ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ
ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΩΝ   ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΩΝ

μεταξύ τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων καί Παραθρησκειῶν τῆς Ἱ.Μ. Πειραιῶς
καί τοῦ Θεολόγου κ. Ἀθανασίου Παπαθανασίου 

Μετά τήν δημοσίευση τοῦ κειμένου τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων καί Παραθρησκειῶν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς «Ἀναφορά σέ σύγχρονη θεοπασχητική κακοδοξία», ἐλάβαμε ἐχθές κείμενο τοῦ Θεολόγου κ. Θανάση Παπαθανασίου, Ἀρχισυντάκτου τοῦ Περιοδικοῦ «Σύναξη», ὡς θεολογική ἀπάντηση στό ὡς ἄνω κείμενο, τοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Παύλου Δημητρακόπουλου καί τοῦ Γραμματέως κ. Λάμπρου Σκόντζου, Θεολόγου. Τήν ἀπάντηση τοῦ κ. Παπαθανασίου δημοσιεύουμε, κατόπιν αἰτήσεως αὐτοῦ καί ἐπειδή εἶχε προηγηθεῖ ἡ δημοσίευση ἀπό ἐμᾶς τοῦ α΄ κειμένου τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων και Παραθρησκειῶν τῆς Ἱ. Μ. Πειραιῶς. Ἐν συνεχείᾳ δημοσιεύουμε καί τό τρίτο σχετικό κείμενο, δηλαδή τή δευτερολογία τοῦ προαναφερθέντος Γραφείου. 

Ἐπειδή τά θέματα τῆς Χριστολογίας εἶναι πολύ λεπτά καί βαθέα, καί διά τοῦτο ἀπησχόλησαν τρεῖς ὁλόκληρες Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας (Γ΄, Δ΄ καί ΣΤ΄), οἱ δέ προεκτάσεις τους ἀπησχόλησαν καί τήν Ε΄ καί Ζ΄ Οἰκουμενικές, θά παρακαλούσαμε τούς ἀγαπητούς ἀναγνῶστες καί σχολιαστές νά εἶναι ἰδιαιτέρως προσεκτικοί στή χρήση καί τήν ἑρμηνεία τῆς ὁρολογίας, ἀλλά καί στήν ἀπόδοση προθέσεων στούς συγγράφοντες χριστολογικά κείμενα. 

Φρονοῦμε ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ὀρθόδοξος θεοπασχιτισμός» ἀπό τόν κ. Παπαθανασίου στό ἄρθρο του «Ὁ πάσχων Θεός, ὁ σύντροφος Θεός» (Σύναξη 129 ( Ἰαν. – Μάρ. 2014) σσ. 17-27), εἶναι ἐσφαλμένος, ὡς πρόξενος σκανδάλου, διότι οἱ ὅροι «θεοπασχιτισμός, θεοπασχῖται» ἔχουν ἀποδοθεῖ ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στήν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ καί κατ’ ἐπέκτασιν καί στίς «θυγατρικές» της, ἐκεῖνες τοῦ Μονοθελητισμοῦ - Μονοεργητισμοῦ. Ὅπως, λοιπόν, δέν μποροῦμε νά ὁμιλοῦμε περί «ὀρθοδόξου ἀρειανισμοῦ, ὀρθοδόξου νεστοριανισμοῦ, ὀρθοδόξου εἰκονομαχίας» κ.λπ. αἱρέσεων, ἔτσι δέν θά ἔπρεπε νά χρησιμοποιεῖται μήτε καί ὁ ὅρος «ὀρθόδοξος θεοπασχιτισμός», ὡς πρόξενος ὁρολογικῆς συγχύσεως καί συνεπομένης δογματικῆς θολότητος, χάριν μόνον λεκτικῆς πρωτοτυπίας. Ἰδιαιτέρως στίς ἡμέρες μας, λόγῳ τῆς ἐκ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δογματικῆς σκοτώσεως, ἀπαιτεῖται, φρονοῦμε ταπεινῶς, καί περισσότερη ἀκριβολογία. Παρά ταῦτα, κατά τήν ἀκολουθία τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως, μπορεῖ νά λεχθεῖ ὄντως ὅτι ὁ «Θεός πάσχει», διότι σύμφωνα μέ αὐτήν ὁ Χριστός «ὅταν ὀνομάζηται ἐκ τῆς θείας αὐτοῦ φύσεως Υἱός Θεοῦ καί Θεός, δέχεται τά ἰδιώματα τῆς μεθ’ ἧς εἶναι ἡνωμένος ἀνθρωπίνης φύσεως» [1]· κατά τοῦτο ὁ Χριστός ὀνομάζεται «Θεός παθητός καί Κύριος τῆς δόξης ἐσταυρωμένος» [2]. Εἶναι, βεβαίως, ἀσφαλέστερο νά προστίθεται καί ἡ διευκρίνηση «σαρκί» (δηλ. κατά τήν ἀνθρωπίνην αὐτοῦ φύσιν). Ὅταν πάλι λόγῳ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του ὀνομάζεται «ἄνθρωπος καί Υἱός ἀνθρώπου» δέχεται τά ἰδιώματα καί αὐχήματα τῆς θείας του φύσεως καί καλεῖται «παιδίον προαιώνιον καί ἄνθρωπος ἄναρχος» [3] (δικές μας ἐμφάσεις). 

