ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΡΜΑ

Του Πρωτ. Κυριακού Τσουρού
Γραμματέως της Σ.Ε. επί των αιρέσεων

(γ’ μέρος)

Με όσα αναφέραμε μέχρι τώρα για τη δοξασία της μετενσάρκωσης και το Κάρμα, μπορούμε να πούμε συνοπτικά ότι, στην πραγματικότητα, η δοξασία αυτή «δεν οδηγεί στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου, αλλά στην εξουδετέρωσή της· δεν καλλιεργεί τις σχέσεις αμοιβαίας ευθύνης και αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά τον ατέρμονα εγωκεντρισμό. Η πίστη αυτή δεν γνωρίζει έλεος και απειλεί τα θεμέλια ολόκληρης της κοινωνίας και του πολιτισμού μας»1.

Στη συνέχεια θα φωτίσουμε μερικές ακόμη πτυχές της αντιχριστιανικής αυτής δοξασίας, η οποία συχνά προκαλεί σύγχυση ακόμη και μεταξύ Ορθοδόξων χριστιανών.

6. Ένα σοβαρό και δύσκολο πρόβλημα για τους «μετενσαρκωτές»

Η μεγαλύτερη δυσκολία και αμφισβήτηση που αντιμετωπίζει η δοξασία της μετενσάρκωσης είναι το άλυτο πρόβλημα της λήθης. Οι ίδιοι οι θεωρητικοί της δοξασίας αυτής αποδέχονται ότι το άτομο, κατά τη νέα του ζωή συνοδεύεται από έλλειψη «μνήμης» της προηγούμενης ζωής του, η των ζωών του.

Η Τεκτονική Εγκυκλοπαίδεια, στηριζόμενη κυρίως στον Papus, επιδιώκει να υπερπηδήσει τη δυσκολία αυτή συνοψίζοντας εν προκειμένω όλους τους ισχυρισμούς και τις απόψεις των «μετεμψυχωτών»: «Το μετενσαρκούμενον εγώ δεν διατηρεί φυσικά συγκεκριμένην ανάμνησιν των προγενεστέρων του υπάρξεων, διότι αύτη αποθηκεύεται έξω του κύκλου της φυσικής του συνειδήσεως και εντός του αμεταβλήτου εγώ. Η αμνησία αύτη αποτελεί ευεργέτημα διά να μην έχη η ψυχή συνείδησιν της αμαρτωλής της ίσως ιστορίας κατά την επί της γης ανακύκλωσίν της, σκοπούσαν την τελικήν της εξάγνισιν. Η ανάμνησις εν τούτοις προηγουμένων βιώσεων είναι δυνατόν να επανέλθη εις ωρισμένα και ολίγα μόνον άτομα, τα περισσότερα των άλλων εξελιχθέντα, τα οποία διά μακράς προπονήσεως αναπτύσσουν δύναμιν ενοράσεως»2. Η λήθη είναι «αναπόφευκτη αναγκαιότητα για να αποφευχθεί η αυτοκτονία». Γι’ αυτό, το «πνεύμα» πρέπει να πιει «από το νερό της Λήθης πριν επιστρέψει στη γη». Αυτό είναι «δείγμα πρόνοιας και διευκολύνει την εξέλιξη»3.

Τότε όμως παραμένει το ερώτημα: Αν είναι «ευεργέτημα» να μην έχει η συνείδηση τη μνήμη της αμαρτωλότητάς της σε μια δήθεν προηγούμενη ζωή της, τότε πώς θα «πληρώσει», θα «εξοφλήσει» το «κακό κάρμα» της που την επανέφερε σε μια νέα ενσωμάτωση;

Η θεοσοφίστρια Μπλαβάτσκυ υποστηρίζει ότι τα φυσικά στοιχεία του ανθρώπου «διαλύονται μετά το θάνατο μαζί μ’ όλα τα συστατικά τους, αφανίζεται λοιπόν κι η μνήμη μαζί με τον εγκέφαλο»4.

