Εισήγηση του κ. Δημήτριος Τσελεγγίδη, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στην Ημερίδα της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς
με Θέμα «‘'Πρωτείο'', Συνοδικότης & Ενότης της Εκκλησίας»
Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, 28 Απριλίου 2010

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
 
Θεολογική-αγιοπνευματική προσέγγιση

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
 

Η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας σε ό­λες τις εκ­δο­χές της – θε­σμι­κές η χα­ρι­σμα­τι­κές- έ­χει σα­φώς α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή βά­ση. Πα­ρέ­χε­ται μυ­στη­ρια­κώς, συν­τη­ρεί­ται ό­μως, κα­λι­ερ­γεί­ται και εκ­φαί­νε­ται κα­τε­ξο­χήν ευ­χα­ρι­στια­κώς.

Κα­ταρ­χήν, η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας, ως θε­με­λι­ώ­δης ι­δι­ό­τη­τά της, προ­κύ­πτει α­πό την ί­δια την ον­το­λο­γί­α της και εκ­φρά­ζει ι­δι­αι­τέ­ρως την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α της, η ο­ποί­α δι­α­τυ­πώ­θη­κε ι­στο­ρι­κά κα­τά τον πλέ­ον ε­πί­ση­μο και α­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τρό­πο στον Ό­ρο της Β΄ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου (381), ο ο­ποί­ος α­πε­τέ­λε­σε και το Σύμ­βο­λο Πί­στε­ως της Εκ­κλη­σί­ας.

Στο ε­ξής, ο­μο­λο­γού­με δια του Συμ­βό­λου της Πί­στε­ως με κά­θε ε­πι­ση­μό­τη­τα, ό­τι πι­στεύ­ου­με «εις μί­αν, α­γί­αν, κα­θο­λι­κήν και α­πο­στο­λι­κήν Εκ­κλη­σί­αν». Αν ό­μως η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι ΜΙΑ κα­τά το Σύμ­βο­λο της Πί­στε­ως, τό­τε με την συ­νε­πή εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή έν­νοι­α και κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α δεν μπο­ρούν να υ­πάρ­χουν ε­τε­ρό­δο­ξες εκ­κλη­σί­ες, αλλά ούτε μητέρες, αδελφές, θυγατέρες και εγγονές εκκλησίες.  Η ΜΙΑ και μό­νη Εκ­κλη­σί­α, που ο­μο­λο­γού­με, εί­ναι η πνευ­μα­τι­κή μη­τέ­ρα ό­λων των με­λών της. Η ΜΙΑ Εκ­κλη­σί­α δη­λα­δή γεν­νά μυ­στη­ρια­κώς «δι’ ύ­δα­τος και Πνεύ­μα­τος» τα μέ­λη της, δε γεν­νά άλ­λες εκ­κλη­σί­ες. Οι κα­τά τό­πους Εκ­κλη­σί­ες α­πο­τε­λούν φα­νέ­ρω­ση της ΜΙΑΣ και μό­νης Εκ­κλη­σί­ας. Αυ­τό βε­βαι­ώ­νε­ται βι­βλι­κώς α­πό τον Α­πό­στο­λο Παύ­λο, ο ο­ποί­ος α­πευ­θυ­νό­με­νος π.χ. στους Κο­ριν­θί­ους γρά­φει: «τη Εκ­κλη­σί­α του Θε­ού τη ού­ση εν Κο­ρίν­θω»[1].

Α­πό τη δι­α­τύ­πω­ση του Συμ­βό­λου προ­κύ­πτει, ό­τι η ε­νό­τη­τα, ως θε­με­λι­ώ­δης ι­δι­ό­τη­τα του ε­νός, στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ως η ι­δι­ό­τη­τα της ΜΙΑΣ Εκ­κλη­σί­ας, εί­ναι το α­σφα­λές δε­δο­μέ­νο της πί­στε­ώς μας. Και πραγ­μα­τι­κά, στη συ­νεί­δη­ση του σώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας η ε­νό­τη­τά της εί­ναι δε­δο­μέ­νο ον­το­λο­γι­κό, α­πο­λύ­τως και α­με­τα­κλή­τως δι­α­σφα­λι­σμέ­νο α­πό την κε­φα­λή της Εκ­κλη­σί­ας, το Χρι­στό, δια της συ­νε­χούς πα­ρου­σί­ας του Πα­ρα­κλή­του Πνεύ­μα­τός Του σ’ αυ­τήν, ή­δη α­πό την Πεν­τη­κο­στή.

Πα­ρά ταύ­τα, η ε­νό­τη­τα πα­ρα­μέ­νει για τα συγ­κε­κρι­μέ­να και ε­πώ­νυ­μα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας κά­θε ε­πο­χής και ζη­τού­με­νο βι­ω­μα­τι­κό. Ως βι­ω­μα­τι­κό ζη­τού­με­νο η ε­νό­τη­τα των με­λών της α­πο­τε­λεί το προ­σω­πι­κό ά­θλη­μα της συ­νερ­γί­ας τους για τη δό­κι­μη πα­ρα­μο­νή και την ασφαλή καρ­πο­φο­ρί­α στο ζων­τα­νό και ζω­ο­ποι­ό, θε­αν­θρώ­πι­νο σώ­μα του Χρι­στού, την Εκ­κλη­σί­α. Αυ­τή α­κρι­βώς η εν πά­ση αι­σθή­σει ε­νό­τη­τα με το Χρι­στό και δι’ αυ­τού με τον ό­λο Τρι­α­δι­κό Θε­ό, αλ­λά και με­τα­ξύ μας, ως με­λών της Εκ­κλη­σί­ας, εί­ναι ο σκο­πός του ε­ναν­θρω­πή­σαν­τος Θε­ού για μας, ώ­στε να γί­νου­με ό­χι μό­νον έ­να σώ­μα με το Χρι­στό, αλ­λά και έ­να Πνεύ­μα με τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό[2]. Αυ­τό εκ­φρά­στη­κε α­πε­ρί­φρα­στα στην Αρ­χι­ε­ρα­τι­κή προ­σευ­χή του Χρι­στού, που θα ε­ξη­γή­σου­με στη συ­νέ­χεια της Ει­ση­γή­σε­ώς μας.

Συγ­κε­κρι­μέ­να, η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας υ­φί­στα­ται και εκ­φαί­νε­ται θε­σμι­κώς στην «δι’ α­γά­πης ε­νερ­γου­μέ­νη» πί­στη, στην δια της ε­νερ­γού με­το­χής στα θεί­α μυ­στή­ρια λα­τρεί­α και στη δι­οί­κη­ση της Εκ­κλη­σί­ας. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση η πα­ρα­πά­νω τρι­πλή ε­νό­τη­τα θε­με­λι­ώ­νε­ται και αν­τλεί­ται α­πό το τρισ­σό α­ξί­ω­μα του Χρι­στού: το προ­φη­τι­κό, το αρ­χι­ε­ρα­τι­κό και το βα­σι­λι­κό. Κα­τά συ­νέ­πεια, οι τρεις εκ­φάν­σεις της ε­νό­τη­τας της Εκ­κλη­σί­ας θα πρέ­πει να θε­ω­ρούν­ται ως αλ­λη­λο­ε­ξαρ­τώ­με­νες και α­δι­ά­σπα­στες συν­τε­ταγ­μέ­νες της μί­ας και πλή­ρους ε­νό­τη­τας της Εκ­κλη­σί­ας.

Η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας κα­θε­αυ­τήν, τό­σο σε θε­σμι­κό ό­σο και σε βι­ω­μα­τι­κό-χα­ρι­σμα­τι­κό ε­πί­πε­δο, χω­ρίς την ον­το­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα δι­ά­κρι­ση α­νά­με­σα στην ά­κτι­στη ου­σί­α και τις ά­κτι­στες ε­νέρ­γει­ες του Τρι­α­δι­κού Θε­ού, πα­ρα­μέ­νει στην πρά­ξη ου­σι­α­στι­κά α­κα­τα­νό­η­τη, αλ­λά και θε­ο­λο­γι­κά α­τεκ­μη­ρί­ω­τη. Η πα­ρα­πά­νω δι­ά­κρι­ση, α­πο­τέ­λε­σμα του χα­ρι­σμα­τι­κού και εμ­πει­ρι­κού χα­ρα­κτή­ρα της Ορ­θό­δο­ξης Θε­ο­λο­γί­ας, α­πο­τε­λεί το πνευ­μα­τι­κό «κλει­δί» κα­τα­νο­ή­σε­ως του χα­ρα­κτή­ρα της ε­νό­τη­τας της Εκ­κλη­σί­ας. Γι’ αυ­τό και η δι­ά­κρι­ση αυ­τή θα προ­ϋ­πο­τί­θε­ται ο­πωσ­δή­πο­τε σ’ ό­λη την πραγ­μά­τευ­ση του θέ­μα­τός μας, θα το δι­α­περ­νά α­ξο­νι­κά και θα δι­έ­πει νο­η­μα­τι­κά τα ε­πι­μέ­ρους λε­γό­με­νά μας.

 

Α΄ Η Ε­ΝΟ­ΤΗ­ΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙ­ΣΤΗ

Η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας, ό­πως ή­δη υ­παι­νι­χθή­κα­με, δεν α­πο­τε­λεί μια αυ­το­νο­μη­μέ­νη και α­φη­ρη­μέ­νη δογ­μα­τι­κή α­λή­θεια α­νε­ξάρ­τη­τη α­πό τη ζω­ή της, αλ­λά εκ­φρά­ζει την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α και την α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή εμ­πει­ρί­α της. Το μυ­στη­ρια­κό σώ­μα του Χρι­στού, η Εκ­κλη­σί­α, γί­νε­ται ο χα­ρι­σμα­τι­κός χώ­ρος, ό­που συγ­κρο­τεί­ται, βι­ώ­νε­ται και φα­νε­ρώ­νε­ται η ε­νό­τη­τα των πι­στών ως ει­κό­να της ε­νό­τη­τας του Τρι­α­δι­κού Θε­ού. Η ε­νό­τη­τα των πι­στών α­πο­τε­λεί καρ­πό της με­θέ­ξε­ώς τους στην ά­κτι­στη Χά­ρη του Τρι­α­δι­κού Θε­ού και συ­νι­στά έκ­φρα­ση ζω­ής της ΜΙΑΣ και πάν­το­τε ε­νια­ίας Εκ­κλη­σί­ας, ως α­δι­ά­σπα­στης ε­νό­τη­τας και τε­λεί­ας κοι­νω­νί­ας προ­σώ­πων. Κα­τά συ­νέ­πεια, οι θε­ο­λο­γι­κές-ον­το­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την α­να­φο­ρά των πι­στών στην Τρι­α­δι­κή ε­νό­τη­τα βρί­σκον­ται στην ί­δρυ­ση και σύ­στα­ση της Εκ­κλη­σί­ας ως σώ­μα­τος Χρι­στού, στο ο­ποί­ο αρ­μό­ζον­ται οι πι­στοί ως ορ­γα­νι­κά μέ­λη του.

Οι πι­στοί ως κα­τοι­κη­τή­ριο των θεί­ων προ­σώ­πων, χα­ρι­σμα­τι­κώς, κα­λούν­ται να ζουν κα­τά το πρό­τυ­πο της Τρι­α­δι­κής ε­νό­τη­τας και να εκ­φρά­ζουν με τον τρό­πο αυ­τό την κοι­νω­νί­α και με­το­χή τους στη ζω­ή του Τρι­α­δι­κού Θε­ού. Άλ­λω­στε, κα­τά τον Ευ­αγ­γε­λι­στή Ι­ω­άν­νη, η πραγ­μά­τω­ση της ε­νό­τη­τας των πι­στών κα­τά το πρό­τυ­πο της ε­νό­τη­τας των θεί­ων προ­σώ­πων α­πο­τε­λεί και τη μαρ­τυ­ρί­α τους στον κό­σμο: «ί­να πάν­τες εν ώ­σιν, κα­θώς συ, πά­τερ, εν ε­μοί κα­γώ εν σοί, ί­να και αυ­τοί εν η­μίν εν ώ­σιν, ί­να ο κό­σμος πι­στεύ­ση ό­τι συ με α­πέ­στει­λας»[3].

Στην πα­ρα­πά­νω Αρ­χι­ε­ρα­τι­κή προ­σευ­χή ο Χρι­στός, κα­τά τον Μέ­γα Α­θα­νά­σιο, ζη­τεί α­πό τον Πα­τέ­ρα του την ε­νό­τη­τα των πι­στών κα­τά το υ­πό­δειγ­μα της δι­κής τους ε­νό­τη­τας. Βέ­βαι­α, ε­δώ η ε­νό­τη­τα των πι­στών δεν α­να­φέ­ρε­ται στη φύ­ση του Τρι­α­δι­κού Θε­ού, για­τί «μό­νη τη φύ­σει πάν­τα μα­κράν ε­στιν αυ­τού»[4]. Η ε­νό­τη­τα των πι­στών ως με­λών της μί­ας και μο­να­δι­κής Εκ­κλη­σί­ας θε­με­λι­ώ­νε­ται ό­χι στη φύ­ση αλ­λά στην ά­κτι­στη θε­ο­ποι­ό ε­νέρ­γεια και δό­ξα του Τρι­α­δι­κού Θε­ού. Εί­ναι πέ­ραν πά­σης αμ­φι­βο­λί­ας η τεκ­μη­ρί­ω­ση της θέ­σε­ως αυ­τής, α­φού η ί­δια η υ­πο­στα­τι­κή Α­λή­θεια, στην ά­με­ση συ­νέ­χεια της Αρ­χι­ε­ρα­τι­κής προ­σευ­χής, το δι­α­τυ­πώ­νει α­πε­ρί­φρα­στα: «Κα­γώ την δό­ξαν ην δέ­δω­κάς μοι δέ­δω­κα αυ­τοίς, ί­να ώ­σιν εν κα­θώς η­μείς εν· ε­γώ εν αυ­τοίς και συ εν ε­μοί, ί­να ώ­σιν τε­τε­λει­ω­μέ­νοι εις εν, ί­να γι­νώ­σκει ο κό­σμος ό­τι συ με α­πέ­στει­λας και η­γά­πη­σας αυ­τούς κα­θώς ε­μέ η­γά­πη­σας»[5]. Στο χω­ρί­ο αυ­τό βρί­σκε­ται συμ­πυ­κνω­μέ­να το ερ­μη­νευ­τι­κό «κλει­δί» κα­τα­νο­ή­σε­ως της α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής βά­σε­ως της ε­νό­τη­τας της Εκ­κλη­σί­ας . Ε­κεί­νο που ε­νο­ποι­εί τους πι­στούς στην Εκ­κλη­σί­α, η ε­κεί­νο που κά­νει την Εκ­κλη­σί­α έ­να και α­δι­ά­σπα­στο, ορ­γα­νι­κό, Θε­αν­θρώ­πι­νο σώ­μα, εί­ναι η ί­δια η ά­κτι­στη θε­ο­ποι­ός δό­ξα και Χά­ρη του Τρι­α­δι­κού Θε­ού. Η ά­κτι­στη αυ­τή θε­ό­τη­τα, που συ­νέ­χει και τε­λει­ο­ποι­εί το σώ­μα της Εκ­κλη­σί­ας, οι­κει­ώ­νε­ται χα­ρι­σμα­τι­κά και πα­ρα­μέ­νει ε­σα­εί λει­τουρ­γι­κά στην Εκ­κλη­σί­α, μυ­στη­ρια­κώς, χά­ριν του Χρι­στού, που εί­ναι και η κε­φα­λή του ε­νός Θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας[6]. Στο σώ­μα αυ­τό πραγ­μα­τώ­νε­ται ον­το­λο­γι­κώς και χα­ρι­σμα­τι­κώς το «ε­γώ εν αυ­τοίς» του Χρι­στού.

Κα­τά συ­νέ­πεια, ο αναγ­καί­ος ό­ρος της ε­νό­τη­τάς μας με τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό εν Χρι­στώ εί­ναι η χα­ρι­σμα­τι­κή πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος μέ­σα μας ε­νερ­γώς. Με άλ­λα λό­για, η ε­νό­τη­τά μας με τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό δεν ο­φεί­λε­ται σε προ­σόν της φύ­σε­ώς μας, αλ­λά στο Ά­γιο Πνεύ­μα[7].  Πρα­κτι­κώς, η χα­ρι­σμα­τι­κή αυ­τή ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας φα­νε­ρώ­νε­ται με τη συμ­φω­νί­α της γνώ­μης και την ύ­παρ­ξη ε­νια­ίου φρο­νή­μα­τος σε μας[8].

Αν ό­μως η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας ως μυ­στη­ρια­κού και Θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος, αλ­λά και η ε­νό­τη­τα των ε­πι­μέ­ρους πι­στών ως με­λών της Εκ­κλη­σί­ας με­τα­ξύ τους, κα­τά το πρό­τυ­πο της ε­νό­τη­τας του Τρι­α­δι­κού Θε­ού, πραγ­μα­το­ποι­εί­ται ά­με­σα και προ­σω­πι­κά α­πό τον ί­διο τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό δια της α­κτί­στου ε­νερ­γεί­ας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τό­τε γί­νε­ται εύ­κο­λα κα­τα­νο­η­τό ό­τι οι ε­τε­ρό­δο­ξοι -Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί και Προ­τε­στάν­τες- που σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δεν συ­νι­στούν Εκ­κλη­σί­ες αλ­λά θρη­σκευ­τι­κές κοι­νό­τη­τες με εκ­κλη­σι­α­στι­κό ό­νο­μα, αλ­λοι­ώ­νον­τας δια του F­i­l­i­o­q­ue την α­πο­στο­λι­κή πί­στη της Εκ­κλη­σί­ας στον Τρι­α­δι­κό Θε­ό και πρα­κτι­κώς μη κά­νον­τας τη δι­ά­κρι­ση α­κτί­στου ου­σί­ας και α­κτί­στου ε­νερ­γεί­ας στο Θε­ό, κα­θι­στούν α­νέ­φι­κτη την ον­το­λο­γι­κού και χα­ρι­σμα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα ε­νό­τη­τά τους με τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό και μα­ζί μας εν Χρι­στώ.

Αλ­λά και κά­θε άλ­λη ε­πι­δι­ω­κό­με­νη μορ­φή ε­νό­τη­τας με τους ε­τε­ρο­δό­ξους, που πα­ρα­κάμ­πτει τις πα­ρα­πά­νω θε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την «ά­παξ πα­ρα­δο­θεί­σαν πί­στιν», εί­ναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­νέ­φι­κτη. Ω­στό­σο ό­μως, οι «εκ­πρό­σω­ποι» των το­πι­κών Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών με το συν­το­νι­στι­κό κέν­τρο, το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεί­ο, εμ­φα­νί­ζον­ται να έ­χουν άλ­λη θε­ώ­ρη­ση για την ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας. Εί­ναι ε­π’ αυ­τού ι­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το γε­γο­νός, ό­τι στην πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο του υ­πο­βλη­θέν­τος Προ­σχε­δί­ου της Μι­κτής Δι­ε­θνούς Ε­πι­τρο­πής για τον Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο με τους Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς στην Κύ­προ, τον Ο­κτώ­βριο του 2009, μνη­μο­νεύ­ε­ται ό­τι στο συμ­φω­νη­θέν κοι­νό Κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας (2007) Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί και Ορ­θό­δο­ξοι κά­νουν λό­γο για «την ε­πο­χή της α­δι­αί­ρε­της Εκ­κλη­σί­ας»[9]. Εί­ναι σα­φές ό­τι η δι­α­τύ­πω­ση αυ­τή προ­ϋ­πο­θέ­τει για τα μέ­λη της Μ.Δ.Ε. πως σή­με­ρα δεν υ­φί­στα­ται η α­δι­αί­ρε­τη Εκ­κλη­σί­α. Και ε­πο­μέ­νως, σή­με­ρα η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι δι­η­ρη­μέ­νη, πα­ρά την πί­στη της Εκ­κλη­σί­ας, που ο­μο­λο­γού­με λε­κτι­κά στο Σύμ­βο­λο της Πί­στε­ώς μας. Αυ­τό ό­μως ση­μαί­νει έκ­πτω­ση α­πό την Εκ­κλη­σί­α ό­λων ε­κεί­νων, που συ­νει­δη­τά υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­σα το Κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας δι­α­λαμ­βά­νει για την ταυ­τό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας, ε­πει­δή έμ­με­σα πλήν σα­φώς δεν α­πο­δέ­χον­ται μέ­ρος της δογ­μα­τι­κής δι­δα­σκα­λί­ας της Β΄ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου.

Αλ­λά, ή­δη πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί δι­α­φο­ρο­ποι­ή­θη­καν α­πό τη δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α της Β΄ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου με την προ­σθή­κη του F­i­l­i­o­q­ue. Το F­i­l­i­o­q­ue κυ­ο­φο­ρή­θη­κε και φα­νε­ρώ­θη­κε στη Δύ­ση, ό­ταν υ­πο­χώ­ρη­σε η βί­ω­ση της χα­ρι­σμα­τι­κής πα­ρου­σί­ας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος στο εκ­κλη­σι­α­στι­κό πλή­ρω­μα της δι­και­ο­δο­σί­ας του πά­πα. Ου­σι­α­στι­κά το F­i­l­i­o­q­ue α­πε­τέ­λε­σε την α­πο­κρυ­στάλ­λω­ση της α­πο­ξε­νώ­σε­ως α­πό την βι­ω­μα­τι­κή εμ­πει­ρί­α της α­κτί­στου Χά­ρι­τος και ε­νερ­γεί­ας του Τρι­α­δι­κού Θε­ού, μέ­σω της ο­ποί­ας πραγ­μα­το­ποι­εί­ται η ά­με­ση και α­λη­θι­νή κοι­νω­νί­α με τον άν­θρω­πο στον κα­τε­ξο­χήν φο­ρέ­α της ε­νό­τη­τας Θε­ού και αν­θρώ­που, δη­λα­δή στην Εκ­κλη­σί­α.

