ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ «ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ»

(Από την έκθεση για Π.Σ.Ε. του Επισκόπου Ράσκας κ.Αρτεμίου, που υπέβαλε στη Σύνοδο της Σερβικής Ιεραρχίας, δημοσιεύουμε αποσπασματικά τα εξής αξιοπρόσεκτα)

 ...Η Εκκλησία είναι μία και καθολική και εις αυτήν είναι συγκεντρωμένη ομού όλη η αλήθεια, όλη η χάρις, όλα όσα ο Κύριος έφερε μετ΄αυτού είς την γην και παρέδωσε εις τους ανθρώπους και άφησε δια την σωτηρίαν των.

Είναι μία και καθολική, επειδή συγκεντρώνει όλους όσους θέλουν την σωτηρίαν, εις μίαν εσωτερική ενότητα, εις το σώμα του Θεανθρώπου Χριστού.

Ούτως, αυτή αύτη η ιδέα ενός «συμβουλίου» ή «ενώσεως» των Εκκλησιών είναι αδύνατος, ανεπίτρεπτος και απαράδεκτος δια την συνείδηση εκάστου Ορθοδόξου.

Τα όρια, τα εγκαθιδρυθέντα υπό των Αγίων Πατέρων μας, έχουν παραβιασθή, τα όρια μεταξύ αληθείας και ψεύδους, φωτός και σκότους, Χριστού και Βελίαρ.

Ο κύριος στόχος όλων αυτών των υπερεκχυλισμένων συναισθημάτων (ουσιαστικώς πρόκειται περί καθαράς υποκρισίας), είναι η επιθυμία όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί να μάθουν την «αλήθεια», ότι είναι αδελφοί εν Χριστώ και μέλη της μιας και αληθούς Εκκλησίας ομού μετά των ετεροδόξων. Τούτο είναι το συζητήσιμο εις τας συναντήσεις, συνδιασκέψεις, το γραφόμενον εις τας εφημερίδας, τα περιοδικά, τα βιβλία, το ακουόμενον εις το ραδιόφωνον και εις την τηλεόρασιν. Πάντα ταύτα απαιτούνται δια να οδηγηθώμεν εις το «κοινόν ποτήριον», την κοινωνίαν μεταξύ ημών, το οποίον αποτελεί τον θεμελιώδη σκοπόν του «διαλόγου της αγάπης».
     Πάντα ταύτα, σύμφωνα με τον π.Ιουστίνο Πόποβιτς, αποτελούν την προδοσία του Ιούδα, την τρομερή προδοσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ολόκληρης της Εκκλησίας Του.

...Ως αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας, η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία ελάμβανε από καιρού εις καιρόν υλικήν βοήθειαν από το Π.Σ.Ε., όπως φάρμακα, υποτροφίες, ταξίδια εις Ελβετίαν, οικονομικάς επιδοτήσεις, π.χ. για την κατασκευή του νέου κτιρίου της θεολογικής σχολής. Δι΄αυτά τα ψιχία βοηθείας έχομεν απωλέσει εις την πνευματικήν σφαίραν την καθαρότητα της πίστεως, την κανονικήν κληρονομίαν της Εκκλησίας και την πιστότητα εις την ιεράν Παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Η παρουσία αντιπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών εις τας διαφόρους οικουμενιστικάς συναθροίσεις ουδεμίαν κανονικήν δικαίωσιν έχει. Δεν πηγαίνομεν εκεί δια να ομολογήσωμεν θαρραλέως, ανοικτώς και απαρασαλεύτως την αιώνιον και αναλλοίωτον αλήθειαν της Ορθοδόξου Πίστεως και Εκκλησίας, αλλά δια να προβώμεν εις συμβιβασμούς και, περισσότερον ή ολιγώτερον, να συμφωνήσωμεν εις όλας τας αποφάσεις και σχηματισμούς, τους οποίους μας προσφέρουν οι μη ορθόδοξοι.

Διατοιούτων πράξεων εφθάσαμεν εις το Βελεμένδιον, εις το Σαμπεζύ και εις την Ασσίζυ, εφόσον πάντα ταύτα ομού περιλαμβάνουν απιστίαν και προδοσίαν της Αγίας Ορθοδόξου Πίστεως.

Καθ΄όλην αυτήν την περίοδον των πτώσεων και ακόμη της απωλείας της Εκκλησίας του Αγίου Σάββα, μία μόνον και μοναδική φωνή ηκούετο, η φωνή του Αρχιμανδρίτου Αυγουστίνου του Τσέλιε (V1979), όστις μόνον απέμεινεν η ασάλευτος και άγρυπνος συνείδησις της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ήτο αυτός, όστις βαθέως ησθάνετο και λειτουργικώς εβίωνε το αποστολικόν και πατερικόν πνεύμα της αληθείας και έγραφε σχετικώς με το «κατόρθωμα» του Πατριάρχου Αθηναγόρα: «Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως; Αυτός με την νεοπαπιστικήν συμπεριφορά του εις τους λόγους και εις τας πράξεις σκανδαλίζει επί μίαν ήδη δεκαετίαν τας ορθοδόξους συνειδήσεις, αρνούμενος την μοναδικήν και πανσωστικήν Αλήθειαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας και Πίστεως, αναγνωρίζων τον Ρωμαίον Άκρον Ποντίφηκα με όλην την δαιμονικήν και αντιεκκλησιαστικήν υπερηφάνειαν του...»

Έχοντες κατά νουν, αφ΄ενός ό,τι ήδη ελέχθη, και αφετέρου τον αιώνιον και αλάνθαστον λόγον του Ευαγγελίου, «παν δένδρον εκ των καρπών αυτού επιγνώσεσθε», είναι εύκολον να καταλάβωμεν τι πρέπει να κάμωμεν.

Ήδη εις αυτήν την συνεδρίασιν πρέπει να αποφασίσωμεν: η Σερβική Ορθόδοξος Εκκλησία να αποσυρθή από το Π.Σ.Ε. και από όλους τους όμοιους οργανισμούς (όπως το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Εκκλησιών κ.α.) και να θέσωμεν τέλος εις την συμμετοχήν εις οικουμενιστικάς και αθεϊστικάς εκδηλώσεις.

Αυτό πρέπει να γίνει δια τους εξής λόγους:

  1. Από υπακοή εις τον Άγιον Απόστολον Παύλον, όστις συμβουλεύει και επιτάσσει: αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού.
  2. Τούτο (η συμμετοχή) ευρίσκεται εν ασυμφωνία με όλους τους ιερούς κανόνας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έναντι των οποίων έχουμε αμαρτήσει θανάσιμα.
  3. Δεν υπάρχει ουδέ είς των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, όστις θα εδικαίωνε την ένωσιν και παραμονήν μας εις τον μη εκκλησιαστικόν οργανισμόν του Π.Σ.Ε. και άλλων ομοίων προς αυτόν.
  4. Δια την σωτηρίαν των ψυχών μας, των ψυχών του ποιμνίου, το οποίον μας ενεπιστεύθη και το οποίον έχομεν καιρίως σκανδαλίσει και βλάψει από την παραμονήν μας εις τον οικουμενισμόν, ως επίσης και δια την σωτηρίαν εκείνων, οι οποίοι ευρίσκονται ακόμη εκτός της κιβωτού της σωτηρίας, της Μίας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, και τους οποίους η αποφασιστική και καθαρά πράξις μας δύναται να τους βοηθήση εις την αναζήτησίν των δια σωτηρίαν και δι΄αληθείαν, πράγμα το οποίον δεν επιτυγχάνει μία υποχωρητική και άθεος συντροφικότης με τον οικουμενισμόν.
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη
Εκ τού περιοδικού "Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία"



Print-icon 

Login-iconLogin