Η άλλη θεοσοφίστρια, η Μπεζάντ, διαφοροποιείται εν μέρει: «Το ‟Εγώ”, το αληθινό ‟Εγώ” θυμάται. Ο άνθρωπος-κτήνος είναι αυτός που δεν μπορεί να θυμηθεί τα περασμένα, αφού δεν έφθασε σε τέλεια ανταπόκριση με τον ‟αληθινό εαυτό” του». Τότε μόνο θα θυμηθεί, όταν το νέο προσωπικό εγώ ενωθεί με το αιώνιο «Εγώ» και συνταυτιστεί μ’ αυτό (τον «Δονητή»)5.

Ο Νικ. Μαργιορής επιδιώκει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με πιο πρακτικό, περίεργο τρόπο: «υπάρχει ο φόβος ο αναμιμνησκόμενος των προηγούμενων ζωών του, να πληροφορηθεί και όχι πολύ ωραία πράγματα που έκανε σ’ αυτούς τους προηγούμενους βίους. Θα μάθει μια αλήθεια που δεν θα είναι ούτε ευχάριστη ούτε βοηθητική για την παρούσα του εξέλιξη-ζωή… η σαρκούμενη ψυχή πρέπει να μείνει απερίσπαστη και ανεπηρέαστη στις σχέσεις της με τους ανθρώπους που έχουν παίξει σπουδαίο ρόλο στη ζωή ή πρόκειται να παίξουν. Είναι φυσικότατο, όταν κανείς υπεύθυνα πια πληροφορηθεί για τις προβιωτές του, να τοποθετηθεί ανάλογα απέναντι σε ζώντες σήμερα συνανθρώπους, που τότε τον αδίκησαν, τον συκοφάντησαν, τον φυλάκισαν, το φόνευσαν πιθανώς κτλ. Αυτή η εκ των υστέρων τοποθέτηση δημιουργεί αναστολή σ’ όλη την εξέλιξη ενώ η λησμονιά είναι μεγάλη δύναμη που βοηθά τον άνθρωπο να μείνει ανεπηρέαστος στο έργο της εξέλιξής του»6.

Αντί άλλης απάντησης, μεταφέρουμε εδώ την παρατήρηση του Επίκουρου στη θεωρία των Πυθαγορίων για την μετεμψύχωση, όπως την καταγράφει ο Cooper: «Ο Επίκουρος έχει αντιταχθή προς τη θεωρία του Πυθαγορισμού λέγοντας ότι, εφόσον η ψυχή δεν διατηρεί την ανάμνηση των περασμένων υπάρξεων και καμμία προσωπική ταυτότης ενσυνείδητος δεν κατοικεί μέσα στην όλη σειρά των επαναγεννήσεων, οι συνέπειες των πράξεων επιπίπτουν κατ’ ανάγκην σε μια άλλη οντότητα, που δεν γνωρίζει την αιτία της τιμωρίας της και συνεπώς δεν γίνεται ούτε καλύτερη, ούτε σοφώτερη με το να έχη τιμωρηθή»7.

Είναι πάντως απορίας άξιο, πώς η ψυχή που «έκρινε» ότι πρέπει να μετενσαρκωθεί, άρα είχε συναίσθηση της πνευματικής της κατάστασης και της ανάγκης επανενσωμάτωσής της, και επομένως θυμόταν το Κάρμα της, χάνει κάθε ανάμνηση κατά τη νέα της «ζωή» και άρα αγνοεί και τον λόγο της νέας μετενσάρκωσής της και της ενδεχόμενης ταλαιπωρίας της υφισταμένη ένα κακό Κάρμα! Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει τιμωρία ή διαπαιδαγώγηση, όταν δεν υπάρχει η συναίσθηση κάποιων παραβάσεων για τις οποίες ήλθε να πληρώσει και μάλιστα μετά από πολλά χρόνια, ίσως και αιώνες;  Είναι σαν να διέπραξε κάποιο παιδί της πρώτης τάξης ένα σφάλμα κι εμείς να τιμωρούμε πάλι ένα παιδί της πρώτης τάξης μετά από δύο έτη. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι «μετενσαρκωτές» κάνουν λόγο για «επιστήμη» και «λογική» απάντηση στους προβληματισμούς του ανθρώπου!