Τοῦ κ. Παπαθανασίου ἡ σχετική διατύπωση, παρά τήν πρόθεσή του νά τονισθεῖ τό μυστήριον τῆς Θείας Ἀγάπης καί Κενώσεως, φρονοῦμε κατά δεύτερο λόγον, ὅτι εἶναι καί ἐλλιπής, διότι ἀποσιωπᾶ τόν ρόλο τῆς ἀνθρωπίνης Του φύσεως στό Πάθος: «Επί του σταυρού, λοιπόν, έπαθε ο Θεάνθρωπος – όχι απλώς ένας άνθρωπος ονόματι Ιησούς. Έτσι, κατά έναν μυστήριο τρόπο, ο ίδιος ο Θεός συμμετείχε στην οδύνη και το πάθος, χωρίς ταυτόχρονα να υφίσταται αλλοίωση η θεία φύση του. Είναι ένα μυστήριο ασύλληπτο, το οποίο όμως διασφαλίζει την πληρότητα του Θεού αλλά και την αληθινή συμμετοχή του στη ιστορία» (σ. 22). Παρακάτω, ὁμοίως γράφει: «Αυτού του είδους ο θεοπασχητισμός (ο Ορθόδοξος θεοπασχητισμός), λοιπόν, αφορά το πρόσωπο του Χριστού. Ο Θεός Υιός έζησε το πάθος, διότι είναι αυτός που ενανθρώπησε»· καί παρακάτω: «Στην οπτική αυτή, λοιπόν, πάσχει (το επαναλαμβάνω) ο Χριστός, δεν πάσχει όμως η θεία φύση». Οἱ παραπάνω διατυπώσεις φαίνονται νά ἀφίστανται τῶν παραπάνω προϋποθέσεων, διότι φαίνονται νά εἰσάγουν ὀντολογικό διαχωρισμό Προσώπων καί Οὐσίας στήν Τριαδική Θεότητα, καθώς δέν ἀναφέρεται στή συνάφειά τους ἡ ἀνθρωπότης Του ὡς πάσχουσα («ἔπαθε ὁ Θεός Λόγος σαρκί», «ἔπαθε ὁ Χριστός σαρκί»).  