Κα­τά συ­νέ­πεια, ε­ξαι­τί­ας της δογ­μα­τι­κής δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σε­ως των Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κών α­πό την πί­στη της Εκ­κλη­σί­ας, δεν μπο­ρεί να υ­φί­στα­ται ού­τε ου­σι­α­στι­κά ού­τε τυ­πι­κά ε­νό­τη­τα μα­ζί τους. Ω­στό­σο ό­μως, το δογ­μα­τι­κώς και εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κώς πα­ρά­δο­ξο εί­ναι, ό­τι το Κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας –συ­νε­πές προς τα προ­η­γού­με­να κοι­νά Κεί­με­να του Μο­νά­χου, του B­a­ri, του Βά­λα­μο και του B­a­l­a­m­a­nd– κά­νει λό­γο για κοι­νή α­πο­στο­λι­κή πί­στη, κοι­νά μυ­στή­ρια και εκ­κλη­σια­κό χα­ρα­κτή­ρα των ε­τε­ρο­δό­ξων. Έ­τσι, δί­νε­ται η ε­σφαλ­μέ­νη και βλά­σφη­μη εν­τύ­πω­ση ό­τι με το κοι­νό αυ­τό Κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας δι­α­ψεύ­δε­ται ο Χρι­στός, ο ο­ποί­ος μας δι­α­βε­βαί­ω­σε ό­τι τα α­πο­κομ­μέ­να α­πό την άμ­πε­λο κλή­μα­τα δεν μπο­ρούν να φέ­ρουν καρ­πό. Τα μέ­λη της Μ.Δ.Ε. δη­λα­δή δι­α­βε­βαι­ώ­νουν στα κοι­νά Κεί­με­νά τους, ό­τι πα­ρά τις αι­ρε­τι­κές α­πο­κλί­σεις τους οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί συ­νι­στούν Εκ­κλη­σί­α και ό­τι έ­χουν γνή­σια μυ­στή­ρια. Εί­ναι θε­ο­λο­γι­κώς αλ­λά και λο­γι­κώς όν­τως πα­ρά­δο­ξο, πως οι «αν­τι­πρό­σω­ποι» των Ορ­θο­δό­ξων το­πι­κών Εκ­κλη­σι­ών προ­σποι­ούν­ται ό­τι δεν αν­τι­λαμ­βά­νον­ται η πως συ­νει­δη­τά πα­ρα­βλέ­πουν το κο­λο­σια­ίο δογ­μα­τι­κό σφάλ­μα των Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κών για τον κτι­στό χα­ρα­κτή­ρα των μυ­στη­ρί­ων τους, το ο­ποί­ο σφάλ­μα α­κυ­ρώ­νει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά τον πα­ρα­πά­νω ι­σχυ­ρι­σμό των Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κών, που προ­συ­πο­γρά­φουν και οι Ορ­θό­δο­ξοι «αν­τι­πρό­σω­ποι». Οι ί­διοι οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί μας πι­στο­ποι­ούν με τη δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τους για την κτι­στή Χά­ρη, ό­τι εί­ναι εμ­πει­ρι­κώς ά­μοι­ροι της α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής εμ­πει­ρί­ας της Εκ­κλη­σί­ας και του Θε­αν­θρώ­πι­νου χα­ρα­κτή­ρα της α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής ε­νό­τη­τάς της. Κα­τά συ­νέ­πεια, με τις υ­φι­στά­με­νες προ­ϋ­πο­θέ­σεις εί­ναι θε­ο­λο­γι­κώς τε­λεί­ως ά­στο­χο και ά­σκο­πο να ε­πι­χει­ρεί­ται εκ­κλη­σι­α­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα ε­νό­τη­τα μα­ζί τους. Εί­ναι πρα­κτι­κώς, άλ­λω­στε, και τε­λεί­ως α­νέ­φι­κτη αυ­τή η ε­νό­τη­τα, ε­πει­δή αν­τί­κει­ται στις θε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις της Εκ­κλη­σί­ας και στο ον­το­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο του χα­ρα­κτή­ρα της.

 

Β΄ Η Ε­ΝΟ­ΤΗ­ΤΑ ΣΤΗ ΛΑ­ΤΡΕΙΑ

Η ο­ποι­α­δή­πο­τε μορ­φή ε­νό­τη­τας στην Εκ­κλη­σί­α, χω­ρίς τη λει­τουρ­γι­κή και ευ­χα­ρι­στια­κή ε­νό­τη­τα, εί­ναι σί­γου­ρα μια α­τε­λής ε­νό­τη­τα. Η ί­δια η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας, ως ε­νια­ίου σώ­μα­τος, εί­ναι κα­τε­ξο­χήν μυ­στη­ρια­κό γε­γο­νός. Με τα μυ­στή­ριά της η Εκ­κλη­σί­α εν­τάσ­σει τους αν­θρώ­πους στο μυ­στη­ρια­κό σώ­μα του Χρι­στού, τους συ­νέ­χει και τους ε­νο­ποι­εί με την κε­φα­λή του σώ­μα­τος αλ­λά και με­τα­ξύ τους. Τέ­λος, τους κά­νει έ­να Πνεύ­μα με τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό εν Χρι­στώ δια του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, προ­σφέ­ρον­τας σ’ αυ­τούς τη χα­ρι­σμα­τι­κή θέ­ω­σή τους α­νά­λο­γα με το βαθ­μό δε­κτι­κό­τη­τάς τους, με τρό­πο δυ­να­μι­κό, προ­ο­δευ­τι­κό και α­τε­λεύ­τη­το στο πλαί­σιο της ά­κτι­στης βα­σι­λεί­ας του Χρι­στού, της α­νέ­σπε­ρης και α­δι­ά­δο­χης ο­γδό­ης η­μέ­ρας του μέλ­λον­τα α­ΐ­διου αι­ώ­να.

Η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας ως συ­νό­λου και η ε­νό­τη­τα των πι­στών ως με­λών της Εκ­κλη­σί­ας έ­χει την αι­σθη­τή, ο­ρα­τή φα­νέ­ρω­σή της στην Ευ­χα­ρι­στια­κή Σύ­να­ξη κα­τά τη Θεί­α Λα­τρεί­α, και ει­δι­κό­τε­ρα και κα­τε­ξο­χήν κα­τά τη με­το­χή των πι­στών στη Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Τό­τε α­κρι­βώς, στο μέ­τρο της κα­θα­ρό­τη­τας και δε­κτι­κό­τη­τάς μας κοι­νω­νού­με με τη μορ­φή αρ­ρα­βώ­να στην ά­κτι­στη βα­σι­λεί­α του Χρι­στού. Τό­τε ε­νω­νό­μα­στε πραγ­μα­τι­κώς, χα­ρι­σμα­τι­κά, δια της α­κτί­στου θε­ο­ποι­ού Χά­ρι­τος και ε­νερ­γεί­ας, με τον ό­λο Τρι­α­δι­κό Θε­ό, με τη Μη­τέ­ρα του Θε­ού, με τους α­σώ­μα­τους νο­ε­ρούς νό­ες, με τους α­πό αι­ώ­νων ευ­α­ρε­στή­σαν­τες τον Θε­ό κε­κοι­μη­μέ­νους δι­καί­ους και α­γί­ους, αλ­λά και με ό­λους τους α­νά την οι­κου­μέ­νη πι­στούς, που εί­ναι ορ­γα­νι­κά μέ­λη του σώ­μα­τος του Χρι­στού και δε­κτι­κά της α­κτί­στου θε­ο­ποι­ού Χά­ρι­τός Του. Εί­ναι επ’ αυ­τού χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή η αι­σθη­τή -λε­κτι­κή και α­κου­στι­κή- εμ­πει­ρί­α της Ευ­χα­ρι­στια­κής Συ­νά­ξε­ως δια της α­να­φο­ράς του προ­ϊ­στα­μέ­νου της Θεί­ας Ευ­χα­ρι­στί­ας ό­χι μό­νο στους προ­α­πελ­θόν­τες α­γί­ους, αλ­λά ο­νο­μα­στί και στην η­γε­σί­α της Εκ­κλη­σί­ας σή­με­ρα, κα­τά την κο­ρυ­φαί­α στιγ­μή του Κα­θα­για­σμού των Τι­μί­ων Δώ­ρων.

Ε­δώ ό­μως πρέ­πει να δώ­σου­με κά­ποι­ες α­πα­ραί­τη­τες θε­ο­λο­γι­κές δι­ευ­κρι­νί­σεις, ε­πει­δή σή­με­ρα κιν­δυ­νεύ­ου­με α­πό μί­α ύ­πο­πτη, φιλ­τρα­ρι­σμέ­νη, μυ­στη­ρια­κή, θα έ­λε­γα τολ­μη­ρά, ει­δω­λο­λα­τρεί­α. Αυ­τή προ­ω­θεί­ται α­π’ ό­σους -για λό­γους σκο­πι­μό­τη­τας- το­νί­ζουν μο­νο­με­ρώς τη θε­σμι­κή έκ­φρα­ση των μυ­στη­ρί­ων της Εκ­κλη­σί­ας, ως ε­άν αυ­τά λει­τουρ­γούν α­προ­ϋ­πό­θε­τα, μα­γι­κώς και μη­χα­νι­στι­κώς, α­κό­μη και ε­κτός της Εκ­κλη­σί­ας. Έ­τσι ό­μως πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται η Πα­τε­ρι­κή θε­ώ­ρη­ση των μυ­στη­ρί­ων, ως εκ­φάν­σε­ων της Εκ­κλη­σί­ας. Τα μυ­στή­ρια εί­ναι τα κλα­διά του δέν­τρου της Εκ­κλη­σί­ας, τα μέ­λη της καρ­διάς της, ό­πως λέ­ει ο ά­γιος Νι­κό­λα­ος Κα­βά­σι­λας. Αυ­τά πα­ρέ­χουν την ά­κτι­στη ε­νο­ποι­ό δύ­να­μη του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος για την πραγ­μά­τω­ση και τη βί­ω­ση της ον­το­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα ε­νό­τη­τας των πι­στών-με­λών υ­πό σα­φείς ό­μως προ­ϋ­πο­θέ­σεις, οι ο­ποί­ες α­να­φέ­ρον­ται κα­τε­ξο­χήν στην πι­στή τή­ρη­ση των θεί­ων εν­το­λών.

Η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας λοι­πόν πραγ­μα­τώ­νε­ται δια της α­κτί­στου θε­ο­ποι­ού Χά­ρι­τος μυ­στη­ρια­κώς και ι­δι­αί­τε­ρα δια της Θεί­ας Ευ­χα­ρι­στί­ας, ό­χι ό­μως μη­χα­νι­στι­κώς και α­προ­ϋ­πο­θέ­τως. Α­πε­ναν­τί­ας, η χα­ρι­σμα­τι­κή έ­νω­ση προ­ϋ­πο­θέ­τει α­πό τους πι­στούς την κα­θα­ρό­τη­τα α­πό την α­μαρ­τί­α, την ε­λεύ­θε­ρη συ­νερ­γί­α τους και το αυ­τό φρό­νη­μα ως προς την πί­στη. Άλ­λω­στε, ο Θε­ός δο­ξά­ζε­ται ορ­θά στο πλαί­σιο της Θεί­ας Λα­τρεί­ας, μό­νον ό­ταν η δο­ξο­λο­γί­α γί­νε­ται «εν ε­νί στό­μα­τι και μια καρ­δί­α». Τού­το ό­μως προ­ϋ­πο­θέ­τει ό­χι μό­νο μί­α πί­στη, αλ­λά και μί­α εν Πνεύ­μα­τι Α­γί­ω ζω­ή. Αυ­τό εί­ναι θε­ο­λο­γι­κώς ευ­νό­η­το, για­τί ο Θε­ός ως αυ­το­δό­ξα­στος, μπο­ρεί πρα­κτι­κώς να δο­ξά­ζε­ται πραγ­μα­τι­κά και α­πό ε­μάς, μό­νον ό­ταν ο ί­διος ο Θεός ε­νερ­γεί εν­τός μας δια του Πνεύ­μα­τός Του. Αυ­τό ό­μως συμ­βαί­νει, μό­νον ό­ταν έ­χου­με ε­νερ­γό εν­τός μας το δι­κό Του Πνεύ­μα, που λά­βα­με κα­τά την προ­σω­πι­κή μας Πεν­τη­κο­στή στο ά­γιο Χρί­σμα.

Ό­ταν ό­μως συμ­βαί­νει με­ρι­κά η­γε­τι­κά μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας να έ­χουν άλ­λο φρό­νη­μα, και μά­λι­στα αν­τί­θε­το με τη δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση της Εκ­κλη­σί­ας, ό­πως αυ­τή εκ­φρά­στη­κε στις α­πο­φά­σεις των Οι­κου­με­νι­κών Συ­νό­δων, και πολ­λές φο­ρές αν­τί­θε­τα με το Συ­νο­δι­κό Σώ­μα της Ι­ε­ραρ­χί­ας, την ο­ποί­α συ­νει­δη­τά πα­ραγ­κω­νί­ζουν, τό­τε προ­φα­νώς η ε­νό­τη­τα της η­γε­σί­ας αυτής με το σώ­μα και την κε­φα­λή της Εκ­κλη­σί­ας εμ­φα­νί­ζε­ται λει­τουρ­γι­κώς προ­βλη­μα­τι­κή. Τό­τε η η­γε­σί­α αυ­τή γί­νε­ται γε­νε­σι­ουρ­γός αι­τί­α πολ­λών προ­σκομ­μά­των, σχι­σμά­των κ.λπ.

Ι­δι­αί­τε­ρα προ­βλη­μα­τι­κή για την ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας στη λα­τρεί­α εμ­φα­νί­ζε­ται η κα­τά­στα­ση ε­κεί­νη, κα­τά την ο­ποί­α η συγ­κε­κρι­μέ­νη η­γε­σί­α, που μνη­μο­νεύ­ε­ται στη Θεί­α Ευ­χα­ρι­στί­α, συμ­βαί­νει να φρο­νεί, να ζει και να συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται κα­τά τρό­πο α­σύμ­βα­το προς το γράμ­μα και το πνεύ­μα των ι­ε­ρών Κα­νό­νων Οι­κου­με­νι­κών Συ­νό­δων. Ό­ταν συμ­βαί­νει, η­γε­τι­κά μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας να προ­βαί­νουν σε συμ­προ­σευ­χές με τους ε­τε­ρο­δό­ξους και να α­πο­δέ­χον­ται, έ­στω και σι­ω­πη­ρώς, τα κοι­νά Κεί­με­να που υ­πο­γρά­φουν οι «αν­τι­πρό­σω­ποί» τους με τους ε­τε­ρο­δό­ξους, ό­ταν δη­λα­δή έμ­μεσα πλήν σα­φώς -στην πρά­ξη- θε­ω­ρούν ό­τι οι ε­τε­ρό­δο­ξοι συ­νι­στούν εκ­κλη­σί­ες, με την εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή έν­νοι­α του ό­ρου, και ό­τι έ­χουν κα­τά συ­νέ­πεια γνή­σια μυ­στή­ρια, πα­ρά το γε­γο­νός ό­τι οι ί­διοι οι ε­τε­ρό­δο­ξοι αρ­νούν­ται δογ­μα­τι­κώς τον ά­κτι­στο χα­ρα­κτή­ρα της Χά­ρι­τος και ε­νερ­γεί­ας των μυ­στη­ρί­ων, α­δει­ά­ζον­τας έ­τσι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά το μυ­στή­ριο της Εκ­κλη­σί­ας και τον Θε­αν­θρώ­πι­νο χα­ρα­κτή­ρα της και υ­πο­βι­βά­ζον­τάς το σε κα­θα­ρά αν­θρώ­πι­νο ορ­γα­νι­σμό, τό­τε α­σφα­λώς φαλ­κι­δεύ­ε­ται σε κά­ποι­ο βαθ­μό η ε­νό­τη­τα της συγ­κε­κρι­μέ­νης η­γε­σί­ας με την Εκ­κλη­σί­α κα­θε­αυ­τήν. Πρα­κτι­κώς, τό­τε η ε­πι­δι­ω­κό­με­νη ε­νό­τη­τα αυ­τής της η­γε­σί­ας ε­ξαν­τλεί­ται στο κτι­στό και αν­θρώ­πι­νο ε­πί­πε­δο. Τό­τε αυ­τή η ε­νό­τη­τα δεν συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό, α­φού οι προς ε­νό­τη­τα Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί ε­ξα­κο­λου­θούν να αρ­νούν­ται δογ­μα­τι­κώς τον ά­κτι­στο χα­ρα­κτή­ρα της θεί­ας Χά­ρι­τος, που ως θε­ό­τη­τα γε­φυ­ρώ­νει ον­το­λο­γι­κώς το χά­σμα α­νά­με­σα στον ά­κτι­στο Τρι­α­δι­κό Θε­ό και τον κτι­στό άν­θρω­πο. Έ­τσι ό­μως, κα­ταρ­γεί­ται στην πρά­ξη η Θεί­α Κοι­νω­νί­α του α­κτί­στου Θε­ού με τον κτι­στό άν­θρω­πο. Αλ­λά και ό­ταν συμ­βαί­νει η ζω­ή μας ως με­λών της Εκ­κλη­σί­ας να μην εί­ναι συμ­βα­τή με το φρό­νη­μα της πί­στε­ως της Εκ­κλη­σί­ας, τό­τε η εμ­φα­νι­ζό­με­νη κα­τά τη Θεί­α Λα­τρεί­α θε­σμι­κή ε­νό­τη­τά μας εί­ναι ε­ξω­τε­ρι­κή και συμ­βα­τι­κή. Σα­φώς δεν εί­ναι ε­κεί­νη, που ο Χρι­στός ζή­τη­σε α­πό το Θε­ό Πα­τέ­ρα στην Αρ­χι­ε­ρα­τι­κή προ­σευ­χή Του, ε­πει­δή δε λαμ­βά­νει σο­βα­ρά υ­πό­ψη αυ­τή η ε­νό­τη­τα τις θε­ο­λο­γι­κές και α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την οι­κεί­ω­ση και την εν πά­ση αι­σθή­σει βί­ω­σή της.

Α­τυ­χώς η η­με­ρο­λο­για­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση, σε συν­δυα­σμό με τα προ­βλη­μα­τι­κά θε­ο­λο­γι­κώς οι­κου­με­νι­στι­κά α­νοίγ­μα­τα, στο πλαί­σιο της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας, έ­γι­νε αι­τί­α για τη δι­α­σά­λευ­ση της λα­τρευ­τι­κής και δι­οι­κη­τι­κής ε­νό­τη­τας των νε­ο­η­με­ρο­λο­γι­τών με τους Ορ­θό­δο­ξους πα­λαι­ο­η­με­ρο­λο­γί­τες ζη­λω­τές. Με τους πα­λαι­ο­η­με­ρο­λο­γί­τες Ορ­θο­δό­ξους έ­χου­με κοι­νή πί­στη. Μ’ αυ­τούς όμως δεν γίνεται καμ­μί­α προ­σπά­θεια ε­νό­τη­τας. Για­τί αυ­τή η με­ρο­λη­πτι­κή τα­κτι­κή; Για­τί τό­ση ε­πι­μο­νή στην έ­νω­ση με ε­τε­ρο­δό­ξους, που δεν α­φί­σταν­ται των αι­ρέ­σε­ών τους; Για­τί δεν υ­πάρ­χει καμ­μιά δι­ά­θε­ση ε­νό­τη­τας με τους πα­λαι­ο­η­με­ρο­λο­γί­τες και για­τί αντ’ αυ­τής υ­πάρ­χει δι­ωγ­μός ε­ναν­τί­ον τους;

Έ­χου­με τη γνώ­μη, ό­τι το πρό­βλη­μα αυ­τό θα πρέ­πει να α­πα­σχο­λή­σει θε­ο­λο­γι­κά και α­γα­πη­τι­κά την η­γε­σί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας, ε­φό­σον συμ­βαί­νει να εί­ναι κοι­νή με­τα­ξύ μας η ορ­θό­δο­ξη πί­στη. Η κα­τα­γραμ­μέ­νη με­τά το 1920 εκκλησιαστική ι­στο­ρί­α μας μπο­ρεί να βο­η­θή­σει α­μοι­βαί­ως σε αυ­το­κρι­τι­κή γύ­ρω α­πό το πρό­βλη­μα του Οι­κου­με­νι­σμού με σκο­πό την α­πο­κα­τά­στα­ση της πλή­ρους ε­νό­τη­τας και κοι­νω­νί­ας με­τα­ξύ μας.

 

Γ΄ Η Ε­ΝΟ­ΤΗ­ΤΑ ΣΤΗ ΔΙ­ΟΙ­ΚΗ­ΣΗ

Η ενότητα στη διοίκηση α­να­φέ­ρε­ται συγ­κε­κρι­μέ­να στην ι­ε­ρο­κα­νο­νι­κή και ορ­γα­νω­τι­κή ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας και έ­χει τη θε­ο­λο­γι­κή θε­με­λί­ω­σή της ου­σι­α­στι­κά στο βα­σι­λι­κό-ποι­μαν­τι­κό α­ξί­ω­μα του Χρι­στού.

Ει­δι­κό­τε­ρα, η ε­νό­τη­τα στη δι­οί­κη­ση της Εκ­κλη­σί­ας σχε­τί­ζε­ται ά­με­σα με την πα­ρα­δο­σια­κή δο­μή της, την ε­σχα­το­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα ον­το­λο­γί­α της, αλ­λά και την χα­ρι­σμα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα ταυ­τό­τη­τά της. Ε­κτρο­πή α­πό τη θε­σμι­κή α­πο­δο­χή της συ­νι­στούν οι πα­γι­ω­μέ­νες αι­ρέ­σεις και τα πα­γι­ω­μέ­να εκ­κλη­σι­α­στι­κά σχί­σμα­τα.

Η ο­ρα­τή ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας κα­θε­αυ­τήν εκ­φρά­ζε­ται, ό­πως εί­πα­με ή­δη, μυ­στη­ρια­κώς κα­τά την Θεί­α Λα­τρεί­α και πιο συγ­κε­κρι­μέ­να και κα­τε­ξο­χήν στη Θεί­α Ευ­χα­ρι­στί­α. Ό­μως, ε­ξί­σου η ο­ρα­τή ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας φα­νε­ρώ­νε­ται δι­α­χρο­νι­κά α­δι­αμ­φι­σβη­τή­τως στην κο­ρυ­φαί­α δι­οι­κη­τι­κή έκ­φρα­ση της Εκ­κλη­σί­ας, κα­τά τις Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Σ’ αυ­τές δι­α­τυ­πώ­νε­ται συ­νο­δι­κώς και α­λα­θή­τως –με κά­θε δυ­να­τή α­κρί­βεια- το φρό­νη­μα της Θε­αν­θρώ­πι­νης κε­φα­λής της Εκ­κλη­σί­ας, που εκ­φρά­ζει και τον ό­λο Τρι­α­δι­κό Θε­ό, α­φού έ­να εί­ναι το θέ­λη­μα του Πα­τρός και του Υι­ού και του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Αυ­τός α­κρι­βώς ο χα­ρα­κτή­ρας του πε­ρι­ε­χο­μέ­νου της συ­νο­δι­κής εκ­φρά­σε­ως της ό­λης Εκ­κλη­σί­ας δι­α­σώ­ζε­ται στη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή δι­α­τύ­πω­ση αυ­τών των Συ­νό­δων, ό­πως εί­ναι λ.χ. η δι­α­τύ­πω­ση στην Α­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δο των Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων: «έ­δο­ξε τω πνεύ­μα­τι τω α­γί­ω και η­μίν»[10], η ό­πως στις Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους: «ε­πό­με­νοι τοί­νυν τοις α­γί­οις πα­τρά­σι.­.­.­». Έ­τσι, το έ­να φρό­νη­μα της η­γε­σί­ας της Εκ­κλη­σί­ας δι­α­σφα­λί­ζε­ται α­πό το φρό­νη­μα του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, που έ­χει κα­τα­στεί ε­νερ­γό στα ε­πι­μέ­ρους μέ­λη της ι­ε­ραρ­χί­ας της Εκ­κλη­σί­ας. Και αυ­τό πι­στο­ποι­εί­ται αν­τι­κει­με­νι­κά, ε­φό­σον οι ι­ε­ράρ­χες εκ­φρα­ζό­με­νοι τα­πει­νά ε­ναρ­μο­νί­ζουν και ταυ­τί­ζουν την γνώ­μη τους με το φρό­νη­μα των προ­γε­νε­στέ­ρων α­γί­ων. Τού­το ση­μαί­νει, ό­τι κά­θε σύ­νο­δος των ε­πι­σκό­πων ο­φεί­λει να εί­ναι σύμ­φω­νη και «ε­πο­μέ­νη τοις α­γί­οις πα­τρά­σι». Δι­α­φο­ρε­τι­κά, η ο­ποι­α­δή­πο­τε α­πό­φαν­σή της θα εί­ναι ό­χι μό­νον θε­σμι­κά αλ­λά και ου­σι­α­στι­κά με­τέ­ω­ρη.

«Κλει­δί» για τη δι­α­πί­στω­ση της γνη­σι­ό­τη­τας του φρο­νή­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας, που εκ­φρά­ζει η δι­οί­κη­ση της ε­πι­μέ­ρους το­πι­κής η της σύ­νο­λης Εκ­κλη­σί­ας, εί­ναι η δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας. Έ­τσι, η δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση των με­λών της ό­λης Εκ­κλη­σί­ας α­να­δει­κνύ­ε­ται σε υ­πέρ­τα­το κρι­τή­ριο της α­λη­θεί­ας. Σε τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση δηλαδή και αυ­τή η Οι­κου­με­νι­κό­τη­τα μιας Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου κρί­νε­ται α­λα­θή­τως α­πό το πλή­ρω­μα των με­λών της Εκ­κλη­σί­ας, και ει­δι­κό­τε­ρα α­πό τη δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας. Το τε­λευ­ταί­ο τού­το πα­ρέ­χει προσ­δι­ο­ρι­στι­κή ση­μα­σί­α στην ε­νό­τη­τα του μυ­στη­ρια­κού σώ­μα­τος, το ο­ποί­ο εκ­φρά­ζε­ται α­δι­αμ­φι­σβή­τως θε­σμι­κά α­πό την α­νώ­τα­τη η­γε­σί­α της ό­λης Εκ­κλη­σί­ας στο πλαί­σιο μιας Πα­νορ­θο­δό­ξου η Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δ­ου, με την προ­ϋ­πό­θε­ση ό­τι ό­λες οι α­πο­φά­σεις τους έ­χουν λη­φθεί πραγ­μα­τι­κά συ­νο­δι­κώς και δεν α­πο­τε­λούν α­πο­φά­σεις μό­νον των Προ­κα­θη­μέ­νων των Το­πι­κών Εκ­κλη­σι­ών.

Α­πό τα πα­ρα­πά­νω γί­νε­ται σα­φές, ό­τι η ε­νό­τη­τα στη δι­οί­κη­ση της Εκ­κλη­σί­ας δι­α­σφα­λί­ζε­ται θε­σμι­κά μεν, αλ­λά ό­χι μη­χα­νι­στι­κά και δη­μο­κρα­τι­κά. Δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον εν Α­γί­ω Πνεύ­μα­τι. Τού­το πρα­κτι­κώς ση­μαί­νει, ό­τι η ε­νό­τη­τα στη δι­οί­κη­ση της Εκ­κλη­σί­ας έ­χει ον­το­λο­γι­κές και ει­δι­κό­τε­ρα α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Προ­ϋ­πο­θέ­τει δη­λα­δή την ον­το­λο­γι­κή ε­νό­τη­τα των πι­στών στο μυ­στη­ρια­κό σώ­μα του Χρι­στού και την εν πά­ση αι­σθή­σει βί­ω­ση της πα­ρου­σί­ας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, που ως ά­κτι­στη θε­ο­ποι­ός Χά­ρη συ­νέ­χει το μυ­στη­ρια­κό σώ­μα και γε­φυ­ρώ­νει χα­ρι­σμα­τι­κώς και υ­παρ­ξια­κώς (ον­το­λο­γι­κώς) τα κτι­στά μέ­λη με την ά­κτι­στη θε­ό­τη­τα της Θε­αν­θρώ­πι­νης Κε­φα­λής του μυ­στη­ρια­κού σώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας. Αυ­τό ση­μαί­νει, ό­τι εί­ναι θε­ο­λο­γι­κώς θε­μι­τό και πνευ­μα­τι­κώς ε­πι­βε­βλη­μέ­νο ο ο­ποι­οσ­δή­πο­τε πι­στός να μπο­ρεί να αμ­φι­σβη­τεί την θε­σμι­κώς εκ­φρα­σθείσα συ­νο­δι­κή α­πό­φαν­ση της α­νω­τά­της δι­οι­κή­σε­ως της Εκ­κλη­σί­ας, ε­φό­σον με βε­βαι­ό­τη­τα δι­α­πι­στώ­νει ό­τι αυ­τή η συγ­κε­κρι­μέ­νη α­πό­φαν­ση δεν εί­ναι «ε­πο­μέ­νη τοις α­γί­οις πα­τρά­σι». Ση­μει­ω­τέ­ον, ό­τι με τη στά­ση του αυ­τή συ­νε­χί­ζει να πα­ρα­μέ­νει ο ί­διος ε­νω­μέ­νος με την Κε­φα­λή του μυ­στη­ρια­κού σώ­μα­τος, αλ­λά και με την ό­λη Εκ­κλη­σί­α.

Η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας στη δι­οί­κη­σή της δε δι­α­σφα­λί­ζε­ται μη­χα­νι­στι­κώς με τον α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κό πράγ­μα­τι θε­σμό της Συ­νο­δι­κό­τη­τας. Προ­ϋ­πο­θέ­τει ο­πωσ­δή­πο­τε και το αυ­τό α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κό φρό­νη­μα των συ­νο­δι­κών αρ­χι­ε­ρέ­ων. Άλ­λω­στε, α­λη­θι­νά συ­νο­δι­κός κα­τά το γράμ­μα και κυ­ρί­ως κα­τά το πνεύ­μα της λέ­ξε­ως εί­ναι αυ­τός που βρί­σκε­ται μα­ζί στην ο­δό, η ο­ποί­α ο­δός στην πε­ρί­πτω­ση αυ­τή εί­ναι η υ­πο­στα­τι­κή Ο­δός, ο Χρι­στός. Εί­ναι δε μα­ζί Του ο συ­νο­δι­κός ό­χι α­πλώς τυ­πι­κώς και θε­σμι­κώς, αλ­λά κυ­ρί­ως ου­σι­α­στι­κώς και ε­νερ­γώς μό­νον εν Α­γί­ω Πνεύ­μα­τι, μό­νον ό­ταν έ­χει όν­τως «νουν Χρι­στού». Πρα­κτι­κώς, αυτό συμβαίνει μό­νον ό­ταν έ­χει προ­η­γου­μέ­νως ο νους του κα­θα­ρό­τη­τα με το θεί­ο και θε­ο­πτι­κό φως.

Α­πό τα πα­ρα­πά­νω εί­ναι προ­φα­νές, ό­τι η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας γε­νι­κό­τε­ρα -αλ­λά και ει­δι­κά στη δι­οί­κη­σή της- δε δι­α­σφα­λί­ζε­ται α­πό τον Πρώ­το και Πρό­ε­δρο της ο­ποι­ασ­δή­πο­τε συ­νό­δου, αλ­λά ού­τε και α­πό το πλή­θος των ε­πι­σκό­πων, ό­ταν συμ­βαί­νει αυ­τοί να υ­πη­ρε­τούν πρό­σω­πα «η­γου­μέ­νων» της Εκ­κλη­σί­ας, προ­κει­μέ­νου να εί­ναι α­ρε­στοί σ’ αυ­τούς.

Αν ό­μως θε­ω­ρή­σου­με τον ε­κά­στο­τε Πρώ­το στη δι­οι­κη­τι­κή ι­ε­ραρ­χί­α της Εκ­κλη­σί­ας ως εκ­φρα­στή και εγ­γυ­η­τή της ε­νό­τη­τάς της –τό­σο κα­τά την πρώ­τη χι­λι­ε­τί­α, λ.χ. τον πά­πα, ό­πως θέ­λουν οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί, ό­σο και κα­τά την δεύ­τε­ρη χι­λι­ε­τί­α, στο πλαί­σιο της Ορ­θο­δο­ξί­ας, τον Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη, ό­πως φαί­νε­ται να ει­ση­γούν­ται κά­ποι­α ε­πώ­νυ­μα κεί­με­να τε­λευ­ταί­ως- τό­τε α­να­πό­φευ­κτα θα πρέ­πει να δε­χθού­με, ό­τι και κά­ποι­οι Πρώ­τοι κα­τα­δι­κα­σθέν­τες ως αι­ρε­τι­κοί, τό­σο στη Δύ­ση ό­σο και στην Α­να­το­λή, δι­α­σφά­λι­ζαν την ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας με την αί­ρε­σή τους, ε­νό­σω βρί­σκον­ταν στην δι­οι­κη­τι­κή θε­σμι­κά θέ­ση τους. Τού­το ό­μως θα σή­μαι­νε ό­τι η ε­νό­τη­τα δι­α­σφα­λί­ζον­ταν μη­χα­νι­στι­κά, ε­ρή­μην της ε­σφαλ­μέ­νης προ­σω­πι­κής πί­στε­ως των Πρώ­των. Αλ­λά θα σή­μαι­νε α­κό­μη ό­τι η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας δεν έ­χει ον­το­λο­γι­κό και α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, η ό­τι η Εκ­κλη­σί­α μπο­ρεί να υ­φί­στα­ται εί­τε δι­η­ρη­μέ­νη εί­τε εν αι­ρέ­σει. Κά­τι τέ­τοι­ο ό­μως έρ­χε­ται σε πλή­ρη αν­τί­φα­ση με την δογ­μα­τι­κώς ο­ρι­ο­θε­τη­θεί­σα πί­στη, που εκ­φρά­ζου­με στο Σύμ­βο­λο της Πί­στε­ως για τη ΜΙΑ Εκ­κλη­σί­α.

Το κοι­νό Κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας (2007, &41) φαί­νε­ται να υ­πο­στη­ρί­ζει έμ­με­σα πλήν σα­φώς το θε­σμό του Πρω­τεί­ου με ι­σχύ ε­φό­λης της Εκ­κλη­σί­ας, πα­ρά τη δι­α­φο­ρε­τι­κή κα­τα­νό­η­σή του σ’ Α­να­το­λή και Δύ­ση κα­τά την πρώ­τη χι­λι­ε­τί­α. Α­π’ ό­σο γνω­ρί­ζου­με, στους σχε­τι­κούς Κα­νό­νες των Οι­κου­με­νι­κών Συ­νό­δων γί­νε­ται λό­γος για «Πρε­σβεί­α τι­μής» και ό­χι για Πρω­τεί­ο δι­οι­κη­τι­κής ε­ξου­σί­ας σε παγ­κό­σμιο ε­πί­πε­δο. Η ό­ποι­α α­να­φο­ρά σε «Πρώ­το»[11] πε­ρι­ο­ρί­ζει τις δι­οι­κη­τι­κές αρ­μο­δι­ό­τη­τές του σε αυ­στη­ρά το­πι­κό-ε­παρ­χια­κό ε­πί­πε­δο.

Έ­χου­με τη γνώ­μη, ό­τι δεν εί­ναι θε­ο­λο­γι­κώς και πα­τε­ρι­κώς[12]  ε­πι­τρε­πτό να κά­νου­με θε­ο­λο­γι­κό δι­ά­λο­γο με τους Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς για Πρω­τεί­ο του πά­πα ε­φό­λης της Εκ­κλη­σί­ας, έ­στω και κα­τά την πρώ­τη χι­λι­ε­τί­α, ε­νό­σω οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί δεν α­πο­τε­λούν μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας πα­ρα­μέ­νον­τας έ­ως σή­με­ρα στα­θε­ρά στις αι­ρε­τι­κές θέ­σεις τους για το F­i­l­i­o­q­ue και την κτι­στή θεί­α Χά­ρη, σε συν­δυα­σμό με το Πρω­τεί­ο και το Α­λά­θη­το του πά­πα.

 

Δ΄ ΟΙ Ε­ΣΦΑΛ­ΜΕ­ΝΕΣ ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙ­ΚΕΣ ΠΡΟ­Ϋ­ΠΟ­ΘΕ­ΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑ­ΠΙ­ΚΟΥ ΠΡΩ­ΤΕΙ­ΟΥ

Αν προ­σεγ­γί­σου­με ι­στο­ρι­κο­δογ­μα­τι­κά το πα­πι­κό Πρω­τεί­ο και το F­i­l­i­o­q­ue, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι η εμ­φά­νι­ση και η ε­ξέ­λι­ξή τους εί­ναι πα­ράλ­λη­λες. Οι δύ­ο αυ­τές δογ­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα ε­κτρο­πές συμ­πο­ρεύ­ον­ται ι­στο­ρι­κά.

Η ι­στο­ρι­κή α­φε­τη­ρί­α του πα­πι­κού Πρω­τεί­ου εν­το­πί­ζε­ται στον Δ΄ αι­ώ­να, τό­σο στη Δύ­ση ό­σο και στην Α­να­το­λή. Ή­δη στη Δυ­τι­κή σύ­νο­δο του 371 υ­πο­στη­ρί­ζε­ται, ό­τι οι σύ­νο­δοι χω­ρίς τη συγ­κα­τά­θε­ση του πά­πα εί­ναι ά­κυ­ρες. Στην Α­να­το­λή ο Μ. Βα­σί­λει­ος κά­νει λό­γο για την «ε­πηρ­μέ­νη πα­πι­κή ο­φρύ», ε­νώ τα Πρα­κτι­κά των Οι­κου­με­νι­κών Συ­νό­δων μας πλη­ρο­φο­ρούν για τις πα­πι­κές α­ξι­ώ­σεις, που δι­α­βι­βά­ζουν οι πα­πι­κοί αν­τι­πρό­σω­ποι μέ­χρι και την Η΄ Οι­κου­με­νι­κή (879/880) ε­πί Πα­τριά­ρχου Φω­τί­ου. Εί­ναι δι­ε­θνώς ι­στο­ρι­κά ε­πι­βε­βαι­ω­μέ­νο, ό­τι η Ορ­θό­δο­ξη Α­να­το­λή ου­δέ­πο­τε α­νε­γνώ­ρι­σε στον ε­πί­σκο­πο Ρώ­μης Πρω­τεί­ο δι­οι­κη­τι­κής δι­και­ο­δο­σί­ας και ε­ξου­σί­ας ού­τε στη θε­ω­ρί­α ού­τε στην πρά­ξη, πα­ρά μό­νον «Πρε­σβεί­α τι­μής», που ση­μαί­νει, ό­τι ή­ταν πρώ­τος με­τα­ξύ ί­σων, “p­r­i­m­us i­n­t­er p­a­r­is”[13]. Τέ­λος, η άρ­νη­ση της Ορ­θό­δο­ξης Α­να­το­λής να υ­πο­τα­χθεί στις α­ξι­ώ­σεις των Δυ­τι­κών πε­ρί πρω­τεί­ου ε­ξου­σί­ας σ’ ό­λη την Εκ­κλη­σί­α έ­γι­νε η α­φορ­μή για α­πό­σχι­ση των Πα­πι­κών το 1054 α­πό την Εκ­κλη­σί­α.

Στις ε­νω­τι­κές προ­σπά­θει­ες που α­κο­λού­θη­σαν η Δύ­ση ε­πι­χει­ρού­σε να ε­πι­βά­λει πάν­το­τε στην Α­να­το­λή την μο­ναρ­χι­κού τύ­που Εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α της, με βά­ση την ο­ποί­α ο πά­πας θα έ­πρε­πε να θε­ω­ρεί­ται ως η μό­νη ο­ρα­τή κε­φα­λή της Εκ­κλη­σί­ας.

Η δογ­μα­τι­κή κα­το­χύ­ρω­ση του πα­πι­κού Πρω­τεί­ου έ­γι­νε ε­πι­σή­μως στην Α΄ Βα­τι­κα­νή Σύ­νο­δο (1870). Στην Σύ­νο­δο αυ­τή μα­ζί με το Α­λά­θη­το του πά­πα κα­θο­ρί­στη­κε το α­κρι­βές πε­ρι­ε­χό­με­νο του Πρω­τεί­ου, που νο­εί­ται ως δι­οι­κη­τι­κή ε­ξου­σί­α σ’ ό­λη την Εκ­κλη­σί­α, με προ­ο­πτι­κή τη δι­α­φύ­λα­ξη της ορ­θής πί­στε­ως. Εί­ναι λοι­πόν προ­φα­νές, ό­τι το πα­πι­κό Πρω­τεί­ο α­πο­τε­λεί δο­μι­κό συ­στα­τι­κό στοι­χεί­ο του Πα­πι­σμού και μέ­ρος της δογ­μα­τι­κής δι­δα­σκα­λί­ας του, με την έν­νοι­α ό­τι χω­ρίς αυ­τό δεν εί­ναι δυ­να­τή η πλή­ρης εκ­κλη­σι­α­στι­κή κοι­νω­νί­α. Η δογ­μα­τι­κή α­φε­τη­ρί­α του πα­πι­κού Πρω­τεί­ου α­νά­γε­ται δια του Α­πο­στό­λου Πέ­τρου στον ί­διο το Χρι­στό.

Την πα­ρα­πά­νω μο­ναρ­χι­κή Εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α της Α΄ Βα­τι­κα­νής ε­πι­χεί­ρη­σε να με­τριά­σει η Β΄ Βα­τι­κα­νή Σύ­νο­δος (1962-1965) με την ει­σα­γω­γή μιας ι­δι­ό­τυ­πης Εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­ας της κοι­νω­νί­ας (c­o­m­m­u­n­io), που α­να­φέ­ρε­ται στη συλ­λο­γι­κό­τη­τα των ε­πι­σκό­πων[14]. Με βά­ση τη Β΄ Βα­τι­κα­νή Σύ­νο­δο α­πο­κλεί­ε­ται κά­θε δυ­να­τό­τη­τα δρά­σε­ως του ε­πι­σκο­πι­κού σώ­μα­τος χω­ρίς τον ε­πι­κε­φα­λής του. Αυτό ε­νερ­γεί συλ­λο­γι­κά μόνο σε κοι­νω­νί­α με τον ε­πί­σκο­πο Ρώ­μης. Ο πά­πας το­πο­θε­τεί­ται κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο «υ­πε­ρά­νω του ε­πι­σκο­πι­κού σώ­μα­τος», υ­πό την ι­δι­ό­τη­τα του «το­πο­τη­ρη­τού του Χρι­στού» (v­i­c­a­r­i­us C­h­r­i­s­ti). Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα φαί­νε­ται να ι­σχύ­ει μια δι­πλή υ­πέρ­τα­τη δι­οι­κη­τι­κή αρ­χή: Α­πό τη μί­α εί­ναι ο σύλ­λο­γος των ε­πι­σκό­πων με ε­πι­κε­φα­λής τον πά­πα, και α­πό την άλ­λη εί­ναι μό­νη η κε­φα­λή. Εί­ναι ό­μως ι­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κό, ό­τι πο­λύ συ­χνά η Σύ­νο­δος ε­πα­να­λαμ­βά­νει ό­τι ο πά­πας μπο­ρεί να α­σκεί τη δι­α­κο­νί­α του «μό­νος».

Εί­ναι λοι­πόν προ­φα­νές, ό­τι ου­σι­α­στι­κά δεν ε­πι­τεύ­χθη­κε η αρ­μο­νί­α α­νά­με­σα στον Πα­πι­σμό και το ε­πι­σκο­πι­κό α­ξί­ω­μα. Οι δύ­ο Εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­ες το­πο­θε­τή­θη­καν η μί­α δί­πλα στην άλ­λη σε μια προ­βλη­μα­τι­κή άρ­θρω­ση. Η ι­στο­ρί­α α­πέ­δει­ξε την α­πό­λυ­τη αν­τι­πα­λό­τη­τα των δύ­ο Εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­ών στη Δύ­ση. Η πρό­βλε­ψη πάν­τως των Δυ­τι­κών θε­ο­λό­γων σήμερα εί­ναι, ό­τι μάλ­λον θε­ω­ρη­τι­κώς και πρα­κτι­κώς θα δού­με και πά­λι να ε­πι­βάλ­λε­ται μια κα­θα­ρά μο­ναρ­χι­α­νι­κή Εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α, η ο­ποί­α θα α­πω­θή­σει τις μορ­φές συλ­λο­γι­κό­τη­τας και συ­νο­δι­κό­τη­τας, που πρό­σφα­τα ε­πα­νεμ­φα­νί­στη­καν στο προ­σκή­νιο[15].

Ό­πως γί­νε­ται εύ­κο­λα κα­τα­νο­η­τό α­πό τα πα­ρα­πά­νω, το πα­πι­κό Πρω­τεί­ο -σε συν­δυα­σμό μά­λι­στα με το πα­πι­κό Α­λά­θη­το- κα­θι­στά θε­ω­ρη­τι­κώς και πρα­κτι­κώς τε­λεί­ως α­δύ­να­τη την κα­τα­δί­κη του πά­πα σε πε­ρί­πτω­ση δογ­μα­τι­κών σφαλ­μά­των του. Αυ­τό και μό­νο βε­βαι­ώ­νει την εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα στρέ­βλω­ση της συ­νο­δι­κό­τη­τας των ε­πι­σκό­πων, και σα­φώς αν­τι­βαί­νει στην α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή εμ­πει­ρί­α της Εκ­κλη­σί­ας, ό­πως αυ­τή εκ­φρά­στη­κε θε­σμι­κά α­πό την Α­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δο και τις Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Το Πρω­τεί­ο, ό­πως νο­η­μα­το­δο­τή­θη­κε στη Δύ­ση, ό­χι μό­νο δεν υ­πη­ρέ­τη­σε την ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας, αλ­λά αν­τί­θε­τα κυ­ο­φό­ρη­σε δι­α­σπα­στι­κές τά­σεις και τε­λι­κά πυ­ρο­δό­τη­σε την έκ­πτω­ση του Πα­πι­σμού α­πό την Εκ­κλη­σί­α, σε συν­δυα­σμό βέ­βαι­α και με τις άλ­λες α­πο­κλί­σεις α­πό τη δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α της Εκ­κλη­σί­ας.

Οι ε­σφαλ­μέ­νες θε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις του πα­πι­κού Πρω­τεί­ου συν­δέ­ον­ται άρ­ρη­κτα με το ι­στο­ρι­κά σύγ­χρο­νό του F­i­l­i­o­q­ue, το ο­ποί­ο μά­λι­στα χρο­νι­κά προ­η­γή­θη­κε στη θε­σμο­ποί­η­σή του, α­φού ή­δη α­πό τον ΣΤ΄ αι­ώ­να υι­ο­θε­τή­θη­κε στη Δύ­ση α­πό τη Σύ­νο­δο του Το­λέ­δου (547) και προ­στέ­θη­κε με το­πι­κή ι­σχύ στο Σύμ­βο­λο Νι­καί­ας-Κων/πό­λε­ως (589). Οι ε­σφαλ­μέ­νες θε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις του Πρω­τεί­ου θα πρέ­πει να α­να­ζη­τη­θούν πρω­τί­στως στην Πνευ­μα­το­λο­γί­α της Δύ­σε­ως. Ει­δι­κότε­ρα, στη ζω­ή και την πρά­ξη της Εκ­κλη­σί­ας στη Δύ­ση α­το­νεί ο πνευ­μα­το­λο­γι­κός πα­ρά­γον­τας, με α­πο­τέ­λε­σμα να υι­ο­θε­τεί­ται το F­i­l­i­o­q­ue,  το ο­ποίο υ­πο­βι­βά­ζει το Ά­γιο Πνεύ­μα και σε δογ­μα­τι­κό-θε­ω­ρη­τι­κό ε­πί­πε­δο. Κά­τι αν­τί­στοι­χο συμ­βαί­νει πα­ράλ­λη­λα και με το πα­πι­κό Πρω­τεί­ο, το ο­ποί­ο φα­νε­ρώ­νει θε­ο­λο­γι­κά στην πρά­ξη τη μεί­ω­ση της χα­ρι­σμα­τι­κής δι­α­στά­σε­ως της Εκ­κλη­σί­ας και τη μεί­ω­ση της ση­μα­σί­ας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος μέ­σα σ’ αυ­τήν, εκ­φρά­ζον­τας συμ­πυ­κνω­μέ­να τον τρό­πο ορ­γα­νώ­σε­ως του Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμού με το συγ­κεν­τρω­τι­κό και ι­ε­ρο­κρα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα του και την κυ­ρι­αρ­χι­κή ε­ξου­σί­α του στον κλή­ρο και το λα­ό.

Α­κό­μη πιο συγ­κε­κρι­μέ­να, οι ε­σφαλ­μέ­νες θε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις του πα­πι­κού Πρω­τεί­ου έ­χουν σα­φή πνευ­μα­το­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα για τον ε­ξής λό­γο. Οι Δυ­τι­κοί, πο­λύ νω­ρίς, και πάν­τως στα­δια­κά ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, αλ­λο­τρι­ώ­θη­καν α­πό την βι­ω­μα­τι­κή εμ­πει­ρί­α της Ορ­θό­δο­ξης Α­να­το­λής, που α­φο­ρά στη χα­ρι­σμα­τι­κή πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, το ο­ποί­ο σύμ­φω­να με την υ­πό­σχε­ση του Χρι­στού θα ο­δη­γεί την Εκ­κλη­σί­α με­τά την Πεν­τη­κο­στή «εις πά­σαν την α­λή­θειαν», και θα εγ­γυά­ται πρα­κτι­κώς δια της α­ο­ρά­του και εν πά­ση αι­σθή­σει πα­ρου­σί­ας Του την ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας, κα­τά την Αρ­χι­ε­ρα­τι­κή προ­σευ­χή του Χρι­στού. Η Δυ­τι­κή Χρι­στι­α­νο­σύ­νη δη­λα­δή έ­χα­σε τη βι­ω­μα­τι­κή εμ­πει­ρί­α της ε­νό­τη­τας με την ά­κτι­στη θεί­α δό­ξα και θε­ο­ποι­ό Χά­ρη του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος[16]. Η εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή δο­μή του Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμού, στην ο­ποί­α ά­να­φερ­θή­κα­με, βε­βαι­ώ­νει του λό­γου το α­σφα­λές. Η δο­μή αυ­τή, με θε­με­λια­κό συ­στα­τι­κό στοι­χεί­ο το Πρω­τεί­ο, δεν ε­πι­τρέ­πει τη χα­ρι­σμα­τι­κή λει­τουρ­γί­α του Πνεύ­μα­τος της Α­λη­θεί­ας, α­φού η υ­πο­στα­τι­κή Α­λή­θεια και Θε­αν­θρώ­πι­νη κε­φα­λή της Εκ­κλη­σί­ας υ­πο­κα­τα­στά­θη­κε α­πό την κτι­στή πα­ρου­σί­α του «το­πο­τη­ρη­τή» της, του πά­πα, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να α­γνο­ή­θη­κε προ­κλη­τι­κά η α­να­φο­ρά στην πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος[17]. Με άλ­λα λό­για, ε­πει­δή οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί δεν κά­νουν δι­ά­κρι­ση α­νά­με­σα στην ά­κτι­στη ου­σί­α και την ά­κτι­στη ε­νέρ­γεια του Θε­ού, ε­ξαι­τί­ας του γε­γο­νό­τος ό­τι δεν έ­χουν βι­ω­μα­τι­κή εμ­πει­ρί­α της χα­ρι­σμα­τι­κής πα­ρου­σί­ας της α­κτί­στου ε­νερ­γεί­ας και Χά­ρι­τος του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος -εξ ου και η πε­ρί κτι­στής Χά­ρι­τος δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τους- α­δυ­να­τούν να κα­τα­νο­ή­σουν θε­ο­λο­γι­κώς την α­ό­ρα­τη πα­ρου­σί­α του Θε­αν­θρώ­που ως κε­φα­λής της Εκ­κλη­σί­ας, αλ­λά και την α­ό­ρα­τη πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος στην Εκ­κλη­σί­α ον­το­λο­γι­κώς, κα­τά την ά­κτι­στη και θε­ο­ποι­ό ε­νέρ­γειά Του, ως εγ­γυ­η­τού της α­λή­θειάς της έ­ως της συν­τε­λεί­ας. Λό­γω ελ­λεί­ψε­ως των πα­ρα­πά­νω θε­ο­λο­γι­κών προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί α­δυ­να­τούν να κα­τα­νο­ή­σουν θε­ο­λο­γι­κώς πως θα εμ­φα­νί­σει ο Χρι­στός α­ο­ρά­τως τον ε­αυ­τό Του στα ζών­τα μέ­λη του μυ­στη­ρια­κού σώ­μα­τός Του και ό­χι στον άλ­λο κό­σμο, αλ­λά και πως θα είναι α­ο­ρά­τως πα­ρού­σα η εν­τός των πι­στών ά­κτι­στη βα­σι­λεί­α Του, μη ερ­χο­μέ­νη «με­τά πα­ρα­τη­ρή­σε­ως», όπως λέει ο Χριστός[18], για ό­σους δεν έ­χουν ε­νερ­γά πνευ­μα­τι­κά αι­σθη­τή­ρια.

Ε­δώ ό­μως γεν­νά­ται εύ­λο­γα το θε­ο­λο­γι­κό ε­ρώ­τη­μα: Ποια εί­ναι η πρω­το­γε­νής αι­τί­α γι’ αυ­τή τη θε­ο­λο­γι­κή σύγ­χυ­ση και α­τα­ξί­α, η ο­ποί­α εκ­βάλ­λει ά­με­σα στην Εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α και πρα­κτι­κώς στη ζω­ή της Εκ­κλη­σί­ας με σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κές πλέ­ον συ­νέ­πει­ες;

Το πα­πι­κό Πρω­τεί­ο, εί­τε με την α­προ­κά­λυ­πτη έν­νοι­α της ε­ξου­σί­ας εί­τε με το προ­κά­λυμ­μα της δι­α­κο­νί­ας[19] στη δι­οί­κη­ση της Εκ­κλη­σί­ας, έ­χει ως πρω­το­γε­νή αι­τί­α τον ε­γω­ι­σμό, την κε­νο­δο­ξί­α και την υ­πε­ρη­φά­νεια, που α­πό τη φύ­ση τους εί­ναι κα­κί­ες δι­α­σπα­στι­κές της ε­νό­τη­τας, ο­ποι­ασ­δή­πο­τε μορ­φής. Ο ποι­κι­λό­μορ­φος ε­γω­ι­σμός εί­ναι η πρω­το­γε­νής αι­τί­α κά­θε ε­τε­ρο­δι­δα­σκα­λί­ας, κα­τά τη μαρ­τυ­ρί­α της Α­γί­ας Γρα­φής[20]. Αυ­τός φου­σκώ­νει και δι­α­φθεί­ρει το νού και τον ο­δη­γεί στην έκ­πτω­ση α­πό τη ΜΙΑ και πάν­το­τε ε­νια­ία Εκ­κλη­σί­α. Η ί­δια πρω­το­γε­νής αι­τί­α, άλ­λω­στε, α­πέ­σπα­σε τό­σο τον Ε­ω­σφό­ρο και τους ο­μό­φρο­νές του αγ­γέ­λους, ό­σο και το προ­γο­νι­κό ζεύ­γος, α­πό την αρ­χέ­γο­νη Εκ­κλη­σί­α του Τρι­α­δι­κού Θε­ού με τους α­γί­ους αγ­γέ­λους του. Το ε­γω­ι­στι­κό φρό­νη­μα εί­ναι α­σύμ­βα­το με τη βι­ω­μα­τι­κή εμ­πει­ρί­α της χα­ρι­σμα­τι­κής πα­ρου­σί­ας του Πνεύ­μα­τος της Α­λη­θεί­ας στην Εκ­κλη­σί­α. Η βι­ω­μα­τι­κή αυ­τή εμ­πει­ρί­α έ­χει πάν­το­τε ως θε­με­λι­ώ­δες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμά της την τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, η ο­ποί­α φα­νε­ρώ­νε­ται κυ­ρί­ως ως υ­πα­κο­ή μό­νο στο θέ­λη­μα της μί­ας και Θε­αν­θρώ­πι­νης κε­φα­λής της Εκ­κλη­σί­ας, κα­τά το πρό­τυ­πο της υ­πα­κο­ής του Θε­αν­θρώ­που στο θέ­λη­μα του Θε­ού Πα­τέ­ρα.

 ί­διος ο Χρι­στός, κα­τά την ι­στο­ρι­κή πα­ρου­σί­α του στη γη, α­πέ­κρου­σε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά κά­θε κε­νό­δο­ξη ε­πι­θυ­μί­α για την υ­πε­ρο­χή ο­ρι­σμέ­νων μό­νον Α­πο­στό­λων[21], λέ­γον­τας στους δύ­ο ε­πί­λε­κτους μα­θη­τές του: «ουκ οί­δα­τε τι αι­τεί­σθε»[22]. Α­κό­μη, εί­ναι ι­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κό και το γε­γο­νός ό­τι οι Α­πό­στο­λοι, α­φό­του έ­λα­βαν το Ά­γιο Πνεύ­μα κα­τά την Πεν­τη­κο­στή και έ­χον­τάς το έ­κτο­τε μέ­σα τους βι­ω­μα­τι­κώς «εν πά­ση αι­σθή­σει» και ε­νερ­γό στον μέ­γι­στο βαθ­μό, δεν δι­εκ­δί­κη­σαν κα­νέ­να Πρω­τεί­ο, ού­τε δι­οι­κη­τι­κής ε­ξου­σί­ας ού­τε δι­α­κο­νί­ας, ό­πως πι­στο­ποι­εί­ται α­πό τις Πρά­ξεις των Α­πο­στό­λων. Έ­τσι, βλέ­που­με λ.χ. ό­τι στην Α­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δο δεν ή­ταν Πρό­ε­δρος ο κο­ρυ­φαί­ος Α­πό­στο­λος Πέ­τρος, αλ­λά ο Α­δελ­φό­θε­ος Ι­ά­κω­βος, και ό­τι δεν ε­πι­κρά­τη­σε συ­νο­δι­κώς η θέ­ση του Α­πο­στό­λου Πέ­τρου, αλ­λά του Α­πο­στό­λου Παύ­λου[23]. Ε­κεί, για πρώ­τη φο­ρά α­πο­δεί­χθη­κε με αυ­θεν­τι­κό τρό­πο ό­τι το Α­λά­θη­το δεν το κα­τέ­χει κα­νέ­να θε­σμι­κό πρό­σω­πο, αλ­λά η σύ­νο­λη Εκ­κλη­σί­α, ό­ταν συμ­βαί­νει να εκ­φρά­ζε­ται θε­σμι­κά μέ­σω μιας Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου. Αλ­λά δι­α­φω­τι­στι­κά, ως προς το θέ­μα μας, εί­ναι και ό­σα μαρ­τυ­ρούν­ται στις Πρά­ξεις των Α­πο­στό­λων τό­σο κα­τά τη ε­κλο­γή του Α­πο­στό­λου Ματ­θί­α, ό­σο και κατά την ε­κλο­γή των ε­πτά Δι­α­κό­νων, ι­δι­αί­τε­ρα ό­σα σχε­τί­ζον­ται με τον τρό­πο και τα α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κά κρι­τή­ρια ε­πι­λο­γής τους[24]. Κύ­ριο κρι­τή­ριο ε­πι­λο­γής εί­ναι η ε­νερ­γός πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος στους υ­πο­ψη­φί­ους Δι­α­κό­νους[25].

Εί­ναι, άλ­λω­στε, ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια ό­τι ου­δέ­πο­τε έ­νας Α­πό­στο­λος δι­οί­κη­σε την Εκ­κλη­σί­α. Την δι­οί­κη­σαν ό­λοι οι Α­πό­στο­λοι ι­σο­τί­μως, ό­πως φαί­νε­ται α­πό την Α­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δο. Αλ­λά και με­τά τους Α­πο­στό­λους, οι δι­ά­δο­χοί τους, ως ι­σό­τι­μοι ε­πί­σκο­ποι, δι­οί­κη­σαν την Εκ­κλη­σί­α συ­νερ­χό­με­νοι σε συ­νό­δους υ­πό την προ­ε­δρί­α ι­σο­τί­μου ε­πι­σκό­που, ό­πως μαρ­τυ­ρεί­ται α­πό τις Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Τα «Πρε­σβεί­α τι­μής» του Πρώ­του δεν κα­ταρ­γούν την ι­σο­τι­μί­α. Και αυ­τός που έ­χει τα «Πρε­σβεί­α τι­μής» έ­χει μί­α ψή­φο και υ­πό­κει­ται στην κρί­ση των ι­σο­τί­μων του ε­πι­σκό­πων. Γι’ αυ­τό, άλ­λω­στε, και με­ρι­κοί Πρώ­τοι τό­σο στην Α­να­το­λή ό­σο και στη Δύ­ση κα­τα­δι­κά­στη­καν ως αι­ρε­τι­κοί κα­τά την πρώ­τη χι­λι­ε­τί­α.

Κα­τά συ­νέ­πεια, το πα­πι­κό Πρω­τεί­ο δεν έ­χει θε­ο­λο­γι­κή βά­ση ού­τε α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή και εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση. Στη­ρί­ζε­ται σα­φώς σε κο­σμι­κού χα­ρα­κτή­ρα νο­ο­τρο­πί­α ε­ξου­σί­ας-δι­α­κο­νί­ας. Α­να­τρέ­πει την α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή δο­μή του μυ­στη­ρια­κού σώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας, σχε­τι­κο­ποι­εί και πρα­κτι­κώς κα­ταρ­γεί τη Συ­νο­δι­κό­τη­τα ως α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α του σώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας και ει­σά­γει το κο­σμι­κό φρό­νη­μα σ’ αυ­τήν, α­κυ­ρώ­νει την ι­σο­τι­μί­α των ε­πι­σκό­πων και ι­δι­ο­ποι­εί­ται την α­πό­λυ­τη δι­οι­κη­τι­κή ε­ξου­σί­α ε­φ’ ό­λης της Εκ­κλη­σί­ας, πα­ρα­με­ρί­ζον­τας ου­σι­α­στι­κά τον Θε­άν­θρω­πο και το­πο­θε­τών­τας ως ο­ρα­τή κε­φα­λή έ­ναν άν­θρω­πο, και με τον τρό­πο αυ­τό ε­πα­να­λαμ­βά­νει θε­σμι­κά πλέ­ον το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα. Και, ό­πως με το F­i­l­i­o­q­ue κα­τα­λύ­θη­κε στη Δύ­ση θε­σμι­κά η ι­σο­τι­μί­α των προ­σώ­πων της Α­γί­ας Τριά­δος και ει­δι­κό­τε­ρα του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, το ο­ποί­ο κα­τά τον Ά­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μά υ­πο­βι­βά­στη­κε στην ον­το­λο­γι­κή κα­τη­γο­ρί­α των κτι­σμά­των, έ­τσι και με το πα­πι­κό Πρω­τεί­ο, θε­σμι­κά, ε­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται η α­που­σί­α της χα­ρι­σμα­τι­κής πα­ρου­σί­ας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος στο εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα, το ο­ποί­ο ου­σι­α­στι­κά με­ταλ­λάσ­σε­ται α­πό θε­αν­θρω­πο­κεν­τρι­κό σε αν­θρω­πο­κεν­τρι­κό. Τέ­λος, η θε­ρα­πεί­α της πα­ρα­πά­νω εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κής ε­κτρο­πής των Πα­πι­κών μπο­ρεί να α­να­ζη­τη­θεί μό­νον στην εν τα­πει­νώ­σει ε­πι­στρο­φή τους στην πα­ρα­δο­σια­κή Εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α της Ορ­θό­δο­ξης Α­να­το­λής.

Για λό­γους ό­μως δι­και­ο­σύ­νης, θα πρέ­πει να ση­μει­ώ­σου­με, ό­τι ε­μείς οι Ορ­θό­δο­ξοι, ε­νώ δεν έ­χου­με πα­ρεκ­κλί­νει α­πό τη δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α της Εκ­κλη­σί­ας, πα­ρου­σι­ά­ζου­με συνήθως σή­με­ρα βί­ο εν­τε­λώς ξέ­νο προς την εν Χρι­στώ ζω­ή. Γι’ αυ­τό και η δι­κή μας θε­ρα­πεί­α θα πρέ­πει να α­να­ζη­τη­θεί μό­νο στην ει­λι­κρι­νή με­τά­νοι­ά μας και στην πι­στή τή­ρη­ση των θεί­ων εν­το­λών, έ­τσι ώ­στε να μην α­πο­τρέ­που­με με την ζω­ή μας την εν­δε­χό­με­νη ε­πι­θυ­μί­α των Δυ­τι­κών να ε­πι­στρέ­ψουν στην ακρίβεια της πίστεως και της αγιοπνευματικής ζωής της Εκκλησίας.

 



[1] Α΄ Κορ. 1,2.

[2] Βλ. Ἐφ. 4, 4-5: «ἕν σῶ­μα καί ἕν Πνεῦ­μα, κα­θώς καί ἐ­κλή­θη­τε ἐν μιᾷ ἐλ­πί­δι τῆς κλή­σε­ως ἡ­μῶν· εἷς Κύ­ριος, μί­α πί­στις, ἕν βά­πτι­σμα».

[3] Ἰ­ω. 17,21.

[4] Κα­τά Ἀ­ρεια­νῶν 3,26, ΒΕΠ 30, σ. 269.

[5] Ἰ­ω. 17, 22-23.

[6] Βλ. Ἐφ. 1, 22-23. 

[7] Βλ. Μ. Ἀ­θα­να­σί­ου, K­α­τά Ἀ­ρεια­νῶν 3, 25, ΒΕΠ 30, 271: «Τό Πνεῦ­μά ἐ­στιν τό ἐν τῷ Θε­ῷ τυγ­χά­νον, καί οὐχ ἡ­μεῖς κα­θ’ ἑ­αυ­τούς»­.

[8] Βλ. Κα­τά Ἀ­ρεια­νῶν 3,23, ΒΕΠ 30, 269.

[9] Βλ. Κεί­με­νο τῆς Ρα­βέν­νας & 41.

[10] Πρξ. 15,28.

[11] Βλ. 34ος Ἀ­πο­στ. Κα­νό­νας, 2ος καί 3ος τῆς Β΄ Οἰκ. καί 28ος τῆς Δ΄ Οἰκ.

[12] Βλ. ἐν­δει­κτι­κῶς Μ. Ἀ­θα­νά­σιο καί ἅ­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μᾶ.

[13] Βλ. 28ο Κα­νό­να Δ΄ Οἰκ. Συ­νό­δου.

[14] Συ­νο­δι­κός Ὅ­ρος “L­u­m­en G­e­n­t­i­um” (Φῶς Ἐ­θνῶν) ἀρ. 22.

[15] Βλ. σχε­τι­κῶς, K. S­c­h­a­tz, Τό Πρωτεῖο τοῦ Πάπα, Ἡ ἱστορία του ἀπό τίς ἀπαρχές μέχρι σήμερα (Μετάφρ. Μ. Ροῦσσος – Μηλιδώνης), Ἀθήνα 2005, σ. 245-247

[16] Ἀλλά καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολή σήμερα –στό μέτρο πού γνωρίζουμε- ἔχει ἀποκλίνει σαφῶς ἀπό τήν πιστή τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, μέ συνέπεια νά ἐμφανίζει στό πρακτικό πεδίο μία εἰκόνα ἐκκοσμικευμένης καί διεφθαρμένης ζωῆς.

[17] Βλ. Πρακτικά Β΄ Βατικανῆς Συνόδου.

[18] Βλ. Λκ. 17, 20-21.

[19] Βλ. Κεί­με­νο τῆς Ρα­βέν­νας.

[20] Βλ. Α΄ Τιμ. 6, 3-6.

[21] Βλ. Μθ. 20, 20-28 καί 23, 8-11, Μκ. 10, 35-45.

[22] Μθ. 20,22.

[23] Βλ. Πρξ. 15.

[24] Βλ. Πρξ. 6, 2-3.

[25] Βλ. Πρξ. 6,3: «ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά πλή­ρεις πνεύ­μα­τος καί σο­φί­ας».




Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης