Μοναχισμός και Ορθοδοξία της πίστεως



Καθηγητή  ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ  ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ |Τμήμα Θεολογίας  Α.Π.Θ.

  ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ   ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ *

 

     Στην ιστορία της Εκκλησίας ο Μοναχισμός εμφανίζεται κυρίως ως ο θεσμός εκείνος, στο πλαίσιο του οποίου υμνείται και λατρεύεται νυχθημερόν ο Τριαδικός Θεός, βιώνεται αυθεντικά το Ευαγγέλιο και καλλιεργείται η καινή εν Χριστώ ζωή. Αναμφισβήτητη ιστορική αλήθεια είναι επιπροσθέτως ότι ο Μοναχισμός σε κρίσιμες περιόδους της Εκκλησίας υπήρξε όχι μόνο υπέρμαχος των δογμάτων, αλλά πολλές φορές και ο σημαντικότερος φορέας, διαμορφωτής και εκφραστής των αληθειών της πίστεως. Τότε παρήγαγε και ανέπτυξε πρωτογενή εκκλησιαστική θεολογία, την γνωστή ως χαρισματική θεολογία της Εκκλησίας, που είναι και η χαρακτηριστική της Ορθοδοξίας. Με τον τρόπο αυτό ο Μοναχισμός παρουσιάστηκε ως εκφραστής της Ορθοδοξίας στην ολότητά της, ως εκφραστής του φρονήματος της Εκκλησίας, του βιώματος και της ευσέβειάς της. Αυτή την ευσέβεια καλλιέργησε και στις καρδιές των ανθρώπων του λαού του Θεού διατηρώντας παράλληλα ζωντανή την πίστη της Ορθοδοξίας.
    
Ποιές ήταν όμως οι θεμελιώδεις εκείνες προϋποθέσεις, που έδωσαν τη δυνατότητα στο Μοναχισμό να εκφραστεί αυθεντικά εκ μέρους της Εκκλησίας για την ορθοδοξία της πίστεώς της;

α) Οι προϋποθέσεις για την ορθοδοξία της πίστεως   

     Οι προϋποθέσεις για την ορθοδοξία της πίστεως των μοναχών θα πρέπει να αναζητηθούν στον τρόπο της ζωής τους. Ξεκινώντας οι μοναχοί από την πράξη της ασκητικής ζωής και ζώντας σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές φθάνουν στη θεωρία-θεοπτία, γίνονται δέκτες της θεοφάνειας του Τριαδικού Θεού κατά την αψευδή υπόσχεση του Χριστού. «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιησόμεθα»1. Αυτή ακριβώς η πνευματική εμπειρία της θεοπτίας αποτελεί το ασφαλές θεμέλιο και την απαραίτητη προϋπόθεση του Μοναχισμού όχι μόνο για την αυθεντική έκφραση του περιεχομένου της ορθοδόξου πίστεως, αλλά και για την προάσπιση της πίστεως έναντι της αιρέσεως.
    
Ειδικότερα, βιώνοντας οι μοναχοί την ανιδιοτελή ζωή κατ' εικόνα της Τριαδικής κοινωνίας των θείων προσώπων, είναι φυσικό να διαφυλάττουν την ορθόδοξη πίστη με ιδιαίτερη αίσθηση ευθύνης. Η ευθύνη αυτή προκύπτει από την εμπειρική τους γνώση ότι το ορθόδοξο δόγμα οριοθετεί και διασφαλίζει τη ζωή της ευσέβειας από την εκτροπή και την αλλοτρίωσή της. Φρονούμε ταπεινώς ότι αυτή η εμπειρία της άρρηκτης ενότητας πίστεως και ζωής οδήγησε και τον Μ. Βασίλειο να μιλήσει για το «μέγα της ευσεβείας κήρυγμα»2 της Αγίας Τριάδος, που αποκαλύφθηκε στην Εκκλησία. Είναι γνωστό ότι η ευσέβεια αφορά τον τρόπο ζωής και ότι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος αναφέρεται κυριολεκτικά στο περιεχόμενο της πίστεως. Το μυστήριο όμως της κατεξοχήν θεολογίας της Εκκλησίας αποτελεί -κατά τον Μ. Βασίλειο και την εμπειρία της Εκκλησίας- αυτό τούτο το κήρυγμα της κατεξοχήν ευσέβειας. Αλλά, όπως το Τριαδικό δόγμα, έτσι και τα άλλα δόγματα της Ορθοδοξίας συγκεκριμενοποιούν και υποδεικνύουν τον τρόπο ζωής των πιστών στην Εκκλησία.
    
Η ορθοδοξία των μοναχών είναι καρπός γνώσεως της αλήθειας. Η γνώση της αλήθειας είναι εμπειρική, γιατί προϋποθέτει μετοχή στην αλήθεια. Η μετοχή αυτή έχει βιωματικό χαρακτήρα και είναι αποτέλεσμα της δωρεάς του Θεού αλλά και της συνεργίας του ανθρώπου. Η αλήθεια λοιπόν για τους μοναχούς δεν είναι θεωρητική, νοητική δηλαδή απλώς αποδοχή του δια της ακοής ή μελέτης γνωστοποιηθέντος περιεχομένου της πίστεως, αλλά μυστήριο που βιώνεται με την άκτιστη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. ‘Ετσι  κατά τον άγιο Μάρκο τον ερημίτη (μαθητή του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου) «αλήθειαν λέγει (ο Απόστολος Παύλος) της κατ' ελπίδα νοεράς πίστεως ευρισκομένης ..., ήτις ουκέτι εξ ακοής, αλλ' εξ ενεργείας του παναγίου Πνεύματος πιστεύεται»3. Γι' αυτό και εύλογα κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο «αδύνατον, άνευ του Θεού και της εκείθεν διδομένης ενεργείας, μυστηρίων κοινωνήσαι θείων, και ειδέναι Θεού σοφίαν, ή κατά πνεύμα πλουτείν»4.
    
Ζώντας οι μοναχοί ασκητικώς και λειτουργικώς φωτίζονται από το «Πνεύμα της αληθείας» και οδηγούνται από αυτό στο πλήρωμα της αλήθειας. Οδηγούμενοι κατά βιωματικό τρόπο από το Πνεύμα της αλήθειας στην ίδια την αλήθεια «αναπαύονται» σ' αυτήν και παραμένουν εκεί μη φοβούμενοι απειλές, διωγμούς ή θάνατο. Στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να γίνεται λόγος για την πνευματική ωριμότητα, που υπαινίσσεται ο Μ. Βασίλειος, σ' όσους τρέφονται με τη στερεά τροφή των δογμάτων.  «ως διαβεβηκότας την εν Χριστώ νηπιότητα, και ουκέτι δεομένους γάλακτος, αλλά δυναμένους τη στερεά των δογμάτων τροφή τον έσω άνθρωπον τελειούσθαι...»5.
    
Η πνευματική τελειότητα, που χαρακτηρίζει τον ορθόδοξο Μοναχισμό, είναι συνυφασμένη με το ορθόδοξο φρόνημα και την δογματική ακρίβεια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός, ότι ο Μ. Αθανάσιος συνέγραψε τον βίο του καθηγητή της Ερήμου Μ. Αντωνίου, όταν οι τριαδολογικές έριδες βρίσκονταν σε έξαρση. Εύστοχα σημειώθηκε, ότι ο στύλος της Ορθοδοξίας απέβλεπε να παρουσιάσει την τελειότητα των μοναχών σε συνάρτηση με το ορθόδοξο φρόνημά τους6. Κατά τον Μ. Αθανάσιο ο πνευματικός του πατέρας συνεδύαζε την ορθόδοξη τοποθέτησή του με την πνευματική τελειότητα. «Και τη πίστει πάνυ θαυμαστός ην», σημειώνει, «και ευσεβής»7.
     
Αλλά, ενώ η ζώσα Ορθοδοξία στον Μοναχισμό συνυπάρχει οργανικά με την ορθοπραξία, η αίρεση δεν είναι καθόλου συμβατή με την ευσέβεια. Η παραπάνω αλήθεια διατυπώνεται από ασκητικούς πατέρες κατά τρόπο απόλυτο, που δεν επιδέχεται καμιά σχετικοποίηση. Είναι αδύνατο, λέγουν, ο αιρετικός να είναι ευσεβής και ενάρετος. «Αδύνατον εκ χιόνος προϊέναι φλόγα, αμηχανώτερον δε εν ετεροδόξω ταπεινοφροσύνην υπάρχειν», σημειώνει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «πιστών και ευσεβών το κατόρθωμα, και τούτο τοις λοιπόν κεκαθαρμένοις»8. Γι' αυτό ακριβώς οι αιρετικοί χαρακτηρίζονται ως ασεβείς και η αίρεση ως ασέβεια9.
    
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν αυτονόμησε την αλήθεια και το δόγμα της από τη ζωή και την ευσέβειά της. Η μονομερής προβολή ενός από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της θεωρήθηκε πολύ νωρίς ως διάψευση της όλης ταυτότητάς της. Ο καθαρός βίος κρίνεται και καταξιώνεται μόνο από την ορθή πίστη. Και η ορθή πίστη έχει την φερεγγυότητα και το αντίκρισμά της στην καθαρότητα της ζωής. «Ουδέν όφελος βίου καθαρού, δογμάτων διεφθαρμένων», σημειώνει το χρυσό στόμα της Εκκλησίας, «ώσπερ ουν ουδέ τουναντίον, δογμάτων υγιών, εάν ο βίος η διεφθαρμένος» 10. Ο ίδιος άγιος άλλωστε μας διαβεβαιώνει, ότι η διεφθαρμένη ζωή είναι η αιτία που δεν δέχεται κάποιος τα δόγματα της πίστεως. «βίου διαφθοράν αιτίαν είναι του μη δέχεσθαι τα τελειότερα δόγματα»11.                      

β) Ο χαρακτήρας της αιρέσεως   

     Αν όμως η γνώση και η βίωση της αλήθειας συνιστούν συνοπτικώς την Ορθοδοξία, τότε αίρεση είναι η απόκλιση από αυτήν τη γνώση και μετοχή.
    
Πρωτίστως η αίρεση κατά την Αγία Γραφή είναι διδασκαλία δαιμονίων και εμπνέεται από τα πονηρά πνεύματα12. Κατά την Ασκητική Γραμματεία γενικώς ο ίδιος ο διάβολος έφερε στον κόσμο κάθε κακοδοξία και αίρεση, ενώ κατά τον στύλο της Ορθοδοξίας Μ. Αθανάσιο η αίρεση «ουκ έστι των αποστόλων, αλλά των δαιμόνων και του πατρός αυτών του διαβόλου. και μάλλον άγονος και άλογος και διανοίας εστίν ουκ ορθής, ως η ημιόνων»13. Με το ίδιο πνεύμα αυτού του χωρίου οι πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων χαρακτηρίζουν τους αιρετικούς ως φρενοβλαβείς (πνευματικώς).
    
Δύο έτη πριν την εμφάνιση του Αρειανισμού ο καθηγητής της ερήμου προείδε τις ενέργειες των Αρειανών και μίλησε για την «άλογη» και «κτηνώδη» στάση τους. Συγκεκριμένα ο Μ. Αντώνιος είδε εν θεωρία τους Αρειανούς ως ημιόνους στην Εκκλησία14.
    
Μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν βαρείς χαρακτηρισμούς για την αίρεση και τους αιρετικούς. Ονομάζουν την αίρεση απιστία και αθεΐα και τους αιρετικούς ως ετεροδόξους, απίστους και αθέους. Ειδικότερα ο Μ. Αθανάσιος χαρακτηρίζει τους αιρετικούς ως εχθρούς και αρνητές της αλήθειας, ενέργημα του διαβόλου15 και προδρόμους του Αντιχρίστου16.  
     
Η αίρεση συνδέεται άρρηκτα με την πλάνη στην διττή εκδοχή της, την εκτροπή δηλαδή από την αλήθεια καθεαυτήν και την εκτροπή από το πλήρωμα της ζωής. «Ώσπερ ο εξελθών οδού ευθείας πλανάται εν αλλοδαπή χώρα, μη επιστάμενος που πορεύεται», σημειώνει ο άγιος Νείλος ο ασκητής, «ούτω και ο άνθρωπος πλανάται μη πιστεύων εις ομοούσιον Τριάδα»17. Και όποιος πλανάται ούτε στον τελικό σκοπό φθάνει, αφού είναι εκτός οδού, ούτε την ασφάλεια της οδού γεύεται, πορευόμενος με τρόπους ζωής αλλοτρίους και αλλοτριωτικούς της όντως και υγιούς ζωής.
    
Είναι κοινός τόπος στην Ασκητική Γραμματεία ότι αξιολογικώς η αίρεση βρίσκεται πάνω από κάθε ηθική αμαρτία του ανθρώπου. Και ο λόγος είναι απλός. Η αίρεση χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό. Στο Γεροντικό αναφέρεται ότι ο άγιος Αγάθων, ενώ δεν δυσανασχέτησε όταν κατηγορήθηκε άδικα για ηθικά παραπτώματα, δεν αποδέχθηκε την εις βάρος του κατηγορία επί αιρέσει. Και επεξηγώντας την στάση του παρατήρησε: «το δε αιρετικός, χωρισμός έστι από του Θεού, και ου θέλω χωρισθήναι από του Θεού»18. Τον χωρισμό των πιστών από το Θεό πιστοποιεί και θεσμικώς η Εκκλησία στις Οικουμενικές της Συνόδους με τους αφορισμούς και τα αναθέματα σ' όσους δεν αποδέχονται την εν αγίω Πνεύματι δογματική απόφανσή της.
    
Στα ασκητικά συγγράμματα είναι συχνή η αναφορά και στην ηθική πλευρά της αιρέσεως, ως αρρήκτως συνδεδεμένης με τη δογματική σημασία της. Έτσι στο έργο του «Λειμών» ο Ιωάννης Μόσχος αναφέρεται ιδιαίτερα στον διασπαστικό χαρακτήρα της αιρέσεως σε αντίθεση με τον ενοποιητικό χαρακτήρα της Εκκλησίας. «Ουδέν άλλο εποίησαν τα σχίσματα και αι αιρέσεις εις την Εκκλησίαν», λέγει κάποιος γέροντας στους υποτακτικούς του, «ει μη το σφόδρα μη αγαπάν ημάς, τον Θεόν και αλλήλους»19. Αλλά και στον βίο του αγίου Παχωμίου διαβάζουμε ότι συζητώντας ο άγιος με επισκέπτες αναχωρητές αντιλήφθηκε μεγάλη «δυσωδία». Μετά την αναχώρησή τους ζήτησε από το Θεό να του πληροφορήσει τον λόγο αυτής της οσμής. Ο Θεός πληροφόρησε με άγγελο τον άγιο Παχώμιο ότι «δόγματα ασεβείας ην εν τη ψυχή αυτών Ωριγένους, τα ποιούντα την δυσωδίαν ταύτην». (Πρόκειται για τη διδασκαλία που αφορά την προΰπαρξη της ψυχής και την αποκατάσταση των πάντων). Με σύσταση του αγγέλου ο άγιος Παχώμιος μετακαλεί τους επισκέπτες του και τους γνωστοποιεί ότι ο δεχόμενος τη διδασκαλία του Ωριγένη χωρίζεται από το Θεό και «εις πυθμένα Άδου μέλλει καταντάν»20.

γ) Οι μοναχοί υπέρμαχοι της πίστεως και πολέμιοι των αιρέσεων   

     Με τις προϋποθέσεις, που αναφέραμε στο πρώτο μέρος της Εισηγήσεώς μας, οι μοναχοί αναδεικνύονται υπέρμαχοι όχι μόνο της ευσέβειας αλλά και του ορθοδόξου δόγματος. Ιδιαίτερα, όταν κινδυνεύει η ορθόδοξη πίστη, δείχνουν πολύ μεγάλη ευαισθησία. Συγκεκριμένα η ίδια ευαισθησία, που έχουν οι μοναχοί για την διαφύλαξη της ακεραιότητας της πίστεως, είναι εκείνη που ενεργοποιείται και για την καταπολέμηση της πλάνης των αιρετικών. Είναι φυσικό οι ζωντανοί φορείς της χαρισματικής θεολογίας να είναι και οι υπερασπιστές της πίστεως και οι ακατάβλητοι πολέμιοι της αιρέσεως, επειδή η αίρεση αποτελεί στην πράξη διάψευση της αγιοπνευματικής ζωής της Εκκλησίας. Έτσι οι μοναχοί αγωνιζόμενοι για την πίστη, αγωνίζονται ουσιαστικά για τη διασφάλιση της χαρισματικής εμπειρίας της Εκκλησίας, που είναι και η δική τους ζωή. Τότε εξαιτίας της θερμότητας του ζήλου τους εγκαταλείπουν την προσφιλή μόνωσή τους και από επιεικείς και ειρηνικοί εμφανίζονταν ως «πολεμικοί». «Τούτο ου φέρουσι επιεικείς είναι, Θεόν προδιδόναι δια της ησυχίας, αλλά και λίαν εισίν ενταύθα πολεμικοί τε και δύσμαχοι» 21, σημειώνει χαρακτηριστικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Η αντιρρητική και πολεμική στάση των μοναχών, όπως άλλωστε και των αγίων ποιμένων της Εκκλησίας, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρέπει να παρανοηθεί. Εδώ πρόκειται για αγωνιστική άμυνα. Όταν η Εκκλησία διατρέχει σοβαρό κίνδυνο από τη δράση των αιρετικών, οι μοναχοί αγωνίζονται αμυνόμενοι, δίνοντας τη μαρτυρία της σταθερής παραμονής στην παραδεδομένη πίστη. «Εστήκαμεν αγωνιζόμενοι υπέρ του κοινού κτήματος, του πατρικού θησαυρού της υγιαινούσης πίστεως»22, σημειώνει ο διαμορφωτής του μοναχικού βίου, ο μέγας Καππαδόκης. Τότε οι μοναχοί δεν διστάζουν να υπερασπιστούν με την παρουσία και το λόγο τους τη ορθόδοξη πίστη, έστω και αν αυτό έχει ως τίμημα την ίδια τη ζωή τους.
    
Ο αγώνας των μοναχών δεν στρέφεται κατά των αιρετικών αλλά κατά της αιρέσεως, η οποία απειλεί να διαβρώσει την αλήθεια και κατ' επέκταση τη ζωή του σώματος της Εκκλησίας. Και το λέμε αυτό, γιατί ο Μοναχισμός εκφράζοντας το πνεύμα της Εκκλησίας δεν υιοθετεί ποτέ τη βία έναντι των αντιφρονούντων αιρετικών, αλλά αναπτύσσει την αντιρρητική θεολογία για να πείσει με τη λογικότητα και την ορθότητα των επιχειρημάτων παραπέμποντας επιπροσθέτως και στον εκκλησιαστικό-αγιοπνευματικό βίο συγκεκριμένων χαρισματικών φορέων.
    
Ο στόχος της στάσεως αυτής του Μοναχισμού στην πρόκληση των αιρετικών είναι διπλός. Από τη μια διασφαλίζεται το εκκλησιαστικό σώμα από διαβρωτικές καταστάσεις, ενώ από την άλλη δίνεται η δυνατότητα να επανέλθουν οι πλανηθέντες στην υγιαίνουσα πίστη της Εκκλησίας. Αυτό πιστοποιείται και από το γεγονός ότι οι μοναχοί παρότι χρησιμοποιούν αυστηρή γλώσσα εναντίον των αιρετικών, δεν αισθάνονται μίσος προς αυτούς23. Έτσι λ.χ. ο Μ. Αντώνιος είναι έναντι των ίδιων των αιρετικών ανεξίκακος, πράος και φιλανθρωπότατος, μολονότι εκείνοι συμπεριφέρονται εριστικώς προς αυτόν.
    
Η Ορθοδοξία των μοναχών ως βίωμα και φρόνημα πίστεως διέλαμψε κυριολεκτικά κατά την εποχή της εμφανίσεως των αιρέσεων. Έτσι κατά τα πρώτα χρόνια του Αρειανισμού διακρίθηκαν ιδιαίτερα για τον αγώνα τους υπέρ της πίστεως τόσο ο Μ. Αντώνιος στην Αλεξάνδρεια, όσο και οι άγιοι μοναχοί: Ιουλιανός στην Αντιόχεια και Ιλαρίων στην Παλαιστίνη.
   
Ειδικότερα ο Μ. Αντώνιος κλήθηκε από τους επισκόπους να κατέλθει στην Αλεξάνδρεια για να ενισχύσει τους πιστούς έναντι των Αρειανών. Κατά τον Μ. Αθανάσιο η παρουσία του Μ. Αντωνίου είχε μεγάλη απήχηση στους δοκιμαζομένους πιστούς, οι οποίοι «έχαιρον ακούοντες παρά τοιούτου ανδρός αναθεματιζομένην την χριστομάχον αίρεσιν»24. Συγκεκριμένα ο ηγέτης του αναχωρητικού βίου μπαίνοντας στην Αλεξάνδρεια παρήγγειλε στους πιστούς ούτε «κοινωνίαν έχειν τινά προς τους Αρειανούς», ούτε «την κακοπιστίαν αυτών έχειν», θεωρώντας την «φιλία» και «ομιλία» μαζί τους ως «βλάβη» και «απώλεια» ψυχής25. Ο ίδιος ούτε στους Μανιχαίους ούτε σε άλλους αιρετικούς μιλούσε φιλικά «ή μόνον άχρι νουθεσίας της εις ευσέβειαν μεταβολής»26. Στο πνεύμα αυτής της νουθεσίας κινήθηκε με πολύ επιτυχία η αγία Μελάνη. Όπως μας πληροφορεί ο Παλλάδιος, η αγία Μελάνη με τις εκδηλώσεις φιλανθρωπίας, υπομονής και διαλόγου εργάστηκε δραστήρια στα Ιεροσόλυμα και πέτυχε την επαναφορά στην Εκκλησία των Πνευματομάχων της περιοχής της, ενώ συνέβαλε και στην άρση του Μελετιανού σχίσματος27.
    
Στον αντιαιρετικό αγώνα της Εκκλησίας στρατεύεται μαζί με τους μοναχούς της Αιγυπτιακής Ερήμου και ο οργανωτής του κοινοβιακού βίου άγιος Παχώμιος.
    
Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση του αγίου Υπατίου, ηγουμένου στην Κωνσταντινούπολη, που διαγράφει από τα Δίπτυχα το όνομα του Νεστορίου και διακόπτει την κοινωνία μαζί του πριν την καταδίκη του από την Εκκλησία, επειδή δεν τον θεωρεί επίσκοπο, ως αιρετικό28.
    
Υπέρμαχοι της ορθοδόξου πίστεως αναδεικνύονται στη συνέχεια οι άγιοι Σάββας και Θεοδόσιος στον αγώνα που διεξάγουν για την υπεράσπιση του δόγματος της Δ' Οικουμενικής Συνόδου.
    
Ο άγιος Ευθύμιος άλλωστε και οι περί αυτόν μοναχοί παραμένουν υπέρμαχοι του δόγματος της Χαλκηδόνας και δεν κοινωνούν με τους Αντιχαλκηδονίους σε άντίθεση με την τοπική εκκλησιαστική Αρχή. Ο ίδιος άγιος διακρίνεται στον αγώνα κατά του Αρείου, των κακοδοξιών του Ωριγένη, του Σαβελλίου, Νεστορίου και Ευτυχή29. Από την άκαμπτη σταθερότητα τέλος του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού κρίνεται ανθρωπίνως η τύχη της Χριστολογίας στον ΣΤ' αιώνα, και χάρη σ' αυτόν διασφαλίζεται η διδασκαλία της Εκκλησίας για την ελευθερία του Θεού και του ανθρώπου κατά την απόκρουση τόσο του Ωριγενισμού όσο και του Μονοθελητισμού30.
    
Τί να πρωτοπούμε για τον πρώτο δάσκαλο της Εικονολογίας της Εκκλησίας και υπέρμαχο των εικόνων, τον πρώτο και μεγάλο δογματολόγο της Ορθοδοξίας, άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, του οποίου η δογματική διδασκαλία για τις άγιες εικόνες υιοθετήθηκε πλήρως και έλαβε χαρακτήρα αλάθητο με την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο; Είναι χαρακτηριστικό, και λόγω της επικαιρότητάς του σημαντικό, το γεγονός ότι στο Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός καταδικάζει απερίφραστα τους ηγέτες των Αντιχαλκηδονίων. «Διό δη εκ δύο φύσεων τελείων, θείας τε και ανθρωπίνης φαμέν γεγενήσθαι την ένωσιν», σημειώνει, «ου κατά φυρμόν, ή σύγχυσιν, ή σύγκρασιν ή ανάκρασιν ως ο θεήλατος έφη Διόσκορος, Ευτυχής τε, και Σεβήρος, και η τούτων εναγής συμμορία»31.
    
Ως κορυφαίο υπέρμαχο της θεολογίας των εικόνων κατά τη δεύτερη εικονομαχική περίοδο μνημονεύουμε τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, ο οποίος εξαιτίας του αγώνα του κατά των Εικονομάχων εξορίζεται μαζί με άλλους ηγουμένους και μοναχούς.
    
Από τους πολλούς ομολογητές και αγίους της εικονομαχικής περιόδου χάρη συντομίας θα μνημονεύσουμε μόνο τις ομολογήτριες Θεοδοσία και Ανθούσα και τον ομολογητή Στέφανο το νέο32.
    
Αλλά και μετά την Λατινοκρατία και τη σύνοδο της Λυώνος οι μοναχοί ηγούνται στην προάσπιση της πίστεως. Ως πνευματικοί καθοδηγητές αφυπνίζουν συνειδήσεις και ως πρόμαχοι της Ορθοδοξίας αντιπαρατάσσονται στους λατινόφρονες ενωτικούς και ματαιώνουν την μεθοδευόμενη ένωση καθιστώντας με τον αγώνα τους ανίσχυρο το αποτέλεσμα τόσο της συνόδου της Λυώνος (1274) όσο και της συνόδου της Φλωρεντίας (1439).
    
Κατά τον 14ο αιώνα ο θεολόγος της θεοπτίας, άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως ιερομόναχος υπεραμύνεται της θεωτικής εμπειρίας των ιερώς ησυχαζόντων έναντι του Δυτικού ανθρωπισμού και πολεμά το Filiogue των Λατίνων με ακαταμάχητη θεολογική επιχειρηματολογία αποδεικνύοντας ότι οι Δυτικοί έχουν αλλοτριωθεί όχι μόνο από την πίστη στον Τριαδικό Θεό αλλά και από την άμεση εμπειρία του Θεού, αφού αδυνατούν να αποδεχθούν την χαρισματική θέωση του ανθρώπου από την άκτιστη θεία χάρη. Είναι εντυπωσιακή άλλωστε για την επικαιρότητά της η εισήγηση του μεγάλου ησυχαστή να γίνει θεολογικός διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς μόνο μετά την άρση του Filiogue από το Σύμβολο της Πίστεως33.
   
Αλλά και κατά την Τουρκοκρατία οι μοναχοί, πολλοί από τους οποίους υπήρξαν ομολογητές και μάρτυρες με προεξάρχοντα τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, στήριξαν την ποικιλότροπα πολεμούμενη πίστη και ευσέβεια των ορθοδόξων λαών. Ταυτόχρονα με ιδιαίτερη θεολογική δύναμη απέκρουσαν επιτυχώς τις Δυτικές ιεραποστολές στην Ορθόδοξη Ανατολή οι κορυφαίοι άγιοι Κολλυβάδες του 18ου αιώνα Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, Νικόδημος ο Αγιορείτης και Αθανάσιος ο Πάριος.

     Τέλος, και στην εποχή μας χαρισματικές μορφές του Μοναχισμού γίνονται σημεία αναφοράς για ένα σταθερό προσανατολισμό πίστεως και ζωής μέσα στη σύγχυση, που δημιουργούν οι ποικίλες ερμηνείες του περιεχομένου της πίστεως ειδικότερα στα πλαίσια του διεξαγόμενου διαλόγου των ορθοδόξων με τους ετεροδόξους.

                                                     
*Αποτελεί Εισήγηση που έγινε στο πλαίσιο του Β' Πανελληνίου Μοναστικού Συνεδρίου στην Καλαμπάκα (12-14 Σεπτεμβρίου 2000).

 

  • 1. Ιων. 14, 24.
  • 2. Βλ. PG 32, 392 C.
  • 3. PG 65, 1001ΑΒ
  • 4. PG 34, 904Β
  • 5. PG 31, 920Α
  • 6. Βλ. Αντωνίου Παπαδοπούλου, Ο Μοναχισμός έναντι της αιρέσεως εις την αρχαίαν Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 35.
  • 7. Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία Μ. Αντωνίου 68, PG 26, 940Β.
  • 8. PG 88, 996Β.
  • 9. Βλ. Μ. Αθανασίου, Επιστολή προς Αδέλφιον Επίσκοπον και Ομολογητήν, PG 26, 1076C, και Επιστολή Εγκύκλιος 1-2, PG 25, 221-225.
  • 10. PG 59, 369.
  • 11. PG 57, 311.
  • 12. Βλ. σχετικώς Α' Τιμ. 4,1.
  • 13. Βίος και Πολιτεία Μ. Αντωνίου 82, PG 26, 960Β.
  • 14. Βλ. Βίος και Πολιτεία Μ.Αντωνίου 82, PG 26, 957 BC.
  • 15. Βλ. Επιστολή προς Επισκόπους Αιγύπτου και Λιβύης 3, PG 25, 541C-544C.
  • 16. Βλ. Κατά Αρειανών 71, PG 26, 25Β και Βίος και Πολιτεία Μ. Αντωνίου 69, PG 26, 941Α
  • 17. PG 79, 1237C
  • 18. Γεροντικόν, σ. 12α-β.
  • 19. Βλ. PG 87, 2925Β.
  • 20. Βλ. Περί των αγίων Παχωμίου και Θεοδώρου Παραλειπόμενα, ΒΕΠΕΣ 40, 141 και 198-199.
  • 21. PG 35, 1112Α
  • 22. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 243, PG 32, 908C.
  • 23. Βλ. Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του Μ. Αντωνίου, PG 26, 937C.
  • 24. PG 26, 941Β.
  • 25. Βλ. Βίος και Πολιτεία Μ. Αντωνίου 68, PG 26, 940C.
  • 26. Βλ. Βίος και Πολιτεία Μ. Αντωνίου 68, PG 26, 940Β.
  • 27. Βλ. Λαυσαϊκή Ιστιρία, τομ. 2, σ. 16.
  • 28. Βλ. Βίος αγίου Υπατίου, (μετάφρ. Α. Αρβανίτη), Αθήναι 1973, σ. 93-94.
  • 29. Βλ. Schwarz (Ed.), Kyrillos von Skythopolis, Leipzig 1939, σ. 39-42.
  • 30. Βλ. π. Δ. Στανιλοάε, Μαξίμου του Ομολογητού , Μυσταγωγία, σ. 39-40.
  • 31. Βλ. PG 94, 993ΑΒ.
  • 32. Βλ. Θεοδωρήτου Μοναχού, Αγιορείτου, Μοναχισμός και αίρεσις, Αθήναι 1977, σ. 78-79.
  • 33. Βλ. Γργορίου Παλαμά, Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, Λόγος Α', 4, 27-31, Π. Χρήστου (εκδ.), Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, Θεσσαλονίκη 1962, τόμ. Α', σ. 31: « Ην ουν άρα των δικαιοτάτων μηδέ λόγου αξιούν υμάς, ει μη του προστιθέναι τω ιερώ συμβόλω παύσησθε. της δε παρ' υμών προσθήκης παρ' υμών εκβεβλημένης πρότερον, έπειτα ζητείν, ει και εκ του υιού ή ουχί και εκ του υιού το πνεύμα το άγιον, και το αναφανέν τοις θεοφόροις συνδοκούν κυρούν».



Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Powered by active³ CMS - 15/12/2018 5:21:36 πμ