ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ
ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ
 

Ἤγουν, περί κρίσεως καί πυραμίδος ἐπουρανίου.*
 

«…Ὁ Χριστός στό Εὐαγγέλιο ὑποδεικνύει ὡς λύση τοῦ προβλήματος ὄχι τήν ἰσοπέδωση τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας, ἀλλά τήν πλήρη ἀντιστροφή της. Ὁ Κύριος δέν ἀρνεῖται τήν ἀνισότητα καί τήν ἱεράρχηση τῶν ἀνθρώπων, δέν ἀρνεῖται τή συγκρότηση τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας, ἀλλά ἀνατρέποντας τήν πυραμίδα αὐτή καί τοποθετῶντας τήν κορυφή της πρός τά κάτω μᾶς διδάσκει τήν ἔσχατη καί ἀπόλυτη τελειότητα…»
 

«...Στήν ἀντιστροφή τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας βρίσκεται κατά τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἡ λύση ὄχι μόνο τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς κρίσης, ἀλλά καί ὅλων τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων. Θεμελιώδης ἀρχή αὐτῆς τῆς ἰδιότυπης κοινωνικοπολιτικῆς θεώρησης εἶναι ἡ μετατροπή κάθε μορφῆς δύναμης ἀπό «ἐξουσία» πού καταπιέζει τόν ἄνθρωπο σέ «διακονία» πού τόν ὑπηρετεῖ...»
 

«Πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί,
συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν.
Αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι, ὑπέρ ἠμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν»

 

Ἡ παγκόσμια οἰκονομική κρίση πού ταλαιπωρεῖ τά τελευταῖα χρόνια τό σύνολο τῶν χωρῶν τοῦ δυτικοῦ κόσμου, γενικότερα, ἀλλά καί τήν πατρίδα μας, εἰδικότερα, ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητα τό πιό ἐπίκαιρο θέμα τῶν ἡμερῶν μας. Αὐτή ἡ παγκόσμια οἰκονομική κρίση μονοπωλεῖ καθημερινά τό ἐνδιαφέρον τῶν δημοσιογράφων καί ἀποτελεῖ τήν κεντρική εἴδηση στά δελτία τῶν εἰδήσεων καί στά πρωτοσέλιδα τῶν ἐφημερίδων. Βασανίζει τή σκέψη τῶν εἰδικῶν οἰκονομολόγων καί τεχνοκρατῶν πού ἀναζητοῦν τήν ὁριστική της λύση. Ἐξωθεῖ τίς ἐθνικές κυβερνήσεις στή λήψη ἐπώδυνων μέτρων πού ἀνατρέπουν βίαια τά οἰκονομικά κεκτημένα καί τά ἐργασιακά δικαιώματα τῶν λαῶν τους. Γεμίζει μέ φόβο καί ἀγωνία τίς ψυχές τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων. Δοκιμάζει ἀνάλγητα τά ὅρια καί τίς ἀντοχές τῶν σύγχρονων κοινωνιῶν. Παίρνοντας, λοιπόν, ἀφορμή ἀπό τή σημερινή ἑορτή νομίζουμε, ὅτι θά ἄξιζε τόν κόπο, νά ἐπιχειρήσουμε μία ἰδιότυπη προσέγγιση τοῦ ἐπίκαιρου ζητήματος τῆς παγκόσμιας οἰκονομικῆς κρίσης ἀπό τήν πλευρά τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, ἐκφραστές τῆς ὁποίας ὑπῆρξαν οἱ σήμερα τιμώμενοι Τρεῖς Ἱεράρχες.

Ἡ ἰδέα τῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά βαθύτερα καί ὀντολογικά ἀνώτερα αἰτήματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης. Τό ὅραμα ἑνός κόσμου ἀπόλυτης δικαιοσύνης, ἀλληλεγγύης, εἰρήνης καί εὐτυχίας πού θεμελιώνεται στήν κοινωνική, πολιτική καί οἰκονομική ἰσότητα τῶν ἀνθρώπων σημάδεψε ἀνεξίτηλα τήν πορεία τῆς ἱστορίας. Χάριν αὐτοῦ του ὁράματος διατυπώθηκαν κατά τό πέρασμα τῶν αἰώνων πολλές φιλοσοφικές καί πολιτικές θεωρίες, ξέσπασαν αἱματηροί πόλεμοι καί ἐπαναστάσεις, χύθηκαν ποτάμια δακρύων, ἀνθρώπινες ζωές θυσιάστηκαν. Παρόλα αὐτά, ὅμως, ἡ πείρα πού ἀποκτήθηκε ἀποδεικνύει μέ κατηγορηματικό τρόπο ὅτι ποτέ καί πουθενά δέν ὑλοποιήθηκε τό ὅραμα αὐτῆς τῆς ἰδανικῆς κοινωνίας, ὅτι ποτέ καί πουθενά δέν κατέστη δυνατή ἡ πραγματοποίηση τῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ἡ ἴδια ἡ φύση ἐπιβάλλει παντοῦ καί πάντα ὡς ἀπαράβατο φυσικό νόμο τήν ἀνισότητα τῶν ὄντων, ὄχι μόνο στήν κοινωνική μας ζωή,  ἀλλά καί σέ κάθε μορφή ὕπαρξης τοῦ φυσικοῦ κόσμου.

Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ὀδυνηρῆς καί ἄδικης γιά τήν ἀνθρώπινη λογική πραγματικότητας εἶναι ἡ ἱεραρχική διαίρεση τῶν ἀνθρώπινων κοινωνιῶν σέ ἀνώτερα καί κατώτερα ἐπίπεδα, ἡ ἐπιβολή μίας ἱεραρχικῆς τάξης πού, συνήθως, ἀποκαλεῖται «κοινωνική πυραμίδα». Ἔτσι, οἱ ἄνθρωποι χωρίζονται σέ κοινωνικές ὁμάδες πού ἑνωμένες συγκροτοῦν τήν ἀνθρώπινη κοινωνία, ἀλλά, ταυτόχρονα, διακρίνονται μεταξύ τους ὡς πρός τή θέση τούς μέσα σέ μία εὐρύτερη κοινωνική πυραμίδα. Οἱ πιό ἀδύνατες κοινωνικές ὁμάδες εἶναι πάντα οἱ πολυπληθέστερες καί βρίσκονται στή βάση τῆς πυραμίδας. Οἱ ὁμάδες αὐτές δέχονται τήν πίεση καί τό βάρος ὅλων τῶν ἄλλων ὁμάδων πού βρίσκονται σέ ἱεραρχικά ἀνώτερη θέση, ἐνῶ οἱ ἴδιες δέν πιέζουν καμία ὁμάδα. Ὅσο πορεύεται κανείς ἀπό τή βάση πρός τήν κορυφή τῆς πυραμίδας διαπιστώνει ὅτι οἱ κοινωνικές ὁμάδες συρρικνώνονται ὅλο καί περισσότερο ἀριθμητικά καί, ἀφενός μέν, δέχονται λιγότερη πίεση ἀπό τίς ἱεραρχικά ἀνώτερες ὁμάδες, ἀφετέρου δέ, πιέζουν οἱ ἴδιες ὅλο καί περισσότερο τίς ἱεραρχικά κατώτερες σέ σχέση μέ αὐτές. Στήν κορυφή, τέλος, τῆς πυραμίδας συναντᾶμε μία μικρή ἀριθμητικά ὁμάδα πού ἐνῶ στηρίζεται σέ ὅλες τίς ἄλλες, ἀσκῶντας τούς πίεση, ἡ ἴδια δέν πιέζεται ἀπό πουθενά, ἀλλά λόγῳ θέσεως καί ἰσχύος ἐξουσιάζει τό σύνολο τῶν ὁμάδων πού συγκροτοῦν τήν ἀνθρώπινη κοινωνία. Ἡ ὕπαρξη τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας –παρά τήν πολυμορφία πού παρουσιάζει ἀνάλογα μέ τίς ἐποχές καί τίς κοινωνικοπολιτικές ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων– ἀποτελεῖ καθολικό καί πανανθρώπινο φαινόμενο καί ἀποδεικνύει μέ ἀδιαμφισβήτητο τρόπο τήν ὀντολογικά ἀναπόφευκτη ἀνισότητα πού χαρακτηρίζει τίς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Μᾶς ἀποδεικνύει, δηλαδή, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν θά εἶναι ποτέ ἴσοι, ἀλλά πάντα θά διακρίνονται σέ δυνατούς καί ἀδύνατους, σέ πλούσιους καί πτωχούς, σέ περισσότερο ἤ λιγότερο ἔξυπνους, σέ περισσότερο ἤ λιγότερο ἱκανούς. Ὅπως, φυσικά, θά διακρίνονται πάντοτε σέ ψηλούς καί κοντούς, σέ ὄμορφους καί ἄσχημους, σέ χονδρούς καί λιγνούς, σέ καλλίφωνους καί παράφωνους.

Μπροστά σέ αὐτό τό ὀδυνηρό ἀδιέξοδο προβάλλουν, ἐκ πρώτης ὄψεως, δύο πιθανές λύσεις. Ἡ πρώτη εἶναι ὁ συμβιβασμός μέ τήν πραγματικότητα καί ἡ παραίτηση ἀπό τό αἴτημα τῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ μετάθεση τοῦ αἰτήματος τῆς ἰσότητας ἔξω ἀπό τά ὅρια τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου (ἡ πίστη, δηλαδή, ὅτι σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, σέ κάποια ἄλλη ζωή, θά ἐπικρατήσει ἡ ἰσότητα πού ἀδυνατεῖ νά ἐπικρατήσει στίς ἱστορικές κοινωνίες). Ἡ διδασκαλία, ὅμως, τῆς Ἐκκλησίας ἀπορρίπτει καί τίς δύο αὐτές λύσεις, ὑποδεικνύοντας ἕναν ἄλλο δρόμο πρός ἀντιμετώπιση τοῦ ζητήματος. Κάτ΄ ἀρχήν, ἡ Ἐκκλησία δέν ἀρνεῖται τήν πραγματικότητα τῆς ἀνισότητας τῶν ἀνθρώπων καί, ὡς ἐκ τούτου, δέν θεωρεῖ τήν ἰδέα τῆς ἰσότητας ὡς τήν ἐνδεικνυόμενη ἀπάντηση στό αἴτημα τῆς οἰκοδόμησης ἑνός κόσμου δικαιοσύνης καί εὐτυχίας. Κατά τή χριστιανική διδασκαλία θεμελιώδης ἀρχή τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης εἶναι ἡ ἐλευθερία, δηλαδή ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἐπιλέγει τήν πραγματοποίηση τοῦ κακοῦ, ἀκόμα καί ὅταν ἔχει πλήρη συνείδηση τοῦ λανθασμένου καί ἀδιέξοδου χαρακτήρα τῆς ἐπιλογῆς του. Συνεπῶς, γιά τήν Ἐκκλησία ἡ πραγματική αἰτία τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας καί, γενικότερα, ὅλων τῶν μορφῶν τοῦ «κοινωνικοῦ κακοῦ» δέν βρίσκεται στήν ἀνισότητα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά στήν κακή χρήση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Εἶναι, ἄραγε, ποτέ δυνατόν νά ἐπικρατήσει ἡ δικαιοσύνη καί ἡ εὐτυχία στίς ἱστορικές κοινωνίες ὅσο οἱ ἄνθρωποι θά ἀσκοῦν τήν ἐλευθερία τους μέ ἀρνητικό τρόπο; Ἡ πείρα τῶν αἰώνων ἐπιβάλλει ἀμείλικτα μία καί μόνη ἀπάντηση: ὄχι. Ὅσο θά ὑπάρχουν ἄνθρωποι πονηροί καί κακοπροαίρετοι, φιλάργυροι καί φιλόδοξοι, φίλαρχοι καί ἐγωιστές, δόλιοι καί ἀπατεῶνες, ὅσο, δηλαδή, οἱ ἄνθρωποι θά κυριαρχοῦνται ἀπό τά πάθη τους ἡ κοινωνική ἀδικία καί δυστυχία θά ἀναπαράγεται ἀέναα καί καμιά πολιτική καί κοινωνική θεωρία, κανένα κόμμα καί καμία οἰκονομική μεταρρύθμιση, κανένας πόλεμος καί καμία ἐπανάσταση, δέν θά μπορέσουν νά χαρίσουν στήν πολύπαθη ἀνθρωπότητα τήν ποθούμενη δικαιοσύνη καί εὐτυχία. Τί πρέπει, λοιπόν, νά γίνει; Μποροῦν, τελικά, νά ἱκανοποιηθοῦν τά πανανθρώπινα αἰτήματα τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης καί εὐτυχίας; Καί, ἄν ναί, μέ ποιό τρόπο;

Ὁ Χριστός στό Εὐαγγέλιο ὑποδεικνύει ὡς λύση τοῦ προβλήματος ὄχι τήν ἰσοπέδωση τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας, ἀλλά τήν πλήρη ἀντιστροφή της. Ὁ Κύριος δέν ἀρνεῖται τήν ἀνισότητα καί τήν ἱεράρχηση τῶν ἀνθρώπων, δέν ἀρνεῖται τή συγκρότηση τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας, ἀλλά ἀνατρέποντας τήν πυραμίδα αὐτή καί τοποθετῶντας τήν κορυφή της πρός τά κάτω μᾶς διδάσκει τήν ἔσχατη καί ἀπόλυτη τελειότητα. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός βρίσκεται στήν κορυφή αὐτῆς τῆς ἀντεστραμμένης πυραμίδας καί ἑκούσια δέχεται ἐπάνω Του τό βάρος ὅλης της ἀνθρωπότητας. Εἶναι, κατά τή μαρτυρία τοῦ Τιμίου Προδρόμου, «…ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου…» (Ἰωάννου 1,29). Ὅσοι ἀκολουθοῦν τό Χριστό πορεύονται –μέσα στά πλαίσια τῆς εὐρύτερης πυραμίδας– πρός Αὐτόν. Ὅσο, ὅμως, περισσότερο πλησιάζουν πρός τό Χριστό, τόσο λιγοστεύουν οἱ ἄνθρωποι πού βρίσκονται δίπλα τους καί τόσο μεγαλώνει ἡ πίεση πού δέχονται ἀπό τά κοινωνικά στρώματα πού βρίσκονται πάνω ἀπό αὐτούς. Ἔτσι, στό ποσοστό πού πλησιάζουν τό Χριστό στήν κορυφή τῆς ἀντεστραμμένης πυραμίδας ἐξομοιώνονται μέ Αὐτόν, σηκώνοντας τά βάρη τῶν ἀδελφῶν τους, κατά τό λόγο τοῦ Ἀπόστολου Παύλου: «…Ὄφειλομεν ἠμεῖς οἱ δυνατοί τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν καί μή ἐαυτοῖς ἀρέσκειν…» (Ρωμαίους 15,1). Ὁ Κύριος, ἀναφερόμενος στήν ἀνατροπή τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας καί στήν ἰδιαίτερη θέση Του στήν κορυφή της, εἶπε γιά τόν Ἑαυτό Του: «…μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἴνα τίς τήν ψυχήν αὐτοῦ θῆ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ…» (Ἰωάννου 15,13) καί «…ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν Αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν…» (Ματθαίου 20,28). Ἔδωσε, μάλιστα, ἐντολή στούς μαθητές Του νά ἀκολουθήσουν τό παράδειγμά Του: «…οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καί οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. Οὔχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν ἀλλ’ ὅς ἐάν θέλη ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καί  ὅς ἐάν θέλη ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος…» (Ματθαίου 20,25-27).

Σέ αὐτήν, ἀκριβῶς, τήν ἀντιστροφή τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας βρίσκεται κατά τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἡ λύση ὄχι μόνο τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς κρίσης, ἀλλά καί ὅλων τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων. Θεμελιώδης ἀρχή αὐτῆς τῆς ἰδιότυπης κοινωνικοπολιτικῆς θεώρησης εἶναι ἡ μετατροπή κάθε μορφῆς δύναμης ἀπό «ἐξουσία» πού καταπιέζει τόν ἄνθρωπο σέ «διακονία» πού τόν ὑπηρετεῖ. Μόνο ἄν ἀσκήσουν οἱ ἄνθρωποι μέ θετικό τρόπο τήν ἐλευθερία τους, ὡς ἀγάπη, κατά τό ὑπόδειγμα τοῦ Χριστοῦ ὅλες οἱ μορφές τοῦ κοινωνικοῦ κακοῦ θά ἐξαφανιστοῦν ἀπό τή ζωή μας. Μόνο τότε ἡ δικαιοσύνη καί ἡ εὐτυχία θά ἐπικρατήσουν στίς ἱστορικές κοινωνίες. Μόνο τότε ἡ ἀκόρεστη ἐπιθυμία τῶν ἰσχυρῶν γιά χρῆμα καί ἐξουσία θά ἀντικατασταθεῖ εἰρηνικά καί ἀναίμακτα ἀπό μία νέα οἰκονομική καί πολιτική ἀντίληψη πού θά θεωρεῖ κέρδος ὄχι τή συσσώρευση τοῦ πλούτου, ἀλλά τήν καλή του διαχείριση μέ ὕψιστο κριτήριο τίς ἀνάγκες ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μόνο τότε θά ἐξαφανιστοῦν ἀπό τή ζωή μας ἡ πείνα καί ἡ φτώχεια, ἡ ἀδικία καί ἡ ἐκμετάλλευση, ἡ ἐξαθλίωση καί ὁ ἀναλφαβητισμός, τό ψέμα καί ὁ δόλος, ὁ φόβος τοῦ πολέμου καί, τελικά, ὁ ἴδιος ὁ πόλεμος. Μόνο τότε θά δημιουργηθοῦν νόμοι καί θεσμοί, διεθνεῖς ὀργανισμοί καί διακρατικές συμμαχίες, πού θά ὑπηρετοῦν ὄχι τό ἐγωιστικό συμφέρον τῶν ολίγων, ἀλλά τό γενικό συμφέρον τῶν πολλῶν.

Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἁγίων Του. Αὐτό τό δρόμο ἀκολούθησαν οἱ σήμερα ἑορταζόμενοι Τρεῖς Ἱεράρχες καί αὐτό τό δρόμο μᾶς δίδαξαν μέ τό πολύπλευρο ἔργο τους ὡς ὁδό ἀπόλυτης τελειότητας. Καί οἱ Τρεῖς κατάγονταν ἀπό ἀρχοντικές καί πλούσιες οἰκογένειες. Ἀρνήθηκαν, ὅμως, ἑκούσια τόν πλοῦτο καί ἀκολουθώντας τό παράδειγμα καί τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ μοίρασαν τήν περιουσία τους στούς πτωχούς. Καί οἱ Τρεῖς διέθεσαν ὅλες τίς ψυχοσωματικές τους δυνάμεις, ὅλες τίς ἐπιστημονικές τους γνώσεις, ὅλα τους τά ταλέντα καί ὅλα τά πλούσια χαρίσματά τους στήν ἀνιδιοτελῆ διακονία τῶν ἀνθρώπων. Καί οἱ Τρεῖς ἔλεγξαν μέ αὐστηρότατη γλώσσα τούς ἰσχυρούς της ἐποχῆς τους. Ἄσκησαν, ἔτσι, δριμύτατη κριτική στούς ἀνάξιους βασιλιάδες καταδικάζοντας τήν ἰδιοτελῆ ἄσκηση τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Κατήγγειλαν δημόσια τους διεφθαρμένους πολιτικούς καί θρησκευτικούς ἄρχοντες γιά τήν προσωποληψία τους κατά τήν ἀπόδοση τῆς δικαιοσύνης καί γιά τόν παράνομο χρηματισμό τους. Στηλίτευσαν ἀνελέητα τούς πλούσιους γιά τήν κακή χρήση τοῦ πλούτου, ἀπαιτώντας ἐπιτακτικά τήν ἄσκηση τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης πού κατά τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ ὑποχρεοῦνται νά ἐπιδεικνύουν οἱ δυνατοί πρός τούς ἀδύνατους. Ἀγωνίστηκαν, τέλος, μέ ὅλες τους τίς δυνάμεις γιά τήν ἔμπρακτη ἐφαρμογή τῆς ἀγάπης στίς ἀνθρώπινες κοινωνίες καί μᾶς ἄφησαν ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη, τόσο τό προσωπικό τους παράδειγμα, ὅσο καί τή θεόπνευστη διδασκαλία τους. Ὁ Μέγας Βασίλειος, γιά παράδειγμα, ἀπαίτησε ἀπό τούς πλούσιους της ἐποχῆς του νά μοιράσουν στούς πτωχούς τά ἀγαθά πού εἶχαν φυλαγμένα στίς ἀποθῆκες τους καί ὁπλισμένος μέ τό κύρος πού τοῦ προσέδιδε τό προσωπικό του παράδειγμα τούς ἔπεισε τελικά νά ἐνεργήσουν κατά τίς ἐντολές του. Ἔσωσε, ἔτσι, κατά τό λιμό τοῦ 367 μ.Χ. τούς πτωχούς της Καισάρειας χωρίς νά τούς διακρίνει σέ χριστιανούς, ἐθνικούς καί Ἑβραίους. Λίγο ἀργότερα, ὡς ἀρχιεπίσκοπος, πλέον, Καισαρείας, μέ χρήματα πού συγκέντρωσε ἀπό δωρεές πλουσίων καί μέ τήν ἀνιδιοτελῆ ἐργασία τῶν μοναχῶν ἔκτισε τήν περίφημη Βασιλειάδα. Ἕνα κοινωφελές ἵδρυμα πού περιελάμβανε νοσοκομεῖο, πτωχοκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο καί σχολεῖο γιά τά πτωχά παιδιά.

Στό δρόμο τῆς ἔμπρακτης ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης βρίσκεται, καί κατά τήν ταπεινή μας ἀποψη, ἡ λύση τῆς σημερινῆς παγκόσμιας οἰκονομικῆς κρίσης πού εἴθε μέ τίς θεοδεκτές πρεσβεῖες τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν νά ξεπεραστεῖ τό συντομότερο δυνατό γιά τό καλό ὅλου του κόσμου καί, κυρίως, γιά τό καλό της πατρίδας καί τοῦ λαοῦ μας.

 

Μπερκουτάκης Μιχαήλ
Θεολόγος – Ἐκπαιδευτικός

Πύργος Ἠλείας, 15/01/2011

 

Υ.Γ.  1) Το κείμενο εδράζεται στη διδασκαλία του μακαριστού γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ (βλπ. «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ», Έκδοσις Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995, Μέρος Α΄ , Κεφ. ΙΔ΄, σελ. 312-316).

2) Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στο Καράτουλα Ηλείας την Παρασκευή 28  Ιανουαρίου 2011 κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών.



Print-icon 

Login-iconLogin