Στο ίδιο κεφάλαιο της «μνήμης» και της «λήθης» εντάσσονται, τέλος, και οι αποκαλούμενες «αναδρομές» ή «ανάδρομη ύπνωση», με τις οποίες επιδιώκεται, μέσω τεχνητής ύπνωσης, να θυμηθεί ο υπνωτιζόμενος παλαιότερες δήθεν ζωές του, αποδεικνύοντας έτσι αληθινή την μετενσάρκωση8. Εκτός βέβαια από τις βάσιμες, από επιστημονικής πλευράς, αμφισβητήσεις των τεχνικών αυτών και των εμπειριών που τάχα αυτές προβάλλουν, είναι και μερικοί θεωρητικοί της μετενσάρκωσης που κάνουν λόγο για «φαντασίες». Ο ίδιος ο Papus, αναφερόμενος στις πνευματιστικές συγκεντρώσεις, παρατηρεί ότι εκεί ο υπνωτιζόμενος «προσπαθεί να φαντασθεί ποιος ήταν και συνήθως φαντάζεται πως ήταν ένα αξιόλογο άτομο, υψηλής κοινωνικής θέσεως και ισχύος… βλέπει κανείς ελάχιστους δολοφόνους, μέθυσους, μικρεμπόρους ή υπηρέτες να επανασαρκώνονται. Πάντα υπάρχει ένας Ναπολέων… ο Λουδουβίκος 16ος… διάσημοι Φαραώ…»9. Και συμπεραίνει: «πλήθος ατόμων οραματίζεται και ισχυρίζεται ότι είναι επανενσάρκωση του Χριστού επί της γης… Αυτά είναι τα λάθη της ημιμάθειας που… δαιμονίζουν τα καλύτερα μυαλά και τα κάνουν να παρεκτρέπονται ηθικά ή διανοητικά, ανάλογα με την περίπτωση»10.

Και ο γκουρού Σρι Σρίμαντ, αναφερόμενος σε μια περίπτωση «υπνωτικής αναδρομής», βεβαιώνει ότι «Εν τούτοις μεταγενέστερη έρευνα απέδειξε ότι όλη αυτή η δραματική ιστορία ήταν φανταστική»11.

Πέραν όμως του αποκρυφιστικού και φανταστικού χαρακτήρα των λεγομένων «αναδρομών», έχει διαπιστωθεί σε μερικές περιπτώσεις, από έγκυρους επιστήμονες, όπως από τον ειδικά ασχοληθέντα με την μετενσάρκωση καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια Ίαν Στήβενσον, και η παρουσία δαιμονικών στοιχείων. Αυτό επιβεβαίωσε με επιστολή του στον Στήβενσον και ινδουιστής δάσκαλος, γράφοντάς του ότι «καμμιά από τις περιπτώσεις που είχε καταγράψει δεν ήταν περίπτωση μετενσάρκωσης, αλλά ήταν περιπτώσεις κατάληψης από πνεύματα»12.

7. Αυθαίρετοι ισχυρισμοί

Οι εκπρόσωποι της μετενσάρκωσης, παραρμηνεύοντας εδάφια της Αγίας Γραφής και τους λόγους των Πατέρων της Εκκλησίας, ισχυρίζονται ότι είναι και χριστιανική διδασκαλία. Τα σπουδαιότερα εδάφια, τα οποία επικαλούνται για να στηρίζουν αυθαίρετα τους ισχυρισμούς τους, είναι τα ακόλουθα:

α) Ιωάννης - Ηλίας

Ματθ. ια’ 14: «καί εἰ θέλετε δέξασθαι, αὐτός ἐστίν Ἠλίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι». Και Ματθ. ιζ’ 12-13, (σε συσχετισμό με το Μάρκ. Θ’13): «Ἠλίας ἤδη ἦλθε, καί οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν, καί ἐποίησαν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν… Τότε συνῆκαν οἱ μαθηταί ὅτι περί Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ εἶπεν αὐτοῖς».

Ο λόγος στα εδάφια αυτά είναι περί του Προδρόμου Ιωάννου, τον οποίο ο Κύριος χαρακτηρίζει ως τον «ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζονα» (Ματθ. ια΄11). Ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι στα εδάφια αυτά εμφανίζει ο Κύριος τον Ιωάννη ως μετενσάρκωση του Προφήτη Ηλία.

Όμως, ο Κύριος στα εδάφια αυτά ταυτίζει και δεν ταυτίζει τον Ιωάννη με τον Ηλία. Αφ’ ενός μεν, λέει ότι «Ἠλίας μέν ἔρχεται πρῶτον καί ἀποκαταστήσει πάντα» (Ματθ. ιζ’ 11), δείχνοντας τα έσχατα και τα γεγονότα προ της Β’ Παρουσίας Του. Διαχωρίζει έτσι τον Ηλία από τον Ιωάννη, ο οποίος είχε ήδη έλθει, χωρίς να έχει «ἀποκαταστήσει πάντα». Στη συνέχεια λέει ο Κύριος: «λέγω δέ ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθε καί οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν». Πώς λοιπόν πρέπει να εννοηθούν οι λόγοι αυτοί του Κυρίου;

Είχε προφητευθεί από τον Προφήτη Μαλαχία ότι «Καί ἰδού ἐγώ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τόν Θεσβίτην, πρίν ἤ ἐλθεῖν τήν ἡμέραν Κυρίου τήν μεγάλην καί ἐπιφανῆ, ὅς ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρός πρός υἱόν καί καρδίαν ἀνθρώπου πρός τόν πλησίον αὐτοῦ, μή ἐλθών πατάξω τήν γῆν ἄρδην» (Μαλαχ. δ’ 4-5).

Και ο άγγελος του Κυρίου, προαναγγέλλοντας την γέννηση του Ιωάννου στον Ζαχαρία, του είπε ότι: «Καί αὐτός προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καί δυνάμει Ἠλιοῦ» (Λουκ. α’ 17), δηλαδή θα έλθη με τα ίδια χαρίσματα και την δύναμη του Ηλία.

Επομένως, η «ημέρα Κυρίου η μεγάλη και επιφανής» δεν είναι η ενσάρκωση του Λόγου, η επί γης Επιφάνεια του Χριστού, πρόδρομος της οποίας ήταν ο Ιωάννης αλλά η «ημέρα Κυρίου», η Β’ Παρουσία του Χριστού, προ της οποίας θα «έλθη» ο ιστορικός Ηλίας της Παλαιάς Διαθήκης (βλ. και Αποκ. ια’ 3-10).

Κατά τους ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης και μάλιστα τον ιερό Χρυσόστομο, ο Κύριος ονομάζει Ηλία τον Ιωάννη λόγω της ομοιότητος του έργου του με το έργο του Ηλία. Αλλά και ο παρεξηγημένος Ωριγένης γράφει εν προκειμένω: «Ἠλίας οὖν ὁ Ἰωάννης οὐ διά τήν ψυχήν λέλεκται, ἀλλά διά τό πνεῦμα καί τήν δύναμιν, ἅτινα οὐδέν λυπεῖ τόν Ἐκκλησιαστικόν λόγον»13. Όπως λοιπόν ο Ιωάννης ήλθε ως Πρόδρομος της Α’ Παρουσίας του Χριστού, έτσι και ο Ηλίας θα έλθη ως πρόδρομος της Β’ Παρουσίας του Χριστού.

Άλλωστε, ο Προφήτης Ζαχαρίας δηλώνει και την πατρίδα του Ηλία, ονομάζοντάς τον «Θεσβίτην». Και βεβαίως, ο Πρόδρομος δεν ήταν «Θεσβίτης». Ακόμη, συμπληρώνει ο Ζαχαρίας, κάτι που υπογραμμίζει και ο Κύριος, ότι θα επαναφέρει τους Ιουδαίους στην ορθή πίστη, γεγονός που δεν συνέβη επί Ιωάννου.

Τέλος, πρέπει να υπογραμμίσουμε δύο ακόμη σημεία: 1) ο Ηλίας, κατά την Αγία Γραφή, δεν πέθανε, για να μετενσαρκωθεί ως Πρόδρομος. Η μετενσάρκωση όμως ακολουθεί τον φυσικό θάνατο, και το κυριώτερο: 2) Ο ίδιος ο Πρόδρομος Ιωάννης, ερωτηθείς από τους Ιουδαίους αν είναι ο Ηλίας τον οποίον ανέμεναν, απάντησε: «οὐκ εἰμί» (Ιωάν. α’ 21).

Επομένως, τόσο από τα προηγούμενα εδάφια, αλλά ιδιαιτέρως από το τελευταίο αυτό το εδάφιο αποδεικνύονται ως ψευδείς οι ισχυρισμοί των «μετενσαρκωτών»14.

β) Χριστός και Αβραάμ - «Χριστός» προ του Χριστού15;

Ιωάν. η’ 58: «πρίν Αβραάμ γενέσθαι ἐγώ εἰμί».

Οι οπαδοί της μετενσαρκώσεως, παρερμηνεύοντας το εδάφιο, ισχυρίζονται ότι «βλέπουν» σ’ αυτό ότι ο Ιησούς είχε ζήσει μια άλλη ζωή, προ του Αβραάμ.

Βεβαίως, εδώ ο Κύριος θέλει να διδάξει ότι ο Ίδιος, δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά ότι ως Θεός υπάρχει αιωνίως, ακόμη και προ του Αβραάμ, του γενάρχη των Εβραίων.

γ) Ο εκ γενετής τυφλός:

Ιωάν. θ’ 1-7: «Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἤ οἱ γονεῖς αὐτοῦ ἵνα τυφλός γεννηθῇ;». Αλλά και το εδάφιο αυτό τίποτε δεν λέει περί μετενσαρκώσεως. Οι Ιουδαίοι εξέφρασαν στον Κύριο την απορία τους γι’ αυτό που έβλεπαν. Δεν ερωτούσαν αν στον τυφλό συνέβαινε «ο νόμος του Κάρμα», αφού ούτε στην Παλαιά Διαθήκη μπορεί να στηριχθεί η δοξασία αυτή, ούτε οι Εβραίοι πίστευαν στη μετενσάρκωση.

Εξ άλλου ο ίδιος ο Κύριος, στην απάντησή του, ουσιαστικά ακυρώνει τον ισχυρισμό των οπαδών της μετενσαρκώσεως. «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Ο τυφλός, δηλαδή, δεν «πλήρωνε» κάποιο κακό Κάρμα προηγούμενης ζωής του. Σκοπός της περιπέτειάς του ήταν να αποκαλυφθεί στους ανθρώπους η δύναμη και η αγάπη του Θεού, και όχι να τιμωρηθεί ως τυφλός. Ο Κύριος τονίζει το αποτέλεσμα που θα προκύψει από την ασθένεια του τυφλού και όχι την αιτία, που δεν υπήρχε16.

δ) Ο Παύλος

Γαλ. στ’ 8-9: «ὅ γάρ ἐάν σπείρῃ ἄνθρωπος τοῦτο καί θερίσει».

Του εδαφίου αυτού γίνεται συχνότατη και δυναμική χρήση. Οι υπέρμαχοι της μετενσάρκωσης ισχυρίζονται ότι οι λόγοι αυτοί του Παύλου αποτελούν «επιτομή του Νόμου του Κάρμα»17.

Όμως, από την μελέτη του όλου εδαφίου, εξάγεται ότι ο Παύλος εδώ διδάσκει ότι όποιος ενεργεί κατά τις επιθυμίες της σαρκός, ο ίδιος θα θερίσει αιώνια κόλαση. Τίποτε περισσότερο.

ε) Πατέρες και Εκκλησιαστικοί συγγραφείς

Οι υπέρμαχοι της μετενσάρκωσης, ανατρέποντας και κατακρεουργώντας κυριολεκτικά τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, εμφανίζουν περισσότερους από δεκατέσσερις Πατέρες της Εκκλησίας (από τους επιφανέστερους) να ενστερνίζονται και να διδάσκουν την μετενσάρκωση18. Ιδιαιτέρως επιμένουν υποστηρίζοντας ότι ο Ωριγένης (185-254 μ.Χ.) και ο ι. Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.), υπήρξαν υπέρμαχοι της δοξασίας αυτής. Όμως, από την μελέτη των πατερικών κειμένων προκύπτει ότι, όχι μόνον κανείς απ’ αυτούς δεν αποδέχεται την αντιγραφική και αντιχριστιανική αυτή κακοδοξία, αλλά και καταδικάζουν κάθε σκέψη γι’ αυτή.

Στα πλαίσια της σύντομης αυτής εργασίας μας είναι αδύνατο να επεκταθούμε στο κεφάλαιο αυτό. Επειδή όμως, ειδικά για τον Ωριγένη, ισχυρίζονται ότι η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος (553 μ.Χ.), με την επέμβαση του Ιουστινιανού, τον κατεδίκασε γι’ αυτή την ιδέα του, ανατρέποντας έτσι την μέχρι τότε αποδοχή της δοξασίας αυτής από την Εκκλησία, θα αναφερθούμε πολύ σύντομα στο θέμα αυτό.

Πρωτίστως, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η καταδίκη του Ωριγένη είχε γίνει δέκα έτη προ της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου, από την ενδημούσα Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (543 μ.Χ.). Στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο καταδικάστηκαν τα έργα του Ωριγένη (Ωριγενισμός) και οι κακοδοξίες του περί προΰπαρξης των ψυχών, αποκατάστασης των πάντων και μερικές χριστολογικές αποκλήσεις του. Πουθενά στα Πρακτικά της Συνόδου δεν υπάρχει και η ελάχιστη αναφορά στη μετενσάρκωση.

Εξ άλλου, ο ίδιος ο Ωριγένης σε πολλά σημεία των συγγραμμάτων του, απορρίπτει και καταδικάζει την κακοδοξία αυτή, αποκαλώντας την «μετενσωμάτωσιν». Θα περιοριστώ σε δύο μόνον φράσεις του: «…Ἐν τούτοις Ἠλίας οὐχ ἡ ψυχή (Ἠλίου) δοκεῖ μοι λέγεσθαι, ἵνα μή ἐμπίπτω εἰς τό ἀλλοτριον τῆς ἐκκλησίας του Θεοῦ περί μετενσωματώσεως δόγμα, οὔτε παραδιδόμενον ὑπό τῶν ἀποστόλων οὔτε ἐμφαινόμενον ὑπό τῶν γραφῶν»19.

Και στο «Κατά Κέλσου» γράφει: «Τούς πεποιθότας τήν περί μετενσωματώσεως ἄνοιαν ἀπό ἰατρῶν, τῶν καταβιβαζόντων τήν λογικήν φύσιν ὁτέ μεν ἐπί τήν ἄλογον πᾶσαν ὁτέ δε καί ἐπί τήν ἀφάνταστον θεραπεύωμεν»20.

(το τέλος, στο επόμενο)

 

______________________________

1. π. Αντ. Αλεβιζοπούλου, μν. έργ., Μετενσάρκωση ή Ανάσταση, σ. 127.

2. Ένθ. ανωτ. σ. 607. Βλ. και Papus, ένθ. ανωτ. σ. 125.

3. Papus, αυτόθι, σσ. 100, 125.

4. Έλ. Μπλαβάτσκυ, Το κλειδί της Θεοσοφίας, σ. 143. Βλ. και της ιδίας, Εις την χώραν των γαλάζιων βουνών, μν. έργ. σ. 40.

5. Αν. Μπεζάντ, Μετενσάρκωση, σσ. 46, 47.

6. Νικ. Μαργιορή, μν. έργ., σσ. 388-389.

7. Irv. Cooper, μν. έργ. σ. 86.

8. Βλ. περισσότερα, π. Βασ. Γεωργοπούλου, Μετενσάρκωση (Μια ακόμα διδαχή του όφεως), περιοδ. Εφημέριος, Μάιος 2005, σ. 4.

9. Papus, ένθ. ανωτ., σ. 101.

10. Αυτόθι, σ. 102. Ο Papus υποστηρίζει ότι «Ο Χριστός [πρόκειται περί της ‟χριστικής” κατάστασης και όχι περί του ιστορικού Ιησού Χριστού] έχει ένα ‟οίκο” όπου υπάρχουν εκατομμύρια πνεύματα. Κάθε φορά που κάποιο πνεύμα από αυτά επανενσαρκώνεται, υπακούει επάνω στη γη στον ακόλουθο νόμο: 1ο Είναι ο πρωτότοκος της οικογένειάς του. 2ο Ο πατέρας του ονομάζεται πάντοτε Ιωσήφ και η μητέρα του ονομάζεται πάντοτε Μαρία ή έχουν το όνομα που αντιστοιχεί αριθμολογικά σε άλλη γλώσσα με αυτά τα δύο ονόματα», αυτόθι.

11. Επιστρέφοντας, ένθ. ανωτ. σ. 117-118.

12. Βλ. π. Βασ. Γεωργοπούλου, μν. έργ., καθώς και τις σχετικές παραπομπές, σ. 5.

13. Ωριγένη, Εις το κατά Ματθ. τ. ιγ’ 2. ΒΕΠΕΣ τ. 13, σσ. 167, 26-30.

14. Αλλά και το εδάφιο Λουκ. θ’ 7-8, δεν έχει καμμία σχέση με την μετενσάρκωση, κάνει μάλιστα λόγο για «ανάσταση» του Ιωάννη, ή κάποιου από τους προφήτες και επομένως ανατρέπει την δοξασία αυτή.

15. Σχετικό είναι και το Ματθ. ιστ’ 13-14, το οποίο οι οπαδοί της μετενσάρκωσης επίσης διαστρεβλώνουν: «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου».

Ισχυρίζονται τελείως αβάσιμα ότι σ’ αυτή την ερώτηση ο Χριστός ήθελε να μάθει ποιος νόμιζαν οι Ιουδαίοι ότι ήταν σε προηγούμενη μετενσάρκωσή του. Τον θέλουν μάλιστα ως έναν άνθρωπο που έφθασε στην τελείωση και ήλθε πλέον σε εκούσια μετενσάρκωση. Ο Κύριος, με τον τρόπο αυτό, ήθελε να καταργήσει την πλανημένη γι’  Αυτόν γνώμη των Ιουδαίων (ως του εγκοσμίου Μεσσία) και να διδάξει τους μαθητές Του ποιος πραγματικά ήταν.

16. Βλ. περισσότερα στο π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου, μνημ. έργ. σ. 85.

17. Βλ. περιοδ. «Παραψυχολογία», Ιούν. 1980, σ. 93.

18. Βλ. Γαβρ. Σιμονέτου, μνημ. έργ. σ. 9 εξ.

19. Ωριγένη, Εις το κατά Ματθ. τομ. ιγ’ 1,  ΒΕΠΕΣ τ. 13, σσ. 162, 20-28.

20. Του ιδίου, Κατά Κέλσου Γ’ LXXV, ΒΕΠΕΣ, τομ. 9, σ. 228, 36-38. Και σε άλλο σημείο γράφει: «Ὅρα δέ καί τήν διαφοράν τοῦ αἰτίου τῆς τῶν ἐμψύχων ἀποχῆς τῶν ἀπό τοῦ Πυθαγόρου καί τῶν ἐν ἡμῖν ἀσκητῶν. ἐκεῖνοι μέν γάρ διά τόν περί ψυχῆς μετενσωματωτουμένης μῦθον ἐμψύχων ἀπέχονται· …ἡμεῖς δέ κἄν τό τοιοῦτον πράττωμεν, ποιοῦμεν αὐτό, ἐπεί ὑπωπιάζομεν τό ‟σῶμα” καί δουλαγωγοῦμεν», του ιδίου, αυτόθι Ε’ XLIX, ΒΕΠΕΣ, τομ. 10, σ. 47, 13-20. Βλ. του ιδίου, Περί Αρχών, κεφ. VIII, 4, τόμ. 11. στ. 180.

 

Διάλογος

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2015
ΤΕΥΧΟΣ 81






Print-icon 

Login-iconLogin