ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΙΧΑΪΣΜΟ ΣΤΟ FILIOQUE – ΜΕΡΟΣ Δ'

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗΣ

ΤΟΥ FILIOQUE ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΡΑΓΚΟΥΣ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

 

7.4.3. Η υιοθέτηση του filioque από τους Φράγκους-Ιστορική εξέταση του ζητήματος.

Η υιοθέτηση του filioque από τους Φράγκους-Ιστορική εξέταση του ζητήματος.

Στο τελευταίο κεφάλαιο του τέταρτου μέρους της εργασίας για τον Πρισκιλλιανό θα εξεταστεί ιστορικά το πως παρέλαβαν οι Φράγκοι το fiioque από τους πνευματικούς απόγονους του Πρισκιλλιανού. Για να γίνει κατανοητή η αφομοίωση της αιρετικής αυτής ιδέας θα δοθούν τα απαραίτητα ιστορικο-πολιτικά στοιχεία της Ιβηρικής χερσονήσου κατά την υπό εξέταση περίοδο[1].

α) Η Ιβηρική μέχρι τον Η' αι.

Η θέση της Ιβηρικής χερσονήσου στην Δυτική Ευρώπη είχε τις δικές της ιδιαιτερότητες. Η άποψη ότι η βησιγοτθική κατάκτηση την απομόνωσε από την υπόλοιπη Ευρώπη, έχει αναιρεθεί σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες[2]. Σε αντίθεση με τους Φράγκους, οι Βησιγότθοι διατήρησαν όλες εκείνες τις απαραίτητες δομές της προηγούμενης ρωμαϊκής διοίκησης. Αυτό είχε σαν συνέπεια να διατηρηθούν και οι αντίστοιχες εκκλησιαστικές δομές, παρά το γεγονός ότι οι Γότθοι γενικά ακολουθούσαν την αίρεση του Αρειανισμού. Έτσι υπήρξε μία μοναδική συνέχεια του ρωμαϊκού πολιτισμού σε αυτήν τη γωνιά της Ευρωπαϊκής ηπείρου, σε αντίθεση με τις περιοχές που κατέκτησαν οι Φράγκοι, οι οποίοι διέκοψαν και αντικατέστησαν τον ρωμαϊκό πολιτισμό με την δική τους βαρβαρότητα.

Αρχικά οι Βησιγότθοι εγκαταστάθηκαν στην νοτιοδυτική Γαλατία ως φειδεράτοι από την Ρώμη. Το 475 μ.Χ. ο βασιλιάς Εύριχος (466-484) ανακήρυξε την ανεξαρτησία του από τους Ρωμαίους – λίγο μετά το 476 καθαιρέθηκε και ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας της Δύσης. Αμέσως ξεκίνησε την επέκτασή του στα εδάφη της Ισπανίας. Το 507 ο γιος του Αλάριχος ο Β' (484-507) νικήθηκε από τον βασιλιά των Φράγκων Χλώβη και το βησιγοτθικό βασίλειο περιορίστηκε στην Ιβηρική διατηρώντας στην Γαλατία μόνο την επαρχία Narbonnensis. To 585 ο βασιλιάς Λεοβιγίλδος (569-586) συμπεριέλαβε στις κτήσεις του και το βασίλειο των Σουηβών στην Γαλικία. Αυτός ήταν και ο τελευταίος αρειανός ηγεμόνας καθώς με τον διάδοχό του Ρεκκάρεδο οι Βησιγότθοι ασπάστηκαν την ορθοδοξία, όπως είδαμε παραπάνω.

Οι κατακτητές διατήρησαν το υπάρχον ρωμαϊκό διοικητικό οικοδόμημα. Με αυτόν τον τρόπο διατήρησαν την ισπανο-ρωμαϊκή κουλτούρα. Στην Ιβηρική συνυπήρξαν δύο νομικά συστήματα, το βησιγοτθικό για τους κατακτητές και το ρωμαϊκό για τους κατακτημένους πληθυσμούς. Οι αποφάσεις για το στράτευμα και για τη διάθεση των κατακτημένων εδαφών έμειναν στο βασιλιά και τους Γότθους συμβούλους του. Ωστόσο, πλήθος ζητημάτων, τα οποία αφορούσαν την διοίκηση του πληθυσμού, αφέθηκαν στο υπάρχον ρωμαϊκό διοικητικό σύστημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μία ευρεία αυτονομία των ρωμαϊκών πληθυσμών, μοναδική σε ολόκληρη την υπόλοιπη Δύση[3].

Η σημασία των παραπάνω γίνεται ακόμη περισσότερο κατανοητή φτάνει να σκεφτεί κανείς ότι οι Βησιγότθοι διατήρησαν την ορθοδοξία των πληθυσμών, αν και οι ίδιοι ήταν αρειανοί. Η μεταστροφή των Ρεκκάρεδου στην ορθοδοξία[4] πρέπει να γίνει κατανοητή, ως η κατάληξη της πορείας αφομοίωσης των βάρβαρων κατακτητών από τους πολιτισμικά ανώτερους κατακτημένους. Ως πολιτική κίνηση είχε σαν αποτέλεσμα την αποδοχή της βησιγοτθικής ηγεμονίας από τους Ισπανο-ρωμαίους και αυτό με την σειρά του βοήθησε στην πτώση του τελευταίου προπυργίου της Κωνσταντινούπολης στην Ισπανία το 624 μ.Χ..

Ταυτόχρονα διατηρήθηκε η υπάρχουσα εκκλησιαστική δομή και ιεραρχία. Οι Βησιγότθοι δεν αντικατέστησαν τους ορθόδοξους ιεράρχες με αντίστοιχους αρειανούς. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε αναταραχές και επαναστάσεις τους ορθόδοξους πληθυσμούς και αυτό οι κατακτητές το κατανόησαν εξαρχής. Έτσι, η επανάσταση του Ερμενεγίλδου, γιου του βασιλιά Λεοβιγίλδου, ο οποίος βαπτίστηκε ορθόδοξος για να παρασύρει στο κίνημά του τους ορθόδοξους πληθυσμούς, απέτυχε.

Η μητροπολιτική έδρα του Τολέδο αυτονομήθηκε σε μεγάλο βαθμό, εξαιτίας της ανεξάρτητης από την Ρώμη πολιτικής των Βησιγότθων. Ταυτόχρονα η μεταστροφή του Ρεκκάρεδου ξεκίνησε μία σειρά Συνόδων στο Τολέδο, όπου η παρουσία ενός αιρετικού πολιτικού άρχοντα θα ήταν αδιανόητη. Η υποστήριξη των Βησιγότθων ηγεμόνων προς την ισπανική Εκκλησία οδήγησε την Εκκλησία αυτή σε τέτοιο βαθμό αυτονομίας από την Ρώμη, που θα την ζήλευε ακόμη και ο Καρλομάγνος. Αυτό εξηγεί το γιατί οι πάπες στην συνέχεια ανέχτηκαν τις αθέμιτες κινήσεις του Φράγκου ηγεμόνα που στόχο είχαν να υποτάξουν την Εκκλησία της Ισπανίας, μέσα από την έριδα του Υιοθετισμού στην υπό εξέταση περίοδο. Ακόμη και μετά την μουσουλμανική κατάκτηση, το Τολέδο κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να ανακτήσει την επιρροή του πάνω στις υπόλοιπες ισπανικές μητροπόλεις.

Η μουσουλμανική κατάκτηση της Ισπανίας την δεύτερη δεκαετία του όγδοου αιώνα, δεν έφερε κοσμογονικές αλλαγές στη χερσόνησο. Η βησιγοτθική ηγεμονία αντικαταστάθηκε από την αραβική, η οποία με την σειρά της επέτρεψε την διατήρηση της τοπικής κουλτούρας, αν και αντικατέστησε την υπάρχουσα ρωμαϊκή διοίκηση. Ωστόσο, η αραβική κατάκτηση μετατόπισε την διοίκηση των Χριστιανών στην εκκλησιαστική ιεραρχία, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να πούμε σίγουρα ότι οι ιεράρχες απέκτησαν και κοσμική εξουσία, όπως συνέβη για παράδειγμα στα πατριαρχεία της Ανατολής.

Ο όρος “Μεσαραβία” δείχνει την ιδιαιτερότητα που δημιουργήθηκε στην περιοχή με τον ερχομό των Αράβων. Ως σύνθετη λέξη προέρχεται από τα αραβικά “must arib” και σημαίνει “σαν τους Άραβες”. Αφορούσε εκείνους τους Χριστιανούς, οι οποίοι αρνήθηκαν να ασπαστούν το Ισλάμ, αλλά ντύνονταν σαν Άραβες και έμαθαν την αραβική γλώσσα. Ο συγχρωτισμός Χριστιανών και Αράβων έγινε αντικείμενο θεολογικής συζήτησης και πολιτικής εκμετάλλευσης στην συνέχεια, με θέσεις τις οποίες θα δούμε παρακάτω.

Όπως την αραβική επέκταση στην Ευρώπη σταμάτησε ο πρόγονος του Καρλομάγνου, Κάρολος Μαρτέλος, έτσι και οι Άραβες σταμάτησαν τις κατακτήσεις του Καρλομάγνου στην Δύση. Τα σύνορα του αραβικού και του φράγκικου κόσμου ήταν κοινά. Ωστόσο ο Καρλομάγνος δεν έπαψε να εποφθαλμιά τα ισπανικά εδάφη, αν και γνώριζε ότι δεν μπορούσε να τα κερδίσει με στρατιωτικά μέσα.

Ο Φράγκος ηγεμόνας συμπεριέλαβε στην κυριαρχία του ορισμένες επαρχίες, οι οποίες ανήκαν προηγουμένως στο βασίλειο των Βησιγότθων. Μέσω αυτών προσπάθησε να αποκτήσει ερείσματα για να επηρεάσει καταστάσεις στην Ιβηρική. Σημαντικός παράγοντας για να το πετύχει ήταν η χριστιανική πίστη του κυρίαρχου ισπανικού στοιχείου. Όμως, η Εκκλησία της Ισπανίας δεν έδειξε φιλική διάθεση στα σχέδια των Φράγκων και επειδή είχε κερδίσει αυτοκεφαλία σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε να μην επηρεάζεται από την Ρώμη, της οποίας η Αγία Έδρα συνέδραμε στην προσπάθεια των Φράγκων, το Τολέδο προτίμησε τους Άραβες από τους Φράγκους και την ειρηνική συμβίωση μαζί τους.

Αυτό το εμπόδιο έπρεπε να το ξεπεράσει ο Καρλομάγνος και γι' αυτό ακολούθησε την τακτική, την οποία θα προσπαθούσε να εφαρμόσει λίγα χρόνια αργότερα και στις σχέσεις του με την Κωνσταντινούπολη. Προσπάθησε δηλαδή να πλήξει την ισπανική Εκκλησία με την κατηγορία της αίρεσης, ώστε να προκαλέσει σχίσμα και να διχάσει το εκεί ποίμνιο. Σκοπός του ήταν να πάρει με το μέρος του, εφόσον δεν μπορούσε ολόκληρη, τουλάχιστον ένα τμήμα της ισπανικής ιεραρχίας. Έτσι, κατηγόρησε τον Αρχιεπίσκοπο του Τολέδο, Ελιπάνδο ως αιρετικό, άνθρωπο που υποστήριζε την αίρεση του Υιοθετισμού.

Δεν μπορούμε να απαλλάξουμε εξαρχής τον Ελιπάνδο από την κατηγορία της αιρέσεως, καθώς υπάρχουν πολλά στοιχεία στα έργα του που δείχνουν ότι η χριστολογία του ήταν προβληματική. Έπειτα υπάρχει και καταδίκη του από την Ρώμη. Η κατηγορία για αίρεση στο πρόσωπο του Ελιπάνδου συζητείται ακόμη και σήμερα. Η καταδίκη του μπορεί να ήταν εξαρχής πολιτική και να εξυπηρετούσε τα σχέδια του Καρλομάγνου, ωστόσο η χριστολογία του δεν ήταν ξεκάθαρα ορθόδοξη. Το θέμα αυτό πάντως δεν ενδιαφέρει την παρούσα μελέτη.

Το αντικείμενο της παρούσης είναι το ιστορικό γεγονός, ότι ο Καρλομάγνος βρήκε τελικά υποστηρικτές στην Ισπανία και αυτοί ήταν οι πνευματικοί απόγονοι του Πρισκιλλιανού. Με αυτούς συντάχθηκε, αυτούς ασπάστηκε και από αυτούς πήρε τις προϋποθέσεις θεολόγησης, οι οποίες οδήγησαν στη γέννηση του παπισμού, του επίσημου φράγκικου αιρετικού δόγματος, το οποίο υπήρξε πολύτιμο πολιτικό εργαλείο για την πραγματοποίηση των αυτοκρατορικών φιλοδοξιών αυτού και των απογόνων του.

Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε μέσα από την διαμάχη της χριστολογικής έριδας του υιοθετισμού, η οποία πρέπει να εκλαμβάνεται ως διαμάχη της ισπανικής με την φράγκικη θεολογία. Μέχρι τότε δεν υπήρχε φράγκικη θεολογία. Τα στοιχεία για την δημιουργία της πήραν οι θεολόγοι της αυλής του Καρλομάγνου, κατόπιν εντολής του ιδίου, από τους Ισπανούς θεολογικούς αντιπάλους του Τολέδο, τους οποίους συνάντησαν στις πρώην βησιγοτθικές επαρχίες, αυτές που κατέκτησαν οι Φράγκοι. Αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους Πρισκιλλιανιστές.

Κορυφή του παγόβουνου της υιοθέτησης του πρισκιλλιανιστικού-μανιχαϊκού τρόπου θεολόγησης από τους Φράγκους είναι το filioque, το οποίο οι ίδιοι πρότειναν αμέσως ως αιχμή του δόρατος της υποτιθέμενης ανωτερότητας της δικής τους θεολογίας. Το προέταξαν, μάλιστα, έναντι της Κωνσταντινούπολης, από την στιγμή που η πρόβα με την ισπανική Εκκλησία θεωρήθηκε επιτυχής.

Πρόσωπα και ιδέες θα συζητηθούν αμέσως παρακάτω.

β) Τα πρόσωπα του δράματος

Migetius

Η έριδα του Υιοθετισμού ξεκινά μέσα από μία προηγούμενη έριδα, αυτή του αρχιεπισκόπου του Τολέδο Ελιπάνδου με κάποιον Migetius. Αυτός ο Migetius είναι μία σκοτεινή φιγούρα, η οποία δεν εμπλέκεται άμεσα, ιστορικά ή θεολογικά, στην έριδα του Υιοθετισμού, ωστόσο η αναίρεση των δικών του αιρετικών απόψεων από τον Ελιπάνδο, προκάλεσε τους Φράγκους να επιτεθούν στον δεύτερο. Από μια άλλη οπτική, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η χριστολογική έριδα υπήρξε συνέχεια της αντιμετώπισης της αίρεσης του Migetius, και ότι οι Φράγκοι πήραν την σκυτάλη της υπεράσπισής του, κατηγορώντας τον κατήγορό του.

Η αρχιεπισκοπή του Τολέδο προεξήρχε των άλλων μητροπόλεων της Ισπανίας ήδη από το 681 μ.Χ. και την ΙΒ' Σύνοδο του Τολέδο[5]. Αυτό το γεγονός κατέστησε τον Ελιπάνδο ως κύριο υπεύθυνο για την αντιμετώπιση της αίρεσης του Migetius, αφετέρου πρωταρχικό στόχο της επίθεσης των Φράγκων, οι οποίοι θέλησαν να πολεμήσουν την ισπανική Εκκλησία στο πρόσωπο του πρωτόθρονου μητροπολίτη.

Όσες πληροφορίες διαθέτει η έρευνα για τον Migetius προέρχονται από την αντιρρητική επιστολή του Ελιπάνδου[6]. Η επιστολή αυτή φαίνεται ότι απαντά σε συγκεκριμένο έργο ή επιστολή του Migetius, καθώς ο Ελιπάνδος παραθέτει αποσπάσματα και τα αναιρεί. Μέσα από αυτά γίνονται γνωστές οι αιρετικές απόψεις του πρώτου και βοηθούν να γίνει κατανοητή, ποια είναι η αίρεση που ακολουθούσε.

Ήδη από τον χαιρετισμό του ο Ελιπάνδος δείχνει την δύναμη της πένας του, όπως επίσης και την πολεμική διάθεσή του προς το πρόσωπο του αντιπάλου του:

Είδαμε, ναι, είδαμε και γελάσαμε με τους ανόητους λήρους της καρδιάς σου! Είδαμε και αναιρέσαμε την ανήκουστη γνώμη σου, σαν κάτι άξιο γέλωτος[7]”.

Αμέσως παρακάτω στην Επιστολή διαπιστώνει κανείς ότι ο Migetius ήταν πρόσωπο γνωστό και σεβαστό στον Ελιπάνδο μέχρι εκείνη την εποχή[8]. Να σημειωθεί ότι η Επιστολή χρονολογείται το 782 μ.Χ. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο Migetius ως πρόσωπο ήταν κοντά στην Εκκλησία, χωρίς ωστόσο να φαίνεται ότι ήταν κληρικός. Σημαίνει, επίσης, ότι μέχρι τότε εξέφραζε απόψεις ορθόδοξες. Βέβαια, στην αίρεση δεν πέφτει κάποιος από την μια στιγμή στην άλλη, οπότε μπορεί να υποτεθεί, ότι μέχρι εκείνη την στιγμή έκρυβε καλά τις αιρετικές δοξασίες του. Αν θέλει κάποιος να απαντήσει στο γιατί εκδηλώθηκε τη δεδομένη χρονική στιγμή, τότε αναγκαστικά θα συνδέσει αυτό το γεγονός με τα όσα ακολούθησαν και οδήγησαν στην καταδίκη του Ελιπάνδου. Το τι παρασκηνιακές κινήσεις μπορεί να έγιναν με την καθοδήγηση των Φράγκων στο να λάβουν τα γεγονότα την τροπή που έλαβαν, δυστυχώς δεν είναι δυνατόν να ερευνηθούν με επιστημονικό τρόπο, διότι δεν έχουμε τις απαραίτητες πληροφορίες στις πηγές.

Ο Ελιπάνδος αναφέρει τέσσερις κατηγορίες για αίρεση κατά του Migetius και ανασκευάζει τα λάθη του. Η πρώτη αφορά στην αντικληρικαλιστική στάση της αίρεσής του. Φαίνεται ότι ο Migetius κατηγορούσε τους ιερείς της ισπανικής Εκκλησίας για έλλειψη αγιότητας και κατ΄ επέκταση τους έβρισκε ανάξιους να τελούν μυστήρια[9]. Για τον εαυτό του θεωρούσε ότι ήταν άγιος και χωρίς αμαρτία[10]. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο Migetius ήταν ιερέας και δρούσε συγκεκαλυμμένα ως κληρικός της ισπανικής Εκκλησίας. Πάντως την εποχή που γράφει ο Ελιπάνδος την επιστολή του φαίνεται ότι ο Migetius είχε κύκλο που τον ακολουθούσε, καθώς ο πρώτος τους οικτίρει γι' αυτό και θεωρεί ότι ο δεύτερος τούς οδηγεί στην αιώνια καταδίκη. Ο Ελιπάνδος κατηγορεί ευθέως τον Migetius για φαρισαϊσμό: “Cui ergo tu similis es nisi Fariseo”.

Η δεύτερη κατηγορία του Migetius κατά της ισπανικής Εκκλησίας αφορά στη συνεστίαση Χριστιανών και ειδωλολατρών, εννοώντας τους μουσουλμάνους, καθώς και την λήψη τροφής μολυσμένης από τους ειδωλολάτρες[11]. Η κατηγορία αυτή αφορά τις σχέσεις Χριστιανών και Μουσουλμάνων, σχέσεις οι οποίες την περίοδο αυτή φαίνεται ότι ακολουθούσαν τους κανόνες τις αρμονικής συμβίωσης. Οι κάτοικοι της Ιβηρικής είχαν συνηθίσει τους προηγούμενους αιώνες να συμβιώνουν με τους κυρίαρχους Βησιγότθους και η αραβική κατάκτηση γι' αυτούς, απλά αντικατέστησε την άρχουσα τάξη. Μέσα στα πλαίσια της ανεκτικότητας η συνεστίαση Χριστιανών και μουσουλμάνων στα ανώτερα επίπεδα της κοινωνίας θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον εθιμοτυπική.

Η κατάσταση αυτή προκάλεσε την αντίδραση των ακραίων φανατικών στοιχείων. Η αντίδραση βρήκε την έκφρασή της στις κατηγορίες του Migetius, ωστόσο πίσω από αυτές τις κατηγορίες μπορούμε να δούμε την προσπάθεια του Καρλομάγνου να διαταράξει τις σχέσεις συμβίωσης σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι το θρησκευτικό επίπεδο, οι σχέσεις μεταξύ υπόδουλων Χριστιανών και κυρίαρχων Αράβων. Το δεύτερο επίπεδο βρίσκεται μέσα στην κοινωνία των Χριστιανών. Εφόσον ήταν η ανώτερη χριστιανική κοινωνική τάξη αυτή που μετείχε στις συνεστιάσεις, η αντίδραση στόχευε να κερδίσει τα χαμηλότερα στρώματα της ισπανικής κοινωνίας, τα οποία ούτως ή άλλως δεν μετείχαν παρά με ένα minimum σχέσεων.

Αν κέρδιζε τον απλό πιστό ο Migetius, τότε άνετα θα μπορούσε να τον στρέψει ενάντια στην εκκλησιαστική ιεραρχία, η οποία αν δεν μετείχε, τουλάχιστον ανεχόταν την επικοινωνία με τους ειδωλολάτρες Άραβες. Αυτή θα ήταν μεγάλη επιτυχία για την πολιτική του Καρλομάγνου. Ο τελευταίος θα μπορούσε στην συνέχεια να προκαλέσει επαναστάσεις θρησκευτικού χαρακτήρα με τον ίδιο να εμφανίζεται προστάτης των Χριστιανών. Εμπόδιο στα σχέδιά του στάθηκε ο Ελιπάνδος.

Απαντά, λοιπόν, ο Ελιπάνδος στον Migetius πρώτα με τον απόστολο Παύλο να λέει “πάντα καθαρά τοις καθαροίς” και στην συνέχεια τον ρωτά, αν θεωρεί τον εαυτό του αγιότερο του Κυρίου, ο οποίος συνέφαγε με αμαρτωλούς και τελώνες. Παρακάτω θα δούμε και την συνοδική καταδίκη αυτής της αιρετικής πρακτικής. Επίσης λίγα χρόνια αργότερα ρωτήθηκε και ο πάπας Αδριανός Α' για το ίδιο ζήτημα, την απάντηση του οποίου θα δούμε σε σχέση με την συνέχεια των γεγονότων που ακολούθησαν.

Ο Migetius εξέφρασε την δυσαρέσκειά του κατά της μητροπολιτικής έδρας του Τολέδο άμεσα. Η τρίτη κατηγορία του αφορά αυτό ακριβώς, με την έμμεση έκφραση να εστιάζεται στην προβολή της ανωτερότητας της έδρας της Ρώμης. Λόγια του Migetius φαίνεται να είναι το ότι η δύναμη του Θεού αναπαύεται στη Ρώμη, εκεί όπου κατοικεί ο Χριστός, ότι η Αγία Έδρα είναι αστιγμάτιστη, ότι το “Εσύ είσαι ο Πέτρος και πάνω σ' αυτή την πέτρα θα κτίσω την Εκκλησία μου” αναφέρεται στη Ρώμη, και τέλος το ότι η Ρώμη είναι η Νέα Ιερουσαλήμ, την οποία ο Ιωάννης είδε στην Αποκάλυψη να κατεβαίνει από τον ουρανό[12]. Ο τελευταίος ισχυρισμός δείχνει ότι η αίρεση του Migetius είχε χιλιαστικές αποχρώσεις.

Εκ πρώτης όψεως ο Migetius φαίνεται ένθερμος υποστηρικτής της πρωτοκαθεδρίας της Ρώμης έναντι όλων των άλλων πατριαρχείων και τοπικών εκκλησιών. Στην πραγματικότητα είναι σφοδρός αντίπαλος της αυτοκεφαλίας της έδρας του Τολέδο, για το οποίο είπαμε ήδη ότι ήταν ανεξάρτητο από την Ρώμη, από την εποχή των Βησιγότθων, με τις σχέσεις των δύο εδρών να είναι κάποιες φορές ακόμα και εχθρικές[13]. Αυτό που προτείνει ο Migetius σ' αυτό το σημείο είναι η πνευματική υποταγή του Τολέδο στην Ρώμη, παρακινώντας από την άλλη τους πιστούς σε αποστασία από τους νόμιμους πνευματικούς ταγούς τους.

Ας μην ξεχνάμε ότι η Ρώμη είναι την εποχή αυτή ένας αδύναμος και γι' αυτό πιστός συνεργάτης του Καρλομάγνου και η υπακοή στην Αγία Έδρα θα του έδινε πλεονεκτήματα για την άσκηση της πολιτικής του στην Ισπανία, μέσω αυτής. Επίσης θα του έδινε τη δυνατότητα να διορίζει αυτός τους ιεράρχες της εκεί Εκκλησίας, όπως έπραττε ήδη στη Φραγκία, όπου ο πάπας εθιμοτυπικά περιέβαλε τους προτεινόμενους από τον βασιλιά. Αυτό ήταν, βέβαια, το ευκταίο για τους Φράγκους, αλλά προς το παρόν δεν είχαν την δυνατότητα για κάτι τέτοιο. Το μόνο που μπορούσαν ήταν μέσω πρακτόρων τους, όπως ο Migetius και αργότερα ο Egila, να αμφισβητήσουν την υπάρχουσα εκκλησιαστική τάξη και να κατηγορήσουν την ισπανική Εκκλησία για αίρεση, όπως και έπραξαν.

Στους παραπάνω ισχυρισμούς του Migetius, ο Ελιπάνδος απάντησε ότι η υπενθύμιση της καταδίκης του πάπα Λιβέριου θα μπορούσε να μετριάσει τον ενθουσιασμό του για την Ρώμη, αν καθόταν να το σκεφτεί λίγο, σταματώντας έτσι να ισχυρίζεται ότι η Ρώμη ήταν αστιγμάτιστη. Επίσης, ότι ο στίχος από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο δεν αφορούσε την Ρώμη, αλλά το σύνολο της Καθολικής Εκκλησίας από άκρη εις άκρη της γης, κατά τα λεγόμενα του Κυρίου (Ματθ. 8.12)[14]. Στην συνέχεια του θυμίζει την έντονη διαμαρτυρία του πάπα Γρηγορίου Α' για το πόσοι αποστάτες υπήρχαν στη Ρώμη την εποχή του, και ότι σε κάθε εκκλησία υπάρχουν εκλεκτοί και αποστάτες, σίτος και ζιζάνια[15]. Τέλος του εξηγεί ότι η Νέα Ιερουσαλήμ της Αποκάλυψης δεν είναι η Ρώμη, αλλά η γνώση και η πίστη της Αγίας Τριάδος[16].

Πριν περάσουμε στο κύριο δογματικό σφάλμα του Migetius θα συνοψίσουμε λίγο τα παραπάνω. Εκ των τριών αυτών αιρετικών απόψεων του Migetius γίνεται αντιληπτό ότι μέχρι στιγμής οι κατηγορίες του προέρχονταν από μία αντίληψη ριζοσπαστική, αντίληψη των σχέσεων, αφ' ενός των Χριστιανών με τους μουσουλμάνους, αφ' ετέρου των πιστών με την ιεραρχία. Ο Migetius ήθελε την πρώτη σχέση να είναι εχθρική και τη δεύτερη να είναι σχέση ανυπακοής. Η διδασκαλία του και οι προτροπές του στρέφονταν ενάντια στην στάση συνεργασίας της Εκκλησίας με τους Άραβες. Άρα η πολιτική χροιά της διδασκαλίας του είναι ξεκάθαρη. Με αυτά να είναι έτσι, ο Migetius αυτοπροβάλλεται ως αυτόκλητος (;) υπερασπιστής της ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, ένας ριζοσπαστικοποιημένος φανατικός.

Σε μια πιο διευρυμένη ρητορική εμφανίζεται ως ταγός ενάντια στην πολιτιστική επίδραση των Αράβων επί των Χριστιανών (θυμίζουμε τον ορό “must arib”), θέλοντας να επιβάλλει καθορισμένες διαχωριστικές γραμμές στις σχέσεις των δύο λαών, παρόμοιες ίσως με αυτές που είχαν επιβάλλει οι Φράγκοι ανάμεσα στους ίδιους και τους κατακτημένους από αυτούς ρωμαϊκούς πληθυσμούς. Η πολιτική συνεργασίας, την οποία προτιμούσε η ισπανική Εκκλησία, ήταν ιδεολογικά αντίθετη με την δική του αντιμετώπιση, με αποτέλεσμα να στραφεί ενάντια στην υπάρχουσα διοικητική εκκλησιαστική δομή, προτείνοντας την αντικατάσταση του Τολέδο από την Ρώμη.

Έφτασε μάλιστα στο σημείο να μην συνεορτάζει το Πάσχα με την υπόλοιπη Εκκλησία, αλλά να υπολογίζει αυτή την κινητή εορτή με διαφορετικό τρόπο. Την πληροφορία αυτή βρίσκουμε σε μια άλλη επιστολή του Ελιπάνδου προς τον ηγούμενο Fidelis[17] γραμμένη το 785 μ.Χ. Το κείμενο της ίδιας της επιστολής δεν έχει διασωθεί αυτούσιο, αλλά μέσα στο έργο των Beatus της Liebana και Heterius της Osma με τίτλο, Adversus Elipandum Libri II. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι το πεδίο δράσης του Migetius ήταν η Baetica στα νότια της χερσονήσου[18]. Από την Βαετική η αίρεση πέρασε και εγκαταστάθηκε στην Αστουρία.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά έκαναν τον Migetius ιδανικό πράκτορα της πολιτικής του Καρλομάγνου στην Ισπανία. Προϋπήρχε η αίρεσή του, προϋπήρχε η διδασκαλία του, προϋπήρχε η σέκτα του. Ο Migetius δεν εστάλη στην Ισπανία για να προβοκάρει. Ήταν ήδη εκεί. Ωστόσο, θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος ότι δεν υπάρχουν στοιχεία να τον συνδέουν με την πολιτική των Φράγκων. Μέχρι τώρα φαίνεται να δρα ανεξάρτητα και μόνο η παραπάνω ερμηνεία δεν αρκεί. Και όμως τα στοιχεία υπάρχουν, βρίσκονται μέσα στην μόλις αναφερθείσα επιστολή, αποκαλύπτουν τους συνδέσμους του Migetius με την φραγκοκρατούμενη Γαλατία και τον κατατάσσουν στους Μανιχαίους. Θα τα δούμε στη σειρά τους. Αμέσως τώρα θα περάσουμε στο δογματικό σφάλμα του Migetius που θα μας αποκαλύψει την φύση της αίρεσής του και την διδασκαλία του filioque, όπως την υποστήριζε.

Το μεγαλύτερο δογματικό σφάλμα στη διδασκαλία του Migetius ήταν τριαδολογικό. Αφορούσε τους ισχυρισμούς του για την ταύτιση των τριών υποστάσεων της Αγίας Τριάδας με τρία ιστορικά πρόσωπα, δηλαδή ταύτιζε τον Πατέρα με τον Δαβίδ, τον Υιό με τον Ιησού και το Άγιο Πνεύμα με τον απόστολο Παύλο. Αυτός ο ισχυρισμός είναι τόσο εξωφρενικός, αποστασιοποιεί τόσο πολύ την διδασκαλία του Migetius από την χριστιανική διδασκαλία, ώστε πολλοί μελετητές της υπόθεσης θεώρησαν ότι πρόκειται για κατασκευασμένη από τον Ελιπάνδο κατηγορία και την παρέβλεψαν[19].

Ωστόσο, ο Ελιπάνδος προχωρά στην ανασκευή της θεωρίας του Migetius με τέτοιο τρόπο, δηλαδή παράγραφο-παράγραφο, ώστε φαίνεται καθαρά ότι είχε μπροστά του πραγματικό κείμενο του Migetius. Ακόμα και αν δεν το είχε πει ο ίδιος στην επιστολή του, από τον τρόπο ανασκευής θα μπορούσε άνετα να βγει το συμπέρασμα ότι η γραφή του Ελιπάνδου ακολουθεί κάποιο υπάρχον κείμενο του Migetius. Πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν πραγματική θέση του Migetius.

Πιο συγκεκριμένα ο Migetius ισχυριζόταν ότι στην Αγία Τριάδα “υπάρχουν τρία φυσικά πρόσωπα[20]”, δηλαδή ο Δαβίδ, ο Ιησούς και ο Παύλος, τα οποία αντιστοιχούν στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα αντίστοιχα. Ο Ελιπάνδος χαρακτηρίζει την αίρεση αυτή ως καινοτομία, ασύγκριτη με κάποιο υπάρχον αιρετικό σύστημα[21]. Ας δούμε τι ισχυρίζονταν ο Migetius μέσα από το κείμενο του Ελιπάνδου:

“του οποίου Πατρός η υπόσταση είναι ειδικότερα ο Δαβίδ” (quod Patris persona specialiter David esse)[22].

“ότι η υπόσταση του Θεού Πατρός είναι πιστευτό ότι είναι ο Δαβίδ” (ut Dei Patris persona David esse credatur)[23].

“ο ίδιος ο Δαβίδ είναι η υπόσταση του Θεού Πατρός” (ipse est David persona Dei Patris)[24].

Αναφορικά με τον Υιό έλεγε τα εξής:

“για την υπόσταση του Υιού του Θεού ισχυρίζεσαι ότι είναι δεύτερη στην Αγία Τριάδα και είναι αυτή που συνελήφθη από την Παρθένο” (persona Filii Dei asseris quod ea sit secunda in Trinitate persona, quae assumpta est de Virgine)[25].

“Αυτό που λες περί της υποστάσεως του Υιού είναι το εξής, ότι δηλαδή είναι η δεύτερη υπόσταση στην Αγία Τριάδα, η οποία έγινε από το σπέρμα του Δαβίδ κατά σάρκα (Ρωμ. 1.3), και όχι ότι γεννήθηκε από τον Πατέρα” (de Filii namque persona quod dicis, eo quod ea sit secunda in Trinitate persona quae facta est ex semine David secundum carnem, et nonn ea quae genita est a Patre”[26].

Τέλος, περί του Αγίου Πνεύματος λέει τα εξής σημαντικά για την μελέτη αυτή:

“Σχετικά με την τρίτη υπόσταση, το Άγιο Πνεύμα, λες ότι είναι ο Παύλος” (De tertia vero persona Spiritus sancti quod dicis, eo quod Paulus sit)[27].

Αν ο Παύλος είναι, όπως ισχυρίζεσαι, η υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα και από τον Υιό...” (Si Paulus est, ut asseris, persona Spiritus sancti, quae a Patre Filioque procedit)[28]. (η έμφαση δική μας).

Εντελώς ξαφνικά εμφανίζεται το filioque, εκεί που δεν το περίμενε κανείς. Ποιος ομολογεί εδώ το filioque, ο Ελιπάνδος ή ο Migetius Ο Ελιπάνδος λέει “ισχυρίζεσαι” (asseris). Πρέπει να το λέει ο Migetius.

Στο έργο κατά του Ελιπάνδου των Beatus και Heterius διασώζεται και μια ομολογία πίστεως του Ελιπάνδου, το Symbolus Fidei Elipandi[29]. Εκεί ο Ελιπάνδος δεν ομολογεί filioque. Επίσης στην αναίρεση των ισχυρισμών του Migetius επικαλείται το Ιωαν. 16.13 “Spiritus a Patre meo procedet, ille vos docevit omnem veritatem[30]”, για να δείξει ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός. Και πάλι, αν ο Ελιπάνδος ήταν Υιοθετιστής, τότε σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να υποστηρίζει, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού. Άρα το filioque ήταν διδασκαλία του Migetius.

Αξίζει να προσεχθεί το ότι ο Migetius σε καμιά αναφορά του στο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, δεν αναφέρει ότι αυτό ταυτίζεται με τον Ιησού. Δεν αναφέρει δηλαδή τον Ιησού κατ' όνομα, αλλά μιλά για αυτόν που “συνελήφθη από την Παρθένο” ή για τον “εκ σπέρματος Δαβίδ, κατά σάρκα”. Ενώ αντίθετα για τα πρόσωπα του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος κατονομάζει τον Δαβίδ και τον Παύλο.

Από την πλευρά του ο Ελιπάνδος του απαντά τα εξής:

“Αλλά το πρόσωπο του Υιού δεν είναι αυτό που ισχυρίζεσαι ότι είναι ίσο με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή, αυτό που έγινε εκ σπέρματος Δαβίδ κατά σάρκα τους έσχατους καιρούς, αλλά μάλλον αυτό [το πρόσωπο] που γεννήθηκε από τον Θεό Πατέρα, χωρίς χρονική αρχή, το οποίο μίλησε δια του Προφήτου πριν την κατά σάρκα σύλληψή του[31]”.

Πού είναι σε αυτή την ομολογία ο Υιοθετισμός; Πουθενά. Βλέπουμε δηλαδή ότι από την μια ο Migetius εκφράζεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να προκαλέσει τον Ελιπάνδο να εκφράσει τις υιοθετιστικές του απόψεις, και από την άλλη ο Ελιπάνδος είναι πολύ προσεκτικός στις εκφράσεις του, ώστε να μην δώσει λαβή να κατηγορηθεί για Υιοθετισμό. Δεν μπόρεσε, βέβαια, να το αποφύγει, καθώς την σκυτάλη για την αντιμετώπισή του την παρέλαβαν οι Φράγκοι θεολόγοι, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ανοικτά για Υιοθετισμό, θεωρώντας την παραπάνω ομολογία, ως το locus classicus για ν' αποδείξουν τις κατηγορίες τους[32]. Αλλά ήταν ο Migetius αυτός που μίλησε για persona assumpta και όχι ο Ελιπάνδος. Όπως ήταν ο Migetius αυτός που ομολόγησε το filioque και όχι ο Ελιπάνδος. Αυτά δεν λέγονται για να απαλλάξουν τον Ελιπάνδο από τις κατηγορίες, αλλά για να φανεί το βρώμικο παιχνίδι που παίχτηκε εις βάρος του και εις βάρος της ισπανικής Εκκλησίας, με την ενορχήστρωση των Φράγκων.

Τι σημαίνει, όμως, το persona assumpta του Migetius; Σε απλά λόγια σημαίνει την εκ μόνης της Μητρός γέννηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Γι' αυτό ο Ελιπάνδος επιμένει ότι το δεύτερο πρόσωπο είναι ο Υιός ο γενητός εκ του Πατρός (genita est a Deo Patre). Τι σημαίνει πάλι εκ της Μητρός γέννηση και όχι εκ του Πατρός; Σημαίνει απλά την μανιχαϊκή δυαρχία. Γι' αυτό και ο Ελιπάνδος στην επιστολή του Ad Fidelis παρομοιάζει τον Migetius μαζί με τους υποστηρικτές του Beatus και Heterius με τον Φάουστο τον Μανιχαίο:

Bonosus et Beatus pari errore condemnati sunt. Ille credidit de matre adoptivum, et non de Patre ante saecula proprie genitum, et non de matre temporaliter adoptivum. Cui similem existimabo illum, nsi Fausto Manichaeo? Faustus condemnavit patriarchas et prophetas, iste condemnat doctores priscos et modernos[33]”.

Η εκ μόνης της μητρός γέννηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος θεωρία ήταν αίρεση των οπαδών του Πρισκιλλιανού. Αυτό το είχε στιγματίσει ο πάπας Λέων Α' στην επιστολή του προς τον Turribium επίσκοπο Αστουρίας για τις πλάνες των Πρισκιλλιανιστών:

“Και πάλι το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με τον ασεβή ισχυρισμό των ίδιων, ότι ο Υιός του Θεού αποκαλείται “μονογενής” γι' αυτό τον λόγο, ότι δηλαδή γεννήθηκε από Παρθένο. Για την ακρίβεια δεν θα τολμούσαν να το πουν αυτό, αν δεν είχαν πιει από το δηλητήριο του Παύλου Σαμοσατέα και του Φωτεινού, οι οποίοι είπαν ότι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός δεν υπήρχε πριν την γέννησή του από την Παρθένο Μαρία. Αλλά αν επιθυμούν να γίνει κάτι άλλο κατανοητό από το δόγμα τους και δεν χρονολογούν την αρχή του Χριστού από την μήτρα της μητρός Του, τότε πρέπει να ισχυριστούν ότι δεν υπάρχει μόνο ένας Υιός του Θεού, αλλά και άλλοι γεννήθηκαν από τον Ύψιστο Πατέρα, από τους οποίους αυτός γεννήθηκε από γυναίκα, και γι' αυτό λέγεται μονογενής, διότι κανείς άλλος από τους υιούς του Θεού δεν μπήκε στη διαδικασία να γεννηθεί. Συνεπώς ότι και να διαλέξουν ρίχνουν εαυτούς στην άβυσσο μεγάλης ασέβειας, εάν επιμείνουν ότι ο Χριστός και Κύριος ήρε την αρχή του από την μητέρα Του, ειδάλλως δεν πιστεύουν ότι είναι μονογενής του Θεού Πατέρα, εφόσον αυτός που ήταν Θεός γεννήθηκε από μητέρα και κανείς δεν γεννήθηκε από τον Πατέρα, παρά μόνο ο Λόγος[34]”.

Αυτό το διέγνωσε σωστά ο Ελιπάνδος, γι' αυτό και τον βλέπουμε να επιμένει στην εκ Πατρός γέννηση του δευτέρου προσώπου, χωρίς χρονική αρχή (genita est a Deo Patre, sine initio temporis). Ο Ελιπάνδος στην επιστολή των επισκόπων της Ισπανίας προς τους επισκόπους της Φραγκίας αποκαλεί τον Migetius “Casianorum et Salibanorum magistrum[35]” ως αρχηγό της αιρετικής σέκτας. Για τον όρο “Salibanorum” δεν έχει δοθεί κάποια ικανοποιητική εξήγηση, το τι μπορεί να σημαίνει και από που προέρχεται. Κάποιοι θεώρησαν ότι είναι αντιγραφικό λάθος και αρχικά ο Ελιπάνδος πρέπει να έγραψε “Sabellianorum”[36]. Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένα χειρόγραφο που να διατηρεί την υποτιθέμενη αρχική μορφή, οπότε η θεωρία αυτή απορρίπτεται. Ο όρος “Salibanorum” ή σε κάποιες περιπτώσεις “Salibaniorum” παραμένει ανεξήγητος.

Για τον όρο “Casianorum” πρώτος ο J. B. Enhueber θεώρησε ότι προέρχεται από τους δονατιστές, οι οποίοι επίσης επιδείκνυαν τον ίδιο πουριτανισμό στον τρόπο ζωής τους. Η καταγωγή του Δονάτου ήταν από την Casis Nigra της Β. Αφρικής. Η σέκτα των “Casianistas” ήταν υπαρκτή και καταδικάστηκε από την σύνοδο της Cordova το 839 μ.Χ. μαζί με τον τότε αρχηγό της τον Agila, ο οποίος ταυτίζεται με το πρόσωπο που θα εξετάσουμε αμέσως μετά, τον Egila, τον πράκτορα των Φράγκων, ο οποίος παρέλαβε την σκυτάλη μετά την καταδίκη του Migetius. Αυτοί οι “Casiani” στην σύνοδο της Cordova αναφέρεται ότι ήρθαν πέρα από την θάλασσα.

Πέραν, όμως, των διαφόρων ονομάτων, τα οποία κατά καιρούς τους δόθηκαν, σε μια προσπάθεια να ταυτιστεί η σέκτα του Migetius με κάποια άλλη περισσότερο γνωστή αίρεση, είτε τον Σαβελλιανισμό είτε τον Νεστοριανισμό – δεδομένου ότι ο Πρισκιλλιανισμός, μέχρι την παρούσα εργασία στο σύνολό της, δεν είχε μελετηθεί αυτόνομα αλλά σε σχέση με τις προηγουμένως αναφερθείσες αιρέσεις – η αρχική διάγνωση από τον πάπα Αδριανό Α' ότι επρόκειτο για Πρισκιλλιανισμό, ήταν η σωστή. Όπως θα δούμε παρακάτω, όταν ο πάπας Αδριανός Α' πληροφορήθηκε τι ακριβώς διδάσκει ο Egila στην Ισπανία, έγραψε μια επιστολή στους εκεί επισκόπους προειδοποιώντας ότι ακολουθεί την πλάνη του Migetius[37]. Στην δεύτερη επιστολή του προς τον ίδιο τον Egila, τον κατηγορεί για Πρισκιλλιανισμό[38].

Το ότι πρόκειται για Πρισκιλλιανισμό το επιβεβαιώνουν και οι μεταγενέστεροι μελετητές της υπόθεσης, όπως ο J. B. Enhueber. Στην διατριβή του για την αίρεση του Ελιπάνδου και του Φήλικος, αναφερόμενος στην σέκτα του Migetius βρίσκει τρία στοιχεία που αποδεικνύουν ότι πρόκειται για Πρισκιλλιανισμό, χρησιμοποιώντας την παραπάνω αναφερθείσα επιστολή του πάπα Λέοντα.

