. Πρβλ. R. Richardson, The Starlovers, N.Y. 1967. Επίσης, το βιβλίο «Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;» π. Γ. Μεταλληνού, Εκδ. Αρμός 2003). Μια ταύτιση όμως, για την οποία δεν είναι όλοι πεπεισμένοι, θεωρώντας ότι η Αγία Αικατερίνη είναι διαφορετικό πρόσωπο, που μαρτύρησε στην ίδια εποχή και περιοχή.




Της Ειρήνης Α. Αρτέμη  - Πτ. Θεολογίας - Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Mphil Θεολογίας Παν. Αθηνών, υπ. διδάκτορος Θεολογίας του Παν. Αθηνών

Η ταινία «Agora» διαπραγματεύεται τη ζωή της Αλεξανδρινής φιλοσόφου Υπατίας μέσα στην ταραγμένη περίοδο του τέλους του 4ου αιώνα και αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αλεχάντρο Αμεναμπάρ, σκηνοθέτης της ταινίας είναι άθεος. Κατά δική του ομολογία γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σε μία χριστιανική οικογένεια, μετά έγινε αγνωστικιστής και στη συνέχεια άθεος. Αυτό σημειώνεται, για να γίνει κατανοητο, γιατί ενώ φαίνεται ότι η ταινία επιφανειακά δεν στρέφεται εναντίον της χριστιανικής θρησκείας, στην πραγματικότητα παρουσιάζει τους χριστιανούς φονταμενταλιστές, σκοταδιστές, αδαεις, φανατικούς και τελειώνει αφήνοντας υπονοούμενο ότι ένας σημαντικός άγιος του Χριστιανισμού, ο Κύριλλος πατριάρχης Αλεξανδρείας, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας φανατικός κληρικός και ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Υπατίας.

Βασική ιστορική πηγή για την ανασκευή των ανακριβειών της ταινίας είναι το έργο του ιστορικού Σωκράτους του Σχολαστικού «Εκκλησιαστική Ιστορία». Αυτός έζησε την ίδια περίοδο με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας. Τα γραφόμενά του έχουν μεγάλη βαρύτητα, γιατί ο Σωκράτης ανήκε στην αίρεση των Νοβατιανών. Τους τελευταίους πολέμησε με πάθος ο Κύριλλος [1]. Στην αρχή της ταινίας παρουσιάζονται οι ειδωλολάτρες να προκαλούν με τα λόγια τους χριστιανούς και εκείνοι να τους επιτίθενται. Σύμφωνα με το Σωκράτη το Σχολαστικό, ο Θεόφιλος πατριάρχης Αλεξανδρείας και θείος του Κυρίλλου είχε πάρει αυστηρά μέτρα εναντίον τους και κατέστρεψε το Σεράπειον και το Μίθρειον. Η αιτία ήταν ότι οι ειδωλολάτρες επιτίθεντο στους χριστιανούς, για το λόγο αυτό οι πρώτοι φοβούνταν την οργή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β´[2] .

Αν και στην ταινία ο Θέων, πατέρας της Υπατίας και σπουδαίος μαθηματικός, τραυματίζεται κατά την καταστροφή του Σεραπείονος ιερού και αργότερα εξαιτίας αυτού του τραύματος πεθαίνει. Στην πραγματικότητα το γεγονός της αιτίας του θανάτου του Θέωνος είναι άγνωστο. Ο θάνατός του πιθανολογείται γύρω στο 405 μ.Χ. Η αιτία για να προσέλθουν πολλοί ειδωλολάτρες στους κόλπους του Χριστιανισμού κατά την ταινία υπήρξε η σκληρή στάση του πατριάρχη Θεοφίλου. Στην πραγματικότητα, όμως, στο Σεράπειον ιερό βρισκόταν άγαλμα που στη βάση του υπήρχε το σύμβολο του Σταυρού. Αυτό έγινε αιτία πολλοί ειδωλολάτρες να πιστέψουν και να βαπτισθούν χριστιανοί[3].

Λανθασμένο θεωρείται, επίσης, το γεγονός ότι μετά το θάνατο του Θεοφίλου, ο Κύριλλος αυτοχρήζεται διάδοχος του θείου του, φορώντας τα αρχιερατικά άμφια του νεκρού και το δακτυλίδι του. Οι Πατριάρχες στο χώρο της Ορθοδοξίας σήμερα δε φορούν δακτυλίδι ως δείγμα αρχιερατικής εξουσίας. Δεν αναφέρεται σε καμία ιστορική πηγή ότι ο Κύριλλος φορούσε δακτυλίδι, για να γίνεται έτσι φανερή η εξουσία του. Αυτός διαδέχθηκε το θείο του Θεόφιλο, ύστερα από την αναμέτρησή του με τον αρχιδιάκονο Τιμόθεο για τον πατριαρχικό θρόνο. Ο Κύριλλος κράτησε σκληρή σταση απέναντι στους Εθνικούς, γιατί τους θεωρούσε υπεύθυνους για τη ροπή μερικών χριστιανών της Αλεξάνδρειας στη μαγεία, στην αστρολογία και όχι στην αστρονομία και γενικότερα στο ότι παρέμεναν δεσμιοι των δεισιδαιμονιών, των προκαταλήψεων και του παγανισμού. Ο ίδιος είχε μελετήσει τους κλασικούς συγγραφείς της αρχ. Ελλάδας αλλά και τους μεγάλους φιλοσόφους, όπως τον Πλάτωνα, τον Πλωτίνο κ.α., πράγμα που φαίνεται κυρίως στο έργο του «Κατά Ιουλιανού»[4].

Ο Αμμώνιος στο κινηματογραφικό έργο παρουσιάζεται ως φανατικός «παραβαλανεύς»[5], που για χάρη εντυπωσιασμού των ειδωλολατρών περπατούσε ξυπόλητος πάνω στη φωτιά. Οι χριστιανοί, όμως της εποχής εκείνης και γενικότερα δεν κάνουν ποτέ θαύματα για χάρη εντυπωσιασμού αλλά ούτε και για να πείσουν τους αρνητικά διακείμενους προς αυτούς. Η αλήθεια είναι ότι ο Αμμώνιος υπήρξε μοναχός από τη Νιτρία. Στην πόλη της Νιτρίας υπήρχαν γύρω στους πεντακόσιους μοναχούς, οι οποίοι υποστήριζαν με περισσή θέρμη τη χριστιανική διδασκαλία. Σε αυτούς κοντά μόνασε αρκετά χρόνια ο Κύριλλος. Ίσως σε εκείνους να οφείλεται το πάθος του πατριάρχη Αλεξανδρείας για την υπεράσπιση της χριστιανικής διδασκαλίας. Ο Αμμώνιος εξαιτίας της φραστικής επιθέσεώς του στον έπαρχο Ορέστη και της ρίψεως πέτρας στο κεφάλι του επάρχου, συνελήφθηκε, βασανίστηκε και θανατώθηκε. Ο Κύριλλος τον αποκάλε σε μάρτυρα και τον έθαψε με τιμές, ενώ στην ταινία τον ανακηρύσσει άγιο. Στην ορθοδοξία οι άγιοι ανακηρύσσονται μόνο από τον Τριαδικό Θεό και όχι από τους ανθρώπους.

 
Στο κινηματογραφικό έργο παρουσιάζεται ο έπαρχος Ορέστης ως Χριστιανός που προσπαθούσε να διατηρεί τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ των Ιουδαίων, Εθνικών και Χριστιανών κατοίκων της Αλεξάνδρειας. Ο Ορέστης μάλλον είχε ασπασθεί το χριστιανισμό από πολιτικό συμφέρον, κάτι που αποκαλύπτεται και στην ταινία μέσα από την ερώτηση που του κάνει ο Συνέσιος Επίσκοπος Κυρήνης. Ο τελευταίος ρωτάει τον Ορέστη εάν πιστεύει πραγματικά στο Θεό των Χριστιανών η αν έγινε χριστιανός από συμφέρον. Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός αναφέρει ότι από πολλούς χριστιανούς της Αλεξάνδρειας ο Ορέστης αποκαλούνταν «Θύτης και Έλληνας», δηλ. ειδωλολάτρης, εξαιτίας της άδικης συμπεριφοράς του απέναντι στους χριστιανούς. Συνεχίζοντας ο ιστορικός αναφέρει το μίσος που ένιωθε ο Ορέστης για τους χριστιανούς επισκόπους[6]. Επίσης δεν γίνεται πουθενά λόγος στο έργο για τα βασανιστήρια που υπέβαλε ο Ορέστης τον Ιέρακα, άνθρωπο της εμπιστοσύνης του Κυρίλλου[7].

Όσον αφορά στο επεισόδιο με τους Ιουδαίους στο θέατρο, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές δεν λιθοβόλησαν οι χριστιανοί τους Ιουδαίους στο θέατρο το Σάββατο. Αντίθετα τους κατηγόρησαν δημόσια ότι αντί να ακούν, όπως όριζε η θρησκεία τους, το λόγο του Θεού στις Συναγωγές τους, εκείνοι βρίσκονταν στο θέατρο[8]. Οι Εβραίοι τονίζουν στους χριστιανούς ότι και ο Χριστός ήταν Εβραίος και χωρίς αυτούς οι τελευταίοι δεν θα υπήρχαν. Αυτό το επιχείρημα δεν ευσταθεί, γιατί οι Ιουδαίοι δεν αποδέχθηκαν το Χριστό ως Μεσσία και Υιό του Θεού αλλά ως έναν ψευδοπροφήτη.

Η Υπατία στο έργο παρουσιάζεται ως νέα, ωραία γυναίκα και φίλη του Ορέστη. Δε γνωρίζουμε από ιστορικές πηγές εάν ήταν όμορφη. Σίγουρα όμως ήταν πολύ μορφωμένη. Δεν βρισκόταν σε νέα ηλικία, αφού εάν γεννήθηκε το 365 μ.Χ. στην εποχή που ο Κύριλλος έγινε Πατριάρχης ήταν κοντά στην ηλικία των πενήντα ετών. Η ηλικία αυτή ήταν αρκετά μεγάλη και για άντρα αλλά και για γυναίκα για εκείνη την εποχή. Επομένως καταρρίπτεται ο μύθος της νέας, θελκτικής γυναίκας που βρήκε σάρκα και οστά από κάποιους ψευδοϊστορικούς το Μεσαίωνα. Επίσης ήταν γνωστό σε όλους τους κατοίκους της Αλεξάνδρειας τη συγκεκριμένη εποχή ότι εκείνη υπήρξε η βασική αιτία που εμπόδιζε τον Ορέστη να αποκτήσει αγαστές σχέσεις με τον Κύριλλο[9].

Πουθενά ιστορικά δεν αναφέρεται ότι ο Κύριλλος θεωρούσε τις γυναίκες κατώτερες, όπως παρουσιάζεται μέσα από την ταινία. Στη συγκεκριμένη σκηνή ο Κύριλλος διαβάζοντας απόσπασμα της Β΄ επιστολής του Παύλου προς Τιμόθεον, κηρύττει την κατωτερότητα της γυναίκας έναντι του άνδρα. Κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε ποτέ ο Κύριλλος να το κηρύξει, γιατί ο ίδιος μέσα στο έργο του τονίζει ότι η θέση της γυναίκας εξυψώνεται στο πρόσωπο της Θεοτόκου, μητέρας του Χριστού, της νέας Εύας. Έπειτα θα εναντιωνόταν στη διδασκαλία του Χριστού που εξύψωσε τη γυναίκα και την έκανε ισότιμη με τον άνδρα.

Το ίδιο τονίζει και ο Παύλος μέσα από την προς Εφεσίους Επιστολή του και κυρίως στο απόσπασμα εκείνο που διαβάζεται στο μυστήριο του γάμου. Ο Κύριλλος, κατά την αναφορά του Σωκράτους, έκρινε τον Ορέστη για τα διάφορα ατοπήματά του με βάση την Αγία Γραφή. Ο έπαρχος για να ανασκευάσει τις κατηγορίες του Κυρίλλου και των άλλων Χριστιανών τόνιζε ότι και ο ίδιος ήταν χριστιανός βαπτισμένος από τον Αττικό Κωνσταντινουπόλεως.

Καμία αναφορά δεν υπάρχει σε ιστορικές πηγές της εποχής ότι ο Κύριλλος αποκαλούσε την Υπατία μάγισσα, αντίθετα δείχνει να σεβόταν την επιστημονική της γνώση.

Ιστορικά ο πατριάρχης Αλεξανδρείας δεν παρουσιάζεται ως σκοταδιστής. Μάλιστα ο ίδιος είχε μελετήσει τα έργα του Μ. Βασιλείου, του Γρηγορίου Νύσσης, του Ωριγένη κ.α. που είχαν διαβάσει η διδαχθεί την αρχαία φιλοσοφία και ενστερνίζονταν επιστημονικές θεωρίες της εποχής που έζησαν. Φυσικά όλοι οι παραπάνω εξετάζουν τις διάφορες επιστημονικές απόψεις υπό το πρίσμα της Χριστιανικής διδασκαλίας. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι πολλοί Χριστιανοί υπήρξαν μαθητές της Υπατίας, όπως ο Συνέσιος Επίσκοπος Κυρήνης[10], ο αδελφός του ο Ευόπτιος της Πτολεμαΐδος, ίσως ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης κ.α.

Η ταινία παρουσιάζει τους χριστιανούς -κυρίως τους παραβαλανείς- εκτός από σκοταδιστές και αδαείς. Αυτοί σε μία συζήτηση μεταξύ τους λένε ότι η γη και ο ουρανός μοιάζουν με ένα μπαούλο και απορρίπτουν τις θεωρίες περί αστρονομίας. Φυσικά οι χριστιανοί δεν απέρριπταν τις θεωρίες της αστρονομίας ούτε επικρατούσε καταδίκη στην πυρά όποιων τις πρέσβευαν. Εξάλλου μεγάλοι εκκλησιαστικοί πατέρες, όπως ο Μ. Βασίλειος είχαν σπουδάσει αστρονομία, μαθηματικά κ.α. στα οποία κάνουν αναφορά στα έργα τους.

Τέλος το κινηματογραφικό έργο θεωρεί ηθικό αυτουργό του φόνου της Υπατίας τον Κύριλλο, όμως τόσο ο Σωκράτης ο Σχολαστικός, όσο και καμία άλλη ιστορική πηγή της εποχής δεν καταλογίζουν μία τέτοια πράξη στον Πατριάχη Αλεξανδρείας. Αν υπήρχε έστω και μία αμυδρά υποψία για συμμετοχή του Κυρίλλου στο φόνο της φιλοσόφου, θα την εκμεταλλευόταν ο Νεστόριος Κωνσταντινουπόλεως στη θεολογική διαμάχη που είχε με τον Κύριλλο. Επίσης θα έκαναν αναφορά στο γεγονός αυτό οι διάφοροι εχθροί του. Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας ανακηρύχθηκε άγιος από τον Τριαδικό Θεό όχι μόνο για τη ζωή του αλλά και για τη θεολογία του σχετικά με την ενανθρώπηση του δεύτερου Προσώπου της Αγίας Τριάδος καθώς και για την υπεράσπιση του όρου Θεοτόκος για τη μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Εν κατακλείδι, η ταινία μπορεί να έχει ωραία σκηνικά, όμως το θέμα που διαπραγματεύεται, η Υπατία και ο θάνατός της και ο τρόπος που το διαπραγματεύεται γίνεται η αιτία για να θεωρήσουν οι νεοπαγανιστές και οι πολέμιοι της Ορθοδοξίας ότι βρήκαν κάποια ερείσματα εναντίον του Χριστιανισμού. Δυστυχώς όμως για αυτούς τα επιχειρήματά τους για άλλη μία φορά είναι κίβδηλα.


Σημειώσεις:

[1] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7,7 PG 67, 752A.

[2]. Αυτόθι, 5,16-17.

[3]. Αυτόθι, 5,17.26.

[4]. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά Ιουλιανού: Υπέρ της των χριστιανών ευαγούς θρησκείας προς τα του εν αθέοις Ιουλιανού, Ι - ΧΙΧ, P. Evieux, SC 322 (t. I-II), Paris 1985, σσ. 100-318 (PG 76, 504A-1064B).

[5]. Οι «παραβαλανείς», οι οποίοι αποτελούσαν ιδιαίτερη οργάνωση και ασχολούνταν με έργα φιλανθρωπίας - κάτι που γίνεται φανερό στην ταινία-, παρέμεναν κοντά στο εκκλησιαστικό βαλαβανείο, από όπου πήραν και το όνομά τους. Και σύμφωνα με το Σωκράτη ήταν επιρρεπείς στις κοινωνικές αναταραχές. Πολλές φορές, όμως λειτουργούσαν εν αγνοία του εκάστοτε Πατριάρχη, για το λόγο αυτό με νόμο που εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο το Β΄ στις 28.09 416 υπήχθησαν υπό τη δικαιοδοσία του επάρχου.

[6].Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7,7 PG 67, 764A.

[7].Αυτόθι, 7, 13-34. PG 67, 761C-764C.

[8]. Αυτόθι, 7, 13.1. PG 67, 761CD.

[9]. Αυτόθι, 7, 15. PG 67, 768Β. Πρβλ. Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλησιαστική Ιστορία 14,16, PG 146, 1105C-1108B.

[10].C. Lacombrade, Synesios de Cyrene, hellene et chretien, Paris 1951, p.54-55.

Αναδημοσίευση : http://www.egolpion.net/15D15CCA.el.aspx



Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και οι σχέσεις του με τον έπαρχο Ορέστη και τη Φιλόσοφο Υπατία

Ειρήνης Αρτέμη

Πτ. Θεολογίας -Φιλολογία Πανεπιστημίου Αθηνών
Mphil
Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
υπ. διδάκτορος Θεολογίας  Πανεπιστημίου Αθηνών

Στην εργασία αυτή θα αναφερθούμε στις σχέσεις ενός σπουδαίου πατρός της αρχαίας Εκκλησίας του πατριάρχη Κυρίλλου Αλεξανδρείας με δύο εξέχοντα πρόσωπα της πόλεως της Αλεξάνδρειας, τον έπαρχο Ορέστη και τη φιλόσοφο Υπατία.

Ο ιερός Κύριλλος υπήρξε σημαντική μορφή για την εποχή του. Άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση τόσο στον εκκλησιαστικό βίο όσο και στη διαμόφωση της χριστιανικής διδασκαλίας και κυρίως στη διατύπωση του χριστολογικού δόγματος τον 5 αι. Για τη ζωή του ιερού πατρός λίγα πράγματα είναι γνωστά. Γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε μεταξύ του 370 με 380 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια. Την ακριβή ημερομηνία της γεννήσεώς του δεν έχουμε τη δυνατότητα να τη γνωρίζουμε. Καταγόταν από εύπορη ελληνική οικογένεια της πόλεως της Αλεξάνδρειας, αν και συχνά ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος τον αποκαλεί «Αιγύπτιον», δηλαδή αυτόν που κατάγεται από την Αίγυπτο[1], με σκοπό να τον χλευάσει.

Θείος του υπήρξε ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, άνδρας δυναμικός και εύστροφος, τον οποίο ο Κύριλλος πάντοτε τον ανέφερε με ευγνωμοσύνη και αγάπη[2]. Μεγάλωσε λοιπόν, ο Κύριλλος μέσα σε ένα περιβάλλον, το οποίο του προσέφερε τη δυνατότητα να λάβει ευρεία και επιμελημένη εκπαίδευση αλλά και να συναναστραφεί με εξέχοντα πρόσωπα της αλεξανδρινής κοινωνίας, τόσο της πολιτικής όσο και της εκκλησιαστικής σκηνής.

Σπούδασε στη φημισμένη Σχολή της Αλεξάνδρειας με διδάσκαλο το Δίδυμο τον Τυφλό[3] και παρακολούθησε μαθήματα της περίφημου αλεξανδρινής φιλοσόφου - μαθηματικού Υπατίας[4]. Οι γνώσεις του επλουτίζονταν συνέχεια από τη μελέτη συγγραμμάτων σπουδαίων χριστιανών συγγραφέων, πατέρων της Εκκλησίας, όπως ήταν ο Μέγας Αθανάσιος[5], οι Καππαδόκες Πατέρες[6] κ.α., αλλά και συγγραμμάτων συγγραφέων της θύραθεν φιλολογίας. Παράλληλα γαλουχήθηκε θεολογικά στην έρημο κάτω από την απεριόριστη φροντίδα των ζηλωτών μοναχών της Νιτρίας, κοντά στους οποίους πέρασε πέντε ολόκληρα χρόνια. Αυτοί πιθανόν του ενέπνευσαν τον πύρινο και ανυπόμονο ζήλο, που χαρακτηρίζει τον Κύριλλο σε όλη τη διάρκεια του βίου του[7].

Μετά την κοίμηση του θείου του, αναμετράται με τον αρχιδιάκονο Τιμόθεο για τον πατριαρχικό θρόνο. Στην αναμέτρηση αυτή βγαίνει νικητής και ανέρχεται στον πατριαρχικό θώκο της Αλεξανδρείας στις 18 Οκτωβρίου του 412[8]. Ως νέος Αρχιεπίσκοπος, καυτηριάζει με δριμύτητα την κοινωνική ανισότητα και την αναλγησία των πλουσίων. Ψέγει την πολιτική εξουσία για την ανοχή της σε φαινόμενα αδικιών έναντι των φτωχών, σε απάτες, επιορκίες, σε φαινόμενα έκλυτου βίου[9]. Δε διστάζει να εναντιωθεί σε ένα πολιτικό κατεστημένο, το οποίο οδηγεί τους πολίτες της Αλεξάνδρειας και γενικότερα της Αιγύπτου σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης και που οξύνει την κοινωνική ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών.

Αρχικός στόχος του ήταν η καταπολέμηση όλων όσων αποτελούσαν κίνδυνο για την εδραιωμένη πια χριστιανική Εκκλησία[10]. Στο σημείο αυτό κατηγορήθηκε από πολλούς αντιπάλους τους ως αλαζόνας, σκληρός και ματαιόφρονος άνθρωπος, κάτι όμως που καταρρίπτεται αν μελετήσει κάποιος προσεκτικά την όλη δημόσια δράση του. Σκοπός του ήταν η θωράκιση της Εκκλησίας από οποιαδήποτε απειλή, η οποία θα κλώνιζε τους πιστούς και όχι τα θεμέλιά της, γιατί Εκείνη έχοντας ως κεφαλή τον ενσαρκωμένο θείο Λόγο είναι προορισμένη να ζήσει εις τους αιώνας και «Πύλαι άδου ου κατασχύνουσι»[11]. Πολέμησε με πάθος υπολείμματα παλαιοτέρων αιρέσεων όπως οι Νοβατιανοί[12], οι Αρειανοί[13], οι οπαδοί του Μαρκίωνα[14], του μοναρχιανού Παύλου Σαμοσατέα[15]. Σχετικά μάλιστα με τους Νοβατιανούς ένας εκπρόσωπός τους ο ιστορικός Σωκράτης γράφει: «Ευθέως ουν Κύριλλος τας εν Αλεξανδρεία Ναυατιανών εκκλησίας αποκλείσας, πάντα μεν τα ιερά κειμήλια έλαβε, το δε επίσκοπον αυτών Θεόπεμπτον, πάντων ων είχε αφείλετο»[16].

Χαρακτηριστικά σκληρή και αδυσώπητη υπήρξε η στάση του απέναντι στους Εθνικούς[17], οι οποίοι ασκούσαν μεγάλη επίδραση στο χριστιανικό λαό, με τη μαγεία, την αστρολογία, τη δεισιδαιμονία, «......» και με την ύπαρξη κάποιου μαντείου στο Μένουθις στο οποίο λατρευόταν μία ψεύτικη θεά «η Κυρά»[18]. Επίσης πολέμησε τους Ιουδαίους, οι οποίοι ήταν γύρω στους 40.000 στην Αλεξάνδρεια. Έκλεισε τις συναγωγές τους και εξόρισε πολλούς από αυτούς. Η πολεμική του έναντι των Ιουδαίων τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη μεροληπτική στάση του έπαρχου της πόλεως Ορέστη. Ο τελευταίος αν και δήλωνε χριστιανός, χαρακτηριζόταν συχνά από τους χριστιανούς της Αλεξάνδρειας «θύτης και έλληνας», δηλαδή ειδωλολάτρης, εξαιτίας της άδικης συμπεριφοράς του απέναντι στους χριστιανούς, η οποία γινόταν αιτία για συνεχείς προστριβές μεταξύ χριστιανών και Ιουδαίων.

Οι Ιουδαίοι έχοντας την απροκάλυπτη στήριξη του έπαρχου Ορέστη ασκούσαν στυγνή τοκογλυφία απέναντι στους χριστιανούς, οι οποίοι μη δυνάμενοι να ανταποκριθούν στην απόσβεση των δανείων τους η των γενικοτέρων οφειλών τους κατέληγαν δούλοι και δημεύονταν η περιουσία τους. Για το λόγο αυτό οι Ιουδαίοι ήταν περισσότερο επικίνδυνοι για τον Κύριλλο από τους ειδωλολάτρες, γιατί οι πρώτοι απειλούσαν ολόκληρη την κοινωνική υπόσταση των χριστιανών ενώ οι τελευταίοι επιτελούσαν το έργο του μισόκαλου εχθρού με σκοπό την απώλεια της ψυχής των πιστών εν Χριστώ και τη ρίψη της στο βάθρο της απωλείας.[19]

Βασική πηγή για τα τεκταινόμενα της εποχής αποτελεί ο ιστορικός Σωκράτης, ο οποίος μάλιστα αναφέρθηκε ότι άνηκε στις τάξεις των Νοβατιατών. Αυτό προσδίδει μεγαλύτερη εγκυρότητα στα γραφόμενά του σχετικά με τον Άγιο Κύριλλο, μιας και δε μεροληπτούσε υπέρ του πατριάρχη Αλεξανδρείας, ως φιλικά προσκείμενος σε αυτόν. Ο Σωκράτης τονίζει ότι ο Ορέστης, αν και δήλωνε χριστιανός μισούσε φανατικά τους επισκόπους και θεωρούσε ότι ασκούσαν εξουσία και είχαν αρμοδιότητες δοσμένες από το αυτοκράτορα, τις οποίες δεν έπρεπε να έχουν: «εμίσει την δυναστείαν των επισκόπων, ότι παρηρούντο πολύ της εξουσίας των εκ βασιλέως άρχειν τεταγμένων»[20]. Δεν έχανε λοιπόν ευκαιρία να προσπαθήσει να εκθέσει τον πατριάρχη Αλεξανδρείας στα μάτια του λαού της Αλεξάνδρειας και να δημιουργήσει προστριβές μαζί του.΄

Ο Κύριλλος ως έξυπνος άνθρωπος που ήταν γνώριζε ότι έπρεπε να έχει καλές σχέσεις με τον Ορέστη. Προσπάθησε επομένως πολλές φορές να συμφιλιωθεί μαζί του χωρίς αποτέλεσμα. Η ρήξη τους έγινε αγεφύρωτη, όταν ο Ορέστης στράφηκε εναντίον του Ιέρακος, ανθρώπου της εμπιστοσύσης του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και του επέβαλε σκληρά μέτρα: «Ην δε εν αυτοίς τις ανήρ ονόματι Ιέραξ͵ ος γραμμάτων μεν των πεζών διδάσκαλος ην͵ διάπυρος δε ακροατής του επισκόπου Κυρίλλου καθεστώς͵ και περί το κρότους εν ταις διδασκαλίαις αυτού εγείρειν ην σπουδαιότατος. Τούτον τοίνυν τον Ιέρακα το πλήθος των Ιουδαίων εν τω θεάτρω θεασάμενοι κατεβόων ευθύς͵ ως δι΄ ουδέν άλλο παραβάλλει τω θεάτρω͵ η ίνα στάσιν τω δήμω εμβάλοι. ... αρπάσας ουν τον Ιέρακα δημοσία εν τω θεάτρω βασάνοις υπέβαλλεν.»[21]. Το τελευταίο έδωσε την αφορμή να παραμεριστεί το παραπέτασμα της δήθεν καλής συνύπαρξης μεταξύ Ιουδαίων και χριστιανών και να εκδηλωθεί το απέραντο μίσος των Ιουδαίων για τους τελευταίους. Πολλοί από αυτούς φονεύτηκαν από τους Ιουδαίους με δόλιο τρόπο. Οι Ιουδαίοι μία νύκτα προκάλεσαν μεγάλες ταραχές διαδίδοντας τη φήμη ότι πυρπολούνταν ο ναός του Αγίου Αλεξάνδρου. Τρέχοντας οι χριστιανοί να σώσουν τον ναό έπεσαν σε ενέδρα των Ιουδαίων οι οποίοι και φόνευσαν πολλούς. Τότε ήταν που ο Κύριλλος στράφηκε εναντίον τους, έχοντας την άδεια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β[22]. Έκλεισε τις συναγωγές τους, όπως προαναφέρθηκε, πήρε αυστηρά μέτρα εναντίον τους και βοηθούμενος από τον λαό απέλασε τους Ιουδαίους από την Αλεξάνδρεια δημεύοντας και την περιουσία των πρωτουργών των δολοφονιών έναντι των χριστιανών.

Το μίσος του έπαρχου Ορέστη απέναντι στον Κύριλλο λέγεται ότι το κρατούσε άσβεστο και η Υπατία, θυγατέρα του φιλοσόφου Θέωνος, που προκαλούσε όλη την προσοχή της πόλεως με τη σοφία της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να φέρουμε ως μαρτυρία τα λόγια του ιστορικού Σωκράτους «επειδή γαρ συνετύγχανε συχνότερον τω Ορέστη, διαβολήν τούτο εκίνησε κατ' αυτής παρά τω της Εκκλησίας λαώ, ως άρα είη αύτη μη συγχωρούσα τον Ορέστην εις φιλίαν τω Επισκόπω συμβήναι»[23]. Οι σχέσεις του Ορέστη με τον Κύριλλο είχαν κλυδωνιστεί στον ύψιστο βαθμό. Το τελικό χτύπημα για να γίνει το χάσμα αγεφύρωτο μεταξύ του Πατριάρχη και του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας υπήρξε ο βασανισμός και η καταδίκη σε θάνατο ενός μοναχού από τη Νιτρία του Αμμωνίου.

Αυτός γεμάτος από τυφλό ζήλο για να υπερασπιστεί τον Πατριάρχη του μαζί με άλλους μοναχούς επιτέθηκαν φραστικά στον Ορέστη. Δυστυχώς η επίθεση δεν έμεινε μόνο στα λόγια αλλά προέβηκε και στο χτύπημα της κεφαλής του Ορέστη από μία πέτρα. Το αποτέλεσμα ήταν η σύλληψη, ο βασανισμός και η θανάτωση του Αμμωνίου. Ο Κύριλλος πήρε το νεκρό σώμα του Αμμωνίου και το έθαψε με τιμές μάρτυρα. Κάτι που εξαγρίωσε περισσότερο τον Ορέστη: «του δε Αμμωνίου το σώμα αναλαβών και εν μια των εκκλησιών αποθέμενος͵ όνομα έτερον αυτώ επιθείς Θαυμάσιον επεκάλεσε͵ και μάρτυρα χρηματίζειν εκέλευσεν͵ εγκωμιάζων αυτού επ' εκκλησίας το φρόνημα͵ ως αγώνα υπέρ ευσεβείας ανελομένου»[24].

Δυστυχώς αυτή η διαμάχη μεταξύ Κυρίλλου και Έπαρχου είχε και άλλο θύμα εκτός του Αμμωνίου. Τυφλωμένος από την οργή ο όχλος από μερικούς χριστιανούς με πρωτοστάτη τον αναγνώστη Πέτρο κατά τη μαρτυρία του Σωκράτους του Σχολαστικού[25] επιτέθηκε και σκότωσε την Υπατία στις 15 Μαρτίου το 415. Λέγεται ότι ο όχλος είχε επηρεαστεί από ένα φλογερό κήρυγμα του Αγίου Κυρίλλου. Δεν κατηγορείται ποτέ από κανένα σύγχρoνό του ως ηθικός αυτουργός για το φόνο. Η κατηγορία αυτή του προσάφθηκε πολύ αργότερα από κάποιος ψευδοιστορικούς.

Σημαντικό μερίδιο ευθύνης στη δολοφονία της φιλοσόφου είχαν και οι «παραβαλανείς», οι οποίοι αποτελούσαν ιδιαίτερη οργάνωση, ασχολούμενοι με έργα φιλανθρωπίας και παρέμειναν κοντά στο εκκλησιαστικό βαλανείο, από όπου πήραν και το όνομά τους.[26] Ο ιστορικός Σωκράτης σημειώνει ότι ήταν επιρρεπείς σε κοινωνικές αναταραχές «ο των Αλεξανδρέων δήμος πλέον των άλλων δήμων χαίρει ταις στάσεσι· ει δε πότε και προφάσεως λάβηται εις αφόρητα καταστρέφει κακά· δίχα γαρ αίματος παύεται της ορμής»[27]. Η γενικότερη στάση τους δικαιολογεί το νόμο που εκδόθηκε περί των κληρικών και των «παραβαλάνων» της Αλεξάνδρειας στις 28 Σεπτεμβρίου 416 από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β'. Οι «παραβαλάνοι»[28], ήταν ένα ειδικό σώμα 500 ανδρών, το οποίο ήταν κάτω από τις εντολές του εκάστου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Υπήχθησαν όμως δια του αυτού νόμου υπό την δικαιοδοσία του έπαρχου Αλεξανδρείας. Ως δικαιολογία της μεταβολής αυτής υπήρξε ότι το σώμα αυτό ενέσπειρε τον τρόμο και την φρίκη στην Αλεξάνδρεια δια των αταξιών αυτού, εν αγνοία του Πατριάρχη. Ο λαός της Αλεξάνδρειας ζήτησε από τον αυτοκράτορα στέλνοντας του πρεσβεία να λάβει τα μέτρα του κατά των παραβαλάνων. Αντίθετα πουθενά δεν αναφέρεται ότι κατηγόρησαν τον Πατριάρχη τους για τις ταραχές που γίνονταν αλλά ούτε και για το φόνο της Υπατίας, ο οποίος απουσίαζε από την Αλεξάνδρεια την περίοδο του φόνου.

Ο Κύριλλος ήταν άξιος διάδοχος του πατριαρχικού θρόνου του Μεγάλου Αθανασίου. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να φέρει την ειρήνη ανάμεσα στο λαό της Αλεξάνδρειας. Αυτό όμως δεν τον έκανε δουλοπρεπή απέναντι στην πολιτική εξουσία, αντίθετα «δε δίστασε να υψώσει τη φωνή του όταν έβλεπε ότι απειλούνταν τα συμφέροντα της Εκκλησίας αλλά και των χριστιανών της Αλεξάνδρειας. Το έργο και η φήμη του γρήγορα απλώθηκαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η αγάπη του για την Εκκλησία ήταν η ασπίδα του εναντίον οποιασδήποτε απειλής απ' όπου αυτή και αν προερχόταν. Στα μετέπειτα χρόνια δε δίστασε να εναντιωθεί με σθένος στη δογματική κακοδοξία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου[29]. Έφτασε στο σημείο να δεί ο ίδιος τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, παρόλα τα εμπόδια που είχε να αντιμετωπίσει[30] και να του εκθέσει τις πλάνες του Νεστορίου, που αποτελούσαν αγκάθι για τη χριστολογία της Εκκλησίας. Φυσικά δεν αρκέστηκε μόνο στο να συνατήσει το Θεόδόσιο. Με επιστολές του είχε πληροφορήσει τις βασίλισσες[31], οι οποίες ήταν δυναμικότερου χαρακτήρα από τον αυτοκράτορα. Τέλος οργάνωσε το 431 την Γ' Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο και πέτυχε την καταδίκη του Νεστοριανισμού. Η δικαίωσή του έρχεται με την Δ' Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 451, επτά χρόνια από την κοίμησή του.

Ποιμένες σαν τον Κύριλλο έδειξαν ότι οι άρχοντες της Εκκλησίας δεν πρέπει να έχουν ως αποκλειστική ενασχόλησή τους τα της Εκκλησίας, αλλά και να στέκονται άγρυπνοι θεματοφύλακες των εθνικών και των θρησκευτικών συμφερόντων της χώρας υψώνοντας τη φωνή τους ακόμη και στον ίδιο τον αυτοκράτορα, τον εκάστοτε άρχοντα κάθε εποχής, προκειμένου να τον προφυλάξουν από εκούσια η ακούσια σφάλματά του. Φυσικά δεν πρέπει να φτάνουν στο άλλο άκρο να ανακατεύονται σε όλα τα πολιτικά πράγματα και να θέλουν να επιβάλουν την άποψη τους στον εκάστοτε κυβερνήτη (παποκαισαρισμός), γιατί τότε τυφλώνονται από την εξουσία μεθάνε και γίνονται υπηρέτες του Μαμωνά και όχι λειτουργοί του Θεού. 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αρτέμη, Ε., «Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως στους δύο διαλόγους, «Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς» και «Ότι εις ο Χριστός» του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας», Εκκλησιαστικός Φάρος ΟΕ, (Αθήνα 2004) 145- 277.
  • Χρήστου, Π.Κ., Ελληνική Πατρολογία Δ, Θεσσαλονίκη 1989.
  • Χριστοφιλοπούλου, Αικ., Βυζαντινή ΄Ιστορία Α, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 19964.
  • Cross F. L., The Study of St. Athanasius, Oxford 1945.
  • Φειδά, Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία A, Αθήναι 1992.
  • Gauche, W., Didymus the Blind; an Educator of the 4th century, Washington 1934.
  • Κρικώνη, Χρ., «Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999.
  • Μουτσούλα, Ηλ., «Αλεξανδρινοί Συγγραφείς Δ αι. Α΄ Σεραπίων Θμούεως. Β΄ Δίδυμος ο Αλεξανδρεύς», ανάτυπο, Αθήνα 1971, σσ. 17-51.
  • Παπαδοπούλου, Σ., «Ο Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας, σταθμός μέγας εν τη θεολογία της Εκκλησίας», ανάτυπο εκ της Θεολογίας (1974), σσ. 102-128.
  • Του ιδίου, Πατρολογία Α, Β, Αθήνα 19912, 1990.
  • Του ιδίου, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αθήνα 2004.
  • Παπαδοπούλου, Χρ., Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933.
  • Του ιδίου, Ιστορία της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933.
  • Σκουτέρη, Κ., Ιστορία Δογμάτων 1, 2, Αθήνα 1998, 2004.
  • The international cyclopaedia - a compendium of human Knowledge, revised with large additions, vol. IV, Χ, New York 1899.
  • Θεοδώρου, Α., Η Χριστολογική Ορολογία και Διδασκαλία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και Θεοδωρήτου Κύρου, Αθήνα 1955.


[1] Mansi, V, 725.
[2]Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 7, PG 67, 749C-762A. Θεοδωρήτου Κύρου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 5, 40 PG 83, 1277D. Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 15,14 PG 146, 1100A- 1104A. Mansi IV, 1464. Ed. Schwartz I, I, 3 σ. 75. Χρ. Παπαδοπούλου, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 264. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ Χριστολογική Ὁρολογία καί Διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Θεοδωρήτου Κύρου, Ἀθήνα 1955, σ. 37. Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 236.
[3] Βλ. Σχετικά Κ. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σσ. 231 -258. Συναφῶς βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 666-682. Ἠλ. Μουτσούλα, «Ἀλεξανδρινοί Συγγραφεῖς Δ αἰ. Α΄ Σεραπίων Θμούεως. Β΄ Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς», ἀνάτυπο, Ἀθήνα 1971, σσ. 17-51. W. Gauche, Didymus the Blind; an Educator of the 4th century, Washington 1934. [4]Ἡ ἐπιστολή τοῦ ἱεροῦ Κυρίλλου (λατινιστί), στόν τόμο 77 τῆς PG (389-390) ἡ ὁποία ἀπευθύνεται στήν Ὑπατία καί τῆς ἐκθέτει τά προβλήματα πού ἔχουν προκύψει ἀπό τή διένεξη τοῦ Νεστορίου μέ τόν Κύριλλο εἶναι νόθα. Ἐξάλλου ὁ Κύριλλος δέν θά μιλοῦσε ἀναλυτικά γιά ἕνα δογματικό θέμα, ὅπως τό Χριστολογικό, σέ κάποιον πού δέν ἦταν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ θά ἦταν ἀδύνατο νά κατανοήσει κάποιος θέματα δογματικῆς διδασκαλίας χωρίς νά ἔχει τό κατάλληλο θεολογικό ὑπόβαθρο. Πρβλ. Χρ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 264 -266.
[5]Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 263-326. Τοῦ ἰδίου, «Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, σταθμός μέγας ἐν τῇ θεολογίᾳ τῆς Ἐκκλησίας», ἀνάτυπο ἐκ τῆς Θεολογίας (1974), σσ. 102-128. F. L. Cross, The Study of St. Athanasius, Oxford 1945. Κ. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σσ. 179-222.
[6] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 355-407, 475-529, 590-632, 637-642..
[7] The international cyclopaedia - a compendium of human Knowledge, revised with large additions, vol. IV, NewYork 1899, p. 256.
[8] Π.Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 340 κ.ἑ.
[9] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 240.
[10] Αἰκ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή ΄Ἱστορία Α, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 19964, σ. 206.
[11] Ματθ. 16, 18.
[12]Πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑορταστική Ὁμιλία 8, 9. PG 77, 565 - 577, 681 - 692, 1060- 1064. Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 1, Ἀθήνα 1998, σσ. 335-338. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 296-299. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 1991, σσ. 423-426. H. Weyer, Novatianus de Trinitate, Düsseldorf 1962.
[13]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σσ. 97-120. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 377-398. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 114-119.
[14]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 1, Ἀθήνα 1998, σσ. 278, 324 κ.ἑ. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 159-162. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 19912, σσ. 142-143.
[15]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 1, Ἀθήνα 1998, σσ. 470-472.. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 19912, σσ. 461-464. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 244-245..
[16] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7,7 PG 67, 752A.
[17] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 241.
[18] Πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὁμιλία 3, PG 77, 1105Α. Συναφῶς βλ. Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, Τό ἐγκώμιον εἰς τούς ἁγίους Κῦρον καί Ἰωάννην, PG 87, 3, 3409-3412: «Δαίμων ἀκάθαρτος ἐπεφαίνετο ἐν εἴδει θηλείας ποιῶν φαντασίας πολλάς καί μαντείας δοκῶν λέγειν, μηδέν ἐχούσας ἀληθές καί ἐπιταγάς τινων φαρμάκων τερατευόμενος, μηδέ παντάπασιν ὠφελῶν, ἀλλά τούτοις εἰς ἀπώλειαν ἐφελκόμενος... πολλούς τό εἰδεχθές τοῦτο δαιμόνιον ταῖς ἀπάταις παρέσυρε καί προσκαλεῖσθαι αὐτοῦ τῷ βωμῷ ἐλπίδι ρήσεως ἤ προφητείας ἀνέπειθεν οὐ μόνον ἀπιστοῦσι καί πάντη τούς αὐτοῦ προσκειμένους κελεύσμασιν ἀλλά καί πιστούς τοῦ Χριστοῦ σύμβολα φέροντες».
[19] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑορταστική Ὁμιλία 1ε, PG 77, 417-424, 513, 516, 529, 853, 586, 860-873, 896-901, 1057-1060.
[20] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 7, 13, PG 67, 764A.
[21] Αὐτόθι, 7,13-34. PG 67, 761C-764C.
[22] Χρ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 279.
[23]Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 15, PG 67, 768. Πρβλ. Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 14, 16. PG 146, 1105C-1108B.
[24] Αὐτόθι, 14, 24-28. PG 67, 773.
[25] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 15, PG 67, 761Α.
[26] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 244.
[27] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 15. PG 76, 761A.
[28] Βλ. Δεσπ. Μιχάλαγα, «Οἱ παραβαλανεῖς ὡς φορεῖς κοινωνικῆς ἀντίληψης τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων», ΕΕΘΣΠΑ 34 (1999) 523-554.
[29] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀθήνα 2004, σσ. 32-38, 144-142, 154-157, 166-172, 184-190, 339-351. The international cyclopaedia - a compendium of human knowledge revised with large additios, vol. X, New York 1899, p. 409- 410.
[30] Ἐπειδή τόν ἐμπόδιζαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Νεστορίυ νά συναντήσει τόν αὐτοκράτορα, ἐκεῖνος ντύθηκε ζητιάνος καί παρουσιάστηκε μπροστά στόν αὐτοκράτορα τή στιγμή πού δέν τό περίμενε κανεῖς.
[31] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Λόγος προσφωνητικός ταῖς εὐσεβεστάταις βασίλσσαις, περί ὀρθῆς πίστεως, PG 76, 1201- 1420.



Print-icon 

Login-iconLogin