Ἡ φράση τοῦ κ. Παπαθανασίου, λοιπόν, «πάσχει ὁ Χριστός, δεν πάσχει όμως η θεία φύση», εἶναι σωστή [4], ἀλλά ἀπουσιάζει ἡ ἀναφορά στήν ἀνθρωπότητά Του, σάν νά ἔπασχε τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καθ΄ ἑαυτό, τό Ὁποῖο δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τό Πρόσωπον τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου· ὑπάρχει τρόπος νά πάθει τό Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ χωρίς νά πάσχει ἡ «ὑπερούσιος οὐσία» τῆς Ἁγίας Τριάδος (πρᾶγμα βεβαίως ἐξ ὁρισμοῦ ἀδύνατον), ἤ καί χωρίς κατ’ εὐθεῖαν συσχετισμό μέ τήν παθητή ἀνθρωπότητα («τήν ἐν ἀτόμῳ») τήν ὁποίαν Αὐτός προσέλαβε; Μήπως ἐνυπάρχει καί ἐδώ κάποια ἔμμεση ἀναφορά στήν προβληματική καί ἀμφιλεγόμενη «θεολογία τοῦ προσώπου»;

Ἄλλωστε, ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἑκατέρωθεν «ἰσόρροπη» καί ὁμότροπη· στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνθρωπίνη φύση λαμβάνει ἐκ τῆς Θεότητος τήν θέωση, πραγματικῶς, ἀλλά δέν μεταδίδει σέ ἐκείνην τά παθήματα, παρά μόνον λεκτικῶς (δηλαδή δυνάμει τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων) [5]. Κατά τόν Μέγα Ἀθανάσιο «Καί ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος γι΄αὐτό εἶπε “Χριστοῦ οὖν παθόντος” ὄχι κατά τήν θεότητα ἀλλά “ὑπέρ ἡμῶν σαρκί”, ὥστε νά ἀναγνωρισθοῦν τά Πάθη μή ὡς ἴδια τοῦ ἴδιου τοῦ Λόγου κατά τήν φύση, ἀλλά τῆς ἀνθρωπότητός Του ἴδια κατά τήν φύση. Ἄς μή σκανδαλίζεται λοιπόν κάποιος ἀπό τά ἀνθρώπινα, ἀλλά νά γνωρίζει μᾶλλον, ὅτι κατά τήν φύση ὁ ἴδιος ὁ Λόγος εἶναι ἀπαθής, καί ὅμως λόγῳ τῆς ἀνθρωπότητος, τήν ὁποίαν ἐνεδύθη, λέγονται αὐτά γι΄ Αὐτόν, ἐπειδή αὐτά εἶναι ἴδια τῆς ἀνθρωπότητός Του, τοῦ δέ Σωτῆρος εἶναι ἴδιον τό Σῶμα. Καί αὐτός μέν διαμένει ἀπαθής κατά τήν φύση, ὅπως εἶναι, χωρίς νά βλάπτεται ἀπό αὐτά, ἀλλά μᾶλλον ἐξαφανίζοντας καί καταστρέφοντάς τα» [6] (δικές μας ἐμφάσεις).

Περαιτέρω, διευκρινίζουμε, χάριν τῶν ἀναφανέντων σχολίων σέ διάφορα μέρη τοῦ διαδικτύου καί πρός ἐφαρμογήν περισσότερο προσεκτικῶν διατυπώσεων, ὅτι ἡ ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων δέν γίνεται ἀπ΄ εὐθείας μεταξύ των, ἀλλά μόνον στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀλλιῶς θά εἴχαμε σύγχυση τῶν δύο τοῦ Χριστοῦ φύσεων· ὀρθῶς, κατά τόν Καθηγητή Ἀνδρέα Θεοδώρου: «Ἡ ἀντίδοση φυσικά δέ γίνεται – καί σ’ αὐτό πρέπει ἰδιαίτερα νά προσέξουμε - ἀπ΄ εὐθείας στίς φύσεις καθ΄ ἑαυτές, γιατί τότε θά εἴχαμε σύγχυση τῶν φύσεων, πού ἕνα βῆμα ἀπομένει νά ὁδηγήσει στό μονοφυσιτισμό. Ἡ ἀντίδοση γίνεται στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πράγμα πού ἀποτελεῖ τό κλειδί κατανοήσεως τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου» [7] (ἔμφαση τοῦ κειμένου).

Μετά τίς ὡς ἄνω διευκρινήσεις, δημοσιεύουμε τά δύο κείμενα, τοῦ κ. Παπαθανασίου καί τήν δευτερολογία τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων καί Παραθρησκειῶν τῆς Ἱ.Μ. Πειραιῶς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Δογματική, τόμ. Β΄, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1979[2], σελ. 199

[2] ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος λ΄(Θεολογικός Δ΄) 1, PG 36, 104C· « ... τάς μέν ὑψηλοτέρας καί θεοπρεπεστέρας φωνάς προσνείμαντες τῇ θεότητι, τάς δέ ταπεινωτέρας καί αί ἀνθρωπικωτέρας τῷ νέῳ δι΄ ἡμᾶς Ἀδάμ, καί Θεῷ παθητῷ κατά τῆς ἁμαρτίας ... », ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος 27, PG 77, 1172D (ἀμφιαβαλλόμενον). ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 3, 4 (48), PG 94, 997D-100A· «... Θεός παθητός ὀνομαζόμενος, καί Κύριος τῆς δόξης ἐσταυρωμένος· οὐ καθό Θεός, ἀλλά καθό καί ἄνθρωπος ὁ αὐτός».

[3] Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, αὐτόθι.

[4] Πρβλ. ΑΓ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ, Πανάρειον 2,1,72,11 (σχόλιον ξ΄),  PG 41, 761A· «Πάντα γάρ θέλων καί οὐ μετά ἀνάγκης ὑπέρ ἡμῶν ἡμῶν ἑαυτόν δέδωκεν ὁ Χριστός, πάσχων ἐν ἀληθείᾳ, οὐ κατά ἀσθένειαν, ἀλλά κατά προαίρεσιν, εἰς ὑπογραμμόν ἡμῶν» κ.τλ.

[5] Βλέπε τίς σχετικές ἐπισημάνσεις καί παραπομπές στό Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, ἔνθ’ ἀνωτ, σελ. 121ἑ. : «Κατά φυσικόν λόγον λοιπόν ἐν τῇ περιχωρήσει ταύτῃ τῶν δύο φύσεων, ἡ μέν ἄπειρος φύσις τοῦ Λόγου οὐδέν μεταλαμβάνει ἐκ τῆς πεπερασμένης ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλ’ αὐτή μόνη εἶναι ἡ ἐνεργοῦσα καί μεταδίδουσα ἐκ τῆς ἀπείρου αὐτῆς τελειότητος εἰς τήν ἀνθρωπίνην φύσιν», ἡ ὁποία θεία φύσις τοῦ Λόγου «κατά τόν διατυπωθέντα ὑπό τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅρον ... “διαμένει ἀμέτοχος τῶν τῆς σαρκός παθῶν”».

[6] Κατά Ἀρειανῶν 3, 34, PG 26, 396B.C. · «Καί γάρ αὐτός ὁ Ἀπόστολος διά τοῦτ’ εἴρηκε, Χριστοῦ οὖν παθόντος οὐ θεότητι, ἀλλ΄ ὑπέρ ἡμῶν σαρκί, ἵνα μή αὐτοῦ τοῦ Λόγου ἴδια κατά φύσιν, ἀλλ’ αὐτῆς τῆς σαρκός ἴδια φύσει τά πάθη ἐπιγνωσθῇ. Μή τοίνυν ἐκ τῶν ἀνθρωπίνων τις σκανδαλιζέσθω, ἀλλά μᾶλλον γινωσκέτω ὡς τήν φύσιν αὐτός ὁ Λόγος ἀπαθής ἐστι, καί ὅμως δι΄ ἥν ἐνεδύσατο σάρκα, λέγεται περί αὐτοῦ ταῦτα, ἐπειδή τῆς μέν σαρκός ἴδια ταῦτα, τοῦ δέ Σωτῆρος ἴδιον τό σῶμα. Καί αὐτός μέν ἀπαθής τήν φύσιν, ὡς ἔστι, διαμένει, μή βλαπτόμενος ἀπό τούτων, ἀλλά μᾶλλον ἐξαφανίζων καί ἀπολλύων αὐτά.»

[7] ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήματα δογματικά, ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 1995, σελ. 89.


Θανάσης Ν. Παπαθανασίου
Αναφορά σε χάλκευση κατηγορίας επί θεοπασχητική κακοδοξία

Στις 24-4-2014 εκδόθηκε «εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών» της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς ανακοίνωση με την οποία «ο υπεύθυνος Αρχ. π. Παύλος Δημητρακόπουλος και ο Γραμματέας κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος» ισχυρίζονται ότι διαπίστωσαν «σαφείς αντορθόδοξες απόψεις» στο κείμενό μου με τίτλο «Ο πάσχων Θεός, ο σύντροφος Θεός» [δημοσιευμένο στο περιοδικό Σύναξη 129 (2014), σσ. 17-27].
Ισχυρίζονται, δηλαδή, ότι αποδίδω «στην απαθή και αναλοίωτη και άτρεπτη Θεία φύση του ενανθρωπήσαντος Λόγου,  πάθος και κατά συνέπεια τροπή και αλλοίωση».

Γιατί, άραγε, αυτή η κατηγορία; Ολόκληρο το κείμενό μου λέει ρητά το αντίθετο αυτό που οι κατήγοροί μου ισχυρίζονται. Χάριν όσων δεν έχουν υπόψη τους το κείμενό μου, αλλά το μόνο που συνάντησαν περί αυτού στο διαδίκτυο είναι η εν λόγω ανακοίνωση, παραθέτω χαρακτηριστικά σημεία του:

«Επί του σταυρού, λοιπόν, έπαθε ο Θεάνθρωπος – όχι απλώς ένας άνθρωπος ονόματι Ιησούς. Έτσι, κατά έναν μυστήριο τρόπο, ο ίδιος ο Θεός συμμετείχε στην οδύνη και το πάθος, χωρίς ταυτόχρονα να υφίσταται αλλοίωση η θεία φύση του. Είναι ένα μυστήριο ασύλληπτο, το οποίο όμως διασφαλίζει την πληρότητα του Θεού αλλά και την αληθινή συμμετοχή του στη ιστορία» (σ. 22). «Αυτού του είδους ο θεοπασχητισμός (ο Ορθόδοξος θεοπασχητισμός), λοιπόν, αφορά το πρόσωπο του Χριστού. Ο Θεός Υιός έζησε το πάθος, διότι είναι αυτός που ενανθρώπησε. Αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλες εκβολές της δογματικής παράδοσης. Οι Πατέρες, λ.χ., επέμειναν ότι αυτός τον οποίο γέννησε η Θεοτόκος δεν ήταν μια ανθρώπινη υπόσταση, αλλά ο ίδιος ο Θεός Λόγος (το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας), η ανθρώπινη φύση του οποίου ήταν από το πρώτο δευτερόλεπτο αδιαίρετα ενωμένη με τη θεότητά του. Ακριβώς υπ’ αυτό το πρίσμα η Παναγία αποκαλείται “Θεοτόκος”, και αυτοί που σταύρωσαν τον Χριστό αποκαλούνται “θεοκτόνοι” […]. Στην οπτική αυτή, λοιπόν, πάσχει (το επαναλαμβάνω) ο Χριστός, δεν πάσχει όμως η θεία φύση. Αυτή τη θέση τη βρίσκουμε διαχρονικά, μέχρι και σε σύγχρονους Ορθόδοξους θεολόγους. Η θεία φύση εξ ορισμού βρίσκεται πέρα από κάθε λογής περιορισμούς, στους οποίους, αντίθετα, υπόκεινται τα κτιστά όντα» (σ. 23).

Ότι οι αρμόδιοι του Γραφείου επί των Αιρέσεων και υποχρεούμενοι σε προσεκτική ανάγνωση, παρανάγνωσαν το περιοδικό «Σύναξη» σε «Σύναξις», είναι, προφανώς, αθώο αβλέπτημα. Η παραθεώρηση, όμως, των ρητών θέσεων μου; Γιατί, άραγε, η χάλκευση της κατηγορίας;

Είναι χαρακτηριστικό ότι όσοι αναγνώσουν την ανακοίνωση μόνη της, θα αποκομίσουν πιθανώς την εντύπωση πως οι κατήγοροί μου προσάγουν, προς απάντησή μου, τη διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Η ανάγνωση, όμως, του ίδιου του κειμένου μου θα έδειχνε ότι στον άγιο Ιωάννη έχω παραπέμψει ο ίδιος, με το ίδιο νόημα και ακριβώς για το ίδιο απόσπασμα (όπως και στον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και τον π. Δημήτριο Στανιλοάε, η σκέψη του οποίου ρητά σημείωσα ότι αποτυπώνεται στο κείμενό μου, κ.ά.) και έχω διευκρινίσει πως η αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων συμβαίνει στην υπόσταση του Χριστού (σσ. 22-23). Γιατί, λοιπόν, άραγε, η κατηγορία;

Αναμένω ότι το χριστιανικό ήθος και ο στοιχειώδης ανδρισμός θα οδηγήσουν τους κατήγορους σε δημόσια επανόρθωση. Αναμένω πολλά;
Αθήνα, 27-4-2014

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΠΑΣΧΗΤΙΣΜΟΥ»

Ενθυμούμενοι τον λόγο του Κυρίου μας «μακάριοι εστέ όταν ονειδήσωσιν υμάς…Χαίρετε και αγαλλιάσθε ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Ματθ.5,11-12), χαιρόμεθα για τις απαξιωτικές εκφράσεις, του διαχειριστή του ιστολογίου «Ιδιωτική Οδός» κ. Παν. Ανδριόπουλου: «καταπιάνεται με τον ‘θεοπασχίτη’ εδώ γελάνε», «γραφικοί συντάκτες», «ευσεβέστατα ανθρωπάκια», «γελοιότητες»,  τις οποίες χρησιμοποίησε με αφορμή δημοσίευσή μας της 24ῃς Απριλίου 2014 με τίτλο «Αναφορά σε σύγχρονη θεοπασχητική κακοδοξία». Λυπούμεθα όμως για το πρόσωπό του,όχι μόνον διότι αμαρτάνει,  ειρωνευόμενος, αλλά και διότι εάν ο κ. Ανδριόπουλος νομίζει ότι τα όσα γράψαμε στο άρθρο μας είναι «γελοιότητες», θα έπρεπε να κάνει τον κόπο να το αποδείξει με μαρτυρίες από την αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες. Το γεγονός όμως ότι δεν τόλμησε να ανατρέψει το περιεχόμενό του, αλλά κατέφυγε σε ειρωνείες, αποδεικνύει ότι η πρόθεσή του δεν ήταν να συμβάλλει με τη δημοσίευσή του στην οικοδομή του σώματος της Εκκλησίας. Εκτός και αν πιστεύει, ότι με το απόσπασμα του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, το οποίο παρέθεσε, προφανώς ως απάντηση, ανατρέπει το περιεχόμενο του άρθρου μας.   

Και ας έλθουμε τώρα στον αγαπητό κ. Α. Παπαθανασίου και στην πρόσφατη δημοσίευσή του με τίτλο «Αναφορά σε χάλκευση κατηγορίας επί θεοπασχητική κακοδοξία», με την οποία διαμαρτύρεται διότι επισημάναμε σε κείμενό του αποκλίνουσες από την Ορθόδοξη διδασκαλία αντιλήψεις του. Υπενθυμίζουμε ότι ο κ. Α. Παπαθανασίου είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ» (τ.129, 2014), άρθρο με θέμα: «Ο πάσχων Θεός, ο σύντροφος Θεός».Υπάρχουν ορισμένες χαρακτηριστικές εκφράσεις στο κείμενό του οι οποίες είναι έτσι διατυπωμένες, ώστε περιέχουν αντιφάσεις και κατ’ επέκταση παραπέμπουν σε Θεοπασχητισμό. Λέγει επί παραδείγματι: «Επί του σταυρού, λοιπόν, έπαθε ο Θεάνθρωπος – όχι απλώς ένας άνθρωπος ονόματι Ιησούς. Έτσι, κατά έναν μυστήριο τρόπο, ο ίδιος ο Θεός συμμετείχε στην οδύνη και το πάθος, χωρίς ταυτόχρονα να υφίσταται αλλοίωση η θεία φύση του… Ο Θεός Υιός έζησε το πάθος, διότι είναι αυτός που ενανθρώπησε». Όμως, επί του σταυρού δεν έπαθε ο Θεάνθρωπος, αλλά η ανθρωπίνη φύσις του Θεανθρώπου, της θείας αυτού φύσεως παραμενούσης απαθούς και αμετόχου του πάθους. Επίσης ο ίδιος ο Θεός δεν συμμετείχε στην οδύνη και το πάθος, διότι αν ο Θεός (δηλαδή η Θεία Φύσις του) συμμετείχε πραγματικά, στην οδύνη και στο πάθος, τότε οπωσδήποτε θα είχε υποστεί τροπή και αλλοίωση η Θεία Του Φύση. Για τους ίδιους επίσης λόγους ο Θεός Υιός δεν έζησε το πάθος. Στις παρά πάνω θέσεις μας συνηγορεί απολύτως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός:«Η μεν γαρ ψυχή, παθητή ούσα, του σώματος τεμνομένου αυτή μη τεμνομένη, συναλγεί και συμπάχει τω σώματι, η δε Θεότης απαθής ούσα, ου συνέπασχε τω σώματι». Για να κάνει ο άγιος δε περισσότερο σαφή την διδασκαλία αυτή αναφέρει στη συνέχεια το παράδειγμα του δένδρου, που κόβεται από το τσεκούρι, καθ’ όν χρόνον ο ήλιος, ενώ φωτίζει το δένδρο, δεν συμμετέχει στο πάθος του δένδρου. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι πάσχει ο ήλιος την ώρα που φωτίζει το δένδρο καθ’ όν χρόνον αυτό κόβεται; Ασφαλώς όχι. Επίσης εισάγει τον καινοφανή και αδόκιμο όρο «ορθόδοξος θεοπασχητισμός», μη μαρτυρούμενο στην Κανονική και Πατερική μας Παράδοση. Ρωτάμε: ποιά Σύνοδος στα δύο χιλιάδες χρόνια της εκκλησιαστικής μας ιστορίας καθιέρωσε τέτοιον όρο; Ποιός Πατέρας της Εκκλησίας χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο; Ας κάνει τον κόπο να μας αναφέρει έστω και μία μαρτυρία ο αγαπητός μας κ. Α. Παπαθανασίου.

Στη συνέχεια προσπαθώντας να στηρίξει τον «ορθόδοξο θεοπασχητισμό» του, επιχειρεί να τον «ντύσει» με πατερικό μανδύα. Λέγει: «Οι Πατέρες, λ.χ., επέμειναν ότι αυτός τον οποίο γέννησε η Θεοτόκος δεν ήταν μια ανθρώπινη υπόσταση, αλλά ο ίδιος ο Λόγος (το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας), η ανθρώπινη φύση του οποίου ήταν από το πρώτο δευτερόλεπτο αδιαίρετα ενωμένη με τη θεότητά του. Ακριβώς υπ’ αυτό το πρίσμα η Παναγία αποκαλείται “Θεοτόκος” και αυτοί που σταύρωσαν τον Χριστό αποκαλούνται “θεοκτόνοι”». Δεν διαφωνούμε, μόνο που πριν από τις λέξεις «αδιαίρετα ενωμένη» παρέλειψε να προσθέσει και τις απαραίτητες λέξεις «ατρέπτως, ασυγχύτως, αναλοιώτως», όπως καθόρισε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, για να αποκλείσει κάθε παρανόηση για την αληθινή θεανθρωπότητα του Κυρίου.

Στη συνέχεια προσθέτει: «Στην οπτική αυτή, λοιπόν, πάσχει (το επαναλαμβάνω) ο Χριστός, δεν πάσχει όμως η θεία φύση. Αυτή τη θέση τη βρίσκουμε διαχρονικά, μέχρι και σε σύγχρονους θεολόγους. Η θεία φύση εξ’ ορισμού βρίσκεται πέρα από κάθε λογής περιορισμούς, στους οποίους, αντίθετα, υπόκεινται τα κτιστά όντα». Αλλά όμως δεν είναι ορθή η έκφραση: «πάσχει ο Χριστός»,διότι ο Χριστός είναι ο Θεάνθρωπος, Θεός μαζί και άνθρωπος, αλλά, πάσχει η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού, (αν θέλει βέβαια να θεολογήσει σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία!), ώστε να μην έρχεται σε αντίφαση, με αυτό που λέγει παρά κάτω: «δεν πάσχει όμως η θεία φύση». Εάν ενώ πάσχει ο Χριστός ταυτόχρονα δεν πάσχει η θεία φύση, τότε οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι «έπαθε» κάποια άλλη «θεότητα» και όχι η ασύγχυτα ενωμένη στο Πρόσωπό Του Θεία φύση. Λέγει επίσης: «Αυτή τη θέση τη βρίσκουμε διαχρονικά, μέχρι και σε σύγχρονους θεολόγους». Ας μας αναφέρει σε ποιόν Πατέρα, ή σε ποιά τοπική ή Οικουμενική Ορθόδοξο Σύνοδο την βρίσκουμε αυτή την θέση. Όσο για τους σύγχρονους θεολόγους και μάλιστα οικουμενιστικών προδιαγραφών, έχουμε «φλομώσει» κατά το κοινώς λεγόμενον και δεν τους χρειαζόμαστε.

Εφ’ όσον βλέπουμε να επιμένει ο κ. Α. Παπαθανασίου, στο επίμαχο άρθρο του, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές του να αποδείξει, ότι η Θεότητα έμεινε απαθής κατά το σταυρικό πάθος του Κυρίου μας, φοβούμαστε ότι δεν θα ξεφύγει τελικά από τον θεοπασχητισμό. Κι’ αυτό διότι διαβλέπουμε στο άρθρο σύγχυση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων του Κυρίου, για τις οποίες αποφάνθηκε η Εκκλησία μας ότι είναι «ατρέπτως, ασυγχύτως, αναλοιώτως και αδιαιρέτως» » ενωμένες με το θεανδρικό Πρόσωπο Του.

Με όσα γράψαμε, ας μη θεωρηθεί ότι τρέφουμε κάποια εμπάθεια στο κατά τα άλλα αξιόλογο και αγαπητό πρόσωπο του κ. Α. Παπαθανασίου,

και δεν έχουμε κανένα άλλο λόγο, για να αντιπαρατεθούμε μαζί του. Μπορεί και έχει το δικαίωμα σε άλλης φύσεως θέματα να πρεσβεύει ό, τι θέλει και να εκφράζεται όπως θέλει. Σε θέματα όμως πίστεως δεν μπορεί να πρεσβεύει ό, τι θέλει, αλλά οφείλει να ευθυγραμμιστεί με την Ορθόδοξη διδασκαλία. Όσο για την απαίτησή του να κάνουμε δημόσια επανόρθωση, θα το κάνουμε ευχαρίστως, εφ’ όσον μας παραθέσει έστω και μια αναφορά στον καινοφανή όρο του άρθρου του «ορθόδοξος θεοπασχητισμός», μέσα από αποφάσεις Αγίων Συνόδων και συγγράμματα Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Τέλος τα περί «χριστιανικού ήθους» μας και «στοιχειώδους ανδρισμού» μας  τα αφήνουμε στην κρίση των αναγνωστών.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσων και των Παραθρησκειών

Ο υπεύθυνος
Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος

Ο γραμματέας
Λάμπρος Σκόντζος, θεολόγος


Print-icon 

Login-iconLogin