Το πρώτο είναι το ότι θεωρούν τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ως ένα, όπως ο Σαβέλλιος[39]. Αυτό, βέβαια δεν φάνηκε από τις απαντήσεις του Ελιπάνδου στις πλάνες του Migetius. Αντίθετα, φάνηκε ότι θεωρούσε όντως τρία πρόσωπα, όχι όμως ως θείες υποστάσεις, αλλά ως φυσικά, ιστορικά πρόσωπα. Πώς εξηγείται αυτό; Είδαμε ήδη από το δεύτερο μέρος της εργασίας μας ότι ο Πρισκιλλιανός θεολογούσε καταργώντας την θεολογία του προσώπου στην τριαδολογία και αντικαθιστώντας αυτήν με την δικής του έμπνευσης θεολογία του ονόματος. Αυτό, προφανώς εξελίχθηκε συν τω χρόνω στην μορφή που παρουσίαζε ο Migetius με τις τρεις υποστάσεις να αντιστοιχούν σε τρία ιστορικά πρόσωπα, εφόσον στον Πρισκιλλιανισμό δεν υπάρχει χώρος εντός της Αγίας Τριάδος, τα Πατήρ-Υιός-Άγιο Πνεύμα εκτός από ονόματα να υποδηλώνουν θείες υποστάσεις.

Ως δεύτερο αναφέρει τα όσα γράφει επίσης ο πάπας Λέων Α' στο δεύτερο κεφάλαιο της δικής του επιστολής προς τον Turribium, το ότι δηλαδή θεωρούσαν ότι κάποιες από τις ιδιότητες του Θεού δεν υπήρχαν εξαρχής, αλλά προέκυψαν στην πορεία, μετά την γέννηση του Υιού. Δηλαδή, υποστήριζαν όπως ο Άρειος, ότι υπήρχε εποχή κατά την οποία ο Θεός δεν είχε γεννήσει τον Υιό, οπότε δεν ήταν Πατέρας, αλλά έγινε Πατέρας μετά την εν χρόνω γέννηση του Υιού[40].

Τρίτο και τελευταίο στοιχείο αναφέρει την εκ μητρός γέννηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, ως αιτία του επιθέτου “μονογενής” και πάλι σε σχέση με όσα γράφει ο πάπας Λέων Α' στην επιστολή του[41]. Εξ αυτών των στοιχείων καταλήγει ότι η αίρεση του Migetius ήταν ο Μανιχαϊσμός-Πρισκιλλιανισμός[42].

Την άποψη του J. B. Enhueber ασπάζεται και ο Hefele στην Ιστορία των Συνόδων του. Αναφέρει κατά γράμμα το σκεπτικό του πρώτου επιβεβαιώνει με τις επιστολές του πάπα Αδριανού:

Από την άλλη, όπως γνωρίζουμε οι Πρισκιλλιανιστές εμπνέονταν από τις ιδέες του Σαβέλλιου περί Αγίας Τριάδος και ότι η Ισπανία ήταν η πατρίδα των Πρισκιλλιανιστών· όπως και το ότι στο πρώτο γράμμα προς τον Egila ο πάπας Αδριανός τού συνιστά να μην εμπιστεύεται τον Migetius και την αίρεση των Πρισκιλλιανιστών· όπως επίσης ότι του ζητά να μην ανανεώσει τα αρχαία σκάνδαλα και να μην αναβιώσει το αναθεματισμένο δόγμα. Ο Enhueber πίστευε ότι ο Migetius είχε πέσει στην πλάνη των Πρισκιλλιανιστών. Αυτή η αίσθηση είναι και η πιο πιθανή διότι εξηγεί πολύ καλά τις αποδοκιμασίες του Ελιπάνδου για τον Migetius σχετικά με το δόγμα για τον Υιό[43]”.

Από τους διαφωνούντες με την άποψη του Πρισκιλλιανισμού της αίρεσης αναφέρουμε τον Albert Hauck, ο οποίος αφήνει ανοιχτή την συζήτηση για την επίδραση ισλαμικών στοιχείων στη θεολογία του Migetius:

Το ερώτημα για το αν ο Migetius έχει δεχτεί μωαμεθανικές ή πρισκιλλιανιστικές επιρροές, το αφήνω ανοιχτό. Οι πρώτες μου φαίνονται πολύ απίθανες· σε κάθε περίπτωση, ο Möller πολύ σωστά παρατηρεί ότι μια συνειδητή αναλογία με μωαμεθανικές ιδέες δεν μπορεί να την σκέφτεται κανείς. Η επίδραση του Πρισκιλλιανού δεν μπορεί να αποδειχτεί επίσης. Βέβαια, στις πραγματείες του μπορεί να παρατηρήσει κανείς, ότι ασχολείται με το ίδιο πρόβλημα, όπως ο Migetius· αλλά η ατέλειωτη και συχνά επαναλαμβανόμενη έμφαση του Ιησού Θεού δείχνει, ότι το έλυσε [ο Πρισκιλλιανός] διαφορετικά από αυτόν [τον Migetius][44]”.

O Albert Hauck δεν προσεγγίζει το θέμα σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες που παρέχει ο Ελιπάνδος σχετικά με την διδασκαλία του Migetius. Περιορίζεται μόνο στα όσα λέει περί του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, διότι και αυτός στην ιστορία του εξετάζει το θέμα του Υιοθετισμού. Από τις παραπάνω διερευνήσεις του ζητήματος της φύσης της αίρεσης, είναι όλα τα άλλα στοιχεία αυτά που αποκαλύπτουν την ταυτότητά της και στο θέμα του Υιού είναι η θεωρία της persona assumpta αυτή που ταυτίζεται με τον πρισκιλλιανισμό. Ο Albert Hauck επικαλείται τον Möller[45], o οποίος, όμως, συζητούσε την επίδραση ισλαμικών στοιχείων μίας μονοθεϊστικής θρησκείας, μόνο σε σχέση με την άρνηση των τριών θείων προσώπων της Αγίας Τριάδος του Migetius. Την ορθή ερμηνεία όλων αυτών, την αναλύσαμε ήδη.

Ο Migetius παρουσιάζονταν σε αυτούς που τον ακολουθούσαν ως χαρισματικός αρχηγός. Στην επιστολή των επισκόπων της Ισπανίας προς τους συναδέλφους της Φραγκίας εμφανίζεται να αυτοπροβάλλεται ως όμοιος με τον Χριστό, να έχει επιλέξει δώδεκα αποστόλους και να επαναλαμβάνει τα λόγια του Κυρίου, “ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ” (Λουκ. 23.43). Επίσης ισχυριζόταν ότι θα πεθάνει και θα αναστηθεί την τρίτη ημέρα[46].

Από αυτά γίνεται κατανοητός ο επιφαινόμενος χαρισματικός, ίσως και αποκαλυπτικός-εσχατολογικός χαρακτήρας της αίρεσης, με τον αρχηγό της να κατέχει τον τόπο του Μεσσία και το σημαντικότερο, να προφητεύει την αντικατάσταση της υπάρχουσας εκκλησιαστικής δομής, κάτι που ήταν και η πολιτική επιδίωξη των Φράγκων. Ο χαρισματικός χαρακτήρας της φιγούρας του αρχηγού της σέκτας συνάδει με την τριαδολογική διδασκαλία του. Ο Θεός εμφανίζεται τρεις φορές στον κόσμο, ως Δαβίδ, Ιησούς, Παύλος και ο Migetius εμφανίζεται επίσης να μετέχει σε αυτή την διαδοχή των persona, ως ίσως η τελευταία αποκάλυψη του Θεού στους πιστούς.

Τέλος στην επιστολή του προς τον ηγούμενο Fidelis o Ελιπάνδος αναφέρει συνοδική καταδίκη του Migetius[47]. Αυτή η σύνοδος αναφέρεται στην βιβλιογραφία ως Σύνοδος της Σεβίλλης το 782 μ.Χ[48]. Χρονολόγησή της τοποθετείται μεταξύ της επιστολής του Ελιπάνδου προς τον Migetius, όπου τον προειδοποιεί ότι θα τον καταδικάσει σε μέλλοντα χρόνο και της επιστολής προς τον Fidelis, όπου αναφέρει ότι ήδη τον έχει καταδικάσει. Η μη ύπαρξη Πράξεων της Συνόδου ώθησε κάποιους να θεωρούν ότι τέτοια σύνοδος δεν έγινε[49]. Ωστόσο, δεν είναι η μόνη σύνοδος χωρίς σωζόμενα αρχεία και η μη ύπαρξή τους δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα. Το γεγονός της αντικατάστασης του Migetius από τον Egila φανερώνει την αδυναμία του πρώτου να συνεχίσει το έργο του.


β) Egila.


Για τον Egila μαθαίνουμε από μια σειρά τριών επιστολών του πάπα Αδριανού Α, τις νο 95,96, 97 στον Codex Carolinus[50]. Από την πρώτη μαθαίνουμε ότι ο Wilcharius “archiepiscopus Galliarum” πρότεινε στον πάπα Αδριανό κάποιον Egila, τον οποίο έκανε και επίσκοπο, να πάει στην Ισπανία και να πολεμήσει την αίρεση του Migetius[51]. Η εκφώνηση του Wilcharius ως “αρχιεπισκόπου Γαλλιών” δημιουργεί ζήτημα για το ποιος ήταν αυτός. Μάλλον πρόκειται για τον Wilcharius που ήταν αρχιεπίσκοπος της Sens το 769 μ.Χ. και ίσως για τον επίσκοπο Βιέννης το 735[52].

O Egila προσδιορίζεται ως επίσκοπος Ελβίρας[53] (Illiberitanum) στην Βαετική, κοντά στην σημερινή Γρανάδα. Προφανώς ήταν επίσκοπος χωρίς έδρα, καθώς κανένας Φράγκος επίσκοπος ή Αρχιεπίσκοπος δεν θα μπορούσε να τοποθετήσει άλλον επίσκοπο στην Ισπανία. Τέτοιοι περιφερόμενοι επίσκοποι ήταν κάτι συνηθισμένο την εποχή εκείνη με αποστολές όπως αυτή για παράδειγμα του αγίου Βονιφάτιου λίγες δεκαετίες προηγουμένως. Συνήθως στέλνονταν στους βάρβαρους ανατολικά του Ρήνου, Φρίσιους, Σάξονες και άλλους βάρβαρους. Ωστόσο, υπήρχαν και αποστολές εντός της εκκλησιαστικής επικράτειας με σκοπό την ευθυγράμμιση με την γραμμή της Ρώμης[54]. Πάντως ο Egila δεν στάλθηκε από τον πάπα, αλλά από τον Φράγκο Wilcharius. Από τον πάπα ζητήθηκε να τον περιβάλλει με επίσημη αναγνώριση.

Είναι άξιο παρατήρησης το ότι κανονικά δεν υπήρχε τέτοια έδρα στην εκκλησιαστική δομή της Ισπανίας. Ο λόγος είναι ευνόητος. Αν ο Egila τοποθετείτο επίσκοπος κάποιας πραγματικής επισκοπής με τοποθετημένο ήδη ιεράρχη, τότε θα ήταν σφετεριστής. Αυτό με την σειρά του θα προκαλούσε την άμεση αντίδραση των Ισπανών επισκόπων και θα επικαλούνταν την κανονικότητα. Θα είχε καταδικαστεί ο Egila πριν καν αναλάβει καθήκοντα. Γι' αυτό και ο πάπας προς τους επισκόπους της Ισπανίας γράφει στην τελευταία του επιστολή ότι ο συγκεκριμένος “δεν ζητούσε ούτε σφετερίστηκε την έδρα κανενός”[55]. Αυτό, βέβαια, μετά την αποκάλυψη της συμμετοχής του στην αίρεση του Migetius.

Έχει προβληθεί η υπόθεση ότι η αποστολή αυτή δηλώνει σχίσμα της ισπανικής Εκκλησίας[56]. Αυτή η υπόθεση δεν μπορεί να ευσταθεί για τον απλό λόγο της κανονικής συνέχειας των επισκόπων στις περισσότερες έδρες της Ισπανίας[57]. Δεν υπήρξε κάποια ανωμαλία στην διαδοχή των επισκόπων αυτή την εποχή και ο Ελιπάνδος δεν είχε καταδικαστεί για την αίρεση του Υιοθετισμού ακόμα. Η προβολή πάντως αυτής της υπόθεσης δείχνει ότι η καταπολέμηση της αίρεσης του Migetius ήταν απλά μία πρόφαση, και αυτό αποδεικνύεται από την εξέλιξη των γεγονότων.

Το όνομα Egila είναι γοτθικό. Καταγόταν, δηλαδή, από την Ισπανία, όχι από την Φραγκία. Η μετάβασή του εκεί και η χειροτονία του σε επίσκοπο φανερώνει ότι έγιναν κάποιες επαφές, οι οποίες με την σειρά τους υποδηλώνουν σχέσεις μεταξύ των Φράγκων και των Ισπανών. Ποιων Ισπανών; Σίγουρα όχι των μελών της κανονικής Εκκλησίας της Ισπανίας, εφόσον δεν επιλέχθηκε κάποιος από τους υφισταμένους ιεράρχες για την τακτοποίηση των εκεί ζητημάτων, αλλά στάλθηκε ένας εγκάθετος, περιβεβλημένος την παπική εμπιστοσύνη για τον καθησυχασμό των Ισπανών ιεραρχών.

Το ποια ζητήματα ήταν εντεταλμένος ο Egila να τακτοποιήσει στην Ισπανία γίνεται γνωστό ήδη από την πρώτη επιστολή του πάπα Αδριανού. Πρώτη εκκρεμότητα ήταν η τακτοποίηση της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα. Σ' αυτό το θέμα ο πάπας του συνιστά να ακολουθήσει την απόφαση της Α' Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας[58]. Ένα άλλο θέμα είχε να κάνει με την κατανάλωση χοιρινού και ζώου πνικτού με το αίμα του[59]. Οι διατροφικές διαφορές θα πρέπει να προέκυψαν μετά την αραβική κατάκτηση και τις εξ αυτής επιδράσεις. Πάνω σ' αυτό ο πάπας επιτρέπει την ελεύθερη κατανάλωση χοιρινού ακόμα και πνικτού, θυμίζοντας ότι η μωσαϊκή απαγόρευση ίσχυε στην Παλαιά Διαθήκη και την ακολουθούσαν οι Ιουδαίοι και οι μουσουλμάνοι. Το επόμενο θέμα αφορά τον προορισμό και του εκθέτει τη διδασκαλία της Εκκλησίας γι' αυτόν καθώς και ποιοι αιρετικοί τον δίδασκαν[60]. Του τονίζει ότι, όσοι ισχυρίζονται ότι η ανθρώπινη ζωή είναι προκαθορισμένη από τον Θεό, αρνούνται την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.

Επίσης του δίνει οδηγίες για θέματα που αφορούν τις σχέσεις με τους μουσουλμάνους και τους Εβραίους, το γάμο με μουσουλμάνους και το γάμο ιερέων. Τον προειδοποιεί, μάλιστα, ότι όσοι απαγορεύουν τις κοινωνικές σχέσεις με τους μουσουλμάνους και τους Ιουδαίους, ωστόσο δίνουν τις κόρες τους να παντρευτούν άπιστους με σκοπό να τους κάνουν πιστούς, όσοι χειροτονούν ιερείς χωρίς να τους εξετάσουν όντας παρόντες, όσοι κάνουν το καταστροφικό λάθος να τους χειροτονούν ενώ είναι νυμφευμένοι, όπως οι ψευδο-ιερωμένοι, και όσοι αρνούνται την ελεύθερη βούληση, αυτοί ακολουθούν την αίρεση του Πρισκιλλιανού[61].

Είναι ενήμερος, λοιπόν, ο πάπας για το ότι στην Ισπανία υπάρχουν ακόμα οπαδοί της αίρεσης του Πρισκιλλιανού. Γνωρίζει τι διδάσκουν, πώς ζουν, τι προβλήματα δημιουργούν στην ισπανική Εκκλησία και με σκοπό την αντιμετώπιση της αίρεσης εκεί, δέχεται την αποστολή του Egila και του δίνει συμβουλές για το πώς θα αντιμετωπίσει τις αιρετικές διδασκαλίες, πώς θα κανονίσει τα πρακτικά ζητήματα στη ζωή των Χριστιανών, με βάση την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας.

Το περίεργο είναι ότι ο Egila δεν έλαβε ποτέ την επιστολή του πάπα, τουλάχιστον έτσι ισχυρίστηκε. Αυτό του άφησε ελευθερία κινήσεων να δράσει κατά το δοκούν ή σύμφωνα με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτών που του ανέθεσαν την αποστολή. Το πιο περίεργο, όμως, είναι ότι στο σημείο αυτό επεμβαίνει ο ίδιος ο Καρλομάγνος. Αυτός ζητά από τον πάπα να στείλει ένα αντίγραφο της επιστολής στον Egila από το αρχείο του[62]. Ποιος ο ρόλος του Φράγκου ηγεμόνα σε όλα αυτά; Το ότι ο Καρλομάγνος έστειλε τον επίσκοπο Πέτρο της Πάβια να μεταφέρει το αίτημά του στον πάπα, δείχνει ότι η όλη υπόθεση ήταν συνδεδεμένη με το θέμα του Υιοθετισμού και την αντιμετώπιση του Ελιπάνδου και της ισπανικής Εκκλησίας.

Η εμπλοκή του Καρλομάγνου φανερώνει και το ενδιαφέρον του για την Ανδαλουσία. Μετά την ήττα του μπροστά στα τείχη της Σαραγόσα το 778 μ.Χ., δύο χρόνια πριν από τα γεγονότα που ιστορούμε, ο Φράγκος ηγεμόνας κατάλαβε ότι εκτός από την Ναρβόνη και την Marca Hispanica δεν θα μπορούσε να επεκτείνει τις κατακτήσεις του νοτιότερα. Εξακολούθησε να διατηρεί επαφές με τους αντάρτες στα βόρεια της χερσονήσου και επέδραμε στο ανατολικό σύνορο της Ταρραγωνίας. Ο βασικός πυλώνας της στρατηγικής του ήταν η δημιουργία μιας πέμπτης φάλαγγας εντός της μουσουλμανικής επικράτειας. Το έδαφος έκαναν πρόσφορο οι χριστιανικοί πληθυσμοί εντός αυτής της επικράτειας, αλλά η διοικούσα ιεραρχία είχε επιλέξει την πολιτική της συνεργασίας με τους κατακτητές, μια πολιτική που είχε εφαρμόσει με επιτυχία με την προηγούμενη βησιγοτθική κατάκτηση.

Η σκέψη αυτή του Καρλομάγνου έβρισκε το προηγούμενό της στην αποστολή του αγίου Βονιφάτιου στις ειδωλολατρικές γερμανικές φυλές ανατολικά του Ρήνου. Ο εκχριστιανισμός αυτών των βαρβάρων διευκόλυνε την μετέπειτα κατάκτησή τους από τους Φράγκους και την ενσωμάτωσή τους στην φράγκικη σφαίρα επιρροής. Αυτή η τακτική του επέτρεψε να καταλάβει την Βαρκελώνη το 801 μ.Χ.. Ήταν δηλαδή, αποδοτική, εκ του αποτελέσματος κρινόμενη. Το αποτέλεσμα προέκυψε από την παρουσία του ως υπερασπιστή των Χριστιανών και εχθρού των απίστων.

Η αποστολή του Egila, προς βοήθεια του Migetius και ενάντια στην πολιτική συνεργασίας της ισπανικής Εκκλησίας, επέκτεινε την αρμοδιότητα της φραγκικής εκκλησίας στα εκκλησιαστικά όρια της ισπανικής. Η εκκλησιαστική επέκταση είχε ως απώτερο στόχο την εδαφική επέκταση και η παπική εμπλοκή την νομιμοποιούσε. Ο στόχος, όμως του πάπα δεν ήταν πολιτικός. Ήταν εκκλησιαστικός και αφορούσε στην καταπολέμηση της αίρεσης. Η σύλληψη της ιδέας έγινε στην βασιλική αυλή και όχι στη Ρώμη. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι ο πάπας έδωσε απλώς την άδειά του στην πρώτη επιστολή. Ο τόπος σύλληψης της ιδέας δείχνει καθαρά ότι ο στόχος ήταν πολιτικός. Από την άλλη ο πάπας δεν πρέπει να ήταν ενήμερος για όλες τις πτυχές της επιχείρησης.

Ο πάπας επαναλαμβάνει συνεχώς στις τρεις αυτές επιστολές την εμπλοκή του Wilcharius στην αποστολή του Egila. Ακόμη και όταν δεν γνώριζε την αιρετική φύση των απόψεων του Egila, τόνιζε ότι ήταν ο Wilcharius αυτός που τον χειροτόνησε επίσκοπο και κρατούσε επαφή μαζί του. Η ενημέρωση του πάπα εξαρτιόταν από αυτόν και όταν δεν έλαβε απάντηση στην πρώτη επιστολή του προς τον Egila, προς αυτόν απευθύνθηκε. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να δείξει στους Ισπανούς ιεράρχες, τον πραγματικό υπαίτιο της πρόκλησης οποιασδήποτε αναταραχής προέκυπτε.

Μπορούμε, λοιπόν, εκ του ασφαλούς να υποθέσουμε ότι οι εμπνευστές της όλης ιδέας ήταν ο Καρλομάγνος και ο Wilcharius. Ο Καρλομάγνος γίνεται μεσάζων όταν ο πάπας διαμαρτύρεται για τη μη λήψη απάντησης από τον Egila, και απευθύνεται στον Wilcharius. Αν ο πάπας αντιλαμβανόταν ή επληροφορείτο το τι ακριβώς γίνεται, τότε η όλη αποστολή ετίθετο σε κίνδυνο. Γι' αυτό επεμβαίνει ο ίδιος ο Καρλομάγνος, ο οποίος με το βασιλικό του κύρος ακόμη και αν δεν καταφέρει να καθησυχάσει τον πάπα, τουλάχιστον πετυχαίνει να του επιβάλλει να συνεργαστεί.

Τι δείχνει, όμως, η άρνηση απάντησης του Egila; Ότι απλά δεν αναφερόταν στον πάπα, εφόσον δεν ήταν ο άμεσα προϊστάμενός του και δεν τον αναγνώριζε καν ως πνευματικό προϊστάμενό του. Οι συμβουλές του πάπα για την αποστολή, αν δεν ήταν αντίθετες με τα όσα ο ίδιος πίστευε, ήταν τουλάχιστον αδιάφορες, καθώς ο Egila είχε εντολές απευθείας από τον Καρλομάγνο. Δεν είχε λόγο να αναφέρεται στον πάπα για την πρόοδο της αποστολής του, διότι αναφερόταν στον ίδιο τον βασιλιά. Από πού προκύπτει αυτό; Από το γεγονός ότι και οι επιστολές του πάπα σώζονται στον Codex Carolinus, δηλαδή στα βασιλικά αρχεία εκείνης της περιόδου και επειδή διατηρήθηκαν εκεί έχουν φτάσει σε εμάς σήμερα. Αυτό, επίσης δείχνει και την ύψιστη σημασία της αποστολής για τον Καρλομάγνο.

Γιατί, όμως, επιλέχθηκε ο Wilcharius να αναλάβει το διοικητικό σκέλος αυτής της αποστολής; Διότι, πρώτον, η επιχείρηση δεν προέβλεπε κάποιο σκέλος άμεσης στρατιωτικής επιχείρησης, αλλά ήταν προσπάθεια άλωσης εκκλησιαστικής δομής, και αυτό απαιτούσε εκκλησιαστικό προϊστάμενο. Ο ίδιος είχε την απαιτούμενη εμπειρία και την είχε αποκομίσει από την ενσωμάτωση της Ναρβόννης στην φράγκικη εκκλησία.

Όταν, το 767 μ.Χ. ο Πεπίνος κατέλαβε την Τουλούζη, ολοκληρώθηκε η αποκατάσταση του δουκάτου της Ακουιτανίας. Αυτό με την σειρά του είχε ως αποτέλεσμα την επανένταξη της Ναρβόννης σ' αυτό το δουκάτο, ύστερα από τρεις αιώνες υπαγωγής της τοπικής εκκλησίας στην αρμοδιότητα του Τολέδο.

O Wilcharius δεν ήταν Φράγκος, ήταν Ιταλός. Αρχικά ήταν επίσκοπος στο Nomento κοντά στην Ρώμη. Είχε ακολουθήσει τον πάπα Στέφανο Β' το 754 μ.Χ. στην αυλή του Πεπίνου, όταν ο πρώτος ζήτησε την προστασία του Φράγκου βασιλιά έναντι των επιβουλών των Λογγοβάρδων. Έκτοτε παρέμεινε στην Φραγκία, ενεργώντας ως παπικός λεγάτος. Το 766 του ανατέθηκε η αρχιεπισκοπή της Sens, οπότε ανέβηκε στην κορυφή της φράγκικης ιεραρχίας, παραμένοντας σύνδεσμος της αυλής με την Ρώμη.

Στην συνέχεια ο Πεπίνος ζήτησε από την Ρώμη να του στείλει επισκόπους μορφωμένους για να μπορέσει να επανδρώσει την φράγκικη εκκλησία. Για τον σκοπό αυτό συγκεντρώθηκαν στο Λατεράνο τον Απρίλιο του 769 οι Ρωμαίοι επίσκοποι μαζί με αυτούς από την Λομβαρδία,την Τοσκάνη, την Καμπανία και την Φραγκία. Ο Πεπίνος πέθανε τον Σεπτέμβριο του 768, οπότε στη σύνοδο παραβρέθηκαν οι γιοι του Κάρολος και Καρλομάγνος. Σε αυτή πρόεδρος ήταν ο Wilcharius. Ανάμεσα στα άλλα επικυρώθηκε συνοδικά και η υπαγωγή της Ναρβώννης, ως Galia Narbonnense στην φράγκικη εκκλησία και η αποκοπή της από την ισπανική, ύστερα από τρεις αιώνες.

Αυτός, λοιπόν ο Wilcharius συγκέντρωνε στο πρόσωπό του το ενδιαφέρον της ρωμαϊκής, φραγκικής και ισπανικής εκκλησίας. Ήταν το πλέον ενδεδειγμένο πρόσωπο να κατευθύνει αυτήν την επιχείρηση με την πλούσια γνώση των θεμάτων των τριών εμπλεκομένων εκκλησιών.

Η επιλογή του Egila αποδείχθηκε αποτυχημένη. Ο Egila αποκαλύφθηκε ότι ήταν μαθητής του Migetius. Αυτή η αποκάλυψη ανάγκασε τον πάπα Αδριανό να στείλει απολογητική επιστολή στους επισκόπους της Ισπανίας, όπου εξηγούσε με ποιον τρόπο έγινε η περιβολή του. Έπειτα, συμφώνησε με τους εκεί επισκόπους ότι δεν του οφείλουν υπακοή, αίροντας την κάλυψή του σε αυτόν:

Δεν κηρύττει ορθά αυτός ο Egila, αλλά ακολουθώντας τον διδάσκαλό του Migetius, υποκρίνεται και διδάσκει πλάνες ενάντια στην καθολική πίστη, και συμβουλεύει πολλά ενάντια στις εκκλησιαστικές συνήθειες. Όλα αυτά είναι πολύ σοβαρά[63]”.

Πραγματικά, αν προσέξει κάποιος τα θέματα, τα οποία ήταν εντεταλμένος να αντιμετωπίσει ο Egila από τον πάπα Αδριανό, είναι ακριβώς τα όσα ανορθόδοξα και αντιεκκλησιαστικά δίδασκε ο Migetius. Η ειρωνεία είναι ότι αυτός που θα αντιμαχόταν την αίρεση ήταν στην πραγματικότητα προπαγανδιστής της. Ήταν, άραγε, γνωστές οι πεποιθήσεις του Egila στον Wilcharius πριν την χειροτονία του σε επίσκοπο; Αυτό θα το εξετάσουμε παρακάτω.

Ο πάπας Αδριανός στην επιστολή του προς τους Ισπανούς επισκόπους, παραδέχεται μεν ότι φέρει την ευθύνη της αποτυχίας, αλλά μεταβιβάζει και μέρος της ευθύνης, όσον αφορά την επιλογή του προσώπου, στον Wilcharius, ο οποίος ήταν ο άμεσα υπεύθυνος να ελέγξει τον Egila για την ορθότητα της πίστης του και την νομιμοφροσύνη της αφοσίωσής του. O Wilcharius είχε επαινέσει την πίστη, τα ήθη και τις δραστηριότητες του προτεινόμενου και με δική του παρακίνηση, τον έκανε επίσκοπο και τον έστειλε στην Ισπανία[64]. Να προσεχθεί ότι ο πάπας βεβαιώνει εξονυχιστικό έλεγχο (quatenus) και πραγματική εξέταση (veram examinationem) του Egila.

Τρεις είναι οι πιθανές εξηγήσεις για την αδυναμία διάγνωσης των αιρετικών απόψεων του Egila, από τον Wilcharius. Η πρώτη, ότι ο Egila ήταν πραγματικά ορθόδοξος και στην συνέχεια της αποστολής του επηρεάστηκε από τον Migetius και έγινε αιρετικός· η δεύτερη ότι ήταν υποκριτής και κατάφερε να ξεγελάσει τους πάντες· η τρίτη ότι ο Wilcharius ήξερε πολύ καλά ποιον είχε επιλέξει ως πράκτορα και απλά ξεγέλασε τον πάπα. Ποια από τις τρεις να ευσταθεί;

Η απάντηση προκύπτει μέσα από τα γεγονότα, και αυτά είναι τα εξής:

α) Ο Egila δεν συνάντησε ποτέ τον πάπα. Η μεταξύ τους επικοινωνία γινόταν μέσω τρίτων.

β) Ο Egila δεν απάντησε ποτέ στις επιστολές του πάπα. Δεν του έγραψε το παραμικρό, οπότε ο πάπας δεν είχε ποτέ ιδία γνώση για τα όσα πιστεύει ο Egila.

γ) Όταν ο πάπας έγραψε στον Wilcharius υποψιασμένος και ανήσυχος για τη συμπεριφορά του Egila, για την έλλειψη επικοινωνίας, για τη μη αποστολή οποιασδήποτε αναφοράς εκ μέρους του προς αυτόν για την πορεία του έργου του, τότε επενέβη ο Καρλομάγνος, αφενός για να τον δικαιολογήσει, αφετέρου για καθησυχάσει τον πάπα.

δ) Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε αυτή την φορά όχι ο Wilcharius, αλλά ο Πέτρος της Πάβια, ένα επίσης υψηλά ιστάμενο πρόσωπο της θεολογικής μερίδας του Καρλομάγνου. Τώρα, εμφανιζόταν και δεύτερος μάρτυρας της ορθοφροσύνης του Egila.

Όλα αυτά δείχνουν ότι οι Φράγκοι κάλυπταν μέχρι τέλους τον Egila, μην αφήνοντας τον πάπα να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την πίστη του Egila.

Στο σημείο αυτό δεν συμφωνούμε με τον D. Ramon Abadal, του οποίου κατά τα άλλα την πολύ ωραία ανάλυση ακολουθούμε, ότι ο Egila αναγκάστηκε να συμμαχήσει με τον Migetius, λόγω της αντίδρασης της πολύ δυνατής ισπανικής Εκκλησίας και για να δώσει στον τίτλο του επισκόπου Ελβίρας ποίμνιο.

Στο πρώτο, μπορεί να απαντήσει κανείς ότι ο Egila ήταν απεσταλμένος της φραγκικής και της ρωμαϊκής εκκλησίας και είχε την υποστήριξη του Καρλομάγνου. Η αντίδραση της ισπανικής εκκλησίας θα έπρεπε να είναι αναμενόμενη, δεδομένου του χαρακτήρα της αποστολής του.

Από την άλλη, δεν έχει καταγραφεί αυτή η υποτιθέμενη αντίδραση της ισπανικής εκκλησίας προς το πρόσωπο του Egila πουθενά. Όλα τα κείμενα, οι επιστολές του Ελιπάνδου, τις οποίες είδαμε παραπάνω, καταφέρονται εναντίον του Migetius. Ο Egila δεν αναφέρεται πουθενά. Τελικά, ο Migetius καταδικάστηκε στην σύνοδο της Σεβίλλης.

Τα περί ποιμνίου της ανύπαρκτης έδρας του επισκόπου Egila δεν είναι σοβαρά. Αν οι προθέσεις του ήταν εξαρχής ειλικρινείς δεν θα αναζητούσε ποίμνιο ανάμεσα στους αιρετικούς. Η αποστασία του θα έδινε ακόμα περισσότερα όπλα στους Ισπανούς να τον πολεμήσουν και τελικά να ακυρώσουν την αποστολή του, όπως και έγινε. Η επιστολή του πάπα Αδριανού προς τους επισκόπους της Ισπανίας μπορεί να εκληφθεί ως επικύρωση της συνόδου της Σεβίλλης. To “dudum” με το οποίο ξεκινά ο πάπας την απολογία του δείχνει ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα.

Απ' ότι φαίνεται ο πάπας Αδριανός ήταν πολύ καλά ενημερωμένος για τα τεκταινόμενα. Ποιος ήταν αυτός που του μετέφερε τις πληροφορίες; Πρόκειται για ένα δύσκολο ερώτημα. Είναι πολλοί αυτοί που θα τον ήθελαν να βρίσκεται στο σκοτάδι. Αφ' ενός οι Φράγκοι δεν θα ήθελαν να καταλάβει τα πραγματικά τους σχέδια, αλλά να νομίζει ότι προσπαθούσαν να επαναφέρουν την εκκλησία της Ισπανίας στην δική του πνευματική καθοδήγηση. Αφ' ετέρου οι Ισπανοί προτιμούσαν την αυτοκεφαλία, στην οποία είχαν συνηθίσει αιώνες τώρα. Για τους αιρετικούς ούτε λόγος, άσχετα αν προέβαλαν φραστικά την υπεροχή της Αγίας Έδρας, ως μία αφηρημένη ιδέα.

Αν η ενημέρωση του πάπα προερχόταν από κάποια μη διασωθείσα επιστολή των Ισπανών, στην οποία αναφερόταν η καταδίκη του Migetius στη σύνοδο της Σεβίλλης σε συνδυασμό με το ποιόν του Egila, τότε πώς ο πάπας γνώριζε ότι ο Ελιπάνδος δίδασκε τον Υιοθετισμό; Στην τρίτη επιστολή του προς τους επισκόπους της Ισπανίας ο πάπας Αδριανός αναφέρεται σε αυτό το ζήτημα, αμέσως μετά την δική του απολογία και την επίρριψη ευθυνών στον Wilcharius. Είναι σαν να τους λέει, ότι ναι μεν αυτός έκανε λάθος, παρασυρόμενος από τον Αρχιεπίσκοπο Γαλλιών, αλλά και αυτοί ακολουθούν έναν Αρχιεπίσκοπο, τον Ελιπάνδο, ο οποίος διδάσκει τον Υιοθετισμό, μία αίρεση καταδικασμένη από την εποχή του Νεστόριου[65]. Συνεχίζει παρακάτω την επιστολή του παραθέτοντας πατερικά χωρία ενάντια σε αυτήν την αίρεση, αφού τους έχει ψέξει επειδή ανέχονται στις τάξεις τους τον Ελιπάνδο, τον Ascaricus και άλλους συνεπισκόπους που διδάσκουν σύμφωνα με τον Υιοθετισμό.

Τι απέγινε, όμως, ο Egila; Οι Ισπανοί φάνηκαν ιδιαίτερα προσεκτικοί, ώστε να μην καταδικάσουν στην σύνοδο της Σεβίλλης ένα πρόσωπο, το οποίο ήταν υπό παπική περιβολή. Ωστόσο και αυτός δεν απέφυγε την συνοδική καταδίκη λίγες δεκαετίες αργότερα. Το 839 μ.Χ. έγινε μία σύνοδος στην Cordoba, η οποία ασχολήθηκε με την αίρεση των Κασιανών. Σε αυτή συμμετείχε ο επίσκοπος Κόρδοβας Ρεκκαφρέδος, όπως επίσης και ο επίσκοπος Ακουιτανίας Quiricus. Το ότι συμμετείχε και μία φράγκικη εκκλησία σε αυτήν δείχνει ότι είχε έρθει η ώρα για τους Φράγκους να καταδικάσουν τους πρώην συμμάχους τους. Για ποιον λόγο θα δούμε σε λίγο.

Εις το όνομα του Χριστού παραβρέθηκαν ομού οι επίσκοποι με σκοπό να εξασθενήσουν οι θέσεις των αιρέσεων με την ευφράδεια της καθολικής πίστεως, εν συντομία αναφέροντες τους αδελφούς και συνεπισκόπους ημών, τον Ρεκκαφρέδο επίσκοπο Κόρδοβας ή Egebrensis και τον Quiricus της έδρας της Ακουιτανίας, στα όρια της εκκλησιαστικής περιφέρειας της οποίας οι Ακέφαλοι με το όνομα Κασιανοί, αφού περιπλανήθηκαν σε περίπλοκα μονοπάτια, έχουν φθάσει στις ακτές της θάλασσας, που ονομάζονται Epagro στην περιφέρεια Egabrense. Εκεί είναι η φωλιά του φιδιού, όπου λαμβάνουν χώρα οι ασεβείς τελετουργίες τους. Ανταποκρινόμενοι [οι επίσκοποι] στους αποκρισάριους της Ρώμης, οι οποίοι στάλθηκαν για να αποκόψουν τους αρχηγούς αυτής της μιαρής ανηθικότητας από την παράδοση, καθώς δεν συντάσσονται με την δική μας πίστη.[66]”


Η σύνοδος πραγματοποιήθηκε στην Κόρδοβα, διότι η αίρεση αυτή είχε εξαπλωθεί στην επαρχία Egabro (Diocensis Egabrensis, επαρχία σύμφωνα με την ρωμαϊκή διοικητική διαίρεση, το σημερινό Cabro) στην Βαετική. Επικεντρωνόταν δηλαδή στον χώρο δράσης του Migetius και στην θεωρητική επισκοπή του Egila. Σημαντική παρατήρηση είναι ότι η σύνοδος πραγματοποιήθηκε κατόπιν προτροπής της Ρώμης. Δύο σκέψεις πάνω σ' αυτό. Πρώτον ότι οι Ισπανοί ανταποκρίνονται πλέον στην πνευματική καθοδήγηση της Ρώμης. Μετά την καταδίκη του Υιοθετισμού στο πρόσωπο του Ελιπάνδου και αργότερα του Φήλικα της Urgel, οι Ισπανοί έχουν γίνει πιο ελαστικοί σε θέματα συνεργασίας με τις υπόλοιπες δυτικές εκκλησίες. Δεύτερον, η προτροπή της Ρώμης εξηγεί και την παρουσία ενός Φράγκου επισκόπου σε μια ισπανική σύνοδο. Το γεγονός είναι τόσο σημαντικό ώστε να εκφωνείται ο Φράγκος επίσκοπος μετά τον τοπικό Ρεκκαφρέδο.

Το “Ακέφαλοι” δείχνει ότι το όνομά τους δεν προέρχεται από τον αρχηγό τους, εφόσον αυτός είναι άγνωστος, ούτε βέβαια από τον άγιο Κασσιανό, εφόσον η διδασκαλία τους αρνείται την τιμητική προσκύνηση των λειψάνων των αγίων, όπως θα δούμε παρακάτω. Οι αιρετικές διδασκαλίες που καταδικάζονται σε αυτήν την σύνοδο είναι όσες είδαμε μέχρι τώρα να έλκουν την πατρότητά τους στο Migetius και τους Κασιανούς του. Πιο αναλυτικά αναφέρεται η αποχή από συνεστιάσεις με τους “εθνικούς”, δηλαδή τους μουσουλμάνους[67]. Σε αυτό η σύνοδος αντιπαραβάλει τα λόγια του αποστόλου Παύλου από την Α' Κορινθίους 10.27-28:
εἰ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων καὶ θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν. ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε δι᾿ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς [68]”,

την Προς Τίτον 1.15:
πάντα μὲν καθαρὰ τοῖς καθαροῖς· τοῖς δὲ μεμιαμμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις[69]”

και τα λόγια του Κυρίου από το Κατά Ματθαίον 15.11&19:
οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι[70]”


Στη συνέχεια η σύνοδος προχωρά στην ταυτοποίηση της φύσης της αίρεσης και στη δεύτερη πλάνη αυτής. Αναγνωρίζει ότι πρόκειται για Μανιχαϊσμό και δικαιολογεί αυτή την διάγνωση από το γεγονός, ότι οι αιρετικοί νήστευαν την ημέρα των Χριστουγέννων, όπως έκαναν ο Κέρδων και ο Μαρκίων. Αυτή τους η πλάνη είναι ήδη καταδικασμένη από σύνοδο:


Αυτά ισχύουν και για την αίρεση των Μανιχαίων, η οποία έχει στοιχεία της σε αυτούς, όπως το ότι νηστεύουν την έκτη ημέρα από τα Χριστούγεννα, και αυτό κανονίζεται από συνοδική απόφαση, κατά την οποία “όποιος νηστεύει οποιαδήποτε μέρα της εορτής της Γέννησης του Κυρίου (σ.σ. Εννοείται το δωδεκαήμερο κατά το οποίο έχει κατάλυση εις πάντα), όπως έκαναν ο Κέρδων και ο Μαρκίων και εκείνος ο Μανιχαίος, ας είναι ανάθεμα[71]”


Η καταδίκη στην οποία αναφέρεται εδώ η σύνοδος είναι η τέταρτη καταδίκη της πρώτης συνόδου της Braga το 561 μ.Χ. Σε αυτήν την σύνοδο καταδικάστηκε ο Πρισκιλλιανισμός και οι πρακτικές του, όπως η νηστεία το Άγιο Δωδεκαήμερο. Η τέταρτη καταδίκη αναφέρει ότι όποιος δεν τιμά την Γέννηση του Χριστού, αλλά νηστεύει την ημέρα αυτή και δεν αναγνωρίζει ότι ο Χριστός έλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση, όπως ο Μαρκίων, ο Κέρδων, ο Μανιχαίος και ο Πρισκιλλιανός, ας είναι ανάθεμα[72].


Η επόμενη πλάνη των Κασιανών αφορά στην μη απόδοση τιμητικής προσκύνησης στα λείψανα των αγίων. Η σύνοδος θυμίζει ότι η ίδια πλάνη είχε εμφανιστεί την εποχή του αγίου Ιερωνύμου και την είχε αυτός καταπολεμήσει:


Επίσης, αυτοί βρίσκονται σε συμφωνία με την αίρεση του Vigilantius, οι οποίοι δεν τιμούν τα άγια λείψανα, για τον οποίο ο άγιο Ιερώνυμος αναφέρεται όχι ως Vigilantius (σ.σ. άγρυπνος), αλλά Dormientius (σ.σ. Κοιμισμένος)[73]”


Γίνεται αναφορά στην επιστολή νο 109 του αγίου Ιερωνύμου. Η συγκεκριμένη επιστολή είχε ως παραλήπτη έναν πρεσβύτερο από την Ακουιτανία, τον Riparius. Αυτός είχε γράψει προηγουμένως μία επιστολή (η απάντηση σε αυτήν είναι η επιστολή νο 61 του αγίου Ιερωνύμου) στην οποία του ανέφερε τις πλάνες του Vililantius. Ο τελευταίος καταφερόταν ενάντια στην τιμητική προσκύνηση των λειψάνων και ενάντια στις πανυχίδες (λατ. Vigilia, εξ ίσως και το όνομα). Ο Ιερώνυμος είχε υποσχεθεί να στείλει συστηματική αναίρεση των πλανών του, αν ο Riparius του έστελνε το φυλλάδιο με τις διδασκαλίες του. Η επιστολή νο 109 είναι η συστηματική αυτή αναίρεση. Εκεί γράφει:


Τώρα που έλαβα την επιστολή σου, αν δεν την απαντήσω θα είμαι ένοχος έπαρσης και αν την απαντήσω θα είμαι ένοχος υπερβολικής βιασύνης. Διότι τα θέματα για τα οποία ζητάς την γνώμη μου είναι τέτοια που δεν μπορούν να συζητηθούν ή να ακουστούν χωρίς χυδαιότητα. Μου αναφέρεις ότι ο Vigilantius (του οποίου το όνομα Άγρυπνος είναι αντίφαση· μάλλον θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται Κοιμισμένος) άνοιξε πάλι τα δύσοσμα χείλη του και χύνει έναν χείμαρο βρωμερού δηλητηρίου πάνω στα λείψανα των αγίων μαρτύρων· και αποκαλεί εμάς που τα προσκυνούμε σταχτέμπορους και ειδωλολάτρες, που αποτίουν φόρο τιμής στα οστά των νεκρών. ... Εμείς αρνούμαστε να λατρέψουμε ή να προσκυνήσουμε, όχι μόνο τα λείψανα των μαρτύρων, αλλά ακόμη και τον ήλιο και τη σελήνη, τους αγγέλους και αρχαγγέλους, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, και 'παντὸς ὀνόματος ὀνομαζομένου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι' (Εφ. 1.21). Διότι δεν λατρεύουμε 'τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα, ὅς ἐστιν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας' (Ρωμ. 1,25). Τιμάμε, όμως, τα λείψανα των μαρτύρων, ώστε να λατρέψουμε Αυτόν, του οποίου μάρτυρες είναι. Τιμάμε τους δούλους ώστε η τιμή αυτών να ανέβει στον Κύριό τους, ο οποίος λέει ο ίδιος: '῾Ο δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται' (Ματθ. 10.40)[74]”.

Στην συνέχεια η σύνοδος αναφέρεται στην αμφισβήτηση των ιερέων της Εκκλησίας και την αναγνώριση ως μοναδικών πραγματικών ιερέων αυτών, τους οποίους χειροτονεί ο αρχηγός της αίρεσης. Ποιος είναι αυτός; Ας δούμε:


Προκαλεί έκπληξη η έπαρση των Κασιανών στα ήθη και τις ασεβείς παραδόσεις τους, οι οποίες απορρίπτουν τα άγια, και με άλλους δεν μεταλαμβάνουν, αλλά κοινωνούν από τα δικά τους μυστήρια, κάτι το οποίο απορρίπτεται από τα ήθη των καθολικών, και οι διάκονοί τους κατά την θεία Ευχαριστία μεταδίδουν τα Τίμια σε άνδρες και γυναίκες που είναι δίπλα-δίπλα. Αυτοί έχουν την ελπίδα της σωτηρίας τους σε ιουδαϊκούς και αιρετικούς μύθους, σαν να τους οδηγούν σκυλιά..
... το οποίο δεν είναι σε αυτούς να κρίνουν του πιστούς χειροτονημένους, σύμφωνα με τις κανονικές αποφάσεις, διότι είναι λειτουργοί του ίδιου του δημιουργού τον οποίον πιστεύουν, ενώ όπως λένε αυτοί μόνο o Agila μπορεί να χειροτονεί επισκόπους, επειδή από κανέναν άλλο δεν έμαθαν το δόγμα[75]”.


Βλέπουμε, ότι πλέον ο αρχηγός της αίρεσης είναι ο Agila, ο ίδιος εκείνος Egila, ο μαθητής του Migetius, τον οποίον είχαν στείλει οι Φράγκοι, υποτίθεται, να την καταπολεμήσει. Αυτός είχε πλέον αναλάβει την ηγεσία της σέκτας και ως πνευματικός της οδηγός, ισχυριζόταν ότι είναι ο μόνος που έχει δικαίωμα να χειροτονεί ιερείς.

O Knut Schäferdiek διαφωνεί με τον Heil[76] και αμφιβάλει ότι ο Agila πρέπει να ταυτίζεται με τον Egila προβάλλοντας μια πολύ ασθενή επιχειρηματολογία[77]. Επικαλείται το χειρόγραφο του E. Flórez, όπου αντί του “Agilanem Ementie” γράφει “Abafilanem Ementiae[78]”. Διαφορές στα χειρόγραφα αντίγραφα ενός κειμένου είναι αναμενόμενες και ευεξήγητες, γι' αυτό και γίνονται κριτικές εκδόσεις κειμένων. Στην κριτική έκδοση του I.Gill, στο Corpus Scriptorum Muzarabicorum, επικρατεί ο πρώτος τύπος “Agilanem Ementie”. Στο apparatus δεν υπάρχει καν ο τύπος “Abafilanem Ementiae”. Αυτό σημαίνει ότι ο I. Gill δεν είχε στην διάθεσή του το χειρόγραφο του E. Flórez. Αναφέρει, όμως, ότι ο τελευταίος εξέδωσε τα πρακτικά από ένα κατεστραμμένο χειρόγραφο που του έστειλε ο επίσκοπος Legionensis, Alonso Fernández Pantoja. Δικαιολογεί το ότι δεν χρησιμοποίησε τον συγκεκριμένο κώδικα, εξαιτίας της κακής του κατάστασης, αλλά κυρίως διότι είναι γραμμένος με πολύ βάρβαρο τρόπο, με πολλά αντιγραφικά λάθη αλλά και κενά, κάτι το οποίο αναγνωρίζει ότι είναι συνηθισμένο σε κώδικες της περιοχής[79]. Προφανώς οι αντιγραφείς δεν είχαν την κατάλληλη κατάρτιση για την σωστή αντιγραφή ενός κώδικα, γεγονός που είναι εμφανές και από την διαφορετική ορθογραφία των λατινικών τους.

Το δεύτερο επιχείρημά του είναι ότι στα πρακτικά αναφέρεται ότι οι αίρεση ήρθε “πέρα από την θάλασσα”. Εδώ νομίζουμε ότι η μετάφραση του Knut Schäferdiek είναι λανθασμένη. Το “abentem eclesiam supra arenam constructam” σημαίνει ότι έχουν (habentem αντί του abentem) χτίσει την εκκλησία τους πάνω στην άμμο, στην περιοχή της Cabra (Egabro). Αλλά και η μετάφρασή του να είναι σωστή, είδαμε ήδη στην ερμηνεία του ονόματος Κασιανοί, ότι αυτό προέρχεται από το Casis Nigra, οπότε το ότι ήρθαν “πέρα από την θάλασσα” δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι ήρθαν αυτή την εποχή. Δεν υπάρχει άλλη διαφωνία ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς, ούτε άλλο επιχείρημα ενάντια στο ότι ο Agila είναι ο Egila.

Αυτό που προκύπτει από την εξέταση της ιστορίας των δύο αυτών προσώπων είναι ότι την εποχή λίγο πριν την υιοθέτηση του filioque από τους Φράγκους υπάρχουν στην Ισπανία οι πνευματικοί απόγονοι του Πρισκιλλιανού, οι οποίοι δογματίζουν το filioque και με τους οποίους συμμαχούν οι Φράγκοι για να πολεμήσουν την ισπανική Εκκλησία. Δεν υπάρχει λόγος να υποθέτουμε ότι ο Πρισκιλλιανισμός περιορίζεται στην αιρετική σέκτα των Migetius-Agila. Αντίθετα, το ότι ο Καρλομάγνος πατρονάρει αυτή την αίρεση μας αποκαλύπτει ότι υπήρχε εκτεταμένο μυστικό δίκτυο αιρετικών που έφθανε μέχρι τα νότια της Γαλλίας. Μέσω αυτού του δικτύου ο Καρλομάγνος έμαθε για την ύπαρξή τους και έκρινε ότι θα του φανούν χρήσιμοι στα πολιτικά του σχέδια για την Ιβηρική. Το ενδιάμεσο πρόσωπο αυτού του δικτύου θα ανακρίνουμε παρακάτω.


γ) Beatus της Libebana.


Η επιστολή του Ελιπάνδου προς τον Fidelio, την οποία είδαμε παραπάνω, αποτελεί μία λίβελλο κατά του Beatus της Liebana και κατά του Heterius, επισκόπου της Osma. Τον δεύτερο, όμως, δικαιολογεί, λόγω του νεαρού της ηλικίας και της ανώριμης σκέψης του[80]. Τον πρώτο, όμως, τον χαρακτηρίζει “πρόδρομο του Αντιχρίστου”, “praecursor Antichristi”. Τον παραλληλίζει με τον Φαύστο, τον μανιχαίο εκείνο, τον οποίο αντιμετώπισε ο άγιος Αυγουστίνος με τα γραπτά του.

Το γιατί τον παραλληλίζει με τον Φαύστο δεν το εξηγεί σε αυτή την επιστολή, αλλά στην επιστολή προς τους επισκόπους της Φραγκίας. Εκεί αναφέρει ότι ισχύει για τον Beatus αυτό που έγραψε ο Άγιος Αυγουστίνος κατά του Φαύστου. Ο Φαύστος μισούσε τον Μωυσή επειδή έγραψε στο Δευτερονόμιο “ὅτι κεκατηραμένος ὑπὸ Θεοῦ πᾶς κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου” (Δευτ. 21.23). Επειδή, λοιπόν, αγαπούσε τον Χριστό, μισούσε τον Μωυσή, επειδή ο Χριστός κρεμάστηκε επί του ξύλου. Ο άγιος Αυγουστίνος ρωτά τους Μανιχαίους, εφόσον δεν πιστεύουν ότι ο Χριστός είχε πραγματικό σώμα, αλλά φανταστικό (δοκητισμός), οπότε δεν έπασχε πραγματικά επάνω στον σταυρό, γιατί κατακρίνουν τον Μωυσή[81];

Πάνω σ' αυτό ο Ελιπάνδος κατηγορεί τον Beatus, ότι δεν πιστεύει πραγματικά στην ενανθρώπιση του Υιού του Θεού, όπως την αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, αλλά ότι έλαβε μορφή δούλου, την οποία λέει “υιοθετημένη”. Ο Eλιπάδος την μορφή δούλου “forma servi” την θεωρεί όπως ο ευαγγελιστής Ιωάννης, κενωθείσα της θεότητος του Υιού του Θεού “Dei Filium deitate exaninata”, αλλά όχι υιοθετημένη “non pabet (habet;) advocatum, id est adobtatum”. Την θεωρεί πλήρη χάριτος “gratia plenum”[82]. Το περίεργο είναι ότι στην χριστολογική έριδα του Υιοθετισμού, η οποία ακολούθησε, ο Ελιπάνδος δεν παρουσιάζεται να ακολουθεί αυτήν την θεώρηση.

Να ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι δεν μας ενδιαφέρει να ασχοληθούμε με την ίδια την χριστολογική έριδα. Ίσως να είχε ενδιαφέρον να εξεταστεί το πώς η συναναστροφή με τους πρισκιλλιανιστές επηρέασε την χριστολογία των Φράγκων. Αυτό, όμως θα απαιτούσε μια ξεχωριστή εκτεταμένη μελέτη, καθώς στην ήδη πλατιά βιβλιογραφία για τον Υιοθετισμό δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει διότι ενώ όλοι αναγνωρίζουν ότι η έριδα ξεκίνησε με αφορμή την αντιμετώπιση του Migetius σε τριαδολογικό επίπεδο δεν θεωρούν ότι η έριδα του Υιοθετισμού που ακολούθησε είναι συνέχεια της πρώτης. Όπως, όμως, είπαμε αυτό θα απαιτούσε μία ξεχωριστή μελέτη. Εδώ θα περιοριστούμε στο να δούμε πώς μέσα από την συνέχεια της έριδας με τον Migetius και αφού την σκυτάλη είχαν πάρει οι Φράγκοι, υιοθετήθηκε το filioque από αυτούς.

Εισαγωγικά στην ανάκριση του Beatus, λοιπόν, ο Ελιπάνδος τον κατηγορεί ως ψευδοχριστιανό και ψευδοπροφήτη, διότι, όπως οι Μανιχαίοι, δεν δέχεται ότι ο Υιός του Θεού έλαβε αληθινή και ορατή μορφή εκ της Παρθένου[83]. Τον συνδέει άμεσα με τον Migetius και την σέκτα του και στις δύο επιστολές του, προς τον Fidelio και προς τους επισκόπους της Φρ[αγ]κίας84. Αυτό που ξεριζώθηκε, λέει, από τις εσχατιές της Βαετικής, δηλαδή η αίρεση του Migetius, ρίζωσε στις εσχατιές της Αστουρίας, δηλαδή η αίρεση του Beatus. Πρόκειται για την ίδια αίρεση. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι το ότι η αίρεση του Migetius, εκφράζονταν από μια σέκτα εκτός εκκλησίας, ενώ στην περίπτωση του Beatus βρήκε εκφραστές εντός της φράγκικης εκκλησίας. Πολύ σημαντικό στην έκβαση της υπόθεσης.

Ο Beatus είναι μία γκρίζα εκκλησιαστική φιγούρα, στα σύνορα του κόσμου των Φράγκων με τους μουσουλμάνους. Δραστηριοποιείται στην Αστουρία, ένα ανεξάρτητο βασίλειο στα βόρεια της Ισπανίας, το οποίο ο Καρλομάγνος θα ήθελε οπωσδήποτε να έχει σύμμαχό του στην επέκτασή στα εδάφη των Ουμεϋάδων. Από την πλευρά του ο βασιλιάς Silo (774-783) προσπαθεί να διατηρήσει την δική του ανεξαρτησία, κινούμενος μεταξύ Φράγκων και ανδαλουσιανών μουσουλμάνων.

Είδαμε ήδη ότι ο Beatus ήταν πρεσβύτερος (σημ. 212). Η αφιέρωση προς τον νεαρό επίσκοπο Heterius στο έργο του Commentarius in Apocalypsim δείχνει ότι ήταν και μοναχός[85]. Το ίδιο επιβεβαιώνεται και από μια επιστολή του Paulus Alvarus της Cordoba[86]. Ο Αλκουίνος στο βιβλίο του κατά του Φήλικα της Ugrel, τον ονομάζει ηγούμενο[87]. Το μοναστήρι του ήταν ο Άγιος Μαρτίνος του Tourieno στην πεδιάδα της Liebana στην πεδιάδα στα ΝΔ σύνορα της Αστουρίας. Σύμφωνα με το Martyrologium Hispanum[88] του Tamayo de Salazar πρέπει να πέθανε το 798 μ.Χ. Αλλά αυτό είναι κατά πολύ μεταγενέστερο (ο συγγραφέας του πέθανε το 1662).

Στο ίδιο μαρτυρολόγιο ο Beatus παρουσιάζεται ως πνευματικός σύμβουλος της βασίλισσας Adosinda. Αυτή ήταν σύζυγος του βασιλιά Silo της Αστουρίας και εγγονή του πρώτου βασιλιά της Αστουρίας, Αλόνσο Α' (739-757). Από αυτό καταλαβαίνουμε ότι ο Beatus ήταν προσωπικότητα με σημαντική επιρροή στο βασιλικό ζεύγος. Έτσι εξηγείται το πώς κατάφερε να αναβιβάσει τον Heterius, προφανώς κάποιον από τους έμπιστους μοναχούς του μοναστηριού του, στην επισκοπική έδρα της Osma. Ως επίσκοπος θα πρέπει να ήταν υπόλογος στον μητροπολιτικό θρόνο του Τολέδο, ωστόσο ο Heterius μάλλον φαίνεται πως δεν ακολουθούσε την ιεραρχική τάξη και ακολουθούσε τον ηγούμενο του Beatus. Ο Ελιπάνδος δεν έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός, επικαλούμενος το νεαρό την ηλικίας του Heterius, όπως είδαμε παραπάνω. Μπορεί όμως να υποτεθεί ότι ο γηραιός ιεράρχης (εκείνη την εποχή ήταν 67 χρονών) είχε καταλάβει ότι το σχέδιο του Καρλομάγνου είχε βρει νέο πρωταγωνιστή και το πηγαίνανε για σχίσμα. Με μια επιδέξια κίνηση απαξιώνει τις προσπάθειες των Beatus και Hetrius να τον υποσκελίσουν:

Διότι δεν έχει ακουστεί ποτέ οι Λιβανέζοι να συμβουλεύουν τους Τολετάνους. Είναι γνωστό στους ανθρώπους όλου του κόσμου ότι από την αρχή της πίστης, αυτή η έδρα έχει φωτιστεί με ιερές διδασκαλίες, και τίποτα σχισματικό δεν ξεκίνησε από αυτήν[89]”.


O Beatus έγραψε μία αναίρεση των αιρετικών δοξασιών του Ελιπάνδου, το έργο με τίτλο Adversus Elipandum Libri II. Σε αυτό το έργο εντάσσει το filioque στην επιχειρηματολογία του. Το σκεπτικό είναι απλό. Ο Ελιπάνδος υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος Ιησούς δεν είναι φύσει Θεός, αλλά κατά χάριν, ότι δηλαδή ως προς την ανθρώπινη φύση του ο Χριστός δεν γεννήθηκε Υιός του Θεού, αλλά υιοθετήθηκε κατά την βάπτισή του.

Ο Beatus χρησιμοποιεί το filioque με το εξής σκεπτικό: εφόσον ως άνθρωπος ο Χριστός αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιο στους αποστόλους και την Εκκλησία, τότε σίγουρα είναι Υιός του Θεού:

Για παράδειγμα, μετά που αναστήθηκε από τους νεκρούς, είπε στους μαθητές του: ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς (Ματθ. 28,18) Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται (Ιωαν. 20.21-23). Και επειδή το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και από τον Υιό, έτσι ενεφύσησε στους αποστόλους το ίδιος Άγιο Πνεύμα, και με την ευκαιρία έγινε φανερό, ότι ο Υιός είναι ίδιος με τον Θεό, από τον οποίο εκπορεύεται το άγιο Πνεύμα, και ότι είναι τρία τα πρόσωπα στην Αγία Τριάδα· το οποίο ονομάζουν δώρο του Πατρός και του Υιού· το οποίο έδωσε τότε, και το απέστειλε από τον ουρανό, για ν' αποκαλύψει την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον, σύμφωνα με τις εντολές του, στις οποίες ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται (Ματθ. 22.40)[90]”

Στη συνέχεια, όμως, μετατρέπει την αποστολή του Αγίου Πνεύματος εκ του Υιού στον κόσμο σε εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. Αυτό το είχε εντοπίσει ο Αδάμ Ζοιρνικάβιος την εποχή που έβρισκε τις πλαστογραφίες των Φράγκων στα κείμενα των συγγραφέων της Δύσης και το είχε παραθέσει στο βιβλίο του. Εδώ θα δώσουμε την μετάφραση του Ευγένιου Βούλγαρη από το συγκεκριμένο βιβλίο:

Ἐθέριος ὁ Οὐαξάμων ἐπίσκοπος καί δή καί Βεάτος πρεσβύτερος, ἐν τῷ Α' βιβλ: κατά Ἐλιπάνδου τοῦ Τολητανοῦ Ἀρχιεπισκόπου, μετά τήν καταρχήν, ἐν Τόμ:Η'. τῆς τῶν Πατέρ: Βιβλιοθ: τῆς ἐν Κολων: Σελ: 344 “Οὐδ' ὁ Πατήρ ἐκ δυοῖν προῆλθεν, ἤ ὁ Υἱός, ἀλλά μόνον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Καί διά τοῦτο μόνος ὁ Θεός καί Πατήρ ἐξ οὐδενός ἐστί Θεός, ἀλλ' ἐξ ἑαυτοῦ· ὁ δέ Υἱός Θεός ἐστίν, ὥσπερ ὁ Πατήρ, ἀλλ' ἐκ Πατρός ἐστί Θεός οὐκ ἐξ αὐτοῦ· τό δέ Πνεῦμα ὡσαύτως τό Ἅγιον Θεός ἐστίν, ὥσπερ ὁ Πατήρ καί ὁ , ἀλλ' ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ Θεός, ἐστίν, οὐκ ἐξ αὐτοῦ”. Ἀλλ' ἐφεξῆς προστίθησι: Μόνος ὁ Πατήρ ἐξ ἑαυτοῦ, οὗτοι δέ οἱ δύο, ἐκ τοῦ ἑνός εἰσί Θεός, τουτέστιν ἐκ τοῦ Πατρός. Καί διά τοῦτο Θεός ὁ Πατήρ, Θεός ὁ Υἱός, Θεός τό Πνεῦμα τό Ἅγιον”. Δι' ὧν δή πάντως ἐξ ἑνός, τουτέστιν, ἐκ τοῦ Πατρός, καί ἐπομένως ἐξ ἑνός τε καί μόνου τοῦ Πατρός εἶναι, καί τόν Υἱόν καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐκδιδάσκουσι. Πῶς οὖν ἐχομένως ἀνωτέρω οἱ αὐτοί, καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ θεολογοῦντες ὑπῆρχον τό Πνεῦμα τό Ἄγιον;[91]”

Στο τέλος ο Heterius ομολογεί το Σύμβολο της Πίστεως με την προσθήκη του filioque[92].

Το απόσπασμα δεν μπορεί να είναι πλαστογραφημένο. Εντάσσεται άνετα μέσα στη στρατηγική της αναίρεσης των ισχυρισμών του Ελιπάνδου, αναπτύσσεται σταδιακά σε τρία διαφορετικά σημεία του έργου και εξυπηρετεί την λογική του Beatus.

Πρώτος εγώ που έχω οριστεί αναξίως επίσκοπος στον θρόνο της Osma, ο οποίος έχω λάβει το όνομα του αιρετικού από τον Αρχιεπίσκοπο Τολέδου, ομολογώ την πίστη μου σε όσους ακούνε. Αυτή την πίστη την δέχθηκα από τους Πατέρες, την πιστεύω, και την ανακοινώνω φωναχτά σε όλη την Εκκλησία. (Ακολουθεί το Σύμβολο με την προσθήκη του filioque)”.

Αυτή η ανακοίνωση με το Σύμβολο είναι η μοναδική συμβολή του Heterius σε όλο το έργο. Είναι πιθανό ο Beatus να επιδίωκε να προβάλει τον μαθητή του σε μια ανταγωνιστική θέση έναντι του Αρχιεπισκόπου του Τολέδο ή και να τον αντικαταστήσει. Είχε την πολιτική εύνοια της βασίλισσας Adosinda και προσπαθούσε να κερδίσει την υποστήριξη όσων δεν συμμερίζονταν τις απόψεις του Ελιπάνδου στην ισπανική Εκκλησία. Αν το σχέδιό του στεφόταν με επιτυχία, τότε η πολιτική του Καρλομάγνου θα αποκτούσε την στήριξη της ισπανικής Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό πρόσθεσε το όνομα του Heterius στην συγγραφή του έργου και τον βάζει να απαγγείλει το Σύμβολο, ώστε να δείξει την ορθότητα της πίστης του έναντι του αιρετικού Αρχιεπισκόπου.

Στο κείμενο του Beatus βλέπουμε καθαρά τα τρία στάδια που οδήγησαν στην προσθήκη του filioque. Πρώτο στάδιο η σύγχυση της αποστολής με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Δεύτερο στάδιο η μεταφορά του από την Οικονομία στην Θεολογία. Τρίτο στάδιο η προσθήκη του filoque στο Σύμβολο. Αυτή ήταν η διαδικασία. Το πώς επιβλήθηκε στην φραγκική Εκκλησία θα το δούμε αμέσως παρακάτω.


δ) Θεοδούλφος της Ορλεάνης και τα Libri Carolini [93]


Ο Φλάκκος Αλβίνος Αλκουΐνος καταγόταν από την Υόρκη της Νορθουμβρίας, από την Αγγλία. Γεννήθηκε το 735 μ.Χ. και μαθήτευσε δίπλα στον Αρχιεπίσκοπο της Υόρκης, Έκμπερτ, ο οποίος με την σειρά του ήταν μαθητής του Βέδα. Θεωρείται από τις κορυφαίες προσωπικότητες της αυλής του Καρλομάγνου και σίγουρα είναι ο πιο περισπούδαστος θεολόγος της εποχής του στην Φραγκία. Παλαιότερα πιστευόταν ότι μετέβη στην αυλή του Καρλομάγνου το 782 μ.Χ., αλλά νεώτερες έρευνες έχουν μεταθέσει την χρονολογία στο 786 μ.Χ[94].

Αυτή είναι μια σημαντική διόρθωση καθώς βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των γεγονότων στο πλαίσιο της εξέλιξης της εισαγωγής του filioque στην φράγκικη θεολογία και της προσθήκης του στο Σύμβολο. Το ότι ο Αλκουίνος έγινε μέλος της αυλικής θεολογικής σχολής το 786 όπου παρέμεινε μέχρι το 790 μ.Χ. οπότε και παραμερίστηκε από τον Θεοδούλφο της Ορλεάνης υπονοεί παρασκηνιακές ζυμώσεις. Τα τέσσερα χρόνια που παρέμεινε εκεί είναι ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα για την εμβέλεια και το κύρος ενός τέτοιου θεολόγου. Αυτό, αν συνδυαστεί με το γεγονός της απόδοσης της πατρότητας των Libri Carolini στον Θεοδούλφο της Ορλεάνης, ενώ μέχρι πριν λίγες δεκαετίες η επικρατούσα άποψη ήταν ότι προέρχονταν από την γραφίδα του Αλκουΐνου, αφήνει να εννοηθεί ότι υπήρξε δυσαρέσκεια έναντι του προσώπου του και αντικαταστάθηκε από τον κατά πολύ υποδεέστερό του Θεοδούλφο, ο οποίος, όμως, είχε δύο πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα. Το πρώτο ήταν η βησιγοτθική-ισπανική καταγωγή του, η οποία τον καθιστούσε χρήσιμο εργαλείο για την εκπλήρωση των σχεδίων του Καρλομάγνου στην Ισπανία. Το δεύτερο πλεονέκτημα ήταν η αντιστρόφως ανάλογη σχέση της παιδείας με την προθυμία του να φέρει εις πέρας την κατάρτιση του θεολογικού μανιφέστου των Φράγκων, αυτού που ονομάζουμε σήμερα, Opus Caroli regis ή αλλιώς Libri Carolini.

Την ξαφνική εμφάνιση του Θεοδούλφου στην αυλή του Καρόλου και την αντικατάσταση του Αλουίνου από αυτόν στη διεύθυνση της παλατινής σχολής, σχολιάζει πολύ εύστοχα ο Thomas Noble:

Το πρόβλημα για τους ακαδημαϊκούς είναι το εξής, όσο τουλάχιστον είναι γνωστό, ο Θεοδούλφος εμφανίστηκε από το πουθενά και αμέσως ανέλαβε ηγετικό ρόλο στην καρολίγγεια αυλή. Δεν θα ήταν πρέπον να λησμονηθεί ότι η σκιώδης παρουσία του Αλκουίνου επιφέρεται στους πρώτους μήνες της τελευταίας δεκαετίας του όγδοου αιώνα[95]”.

Σε όσους θεωρούν ότι το πρώτο έργο του Θεοδούλφου στον νέο του ρόλο, δηλαδή τα Libri Carolini, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία επίθεση στους Γραικούς, η ξαφνική εμφάνιση του Θεοδούλφου είναι σχεδόν ακατανόητη. Ωστόσο, το έργο δεν έχει μόνο την θέση της θεολογικής αντίθεσης στις αποφάσεις της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου εκ μέρους των Φράγκων. Είναι το θεολογικό μανιφέστο τους, το οποίο υλοποιείται μέσα από δύο διαδικασίες. Η μόλις αναφερθείσα θεολογική αντίθεση στην Ορθοδοξία της Ανατολής είναι η δεύτερη διαδικασία. Η πρώτη είναι η αντικατάσταση της ορθόδοξης διδασκαλίας με αυτήν της οποίας φορέας είναι ο Θεοδούλφος και η με αυτοκρατορική διαταγή επιβολή της στην φραγκική θεολογία. Γι' αυτό και ο τίτλος του έργου είναι Opus Caroli regis. Το ποιας αιρετικής διδασκαλίας φορέας είναι ο Θεοδούλφος γίνεται φανερό από την ανεικονική φιλιοκβίστικη επιχειρηματολογία του, δηλαδή από τις πρισκιλλιανιστικές προϋποθέσεις της θεολογίας του, αυτές που διδάχθηκε στην πατρίδα του και μετέφερε στην καρδιά της Φραγκίας. Σε εκτενέστερη ανάλυση του χαρακτήρα του έργου θα προβούμε παρακάτω, αφού πρώτα δούμε συνοπτικά την ιστορία του Opus.

Το 787 μ.Χ. η αυτοκράτειρα Ειρήνη συγκάλεσε την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο στην Νίκαια της Βιθυνίας στο όνομα του γιου της Κωνσταντίνου Στ'. Η Σύνοδος αυτή θεολόγησε υπέρ της προσκύνησης των εικόνων και αποκατάστησε την χρήση τους. Στην σύνοδο παρίσταντο και δύο παπικοί λεγάτοι, οι οποίοι υπέγραψαν τα πρακτικά και τις αποφάσεις της και κατά την επιστροφή τους στην Ρώμη έφεραν αντίγραφα των Πράξεων της Συνόδου[96]. Ο πάπας Αδριανός μετάφρασε τα πρακτικά και τα έστειλε στον Καρλομάγνο. Όσοι ασχολούνται με το ζήτημα θεωρούν ότι η μετάφραση των πρακτικών ήταν πρόχειρη και λανθασμένη, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί παρεξήγηση στην κατανόηση της θεολογίας τους. Η παρεξήγηση υποτίθεται ότι ήταν η αιτία για την συγγραφή της αναίρεσής τους από τον Θεοδούλφο (για την πατρότητα θα μιλήσουμε παρακάτω), του έργου, δηλαδή, που είναι γνωστό σήμερα, ως Libri Carolini.

Αυτή η ερμηνεία δεν είναι σωστή! Η εκδότης των Libri στην σειρά των Monumenta Germaniae Historica, Ann Freeman, υποστηρικτής της παραπάνω άποψης, θεωρεί ότι ο πάπας Αδριανός έστειλε τα πρακτικά στον Καρλομάγνο για έγκριση[97]. Αν ο Καρλομάγνος ενέκρινε τα πρακτικά, αφενός μεν θα ενέκρινε τα πρακτικά μιας συνόδου που έγινε στην Ανατολή, αφετέρου οι αποφάσεις της συνόδου θα γίνονταν νόμοι του κράτους, όπως και στην Αυτοκρατορία. Δεδομένων των φιλοδοξιών του και της ανταγωνιστικής προς τους Ρωμαίους της Κωνσταντινούπολης πολιτικής του, εμφανώς ταραγμένος όπως ήταν από την αποτυχία των βασιλικών συνοικεσίων της κόρης του με τον αυτοκρατορικό διάδοχο, δεν επρόκειτο να εγκρίνει αυτά τα πρακτικά ποτέ. Άρα το θέμα της μετάφρασης δεν είναι καν δευτερευούσης σημασίας, δεδομένης της απαιδευσίας του Θεοδούλφου στην λατινική γλώσσα (άλλο ένα θέμα που θα δούμε παρακάτω), αλλά μάλλον τριτευούσης.

Λέμε, λοιπόν, τριτευούσης, διότι ο Καρλομάγνος ήταν αποφασισμένος να κατηγορήσει την ανατολική Εκκλησία για αίρεση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να θεολογεί ο συγγραφέας, όχι πάνω σε όσα έγραφαν τα πρακτικά, αλλά πάνω σε όσα έπρεπε να λένε, ώστε η προσκύνηση των εικόνων να εμφανίζεται ως λατρεία και έτσι να είναι μεμπτή, να είναι αίρεση. Το αν η μετάφραση ήταν σωστή ή όχι δεν μπορεί να το εκτιμήσει κάποιος ιδίοις όμμασι σήμερα, καθώς αυτή η ίδια δεν σώζεται, αλλά η ανασύσταση του μεταφρασμένου κειμένου γίνεται μέσα από τα Libri. Η ζωτικής σημασία ερώτηση προς όσους υποστηρίζουν την θεωρία της κακής μετάφρασης είναι, για ποιον λόγο ο πάπας Αδριανός να στείλει μια κακή μετάφραση στον Καρλομάγνο; Αυτή η ερώτηση μένει αναπάντητη. Η σωθείσα λατινική μετάφραση, η οποία εκδόθηκε από τον Mansi, έγινε μερικές δεκαετίες μετά από τον Αναστάσιο Βιβλιοθηκάριο[98].

Θεωρώντας, λοιπόν, ο Καρλομάγνος ότι είχε χρέος να προστατεύσει τα δικαιώματα του δικού του βασιλείου έναντι της πνευματικής κηδεμονίας της Κωνσταντινούπολης και να διακηρύξει την ανεξαρτησία του από αυτήν, κατάρτισε μια λίστα με τα σημεία της διαφωνίας του με τα πρακτικά της συνόδου. Την λίστα αυτή έστειλε στον πάπα, γνωστοποιώντας του την πρόθεσή του να διαφωνήσει πάνω σε αυτά τα σημεία[99]. Γιατί έστειλε την επιστολή στον πάπα εφόσον ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει; Διότι χρειάζεται έναν σύμμαχο που θα έδινε την απαραίτητη αναγνώριση στην διακήρυξη της πνευματικής ανεξαρτησίας, όπως και στην μετέπειτα στέψη του σε αυτοκράτορα. Θα δούμε επίσης παρακάτω τις σχέσεις Καρλομάγνου και πάπα και πώς διαχειρίστηκαν τη διαφωνία τους στην κίνηση αυτή.

Ο πάπας ετοίμασε μια απάντηση, στην οποία υπερασπίστηκε την ορθοδοξία της συνόδου σε κάθε ένα από τα σημεία διαφωνίας της λίστας του Καρλομάγνου, προσκομίζοντας μάλιστα εκείνα τα πατερικά αποσπάσματα, βάσει των οποίων τα συμπεράσματα και οι αποφάσεις της συνόδου αποδεικνύονταν ορθόδοξες. Αντίγραφα αυτής της επιστολής υπάρχουν σε διάφορες συλλογές[100]. Η απάντηση του πάπα επηρέασε σε κάποια σημεία την κριτική των Libri Carolini εναντίον της συνόδου, αμβλύνοντας αυτήν σε κάποια σημεία οξείας αντίθεσης, αλλά δεν στάθηκε ικανή να πείσει τον Καρλομάγνο να ακυρώσει το σχέδιό του. Η απάντηση του πάπα ετοιμάζονταν στον ίδιο χρόνο με τα Libri.

Το τελικό κείμενο γνωστοποιήθηκε επίσης στον πάπα Αδριανό “per quosdam episcopos”, όπως μας πληροφορεί ο Ίκμαρος[101]. Το συγκεκριμένο χειρόγραφο είναι και το μοναδικό σωζόμενο χειρόγραφο των Libri Carolini, o Vaticanus Latinus 7207. Πλέον του λείπει η εισαγωγή, το εισαγωγικό μέρος από το πρώτο βιβλίο και όλο το τέταρτο βιβλίο. Το δεύτερο χειρόγραφο που σώζεται έχει γραφεί από τον Ίκμαρο της Ρεμ το 860 μ.Χ. και είναι ο Arsenal 664 στο Παρίσι. Περιέχει ολόκληρο το κείμενο. Οι 3400 διορθώσεις[102] που περιέχονται στον κώδικα του Βατικανού μας αποκαλύπτουν την ιστορία της συγγραφής του κειμένου.

Αρχικά ο Θεοδούλφος ανέπτυξε τις θέσεις από την επιγραμματική λίστα του Καρλομάγνου και με την σειρά που ο ίδιος είχε θέσει. Μετά την σύνταξη το κείμενο ήλθε στο κονκλάβιο των θεολόγων της αυλής για τον έλεγχο και τις διορθώσεις. Αυτές ήταν χιλιάδες. Κάποιες έγιναν καθ' υπόδειξη του ίδιου του βασιλιά. Κάποιες άλλες έγιναν σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Αλκουίνου. Ο τελευταίος βρισκόταν στην Αγγλία το διάστημα 790-793 μ.Χ., ωστόσο γνωρίζουμε ότι ο Καρλομάγνος του έστειλε τα πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής περιμένοντας της παρατηρήσεις του, το έτος 792 μ.Χ. σύμφωνα με τα Χρονικά της Υόρκης[103]. Κάποιες διορθώσεις έγιναν, λοιπόν, με βάση αυτές τις παρατηρήσεις.

Πολλές διορθώσεις οφείλονται στη γλώσσα του συντάκτη. Ο Θεοδούλφος ήταν Ισπανο-βησιγότθος. Αν μελετήσει κάποιος τη γλώσσα των πρακτικών των συνόδων της Ισπανίας, παρατηρεί με άνεση τις διαφορές της διαλέκτου. Αυτές υπήρχαν στο κείμενο των Libri και αποκαταστάθηκαν από τους Φράγκους που το έλεγξαν. Κάποιες άλλες, όμως, αφορούν ολόκληρες παραγράφους, οι οποίες σβήστηκαν και ξαναγράφτηκαν. Άλλες επαναλαμβάνουν τις ίδιες έννοιες επαναδιατυπωμένες σε πιο διαλλακτικό ύφος, σε αντίθεση με το δηκτικό αρχικό ύφος του συντάκτη. Συνολικά, οι διορθώσεις είναι γραμμένες με τέσσερις διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες, δηλαδή, τέσσερα ξεχωριστά πρόσωπα, διαφορετικά από τον συντάκτη του αρχικού κειμένου.

Αυτή η εικόνα εξηγείται εύκολα. Μπορεί ο Ισπανός συντάκτης του κειμένου να ήταν φανερά εναντίον της προσκύνησης των εικόνων, και γι' αυτό να του ανατέθηκε το δύσκολο έργο, αλλά οι Φράγκοι μέχρι τότε ήταν υπέρ της προσκύνησης και το είχαν δηλώσει πρόσφατα στο Gentily το 767 μ.Χ. και στην σύνοδο του Λατεράνου το 769 μ.Χ. Δεν μπορεί να είχαν αλλάξει άποψη μέσα σε μια εικοσαετία! Αναγκάστηκαν να το κάνουν λόγω της βασιλικής διαταγής, η οποία για να γίνει δόγμα της φραγκικής εκκλησίας έπρεπε να περάσει από εκκλησιαστική σύνοδο. Έτσι, συγκλήθηκε η σύνοδος της Φραγκφούρτης το 794 και του Άαχεν κατόπιν, όπως και άλλες σύνοδοι, με σκοπό να επιβάλλουν την θεολογία των Libri. Ταυτόχρονα, έγινε δόγμα της φραγκικής εκκλησίας και το filioque, μέσα από την ίδια διαδικασία, το ίδιο καπιτουλάριο, τις ίδιες συνοδικές αποφάσεις και επιβλήθηκε με βασιλική διαταγή, αυτό που μέχρι τότε ήταν δόγμα μόνο των Ισπανών αιρετικών. Η μόνη δικαιολογία του Καρλομάγνου ήταν ότι οι Φράγκοι δεν παρίσταντο στην Νίκαια το 787 μ.Χ.

Συνεχίζοντας την ιστορία των Libri, μετά τη συγγραφή του Arsenal 663 από τον Ίκμαρο τα Libri έπεσαν στην αφάνεια. Ήλθαν εκ νέου στην επιφάνεια στα μέσα του Ιστ' αιώνα, όταν το παρισινό χειρόγραφο ανακαλύφθηκε σε έναν καθεδρικό ναό από τον Jean du Tillet, μετέπειτα επίσκοπο Meaux, και εκδόθηκε ψευδώνυμα το 1549[104]. Αμέσως το έργο έγινε ανάρπαστο στον προτεσταντικό κόσμο και ο Καλβίνος το χρησιμοποίησε στις επιθέσεις του εναντίον της προσκύνησης των εικόνων[105] και του παπισμού. Η αντίδραση των παπικών ήταν αρχικά να το θέσουν στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων, πρώτα οι θεολόγοι του Luvain, ο πάπας και ο Μέγας Ιεροεξεταστής της Ισπανίας[106]. Στη συνέχεια το έβγαλαν πλαστό, είτε κατασκεύασμα των Λουθηρανών, είτε των καρολίγγειων εικονοκλαστών. Ο καρδινάλιος Bellarmine έχυσε πολύ μελάνι για να αναιρέσει μία-μία τις θέσεις των Libri το 1586[107]. Το 1865 μ.Χ. ανακαλύφθηκε το χειρόγραφο του Βατικανού, αναγνωρίστηκε ως πρωτότυπο του παρισινού χειρογράφου, οπότε κάθε συζήτηση για την γνησιότητά του τελείωσε τότε. Παρέμεινε, όμως, στην λίστα των απαγορευμένων βιβλίων μέχρι το 1900.

Εξ αρχής (1560 μ.Χ.) ο Φλαμανδός Προτεστάντης θεολόγος George Cassander απέδωσε την πατρότητα των Libri στον Αλκουίνο[108]. Το 1730 μ.Χ. ο Christoph August Heumann θεώρησε ότι οι εγγραφές στα Χρονικά του Hovenden[109] και του West[min]ister110 σχετικά με την επιστολή που έστειλε ο Αλκουίνος εκ μέρους της Εκκλησίας της Αγγλίας κατά των πρακτικών της Ζ' Οικουμενικής, ευνοούν την άποψη του Cassander για την πατρότητα των Libri[111]. Υπέρ του Αλκουΐνου ως συγγραφέα συνηγόρησαν κατά καιρούς οι Hefele[112], Jaffé[113], E. Dümmler[114], Hubert Bastgen ο οποίος εξέδωσε παλαιότερα το κείμενο του βατικάνειου κώδικα στην σειρά Monumenta Germaniae Historica, η Emile Amann[115], J. de Ghellnick[116].

Παρά την πληθώρα των υποστηρικτών, η θεωρία αυτή δεν κέρδισε ποτέ ολόκληρη την ακαδημαϊκή κοινότητα. Ο κύριος λόγος ήταν το ότι όσοι είχαν ασχοληθεί με το έργο του Αλκουΐνου δεν πείθονταν ότι τα Libri θα μπορούσαν να βγούνε από την δική του γραφίδα. Έτσι ο ηγούμενος του αββαείου του St. Emmeran, Froben Foster ετοίμασε την πρώτη συστηματική αναίρεση των επιχειρημάτων της αντίθετης πλευράς στην εισαγωγή του στα Opuscula Supposita, στο πλαίσιο της έκδοσης των απάντων του Αλκουΐνου το 1877[117]. Εξέθεσε όλες τις στυλιστικές διαφορές του Αλκουΐνου και του συγγραφέα των Libri, όπως και τις διαφορές στη γλώσσα και τις εκφράσεις. Στον Heumann απάντησε ότι σύμφωνα με τα χρονικά ο Αλκουΐνος έστειλε “epistola”, ενώ τα Libri είναι “opus”, ο Αλκουΐνος απάντησε εκ μέρους των επισκόπων της Εκκλησίας της Αγγλίας, ενώ τα Libri μιλούν εκ μέρους του Καρλομάγνου, ο Αλκουΐνος επέστρεψε στην υπηρεσία του βασιλιά για να αντιμετωπίσει τον Υιοθετισμό, όχι την προσκύνηση των εικόνων και τέλος ο βιογράφος του δεν τα περιλαμβάνει στην λίστα των έργων του.

Στους υποστηρικτές αυτής της άποψης συγκαταλέγονται οι Wattenbach[118], K. Hampe[119], A. Hauck[120], F. Hamelin[121], Karl Werner[122], C. J. B.Gaskoin[123]. Το μυστήριο της ταυτότητας του συγγραφέα των Libri θα ξεκινούσε να λύνεται μέσα από την διαμάχη των Arthur Allgeier και Dom Donatien de Bruyne, για τον θέμα αυτό με τον τελευταίο να υποστηρίζει την θεωρία του Αλκουΐνου ως συγγραφέα. Ο Arthur Allgeier παρατήρησε με έκπληξη ότι οι παραπομπές των Libri στους Ψαλμούς δεν αντιστοιχούσαν στην τυπική μετάφραση της Βουλγάτα, αλλά στο Ισπανικό-Μοζαραβικό Ψαλτήρι. Έτσι το 1926[124] δημοσίευσε ένα άρθρο στο οποίο κατέγραφε τις παρατηρήσεις του και απέδιδε την πατρότητα των Libri στον Θεοδούλφο, τον μόνο Ισπανό στην αυλή του Καρλομάγνου. To 1932 ο Βενεδικτίνος de Bruyne απάντησε ότι οι παραπομπές στο ψαλτήρι προέρχονταν στην πραγματικότητα είτε από τον ψευδο-Αυγουστίνο (De divinis scripturis[125]), είτε από την κακή μετάφραση των αντίστοιχων παραπομπών στα πρακτικά της Συνόδου. Βρήκε οποιαδήποτε ομοιότητα με το Ισπανο-Μοζαραβικό Ψαλτήριο τυχαία[126]. Ωστόσο η αρχή είχε γίνει. Η ιδέα της συγγραφής των Libri από τον Θεοδούλφο κέρδισε μερικούς υποστηρικτές στον ακαδημαϊκό κόσμο. Σ' αυτούς περιλαμβάνονταν οι Wolfram von den Steinen[127], Hans von Schuber[t12]8, Franz Xaver Seppelt[129], Karl Voigt, και οι Wilhelm Levison και Heinz Löwe εκδότες της ανατύπωσης του Deutschlands Geschichtquellen του Wattenbach[130].

O Allgeier είχε δείξει τον ορθό τρόπο για την εύρεση της ταυτότητας του συγγραφέα των Libri. Ο ίδιος είχε περιοριστεί στις παραπομπές στους Ψαλμούς και τα συμπεράσματά του αναιρέθηκαν εύκολα. Η μεθοδολογία του, όμως, ήταν ορθή. Πλέον εξετάζονται όλες οι βιβλικές, κυρίως, παραπομπές, οι οποίες περιέχονται στα Libri Carolini. Στην μέθοδο αυτή συνυπολογίζεται το ότι τόσο ο Αλκουΐνος, όσο και ο Θεοδούλφος παρήγαγαν Βίβλους, οι οποίες αποτελούν ορόσημα στην ιστορική εξέλιξη της Βουλγάτα[131]. Κάποιες παραπομπές συμφωνούν και με τις δύο Βίβλους, και του Θεοδούλφου και του Αλκουΐνου. Αυτές δεν μπορούν να βοηθήσουν στην εξεύρεση της λύσης. Οι παραπομπές που βοηθούν είναι αυτές που δεν συμφωνούν με καμιά έκδοση της Βουλγάτας, είτε του Θεοδούλφου, ούτε του Αλκουΐνου, ούτε με όσες Βίβλους ήταν σε χρήση εκείνη την εποχή, ακόμη και με την ίδια την μετάφραση του Ιερώνυμου. Και αυτές είναι αρκετές.

Οι εν λόγω παραπομπές προέρχονται από κάποια παλαιολατινική μετάφραση, η οποία προηγείται χρονικά της μετάφρασης του Ιερώνυμου. Την εποχή που συντάχθηκαν τα Libri υπήρχαν στην Ισπανία τα απομεινάρια της παλαιολατινικής γλώσσας. Η χώρα αυτή μοιραζόταν μαζί με την Β. Αφρική μια αρχαία έκδοση της Vetus Latina[132] και κάποια σχέση εμφανίζεται μεταξύ της ισπανικής βιβλικής παράδοσης και των παραπομπών των Libri.

Η ανακάλυψη αυτή άφηνε σε εκκρεμότητα κάποιες παραπομπές, των οποίων η διαφοροποίηση από την λατινική της Βουλγάτα δεν εξηγείτο με αναδρομή στην παλαιολατινική. Τέτοιες παραπομπές περιείχαν είτε αρχαϊσμούς είτε παραλείψεις λέξεων είτε προσθήκες λέξεων είτε ανεστραμμένες φράσεις. Αυτές οι διαφορές δεν εξηγούνταν ικανοποιητικά με την επίκληση λάθους κατά την συγγραφή ή αδυναμία της μνήμης. Και πάλι η ερμηνεία του φαινομένου παραπέμπει στην Ισπανία και και την εκεί λειτουργική γραμματεία, κυρίως τα αντιφωνικά κείμενα της αρχαίας ισπανικής Εκκλησίας.

Με την Ιβηρική ως απομακρυσμένη επαρχία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η ισπανική λειτουργία δέχτηκε ελάχιστες επιρροές από το λατινικό κέντρο και την εξέλιξη της ρωμαϊκής λειτουργίας. Αναπτύχθηκε ανεξάρτητα και αυτόνομα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διατηρήσει ως μέρος της εκκλησιαστικής παράδοσής της μια λειτουργική γραμματεία, η οποία προερχόταν από την αρχαία λατινική μετάφραση της Βίβλου και όχι από την μετάφραση του Ιερώνυμου[133]. Οι ιδιαίτερες εκφράσεις της ισπανικής λειτουργικής παράδοσης ονομάζονται στην βιβλιογραφία “Ισπανικά Συμπτώματα[134]”, ένας όρος που εισήχθηκε από τον Traube. Η ισπανική Θεία Λειτουργία είχε αυτόχθονα τμήματα, τα οποία δεν δανείστηκε από επιρροές άλλων λειτουργιών και ποτέ δεν εξαπλώθηκαν εκτός των ορίων της ισπανικής Εκκλησίας.

Η ισπανική λειτουργική βρίσκονταν σε αλληλεπίδραση με την εξίσου αυτόχθονη εκκλησιαστική μουσική παράδοση, γεγονός το οποίο καταγράφεται στην ιδιαίτερη σημειογραφία της. Δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί ακόμα όλοι οι χαρακτήρες αυτής της σημειογραφίας. Η ιδιαιτερότητα της εκκλησιαστικής μουσικής παράδοσης ακολουθείται και από μία ιδιαιτερότητα στις βιβλικές πηγές της. Με δάνεια από τους Ψαλμούς, τους Προφήτες και σχεδόν όλα τα λυρικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης εμφανίζει ως πηγή προέλευσης την εβραϊκή παράδοση και χρησιμοποιεί το εβραϊκό ψαλτήρι[135]. Η προτίμηση προς το εβραϊκό ψαλτήρι ερμηνεύεται από την ύπαρξη πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας στην Ισπανία και μάλιστα ένα από τα μέλη της έγινε επίσκοπος της ισπανικής Εκκλησίας[136]. Το αποτύπωμα αυτής της παράδοσης βρίσκεται σε όλο το “ordo psallendi”, κυρίως στα αντίφωνα. Η ιδιαιτερότητα της ισπανικής λειτουργικής εξαφανίζεται μετά την εκκλησιαστική ομοιομορφία, την οποία επέβαλλε ο πάπας Γρηγόριος Ζ' τον ενδέκατο αιώνα.

Σήμερα διασώζεται ένα και μοναδικό Μοζαραβικό Αντιφωνάριο στον καθεδρικό της León. Εκδόθηκε με φωτοανατύπωση από το Instituto Espaňol de Musicologia και χρησιμοποιήθηκε για να φανεί ότι οι ανεξακρίβωτες βιβλικές παραπομπές των Libri Carolini προέρχονται από την αντιφωνική ισπανική παράδοση. Αυτή η επιλογή του συγγραφέα των Libri πρέπει να ήταν ασυνείδητη, δηλαδή την στιγμή που έγραφε από μνήμης τις παραπομπές δεν γνώριζε ότι αυτές δεν προέρχονταν από την Βίβλο, αλλά τις θυμόταν από την καθημερινή επαφή του με την ισπανική λειτουργική παράδοση. Αυτό μας αποκαλύπτει και την ταυτότητα του συγγραφέα, που δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος από τον Θεοδούλφο της Ορλεάνης. Η αποκάλυψη της ταυτότητας του είναι και ο λόγος που επεκταθήκαμε τόσο σε αυτό το θέμα.

Ενδιαφέρον έχει επίσης να αναλύσουμε την προτίμηση του Θεοδούλφου προς την εβραϊκή παράδοση της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς αυτό το γεγονός επηρεάζει την χρήση των παραπομπών στο θέμα του filioque, όπως το διαχειρίζεται στα Libri Carolini. Το ενδιαφέρον του για τις βιβλικές μελέτες είναι γνωστό. Ασχολήθηκε με αυτό το θέμα σε όλη τη ζωή του. Η αρχαία ισπανική παράδοση από την οποία προέρχεται το κείμενό του διατήρησε την εβραϊκή παράδοση της Βίβλου και την εισήγαγε επίσης στην λειτουργική.

Οι Βίβλοι του Θεοδούλφου ακολουθούν πιστά αυτή την εβραϊκή παράδοση[137]. Ακολουθεί την αρχαία εβραϊκή διαίρεση των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης και την αυτή διάταξη του κανόνα: “ordo legis, ordo propheticus, ordo agiograforum” κλπ. Αυτός ο κανόνας είναι ξένος προς την χριστιανική παράδοση, η οποία παράδοση έχει περιλάβει στον χριστιανικό κανόνα βιβλία που δεν υπάρχουν στον εβραϊκό και όπως γράφει στο τέλος του κανόνα: “ordo eorum librorum qui in Habreorum canone non habentur”, δηλαδή αυτά τίθενται στο τέλος της δικής του έκδοσης της Παλαιά Διαθήκης.

Για τον λόγο αυτό τα Libri αποπνέουν μία προτίμηση προς την Παλαιά Διαθήκη εις βάρος της Καινής. Στο Ι.15 των Libri περιγράφει τις δύο διαθήκες ως “opus Dei” και “opus hominis” κατ' αντιστοιχία, με την Παλαιά Διαθήκη να είναι γραμμένη “digito Dei” και την Καινή “ab Homine”. Κάποιος από τους διορθωτές του έγραψε στο περιθώριο του χειρογράφου του Βατικανού, ότι και οι δύο είναι γραμμένες από το δάκτυλο του Θεού, δηλαδή με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, ωστόσο δεν έγινε από τον ίδιο κάποια διόρθωση στο κείμενο[138]. Αυτή η προτίμηση του Θεοδούλφου αποτυπώνεται στις κατηγορίες του έναντι της Ανατολής (Ι.13), ότι δηλαδή χρησιμοποιούν ένα κακομεταφρασμένο βιβλικό κείμενο. Λέει ότι όλος ο ιερός νόμος έχει ακρωτηριαστεί και διαστραφεί λόγω της μετάφρασης, ώστε τώρα είναι αναγκαία μια νέα έκδοση μετά την μετάφραση των Εβδομήκοντα, του Θεοδοτίωνα, του Σύμμαχου και του Ιερώνυμου, για να φανεί η “εβραϊκή αλήθεια” (Hebraica veritas)[139].

Κατά παρόμοιο τρόπο και η παράθεση πατερικών αποσπασμάτων ακολουθεί στην επιχειρηματολογία του υπέρ του filioque στα Libri Carolini μία διαδικασία, η οποία στους ερευνητές εμφανίζεται ως παραδοξότητα, εμείς όμως θα την εξηγήσουμε εύκολα. Επικαλείται μόνο τρεις, τον άγνωστο Vigilius επίσκοπο Thapsus στην Β. Αφρική, τον Ισπανό Ισίδωρο της Σεβίλλης και το Etymologiarum του, και τον παρεξηγημένο άγιο Αυγουστίνο και το De trinitate του.

Η παράθεση από τον Vigilius είναι η εκτενέστερη καθώς καταλαμβάνει τα ff 123-124. Ο Bastgen δεν κατάφερε να αναγνωρίσει την προέλευση στην δική του έκδοση των Libri. Ταυτόχρονα είναι και η πρώτη παράθεση. Στην συνέχεια μπλέκει τα αποσπάσματα του Ισίδωρου της Σεβίλης και του αγίου Αυγουστίνου. Η ίδια ακριβώς λίστα αποσπασμάτων εκκλησιαστικών συγγραφέων δίνεται και στο De Spiritu Sancto του Θεοδούλφου.

Τα αποσπάσματα είναι τα εξής:

α) εκ του Ισιδώρου, Etymologiae VII.3 (ed.W.M. Lindsay, Oxford 1911, pp.16-21)
παραθέτει στο Libri Carolini III.3 (ed. Ann Frreman, MGH Conc.II Suppl.I, s. 349
και στο De Spiritu Sancto (PL 150.271)

β) εκ του Αυγουστίνου, De Trinitate XV.26 (PL 42.1095)
παραθέτει στο Libi Carolini III.3 (ed. Ann Frreman, MGH Conc.II Suppl.I, s. 350)
και στο De Spiritu Sancto (PL 150.262).

γ) εκ του Αυγουστίνου, De Trinitate XV.26 (PL 42.1092-3)
παραθέτει στο Libi Carolini III.3 (ed. Ann Frreman, MGH Conc.II Suppl.I, s. 350)
και στο De Spiritu Sancto (PL 150.261).

δ) εκ του Ισιδώρου, Libri Differentiarum II.3 (PL 83.71)
παραθέτει στο Libri Carolini III.3 (ed. Ann Frreman, MGH Conc.II Suppl.I, s. 350-1)
και στο De Spiritu Sancto (PL 150.271-2)

Τέλος παραθέτει και ένα απόσπασμα, το οποίο αποδίδει στον άγιο Ιερώνυμο, αλλά στην πραγματικότητα είναι από έργο του Διδύμου Αλεξανδρείας, το οποίο μετέφρασε ο άγιος Ιερώνυμος. Από το ίδιο έργο παραθέτει στο De Spiritu Sancto έξι φορές (PL 150.253-256), αλλά εκεί διορθώνει σε Hieronymus in libro Didymi.

Το ερώτημα που θέτουν πλέον οι ερευνητές του έργου είναι, γιατί παραθέτει μόνο αυτούς τους συγγραφείς και μόνο αυτά τα έργα. Είναι ένα ερώτημα εύλογο την σύγχρονη εποχή που υπάρχει πληθώρα επιλογών προς παράθεση υπέρ του filioque. Η απάντηση είναι απλή. Διότι εκείνη την εποχή δεν είχαν πλαστογραφηθεί ακόμα τα έργα των πατέρων, ώστε να μπορούν να προσκομιστούν περισσότερες αποδείξεις υπέρ του filioque. Από την εποχή των Libri Carolini και μετά ξεκινά η πλαστογραφία. Ο Θεοδούλφος είχε μόνο αυτά στην διάθεσή του και σίγουρα δεν ήταν ικανά να αλλάξουν την δογματική της Εκκλησίας περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος.

Ο Θεοδούλφος επιτίθεται αρχικά στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως άγιο Ταράσιο, διότι ομολογεί ο δεύτερος ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται “εκ του Πατρός διά του Υιού[140]”. Αυτή, λέει, δεν είναι η πίστη της καθολικής Εκκλησίας, διότι παντού ομολογείται ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού[141]. Η δική του ομολογία, εννοεί του αγίου Ταρασίου δεν είναι ούτε ξεκάθαρη, ούτε ακριβής, διότι αφήνει να εννοηθεί ότι το Άγιο Πνεύμα είναι δημιούργημα, εφόσον στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο αναφέρεται ότι όλα δημιουργήθηκαν διά του Υιού[142]. Το Άγιο Πνεύμα, λέει, δεν είναι δημιούργημα, αλλά δημιουργός, δεν είναι έλασσον επειδή εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού, αλλά ισότιμο και ομοούσιο με αυτούς από τους οποίους εκπορεύεται. Και συνεχίζει:

“Άλλη έννοια έχει η πρόθεση 'εκ' και άλλη η 'διά'. Από όπου και ο Υιός του Θεού γεννήθηκε εξ ανθρώπου, όχι δι' ανθρώπου, όπως πιστεύουμε, δηλαδή όχι διά αναπαραγωγής, όχι διά ανθρώπινης ενέργειας, αλλά εκ Παρθένου έλαβε την σάρκα. Γι' αυτό μπορεί να τεθεί το ερώτημα, εάν σωστά λέγεται ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα διά του Υιού, ενώ την ίδια στιγμή η πρόθεση 'διά' τίθεται απερίσκεπτα στην ομολογία μεγάλων μυστηρίων από αυτούς, που σερβίροντας την βρωμερή κούπα των πλανών του Αρείου, βλασφημούν και ισχυρίζονται ότι το Άγιο Πνεύμα είναι δημιούργημα, το οποίο δημιουργήθηκε διά του Υιού, όπως και οτιδήποτε άλλο και οι οποίοι στο βάπτισμά τους δεν βαπτίζουν όπως προστάζει το ευαγγέλιο, 'στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος', αλλά 'στο όνομα του Πατρός διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι[143]”.

Αυτοί είναι οι συλλογισμοί του Θεοδούλφου. Στην συνέχεια ξεκινά την παράθεση των αποσπασμάτων που αναφέρθηκαν παραπάνω με πρώτο τον Vigilius.

Η γλώσσα του Θεοδούλφου είναι δηκτική και πολλές φορές εριστική. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη καθώς και άλλοι Βησιγότθοι συγγραφείς της περιόδου, όπως ο Κλαύδιος του Τουρίνο και ο Αγοβάρδος της Λυών βουτούσαν κάποτε τις πένες τους στο δηλητήριο αντί στο μελάνι[144]. Αυτό το γεγονός άφηνε την εντύπωση ότι υπήρχαν περισσότερα διακυβεύματα στα Libri, πέρα από την υπεράσπιση της ακρίβειας δόγματος.

Ο άγιος Ταράσιος δεν είναι ο μοναδικός ιεράρχης που δέχεται οξεία κριτική από τον συγγραφέα των Libri.Ο επόμενος ιεράρχης που δέχεται τα πυρά του Θεοδούλφου είναι ο Θεόδωρος Ιεροσολύμων, διότι κατά τον κατήγορό του δεν κατανοεί ότι πατήρ και Υιός είναι συνάναρχοι[145]. Στο στόχαστρό του μπήκε και ο Βασίλειος Αγκύρας, διότι, αν και έκανε μια αποδεκτή από τον Θεοδούλφο ομολογία πίστεως, μετά προσέθεσε ότι υποστηρίζει την προσκύνηση των εικόνων και των λειψάνων χωρίς να μιλά καθόλου για μετάνοια, άφεση αμαρτιών και α[νάσ]ταση νεκρών[146]. Στην συνέχεια επιτίθεται στον Θεοδόσιο Αμορίου, διότι ενώ μένει σιωπηλός στο τριαδολογικό ζήτημα, ομολογεί ότι προσκυνά τις εικόνες[147].

Από κάποιο σημείο και μετά οι επιθέσεις κατά των “Γραικών” και της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου γίνονται ο μοναδικός σκοπός του συντάκτη των Libri. Σε αυτό υπακούει στις οδηγίες του Καρλομάγνου, ωστόσο βγάζει και μια εχθρότητα, η οποία δείχνει να είναι προσωπική του υπόθεση και όχι μόνο υπακοή. Γι' αυτό και τα βιβλία ΙΙΙ & IV των Libri υστερούν σε θεολογική επιχειρηματολογία αλλά και σε οργάνωση της ύλης έναντι των δύο πρώτων.

Ο Walter Schmandt χαρακτήρισε τα Libri πολιτικό έγγραφο, Staatschrieft, και δεν είχε άδικο. Αν θυμηθούμε ότι το 769 μ.Χ. οι Φράγκοι υπέγραψαν στην σύνοδο του Λατεράνου υπέρ της τιμητικής προσκύνησης των εικόνων, όπως είχαν πράξει προηγουμένως στο Gentily το 767 μ.Χ. και ξαφνικά το 790, χωρίς ενδιάμεσες ζυμώσεις, εμφανίζονται ως ενάντιοι σε αυτά που μέχρι τότε υπέγραφαν, καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό είναι αδύνατο. Διότι, με τα Libri δεν είναι όλοι οι Φράγκοι αυτοί που ομολογούν το filioque ή αρνούνται την τιμητική προσκύνηση των εικόνων. Είναι πρωτίστως ο Καρλομάγνος και οι περί αυτού αυλικοί, ο Θεοδούλφος και οι τέσσερις διορθωτές του. Ο Αλκουΐνος απείχε όντας στην Αγγλία.

Το Opus Caroli regis είναι ένα καπιτουλάριο, ένα βασιλικό διάταγμα που εισάγει καινά δόγματα και ταυτόχρονα χαράσσει την εξωτερική πολιτική του βασιλείου του Καρλομάγνου έναντι της αυτοκρατορίας. Ως τέτοιο θα πρέπει να το συγκρίνουμε με το “Ενωτικό” του Ζήνωνα, την “Έκθεση” του Ηράκλειου και το εναρκτήριο της εικονομαχίας διάταγμα του Λέοντα Γ' Ίσαυρου. Αυτά που όριζαν τα Libri έπρεπε να επιβληθούν στην Φραγκία με δύο τρόπους. Τη συμφωνία του πάπα και τις συνόδους της φράγκικης εκκλησίας, όπως της Φραγκφούρτης, του Φρίουλι και του Άαχεν. Αμέσως μετά θα δούμε το θέμα της αντίδρασης του πάπα στα σχέδια του Καρλομάγνου και λίγα τινά για τις αντιδράσεις στην φράγκικη εκκλησία.


ε) Πάπας Αδριανός Α'.

Ο πάπας Αδριανός είχε ήδη απαντήσει στις κατηγορίες κατά των ορθοδόξων ιεραρχών και της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, πριν από την συγγραφή των Libri Carolini, όταν ο Καρλομάγνος του είχε στείλει το καπιτουλάριο, δηλαδή το προσχέδιο αυτού που αργότερα θα αποτελούσε το Opus. Η απάντηση του πάπα (Responsum) αποτελεί την μακροσκελέστερη επιστολή, την οποία έχει στείλει πάπας σε βασιλιά κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα. Αυτό το γεγονός φανερώνει το ενδιαφέρον του να υπεραμυνθεί των ορθόδοξων θέσεων και ταυτόχρονα την προσπάθεια να αποτρέψει τον Καρλομάγνο από το σχέδιό του.

Η γλώσσα του είναι πολύ διπλωματική. Είναι εμφανής η προσπάθεια που καταβάλει να μην διαταράξει τις σχέσεις με τον προστάτη του, όπως ακριβώς έκανε και ο Καρλομάγνος, τόσο στο καπιτουλάριο, όσο και στο Opus. Έτσι, στο θέμα που μελετάται εδώ, το filioque, ο πάπας απαντά υπερασπιζόμενος τον Ταράσιο, όχι λέγοντας ότι αυτός είναι σωστός και ο Καρλομάγνος λάθος, αλλά λέγοντας ότι ο Ταράσιος δεν μιλά αφ' εαυτού, αλλά από όσα διάβασε στους Πατέρες. Τους Πατέρες ακολουθεί:

Αυτό το δόγμα ο Ταράσιος δεν το εξηγεί αφ' εαυτού, αλλά ομολογεί από τα δόγματα των αγίων πατέρων, των οποίων τα κεφάλαια θα καταγράψω σύντομα χάριν της δικής σας πλεονάζουσας αγάπης, η οποία φέρει δίκαια την από τον Θεό προστασία της ορθόδοξης βασιλικής εξοχότητάς σας[148]”.

Και αμέσως ξεκινά και παραθέτει πληθώρα πατερικών αποσπασμάτων, τα οποία θα εκτεθούν παρακάτω, για να φανεί πόσο συντριπτική ήταν η ορθόδοξη απάντηση του πάπα Αδριανού, στην υιοθέτηση του filioque από τους Φράγκους.

1) Αθανάσιου Αλεξανδρείας, Περί τῆς ἐνσάρκου ἐπιφανείας τοῦ Θθεοῦ Λόγου καί κατά Αρειανῶν :

“§9. Καί διά τοῦτο ἐμφυσᾷ αὐτό εἰς τό πρόσωπον τῶν ἀποστόλων λέγων· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· ἵνα μάθωμεν, ὅτι ἐκ τοῦ πληρώματος τῆς θεότητός ἐστι τό διδόμενον Πνεῦμα τοῖς μαθηταῖς. Ἐν Χριστῷ γάρ, φησί, κατοικεῖ, τουτέστιν ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ, πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς· καθώς καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγει· Ἠμεῖς πάντες ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἐλάβομεν. Σωματικῷ γάρ εἴδει, τουτέστιν ὡς περιστερά, ὤφθη τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καταβαῖνον καί μένον ἐπ' αὐτόν. Ἐν ἡμῖν μέν γάρ ἀπαρχή καί ἀῤῥαβών θεότητος κατοικεῖ, ἐν Χριστῷ δέ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος. Καί μή τις νομίσῃ, ὅτι μή ἔχων αὐτό ἐλάμβανεν· αὐτός γάρ αὐτῷ ἄνωθεν ἔπεμπεν, ὡς Θεός· καί αὐτός αὐτό κάτω ὑπεδέχετο, ὡς ἄνθρωπος. Ἐξ αὐτοῦ οὖν εἰς αὐτόν κατῄει, ἐκ τῆς θεότητος αὐτοῦ εἰς τήν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ[149]”,

και μετά από πολλά (Et post plura, στην επιστολή του πάπα),

“§12. δῆλον, ὅτι δι' αὐτοῦ τά πάντα ποιεῖ ὁ Πατήρ. Δι' αὐτοῦ αὐτόν ἐγείρει, καί δι' αὐτοῦ αὐτόν ἁγιάζει, καί δι' αὐτοῦ αὐτόν ὑψοῖ, καί δι' αὐτοῦ αὐτῷ ζωήν δίδωσι[150]”

2) Αθανασίου Αλεξανδρείας, Περί Παρθενείας, ἤτοι περί ἀσκήσεως:

§1. Πρῶτον πάντων πίστευσον...καί εἰς τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τό ἐν Πατρί καί Υἱῷ ὅν, παρά τοῦ Πατρός ἀποστελλόμενον, καί διά τοῦ Υἱοῦ διδόμενον[151]”.

3) Από την λατινική μετάφραση του Ρουφίνου[152] της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευσέβιου Καισαρείας, παραθέτει την ομολογία πίστεως του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Αντίστοιχο απόσπασμα στο ελληνικό πρωτότυπο κείμενο δεν βρίσκεται. Υπάρχει στον Βίο του Αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού, τον οποίο έγραψε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Το παρακάτω απόσπασμα λαμβάνεται από εκεί:

Εἷς Θεός Πατήρ Λόγου ζῶντος, σοφίας ὑφεστώσης καί δυνάμεως, καί χαρακτῆρος ἀϊδίου, τέλειος, τελείου γεννήτωρ· Πατήρ Υἱοῦ μονογενοῦς. Εἷς Κύριος, μόνος ἐκ μόνου, Θεός ἐκ Θεοῦ, χαρακτήρ καί εἰκών τῆς θεότητος, Λόγος ἐνεργός, σοφία τῆς τῶν ὅλων συστάσεως περιεκτική, καί δύναμις τῆς ὅλης κτίσεως ποιητική, Υἱός ἀληθινός ἀληθινοῦ Πατρός, ἀόρατος ἀοράτου, καί ἄφθαρτος ἀφθάρτου, καί ἀθάνατος ἀθανάτου, καί ἀΐδιος ἀϊδίου. Καί ἕν Πνεῦμα ἅγιον, ἐκ Θεοῦ τήν ὕπαρξιν ἔχον· καί δι' Υἱοῦ πεφηνός, δηλαδή τοῖς ἀνθρώποις, εἰκών τοῦ Υἱοῦ τελείου τελεία, ζωή ζώντων αἰτίαν πηγή ἁγία, ἁγιότης ἁγιασμοῦ χορηγός· ἐν ᾧ φανεροῦται Θεός ὁ Πατήρ, ὁ ἐπί πάντων καί ἐν πᾶσι· καί Θεός ὁ Υἱός, ὁ διά πάντων· Τριάς τελεία, δόξῃ καί ἀϊδιότητι καί βασιλείᾳ μή μεριζομένη, μηδέ ἀπαλλοτριουμένη[153]”.

4) Αγίου Ιλαρίου Πικταβών, De Trinitate παραθέτει από το VIII βιβλίο τις παραγράφους 26,27,28.

“§26. Εφόσον το Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι ταυτόχρονα το Πνεύμα του Χριστού και το Πνεύμα του Θεού, αποδεικνύεται ότι είναι μίας φύσεως. Ρωτάω, λοιπόν, τώρα, πώς είναι δυνατόν να μην είναι μίας φύσεως; Το Πνεύμα της Αληθείας εκπορεύεται εκ του Πατρός, αποστέλλεται από τον Υιό και λαμβάνει από τον Υιό. Αλλά ό,τι έχει ο Πατήρ, είναι και του Υιού· μ' αυτόν τον τρόπο Αυτός που λαμβάνει από Αυτόν είναι το Πνεύμα του Θεού και ταυτόχρονα το Πνεύμα του Χριστού[154].

Και μετά από λίγο:

§27. Διότι υπάρχει σε εμάς το Πνεύμα του Θεού και επίσης το Πνεύμα του Χριστού, και όταν το Πνεύμα του Χριστού υπάρχει σε εμάς, υπάρχει επίσης σε εμάς το Πνεύμα του Θεού. Και εφόσον ό,τι είναι του Θεού είναι επίσης και του Χριστού και ό,τι είναι του Χριστού είναι επίσης και του Θεού, ο Χριστός δεν μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι ο Θεός. Ο Χριστός, συνεπώς, είναι Θεός, ένα πνεύμα με τον Θεό[155].

§28. Και έτσι το ευαγγελικό: 'Εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα' (Ιωάν. 10.30) κτλ[156]”

5) Βασιλείου του Μεγάλου, Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρός τόν ἐν ἁγίοις Ἀμφιλόχιον ἐπίσκοπον Ἰκονίου, Κεφ.18:

“§45. Ἕν δέ καί τό ἅγιον Πνεῦμα, καί αὐτό μοναδικῶς ἐξαγγελόμενον, δι' ἑνός Υἱοῦ τῷ ἑνί Πατρί συναπτόμενον, καί δι' ἑαυτοῦ συμπληροῦν τήν πολυύμνητον καί μακαρίαν Τριάδα[157]΄

και μετά ταύτα:

§47. Ἡ τοίνυν ὁδός τῆς θεογνωσίας ἐστίν ἀπό ἑνός Πνεύματος διά τοῦ ἑνός Υἱοῦ ἐπί τόν ἕνα Πατέρα. Καί ἀνάπαλιν, ἡ φυσική ἀγαθότης, καί ὁ κατά φύσιν ἁγιασμός, καί τό βασιλικόν ἀξίωμα ἐκ Πατρός διά τοῦ Μονογενοῦς ἐπί τό Πνεῦμα διήκει[158]”.


6) Αμβρόσιου Μεδιολάνων, De Spiritu sancto Βιβλ.ΙΙΙ κεφ. 3:

§45. και αλλού ο απόστολος λέει· καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν (Α' Κορ. 12.13)[159]

και μετά ταύτα:

§46. υπάρχει, λοιπόν, ενότητα στην εργασία, ενότητα στην προφητεία, η οποία δεν μπορεί να διαχωρισθεί. Αλλά αν σε αυτά το Πνεύμα διαχωρισθεί από την εργασία του Πατρός και του Υιού, διότι ειπώθηκε: ἀλλ᾿ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν, καὶ εἷς Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ (Α' Κορ. 8.6), τότε, καθώς ο απόστολος λέγει για τον Χριστό: ὁ ὢν ἐπὶ πάντων Θεὸς εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· (Ρωμ. 9.5), θέτει τον Χριστό επάνω όχι μόνο από όλα τα δημιουργήματα, αλλά και επάνω από τον Πατέρα, κάτι που είναι βλασφημία να λέγεται. Αλλά απαγόρευσε. Διότι ο Πατήρ δεν είναι ανάμεσα σε όλα τα δημιουργήματα, δεν είναι ανάμεσα στο πλήθος των δικών Του δημιουργημάτων. Υποκάτω όλη η δημιουργία, πάνω από όλα είναι η θεότητα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ο προηγούμενος υπηρετεί, ο επόμενος κυβερνά· ο προηγούμενος υπακούει, ο επόμενος κυριαρχεί· κτλ.[160]”

7) Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΙΖ' Εἰς τά ἅγια Φῶτα.

“§12. Ἡμῖν δέ, εἷς Θεός ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τά πάντα, καί εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι' οὗ τά πάντα καί ἕν Πνεῦμα ἅγιον, ἐν ᾧ τά πάντα· τοῦ ἐξ οὗ καί δι' οὗ, καί ἐν ᾧ μή φύσεις τεμνόντων (οὐδέ γάρ ἄν μετέπιπτον αἱ προθέσεις, ἤ αἱ τάξεις τῶν ὀνομάτων), ἀλλά χαρακτηριζόντων μιᾶς καί ἀσυγχύτου φύσεως ἰδιότητας. Καί τοῦτο δῆλον, ἐξ ὧν εἰς ἕν συνάγονται πάλιν, εἴ τῳ μή παρέργως ἐκεῖνο ἀναγιγνώσκεται παρά τῷ αὐτῷ ἀποστόλῳ, τό, Ἐξ αὐτοῦ, καί δι' αὐτοῦ, καί εἰς αὐτόν τά πάντα· αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν( Ρωμ. 11.36)[161]”

8) Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος, Sermone CCLXV De ascensione Domini:

“§9. Έδωσε όταν εφάνη στη γη, ως πλησίον προς τους πλησίον το Πνεύμα το Άγιον, εμφυσώντας στα πρόσωπα αυτών, και από αυτήν την μέγιστη ελεημοσύνη, η οποία είναι στον ουρανό, από τον ουρανό απέστειλε το Πνεύμα το Άγιο. Δεχθείτε το Άγιο Πνεύμα στη γη, και αγαπήστε τους αδελφούς σας· δεχθείτε το Άγιο Πνεύμα από τον ουρανό και αγαπήστε τον Θεό επίσης, διότι αυτό που γίνεται αποδεκτό στη γη είναι στον ουρανό. Στη γη ο Χριστός δίδει, αλλά στον ουρανό είναι αυτό που δίδει. Αυτός το έδωσε, ο οποίος κατέβηκε από τον ουρανό, κτλ[162]”

9) Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος, Ομιλία 269, In die Pentecost:

“§3. Τι θα μπορούσε να είναι πιο σαφές και πιο ξεκάθαρο, ώστε να σταματήσουν να κολακεύουν τους εαυτούς τους, και να λένε σε εμάς: Τι θα λάβουμε εάν έρθουμε μαζί σας, εφόσον παραδέχεστε ότι έχουμε ήδη το βάπτισμα του Χριστού; Τους απαντάμε: Έχετε το βάπτισμα του Χριστού· ελάτε για να λάβετε επίσης το Πνεύμα του Χριστού. Να φοβάστε αυτό που έχει γραφεί: εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ (Ρωμ. 8.9). Έχετε ενδυθεί τον Χριστό με τη μορφή του μυστηρίου; Αναλάβετε Αυτόν μιμούμενοι το παράδειγμά Του[163]”

10) Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος, De Trinitate IV Caput.XX §29:

“Ούτε είναι δυνατόν να πούμε ότι το Άγιο Πνεύμα δεν εκπορεύεται επίσης από τον Υιό, διότι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα δεν είναι χωρίς αιτία· λέγεται ότι είναι το Πνεύμα αμφοτέρων του Πατρός και του Υιού. Ούτε βλέπω τι άλλο είχε πρόθεση να δείξει, όταν εμφύσησε στο πρόσωπο των μαθητών και είπε: 'Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον'. Διότι αυτή η σωματική αναπνοή, εκπορευόμενη από το σώμα με την ανθρώπινη αίσθηση, δεν ήταν η ουσία του Αγίου Πνεύματος, αλλά μια διακήρυξη με το αρμόδιο σημάδι, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται όχι μόνο από τον Πατέρα, αλλά και από τον Υιό. Διότι, οι πιο αλλόφρονες θα έλεγαν ότι είναι άλλο το Πνεύμα που εμφύσησε σε αυτούς και άλλο αυτό που έστειλε μετά την ανάληψή του. Διότι το Πνεύμα του Θεού είναι ένα, το Πνεύμα του Πατρός και του Υιού, το Άγιο Πνεύμα το οποίο ενεργεί τα πάντα τοις πάσι κτλ.[164]”

11) Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος, De Trinitate XV Caput.XXVI §45:

“Εξ αμφοτέρων διδασκόμαστε ότι εκπορεύεται, διότι ο ίδιος ο Υιός λέγει: 'Ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται'. Και όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς και εμφανίστηκε στους μαθητές Του, φύσηξε και είπε, 'Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον' (Ιωαν. 20.22), ώστε να δείξει σ' αυτούς ότι και από Αυτόν εκπορεύεται. Και Αυτός είναι αυτή η ίδια 'δύναμις παρ᾿ αὐτοῦ ἐξήρχετο', όπως διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο 'καὶ ἰᾶτο πάντας'(Λουκ. 6.19)

§46. Και με σκοπό να δείξει αυτό ο Κύριος Ιησούς έδωσε σε αυτούς το Άγιο Πνεύμα, επάνω στη γη για να αγαπάνε τον πλησίον και από τον ουρανό, για να αγαπάνε τον Θεό[165]”.

12) Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ἐπίλυσις τῶν Δώδεκα Κεφαλαίων ῥηθεῖσα ἐν Ἐφέσῳ.

“Αναθεματισμός Θ': Εἴ τις φησι, τόν ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν δοξάζεσθαι παρά τοῦ Πνεύματος, ὡς ἀλλοτρίᾳ δυνάμει τῇ ἱδίᾳ αὐτοῦ χρώμενον, καί παρ' αὐτοῦ λαβόντα τό ἐνεργεῖν δύνασθαι κατά πνευμάτων ἀκαθάρτων, καί τό πληροῦν εἰς ἀνθρώπους τάς θεοσημίας, καί οὐχί δή μᾶλλον ἴδιον αὐτοῦ τό Πνεῦμα φησι, δι' οὗ καί ἐνήργησε τάς θεοσημίας· ἀνάθεμα ἔστω[166]”.

13) Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Επιστολή Μ, Πρός Ἀκάκιον Μελιτήνης ἐπίσκοπον.

“Καί κατ' οὐδένα δέ τρόπον σαλεύεσθαι πρός τινων ἀνεχόμεθα τήν ὁρισθεῖσαν πίστιν, ἤτοι τό τῆς πίστεως σύμβολον, παρά τῶν ἁγίων ἡμῶν Πατέρων, τῶν ἐν Νικαίᾳ συνελθόντων κατά καιρούς. Οὔτε μήν ἐπιτρέπομεν ἑαυτοῖς, ἤ ἑτέροις, ἤ λέξιν ἀμεῖψαι τῶν ἐγκειμένων ἐκεῖσε, ἤ μίαν γοῦν παραβῆναι συλλαβήν, μεμνημένοι τοῦ λέγοντος· Μή μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες σου (Παροιμ. 22.28). Οὐ γάρ ἦσαν αὐτοἰ οἱ λαλοῦντες, ἀλλ' αὐτό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί Πατρός· ὅ ἐκπορεύεται μέν ἐξ αὐτοῦ, ἔστι δέ οὐκ ἀλλότριον τοῦ Υἱοῦ κατά τόν τῆς οὐσίας λόγον· καί πρός γε τοῦτο ἡμᾶς οἱ τῶν ἁγίων μυσταγωγῶν πιστοῦνται λόγοι. Ἐν μέν γάρ ταῖς Πράξεσι τῶν ἀποστόλων γέγραπται· Ἐλθόντες δέ κατά τήν Μυσίαν, ἐπείραζον εἰς τήν Βιθυνίαν πορευθῆναι· καί οὐκ εἴασεν αὐτούς τό Πνεῦμα Ἰησοῦ (Πραξ. 16.7). Ἐπιστέλει δέ καί ὁ θεσπέσιος Παῦλος· Οἱ δέ ἐν σαρκί ὄντες, Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται. Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ' ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν. Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ (Ρωμ. 8.9)[167]”.


Αυτό το απόσπασμα του αγίου Κυρίλλου είναι σημαντικότατη παράθεση εκ μέρους του πάπα Αδριανού. Οι λόγοι είναι δύο, ο πρώτος ότι είναι μια έμμεση απαγόρευση προς τον Καρλομάγνο να επιβάλλει την οποιαδήποτε προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως. Ο δεύτερος, ότι το ίδιο ακριβώς απόσπασμα επιστέλλει ο Αλκουΐνος, σαν δικά του λόγια, προς τους αδελφούς της Λυών λίγα χρόνια μετά το 798 μ.Χ. στο πλαίσιο της χριστολογικής έριδας του Υιοθετισμού. Γράφει σε αυτήν την επιστολή:

“Τάς νεωτερικάς, Ἀδελφοί προσφιλέστατοι, τῆς Ἱσπανικῆς πλάνης Φατρίας, μεθ' ὅλης τῆς προφυλακῆς προσέχοντες φεύγετε. Τοῖς τῶν Ἀγίων Πατέρων ἴχνεσιν ἐν τῇ Πίστει ἕπεσθε΄ κἄν τῇ Ἁγία ἑνότητι τῆς καθόλου Ἐκκλησίας συνάπτεσθε. Γέγραπται γάρ: οὐ μή ὑπερβῆς ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες σου. Μηδ' ἐν τῷ τῆς καθολικῆς πίστεως Συμβόλῳ καινά παρενσπείροιτε, μηδέ ἀνηκούστους τοῖς παλαιοτέροις χρόνοις παραδόσεις τινάς, ἐν ταῖς κατ' Ἐκκλησίαν συνήθεσιν εὐχαῖς αἱρεῖσθε. Τήν δέ διά τῆς Ἀποστολικῆς διδασκαλίας λεωφόρον βηματίζοντες χωρεῖτε΄ μηδέ δά τῶν καθ' οἱανδήποτε καινοτομίαν παρεκτροπῶν, ἀπό τῆς βασιλικῆς ὁδοῦ, πρός δεξιάν ἤ ἀριστεράν ἀποκλίνοιτε[168]”


14) Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Περί τῆς ἐν πνεύματι καί ἀληθεία προσκυνήσεως καί λατρείας, Λόγος Α':

“εἴπερ ἐστί τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, καί μήν καί τοῦ Υἱοῦ, τό οὑσιωδῶς ἐξ ἀμφοῖν, ἤγουν ἐκ Πατρός δι' Υἱοῦ προχεόμενον Πνεῦμα[169]”.

Σε αυτό το απόσπασμα έχει ενδιαφέρον να δούμε λίγο την λατινική μετάφραση:

Sicuti est Dei et Patris, simul et Filii substantialiter, ex utroque, videlicet ex Patre per Filium procedente Spiritum, et reliqua[170]”.

Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα η αδυναμία της λατινικής γλώσσας να αποδώσει το “προχεόμενον” με κάποια ιδιαίτερη λατινική λέξη, οπότε χρησιμοποιείται το “procedente”. Επίσης χρησιμοποιείται και το “ουσιωδώς”, “substantialiter” για να δείξει το ομοούσιον των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Το τελευταίο θα μας φανεί χρήσιμο παρακάτω. Η μετάφραση φαίνεται να διδάσκει το filioque. Η μόνη ειδοποιός διαφορά είναι το “per”, “διά”, και εξαιτίας της πρόθεσης αυτής γίνεται αντιληπτό ότι η εκπόρευση παραμένει εκ μόνου του Πατρός. Την ίδια ακριβώς έκφραση θα δούμε παρακάτω σε άλλη επιστολή του πάπα Αδριανού.


15) Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Προσφωνητικός προς τον ευσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον, Περί τῆς ὀρθῆς πίστεως τῆς εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν:

Καί αὐτήν δέ τήν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος εὐκλεᾶ χάριν, καί τήν ἐν αὐτῷ ζωοποίησιν, καί τήν Θεοῦ μέθεξιν δι' ἁγιασμοῦ ἐν Πνεύματι, διά Ἰησοῦ Χριστοῦ πεπρᾶχθαι δώσομεν ἀναγκαίως[171]”.


16) Πάπα Λέοντα του Μεγάλου, Επιστολή 28, Τῷ ἀγαπητῷ Φλαυιανῷ (επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, γνωστή και ως Τόμος):

“Κεφ.Ε': Διά τοῦτο καί κεκλεισμένων τῶν θυρῶν εἰσᾐει πρός τούς μαθητάς, καί τῷ φυσήματι τῷ ἑαυτοῦ παρεῖχεν ἅγιον Πνεῦμα· καί χαριζόμενος τό φῶς τό τῆς γνώσεως, τῶν θείων Γραφῶν ἀπεκάλυπτε τά ἀπόῤῥητα[172]”


17) Πάπα Λεοντα του Μεγάλου, Sermo LXXVI :

“Συνεπώς, αγαπητοί, όσοι πιστεύουμε στον Κύριο Ιησού Χριστό, έχουμε εμφυσηθεί με το Άγιο Πνεύμα, και έχουν δεχθεί τη δυνατότητα της άφεσης αμαρτιών όπως οι Απόστολοι, στους οποίους ο Κύριος μετά την ανάστασή Του εμφύσησε και είπε: λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται (Ιωαν. 20.22)[173]”


18) Πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου, Ομιλία 26 στα Ευαγγέλια:

“Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ (Ιωαν. 15,26). Εάν, λοιπόν, το αποστέλλει ενώ είναι εν σαρκί, πρέπει να γίνει αντιληπτό, ότι με κανέναν τρόπο δεν λέγεται ότι το αποστέλλει από μακριά, ενώ είναι σεσαρκωμένος. Αλλά η αποστολή του είναι η εκπόρευση, όπου εκπορεύεται από τον Πατέρα και από τον Υιό. Όπως, ακριβώς λέγεται ότι το Άγιο Πνεύμα αποστέλλεται, δηλαδή εκπορεύεται, έτσι δεν είναι άπρεπο να λέγεται ότι ο Υιός αποστέλλει, επειδή γεννήθηκε. 'καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον' (Ιωαν. 20.22). Για εμάς έχει κηρυχθεί, αυτό που ειπώθηκε, ότι ο Κύριος έδωσε το Άγιο Πνεύμα ενώ βρισκόταν στην γη, την ίδια στιγμή που παρακάθονταν στο ουρανό[174]”

Για τον άγιο Γρηγόριο τον Διάλογο υπάρχει στην Δύση η εντύπωση ότι τα όσα γράφει μπορούν να χρησιμοποιηθούν και από τι δύο πλευρές[175], την ορθόδοξη και την παπική. Πιστεύεται ότι ευνοούν και τις δύο απόψεις, υπέρ του filioque και υπέρ της εκ μόνου του Πατρός εκπόρευσης. Όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη, πιστεύουν ότι συμβαίνει επειδή δεν γνώριζε καλά ελληνικά[176] και ότι η γλώσσα του στο θέμα του filioque ήταν χαλαρή.

Αυτό, όμως, το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα σε αυτό το απόσπασμα είναι ότι ο άγιος Γρηγόριος, όχι μόνο γνωρίζει πολύ καλά ελληνικά, αλλά έχει και επίγνωση της αδυναμίας της λατινικής γλώσσας έναντι της ελληνικής και ότι δεν μπορεί να αποδώσει διαφορετικά “αποστολή” και “εκπόρευση”. Γι' αυτό επιμένει και ξεκαθαρίζει ότι “Sed eius missio ipsa processio est” και πάλι “Sed eius missio ipsa processio est”. Επιμένει να διευκρινίζει ότι με το “procedit” εννοεί “mitti est” και ότι αναφέρεται στην εν κόσμω αποστολή του Αγίου Πνεύματος.

Αυτή η διευκρίνιση δεν αφορά το κύριο θέμα της ομιλίας, καθώς αυτό που θέλει να δείξει ο άγιος Γρηγόριος στους ακροατές της ομιλίας του, δεν είναι το αν το Άγιο Πνεύμα αποστέλλεται από τον Πατέρα μόνο ή και από τον Υιό, αυτό είναι ξεκάθαρο από την ευαγγελική διήγηση. Αυτό που θέλει να τους τονίσει είναι το ότι ο Κύριος αποστέλλει το Άγιο Πνεύμα στο κόσμο, όντας μέσα στον κόσμο, ενώ ταυτόχρονα ήταν και στον ουρανό.

Ενώ, λοιπόν, το θέμα της ομιλίας δεν είναι το filioque, o άγιος αποσαφηνίζει τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Αυτό δείχνει το πόσο προσεκτικός είναι στις εκφράσεις του, ώστε να μην δημιουργηθούν παράνοιες ή πλάνες, ή να μην φανεί ότι υποστηρίζει κάτι ανορθόδοξο, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού. Παρ' όλα αυτά οι παπικοί ισχυρίζονται ότι ήταν απρόσεκτη η γλώσσα του και ότι δεν γνώριζε καλά ελληνικά. Οι λόγοι αυτών των ισχυρισμών είναι κατανοητοί. Εξ αρχής, όμως ο πάπας Αδριανός γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να πει ο Γρηγόριος ο Μέγας και το χρησιμοποιεί κατάλληλα κατά του filioque.


19) Πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου, Moralia in Iob liber XXVII Caput XVII:

“§34. Αυτό που είπε ο Ιωάννης: 'πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο'. Έτσι, λοιπόν, για το στόμα λέγεται, και αν με το όνομα του ανοιχτού στόματος λέγεται ο λόγος, όπως και εμείς συνηθίζουμε να λέμε με τις λέξεις της γλώσσας, είτε μιλάμε την ελληνική είτε την λατινική γλώσσα, ελληνικές ή λατινικές λέξεις προφέρουμε. Το στόμα, όμως, του Κυρίου δεν δέχεται αναξίως, διά των οποίων είπε τα πάντα για εμάς. Αυτό είναι που είπε ο προφήτης:' το γάρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα'.[177]”.

Σε αυτό το χωρίο ο άγιος εξηγεί πώς εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα διά του Υιού στο σχέδιο της θείας Οικονομίας. Το παρομοιάζει με τον τρόπο που εκφέρεται η ομιλία από το στόμα και αναγνωρίζει την συνεργεία του Αγίου Πνεύματος στην δημιουργία του κόσμου από τον Υιό και Λόγο του Θεού. Όπως στην δημιουργία το Άγιο Πνεύμα, εκπορευόμενο διά του Υιού και Λόγου, συνεργεί στο σχέδιο της Οικονομίας, έτσι και στην αναδημιουργία εκπορευόμενο δια του Υιού και Λόγου κατά το εμφύσημα στους μαθητές και στη συνέχεια με την κάθοδό του την ημέρα της Πεντηκοστής, συνεργεί στο σχέδιο της Οικονομίας για την σωτηρία των ανθρώπων.

20) Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, από την ενδέκατη συνεδρίαση της Στ' Οικουμενικής Συνόδου:

Πάντα γάρ διά τοῦ μονογενοῦς ὁ Πατήρ ἐν ἁγίῳ πεποίηκε Πνεύματι, ᾅ καί προνοίᾳ σοφῇ συγκρατεῖ τῶν δέ οἰκείων ἔργων ὡς Θεός προϊστάμενος· ἀρχήν τε τοπις πᾶσι χρονικήν ὁρισάμενος, ...[178]”

Παραθέτοντας αυτό το χωρίο ο πάπας Αδριανός συνεχίζει την συσχέτιση της διά του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος με την αποστολή του στον κόσμο, τον ρόλο του δηλαδή στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας, εξαρχής με την δημιουργία και εν συνεχεία με τις ενέργειες της Θείας Πρόνοιας για την συντήρηση και τον αγιασμό του ορατού και αοράτου κόσμου.

Στην συνέχεια της επιστολής του ο πάπας Αδριανός προχωρά στην υπεράσπιση και των υπόλοιπων ιεραρχών, όσους κατηγορεί ονομαστικά ο Θεοδούλφος, τον Θεόδωρο Ιεροσολύμων, τον Βασίλειο Αγκύρας και τον Θεοδόσιο Αμορίου. Βέβαια, η επιστολή προηγείται χρονικά των Libri, οπότε υποτίθεται ότι το έργο του Θεοδούλφου είναι η εκτεταμένη έκδοση των όσων κατηγορούσε το καπιτουλάριο. Ο πάπας συνέθεσε μία ολοκληρωμένη απάντηση εξ αρχής, γι' αυτό και δεν χρειάστηκε να απαντήσει μετά την κυκλοφορία των Libri, θεωρώντας ότι ματαιοπονούσε, εφόσον οι Φράγκοι δεν ήθελαν να ακούσουν την ορθόδοξη άποψη.

Η θέση του Θεόδωρου Ιεροσολύμων, η οποία προκάλεσε την μήνη των Φράγκων είναι η εξής:

“Ἴσον συνοδικοῦ Θεόδωρου πατριάρχου Ἱεροσολύμων.

... Καί εἰς ἕναν κύριον Ἰησοῦν Χριστόν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, τόν μονογενῆ, τόν ἀϊδίως καί ἀπαθῶς ἐξ αὐτοῦ γεννηθέντα τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, καί οὐκ ἄλλην ἀρχήν ἤ τον πατέρα γινώσκοντα, καί ἐξ αὐτοῦ τήν ὑπόστασιν ἔχοντα,...[179]”.

Αυτό που εξόργισε τους Φράγκους είναι το “καί οὐκ ἄλλην ἀρχήν ἤ τον πατέρα γινώσκοντα”, το ότι δηλαδή η μόνη αρχή της θεότητας είναι ο Πατέρας. Εκ του Πατρός έχει την γέννηση ο Υιός και την εκπόρευση το Άγιο Πνεύμα. Οι Φράγκοι σε αυτή την φάση της διαμάχης και μέχρι την σύνοδο της Λυών θεωρούσαν και τον Υιό αρχή της θεότητας, αποδίδοντας την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και στον Υιό. Αυτό το καρολίγγειο δυαρχικό filioque αντικαταστάθηκε στην σύνοδο της Λυών το 1274 μ.Χ. από το “tanquam ab uno prncipio” filioque[180]. Η ομολογία πίστεως του Θεοδώρου καταρρίπτει εξαρχής την προσπάθεια των Φράγκων να επιβάλλουν το filioque, χωρίς ιδιαίτερες θεολογικές συζητήσεις. Είναι πολύ δυνατή ομολογία.

Ο πάπας Αδριανός θυμίζει στους Φράγκους, ότι ο ίδιος Θεόδωρος, πατριάρχης Ιεροσολύμων, μαζί με άλλους πατριάρχες, όπως ο Κοσμάς Αλεξανδρείας και ο Θεόδωρος Αντιοχείας, βρίσκονταν σε στενή συνεργασία και με τον πάπα Παύλο Α' , όπως και με τον Στέφανο Γ' στο θέμα της εικονομαχίας[181]. Θυμίζει στην επιστολή του την σύνοδο που συγκάλεσε ο Στέφανος Γ' το 769 μ.Χ. και το ότι σε αυτήν την σύνοδο συμμετείχαν και οι Φράγκοι επίσκοποι μαζί με τους Ρωμαίους[182]. Επίσης, θυμίζει στους Φράγκους και όσα συμφωνήθηκαν εκεί υπέρ της τιμητικής προσκύνησης των εικόνων[183].

Για τον Θεόδωρο Ιεροσολύμων γράφει ότι είναι, όπως και ο Ταράσιος Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνος με τους αγίους πατέρες και επικαλείται τα κάτωθι πατερικά έργα:

1) Αγίου Ιλαρίου Πικταβών, De Trinitate Liber I:

“§34. ότι η αιώνια ύπαρξή του είναι σε συμφωνία με την υιότητα Αυτού και η Υιότητα Αυτού με την αιώνια ύπαρξη Του· ότι δεν υπήρξε μοναδική εξαίρεση σε Αυτόν με την γέννηση, αλλά γέννηση από την αιώνια ύπαρξη, διότι, αν και η γέννηση απαιτεί Πατέρα, η θεότητα είναι αδιαίρετη με την αιωνιότητα[184]”.

2) Αγίου Ιλαρίου Πικταβών, De Trinitate Liber XIII:

“§21. Μόνο εμείς καταλαβαίνουμε ορθά και πιστεύουμε. Διότι, ενώ διδάσκουμε με πολλές ομιλίες ότι γεννήθηκε, δεν ισχυριζόμαστε ότι κάποτε ήταν αγέννητος. Διότι δεν είναι το ίδιο να είναι αγέννητος και να είναι γενητός, εφόσον ο τελευταίος όρος εκφράζει προέλευση από κάποιον άλλο, ο πρώτος από κανέναν. Και είναι ένα πράγμα να υπάρχει πάντα, ως Αιώνιος, χωρίς κάποια πηγή ύπαρξης και άλλο να είναι συναιώνιος με τον Πατέρα, έχοντας Αυτόν ως πηγή ύπαρξης. Διότι, όπου ο Πατέρας είναι πηγή ύπαρξης, εκεί υπάρχει και γέννηση. Ακόμη περισσότερο, όπου η Πηγή της ύπαρξης είναι αιώνια, η γέννηση είναι επίσης αιώνια[185]”

3) Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΘ', Είς τά ἅγια Φῶτα:

“§21. Πατήρ ὁ πατήρ, καί ἄναρχος΄ οὐ γάρ ἔκ τινος. Υἱός ὁ υἱός, καί οὐκ ἄναρχος· ἐκ τοῦ Πατρός γἀρ. Εἰ δέ τήν ἀπό χρόνου λαμβάνοις ἀρχήν, καί ἄναρχος· ποιητής γάρ χρόνων, οὐχ ὑπό χρόνον. Πνεῦμα ἅγιον ἀληθῶς τό πνεῦμα, προϊόν μἐν ἐκ τοῦ Πατρός, οὐχ ὑϊκῶς δέ, οὐδέ γάρ γεννητῶς, ἀλλ' ἐκπορευτῶς[186]”

4) Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΗ', Εἰς τά Θεοφάνια:

“§13. Τό δέ ἦν αὐτός ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, ὁ προαιώνιος, ὁ ἀόρατος, ὁ ἀπερίληπτος, ὁ ἀσώματος, ἡ ἐκ τῆς ἀρχῆς ἀρχή, τό ἐκ τοῦ φωτός φῶς, ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας, τό ἐκμαγεῖον τοῦ ἀρχετύπου κάλλους, ἡ μή κινούμενη σφραγίς, ἡ ἀπαράλλακτος εἰκών, ὁ τοῦ Πατρός ὅρος καί λόγος[187]”.

5) Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΚΔ', Εἰρηνικός Γ':

“§8. Ἐγώ δέ θεότητος ἀρχήν εἰσάγων ἄχρονον, καί ἀχώριστον, καί ἀόριστον, τήν τε ἀρχήν τιμῶ, καί τά ἐκ τῆς ἀρχῆς ἐπίσης[188]”

6) Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος Κ', Περί δόγματος καί καταστάσεως ἐπισκόπων.

“§6. Τίνος γάρ ἄν καί εἴη Υἱός, μή πρός αἴτιον ἀναφερόμενος τόν Πατέρα; Μήτε τῷ Πατρί τό τῆς ἀρχῆς κατασμικρύνει τό ἀξίωμα, τῷ ὡς Πατρί καί γεννήτορι· μικρῶν γάρ ἄν εἴη καί ἀναξίων ἀρχή, μή θεότητος ὤν αἴτιος τῆς ἐν Υἱῷ καί Πνεύματι θεωρουμένης. Ἐπειδή χρή καί τόν ἕνα Θεόν τηρεῖν, καί τάς τρεῖς ὑποστάσεις ὁμολογεῖν, εἴτ' οὖν τρία πρόσωπα, καί ἑκάστην μετά τῆς ἰδιότητος[189]”.

Η επιστολή δεν παραθέτει το απόσπασμα αυτούσιο, αλλά μέρος από αυτό και μέρος από το παρακάτω, του ιδίου πατρός και του ιδίου έργου:

“§10. Πολλάκις γάρ τόν αὐτόν ἀναστρέφω λόγον, τό παχύ σου καί ὑλικόν τῆς διανοίας φοβούμενος. Εἰ δέ οὐ πολυπραγμονεῖς τήν τοῦ Υἱοῦ, εἴτε γέννησιν χρή λέγειν, εἴτε ὑπόστασιν, εἴτε τί ἄλλο κυριώτερον τούτων ἐπινοεῖ τις (νικᾶ γάρ τήν ἐμήν γλῶτταν τό νοούμενον καί λεγόμενον)· μηδέ τοῦ Πνεύματος περιεργάζου τήν πρόοδον[190]”.

7) Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος, De genesi ad Littera Libri Duodecim, Liber I Caput VI:

“Όταν η Γραφή λέει, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεός τόν οὐρανόν καί τήν γῆν (Γεν. 1.1), με το όνομα του Θεού καταλαβαίνουμε τον Πατέρα, και με το όνομα της Αρχής τον Υιό, ο οποίος είναι η Αρχή, όχι για τον Πατέρα, αλλά πρωτίστως για τα πνευματικά όντα που Αυτός δημιούργησε και μετά για όλα τα δημιουργήματα· και όταν η Γραφή λέει καί Πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος (Γεν. 1.2), καταλαβαίνουμε ότι η Τριάδα παρουσιάζεται πλήρως[191]”

8) Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος, In Ihoannis evangelii, Tractatus XXXVIIII:

“§1. Διότι ο Υίός είναι Υιός του Πατρός, και ο Πατέρας σίγουρα είναι Πατέρας του Υιού· αλλά ο Υιός καλείται Θεός εκ Θεού· ο Υιός καλείται φως εκ φωτός. Ο Πατέρας καλείται φως, αλλά όχι εκ φωτός· ο Πατέρας καλείται Θεός, αλλά όχι εκ Θεού. Αν, λοιπόν, Θεός εκ Θεού, φως εκ φωτός, είναι η Αρχή, πόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε ως τέτοια, αυτό το φως από όπου [προέρχεται] το φως, και Θεό εκ του οποίου είναι Θεός; Ως εκ τούτου, φαίνεται παράλογο, αγαπητοί, να λέμε τον Υιό αρχή, και όχι τον Πατέρα, επίσης.

§2. Και πού μας οδηγεί αυτό; Ότι υπάρχουν δύο αρχές; Ας προσέξουμε να μην το πούμε. Τότε τι, αν ο Πατέρας είναι αρχή και ο Υιός αρχή, με ποιον τρόπο δεν είναι δύο αρχές; Δεν είναι με τον ίδιο τρόπο που λέμε τον Πατέρα Θεό, και τον Υιό Θεό, και έτσι δεν εννοούμε δύο θεούς. Είναι αμαρτία να λέμε ότι είναι δύο θεοί, είναι αμαρτία να λέμε ότι είναι τρεις θεοί.

Και παρακάτω

§4. ..., καθώς λέγεται το Πνεύμα του Πατρός και του Υιού, δεν έχω άλλο όνομα να δώσω στους τρεις, παρά Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα, ένας Θεός, μία Δύναμις, και επίσης μία Αρχή[192]”.

9) Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος, De Trinitate Liber VI Caput 2:

“§3. Πώς λοιπόν, Θεός εκ Θεού, Φως εκ Φωτός; Διότι δεν είναι και οι δύο Θεός εκ Θεού, αλλά μόνο ο Υιός είναι εκ Θεού, δηλαδή, εκ του Πατρός· ούτε είναι και οι δύο Φως εκ Φωτός, αλλά μόνο ο Υιός είναι εκ Φωτός, δηλαδή, εκ του Πατρός[193]”

10) Σωφρονίου Ιεροσολύμων, από τα πρακτικά της Στ' Οικουμενικής Συνόδου:

“Πιστεύω τοίνυν, μακάριοι, καθάπερ ἀρχῆθεν πεπίστευκα, εἰς ἕνα Θεό, Πατέρα Παντοκράτορα, ἄναρχον παντελῶς καί ἀΐδιον, πάντων ὁρατῶν τε καί ἀοράτων ποιητήν. Καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τόν μονογενῆ, τόν ἀϊδίως καί ἀπαθῶς ἐξ αὐτοῦ γεννηθέντα τοῦ Θεοῦ καί Πατρός. Καί οὐκ ἄλλην ἀρχήν ἤ τόν Πατέρα γινώσκοντα, ἀλλ' οὐδέ ἄλλοθεν πόθεν ἤ ἐκ τοῦ Πατρός τήν ὑπόστασιν ἔχοντα. Φῶς ἐκ φωτός ὁμοούσιον, Θεόν ἀληθινόν έκ Θεοῦ ἀληθινοῦ συναΐδιον· εἰς τό Πνεῦμα ἅγιον τό ἐκ Θεοῦ πατρός ἐκπορευόμενον, τό φῶς καί Θεόν αὐτῷ γνωριζόμενον[194]”.

Στη συνέχεια ο πάπας Αδριανός περνά και πάλι στην υπεράσπιση της ορθοδοξίας του πατριάρχου Ταρασίου. Αυτήν τη φορά οι Φράγκοι τον κατηγορούν διότι ομολογεί ότι το Άγιον Πνεύμα είναι “ομόφυλον” (contribulum) του Πατρός195. Ο πάπας επικαλείται την ομολογία του Σοφρωνίου Ιεροσολύμων στην Στ' Οικουμενική Σύνοδο:

“Εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τό ἐκ Θεοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό φῶς καί Θεόν καί αὐτῷ γνωριζόμενον, καί ὄν ἀληθῶς Πατρί καί Υἱῷ συναΐδιον, ὁμοούσιόν τε καί ὁμόφυλον, καί τῆς αὐτῆς οὐσίας καί φύσεως καί ὡσαύτως δέ καί θεότητος[196]”

Από τους Πατέρες επικαλείται τον Μέγα Αθανάσιο και τον άγιο Αυγουστίνο. Η υπόλοιπη επιστολή ασχολείται με το θέμα τον εικόνων, οπότε δεν θα επεκταθούμε περισσότερο πάνω σ' αυτό.

Είναι εμφανές ότι η απάντηση του πάπα στο καπιτουλάριο του Καρλομάγνου είναι αρνητική στις θέσεις που διατυπώνει ο Φράγκος βασιλιάς. Από πλευράς τεκμηρίωσης είναι εμπεριστατωμένη σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της ούτε η επαυξημένη έκδοση των Libri Carolini. Οι τρεις μαρτυρίες που επικαλείται ο Θεοδούλφος και μάλιστα από δύο όχι και τόσο γνωστούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς, μαζί με τις παρανοήσεις των λεγομένων στο θέμα του filioque, δεν μπορούν να σταθούν στο σύνολο της ομολογίας της Εκκλησίας, όπως εκφράστηκε στα έργα του συνόλου των Πατέρων και των Εκκλησιαστικών συνόδων.

Ωστόσο, η απάντηση του πάπα δεν είναι εκτενής. Περιορίζεται μόνο στο να υποστηρίξει του Έλληνες ιεράρχες και τις αποφάσεις της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου. Περιορίζεται μόνο να πει σχετικά με την ομολογία των Ελλήνων ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται “δι' Υιού” είναι πατερική διδασκαλία. Δεν αναιρεί το ίδιο το filioque, άμεσα τουλάχιστον. Δεν το καταδεικνύει σαν αίρεση. Δεν το καταδικάζει ως τέτοια. Δυστυχώς, αυτή η ελλειμματική αντίδραση συνεχίστηκε και από τους υπόλοιπους πάπες τις Ρώμης, με μόνη εξαίρεση τον Πάπα Λέοντα Γ', και την γνωστή ανάρτηση των αργυρών πινακίδων με την ορθόδοξη ομολογία του Συμβόλου της Πίστεως.

Είναι αξιοπρόσεκτο το ότι, τόσο ο Καρλομάγνος, όσο και ο πάπας Αδριανός, αποφεύγουν έκαστοι να θίξουν ο ένας τον άλλον. Ακόμη και στα Libri Carolini δεν γίνεται καμιά αναφορά στο πρόσωπο του πάπα, ο οποίος υποστήριξε τις αποφάσεις της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, παρά τις μύριες όσες κατηγορίες εκτοξεύονται κατά των Ελλήνων και της Συνόδου. Καμιά επιθετική δήλωση δεν γίνεται σε κανένα από τα υπό εξέταση κείμενα προς το πρόσωπο είτε του ενός, είτε του άλλου. Από την πλευρά των Φράγκων είναι αναμενόμενο, διότι υποτίθεται ότι τους ενδιαφέρει η έγκριση του πάπα στις σκοπιμότητές τους.

Από την πλευρά του πάπα, όμως, αυτή η ελλειμματική αντίδραση μπορεί να χαρακτηριστεί ως πλημμελής συμπεριφορά. Επιτρέπει την αίρεση να επιβληθεί και να επικρατήσει στην φράγκικη εκκλησία. Βέβαια, κανένα από τα θέματα δεν παρουσιάζεται στην συνέχεια εκκλησιαστικά αυτόνομο. Εμφανίζονται, εξετάζονται και επιβάλλονται πάντα σε συνάρτηση και ως συνέχεια ή τρόπος αντιμετώπισης του ισπανικού Υιοθετισμού, τόσο στην σύνοδο της Φρανκφούρτης το 794 μ.Χ. όσο και στην σύνοδο του Φρίουλι το 796 μ.Χ.

Η χλιαρή αντίδραση του πάπα ακολουθεί τις σχέσεις που αυτός θέλει να διατηρεί με τον Καρλομάγνο και τους Φράγκους. Την σχέση αυτή θα εξετάσουμε αμέσως παρακάτω. Τελειώνοντας το θέμα της απάντησης πρέπει να ειπωθεί ότι αν και χλιαρή, εντούτοις εμπόδισε την παραπέρα διάδοση των Libri, γι' αυτό και έπεσαν σχεδόν αμέσως στην αφάνεια και δεν σώζονται παρά μόνο στον βατικάνειο κώδικα που αναφέραμε και στο χειρόγραφο του επόμενου αιώνα.

Η άποψη της Ann Freeman[197] ότι ο Καρλομάγνος, επηρεασμένος από την απάντηση του πάπα, δεν εξέδωσε τα Libri είναι μερικώς ορθή. Μπορεί ο Καρλομάγνος να μην εξέδωσε εντέλει τα Libri άλλαξε, όμως, στρατηγική. Στο σημείο αυτό η μινιμαλιστική παπική αντίδραση, έδωσε στον Καρλομάγνο να καταλάβει τις αντιρρήσεις του Αδριανού και να αλλάξει πολιτική στο θέμα. Προσπάθησε, δηλαδή, ο πρώτος και κατάφερε να τα περάσει με εκκλησιαστικό τρόπο, με τις συνόδους που αναφέραμε, και άλλες που πραγματοποιήθηκαν τον επόμενο αιώνα.

στ') Οι σχέσεις Αδριανού και Καρλομάγνου.

Οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν ήταν μία καινοτομία των ισχυρών προσωπικοτήτων τους. Ακολουθούσαν, μάλλον, τις ήδη παγιωμένες σχέσεις της Ρώμης με τους Καρολίδες, οι οποίες με την σειρά τους υπαγορεύονταν από τις διεθνείς πολιτικές και θρησκευτικές εξελίξεις, αλλά και τις γεωστρατηγικές επιδιώξεις Ρωμαίων, Φράγκων, Ανατολικών Ρωμαίων και Λομβαρδών στην ιταλική χερσόνησο.

Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να ειπωθούν περιληπτικά τα πολιτικά γεγονότα που διαμόρφωσαν τις σχέσεις της Ρώμης με τους Φράγκους, για να γίνει πλήρως κατανοητή η σχέση του Αδριανού με τον Καρλομάγνο.

Το σημείο καμπής στις σχέσεις της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης εντοπίζεται στο έτος 754 μ.Χ. Την χρονιά εκείνη πραγματοποιήθηκε η εικονομαχική σύνοδος στην Ιέρεια, με αποτέλεσμα την ρήξη στις σχέσεις των δύο θρόνων. Την ίδια χρονιά ο πάπας Στέφανος Β' στράφηκε στον Φράγκο βασιλιά Πεπίνο για στρατιωτική βοήθεια απέναντι στον λογγοβαρδικό κίνδυνο, ο οποίος απειλούσε την ίδια την αιώνια πόλη. Ο Πεπίνος έσωσε την Ρώμη με τις δύο ιταλικές εκστρατείες του ενάντια στον Αϊστούλφο, την πρώτη το 754 ή 755 μ.Χ. και την δεύτερη το επόμενο έτος.

Από την στιγμή αυτή ξεκινούν οι εγκάρδιες σχέσεις των παπών με τους Φράγκους βασιλείς. Μη έχοντας την δυνατότητα να διατηρήσουν ικανή στρατιωτική δύναμη για την προάσπιση των ρωμαϊκών συμφερόντων και εξουσίας στην Ιταλία οι πάπες, χρησιμοποιούν την εκκλησιαστική-πνευματική τους εξουσία για να συνεργάζονται με την στρατιωτικά υπέρτερη φραγκική ηγεμονία. Με το ίδιο σκεπτικό η Κωνσταντινούπολη συνεργάστηκε με τους Λομβαρδούς για την μέσω αυτών διατήρηση της δικής τους επιρροής στα ιταλικά εδάφη, εις βάρος της διάθεσης για αυτονομία της Ρώμης.

Το 786 μ.Χ. επανεμφανίστηκε η απειλή των Λομβαρδών εναντίον της Ρώμης, στο πρόσωπο του δούκα του Benevento, Αρίχη, ο οποίος αυτο-ανακηρύχτηκε βασιλιάς των Λομβαρδών και κατέλαβε τα εδάφη γύρω από την Νάπολη, τα οποία ανήκαν στην Ρώμη. Ο πάπας Αδριανός έκανε επείγουσα έκκληση στον Κάρολο, ζητώντας την στρατιωτική συνδρομή του. Ο δεύτερος άδραξε την ευκαιρία και κατέβηκε στην Ιταλία την ίδια χρονιά. Νίκησε τον Αρίχη και απέδωσε τα ρωμαϊκά εδάφη στον πάπα.

Ο Αρίχης επέζησε της ήττας και κατέφυγε για βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη. Το προξενιό μεταξύ του Κωνσταντίνου Στ' και της κόρης του Καρλομάγνου, Ροτρούδης είχε αποτύχει το 781 μ.Χ. Η αυτοκράτειρα Ειρήνη σχεδίαζε επίθεση στην Ιταλία για την αποκατάσταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Για τον λόγο αυτό έστειλε στο Σαλέρνο μια αντιπροσωπεία, η οποία έδωσε τον τίτλο του πατρικίου στον Αρίχη. Ταυτόχρονα σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει τον Λομβαρδό πρίγκηπα Αδέλγη, γιο του Δεσιδέριου, για την ανακατάληψη της Παβία.

Ευτυχώς για τον Αδριανό η πρεσβεία από την Κωνσταντινούπολη έφτασε μετά τον θάνατο του Αρίχη στις 26 Αυγούστου 787 μ.Χ. Ο γιος του Λομβαρδού Γριμοάλδος βρισκόταν όμηρος στα χέρια του Καρλομάγνου. Το 788 μ.Χ. αφίχθη στην Ιταλία εκστρατευτικό αυτοκρατορικό σώμα για να συνδράμει την προσπάθεια του Αδέλγη στον Βορρά. Τους αντιμετώπισε ο Γριμοάλδος, ο οποίος διοικούσε τους Λομβαρδούς στο όνομα του Καρλομάγνου, ως δούκας του Benevento. Αυτός κατάφερε να τους νικήσει και να τους αναγκάσει να επιστρέψουν στην Καλαβρία. Έτσι ο Καρλομάγνος κατάφερε να κρατήσει τον τίτλο του βασιλιά των Λομβαρδών και να περιορίσει του ανατολικούς Ρωμαίους στην Νότια Ιταλία. Από την άλλη τα παπικά πατριμόνια ήταν το δουκάτο του Σπολέτο, της Τοσκάνης, της Καμπανίας και της Καπύης.

Την επίμαχη περίοδο υπήρχαν δύο αντιμαχόμενες πλευρές στην Ιταλία. Η μία ήταν της Παλαιάς Ρώμης και η άλλη της Νέας Ρώμης. Η Παλαιά με το πρόσχημα της εικονομαχίας είχε αυτονομηθεί από την υπαγωγή της στο Κωνσταντινοπολίτικο ρωμαϊκό κέντρο και λειτουργούσε αυτεξούσια. Ενάντια στην προσπάθεια της Νέας Ρώμης να αποκαταστήσει την διοίκηση στην Ιταλία είχε βρει συμμάχους τους Φράγκους, οι οποίοι αποδείχθηκαν ισχυρότεροι από τους Λομβαρδούς συμμάχους της Κωνσταντινούπολης.

Οι πάπες όφειλαν την αυτονομία τους στους Φράγκους βασιλείς και ειδικά ο Αδριανός είχε μεγάλη υποχρέωση στον Καρλομάγνο. Από την άλλη, οι Φράγκοι είχαν αδράξει την ευκαιρία με το πρόσχημα της συνδρομής προς την Ρώμη, να αναμιχθούν στις ιταλικές υποθέσεις και να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε αυτοκρατορικά εδάφη. Κατάφεραν να νικήσουν τους Λομβαρδούς και να αποκτήσουν τον τίτλο του βασιλιά αυτών. Ο Καρλομάγνος στήριξε την επεκτατική πολιτική του στην συμμαχία του με τον πάπα και οι νίκες του οφείλονταν στην υποστήριξη των γηγενών πληθυσμών τους οποίους κατηύθυνε ο τελευταίος. Αυτή ήταν η στρατηγική, την οποία ήθελε να εφαρμόσει και στην Ισπανία, αλλά εκεί δεν μπόρεσε να βρει τα ανάλογα ερείσματα στην ισπανική εκκλησία, γι' αυτό και ανέλαβε την επίθεση κατά του Ελιπάνδου και των υιοθετιστών με σκοπό να αντικαταστήσει την ισπανική ιεραρχία με ανθρώπους της προτίμησής του.

Προέκταση της επιτυχημένης αυτής στρατηγικής αποτελούσαν τα Libri Carolini με σκοπό την καταδίκη των ανατολικών για αίρεση. Στην επόμενη φάση θα ήγειρε τις αξιώσεις στα εδάφη της Καλαβρίας, της Σικελίας και του ανατολικού Ιλλυρικού, στα εδάφη, δηλαδή, τα οποία είχε αφαιρέσει η αυτοκρατορία από τα παπικά πατριμόνια για να μην πέσουν στα χέρια των Φράγκων.

Με βάση αυτά τα γεωπολιτικά σχέδια οι σχέσεις των δύο ανδρών, Αδριανού και Καρλομάγνου, ήταν σχέσεις αμοιβαίας πολιτικής αλληλεγγύης. Οι σχέσεις των δύο ανδρών επισημοποιήθηκαν με την πνευματική αναδοχή του υιού του Καρλομάγνου από τον Αδριανό. Ο τελευταίος είχε βαπτίσει το 781 μ.Χ. τον Καρλομάνο, δίνοντάς του το όνομα Πεπίνος. Επίσης είχε χρίσει τους δύο υιούς του Φράγκου βασιλιά, Πεπίνο και Λουδοβίκο, βασιλείς της Λομβαρδίας και της Ακουιτανίας αντίστοιχα. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε σχέση πνευματικής πατρότητας με τους διαδόχους.

Ο Αδριανός και ο Καρλομάγνος είχαν σχέση κουμπαριάς. Ο πρώτος αποκαλεί τον δεύτερο “κουμπάρο” (compater) σε επιστολή του γραμμένη το 785 μ.Χ[198]. Αποδέκτες της επιστολής ήταν ο Κωνσταντίνος Στ' και η Ειρήνη. Σε αυτή την επιστολή τους παρακινεί να αποκαταστήσουν την τιμητική προσκύνηση των εικόνων και έτσι να βασιλεύουν ως θριαμβευτές, όπως ο Κάρολος. Να λοιπόν, που ο Αδριανός παρουσιάζει τον κουμπάρο του, ως υπόδειγμα βασιλέα για τους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης.

Παράλληλα τροφοδοτεί τα φιλόδοξα όνειρα αυτοκρατορικού μεγαλείου του Καρόλου σε μια άλλη επιστολή του προς τον Φράγκο γραμμένη το Μάιο του 778 μ.Χ[199]. Στην επιστολή αυτή τον προσκαλεί να κατέβει στην Ιταλία και να αποκαταστήσει τα παπικά πατριμόνια που κατέλαβαν οι Λομβαρδοί. Τον προτρέπει να μιμηθεί τον Μέγα Κωνσταντίνο, ο οποίος δώρησε τα πατριμόνια αυτά στον πάπα Σιλβέστρο, όταν βαπτίσθηκε από αυτόν στην Ρώμη. Έχουμε, δηλαδή επίκληση της ψευδο-κωνσταντίνειας Δωρεάς από τον πάπα Αδριανό για την εξυπηρέτηση των πολιτικών σχεδίων του. Αλλά το σημαντικό είναι η παπική προπαγάνδα με την προβολή του αυτοκρατορικού ανδριάντα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και την εφαρμογή του στο βασιλικό αξίωμα του Καρόλου. Στην ίδια επιστολή εκφράζει την ευχή να αξιωθεί να βαπτίσει τον γιο του Καρόλου, όπως και έγινε το 781 μ.Χ.

Αυτή την υποδειγματική σύμπνοια και συνεργασία με τον πάπα στα πολιτικά ζητήματα επιθυμεί ο Κάρολος και στα εκκλησιαστικά. Τα τελευταία καθορίζουν τις σχέσεις των δύο ανδρών μέσα από το τρίπτυχο που αφορά τι σχέσεις της φράγκικης εκκλησίας πρώτον με την εκκλησία της Ισπανίας, δεύτερον με την εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και τρίτον με την ίδια την εκκλησία της Ρώμης.

Οι σχέσεις των Φράγκων με την ισπανική εκκλησία διαμορφώνονται μέσα από την αντιμετώπιση του Υιοθετισμού. Σε αυτό το θέμα υπάρχει συμφωνία μεταξύ Καρόλου και Αδριανού. Ο Υιοθετισμός είναι αίρεση και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοια και να καταδικαστεί. Μαζί της πρέπει να καταδικαστούν ο Ελιπάνδος, ο Φήλικας επίσκοπος Urgel και όσοι τους ακολουθούν. Το έργο αναλαμβάνουν οι Φράγκοι εξ ολοκλήρου. Η Ρώμη, όπως είδαμε παραπάνω, δεν ασκούσε καμία επιρροή στην ισπανική εκκλησία, καθώς η τελευταία είχε κόψει κάθε πνευματική εξάρτηση από το πατριαρχικό κέντρο εδώ και αιώνες.

Το δύσκολο σημείο σε αυτήν την υπόθεση είναι ότι οι Φράγκοι δεν ενημέρωσαν αρχικά τον πάπα για το πρόβλημα του Υιοθετισμού στην Ισπανία. Ο Αδριανός ενημερώθηκε απευθείας από τους Ισπανούς συνεργάτες του στα μέσα της δεκαετίας του 780 μ.Χ. Στην επιστολή αυτή δείχνει ότι δεν ξέρει κάτι σχετικό με τις θέσεις των υιοθετιστών, πέραν του ότι στα μέρη της Ισπανίας δύο ιεράρχες, ο Ελιπάνδος και ο Ασκαρίκος “δεν αισχύνονται να ισχυρίζονται ότι ο Υιός του Θεού είναι υιοθετημένος[200]”. Αυτή είναι η ίδια επιστολή την οποία έστειλε ο πάπας Αδριανός στους επισκόπους της Ισπανίας, όταν έλαβε από εκεί τα μαντάτα για την αιρετική απόκλιση του Egila, άνθρωπο τον οποίο είχε περιβάλλει με την εμπιστοσύνη του ύστερα από προτροπή των Φράγκων. Όπως ειπώθηκε, οι Φράγκοι δεν τον είχαν ενημερωμένο για όλα τα τεκταινόμενα στην Ισπανία, ούτε για την αποτυχία και την μεταστροφή στην αίρεση του Egila, αλλά ούτε και για την εμφάνιση του Υιοθετισμού στους κόλπους της ισπανικής ιεραρχίας.

Ο πάπας Αδριανός διέγνωσε εξ αρχής τις νεστοριανίζουσες καταβολές του Υιοθετισμού[201]:

“Κανένας, ονόμασε όποιον αιρεσιάρχη θέλεις, δεν τόλμησε ποτέ να γαβγίσει τέτοια βλασφημία, εκτός και αν ήταν εκείνος ο ασεβής Νεστόριος, ο οποίος ομολογούσε ότι ο Υιός του Θεού ήταν σκέτος και μόνο άνθρωπος (purum hominem)”

Αντιμετωπίζει την ισπανική αίρεση με τις καταδικαστικές αποφάσεις της συνόδου της Εφέσου. Την εποχή που συντάσσει αυτήν την επιστολή δεν έχει υπόψη του κάποιο κείμενο η κάποια ομολογία των υιοθετιστών, μόνο τις δικές του πληροφορίες. Σε επόμενη επιστολή του προς τους επισκόπους της Ισπανίας[202], γραμμένη το 793-4 μ.Χ. έχει ανά χείρας την επιστολή του Ελιπάνδου προς τους επισκόπους της Φραγκίας[203]. Στην δεύτερη επιστολή δεν επαναλαμβάνει την κατηγορία για Νεστοριανισμό κατά του Ελιπάνδου[204]. Πλέον, δεν χρειάζεται την γενικευμένη κατηγοριοποίηση, διότι έχει διαβάσει και έχει κατανοήσει το ακριβές δόγμα του Ελιπάνδου, το οποίο καταδικάζει επικαλούμενος τα ίδια ακριβώς πατερικά χωρία με την πρώτη επιστολή.

Από την πλευρά τους οι Φράγκοι κατηγορούν επίσης τον Ελιπάνδο για Νεστοριανισμό. Στο πλαίσιο της συνόδου της Φραγκφούρτης ο Αλκουίνος έγραψε μια επιστολή εξ ονόματος των επισκόπων της Φραγκίας προς τους επισκόπους της Ισπανίας. Σε αυτή τους ρωτά γιατί ο Ελιπάνδος καταδίκασε όλους τους άλλους αιρεσιάρχες, εκτός από τον Νεστόριο:

“Δεν αρνήθηκε και δεν καταδίκασε η καθολική εκκλησίας την αίρεσή σας στο πρόσωπο του Νεστόριου, πολύ καιρό πριν; ... μία αίρεση σχετικά με την οποία έγραψε ο άγιος Κύριλλος στον πρεσβύτερο Ευλόγιο: 'Νεστόριος μέν γάρ ἐν ταῖς ἑαυτοῦ ἐξηγήσεσι προσποιεῖται λέγειν ὅτι Υἱός εἷς, καί Κύριος εἷς· ἀλλά ἀναφέρει τήν υἱότητα καί τήν κυριότητα ἐπί μόνον τόν τοῦ Θεοῦ Λόγον' καί λίγο παρακάτω:'Τό γάρ λέγειν ὅτι διά τοῦτο ὁ Θεός Λόγος Χριστός ὁνομάζεται, ὅτι ἔχει τήν συνάφειαν τήν πρός τόν Χριστόν, πῶς οὐκ ἐναργές ἐστι δύο λέγειν Χριστούς, εἰ Χριστός πρός Χριστόν ἔχει συνάφειαν, ὡς ἄλλος πρός ἄλλον[205];'. Φαίνεται, λοιπόν, ότι αυτό που ο Νεστόριος ονομάζει 'συνάφεια' εσείς το ονομάζεται 'υιοθεσία'. Διότι τι άλλο είναι η συνάφεια, παρά αυτό το ζευγάρωμα που είναι αποτέλεσμα αγάπης, διά της οποίας υιοθεσίας ένας πατέρας ενώνει με τον εαυτό του έναν υιό, ο οποίος δεν είναι πραγματ[ικά] υιός του;206”

Μιλώντας εκ μέρους των Φράγκων επισκόπων, ο Αλκουΐνος αναπτύσσει το σκεπτικό του πάπα Αδριανού. Ενδιαφέρουσα είναι η ερώτηση, αν ακολουθεί τον πάπα ή αν ανέπτυξε το ίδιο σκεπτικό ανεξάρτητα από τα όσα έγραψε πρώτος ο πάπας Αδριανός στην προηγούμενη επιστολή του. Το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μετά από εξέταση της επιστολής των Ιταλών επισκόπων, γραμμένη από τον Παυλίνο Ακηυλίας, όπου επαναλαμβάνεται η ίδια ανάλυση[207]. Εκείνο, όμως, που ενδιαφέρει την παρούσα μελέτη είναι η συμφωνία και συνεργασία πάπα και Φράγκων στην αντιμετώπιση του Υιοθετισμού. Η συνεργασία αυτή ήταν εύκολη διότι στηρίζονταν στην προάσπιση του ορθόδοξου δόγματος και από τις δύο πλευρές. Στο θέμα θα επανέλθουμε παρακάτω, όταν θα ερευνήσουμε τον ρόλο του filioque στην αντιμετώπιση του υιοθετισμού ως συνέχεια του ρόλου του ως ρυθμιστικού παράγοντα στις υπό διερεύνηση σχέσεις.

Στο δεύτερο θέμα των εκκλησιαστικών σχέσεων των Φράγκων με τους ανατολικούς Ρωμαίους, ο πάπας δεν συναίνεσε στις επιδιώξεις των Φράγκων, τις οποίες έχουμε ήδη αναλύσει. Ο Καρλομάγνος ζητά να καθορίσει τις διπλωματικές σχέσεις μαζί τους μέσα από μια καταδίκη για αίρεση. Δεν μπορεί, όμως, να καταδικάσει ο ίδιος τους ιεράρχες της ανατολικής ρωμαϊκής εκκλησίας, ούτε και οι θεολόγοι του. Χρειάζεται οπωσδήποτε την συνεργασία του πάπα.

Βέβαια, είναι απαραίτητο να βρεθεί και ο λόγος της καταδίκης, ο οποίος πρέπει να είναι δογματικός. Έτσι, μέσα από τα Libri κατηγορούν τους ανατολικούς Ρωμαίους, για τις αποφάσεις της Ζ' Οικουμενικής περί της προσκύνησης των εικόνων και για το filioque. Και στα δύο θέματα εκφράζουν οι ίδιοι τους αιρετικές απόψεις. Έτσι, ο πάπας όχι μόνο αρνείται να τους καταδικάσει, αλλά τους υπερασπίζεται προβάλλοντας την ορθή διδασκαλία. Αναιρεί ένα προς ένα τα επιχειρήματα των Φράγκων, όπως αυτά διατυπώνονται στο καπιτουλάριο που του έστειλαν προς ενημέρωση και έγκριση.

Ωστόσο, δεν θέλει να διαταράξει και τις σχέσεις του με τον Καρλομάγνο. Για τον λόγο αυτό καταφεύγει σε έξυπνους διπλωματικούς ελιγμούς. Πρώτον, επαινεί τον Κάρολο, τον επίσημα εμφανιζόμενο ως συντάκτη του καπιτουλάριου, διότι παραθέτει από την επιστολή του πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου προς τον Σερένο της Μασσαλίας. Από την ίδια επιστολή[208] είχε επικαλεστεί ο Αδριανός το απόσπασμα, όπου ο Μέγας Γρηγόριος μιλά για την διδακτική χρήση των εικόνων στις εκκλησίες[209]. Από την ίδια επιστολή είχε παραθέσει και ο Θεοδούλφος ένα κουτσουρεμένο απόσπασμα[210].

Ο Αδριανός είχε χρησιμοποιήσει την επιστολή του Μεγάλου Γρηγορίου στην δική του συνοδική επιστολή προς την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο. Ακολουθώντας την διδασκαλία του αγίου πάπα, ότι οι εικόνες στους ναούς χρειάζονται για την διδασκαλία των αγράμματων ανθρώπων και την μεταστροφή των ειδωλολατρών. Υποστηρίζοντας την παιδαγωγική χρήση τους έγραψε:

“Καθώς ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ διάδοχος τῶν ἀποστόλων ἐκήρυξε, τούς πάντας ἀνθρώπους ἀγραμματίστους καί μή δυναμένους ἀναγνῶναι, θεωρεῖν τάς εὐαγγελικάς ἱστορίας, καί δι' αὐτῶν ἀνάγεσθαι πρός δόξαν καί ἀνάμνησιν τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου καί Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· καί πάντες οἱ ὀρθοδοξότατοι καί χριστιανικώτατοι βασιλεῖς σύν πᾶσι τοῖς ἱερεῦσι καί ἐντίμοις ἀνδράσι τοῖς θεραπεύουσι τόν Θεόν ἅμα παντί τῷ χριστιανικοτάτῳ λαῷ, κατά τήν ἀρχαίαν παράδοσιν τῶν ἁγίων Πατέρων καί ἐδέξαντο καί ἐκράτησαν, καί ἔχουσι τάς αὐτάς σεβασμίας εἰκόνας εἰς ἀνάμνησιν καί κατάνυξιν καρδίας, καί μέχρι τοῦ παρόντος σέβονται αὐτάς[211]”

Ο Θεοδούλφος από την άλλη χρησιμοποιεί και προβάλλει μόνο το σημείο εκείνο της επιστολής, το οποίο απαγορεύει την λατρεία των εικόνων, έχοντας ως προϋπόθεση στο μυαλό του ότι η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος αναθεματίζει όσους δεν λατρεύουν τις εικόνες, πράγμα ανακριβές.

Στην απάντησή του, λοιπόν, ο πάπας Αδριανός, με πολύ διπλωματικό τρόπο, εξαίρει τον Κάρολο για την χρήση αυτής της επιστολής, λέγοντας, ότι αυτή και μόνον αυτή ήταν η πραγματική θέση του Καρόλου, ενώ όλα τα άλλα που γράφτηκαν στο καπιτουλάριο, αντικατοπτρίζουν τις γνώμες άλλων και πρέπει να απορριφθούν[212].

Δεύτερος διπλωματικός ελιγμός του πάπα Αδριανού είναι αυτό που γράφει στην συνέχεια της επιστολής του, ότι δηλαδή, αν δεν βρεθεί μία ορθή και δίκαιη λύση για τα πατριμόνια που του αφαίρεσαν οι ανατολικοί, τότε θα τους καταδικάσει ως αιρετικούς[213]. Δεν αφήνει δυσαρεστημένο τον Κάρολο με την άρνηση της καταδίκης για δογματικά ζητήματα. Αντίθετα, του αφήνει την ελπίδα ότι θα μπορούσε να τους καταδικάσει για το θέμα των πατριμονίων.

Την ίδια τακτική ακολουθεί και στο θέμα του filioque. Υπερασπίζεται μεν την ορθόδοξη θέση στο πρόσωπο του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών ιεραρχών, όσων καταγγέλλει ο Θεοδούλφος. Ωστόσο, δεν αντιτίθεται ποτέ απευθείας, ομολογώντας ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός.

Υπάρχει ένα λεπτό ζήτημα εδώ. Από το filioque εξαρτάται όλο ο τρίπτυχο των σχέσεων επί των εκκλησιαστικών θεμάτων, μεταξύ Αδριανού και Καρλομάγνου. Και αυτό διότι το filioque χρησιμοποιείται από τους Φράγκους για την αντιμετώπιση του Υιοθετισμού. Οι Φράγκοι δεν χάνουν ευκαιρία να ομολογήσουν το filioque, κάθε φορά που αντιπαρατίθενται με τους Υιοθετιστές[214].

Έτσι, ο Παυλίνος Ακυηλίας ομολογεί το filioque στον λίβελο των Ιταλών επισκόπων, γραμμένο από τον ίδιο λίγο πριν την σύνοδο της Φρανκφούρτης το 794 μ.Χ[215]. Έπειτα ο ίδιος ο Καρλομάγνος, γράφοντας προς τους επισκόπους της Ισπανίας, τους εκθέτει την ορθή κατά την σύνοδο πίστη, όπου το Σύμβολο της Πίστεως φέρει την προσθήκη[216]. Μια ευθεία αντίθεση του πάπα Αδριανού προς το filioque θα έφερνε τους Φράγκους σε δυσχερή θέση έναντι των Υιοθετιστών.

Ο πάπας δεν επέλεξε αυτή την προσέγγιση του θέματος, αλλά και εδώ προτίμησε την οδό της διπλωματικής γλώσσας. Προτιμά την “δι' Υιού” εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, ομολογία σύμφωνη με την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο. Στην επιστολή του προς τους επισκόπους της Ισπανίας επιλέγει μία ακόμη πιο δυσνόητη διατύπωση, την οποία, ούτε οι Φράγκοι κατάλαβαν την εποχή εκείνη, ούτε οι παπικοί σήμερα. Γράφει:

“Από την άλλη το Πνεύμα το Άγιο, ενώ υπάρχει αδιαίρετα από τους άλλους δύο, τον Πατέρα, δηλαδή, και τον Υιό, και εκ του Πατρός και του Υιού εκπορεύεται ουσιαστικά, με ποια συμφωνία μπορεί να γίνει πιστευτό ότι κατάγεται από τον Θεό, από τον οποίο ποτέ δεν αποχωρίζεται και από τον οποίο απερίγραπτα εκπορεύεται;[217]”

Έτσι όπως τοποθετήθηκε στο θέμα ο πάπας Αδριανός έδωσε την εντύπωση στους παπικούς τα νεώτερα χρόνια[218], ότι υποστηρίζει το filioque. Πολύ πιθανόν να δημιούργησε την ίδια εντύπωση και στους Φράγκους της εποχής του. Αυτός πρέπει να ήταν ο σκοπός του για τους λόγους που αναφέρθηκαν, αν και η προσθήκη του επιρρήματος “ουσιαστικά” (essentialiter) τους προκαλεί απορία[219].

Τι θέλει να πει εδώ ο πάπας με το “ουσιαστικά”; Μήπως εννοεί ότι η ουσία το Πατρός και η ουσία του Υιού εκπορεύουν την ουσία του Αγίου Πνεύματος; Αλλά αυτό δεν το ισχυρίζονται ούτε οι παπικοί. Διότι αν η ουσία γεννούσε ή εκπόρευε ουσία τότε δεν θα ήταν ένας Θεός αλλά τρεις. Το filioque σημαίνει ότι η υπόσταση του Αγίου Πνεύματος εκπορεύεται από την υπόσταση του Πατρός και από την υπόσταση του Υιού. Αλλά ο πάπας δεν λέει “subtantialiter” ούτε “personaliter”, λέει “essentialier”. Αυτό μόνο με έναν τρόπο μπορεί να ερμηνευθεί, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα είναι ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό. Αυτή η ερμηνεία ταιριάζει και με τα συμφραζόμενα, ότι δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο υπάρχει (sit) αδιαίρετα (inseparabilliter) από τον Πατέρα και τον Υιό, κατά το Τριάς ομοούσιος και αχώριστος, έκφραση η οποία επίσης αναφέρεται στην ουσία και όχι στις υποστάσεις. Έτσι οι δύο προτάσεις “cum sit inseparabilliter patris et filii” και “ex patre et filioque essentialiter procedit” δημιουργούν ένα σχήμα αναλογίας μεταξύ του “sit” και του “procedit” από την μια και του “inseparabilliter” και “essentialiter” από την άλλη, το οποίο αναφέρεται στην ουσία και συνεπάγεται το “ομοούσιο”.

Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε ο πάπας να μην έρθει σε ανοιχτή ρήξη με τον Καρλομάγνο. Ταυτόχρονα, παρέμεινε πιστός στην ορθόδοξη δογματική, και επόμενος τοις αγίοις Πατράσι, μπορεί να πει κανείς, αν θυμηθεί την 14η παράθεση αποσπάσματος παραπάνω, εκ του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, όπου γράφει:

““εἴπερ ἐστί τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, καί μήν καί τοῦ Υἱοῦ, τό οὑσιωδῶς ἐξ ἀμφοῖν, ἤγουν ἐκ Πατρός δι' Υἱοῦ προχεόμενον Πνεῦμα”.

Συνεπώς, ο πάπας ακολουθεί τον άγιο Κύριλλο, και αυτή είναι η αναγκαστική συνθήκη για όποιον θέλει να εκφράσει διπλή εκπόρευση του αγίου Πνεύματος, όπως το έθεσαν τουλάχιστον οι ορθόδοξοι ιεράρχες στην σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας και δείξαμε στο πρώτο μέρος της εργασίας, και όπως αιτιολογεί την Ρώμη ο άγιος Μάξιμος στο δεύτερο μέρος αυτής της εργασίας. Ο πάπας Αδριανός δεν υποστηρίζει στην επιστολή αυτή το filioque.

Παρά τη διπλωματική γλώσσα του πάπα, ο Κάρολος και οι θεολόγοι του κατάλαβαν πολύ καλά ότι δεν μπορούσαν να έχουν την συνεργασία του πρώτου στα θέματα που τους ενδιέφεραν. Στον λίβελο που συνέταξαν το 825 μ.Χ. οι Φράγκοι θεολόγοι στο Παρίσι, κρίνουν με τον εξής τρόπο την απάντηση του Αδριανού:

Επιπλέον, όταν ο ιερής μνήμης πατέρας σου έβαλε να αναγνώσουν την ίδια σύνοδο (σ.τ.μ. Ζ' Οικουμενική) παρουσία του ιδίου και των ανδρών του, και την είχε κρίνει σε πολλά σημεία, όπως ήταν πρέπον, και όταν είχε σημειώσει ειδικά μερικά αποσπάσματα, τα οποία επιδέχονταν αυστηρή αποδοκιμασία, τα έστειλε στον πάπα Αδριανό, μέσω του ηγούμενου Angilbert, ώστε να διορθωθούν με την κρίση και την αυθεντία του. Αντίθετα, ο πάπας, ευνοώντας αυτούς που με δική του παρακίνηση είχαν εισάγει προληπτικές και ακατάλληλες μαρτυρίες στο παραπάνω αναφερθέν έργο, προσπάθησε, με εντελώς άπρεπο τρόπο, να προσφέρει μεμονωμένα κεφάλαια, τα οποία επιθυμούσε να τους υπερασπιστούν[220]”.

Κατηγορούν τον πάπα ότι ο ίδιος παρακίνησε τους Ρωμαίους της Κωνσταντινούπολης να αποκαταστήσουν τις εικόνες και να θεολογήσουν υπέρ της τιμητικής προσκύνησης αυτών. Είχαν ανά χείρας και ανέγνωσαν στη Σύνοδο του Παρισιού τις δύο επιστολές του Αδριανού, μία προς τους αυτοκράτορες Ειρήνη και Κωνσταντίνο Στ' και τη δεύτερη προς τον πατριάρχη Ταράσιο. Δεν τον κατηγορούν απλώς ότι συμφώνησε με τους ανατολικούς, αλλά ότι ο ίδιος τους παρακίνησε. Τον θεωρούν δηλαδή κύριο υπεύθυνο για την αποκατάσταση των εικόνων στην Ανατολή. Δεύτερον, τον κατηγορούν ότι υπερασπίστηκε την θεολογία της Νίκαιας με άσχετα βιβλικά και πατερικά χωρία, τα οποία κάποιες φορές μόλις που άπτονταν του θέματος ή ήταν ανεφάρμοστα ή ακόμα και άξια επίπληξης[221].

Από την κριτική των Φράγκων θεολόγων γίνεται κατανοητό ότι το έργο του Αδριανού ήταν πολύ σημαντικό. Διότι, αν και δεν αντέδρασε σθεναρά, όπως για παράδειγμα ο διάδοχός του Λέων Γ', παρόλα αυτά άφησε ένα γραπτό μνημείο, το οποίο οι Φράγκοι προσπαθούσαν να αντικρούσουν δεκαετίες μετά. Τόσο ισχυρά ήταν τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέθεσε, ώστε μην μπορώντας οι αντίπαλοί του να απαντήσουν απευθείας, επιχειρούσαν να τα απαξιώσουν, θεωρώντας αυτά άσχετα ή μη εφαρμόσιμα.

Αξιομνημόνευτο είναι επίσης το ότι αλλάζουν την πολιτική τους θεωρία σε δύο σημεία, προσαρμόζοντας αυτήν στα δεδομένα που δημιούργησε η αντίδραση του πάπα. Θεωρούν την πράξη του αξιόποινη. Αρχικά εμφανίζουν θεατρική ταπεινοφροσύνη, λέγοντας ότι σέβονται την αποστολική έδρα του Πέτρου και τον πάπα[222]. Προχωρούν με επίπλαστη μετριοφροσύνη, ισχυριζόμενοι ότι δεν σφετερίζονται την θέση και το αξίωμα κανενός και δεν διεκδικούν την ιδιότητα του διδασκάλου, αλλά ενεργούν υποκινούμενοι από τον αποστολικό ζήλο, τον οποίο εκφράζει ο Παύλος στην Β' Κορ. 11.26: “τίς σκανδαλίζεται, καί οὐκ ἐγώ πυροῦμαι;”[223]. Επικαλούνται την μέχρι τότε ισχύουσα ιδεολογία τους, ότι, δηλαδή, ο Θεός έθεσε έναν διαιτητή για όλες τις διαφορές, και αυτός είναι ο πάπας. Στο τέλος περνάνε στο μεγάλο “αλλά”· αλλά έχουν μπροστά τους μία διένεξη και αν ο πάπας δεν αναλάβει την υπεράσπιση της πίστεως, δεν μπορεί να λέγεται “οικουμενικός”224. Εννοούν, βέβαια, ότι υπεράσπιση της πίστεως είναι η αποδοχή της δικής τους άποψης, διότι την ορθόδοξη άποψη ο πάπας ήδη την υπερασπίστηκε, όπως έκαναν και οι προκάτοχοί του για χρόνια, μη συμβιβαζόμενοι με την εικονομαχία.

Εμμέσως πλην σαφώς, οι Φράγκοι κατηγορούν τον πάπα για αίρεση. Ναι μεν, δεν χρησιμοποιούν αυτήν την λέξη, αλλά αυτή είναι η έννοια των κατηγοριών τους. Και αυτά μπορεί να λέγονται το 825 μ.Χ., αλλά την εποχή που διαδραματίστηκαν οι εξελίξεις, ο Καρλομάγνος δεν υπάκουσε στην διδασκαλία της έδρας του αποστόλου Πέτρου. Βρήκε, άλλον τρόπο να περάσει τα στρεβλά δόγματά του με την σύγκληση της λεγόμενης συνόδου της Φρανκφούρτης το 794 μ.Χ και του Φρίουλι (Forum Julii) το 796 μ.Χ.

ζ') H σύνοδος της Φρανκφούρτης το 794 μ.Χ.

ΟΙ Φράγκοι δεν δέχτηκαν την οικουμενικότητα της Συνόδου της Νίκαιας το 787 μ.Χ. και την ονόμασαν “ψευδοσύνοδο”, επειδή δεν κλήθηκαν και δεν παρίσταντο δικοί τους αντιπρόσωποι σε αυτήν[225] και επειδή δεν συμβουλεύτηκαν και δεν μίλησαν όλες οι εκκλησίες[226]. Στα Annales Regni Francorum, στην επαυξημένη έκδοση του Εϊνάρδου, η Ζ' Οικουμενική αναγράφεται ως εξής:

“Αυτή η σύνοδος, επίσης, η οποία συγκλήθηκε πριν μερικά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη από την Ειρήνη και τον γιο της Κωνσταντίνο, και ονομάστηκε από αυτούς όχι μόνο έβδομη αλλά και οικουμενική, απορρίφθηκε από όλους ως εντελώς άχρηστη, έτσι ώστε να μην θεωρείται ή να λέγεται ούτε εβδόμη, ούτε οικουμενική[227]”.

Στην πρωτότυπη μορφή των Annales, ενώ αρχικά το κείμενο αναφέρεται μόνο στον θάνατο της συζύγου του Καρόλου την δεδομένη χρονιά, μεταγενέστερο χέρι έχει προσθέσει το παρακάτω κείμενο:

“Η ψευδοσύνοδος των Γραικών, την οποία έκαναν για την λατρεία των εικόνων και την οποία ονόμασαν ψευδώς εβδόμη, απορρίφθηκε από τους επισκόπους[228]”.

Πίσω από αυτήν την εκτίμηση κρύβεται μια ολόκληρη θεωρία των Φράγκων για το κύρος και την οικουμενικότητα των συνόδων. Η ισχύουσα εκκλησιαστική θεωρία, η οποία εφαρμόστηκε ήδη από την αποστολική εποχή για την επίρρωση του κύρους των συνόδων και στην συνέχεια στις επίσημες εκκλησιαστικές συνόδους με την εισαγωγή του επιθετικού προσδιορισμού “Οικουμενική” για τις συνόδους που έλαβαν αυτόν τον τίτλο, προέβλεπε δύο τινά. Το πρώτο ήταν η κρίση και αναγωγή των αποφάσεων μέσω της πατερικής αυθεντίας στην ίδια την Αγία Γραφή. Η δεύτερη ήταν η πρόβλεψη για την εκπροσώπηση της “Πενταρχίας”, δηλαδή των πέντε Πατριαρχείων Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας. Όλες οι τοπικές εκκλησίες εκπροσωπούνταν μέσω των Πατριαρχείων αυτών.

Ο Θεοδούλφος, όμως, μέσα στα Libri Carolini εκφράζει μία νέα θεωρία περί των Συνόδων. Δέχεται αρχικά ότι οι αποφάσεις πρέπει να φέρουν και να εκφράζουν μέσω των Πατέρων τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής. Προσπαθεί να το πράττει συνέχεια μέσα στο συγκεκριμένο έργο. Σε αυτό, όμως, εισάγει μία νέα διάσταση, επιμένοντας ότι οι Φράγκοι, όχι οι Έλληνες, διατηρούν την ορθή παράδοση.

Καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα με την εφαρμογή της αρχής “της Έρευνας (scrutinium) και της Εκτίμησης (ratio)”[229]. Ο Θεοδούλφος επικαλείται τρεις φορές, δύο βιβλικά χωρία για την επιβεβαίωση της εν λόγω αρχής. Πρώτα το Α' Θεσσ. 5.21: “πάντα δὲ δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε[230]”, και μετά το Α' Ιωαν. 4.1: “Ἀγαπητοί, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν[231]”.

Στα Libri Carolini ενίσταται για ένα απόσπασμα του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, το οποίο δεν γνωρίζει. Λέει ότι πρέπει να ελεγχθεί και μετά παραθέτει το Α' Θεσ. 5.21. Έτσι, λέει, ενεργεί “rationaliter”. Στο Libri Carolini III.11 λέει ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να ελέγξουν τι λέει κάθε μέρος της Εκκλησίας, εννοώντας τους Φράγκους και την φράγκικη εκκλησία, σχετικά με τις εικόνες. Φανερώνει συνεχώς και στα παραπάνω αναφερθέντα σημεία του έργου ότι είναι απαραίτητη η indagatio (ενδεχόμενος ισπανισμός), ή investigatio και η ratio· θα αποκαλύψουν την αλήθεια και όχι η αποδοχή αυτού που είναι παλαιό-παραδοσιακό.

Συνοψίζει την νέα συνοδική θεωρία του στα Libi Carolini IV.28:

“Αν οι επίσκοποι δύο ή τριών επαρχιών συνέλθουν, οπλισμένοι με το σώμα της διδασκαλίας, το οποίο βρίσκεται στους αρχαίους κανόνες, και καθιερώσουν κάποιο σημείο της διδασκαλίας ή του δόγματος, το οποίο δεν αποκλίνει από το δόγμα των αρχαίων Πατέρων, τότε αυτό που θα καθιερώσουν είναι καθολικό και μπορεί πραγματικά να λέγεται οικουμενικό, διότι, αν και δεν καθιερώθηκε από τους επισκόπους της Οικουμένης, παρόλα αυτά δεν αποκλίνει από την οικουμενική πίστη και παράδοση. Γνωρίζουμε ότι αυτό έχει γίνει συχνά σε πολλά μέρη του κόσμου, όπως το απαιτούσαν οι συνθήκες, διότι πολλές σύνοδοι έχουν συγκληθεί, μέσω των πράξεων των οποίων [συνόδων] όλη η Εκκλησία αμύνεται και δυναμώνει[232]”.

Με αυτήν την αρχή δογμάτισαν το filioque οι Φράγκοι παρά την διαφωνία του πάπα και της συνόλου Εκκλησίας. Κατά συνέπεια, δεν χρειαζόταν η παρουσία των εκπροσώπων των πέντε πατριαρχείων, για να δώσουν κύρος σε κάποια σύνοδο.

Ο Θεοδούλφος ήταν Βησιγότθος από την Ιβηρική. Ήταν γαλουχημένος σε μία εκκλησιαστική παράδοση, για την οποία η Ρώμη ήταν πολύ μακριά. Όπως είδαμε παραπάνω, στα θέματα της ισπανικής Εκκλησίας η παρουσία του πάπα δεν ήταν απαραίτητη. Αυτή την παράδοση εκφράζει μέσα στα Libri Carolini. Ο πάπας δεν αναφέρεται πουθενά στην εισαγωγή του έργου. Αντίθετα, δικαιωματικά υπεύθυνος για την ειρήνη και την διατήρηση της ορθής πίστης στην Εκκλησία είναι ο Φράγκος βασιλιάς. Το ότι η Ρώμη εντέλει θεωρήθηκε ως ο φορέας της γνήσιας εκκλησιαστικής παράδοσης και απαραίτητος σύμβουλος σε κάθε περίσταση ήταν έργο των Αγγλο-σαξόνων μισιονάριων και ακαδημαϊκών[233], και εκπρόσωπος αυτού του τρόπου σκέψης ήταν ο Αλκουΐνος, όχι ο Θεοδούλφος.

Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό μπορούσε ο Κάρολος να συγκαλέσει εκκλησιαστική σύνοδο, χωρίς απαραίτητα να εμπλέκεται κάπου ο πάπας. Η παρουσία παπικών λεγάτων ήταν επιθυμητή, όχι απαραίτητη. Ο Θεοδούλφος συμβούλεψε τον Καρλομάγνο την εποχή της δίκης του πάπα Λέοντα του Γ', ότι ο απόστολος Πέτρος είχε εμπιστευθεί τα κλειδιά της εκκλησίας στη γη στον ίδιο (και όχι στον πάπα) και είχε κρατήσει για τον εαυτό του τα κλειδιά στον ουρανό. Ήταν, λοιπόν, καθήκον του Καρλομάγνου να κυβερνά την Εκκλησία και τον λαό του Θεού[234].

Έτσι, ο Κάρολος ήταν ο κύριος αρμόδιος να συγκαλέσει μία εκκλησιαστική σύνοδο και όχι ο πάπας. Ας δούμε τώρα πώς πάρθηκαν οι αποφάσεις στην σύνοδο της Φρανκφούρτης. Οι δύο πρώτοι κανόνες, οι οποίοι αφορούν καθαρά εκκλησιαστικά θέματα έχουν την εξής διατύπωση:

“Κανόνας πρώτος. Οι άγιοι πατέρες ... αντιτίθενται και... δηλώνουν” (sanctissimi patres... contradixerunt atque... statuerunt[235]”.

“Κανόνας δεύτερος. Οι άγιοι πατέρες μας... απεχθάνονται και καταδικάζουν[236]” (sanctissimi patres nostri... contempserunt atque... condempnaverunt”.

Ο Hans Barion κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δογματικά θέματα εξετάζονταν και αποφασίζονταν από τους επισκόπους[237]. Ωστόσο υπάρχουν κανόνες που απηχούν καθαρά την φωνή του Καρόλου:

“Κανόνας τέσσερα. Ο ευσεβέστατος κύριος και βασιλιάς μας αποφάσισε” (Statuit piisimus domnus noster rex[238]).

“Κανόνας έξι. Αποφασίστηκε από τον κύριο βασιλιά και την αγία σύνοδο” (Statutum est a domno rege et sancta synodo[239]).

Στην επιστολή του προς τους επισκόπους της Ισπανίας, την οποία ειδαμε παραπάνω, ο Κάρολος γράφει ότι θα βρουν στην επιστολή του την ορθόδοξη πίστη, όπως την έχουν διδάξει οι αποστολικοί διδάσκαλοι, την κράτησε η Εκκλησία και τώρα την εκθέτουν οι δικοί του άνθρωποι. Τους προτρέπει να την ακολουθήσουν πιστά. Στη συνέχεια τους αναφέρει ότι οι αποφάσεις της συνόδου πάρθηκαν ομόφωνα. Δίνει έμφαση στο γεγονός, ότι έστειλε πρεσβείες στην Ρώμη, για να μάθει την διδασκαλία της αποστολικής παράδοσης. Ότι καταβάλει “κάθε προσπάθεια με το μυαλό και καρδιακή ζέση”, για να ακολουθήσει την παπική διδασκαλία της αρχαίας εκκλησίας. Επικροτεί χωρίς αμφιβολία οτιδήποτε είναι γραμμένο στα βιβλία (εννοεί τις αποφάσεις της συνόδου), διότι προέρχονται από την σεπτή παράδοση[240]. Άρα, καταλήγει, οι Ισπανοί επίσκοποι πρέπει να συμμορφωθούν σε ότι αποφάσισε η σύνολη εκκλησία στην σύνοδο.

Ο Καρλομάγνος δεν λέει όλη την αλήθεια. Μπορεί να είχε ζητήσει την γνώμη του πάπα, αλλά δεν τη ζήτησε για να τον συμβουλευτεί. Αν ήθελε να τον συμβουλευτεί, θα είχε υπακούσει στην ορθόδοξη διδασκαλία που του πρόσφερε ο Αδριανός. Οι αποφάσεις του ήταν προειλημμένες. Μέχρι να φτάσει η απάντηση του Αδριανού το Opus έπαιρνε σάρκα και οστά. Η σύμφωνη γνώμη του πάπα θα του πρόσφερε ένα πλεονέκτημα έναντι της αλήθειας, αλλά δεν την είχε. Άρα όταν γράφει ότι καταβάλει κάθε προσπάθεια για να ακολουθήσει την παπική διδασκαλία, λέει ψέμματα.

Από την άλλη, τα αποτελέσματα της συνόδου της Φρανκφούρτης προετοιμάζονταν επί τετραετία. Το ότι η απόφαση πάρθηκε “ομόφωνα” έχει να κάνει με την προετοιμασία αυτή και με το επιβλητικό κύρος της παρουσίας του Καρλομάγνου. Έπειτα, έχει καταγραφεί στους κανόνες ότι οι επίσκοποι “διαπληκτίζονταν” (contradixerunt), χωρίς να μπορεί να ξεκαθαριστεί, αν διαπληκτίζονταν οι Φράγκοι μεταξύ τους, οι Ισπανοί με τους Φράγκους ή οι παπικοί λεγάτοι μαζί τους. Το γεγονός είναι ένα, ότι δεν αποφάσισαν οι επίσκοποι, όπως συμπεραίνει ο Hans Barion. Οι επίσκοποι επικύρωσαν αποφάσεις που είχαν ήδη παρθεί, υπακούοντας στις επιθυμίες του Καρόλου.

Από τους κανόνες της συνόδου αυτής βγαίνει ένα πολύ χρήσιμο συμπέρασμα. Οι δυο πρώτοι κανόνες είναι δογματικοί και είναι οι εξής:

“Συγκεντρώθηκαν, με την χάρη του Θεού, και σύμφωνα με την αποστολική αυθεντία και την διαταγή του ευσεβέστατου κυρίου βασιλιά Καρόλου, το εικοστό έκτο έτος της βασιλείας του, όλοι οι επίσκοποι και ιερείς του βασιλείου των Φράγκων, της Ιταλίας, της Ακουιτανίας και της Προβηγκίας σε μία σύνοδο, ανάμεσα στους οποίους στην ιερή σύναξη ήταν ο ευγενέστατος ο ίδιος ο βασιλιάς. Όπου, υπό την επίβλεψη της πρώτης και σημαντικότερης κεφαλής, τέθηκε το θέμα της ασεβούς και σκαιάς αίρεσης του Ελιπάνδου του Τολέδο και του Φήλικα της Urgel, και των οπαδών τους, οι οποίοι στην πλανεμένη πεποίθησή τους σχετικά με τον Υιό του Θεού, ισχυρίζονται υιοθεσία· αυτήν την αίρεση, όλοι οι αγιώτατοι παραπάνω αναφερθέντες πατέρες την αποκήρυξαν και ομόφωνα την αντέκρουσαν, και δήλωσαν ότι αυτή η αίρεση πρέπει να εξαφανιστεί από την αγία εκκλησία.

ΙΙ. Προσήχθη στο μέσο της συζήτησης το θέμα της νέας συνόδου των Γραικών, την οποία έκαναν σχετικά με την λατρεία των εικόνων στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία έχει γραφεί, ότι όποιος δεν αποτίει προσκύνηση και λατρεία στις εικόνες των αγίων και συνεπώς στην θεία Τριάδα, να καταδικάζεται σε αναθεματισμό· επ' αυτού οι αγιώτατοι πατέρες μας αποκηρύσσουν και απεχθάνονται τέτοιου είδους λατρεία και τιμή και αφού συμφώνησαν την καταδίκασαν[241]”.

Πού είναι, λοιπόν, το filioque; Δεν υπάρχει στα αρχεία της συνόδου καταγεγραμμένο Σύμβολο Πίστεως με την προσθήκη, ούτε και έγινε κάποια συζήτηση πάνω σε αυτό, ούτε κάποιος κανόνας επέβαλε στη Φρανκφούρτη την προσθήκη στο Σύμβολο. Αυτό και μόνο μαρτυρεί το μέγεθος της προσωπικότητας του πάπα Αδριανού, ο οποίος αποσόβησε κάθε συζήτηση περί προσθήκης στο Σύμβολο κατά την διάρκεια της πατριαρχίας του. Διότι ήταν σχεδιασμένο, όπως φαίνεται και από το καπιτουλάριο και από τα Libri να εισαχθεί το filioque. Αυτό, όμως, δεν έγινε, ίσως, ύστερα από συμβιβασμό του Καρλομάγνου με τον Αδριανό, ώστε να παραβρίσκονται παπικοί λεγάτοι στην σύνοδο που θα καταδίκαζε τους Ισπανούς.

Το ισπανικό πρόβλημα ήταν περισσότερο επείγον θέμα για τον Καρλομάγνο, όπως και η καταδίκη των Γραικών. Στο δεύτερο θέμα, όντως οι Γραικοί καταδικάστηκαν, αλλά φαίνεται ότι απλά καταδικάστηκε μία σύνοδος της Κωνσταντινούπολης γενικά και αόριστα. Ο κανόνας δεν ξεκαθαρίζει το ποια σύνοδος ήταν αυτή, όπως για παράδειγμα τα Χρονικά, τα οποία είδαμε παραπάνω να μιλούν για την σύνοδο υπό την αυτοκράτειρα Ειρήνη και τον υιό της Κωνσταντίνο. Εκεί, καταλαβαίνει ο αναγνώστης για ποια σύνοδο πρόκειται. Στον κανόνα, όμως, η εγγραφή είναι γενική και αόριστη. Ο τόπος είναι λανθασμένος, διότι η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στην Νίκαια και όχι στην Κωνσταντινούπολη. Οι λεγάτοι θα μπορούσαν πολύ διπλωματικά να ισχυριστούν ότι υπέγραψαν την καταδίκη της συνόδου στην Ιέρεια το 754 μ.Χ. Έπειτα θα μπορούσαν πάλι να ισχυριστούν ότι η σύνοδος της Νίκαιας δεν αναθεματίζει όποιον δεν αποδίδει λατρεία στις εικόνες. Και τα δύο είναι αληθή.

Δυστυχώς, ο πάπας Αδριανός κοιμήθηκε τον επόμενο χρόνο και ο διάδοχός του Λέων Γ' είχε πολύ δύσκολα προβλήματα να αντιμετωπίσει τα πρώτα χρόνια της δικής του πατριαρχίας, ώστε οι Φράγκοι βρήκαν την ευκαιρία να επιβάλουν την προσθήκη στην σύνοδο του Friuli το 796 μ.Χ.

Οι παπικοί λεγάτοι δεν είχαν πρόβλημα να υπογράψουν τις αποφάσεις μιας συνόδου, όπου δεν ομολογούνταν διπλή εκπόρευση του και δεν καταδικάζονταν συγκεκριμένα και ξεκάθαρα οι αποφάσεις της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου. Η αοριστία στις διατυπώσεις των κανόνων ίσως ήταν επίσης αποτέλεσμα της αντίδρασης του Αδριανού. Οι υπόλοιπες αποφάσεις της συνόδου αφορούν καθαρά πολιτικά ζητήματα, όπως την νομισματική πολιτική του Καρλομάγνου και τοπικά εκκλησιαστικά θέματα. Αυτά τα υβριδικά acta της συνόδου έδωσαν τον τίτλο Capitulare Francofurtense σηματοδοτώντας τον πολιτικό χαρακτήρα της συνόδου, έναντι του εκκλησιαστικού, ώστε να μπορούμε να μιλάμε για μία συνέλευση και όχι για σύνοδο242.


Η') Η σύνοδος του Friuli το 796 μ.Χ.

Το μόνο θέμα που θα μας απασχολήσει από αυτήν την σύνοδο είναι η προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστης. Στις 26 Δεκεμβρίου του 796 μ.Χ. εξελέγη πάπας ο Λέων Γ' την ίδια μέρα που ετάφη ο Αδριανός. Δήλωσε αμέσως τον Καρλομάγνο ως προστάτη του και έλαβε από τον βασιλιά ένα σημαντικό μέρος των θησαυρών που ο δεύτερος είχε λεηλατήσει από τους Αβάρους.

Ο Καρλομάγνος είχε επιβάλει τους δικούς του όρους στους Ισπανούς και είχε ξεκαθαρίσει την θέση του με τους ανατολικούς Ρωμαίους. Από τα όσα είχαν προπαγανδίσει τα Libri Carolini έμενε να διευθετηθεί το θέμα του filioque. Αυτό έγινε το 796 μ.Χ. από τον Παυλίνο της Ακυηλίας σε μία σύνοδο στο χωριό Cividale του Friuli (Forum Julii). Στη σύνοδο αυτή ο Παυλίνος πρότεινε και η πρότασή του έγινε δεκτή, να εισαχθεί στο Σύμβολο η προσθήκη filioque, η οποία να δηλώνει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, ώστε να δηλώνει οντολογική εξάρτηση του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος από το δεύτερο.

Σ' αυτήν, λοιπόν, την σύνοδο απαγγέλλεται το Σύμβολο της πίστεως με την προσθήκη του filioque για πρώτη φορά[243]. Επίσης, ο Παυλίνος θέτει τα ιδεολογικά θεμέλια για την υπεράσπιση της προσθήκης, τα οποία θα υιοθετήσουν θα επαυξήσουν και θα χρησιμοποιήσουν οι Φράγκοι και οι παπικοί τους μετέπειτα αιώνες[244].

Ο Παυλίνος ήταν ενήμερος για την απαγόρευση της Συνόδου της Εφέσου. Γνώριζε ότι οι Πατέρες είχαν απαγορεύσει οποιαδήποτε προσθήκη στο Σύμβολο:

“Γνωρίζω ότι έχει δηλωθεί στα συνοδικά έγγραφα, πραγματικά προς απόρριψη νέων και πολυάριθμων αιρέσεων, και ειδικά εξαιτίας της δόλιας και επινοημένης διδασκαλίας του Νεστόριου και του Ευτύχη, ψευδών και μολυσματικών ανδρών, τους οποίους δεν θέλω να ονομάσω πιστούς, αλλά άπιστους, ότι δεν επιτρέπεται σε κανέναν να διδάξει ή να συνθέσει ένα άλλο Σύμβολο της Πίστεως. Αλλά αυτό είναι μακριά από εμάς και από κάθε πιστή καρδιά, να καταστρώσει ένα άλλο Σύμβολο ή να διδάξει μια άλλη πίστη, όπως έχει δηλωθεί[245]”.

Αλλά γι' αυτόν υπήρχε διαφορά σε αυτό που προστίθετο στο Σύμβολο “νόμιμα” και σε αυτό που “προστίθετο ή αφαιρείτο ύπουλα, ενάντια στις προθέσεις των πατέρων[246]”. Νόμιμη προσθήκη θεωρούσε αυτήν που είχε πράξει η Σύνοδος της Χαλκηδόνος στο Σύμβολο της Νίκαιας, με σκοπό την διευκρίνηση του δόγματος. Άρα, συμπέρανε γενικεύοντας, οι προσθήκες είναι νόμιμες όταν έχουν ως σκοπό να αποσαφηνίσουν το δόγμα, ενάντια στις αιρέσεις, όταν αναφύονται.

“Αλλά επόμενο είναι, εξαιτίας αυτών των αποδεδειγμένων αιρετικών, οι οποίοι μουρμουρίζουν, ότι το Άγιο Πνεύμα υπάρχει μόνο από τον Πατέρα και εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα, να προστεθεί: 'το εκ του Πατρός και εκ του Υιού εκπορευόμενο'. Και όμως αυτοί οι άγιοι πατέρες δεν είναι υπόλογοι ωσάν να έχουν προσθέσει ή αφαιρέσει κάτι από την πίστη των 318 Πατέρων, επειδή δεν σκέφτονται ενάντια στις προθέσεις αυτών, αλλά μοχθούν να συμπληρώσουν την εναργή κατανόηση με υγιή τρόπο[247]”.

Με αυτό το σκεπτικό έκρινε την προσθήκη νόμιμη, ως αναγκαία για την αποσαφήνιση του δόγματος, ενάντια σε εκείνους τους “αποδεδειγμένους αιρετικούς, οι οποίοι μουρμουρίζουν ότι το Άγιο Πνεύμα υπάρχει μόνο από τον Πατέρα και εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα”. Φυσικά εννοεί τους Ρωμαίους της Κωνσταντινούπολης. Για τον λόγο αυτό “αυτοί οι άγιοι πατέρες δεν είναι υπόλογοι ωσάν να έχουν προσθέσει ή αφαιρέσει κάτι από την πίστη των 318 Πατέρων, επειδή δεν σκέφτονται ενάντια στις προθέσεις αυτών, αλλά μοχθούν να συμπληρώσουν την εναργή κατανόηση με υγιή τρόπο[248]”.

Λίγα χρόνια μετά, το 799 μ.Χ. ο Αλκουΐνος εισήγαγε το Σύμβολο με την προσθήκη στην Θεία Λειτουργία στο Άαχεν και έκτοτε ξεκίνησε να εξαπλώνεται σε όλο το φράγκικο βασίλειο. Ο ίδιος ο Αλκουΐνος, όμως, είχε γράψει δύο χρόνια πρωτύτερα, το 797 μ.Χ. στην επιστολή του προς τους αδελφούς της Ακουιτανίας ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε προσθήκη στο Σύμβολο, όπως είδαμε παραπάνω[249].

Έχει προταθεί το ότι το filioque δεν εισήχθη για πρώτη φορά στην σύνοδο του Friuli, αλλά σε αυτήν την σύνοδο αντικατέστησε την παλαιότερη προσθήκη “et filio”, η οποία είχε εισαχθεί υποτίθεται στην σύνοδο του Τολέδο το 589 μ.Χ[250]. Έχει αποδειχθεί, όμως, ότι τα αρχεία αυτής της συνόδου είναι πλαστογραφημένα, όπως είδαμε παραπάνω, οπότε όλη η επιχειρηματολογία καταρρίπτεται. Το filioque εισήχθη για πρώτη φορά συνοδικά το 796 μ.Χ. και εκφωνήθηκε (ή ψάλθηκε, όπως είχε επικρατήσει στην Φραγκία) για πρώτη φορά το 799 μ.Χ.

Έπειτα είναι ο ίδιος ο Παυλίνος αυτός, ο οποίος μιλάει για προσθήκη στο σύμβολο, όταν λέει: “να προστεθεί το εκ του Πατρός και εκ του Υιού εκπορευόμενον” (additum est 'qui ex patre filioque procedit'). Πουθενά δεν ισχυρίζεται ο Παυλίνος ότι έγινε αλλαγή από το “et filio” στο “filioque”. Πουθενά δεν ισχυρίζεται ότι πρώτοι οι Ισπανοί έκαναν την προσθήκη. Μιλάει μόνο για την προσθήκη που έγινε στο Σύμβολο της Νίκαιας από την Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (Β' Οικουμενική, 381 μ.Χ.). Και βέβαια, από την αρχή της συζήτησης ξεκαθαρίζει ότι θα αναφερθεί το θέμα της εισαγωγής μίας σαφήνειας στο σύμβολο: “Είναι απαράβατο, συνεπώς, και έχω την αίσθηση ότι πρέπει με κάθε τρόπο να εισαχθεί μία αποσαφήνιση,...[251]”. Καταλήγοντας, λοιπόν, η εισαγωγή/προσθήκη του filioque στο Σύμβολο έγινε αυτήν την εποχή, επίσημα στο Φρίουλι και δεν έγινε αλλαγή από “et filio” σε “filioque”, όπως ισχυρίζονται οι παπικοί.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το 814 μ.Χ. ένας ερημίτης μοναχός, ο Πελάγιος, είδε φώτα στον ουρανό στην περιοχή του “Κάμπου των Αστεριών” (Compostela). Όταν έψαξαν στο δάσος του οράματος βρήκαν μία μαρμαρινη κρύπτη και μία κρήνη, που χρονολογούνταν από την ρωμαϊκή εποχή και μέσα τρία λείψανα. Μέσα στην σαρκοφάγο υπήρχε μία περγαμηνή, η οποία αναγνώριζε τα λείψανα του αγίου αποστόλου Ιακώβου και δύο ακόλουθων αυτού, του Αθανασίου και του Αντωνίου. Ο επίσκοπος της Iria Flavia (σημερινή El Padron στη ΒΔ ακτή της Γαλικίας, στην Ισπανία), Θεοδόμηρος, ανέφερε το περιστατικό στον βασιλιά Αλφόνσο Β'. Ο τελευταίος επισκέφτηκε τον τάφο, προσκύνησε και διέταξε τον εξωραϊσμό της περιοχής, χορηγώντας τους απαραίτητους πόρους. Ανεγέρθηκε εκκλησία και καλλωπίστηκε η κρήνη. Έτσι ξεκινά η ιστορία του πιο διάσημου προσκυνηματικού τόπου στην Ισπανία, του Santiago de Compostela.

Το προσκύνημα είχε μεγάλη πολιτική αξία ήδη πριν από την ανακάλυψη των λειψάνων. Ο Καρλομάγνος υποτίθεται ότι είχε δει σε όνειρο τον απόστολο να τον προτρέπει να απελευθερώσει την Ισπανία από τους Μαυριτανούς. Ο βασιλιάς της Αστουρίας Αλφόνοσο Β' έγινε σύμμαχος και στενός φίλος του Καρόλου, με την βοήθεια του οποίου κατάφερε να καταλάβει την Λισαβόνα. Το Santiago de Compostela έγινε το σημείο εκκίνησης της Reconquista, της κατάληψης, δηλαδή, της Ιβηρικής από τους Φράγκους και της εκδίωξης των Μαυριτανών.

Γιατί, όμως, επιλέχθηκε ο απόστολος Ιάκωβος; Είναι γνωστό ότι ο απόστολος δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στην Ισπανία. Δίδαξε στην Παλαιστίνη και αποκεφαλίστηκε από τον Ηρώδη στα Ιεροσόλυμα. Οι Φράγκοι διέδωσαν τον μύθο, ότι μετά την εκτέλεσή του τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Ισπανία και ετάφη εκεί. Αυτό, βέβαια, δεν είναι αλήθεια, αλλά προπαγανδίστηκε από τον γνωστό μας πλέον Beatus της Liebana, μέσα από τον ύμνο O Dei Verbum, τον οποίον συνέθεσε γι' αυτόν τον σκοπό. Μάλιστα, κατασκευάστηκε μία επιστολή, υποτίθεται του πάπα Λέοντα του Μεγάλου, για την ενίσχυση αυτού του μύθου.

Επιλέχθηκε ο απόστολος Ιάκωβος για να αντισταθμίσει το κύρος της έδρας της Ρώμης με τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, όπως και της Κωνσταντινούπολης με τον απόστολο Ανδρέα. Το προσκύνημα τράβηξε το εκκλησιαστικό κέντρο από το Τολέδο στην Γαλικία, η οποία σημειωτέον ήταν η μόνη περιοχή της Ιβηρικής, στην οποία δεν πάτησαν ποτέ το πόδι τους οι Μαυριτανοί.

Αν δεν είναι ο απόστολος Ιάκωβος, σύμφωνα με τον μύθο που επικράτησε ανά τους αιώνες, τότε ποιος είναι; Έχουν προταθεί κάποιες υποθέσεις, αλλά καμιά δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί. Η πιο ενδιαφέρουσα από αυτές είναι ότι πρόκειται για τον τάφο του Πρισκιλλιανού. Είναι γνωστό ότι τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Γαλικία, τόπο καταγωγής του, μετά την εκτέλεση, επίσης δι' αποκεφαλισμού, όπως ο απόστολος. Ο τάφος του επίσης ήταν τόπος προσκυνήματος για τους οπαδούς του. Η αρχαιολογική ανασκαφή του 1946-50 στην περιοχή ανέδειξε μία νεκρόπολη. Είναι γνωστό ότι εκείνη την εποχή οι οπαδοί συνηθίζονταν να κηδεύονται δίπλα στον διδάσκαλό τους.

Η ιντριγκαδόρικη αυτή υπόθεση ήρθε στο προσκήνιο, ήδη από τον δέκατο ένατο αιώνα, λίγο μετά την ανακάλυψη των έργων του Πρισκιλλιανού, από τον Ισπανό ιστορικό Miguel Morayta. Συνδέθηκε με τον ισπανικό πατριωτισμό και κυρίως το συναίσθημα των καταγόμενων από την Γαλικία. Υποστηρίχθηκε από καλλιτέχνες, όπως ο Juan Larrea, αλλά και ακαδημαϊκούς, όπως ο Henry Chadwick, Ο οποίος ασχολήθηκε επισταμένα με την ζωή και το έργο του Πρισκιλλιανού. Με τα τελευταία λόγια του συγγράμματος του Henry Chadwick για τον Πρισκιλλιανό θα κλείσουμε αυτό το θέμα:

“Αλλά η Compostela είναι το σωστό μέρος για το προσκύνημά του [Πρισκιλλιανού], και δεν θα ήταν χωρίς αναλογία για ένα μεγάλο ορθόδοξο προσκυνηματικό κέντρο να εγκατασταθεί σε ένα παλαιό κέντρο, το οποίο πρωτύτερα είχε συσχετισθεί με το σχίσμα και την αίρεση[252]”.

Αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, τότε οι Φράγκοι παρέλαβαν τη θεολογία του Πρισκιλλιανού, την διέδωσαν με τις εισαγωγές των Ευαγγελίων, τις οποίες συνέθεσε αυτός και τις αναπαρήγαγαν στα μεσαιωνικά χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης, διατήρησαν τα έργα του, έκαναν προσκύνημα τον τόπο ταφής του. Θυμάται, λοιπόν, ο αναγνώστης τα λόγια του Ioan Culianu:

“Κάποτε πίστευα ότι ο Γνωστικισμός ήταν ένα καλώς καθορισμένο φαινόμενο που άνηκε στην θρησκευτική ιστορία της Ύστερης Αρχαιότητας. Φυσικά, ήμουν έτοιμος να δεχθώ την ιδέα της διαφορετικής επιμήκυνσης της αρχαίας Γνώσης, ακόμα και αυτήν [την ιδέα] της αυθόρμητης δημιουργίας των ιδεών του κόσμου, κατά την οποία, σε διαφορετικές εποχές, οι διακριτές λειτουργίες του Γνωστικισμού επανεμφανίζονται.

Σύντομα κατάλαβα πόσο αφελής ήμουν. Όχι μόνο η Γνώση ήταν γνωστική, αλλά και οι Καθολικοί (σ.τ.μ. Εννοεί παπικοί) συγγραφείς ήταν γνωστικοί, οι Νεοπλατωνικοί επίσης, η Μεταρρύθμιση ήταν γνωστική, ο Κομμουνισμός ήταν γνωστικός, ο Ναζισμός ήταν γνωστικός, ο λιμπεραλισμός, ο υπαρξισμός, η ψυχανάλυση, ήταν επίσης γνωστικοί, η μοντέρνα βιολογία ήταν γνωστική, ο Μπλέικ, ο Γέιτς, ο Κάφκα ήταν γνωστικοί... Έμαθα επιπλέον ότι η επιστήμη ήταν γνωστική και η πρόληψη επίσης ήταν γνωστική... ο Χέγκελ ήταν γνωστικός και ο Μαρξ ήταν γνωστικός· όλα τα πράγματα και τα αντίθετά τους είναι γνωστικά[253]”.

Η αναίρεση του filioque δεν ξεκίνησε τον Η' αιώνα από τον πάπα Αδριανό, ούτε τον Θ' αιώνα από τον Μέγα Φώτιο. Η αναίρεση του filioque ξεκίνησε ήδη από τον Δ' αιώνα, από τον Ιθάκιο, τον άνθρωπο που αντιμετώπισε τον Πρισκιλλιανό. Γράφει αυτός στο έργο του Liber adversus Varimandum:

“Ἔστι γάρ ὁ Πατήρ Θεός· ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Ἔστι παντοδύναμος, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό τῆς παντοδυναμίας Πνεῦμα.
Ἔστι δέ Φῶς, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τοῦ Φωτός.
Ἔστι δέ δύναμις, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς δυνάμεως.
Ἔστι δέ Σοφός, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς σοφίας.
Ἔστι δέ Σύνεσις, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς συνέσεως.
Ἔστι δέ Βουλή, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς βουλῆς.
Ἔστι δέ Ἰσχύς, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς ἰσχύος.
Ἔστι δέ Εἰρήνη, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς εἰρήνης.
Ἔστι δέ Ἀγάπη, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς ἀγάπης.
Ἔστι δέ Ἐπιστήμη, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς ἐπιστήμης.
Ἔστι δέ Ζωή, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς ζωῆς.
Ἔστι δέ Εὐθύς, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς εὐθύτητος.
Ἔστι δέ Ἀγαθός, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς ἀγαθότητος.
Ἔστι δέ Ἱλασμός, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τοῦ ἱλασμοῦ.
Ἔστι δέ Πραΰς, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς πραότητος.
Ἔστι δέ Ῥομφαία, ἐκπορεύεται δέ ἐξ αὐτοῦ τό Πνεῦμα τῆς ῥομφαίας[254]”.

Και παρακάτω:

“Εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὥσπερ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστίν ὁ Υἱός, πῶς ἔλαττον ἔσται, τό, ὅ,τι ἐν τῷ Πατρί ὁ Υἱός γινώσκει, καί αὐτό γινῶσκον;... ἐδιδάξαμεν, ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐκ τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, ὥσπερ καί ὁ Υἱός, ἀφράστως ἐστίν ἐκπορευόμενον· ἠ γάρ Τριάς συνημμένη, ἀδιαχώριστον ἔχει ἐν ἑαυτῇ τήν ἑνότητα[255]”.

 

_____________________________

 

[1] Τα στοιχεία αυτά είναι παρμένα από το John Cavadini, The Last Christology of the West, Adoptionism in Spain and Gaul 785-820, University of Pensylvania Press 1993, pp.1-9.

[2] Joseph F. O' Callaghan, A History of Medieval Spain, E. A. Tompson, The Goths in Spain, P.D. King, Law and Society in the Visigothic Kingdom, José Orlandis, Historia de España: La España Visigótica,

[3] Όπως αναφέρει ο E. A. Thompson, The Goths in Spain, pp.311-12: “Μόνο στην Ισπανία από όλες τις δυτικές επαρχίες η ρωμαϊκή ζωή συνεχίστηκε με ένα minimum αλλαγών και επεμβάσεων σε ολόκληρο τον έκτο και το πρώτο μισό του έβδομου αιώνα”. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει οι Ρωμαίοι ήταν υπεύθυνοι ακόμη και για την συλλογή των φόρων από τους Γότθους.

[4] Επειδή οι Φράγκοι ιστορικοί προβάλουν ένσταση για τον όρο “Ορθοδοξία” θεωρώντας ότι οι Βησιγότθοι βασιλείς μετεστράφησαν στον καθολικισμό, θα δείξουμε στο σημείο αυτό πώς εκφωνούνταν οι Βησιγότθοι ηγεμόνες στις Συνόδους του Τολέδο από την Στ' και μετά.
- Concilium Toletanum Sextum... Convenientibus nobis Hispaniarum Galliarumque pontificibus summi orthodoxi et gloriossimi Chintilani regis...” ,Franciscus Antonius Gonzalez (ed), Collectio Canonum Ecclesiae Hispanae, Madrid 1808, col. 399.
- Concilum Toletanum Octavum... anno quinto orthodoxi atque gloriosi et vera clementiae dignitate praecipui Reccesvinthi regis, Franciscus Antonius Gonzalez (ed), Collectio Canonum Ecclesiae Hispanae, Madrid 1808, col. 421.
- Concilium Toletanum Duodecimum ...anno primo orthodoxi atque serenissimi domini nostri Ervigii regis, Franciscus Antonius Gonzalez (ed), Collectio Canonum Ecclesiae Hispanae, Madrid 1808, col. 487.
- Conciilium Toletanum Decimum Quintum... anno primo serenissimi et orthodoxi Egicanis principis, Franciscus Antonius Gonzalez (ed), Collectio Canonum Ecclesiae Hispanae, Madrid 1808, col. 537.
- Concilium Toletanum Decimum Sextum... Dum anno sexto inclyti et orthodoxi domini et principis nostri Egicanis, Franciscus Antonius Gonzalez (ed), Collectio Canonum Ecclesiae Hispanae, Madrid 1808, col. 557.

[5] Το έκτο άρθρο της Συνόδου αυτής επιγράφεται “De concessa Toletano pontifici generalis synodi potestate, ut episcopi alterius provinciae cum conniventia principum in urbe regia ordinetur” και δίνει τη θέση του ποντίφηκα στον μητροπολίτη του Τολέδο καθώς και την δυνατότητα να διορίζει τους επισκόπους των μητροπόλεων των ορίων της ισπανικής Εκκλησίας. Franciscus Antonius Gonzalez (ed), Collectio Canonum Ecclesiae Hispanae, Madrid 1808, col. 497. Στις υπογραφές επιβεβαιώνουν την πρωτοκαθεδρία της μητροπολιτικής έδρας του Τολέδο θεωρώντας σχισματικό, όποιον δεν δέχεται αυτή την πρωτοκαθεδρία, με τα εξής:
“Convenientibus nobis in unum pro religione et fide quam Christo debemus, placuit ne quid ultra in nobis absurdum vel illicitum oriatur, alterna collatione decretum justissimae promulgare sententiae, quo perspicue clareat inter nos ordo ac disciplina ecclesiasticae dignitatis, et agnoscatur fraternae concordia pacis. Tali ergo dispositione necessarium contuentes ob studium nostri ordinis communi electione decrevimus, congruum esse provida dispositione judicium, fatentes hujus sacrosanctae Toletanae ecclesiae sedem metropolitani nominis habere auctoritatem, eamque nostris ecclesiis et honoris anteire potestate et meritis; cujus quidem principatus nequaquam collationis nostrae conniventia nuper eligitur, sed jam dudum existere antiquorum patrum synodali sententia declaratur, ea dumtaxat concilii forma, quae apud sanctum Montanum episcopum in eadem urbe legitur habita. Proidnde ergo dispositionem nostram instructae colletionis definitione celebrantes elegimus, ne quis ultra comproviicialium sacerdotum inani ac perversa contemptione obnitatur hujus sacrosanctae ecclesiae Toletanae prmatum contemnere, neque pervicaci schismatum studio ad summos sacerdotalium infularum ordines remota hujus sedi potestate a nobis quempiam sicut hactenus factum est provehere” ο.π. Col. 507.

[6] Elipandus, Epistolae 1, P.L. 96.859. Νεότερη έκδοση στο J.Gill (ed), Corpus Scriptorum Muzarabicorum, vol.1 (Madrid 1973), p.68.

[7] Elipandus, Epistola 1.1.4-6: “Vidimus, inquam,vidimus et inrisimus fatuam etinsipientem cordis tui amentiam. Vidimus et risui dignam reputabimus sensus tui ignabiam”. CSM 1, p.68.

[8] Elipandus, Epistola 1.2.1-6: “Verum tamen antequam ad nos scribta vesanie tue perlata fuisset, antequam odor verborum tuorumnobisfetidissimus adspirasset, rumore percurrente vulgi insipientis nonnulla de te recta esse credebamus. Postquamtamen stultitie nenias vidimus, statim non solum nos, set et omnis status catholice fidei te et omnem fetoris doctrinam exorvimus”, CSM 1, p.69.

[9] Elipandus, Epistola 1.10.1-2: “De sacerdotibus vero quod asseris: 'Qvur se pronuntient peccatores si vere sancti sunt, aut si certe se peccatores esse fatentur, quare ad ministerium accedere presumunt?'”, CSM 1, p.75

[10] Elipandus, Epistola 1.10.16-17: “Tuquoque qua temeritate te sanctum esse pronuntias, quum scribtura dicat: 'Quis gloriabitur purum se abere cor aut quis audebit dicere mundum se esse a peccato?'” CSM 1, p.75 “Tu quoque ipse, qui de santitate gloriaris et te alienum a peccato esse dicis, aperte datur intelligi quia si tempore illo presentaliter adfuisses, quo Dominus et Redemtor digito in terra scribens de muliere illa in adulterio depreensa Iudeis diceret: 'Si quis vestrum est sine peccato mittat lapidem super eam' (Ιωαν. 8,7)” CSM 1, p.76.

[11] Elipandus, Epistola 1.11.4-8: “..., tu e contrario de cordis tui sanguineo intellectu asseris quod cibus infidelium polluat mentes fidelium, quam etiam apostolus dicat: 'Omnia munda mundis...'(Τιτ. 1.15). Et quod cum peccatoribus cibum sumere renuas, ...”

[12] Elipandus, Epistola 1.12: “Quod vero asseris quia in sola Roma sit potestas Dei, in quam Xps abitat,..., et quia ipsa sit tantum eclesia catholica ubi omnes sancti sint absque macula et ruga et quia de ea sola dicatur: 'Tu es Petrus et super hanc petram edificabo eclesiam meam'(Ματθ. 16.18), et quia non intrabit in ea aliquid quoinqunatum et faciens abominationem et mendacium, et quia ipsa est Iherusalem noba quem vidit Ioannes descedentem de celo,...” CSM 1, p.77.

[13] F. X. Murphy, Julian of Toledo and the Condemnation of Monothelitism in Spain, in Mélanges Joseph de Ghellinck, pp. 361-373.
A. K. Ziegler, Church and State in Visigothic Spain, Washington: Catholic University of America 1930, pp. 50-53
E. Magnin, L' Église Wisigothique au septième siècle, Paris 1912, p.200.
John Cavadini, The Last Christology of the West, p.11

[14] Elipandus, Epistola 1.12.10-12: “Nos vero e contrario non de sola Roma Dominum Petro dixisse credimus: 'Tu es Petrus', iscilicet firmitas fidei,..., set de universali eclesia catholica per universum orbem terrarum in pace diffusa, de qua ipse Dominus testatur dicens: 'Venient ab oriente et ab occidente et recumbent cum Abraham, Isaac et Iacob in regno cęlorum'(Ματθ. 8.12)” CSM 1, p.77-78.

[15] Elipandus, Epistola 1.12.18-19: “Quur beatus Gregorius toth sceleratos homines in Roma fuisseprotestatur? Set quia in omni eclesia mali cum bonis et reprobi cum electis abitent ipse Dominus testatur dicens: 'Mittet Filius hominis angelos suos et colligent de regno eius omnia scandala (Ματθ. 13.41);” CSM 1, p.78.

[16] Elipandus, Epistola 1.13.8-13: “Set quia Iherusalem visio pacis interpretatur, quid est aliut pacis visio nobiter quodam modo descendisse de celo nisi sancte Trinitatis fidei omnibus gentibus ad vitam predestinatis aperta cognitio, inlustrans credentium animas suo sancte fidei sacramento et purificans eos regenerationis labacro?” CSM 1. p78

[17] Elipandus, Epistola ad Fidelis (ο τίτλοςείναι συμβατικός, διότι όπως ειπωθηκε δεν σώζεται το κείμενο ανεξάρτητο) : “ut quod ego et caeteri fratres mei in Ispalitanis tanto tempore dijudicavimus, et Deo auxiliante, tam in festis paschalium quam in caeteris erroribus Migetianorum haeresim emendavimus” Adversus Elipandum Libri II, I.43 PL 96.918

[18] Elipandus, Epistola ad Fidelis: “...: ut sicut per servos suos Dominus de finibus Baeticae eradicavit haeresim Migetianam, ita per vos de finibuus Asturiensium funditus evellat haeresim Beatianam”, Adversus Elipandum Libri II, I.44 PL 96.919.

[19] F. Ansperger, Untersuuchungen zum Adoptianischen Streit des 8. Jahrhundert, s.21
D. Ramón Abadal y de Vinyals, La batalla del adopcionisma yla desintegración de la iglesi visigoda, Barcelona 1949, pp.51-54.
John avadini, The last Christology, p.14.

[20] Elipandus, Epistola 1.3.1-2: “... trespersonas corporeas in Divinitate esse protestaris,...” CSM 1, p. 70.

[21] Elipandus, Epistola 1.5.38-41: “Nullus in haereticis tibi aequalis, nullus tibi sodalis. Quanto cunctis novissimus, tanto omnium haereticorum venena refertus, omnium haereticorum coeno lethali inebriatus, aperte Antichristus dignosceris esse missus”.

[22] Elipandus, Epistola 1.3.2 CSM 1,p.70

[23] Elipandus, Epistola 1.3.23-24, CSM 1,p.71

[24] Elipandus, Epistola 1.3.36-7 CSM 1,p.71

[25] Elipandus, Epistola 1.3.6-7 CSM 1,p.70

[26] Elipandus, Epistola 1.4.1-3 CSM 1,p.71

[27] Elipandus, Epistola 1.5.1-2 CSM 1,p.72

[28] Elipandus, Epistola 1.5.8-9 CSM 1,p.72

[29] CSM 1, pp.78-80, PL 96.916-918.

[30] Elipandus, Epistola 1.3.11-12 CSM 1,p.70

[31] Elipandus, Epistola 1.7.1-4: “Personam vero Filii non eam esse quam tu asseris Patri et Spiriitui sancto aequalem esse, quae facta est ex semine David secundum carnem in novissimo tempore; sed eam quae genita est a Deo Patre, sine initio temporis, quae ante assumprionem carnis dixit per Prophetam”, CSM 1, p. 74.

[32] John Cavadini, The last Christology, p.19.

[33] PL 96.919

[34] Leonis Magnis, Epistola XV Ad Turribium asturicensem episcopum De Priscillianistatum erroribus: “Caput III. Cur unigenitus dicatur apud eos Filius Dei.-Tertii vero capitulisermodesignat, quod iidem impii asserant,ideo unigenitum dici Filii Dei, quia solus sit natus ex virgine. Quod utique non auderent dicere, nisi Pauli samosateni et Photini virus hausissent: qui dixerunt, Dominum nostrum Jesum Christum, antequam nasceretur ex virgine Maria, non fuisse. Si autem isti aliud de suo sensu intelligi volunt, neque principium de matre dant Christo, asserant necesse est, non unum esse Filium Dei, sed alios quoque ex summo Patre genitos, quorum hic unus sit natus ex femina, et ob hoc appelletur unigenitus: quia hanc nascendi conditionem alius filiorum Dei nemo susceperit. Quoquo versum igitur se contulerint, in magnae tendunt impietatis abruptum,si Christum Dominum, vel ex matre volunt habere princiipium,vel Patris Dei unigenitum diffitentur: cum et de matre is natus sit, qui erat Deus Verbum, et de Patre nemo sit genitus praeter Verbum” , H. Hurter (ed), S. Leonis Magni Epistolae Selectae, στη σειρά Sanctorum Patrum Opuscula Selecta XXV (1874), s. 125

[35] Epistula Episcoporum Hispaniae, στο Corpus Scriptorum Muzarabicorum 1, p. 92

[36] John Cavadini, The Last Christology, p.15 & p.140 n.52.

[37] Codex Carolinus Ep. 95: “...- non recte illa Egila predicat; sed erroribus quidam Mingentii magistri sui sequens, … MGH, Ep. III s. 637

[38] Hadriani episcopi, Epistola 96 Ad Egilae episcopo seu Iohanni presbytero: “et alia multa, sicut fati estis, quae longum est dicere: quid multa vobis heresum per singular scriber, quia olim tempus est, quod Priscilliani docmatis inpleverunt?”, MGH Epp. III.647.

[39] J. B. Enhueber, Dissertatio Dogmato-Historica de Haeresi Elipandi et Felicis: “1. quod Patris et Filii et Spiritus sancti unamatque eamdem personam esse cum Sabellio asseruerint, cujus discipuli, ait sanctus Leo cit. Loc. Cap. 1, “αναφέρει τα όσα γράφει στο πρώτο κεφ. της επιστολής του ο πάπας”, PL 101.356.

[40] J. B. Enhueber, Dissertatio: “2. quod virtutes quasdam a Deo procedere statuerint, quas habere coeperit, et quas essentia sui ipse praecesserit. 'In quo (rursum inquit sanctus Leo) Arianorum suffragantur errori dicentium: quod Pater Filio prior sit, quia fuerit aliquando sine Filio, et tunc Pater esse coeperit,quando Filium genuerit'” PL. 101356-7.

[41] J. B. Enhueber, Dissertatio: “3. Demum, quod dixerint, ideo unigenitum dici Filium Dei, quia solus sit natus ex virgine. 'βλέπε παραπάνω τα όσα μεταφέραμε από την επιστολή του πάπα Λεοντα Α'”. PL 101.357

[42] J. B. Enhueber, Dissertatio: “Praetera idem sanctus Leo cap 17 ejusdem epistolae testatur, Manchaeos ac Priscillianistas sacrilego sensu ita simulasse, se Christum confiteri,ut incarnationis ac mortis, et resurrectionis veritatem sustulerint”, PL 101.357.

[43] C. J. Hefele-H. Leqlerq, Histoire des Conciles d'après les Documents Originaux, Paris 1910, t.III p. 2 p.991 : “D' un autre côté, comme on sait que les priscillianistes s' inspiraient d'idees sabellienes sur la Trinité, et que l'Espagne a été la patrie des priscillianistes; comme dans sa première lettre à Egila le pape Hadrien recommande de se défier de Migetius et de l'hérésie des priscillianistes; comme il demande de ne pas renouveler les anciens scandales et de ne pas raviver le excisum dogma. Enhueber a pensé que Migetius était tombé dans l'erreur des priscillianistes. Ce sentiment est d'autant plus probable qu'il expliqu très bien les reproches d'Elipand à Migetius au sujet de sa doctrine sur le Fils”.

[44] Albert Hauck, Kirchengeschichte Deutschlands, t.2 (Leipzig 1912), s.298 n.3: “Die Frage, ob muhammedanische oder priscillianische Einflüsse bei Migetius anzunehmen sind, lasse ich dahingestellt. Die ersteren scheinen mir sehr unwahrscheinlich; jedenfalls errinert Möller mit Recht, dass an eine bewusste Analogie mit muhammedanischen Vorstellungen nicht gedacht werden kann. Nachweisen lässt sich auch der Einfluss des Priscillianismus nicht. Freilich bemerkt man in der Traktaten Priscillians leicht, dass ihn dasselbe Problem beschäftigte wie Migetius; aber die unendlich oft wiederholte Betonung des Christus Deus zeigt, dass er es anders löste als dieser”.

[45] Εννοεί τον Johan Adam Möhler (1796-1838).

[46] Epistula Episcoporum Hispaniae: “Beatum nisi Migetio Casianorum et Salibanorum magistrum nostris temporibus exortum, qui dum pro manie tipo in capite cauteriantur a medico, se similem Christo existimans et duodecim [aposto]los sibi eligens, cuidam muliercule coram se adstanti ac super eum dolenti dixiss[e fertur: 'Amen, Amen dico tibi. Odie mecum eris in para[diso]”. στο Corpus Scriptorum Muzarabicorum 1, p. 92

[47] Elipandus, Epistola ad Fidelis: “Ego [Elipandus] et caeteri fratres mei in Ispanlitanis tanto tempore dijudicavimus, et Deoauxiliante, tam in festis paschalium quam caeteris erroribus Migetianorum haeresim emendavimus” PL 96.918

[48] C. J. Hefele-H. Leqlerq, Histoire …, t III pt 2, p. 985: “C'est probablement en 782 qu'Elipand, primat de Tolède, réunit à Séville un concile espagnol, au sujet de la secte de migétiens”. Αναφορά στο Menendez y Pelayo, Historia de los heterodoxos Espanoles, Madrid 1880, t.I p.271-3.

[49] Wilhelm Heil, Der Adoptionismus, Alkuin, und Spanien” στο συλλογικό Bernhard Bischodd (ed), Karl der Grosse: Lebenswerk und Nachleben, Düsseldorf 1965, t. II p.100.

[50] Ep. 95, MGH, Ep. III ss. 636-643, Ep. 96, MGH, Ep. III ss. 643-647, Ep. 97, MGH, Ep. III ss. 647-648. Χρονολογικά πρώτη είναι η νο 96 με αποδέκτη τον Egila, δεύτερη η 97 με τον ίδιο αποδέκτη και τρίτη η 95 με αποδέκτες τους επισκόπους στην Ισπανία. Η πρώτη και η δεύτερη πρέπει να γράφτηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, μεταξύ 782-4. Η τρίτη στις αρχές του 786 μ.Χ. Βλ. Σχετ. D. Ramón Abadal y de Vinyals, La batalla del adopcionisma yla desintegración de la iglesi visigoda, Barcelona 1949, p.40 & 46.

[51] Ep. 95: “Dudum vero, quod Wilcharius archiepiscopus Galliarum suggesit nobis pro quodam Egila, ut eum episcopum consecraret,valde nimisque eum in fide catholica et in moribus atque actibus laudans, ut consecratus vestris partibus emitteretur predicandum,...- non recte illa Egila predicat; sed erroribus quidam Mingentii magistri sui sequens, extra catholicam disciplinam ut fertur, conatur docere; et alia plura capitula, quae absque norma ecclesiastica alios suanderi videntur” MGH, Ep. III, s.637.

[52] Roger Collins, Early Medieval Spain: Unity in Diversity 400-1000, New York 1983, p. 208. Του ιδίου, The Arab Conquest of Spain, Oxford 1989, pp. 219-220.

[53] E. Flórez, España Sagrada,Theatro geographico istorico de la Iglesia de España, Madrid 1763, t. V. p.331.

[54] Roger Collins, Early Medieval Spain, p. 208.

[55] Ep. 95: “...nullam quamlibet alienam sedem ambiret velusurparet”, MGH Ep. III, p.637.

[56] Roger Collins, The Arab Conquest..., p. 220-221.

[57] D. Ramón Abadal y de Vinyals, La batalla .., p.9-23 & 44-45. Επίσης Zacariás Garcia Vilada, Historia eclesiastica de España, 5vols Madrid 1929-1936, vol. 2 47-53.

[58] Ep. 96: “Ferebatur siquidem in ipsis vestris apicibus, quod multi in partibus illis in insipientam atque cordis dementiam devoluti nostrae relationis atque admonitionis series secundum venerandi Niceni concilii institutionem de paschali festivitae editam contemnere audent: quod, si plenimium quarto decimo scilicet die lunae [ab sabatto contigerit, alio die dominico videlicet quinto decimo lunae die] sanctum Pasca minime sit celebratum; sed, pretermiso eodem quinto decimo die, in alio sequentis septimane dominico, quod est vicesimo secundo lune diae, paschalis festi gaudia pronunciatur celebrandum” MGH Ep. III p.644,32-38.

[59] Ep.96: “Insinuavit dilectio vestra et hoc, quod quidam pollicentes atque in errore perseverantes predicant: ut, qui non ederit pecunduum aut suillum sanguinem et suffocatum, rudis est aut ineruditus. Nos quidem, apostolica precepta inbuti atque eruditi, confirmantes predicamus, quod, si quis pecundum aut suillum sanguinem vel suffocatum manducaverit, non solum erudicionis totius alienus, sed ipsius quoque intellegentiae communis prorssus extraneus, sub anathematis vinculo obligatus in laqueo incidat diaboli”, MGH Ep.III, p.646,1-6.

[60] Ep. 96: “Illud autem, quod alii ex ipsis dicunt, quod predistinatio ad vitam sive ad mortem in Dei sit potestate[ et non nostra; isti dicunt: 'Ut quid conamur vivere, quod in Dei est potestate?'] alii iterum dicunt: 'Ut quid rogamus Deum, ne vincamus temptationem, quod in nostra est potestate, quasi libertate arbitrii?'” MGH Ep. III p.6467-10.

[61] Ep. 96: “et illud, quod inibitum est, ut nulli liceat iugum ducere cum infidelibus, ipse enim filias suas cum alio benedicetur et sic populo gentili tradetur; e quod sine examinatione prefati presbiteri, ut presint, ordinatur; et aliud, quousque inmanis invaluit error perniciosus, ut etiam vivente viro mulieres in conubio sibi sortiantur ipsi pseudosacerdotes; simulque et de libertate arbitrii; et alia multa, sicut fati estis, quae longum est dicere: quia multa vobis heresum per singula scribere, quia olim tempus est, quod Priscilliani docmatis inpleverunt?” MGH Ep. III, p.646-7.

[62] Ep.97: “Et quoniam, ut fertur, nequaquam ipsos apostolicos apud te profectos sunt apices, nostris eos habentes registris exaratos, infra rescibentes, per arum gerulos, scilicet Bellerefonsum seu Iohanem clericum, direximus denuo, sicut nobis per fidelissimum missum suum, videlicet reverentissimum et sanctissimum Petrum Ticinensis ecclesiae episcopum, precellentissimus ac praefulgintus filius et spiritalis conpater noster, domnus Carolus, rex Francorum et Langobardorum ac patricius Romanorum, pro tua insigna dilectione poscendum emisit; et per eius regalem adminiculum, tuis faventes votis, adimpleri prorsus nituimus” MGH Ep.III p.648,1-8.

[63] Ep. 95: “non recte illa Egila predicat; sed erroribus quidam Mingentii magisti sui sequens, extra catholicam disciplinam, ut fertur, conatur docere; et alia plura capitula, quae absque norma ecclesiastica alios suaderi videntur”, MGH Ep.III p.637,25-28.

[64] Ep. 95: “Dudum vero, quood Wilcharius archiepiscopus Galliarum suuggesit nobis pro quodam Egila, ut eum episcopum consecraret, valde nimisque eum in fide catholica et in moribus atque actibus laudans, ut consecratus vestris partibus emitteretur predicantum: nos vero predicti Wilcharii archiepiscopi petitione credentes, consuentes, consueteilli illi licentiam tribuimus, ut canonice eum examinante, quatenus, si post discussionem et veram examinationem rectum et catholicum eum invenisset, episcopum orfdinaret;” MGH Ep. III 637.17-27.

[65] Ep. 95: “Porro et de partibus vestris pervenit ad nos lugubre capitulum,quod quidam episcopi ibidem degentes, videlicet Elipandus et Ascaricus, cum aliis eorum consentaneis, filium Dei adoptivum confiteri non erubescunt, quod nullus, quamlibet heresiarcha, talem blasphemiam ausus et oblatrare nisi perfidus ille Nestorius, qui purum hominem Dei confessus est filium”MGH Ep. III 637,33-37.

[66] Concilium Cordubense: “In Christi nomine dum resideremur simul in unum episcopiob [c]ausam divini eloquii fidei catholice vel ereseorumsentes enerbandas, subito protulerunt nobis fratres et quoepiscopi[s] nostri[s] Reccafredus Cordobensis seu Egabrensis sedium episcopus vel Quiricus Accitane sedis de quosdam Acebaleos nomine Casianorum in confinibus easdem parrociis, qui per tortuosam callem gradientes pedetemti in litore maris ingressi sunt, que vocitatur Epagro territorio Egabrense anguilis antrisque suis nefandis ritibus inuaserunt, preponentes se a Roma missos uius nefandi sceleris auctores cum traditionibus diversis, que nostris non congruit doctrinis” στο Corpus Scriptorum Muzarabicorum 1, p. 135-136.

[67] Concilium Cordubense: “:Qua de re flectimus articulum de Casianistas, qui se ab escis gentilium abstinent” στο Corpus Scriptorum Muzarabicorum 1, p.136.

[68] Concilium Cordubense: “..., qum Paulus apostolus evidenter enarrat: 'Si qis vocat vos ex infidelibus et vultis ire, ite et omne quod adponutur vobis manducate, nicil interrogantes propter consientam. Domini est terra et plenitudo eius. Quod si dixerint vobis: Inmulatum est idolis, nolite comedere propter ill[um] *** consientam”. ο.π.

[69] Concilium Cordubense: “Omnia munda mund[is; coinqu]initatis autem et infidelibus nicil est mu[ndum]” ο.π.

[70] Concilium Cordubense: “[No]n quod in ore ingreditur quoinquui[nat] hominem; qui ad seccessum vadit expurgat v[entrem, sed quod de ore] egreditur hec quoinquinant hominem, id est, cogitationes male, omicidia, adulteria, fornicationes furta, falsa testimonia, blasfemia' et cetera que longum est prescribere” ο.π.

[71] Concilium Cordubense: “Nam et de herese Maniceorum que in eis inserta est, ut natale Domini aveniente sexta feria ieiunantes ieiunant, reddimus sententia kanonica, ubi …: “Si quis quancumque die venerit Natibitas Domini, quod est VIII Kalendas Ianuarias, et ieiunaberit sicut fecit Cerdon et [Marcion] et cognatus eius Maniceos, anathema sit” ο.π.

[72] Concilum Bracarense I: “Si quis natale Christi secundum carnem non vere honorat, sed honorare se simulat ieiunans in eodem die in dominico, quia Christum in hominis natura natum esse non credit, sicut Cerdon, Marcion, Manicheus et Priscillianus dixerunt, anathema sit. Franciscus Antoniuus Gonzalez (ed), Collectio Canonum Ecclesiae Hispaniae, Madrid 1808, col.599.

[73] Concilium Cordubense: “Item eos in eresem Vigilantiani conformes repperimus, qui sanctorum reliquas non venerant, pro quod sanctus Ieronymus in epistola sua non Vigilantium, sed Dormientium affirmat,...” στο Corpus Scriptorum Muzarabicorum 1, p. 137.

[74] Hieronymus, Epistola CIX Ad Riparium Presbyterum 1: “Acceptis primum litteris tuis, non respondere, superbiae est: respondere, temeritatis. De iis enim rebus interrogas, quae et proferre et audire sacrilegium est. Ais Vigilantium, qui hoc vocatur nomine (nam Dormitantius rectius diceretur) os foetidum rursus aperire, et putorem spurcissimum contra sanctorum Martyrum proferre reliquias: et nos qui eas suscipimus appellare cinerarios et idololatras, qui mortuorum hominum ossa veneremurNos autem non dico Martyrum reliquias, sed ne solem quidem et lunam, non Angelos, non Archangelos, non Cherubim, non Seraphim, et omne nomen quod nominatur et in praesenti saeculo et in futuro, colimus et adoramus: ne serviamus creaturae potius quam Creatori, qui est benedictus in saecula. Honoramus autem reliquias Martyrum, ut eum cujus sunt Martyres, adoremus. Honoramus servos, ut honor servorum redundet ad Dominum, qui ait: Qui vos suscipit, me suscipit.” PL 23 col.355.

[75] Concilium Cordubense: “Miramur igitur Casianorum adrogantia in moribus et nevandis traditionibus, qui se iactant esse sancti, ut cum aliis non utantur civos et de diversis calices communicant[es] ex suorum sacramenta, que in catholicis moribus manent respuenda, qui et timeri[ta]ti suorum conformes viros hac mulieres more levitarum eis Eucharistia in manu porrigunt, qui propter auspicione Iudeorum adque ereticorum quasi ad hos ducens manu retemta canibus porrigebant.
… qui nec eos esse credimus ordinatos iuxta canonicis sententiis, quia nullum abent auctorem a quo credantur veri esse pastores, qui ut aiunt ab Agilanem Ementie solus solum ordinare episcopum, quod nil nulla repperitur doctrina” στο Corpus Scriptorum Muzarabicorum 1, p. 139.

[76] Wilhelm Heil, Der Adoptionismus, s. 109

[77] Knut Schäferdiek, Der adoptianische Streit im Raumen der Spanischen Kirchengeschichte I, in Zeitschrieft für Kirchengeschichte 80 (1969), s.300 n.41.

[78] E. Flórez, España Sagrada,Theatro geographico istorico de la Iglesia de España, t. XV, Madrid 1787.

[79] “edidit aliud agens Florez (Es, Xv, 1759, prol) ex apographo pessimo sibi a Legionensis episcopo Alonso Fernandez Pantoja misso. Nec mirum si compluribus naevis editio Floreziana laborat, cum saepiuscule patrum Cordubensium verba aliquo coniectore egeant. Ad barbaram scribendi rationem accedit quod priora codicis folia hiulca, lacera et in aliquot locis paene evanida difficilia lectu sunt” CSM 1, p.135. Είναι μεγάλος πειρασμός να υποθέσει κανείς ότι οι αντιγραφείς αυτής της περιοχής είχαν εξασκηθεί ιδιαίτερα στην παραποίηση των χειρογράφων, προκειμένου να επιβάλλουν το filioque ως πατερική διδασκαλία, η οποία υπήρχε σε όλα τα αρχαία χειρόγραφα των έργων των Πατέρων.

[80] Epistola ad Fidelis: “Adolescentiam sane fratris nostri Heterii lacte adhuc alitam, et nondum ad robur perfectae intelligentiae perductam, vestra fraternitas erudiat” PL 96.919

[81] S. Aurelii Augustini, Contra Faustum Manichaeum Libri Triginta Tres XIV.2: “AUGUSTINUS respondit: Pius homo Faustus dolet Christum esse maledictum a Moyse, et ob hoc odit Moysen, quia diligit Christum. Interim, antequam aperiam in quam magno sacramento, et quam pie dictum sit:Maledictus omnis qui in ligno pependerit, istos pios homines interrogo, cur irascantur Moysi, quandoquidem maledictum eius ad Christum istorum non pervenerit. Si enim Christus pependit in ligno, clavis utique affixus est. Unde etiam ipsas cicatrices post resurrectionem discipulo minus credulo demonstravit. Quod si ita est, utique vulnerabile atque mortale corpus habuit, quod isti nolunt fateri. Si ergo et illa vulnera, et illae cicatrices falsae erant, falsum est et quod pependit in ligno. Non itaque potuit ad eum illa maledictio pervenire, non est quod succenseant ei a cuius ore processit. Itaque si ipsi irasci se fingunt ei qui maledixerit falsae morti Christi, quod secundum ipsos dixerim; quomodo fugiendi sunt, qui non maledicunt Christum, sed quod est exsecrabilius, criminantur? Si enim non est accipiendus qui maledictum ingerit mortalitati; quomodo est detestandus qui fallaciam obiicit veritati? Sed iam videamus ex occasione calumniantium haereticorum, quomodo illud sacramentum fidelibus exponatur.

[82] Epistula Episcoporum Hispaniae: “Beatum,..., nisi Fausto Maniceo, qui patriarcas nundinarios asserebat? De quo beatus Agustinus inquiens ait: 'Pius homo Faustus dolet Christum maledictum fuisse a Moysen', eo quod dicat: 'Maledictus omnis qui pependet in Ligno'. Faustus doluit Christum maledictum, nefandus Beatus dolet Christum secundum formam servi quempiam dicere adobtibum, contrarius apostolo Iohani et evangelistae, qui Dei Filiuum deitate exaninata dicere non pabet advocatum, id est, adobtatum et in forma servi gratia plenum” CSM 1 p. 91-92.

[83] Epistula Episcoporum Hispaniae: “quod antifrasii Beati nefandi Asturiensis presbiteri, pseudoXpi et pseudoprofete, pestiferi dogmatis sermo vipereus..., nec veram ex virgine visibilem formam susceperit” CSM 1 p. 82.

[84] Epistola ad Fidelis: “ut sicut per servos Dominus de finibus Baeticae eradicavit haeresim Migetianam, ita per vos de finibus Asturiensium funditus evellat haeresim Beatianam” PL 96.919
Epistula Episcoporum Hispaniae: “Similis et iste nefandus Beatus Migetii informatus exemplo” CSM 1 p.92

[85] Commentarium in Apocalypsim :“ Haec ergo Sancte Pater Etheri te petente ob aedificationem studii fratrum tibi dicavi, ut quo consorte perfuor religionis, coherendem faciam et mei laboris”, H. Florez (ed), Sancti Beati presbyteri Hispani Liebanensis, in Apocalypsin, Madrid 1770.Βρήκα μόνο αυτήν την παλιά έκδοση, ενώ υπάρχουν νεώτερες όπως, H.A. Sanders (ed), Beati in Apocalipsin Libri Duodecim, American Academy in Rome 1930 & E. Romero-Prose (ed), Sancti Beati Liebana Commentarius in Apocalypsin, 2 vols, Typis Officinae Polygraphicae 1985.

[86] Albari, Epistola IV Ad Aurelio Flavio Ihohanni: “set ut Beatus Libanensis presbiter dixit...”, CSM 1, p.179.

[87] Alcuinus, Adversus Felicem Urgellitanum Episcopum Libri VII : “Quod vero quemdam Beatum, Abbatem...” PL 101.133

[88] “Domino, cui servierat, spiritum placida dormitatione commendavit XI Kal. Martii, anno Domini 798” PL 96,890-894.

[89] Epistola ad Fidelis: “Nam nunquam est auditum ut Libanenses Toletanos dosvissent. Notum est plebi universae, hanc sedem sanctis doctrinis ab ipso exordio fidei clarvisse, et nunquam schismaticum aliquid emanasse”. PL 96.918.

[90] Adversus Elipandum Libri II, I.IX: “Nam posteaquam ressurrexit a mortuis, dixit discipulis suis: Data est mihi potestas omnis in caelo et in terra. Sicut me missit Paterm et ego millo vos. Hoc cum dixisset, insuffavit, et dicit eis: Accipere Spiritum sanctum; quorum remiseritis peccata, remilluntur eis; et quorum retinveritis, retenta sunt. Et quia Spiritus sanctus de Patre Filioque procedit, ipsum Spiritum sanctum insuffans apostolis, ut manifestius ostenderetur quod praeesset [Forte, quod ipse esset] Filius Dei, a quo procedit Spiritus sanctus, et ipsa est tertia in Trintate persona: qui donum Patris et Filii Dicitur; quem tunc dedit, et postea de coelo misit, ut ostenderet dilectionem Dei et proximi secundum illa praecepta, in quibus tota lex pendet, et prophetae”. PL 96.900 B8-C7

[91] Αδάμ Ζοιρνικαβίω, Περί τῆς Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος..., τ. Α' σ. 328
Adversus Elipandum Libri II, I.XIX: “Non ergo separamus Patrem et Spiritum sanctum a Filio, cum solum Filium dicimus Deum. Pater et Filius ambo simul unus Deus. Non Pater ambo simul sunt, non Filius ambo simul sunt. Solus … Neque Pater a duobus processit, aut Filius, sed tantum Spiritus sanctus... Spiritus quoque sanctus Deus est, sicut Pater et Filius, sed a Patre et Filio Deus est, non a se” PL 96.904-905.

[92] Adversus Elipandum Libri II, I.XXXIX: “Primus ego Hetherius Oxomae sedis indignus nominatus episcopus, qui ab archiepiscopo Toletano nuncupor esse haereticus, profero fidem meam cunctis audientibus. Quan Fidem a sanctis Patribus accepi, credidi, et omni Ecclesiae recitandam praedicavi” PL 96.915

[93] Η πατρότητα του τίτλου αυτού, Libri Carolini, ανήκει στον Bagsten, στον εκδότη της έκδοσης του 1924 στη σειρά των Monumenta Germaniae Historica. Hubert Bastgen, Libri Carolini sive Caroli Magni Capitulare de Imaginibus, Monumenta Germaniae Historica, Legum Sectio III, Concilia Tomi II Supplementum, (Hanover und Leipzig 1924. Η έκδοση ξεκίνησε το 1912, αλλά κυκλοφόρησε εντέλει το 1924. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ο εκδότης κυκλοφόρησε μια σειρά επεξηγηματικών άρθρων στο Neues Archiv, υπό τον γενικό τίτλο Das Capitulare Karls der Grosse über die Bilder, Neues Archiv XXXVI (1911) ss. 631-666, XXXVII (1912) ss. 15-51 & 455-533.

[94] Donald Bullough, Alcuin Before Franfurt, στο συλλογικό R. Berndt (ed), Das Frankfurtr Konzil von 794. Krystallisationspunkt karolingischer Kultur. Akten zweier Symposien vom 23 bis 27. Februar und vom 13 bis 15. Oktober 1994, Frankfurt am Main. Teil I: Politik und Kirche, s. 578.

[95] Thomas Noble, Images, Iconoclasm and the Carolingians, University of Pennsylvania Press 2009, p. 163.
“The problem for scholars is that, as far as is known,Theodulf appeared out of nowhere and immediately assumed a leading role at the Carolingian court. It should not be forgotten that the shadowy presence of Alcuin hovers over the early months of the eighth century's last decade”.

[96] J.D. Mansi (ed), Sacrorum Conciliorum nova et amplissima Collectio, t.XII (1766) & XIII (1767).

[97] Ann Freeman, Theodulf of Orleans and the Libri Carolini, in Speculum, A Journal of Medeaval Studies, Vol. XXXII no.4 (October 1957), p.666.

[98] Η μετάφραση και η εισαγωγική επιστολή του Αναστάσιου στο Mansi. XII col.981. Επίσης PL 139.195. Επίσης MGH Epp.VII.416. Για την θεωρία της κακής μετάφρασης Hubert Bastgen, MGH Legum Sectio III, Concilia II Supplementum I. Hanover-Leipzig 1924, s.18.

[99] Η ανασύσταση της συγκεκριμένης λίστας έγινε από τον Wolfram von den Steinen με βάση τους τίτλους των κεφαλαίων των Libri. Βλ. Σχετ. Wolfram von den Steinen, Entstehungsgeschichte der Libri Carolini, in Quellen und Forschungen aus italienischen Archiven und Bibliotheken XXI (1929-30), s.59 κ.ε.

[100] MGH, Epp. V ss.3-57.

[101] Opusculum in causa Hincmari Lugdunensis, PL 136.360.

[102] Τον αριθμό αυτό δίνει ο W. Schmandt, Studien zu der Libri Carolini, Mainz 1966, s.6

[103] “ Ο βασιλιάς Κάρολος των Φράγκων έστειλε το συνοδικό βιβλίο στην Βρετανία, το οποίο του είχε σταλεί από την Κωνσταντινούπολη” MGH SS I, s. 155.

[104] Hubert Bastgen, MGH Legum Sectio III, Concilia II Supplementum I, s.16,

[105] Ann Freeman, Theodulf of Orleans, p.668.

[106] Hubert Bastgen, MGH Legum Sectio III, Concilia II Supplementum I, sσ. 20-21, Ann Freeman, Theodulf of Orleans, p.668.

[107] Disputationes de Controversiis Christianae Fidei, Ingolstadt 1586.

[108] “...quod illi [Carrolo Imperaatori] peritiae rerum sacrarum defuit, id assidua consuetudine doctissimorum virorum supplevit, in quibus facide princeps fuit Alcuinus... cuius praesipue opera hos libros conscriptos, ut credam facile adducor, cum et ille rerum sacrarum peritissimus fuerit, et Carolo familiarissimus, et stylus satis congruat...” Opera Omnia, Paris 1616, 1103.

[109] W.Stubbs (ed), Chronica Magistri Rogeri de Houedene, London 1868, pp. 12-13.

[110] H.R. Luard (ed), Flores Historiarum, London 1890, p. 393. Επίσης H. R. Luard (ed), Matthei Parisiensis Chronica Majora, London 1872, vol. I p. 354. Αυτά τα χρονικά έχουν ως κοινή πηγή το Χρονικό του Συμεών του Durham, (T. Arnold ed. Symeonis Monachi Opera Pmnia, London 1885, vol.II pp.53-54) και αυτός τα Χρονικά της Νορθουμβρίας , όπου υπάρχει η εξής εγγραφή: “...Karolus rex Francorum misit sinodalem librum ad Britanniam sibi a Constantinopoli directum. In quo libro, heu pro dolor multa inconvenientia et verae fidei contraria reperientes maxime quod pene omnium orientalium doctorum non minus quam trecentorum vel eo amplius episcoporum unanima assertione confirmatum, imagines adorare debere, quod omnino ecclesia Dei execratur. Contra quod scripsit Albinus epistolam ex auctoritate divinarum scripturarum mirabiliter affirmatam illamque cum eodem libro et [ex] persona episcoporum ac principum nostrorum regi Francorum attulit”, G. Waitz, Ex vestutis annalibus nordhumbranis historiae regum anglorum et dacorum insertis, MGH Scriptores p.155.

[111] Augusta Concilii Nicaeni II censura, hoc est Caroli M. de impio imaginum cultu libri IV, Hannover 1731.

[112] Hefele-Leclerq, Conciliengeschichte, Freiburgh 1910, t.III pt.2 s. 1065

[113] Edd. W. Wattenbach- E. Dümmler, Bibliotheca Rerum Germanicarum, ed Philippus Jaffé, Berlin 1873, t.VI s.220

[114] MGH Poetae latini I, 1881, s.161.

[115] Emile Amann, L' Époque carolingienne, in Histoire de l'église depuis les origines jusqu' à nos jours, (ed) A. Fliche-V. Martin, Paris 1937, vol. VI p.125.

[116] J. de Ghellinck, Litterature latine au moyen âge, in Bibliothèque catholique des sciences religieuses XXV (Paris 1939), p.95

[117] Alcuini Opera, Ratisbon 1877, t.II cols 459460. Συμπεριλαμβάνεται στο PL 101.1171-2

[118] Wattenbach, Deutschlands Geschichtsquellen im Mittelalter, Berlin 1877.

[119] Karl Hampe, Hadrian's I Vertheidigung der zweiten nicaenischen Synode, in NA XXI (1896), s.101.

[120] Albert Hauck, Kirchen geschichte Deutschlands, Leipzig 1890, B. II s.315

[121] F. Hamelin, Essai sur la vie et les ouvrages d'Alcuin, Rennes 1873, p. 49.

[122] Karl Werner, Alcuin und sein Jahrhundert, Vienna 1881, ss. 53-54.

[123] C.J.B. Gaskoin, Alcuin: his Life and his Work, London 1904, p.74 n.4.

[124] Arthur Allgeier, Psalmenzitate und die Frage nach der Herkunft der Libri Carolini, in Historisches Jahrbuch XLVI (1926), ss.333-353.

[125] F. Weihrich (ed), Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum XII , Vienna 1887.

[126] Dom Donatien de Bruyne, La composition des Libri Carolini, in Revue Bénédictine XLIV (1932), pp227-234.

[127] W. von den Steinen, Entstehungsgeschichte der Libri Carolini, in Quellen und Forschungen aus italienischen Archiven uund Bibliotheken XXI (1929-30), ss.1-93.

[128] Hans von Schubert, Geschichte der christlichen Kirche im Frühmittelalter, Tübingen 1917, Band I s. 386.

[129] Franz Xaver Seppelt, Das Papsttum im Frühmittelalter, Leipzig 1934, B.II s.179

[130] Wattenbach-Levison, Deutschlands Geschichtsquellen im Mittelalter, II, Die Karolinger vom Anfang des 8. Jjahrhunderts bis zum Tode Karls des Grossen, Wilhelm Levison-Heinz Löwe (eds), Weimar 1953, ss.201 & 226.

[131] Leopold Delisle, Les ibles de Théodulfe, Paris 1879
Samuel Berger, Histoire de la Vulgate, Paris 1893, pp.145-184.

[132] Vetus Latinaq die Reste der altlateinischhen Bibel nach Petrus Sabatier neu gesammelt und herausgegeben von der Erzabtei Beuron, t.II Freiburg 1951, s.17 κ.ε.

[133] Dom Fernard Cabrol, Les origines liturgiques, Paris 1906, p.213. Η αυτόονομη ανάπτυξη της Βησιγοτθικής Εκκλησίας στο Dom Gregory Dix, The Shape of the Liturgy, London 1947, pp.551 κ.ε.

[134] Edmund Bishop, Spanish Symptoms, in Liturgika Historica, Oxford 1918, pp 165-202.
G. Mercati, More Spanish Symptoms, στο ίδιο, pp. 203-210.
Leo Eizenhofer, Nochmals Spanish Symptoms. In Sacris Erudiri IV (1952), ss27-45
L. Brou, Encore les Spanish Symptoms et leur contre-partie, in Hispania Sacra VII (1954), pp. 467-485.

[135] Samuel Berger, Histoire de la Vulgate, p.155.

[136] Peter Wagner, Untersuchungen zu den Gesangstexten der altspanischen Liturgie, in Spanische Forschungen, Gesammelte Aufzätze II (1930), s. 89.

[137] Samuel Berger, Histoire de la Vulgate, p. xiv.

[138] Hubert Bastgen, MGH Legum Sectio III, Concilia II Supplementum I, s. 374.

[139] Ι.13: “nova necesse est post Moysen legis tradatur
scriptio, nova post Ezram legis reperiatur
restauratio, nova post Septuaginta interpretes
Theodotionem et symachum et Aquilam
sive etiambeatum Hieronimum legis queratur
translatiio, nova post apostolos et apostolicos
viros Spiritu sancto repletos scrutetur tractatio,
quae adeo divinis Scripturis refragari
queat, ut omnes imaginum adorationem
spernentes anathematis vinculo nectat”. MGH Conc.II Suppl.I, s. 166.

[140] Mansi XII.1121D

[141] Opus Carili regis contra synodum III.3: “Ideque non est consequens, ut ab hoc nostra suspendatur disputatio, quod Tarasius Spiritum sanctum, non ex Patre tantum, sicut quidam, qui, quamquam eum ex Filio procedere quodammodo tacuerint, tamen ex Patre et Filio procedentem omnimo crediderunt, neque ex Patre et Filio, sicut omnis universaliter confitetur et credit ecclesia, eum procedere, sed 'ex Patre per Filium' in sua fidei professione procedere confessus est” MGH Conc.II Suppl.I, s. 345.

[142] Opus Carili regis contra synodum III.3: “In qua professione nisi puritas et siceritas cordis sit, [quae credat eum non creaturam esse,sed creatorem, nec Patre filioque minorem sed eis equalem et consubstantialem, et ab utroque procedere], perniciosum virus poterit exoriri” MGH Conc.II Suppl.I, s. 346

[143] Opus Carili regis contra synodum III.3: “Alteram namque vim habet 'ex' praepositio et alteram 'per'. Unde et Dei Filius natus ex homine, non per hominem creditur, id est non per coitum, non per humanam operationem, sed ex virgine carnem adsumendo na[tus. Et idcirco quaeri potest, utrum recte dici quaet Spiritus sanctus a Patre 'per Filium' procedere, ne, dum incaute haec praepositio 'per' in tanti mysterii professione ponitur Arriani illius eroris virosum cuiquam poculum ministret, qui Spiritum sanctum creaturam esse et per Filium sicut et cetera, quae creata sunt, creatum esse blasphemat, qui etiam sui baptismatis tinctionem non iuxta fidem evangelicam in nomine Patris et Filii et Spiritus sancti, sed 'in nomine Patris per Filium in Spiritu sancto infelicibus quibusque ad se conversis inpertivit”. MGH Conc.II Suppl.I, s. 346-7.

[144] Thomas Noble, Images, Iconoclasm and the Carolingians,p.181.

[145] Opus Carili regis contra synodum III.4, MGH Conc.II Suppl.I, s. 354-358.

[146] Opus Carili regis contra synodum III.6, MGH Conc.II Suppl.I, s. 361-365.

[147] Opus Carili regis contra synodum III.7, MGH Conc.II Suppl.I, s. 366-370.

[148] “Haec dogma Tarasius non per se explanavit, sed per doctrinam sanctorum patrum confessus est, quorum capitula pro vestro nimio amore, quod erga vestram praerectissimam a Deo protectam orthodoxamque regalem excellentiam gerimus, breviter exaramus” MGH Epp.V, s.7

[149] PG 26.997B2-C3.

[150] PG 26.1004C4-8

[151] PG 28.252A6-8.

[152] P. T. Cacciari, Ecclesiasticae Historiae Eusebii Pamphili Libri Novem Ruffino Aquileiensi interprete, Rome 1740 t.I p. 437.

[153] PG 46.911D1-912A5

[154] “Cum Spiritus sanctus, qui et spiritus Christi et spiritus Dei est, res naurae esse demonstratur unius. Quaero nunc igitur, quomodo non ex natura unum sunt? A Patre procedit spiritus veritatis, a Filio mittitur et a Filio accipit. Sed omnia, quae habet Pater, Filii sunt; et idcirco qui ab eo accipit, Dei spiritus est, sed idem et spiritus Christi est” PL 10.255B6-14

[155] “Est enim in nobis spiritus Dei, sed et in nobis spiiritus Christi, et cum spiritus Christi inest, inest spiritus Dei. Ita cum quod Dei est, et Christi est, et cum quod Christi est, Dei est, non potest aliud quid diversu Christus esse quam Deus est. Deus igitur Christus est, unus cum Deo Christus”, PL 10.256B1-4

[156] “Et illud evangelicuum: Ego et Pater unm sumus” PL 10.256C1-2.

[157] PG 32.149C13-152A3.

[158] PG 32.153B10-14.

[159] “Vos autem baptizabimini Spiritu sancto”, PL 16.715A12-15

[160] “Unitas ergo operationis, unitas praedicationis, que non potest separari. Quod si hoc loco separatur Spiritus ab operatione Patris et Filii, quia dictum est: Ex Deo omnia et per Filium omnia, ergo et ibi, quia apostolus de Christo dixit: Qui est super omnia Deus benedictus in saecula, non solum eum creaturis omnibus, sed etiam Patri, quod dictum est nefas, praetulit; sed absit. Non enim inter omnia Pater, non inter plebem quandam creaturarum suarum. Subter creatura omnis, supra diviinitas Patris et Filii et Spiritus sancti. Illa servit, haec regnat; illa subiacet, ista dominatur), PL 16.715B4-15.

[161] PG 36.348A7B5

[162] “Dedit in terra conspicuus et proximis proximus Spiritum sanctum, insufflando in facie eorum, et ab hac maxime caritate, que in caelis est, de caelo misit Spiritum sanctum. Spiritum sanctum accipe in terra, et diligis fratrem; accipe de caelo, et dilige Deum, quia et in terra quod accepisti de caelo est. In terra Christus dedit, sed de caelo est quod dedit. Ille enim dedit, qui de caelo descendit” PL 38.1223.

[163] “Desinant namque insipientes blandiri nobisque dicere: 'Quid accepturi sumus, cum vobis accesserimus, cum iam nos baptismum habere fateami?' Respondeamus eis: 'Habetis baptismum Christi, venite, ut abeatis et spiritum Christi. Timete quod scriptum est: Quisquis autem spritum Christi non habet, hic non est eius. Induistis Christum forma sacramenti, induite imitationem exempli” PL 38.1236

[164] “Nec possumus dicere, quod Spiritus sanctus et a Filio non procedat; neque enim frustra idem spiritus et Patris et Filii spiritus dicitur. Nec video, quid aliud siignificare voluerit, quod suffans ait: 'Accipite Spiritum sanctum'. Neque enim flatuusille corporeus, cum sensu corpolariter tangendi procedens ex corporw, substantia Spiritus sanctus fuit, sed demonstratio per congruam siignificationem non tantum a Patre, sed et a Filio procedere Spiritum sanctum. Quis enim dementissimus dixerit alium fuisse spiritum, quem suffans dedit, et alium, quem post ascensionem suam misit? Unus enim spiritus Dei, Spiritus Patris et Filii, Spiritus sanctus, qui operatur omnia in omnibus” PL 42.908.

[165] “De utroque autem procedere sic docetur, quia ipse Filius ait: 'De Patre procedit' . Et cum resurrexisset a mortuis, et apparuisset discipulis suis, isuffavit et ait: ' Accipite Spiritum sanctum' , ut cum etiam de se procedereostenderet. Et ipsa 'virtus, que de illo exibat', ut legitur in evangelio, 'et sanabat omnes'. Et post pauca: Hoc significans Iesus, bis dedit Spiritum sanctum: semel in terra propterdilectionem proximi; et iterum de caelo propter dilectionem Dei”. PL 42.1002-1003

[166] PG 76.308.

[167] PG 77.180-181.

[168] Μετάφραση Ευγένιου Βούλγαρη εκ του Αδάμ Ζοιρνικαβίω, σ. 400. Το πρωτότυπο είναι από την Επιστολή XC (κατά την αρίθμηση της PL, no 137 στην έκδοση MGH): “Novas vero, fratres clarissimi, Hispanici erroris sectas tota vobis cavete intetione. Sanctorum Patrum in [fide] sequimi vestigia, et universali Ecclesiae sanctissima vos adjungite unanimitate. Scriptum est: Terminos Patrum tuorum ne transgrediaris. Et Symbolo catholicae fidei nova nolite inserere; et in ecclesiasticis officiis inauditas priscis temporibus traditiones nolite diligere. Per apostolicae doctrinae publicam pergite stratam; nec per diverticula cujuslibet novitatis in dexteram vel in sinistram a via regia declinate” PL 100.289B7-C3.

[169] PG 68.147A9-12.

[170] MGH Epp.V s. 10,

[171] PG 76.1188A2-5.

[172] “Ideo et clausis ad disciipulos ianuis introivit, [et] flatu suo dabat Spiritum sanctum, et donato intelligentiae lumine, sanctarum scripturarum occulta pandebat” PL 54.776A15-B4.

[173] “Omnes igitur, dilectissimi, qui in Dominum Jesum crediderant, infusum sibi habeant Spiritum Sanctum, et remittendorum peccatorum etiam tunc apostoli acceperant potestatem, quando post resurrectionem suam Dominus insufflavit, et dixit: Accipite Spiritum sanctum; quorum remiseritis peccata, remittentur eis; et quorum retinueritis, retenta sunt” PL 54.406B14-C6.

[174] “Cum venerit Paravlitus, quem ego mitto vobis a Patre'. Si enim mitti solummodo incarnari deberet intellegi, sanctus procul dubio spiritus nullo modo diceretur mitti, qui nequaquam incarnatus est. Sed eius missio ipsa processio est, qua de Patre procedit et Filio. Sicut itaque spiritus mittti dicitur, quia procedit, ita et Filius non incongrue mitti dicitur, quia generatur. 'Hoc cum dixisset, insufflavit et dixit eis: Accipire Spiritum sanctum'. Querendum nobis est, quid est, quod Spiritus sanctus Dominus noster et semel dedit in terra consistens, et semel coele presidens”. Sancti Gregorii Papae cognomento Magni XL Homiliarum in Evangelia Libri II, editionem monachis Benedictinis congregationis S. Mauri in Gallia 1741, col. 1554.

[175] Siecienski, Filioque..., p. 70

[176] Joan Peterson, Did Gregory the Great know Greek?, in D. Baker(ed), The Orthodox Chrurches and the West, Studies in Church History 13 (Oxford 1976), pp.121-134.
J. M. Bartelink, Pope Gregory the Great's Knowledge of Greek, in Gregory the Great: A Symposium, University of Notre Dame Press 1995, pp.117-136.

[177] “De quo Iohannes dicit: 'Omnia per ipsum facta sunt'. Ita etiam os dicitur, ac si oris nomine patenter diceretur verbum, sicut nos quoque pro verbis linguam dicere solemus, ut cum Greca vel Latina lingua dicimus, Latina vel Greca verba monstremus. Os ergo Domini non immerito ipsum accipimus, per quem nobis omnia loquitur. Hinc est enim quod propheta ait: 'Os enim Domini locuntum est hoc”, PL 76.418-19.

[178] “Omnia enim per unigenitum Filium Pater in sancto fecit Spiritu, quae et sapienti providentia continetm ut Deus suis operibus praesidens,...” Mansi XI col. 490 (ελληνικά) 491 (λατινικά).

[179] Mansi XII.1136.

[180] Basil Lourié, Nicephorus Blemmydes on the Holy Trinity and the Paraconsistent Notion of Numbers: A Logical Analysis of a Byzantine Approach to the Filioque, in Studia Humana 5.1 (2016), p.41.

[181] “Iste Theodorus patriarcha Ierosolimorum, cum ceteris praecipuis patriarchis, videlicet Cosmas Alexandriae Theodorus alius Antiochiae, dudum predecessori nostro sanctae recordationis quondam Paulo pape, emiserunt propriam eorum recte fidei synodicam, in qua et de sacratissimis imaginibus subtilinarratione, qualiter una cum nostra sancta catholica et apostolica universale Romana ecclesia ipsi vel ceteri orientales orthodoxi episcopi et christianus populus sentiunt, et in eaarundem sanctorum imaginum veneratione sincero mentis effectum ferventes in fide existunt, studueruunt intimandum” MGH Epp.5 s.11

[182] “Quam synodicam in Latino interpretatam eloquio precedessor noster quondam sanctissimus dominus Stephanus papa in suo concilio, quod et ipse pro sacris imagiinibus una cum diversis episcopis partibus Francie seu Italie fecit, suscipientes ac relegentes, placuerunt tam de diversis sanctorum patrum testimoniis, quam de symbolo fidei, ubi facti sunt, dicentes” ο.π.

[183] “Si qus alium terminum fidei sive symbolum aut doctrinam habet praeter quod traditum est a sanctis magnis et universalibus sex synodis, et confirmatuum est ab his sanctis patribus, qui in eis convenerunt, et non adorat imaginem sive figuram domini nostri Iesu Christi, neque humanationnem eius confitetur,sicut qui descendit et incarnatus est propter genus humanum, talem impium anathematizamus, et alienum extraneumque deputamus sanctae catholicae et apostolicae eclesiae” ο.π. Τα αρχεία αυτής της συνόδου του Λατεράνου δεν διασώζονται. Fragmenta actorum concilii Lateranensis Mansi XII col.713.

[184] “ita vero natum esse, ut semper fuisse manifestuus: sitque in eo non innascibilitatis exceptio, sed nativitatis aeternitas; quia et nativitas auctorem habeat, neque careat aeternitate divinitas” PL 10.47C12-16.

[185] “A nobis bene intelligitur et crediur. Nam ipsa sermonum enuntiatione cum natum confitemur, non tamen non natum praedicamus. Neque enim idipsum est non natum atque nasci, quia iillud ab altero, hoc vero a nemine est; et aliud est sine auctore esse semper aeternum, aliud quod patri, id est auctori, est quoaeternum. Ubi enim pater auctor est, ibi et nativitas est; ad vero ubi auctor aeternus est, ibi et nativitas aeternitas est. Quia sicut nativitas ab auctore est it ab aeterno auctore aeterna nativitas est” PL 10.A1-B.

[186] PG 36,348B5-11.

[187] PG 36. 325B1-6.

[188] PG 35.1160C1-3.

[189] PG 35.1072C10-D3.

[190] PG 35.1077A9-B1.

[191] “Νam dicente Scriptura: In principio fecit Deus coelum et terram; intellegimus Patrem in Dei nomine, et Filium in principii nomine, qui non Patri, sed per se ipsum creatae primitus ac potissimum spiritali creaturae, et consequenter etiam universae creaturae principium est: dicente autem Scriptura: Et Spiritus Dei ferebatur super aquam, completam commemorationem Trinitatis agnoscimus” PL 33.251A1-8.

[192] Ҥ1. Fiilius enim Patris est filius et Pater utique Filii pater est: sed Deus de Deo Filius dicitur; lumen de lumine Filius dicitur. Pater dicitur lumen, sed non de lumne; dicitur Pater Deus, sed non de Deo. Si ergo Deus [de] Deo, lumen de lumine principium est, quanto facilius intellegitur principium lumen de quo lumen, et Deus de quo Deus? Videtur itaque absurdum, carissimi, ut dicamus Filium principium, et Patrem principium non dicamus.
§2. Sed quiid agemus, numquid duo erunt principia? Cavendum est hoc dicere. Quid ergo, [si et] Pater principium, et Filius principium, quomodo non duo principia? Quomodo dicimus Patrem Deum, Filium Deum, et tamen dicimus non duos deos. Nefas est enim dicere duos deos, nefas est dicere tres deos.
Et post pauca:
§4. In eo quod dicitur Spiritus Patris et Filii, non est quod dicam tres; nisi et Patrem et Filium et Spiritum sanctum, unum Deum, unum omnipotentem: ergo unum principum” PL 35.1682-3.

[193] “Quomodo ergo Deus de Deo, Lumen de Lumine? Non enim simul ambo Deus de Deo, sed solus Filius de Deo, scilicet Patre; nec ambo simul lumen de lumine, sed solus Filius de lumine, scilicet Patre” PL 42.925

[194] Mansi XI.466.

[195] Mansi XII.1136.

[196] Mansi XI.466.

[197] Ann Freeman, Carolingian Orthodoxy and the Fate of the Libri Carolini, in Viator: Medieval and Renaissance Studies 16 (1985), pp. 65-108. “The Carolingians were commited, however, before the fact, to an unquestioning acceptance of whatever the pope proclaimed” p.91. “Defiance of the pope, particularly in a matter of doctrine, would have been unthinkable to any Carolingian king” p. 92.

[198] “Nam cum talis iniquum erroris scandalum, quod in ipsis Graecia partibus irrepsit, abolitum fuerint, et Deo annuente ipse venerande imagines in pristino statu restitutae fuerint, errit magna letitia dilata per universum orbem terranum, et nunc super omnes barbaras nationes, beato Petro principe apostolorum vobiscum comitante, eritis in triumphis imperantes victores; sicut fiius et spiritualis compater noster dominus Carolus rex Francorum et Longobardorum, ac patricius Romanorum, nostris obteberans monitis, atqu adimplens in omnibus voluntates, omnis Hesperiae ociidueque partis barbaris nationes suo suis prosternens conculcavit pedibus, omnipotentatum illarum domans, et suo subjiciens regno adunavit” Mansi XII.1075C

[199] “Et sicut temporibus beati Silvestri Romani pontificis a sanctae recordationis piisimo Constantino, magno imperatore, per eius largitatem sancta Dei catholica et apostolica Romana ecclesia elevata atque exaltata est et potestatem in his Hesperiae partibus largiri dignatus, ita et in his vestris felicissimis temporibus atque nostris sancta Dei ecclesia, id est beati Petri apostoli, germinet atque exultet et amplius quam amplius exaltata permaneat, ut omnes gentes, quae hec audierint, edicere valeat: 'Domine, salvum fac regem, et axaudi nos in die, in qua invocaverimus te; quia ecce novus christianissimus Dei Constantinus imperator his temporibus surrexit, per quem omnia Deus sanctae suae eccdlesiae beati apostolorum principis Petri largiri dignatus est' Hadriani I papa, Epistola LX, in Codex Carolinus, W. Gudlach (ed), MGH Epp. III, s.587.

[200] Codex Carolinus Epistola 95, “Porro et de partibus vestris pervenit ad nos lugubre capitulum, quod quidam episcopi ibidem degentes, videlicet Elipandus et Ascaricus, cum aliis eorum consentaneis, filium Dei adoptivum confiteri non erubescunt,...” W. Gudlach (ed), MGH Epp. III, s.637

[201] Codex Carolinus Epistola 95, “ …, quod nullus, quamblibet heresiarcha, talem blasphemiam ausus est oblatrare nisi perfidus ille Nestorius, qui purum hominem Dei confessus est filium” W. Gudlach (ed), MGH Epp. III, s.637

[202] Epistola Hadriani I Papae ad Episcopos Hispaniae Directa, MGH Concilia II, ss.122-130.

[203] Epistola Hadriani I: “Cumque perlectuset sagacius exploratus fuisset epistolae textus, reperta sunt in eodem pseudosyllabo perquam plurima cum auctore suo Elipando, Toletanae sedis archiepiscopo, redarguenda ac per hoc redargutionis vindicta modis omnibus ulciscenda” MGH Conc. II, ss.122-3.

[204] Αν και ο τρόπος που διαβάζει ο Ελιπάνδος την προς Φιλιππησίους 2,6-7: “ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος” δίνοντας έμφαση στο “εαυτόν εκένωσε”, αποτελεί προοίμιο Νεστοριανισμού. Βλ. Σχετ. John Cavadini, The Last Christology, p.76.

[205] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ὑπομνηστικόν Εὐλογίῳ πρεσβυτέρῳ (Επιστολή 44), PG 77.228A

[206] Epistola Episcoporum Franciae: “ Nonne olim eadem heresis vestra in Nestorio ab universali sancta ecclesia refutaa est, etiam et damnata? ...De cuius heresi sanctus Cyrillus Eulogio presbytero scribit hoc modo dicens: 'Nestorius itaque in suis expositionibus simulat se dicere unum filium et unum Dominum, sed refert filiationem ad solum Dei verbum; et paulo post: Dicendo enim, quia propterea Deus verbum Christus nominatur, quia habet copulationem ad Christum, quomodo non apertum est duos dicere Christos, si Christus ad Christum habet coniunctionem, tamquam alter ad alterum?' . Videtur enim Nestorium dicere copulationem quod vos dicitis adoptionem. Quid est adoptio nisi caritatis copulatio, qua pater adoptione sibi copulat filium, quem proprium non habet?”. MGH Conc.II s.154.

[207] Libellus Sacrosyllabus Episcoporum Italiae, MGH Conc. II ss. 132-142.

[208] Η επιστολή έχει ως εξής:
“Αναφέρθηκε σε εμάς ότι, φλεγόμενος από ζήλο, έσπασες τις εικόνες των αγίων, ισχυριζόμενος ότι δεν πρέπει να λατρεύονται. Πράγματι, στο ότι απαγόρευσες να λατρεύονται σε επαινούμε· αλλά σε ψέγουμε που τις έσπασες. Πες μου, αδελφέ, ποιος ιερέας ακούστηκε ποτέ να έκανε αυτό που έκανες; Αν μη τι άλλο, αυτό και μόνο θα έπρεπε να σε συγκρατήσει, ώστε να μην απεχθάνεσαι τους άλλους αδελφούς, υποθέτοντας για τον εαυτό σου ότι είσαι άγιος και σοφός. Διότι, το να λατρεύει κάποιος μια εικόνα είναι άλλο, αλλά το να μαθαίνει μέσα από την ιστορία της εικόνας είναι άλλο. Διότι, αυτό που το κείμενο παρουσιάζει στον αναγνώστη, το ίδιο η εικόνα παρουσιάζει στον αγράμματο θεατή, εφόσον σε αυτήν βλέπει ακόμα και ο αστοιχείωτος αυτό που πρέπει να ακολουθεί· σε αυτήν διαβάζει ο αγράμματος. Συνεπώς και πρωτίστως προς τα έθνη, μια εικόνα υποκαθιστά την ανάγνωση. Και αυτό θα έπρεπε να το θεραπεύεις ειδικά εσύ, που ζεις ανάμεσα στα έθνη, μην τυχόν και, φλεγόμενος από τον ορθό ζήλο, προσβάλλεις τα βάρβαρα μυαλά. Και βλέποντας ότι η ιστορία, όχι χωρίς λόγο, δέχθηκε οι βίοι των αγίων να εικονογραφούνται σε ιερούς τόπους, αν είχες ζήλο μαζί με διάκριση, θα έπρεπε να έχεις καταφέρει, αυτό που προσπαθείς, και να μην διασκορπίζεις το συγκεντρωμένο ποίμνιο, αλλά να περιμαζεύεις το διασκορπισμένο· έτσι ώστε η τιμημένη υπόληψη του ποιμένα να σε διακρίνει, αντί για τον ψόγο αυτού που διαλύει. Αλλά, έχοντας ενεργήσει απερίσκεπτα, παρακινούμενος από τα συναισθήματά σου, λέγεται ότι έχεις σκανδαλίσει τόσο τα παιδιά σου, ώστε διέκοψαν την κοινωνία μαζί σου. Πώς, λοιπόν, θα μπορέσεις να φέρεις τα απολωλότα πρόβατα στην ποίμνη του Κυρίου, όταν δεν μπορείς να κρατήσεις όσα ήδη έχεις; Στο εξής σε προτρέπουμε να είσαι προσεκτικός, και να συγκρατείς τον εαυτό σου από αυτήν την προκατάληψη, και να βιαστείς να επαναφέρεις σε εσένα τις σκέψεις όσων έχουν αποχωριστεί από εσένα, με πατρική γλυκύτητα, και πολύ προσπάθεια, και πολύ ειλικρίνεια”.
Epitola XII ad Serenum episcopum Masiliensem, PL 77.1129.

[209] “Sancti Gregorii pape ex epistola ad Serenum episcopum Masiliense directa infra cetera: Dic, frater, a quo factum sacerdote aliquando auditum est, quod festici? Si non aliud vel illud te non debuit revocare, ut dispectis aliis fratribus solum te sanctum et esse crederes sapientem? Aliud est enim pictura adorare, aliud per picturam istoriam, quid sit adorandum, addiscere. Nam quod legentibus scriptura, hoc idiotis praestat pictura cernetibus, quia in ipsa ignorantes vident, quid sequi debeant, in ipsaq legunt, qui litteras nesciunt. Unde et precipue gentibus pro lectione pictura est. Quod magnopere a te, qui inter gentes habitas, adtendi debuerat. Et post pauca: Quia picturas imaginum, que ad aedificationem inperiti populi fuerunt facte, ut nescientes litteras, ipsam istoriam intendentes, quid actum sit, dicerent etc” MGH Epp. V, ss. 42-43.

[210] Opus Carili regis contra synodum II.23 : “Quod contra beati Gregorii, Romane urbis antestitis, instituta sit imagines adorare seu frangere” MGH Conc.II Suppl.I, s. 273.

[211] Mansi XII 1060.

[212] “Hoc sacrum et venerandum capitulum multum distat a totis supradictis capitulis, et idcirco eum agnovimus vestrae a Deo servate orthodoxeque regalis excellentie esse propium, in eo, ubi recte fidei plena penitus confessa est, sensum sanctissimi Gregorii sequi” MGH Epp. V, s.55.

[213] “Quam episcoporum seu de patrimoniis iterum increpantes commonemus, ut, si noluerint ea sanctae nostrae Romane ecclesiae restituere, hereticum eum pro huiusmodi erroris perseverantia esse decernimus” MGH Epp. V, s.57.

[214] Alcuinus, Adversus Feicem I.13 (PL 101.138C-139A), III.7 (PL 101167A), VI.6 (PL 101.206D). Βλέπε σχετ. Peter Gemeinhardt, Die Filioque Kontroverse zwischen Ost- und Westkirche in Frühmittelalter, Berlin 2002, ss. 131-132.

[215] Libellus Sacrosyllabus Episcoporum Italiae: “..., et alius credatur Spiritus Sanctus, quia Spiritus sanctus est et a Patre filioque procedit” και λίγο παρακάτω: “alia Spiritus sancti, sed una et aequalis et consubstantialis et coaeterna est patris filioqu et Spiritus sancti inenarrabilis divinitatis maiestas, quia unus est Deus” MGH Conc.II s.136.

[216] Epistula Karoli Magni ad Elipandum et Episcopos Hispaniae: “Credimus et in Spiritum sanctum, Deum verum, vivificatorem omnium, a patre et filio procedentem, cum patre et filio coadorandum et conglorificandum” MGH Conc.II, s.163.

[217] Epistola Hadriani I. Papae ad Episcopos Hispaniae directa: “Spiritus namque sanctus, cum sit inseparabilliter amborum, patris videlicet et filii, et ex patre filioque essentialiter procedit, quo pacto credi potest super deum descendisse, a quo numquam recesserat et a quo ineffabiliter semper procedit.” MGH Conc.II, s.127.

[218] Αυτό υποστηρίζει ο Η. Β. Swete, On the History of the Doctrine of the Holy Spirit, Cambridge 1876, p. 213.

[219] Sciecienski, Filioque, p. 247 n.37.

[220] Libellus Synodalis Parisiensis: “Eandem porro synodum cum sanctae memoriae genitor vester coram se suisque perlegi fecisset et multis in locis, ut dignum erat, reprehendisset et quadem capitula, quae reprehensioni patebant, praenotasset eaque per Angilbertum abbatem eidem Hadriano papae direxisset, ut illius iudicio et auctoritate corrigerentur, ipse rursus favendo illis, qui eius instictu tam superstitiosa tamque incongrus testimonia memorato operi inseruerant, per singula capiitula in illorum excusationem respondere quae voluit, non tamen quae decuit conatus est” MGH Conc. 2.2, s.481.

[221] Libellus Synodalis Parisiensis: “Et ut id verum esse, quod nitebantur astuere, demonstratent, quaedam sanctarum scripturarum testimonia et sanctorum patrum dicta ad suum superstitiosum errorem confirmandum violenter sumpersunt et eidem suo operi incompetenter aptaverunt, quoniam non eo sensu, quo dicta, nec eo intellectu, quo a sanctis patribus exposita, ab illis esse produntur prolata vel intellecta” MGH Conc. 2.2, s.481.

[222] Libellus Synodalis Parisiensis: “Quia igitur nos his, qui in sacra sede beati Petri apostoli resident, dignam honoris reverentiam iure tribuendam non dubitamus...” MGH Conc. 2.2, s.484.

[223] Libellus Synodalis Parisiensis: “Non enim ignoramus animum vestrum magno taedio posse affici, cum illos a recto tramite quoquomodo conspictis deviare, qui summa auctoritate praediti deviantes quosque debuerant corrigere. Illo nempe zelo accensi estis, de quo beatus Paulus apostolus dicit: Quis scandalizatur, et ego non uror?” MGH Conc. 2.2, s. 482.

[224] Libellus Synodalis Parisiensis: “qui tamen universalis merito non dicitur, si pro universali ecclesiae statu viriibus, quibus valet, non agonizatur” MGH Conc. 2.2, s. 522

[225] H. Bastgen, Das Kapitulare Karls des Grossen über die Bilder oder die sogennanten Libri Carolini, in Neues Archiv 36 (1911) ss. 664-666.

[226] Opus Caroli Regis III.11, MGH Conc. 2.1 s.375.

[227] Annales qui dicuntur Einhardi, anno 794: “Synodus etiam, quae ante paucos annos in Constantinopoli sub Herena et Constantino filio eius congregata et ab ipsis non solum septima, verum etiam universalis est appellata, ut nec septima nec universalis haberetur dicereturve, quasi supervacua in totum ab omnibus abdicata est”. MGH SS I, s.95.

[228] Annalees Regni Francorum, anno 794: “Pseudosynodus Grecorum, quam falso septimam vocabant, pro adorandis imaginibus fecerunt, reiecta est a pontificibus”, MGH SS I, s.94.

[229] Hermann-Josef Sieben, Das Konzilsidee der alen Kirche, in Konzilengeschichte (ed). Walter Brandmuller Paderborn 1979, ss.307-403. - Donald A. Bullough, Alcuin and the Kingdom of Heaven: Liturgy, Theology and the Carolingian Age, in Carolingian Essays, (ed) Uta-Renate Blumenthal, Washington D.C. 1983, pp.36-38.

[230] Παρατίθεται στα Libri Carolini IV.8, IV.10 & IV.11.

[231] Παρατίθεται στα Libri Carolini II.17, III.26 & IV.11.

[232] “Cum ergo duarum et trium provinciarum praesules in unum conveniunt, si antiquorum canonum institutione muniti aliquid praedicationis aut dogmatis statuunt, quod tamen ab antiquorm Paatrum dogmatibus non discrepat, catholicum est, quod faciunt, et fortasse dici potest universale; quoniam, quamvis non sit ab universi orbis praesulibus actum, tamen ab universorum fide et traditione non discrepat. Quod cebro factuum in plerisque mundi partibus quibusdam necessitatibus incumbentibus scimus. Multi enim concilia gesta sunt, quorum institutionibus sancta munitur et corroboratur ecclesia” MGH Conc. 2.1, s. 557.

[233] T. Noble, Images, Iconoclasm and the Carolingians, p. 173.

[234] Eugene Webb, In search of the Triune God: The Christian Path of East and West, University of Missuri Press 2014, p.155.

[235] Capitulare Francofurtense, MGH Conc.2.1, s.165.

[236] Ο. π.

[237] Hans Barion, Das fränkisch-deutsche Synodalrecht des Frühmittelalters, Kanonistische Studien und Texte 5-6, Bohn-Köln 1931, ss.252-253.

[238] Capitulare Francofurtense, MGH Conc.2.1, s.166.

[239] Ο. π.

[240] MGH Conc. 2.1 ss. 157-164

[241] Capitulare Francofurtense: “Coniungentibus, Deo favente, apostolica auctoritate atquue piisimi domni nostri Karoli regis iussione anno XXVI. Principatus sui cunctis regni Francorum seu Italiae, Aquitaniae, Provintiae episcopis ac sacerdotibus synodali concilio, inter quos ipse mitissimus sancto interfuit conventui. Ubi in primordio capitulorum exortum est de impia ac nefanda erese Elipandi Toletane sedis episcopi et Felicis Orgellitanae eorumque sequacibus, qui male sentientes in Dei filio adserebant adoptionem: quam omnes qui supra sanctissimi patres et respuentes uuna voce contradixerunt atque hanc heresim funditus a sancta ecclesia eradicandam statuerunt.
II. Allata est in medio questio de nova Grecorum synodo, quam de adorandis imaginibus Constantinopolim fecerunt, in qua scriptum habebatur, ut qui imagines sanctorum ita ut deifican trinitatem servitio aut adorationem non inpenderent, anathema iudicaverunt: qui supra sanctissimi patres nostri omnimodis adorationem et servitutem rennuentes contempserunt atque consentientes condempnaverunt”. MGH Concilia II, s.165.

[242] T. Noble, Images, Iconoclam and the Carolingians, p.178.

[243] MGH Conc. II, s. 187.

[244] E. Siecienski, Filioque, p. 93.

[245] Concilium Foroiuliense: “Scio namque quibusdam in sinodalibus foliis esse sancitum, ad refellendas siquidem novas et multiplices hereses, praesertim propter fraudulentam fictamque Nestorii vel Eeuticis, falsidicorum pestilentiumque virorum, non fidem dicam, sed potius perfidiam, non licere cuiquam alterius fidei sumbolum docere vel componere. Sed absit a nobis proculque sit ab omni corde fideli alterum vel aliter quam illi instituerunt symbolum vel fidem componere vel docere”. MGH Conc. II, s. 181.

[246] “sed addere vel minuare est subdole contra sacrosanctum eorum sensum” MGH Conc. II, s. 182.

[247] Concilium Fotoiuliense: “Sed et postmodum, propter eos videlicet hereticos, qui susurrant sanctum Spiritum solius esse patris et a solo procedere patre, additum est: 'Qui ex patre filioque procedit'. Et tamen non sunt hi sancti patres culpandi, quasi addidisent aliquid vel minuissent de fide trecentorum decem et octo patrum, quia non contra eorum sensum diversa senserunt, sed inmaculatum eorum intellectum sanis moribus supplere studuerunt”, MGH Conc.II, s.182.

[248] “Et tamen non sunt hi sancti patres culpandi, quasi addidissent aliquid vel minuissent de fide trecentorum decem et octo patrum, quia non contra eorum sensum diversa senserunt, sed inmaculatum eorum intellectum sanis moribus supplere studuerunt” MGH Conc.II, s.182.

[249] Epistola XC: “Τάς νεωτερικάς, Ἀδελφοί προσφιλέστατοι, τῆς Ἱσπανικῆς πλάνης Φατρίας, μεθ' ὅλης τῆς προφυλακῆς προσέχοντες φεύγετε. Τοῖς τῶν Ἀγίων Πατέρων ἴχνεσιν ἐν τῇ Πίστει ἕπεσθε· κἄν τῇ Ἁγία ἑνότητι τῆς καθόλου Ἐκκλησίας συνάπτεσθε. Γέγραπται γάρ: οὐ μή ὑπερβῆς ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες σου. Μηδ' ἐν τῷ τῆς καθολικῆς πίστεως Συμβόλῳ καινά παρενσπείροιτε, μηδέ ἀνηκούστους τοῖς παλαιοτέροις χρόνοις παραδόσεις τινάς, ἐν ταῖς κατ' Ἐκκλησίαν συνήθεσιν εὐχαῖς αἱρεῖσθε. Τήν δέ διά τῆς Ἀποστολικῆς διδασκαλίας λεωφόρον βηματίζοντες χωρεῖτε· μηδέ δά τῶν καθ' οἱανδήποτε καινοτομίαν παρεκτροπῶν, ἀπό τῆς βασιλικῆς ὁδοῦ, πρός δεξιάν ἤ αριστεράν ἀποκλίνοιτε”. Βλ. Σημ. 297.

[250] Eugene Webb, In Search of the Triune God, p. 169.

[251] Concilium Foroiuliense: “post inviolabilem igitur et meo sensu modis omnibus inserendam symboli diffinitionem, ...” MGH Conc. II, s. 181. Η έμφαση δική μας.

[252] Henry Chadwick, Priscilian of Avila, p.233.

[253] Ioan P. Culianu, The Gnostic Revenge: Gnosticism and Romantic Literature, in Gnosis und Politik, Jacob Taubes, ed. (Munich: W. Fink, 1984), p. 290; αναφέρεαι επίσης στο Arthur Versluis, Gnosticism, Ancient and Modern, in Alexandria 1 (1991), pp. 307-08.

[254] Αδάμ Ζοιρνικαβίω, Περί τῆς Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος..., τ. Α' σ. 355.
Idacii Clari Hispani, Contra Varimadum Arianum: “Si tibi dixerint, ostende quod Spiritus Sanctus de Patre vel Filio procedere potutit. Responsum: Si corda vestra incredulitatis iam vitio obdurata ad molliciem nostrae credulitatis velletis adducere, facillime agnosceritis, quod Spiritus de deo Patre possit procedere;
Est enim Pater deus,et procedit de illo Spiritus dei; est omnipotentes, et procedit de eo omnipotentia Spiritus; est lux, et procedit de eo Spiritus lucis; est virtus, et procedit de eo Spiritus virtutis; est sapiens, et procedit de illo sapientiae Spiritus; est prudentia, et procedit de illo prudentiae Spiritus; est consiliun, et procedit de eo Spiritus consilii; est fortitudo, et procedit de eo Spiiritus fortidutinis; est pax, et procedit de illo Spiritus pacis; est charitas, et procedit de illo Spiritus charitatis; est scientia, et procedit de illo Spiritus scientiae; est vita, et procedit de illo Spiritus vitae; est rectus, et procedit de illo Spiritus rectitudinis; est bonus, et procedit de illo Spiritus bonitatis; est pietas, et procedit de illo Spiritus pietatis; est mansuetus, et procedit de illo Spiritus mansuetudinis; est gladius, et procedit de eo gladius Spiritus”, excudebat Henricus Petrus 1528, p. 140.

[255] Ο.π. “Si de deo est Spiritus Sanctus, quequadmodum de deo est filiu, quomodum minor erit, qui quod in patre filius novit ipse cognoscit. Docuimus deinde Spiritum Sanctum de deo Patre, ut filium inenarrabiliter procedentem, qua connexa trinitas inseparabilem in se possident unitatem” p. 141.

 

© 2018 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου κατόπιν αδείας του διαχειριστή του ιστοχώρου αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,
με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή: http://www.impantokratoros.gr/gnostikoi.el.aspx




Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης