Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Πάσχα.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς

Εν Πειραιεί τη 17η Απριλίου 2015. 

(3ον)

Συνεχίζοντες τον ερμηνευτικό σχολιασμό της ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής του Πάσχα και σαν συνέχεια των όσων εσημειώσαμε στην προηγούμενη δημοσίευση, προχωρούμε στην ερμηνεία των επομένων, (τελευταίων), στίχων της περικοπής.

«Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (1,12).

Όσοι όμως επίστευσαν σ’ αυτόν, αναγεννήθηκαν και ανακαινίσθηκαν με την δύναμη του αγίου Πνεύματος, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αποτελούν νέες υπάρξεις με καινούργια φρονήματα και τρόπο ζωής. Έχουν κάνει κτήμα τους τις αρετές, μισούν την αμαρτία, έχουν νουν και σπλάγχνα Χριστού. Έχουν γίνει τέκνα Θεού κατά Χάριν. Προσπαθούν να ομοιάσουν και να μιμηθούν τον Χριστό, όπως τα παιδιά μοιάζουν στα χαρακτηριστικά του προσώπου με τον πατέρα. Όσοι δεν επίστευσαν, στερήθηκαν την ανεκτίμητη δωρεά της υιοθεσίας. Η δωρεά όμως αυτή έχει και τις προεκτάσεις της. Αυτοί που γίνονται κατά χάριν παιδιά του, γίνονται και κληρονόμοι των αιωνίων του αγαθών, όπως τα τέκνα κληρονομούν την περιουσία των γονέων των. Αντίθετα οι άλλοι μένουν για πάντα αποξενωμένοι από αυτόν στον αιώνιο θάνατο. Είναι δε άξιον προσοχής, ότι ο ευαγγελιστής δεν λέγει, ότι τούς έκαμε παιδιά του Θεού, αλλ’ ότι τούς έδωκε εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού. Δηλαδή τούς έδωσε την δύναμη και την δυνατότητα να γίνουν παιδιά Θεού, πράγμα που σημαίνει, ότι έπρεπε να αξιοποιήσουν αυτήν την δυνατότητα, αφού ενεργοποιήσουν όλες τις δυνάμεις τους και καταβάλουν πολύ κόπο και προσπάθεια. Όπως, επί παραδείγματι, η δυναμική ενέργεια του νερού δεν αξιοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς την κατάλληλη επέμβαση του ανθρώπου, έτσι και η Χάρις του Θεού δεν μας μεταμορφώνει με ένα μαγικό τρόπο, αλλά απαιτείται η ενεργός συμμετοχή του ανθρώπου και συνεργασία του, ώστε να μη χαθεί τελικά στο κενό. Η αναγέννηση την οποία λάβαμε κατά το βάπτισμα και η υιοθεσία αμαυρώθηκε και κηλιδώθηκε από τις αμαρτίες μας. Τώρα απαιτείται αγώνας συνεχής και άγρυπνη προσοχή για την κάθαρση της ψυχής.

«Οι ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν» (1, 13 ).

Εδώ ο ευαγγελιστής κάνει σύγκριση της σαρκικής με την πνευματική  γέννηση, για να μας δείξει την υπεροχή και ανωτερότητα της δεύτερης σε σχέση με την πρώτη. Η μεν πρώτη ευτελής και ταπεινή, διότι προήλθε από θέλημα και επιθυμία ανθρώπου, η δε δεύτερη σπουδαία και μεγάλη, διότι πραγματοποιείται με την άμεση επέμβαση του Θεού. Κυοφορείται δια της πίστεως στην πνευματική μήτρα  της κολυμβήθρας και αυξάνεται δια της Εκκλησίας.  Εάν μετά την πρώτη  δεν ακολουθήσει η δεύτερη, δεν έχει νόημα ούτε η πρώτη, αλλά καταξιώνεται η πρώτη, όταν ακολουθήσει η δεύτερη. Και τούτο διότι ο άνθρωπος, χωρίς την Χάρη δεν είναι άνθρωπος, αλλά καταντά ένα ανθρωπόμορφο τέρας. Όπως όμως δεν αρκεί να γεννηθεί για να ζήσει ένας άνθρωπος, έτσι δεν αρκεί να βαπτισθεί κανείς για να είναι πραγματικό τέκνο του Θεού, αν δεν αγωνισθεί ισόβια με άγρυπνη προσοχή, για να φυλάξει ακηλίδωτο τον χιτώνα της καθαρότητος και της υιοθεσίας, που έλαβε στο βάπτισμα.

«Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός πλήρης χάριτος και αληθείας» (1,14)

 Ο Θεός Λόγος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και έγινε όμοιος με ημάς άνθρωπος, για να καταστήσει τούς υιούς των ανθρώπων παιδιά του Θεού.  Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να θεώσει τον άνθρωπο. Μετά την ανάπτυξη του Χριστολογικού δόγματος στην τετάρτη Οικουμενική Σύνοδο και τον καθορισμό του τρόπου της ενώσεως των δύο φύσεων στην μία υπόσταση του Θεού Λόγου, δεν παρουσιάζει προβλήματα η ερμηνεία της φράσεως «ο Λογος σαρξ εγένετο». Με τη λέξη «σαρξ» ο ευαγγελιστής μας υποδηλώνει, ότι ο Λόγος προσέλαβε όλη την ανθρώπινη φύση, δηλαδή όχι μόνο ανθρώπινο σώμα, αλλά συγχρόνως και λογική ψυχή. Δεν μεταβλήθηκε η θεία ουσία και φύση στην ανθρώπινη,  αλλά ενώ παρέμεινε αναλλοίωτη και ακέραια και άτρεπτη, προσέλαβε την ανθρώπινη, με την οποία ενώθηκε ασύγχυτα και αδιαίρετα. Ούτε πάλι η ανθρώπινη απορροφήθηκε και εξαϋλώθηκε από την Θεία, αλλ’ η κάθε μία και μετά την ένωση διετήρησε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Με το ρήμα «εγέγετο» μας βεβαιώνει, ότι δεν έγινε κατά φαντασία άνθρωπος,  αλλά πραγματικός και τέλειος άνθρωπος, εκτός αμαρτίας. Δεν προσέλαβε την ανθρώπινη φύση προσωρινά, αλλά για να μένει οριστικά και μόνιμα ενωμένος μ’ αυτήν.  Ανελήφθη  στούς ουρανούς φέροντας μαζί του την τεθεωμένη ανθρώπινη φύση Του. Πως τώρα το άκτιστο ενώθηκε με το κτιστό, το άπειρο με το πεπερασμένο; Με τρόπο ακατάληπτο στην ανθρώπινη διάνοια. «Πάντως ως οίδεν, ως ηθέλησε, και ως ηυδόκησεν», ψάλλει ο υμνογράφος. Με την ακατάληπτη δύναμη του αγίου Πνεύματος η Παρθένος συνέλαβε και εκυοφόρησε. Κατεσκήνωσε ανάμεσά μας και συναναστράφηκε μαζί μας. Δεν ήταν δυνατό να κατασκηνώσει ανάμεσά μας, έχοντας γυμνή τη δόξα της Θεότητός του, αλλά μόνο αφού εκάλυψε, έκρυψε αυτήν κάτω από το ένδυμα της φτωχής ανθρώπινης φύσης. «Και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού». Και εμείς οι μαθητές του είδαμε και απολαύσαμε τη δύναμη και τη δόξα της Θεότητός του, που άφηνε να φανερωθή μέσα από την ανθρώπινη φύση Του ωσάν από παραπέτασμα. Πως δε φανερώθηκε η δόξα αυτή; Με τα αμέτρητα πλήθη των καταπληκτικών θαυμάτων, (θαυματουργεί ως εξουσίαν έχων), με την αναμάρτητη ζωή και την τέλεια διδασκαλία Του, με την επί του όρους Θαβώρ μεταμόρφωσή Του, με τα άχραντα πάθη, την ένδοξη ανάσταση, την εις ουρανούς ανάληψη. Δεν ήταν τέτοια η δόξα του σαν αυτή, με την οποία δοξάστηκαν οι δούλοι του όπως ο Μωϋσής και οι προφήτες, αλλά «δόξα ως μονογενούς παρά πατρός», δηλαδή ασυγκρίτως ανώτερη, μοναδική, βασιλική. Τέτοια που άρμοζε και έπρεπε να έχει ο μονογενής Υιός του Θεού, ως τέλειος Θεός, που ήταν. Ήταν δόξα θεοπρεπής. Ήταν ανεξάντλητη πηγή κάθε πνευματικής δωρεάς και Χάριτος.

«Ιωάννης  μαρτυρεί περί αυτού και κέκραγε λέγων, ούτος ην ον είπον, ο οπίσω μου ερχόμενος, έμπροσθέν μου γέγονεν, ότι πρώτος μου ην» (1,15).

 Μας φέρνει πάλι την μαρτυρία του Προδρόμου. Η αποστολή του Προδρόμου ήταν να φανερώσει στούς ανθρώπους τον Μεσσία και να προετοιμάσει τις καρδιές τους με το κήρυγμα της μετανοίας, ώστε όλοι να πιστεύσουν σ’ Αυτόν. Απολάμβανε δε μεγάλου κύρους,  διότι όλοι τον τιμούσαν και τον θεωρούσαν σαν ένα μεγάλο προφήτη. Πολύ καιρό δε προτού να εμφανισθεί ο Χριστός στον Ιορδάνη, ο Ιωάννης μιλούσε στο λαό γι’ αυτόν που θα έρθει μετά από αυτόν και που είναι ασυγκρίτως ανώτερος από αυτόν, ώστε να τον πιστεύσουν ευκολώτερα. Έρχεται «οπίσω» του Προδρόμου, διότι κατά την σωματική ηλικία είναι νεώτερός του κατά 6 μήνες, καθώς ιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς. Έρχεται ακόμη «οπίσω» του, διότι θα τον διαδεχθεί στο δημόσιο έργο του. Επειδή όμως δεν είναι μόνον άνθρωπος, αλλά έχει διπλή φύση, θα γίνει «έμπροσθεν» του Προδρόμου, θα αναδειχθεί δηλαδή ασυγκρίτως μεγαλύτερος και ενδοξότερος από αυτόν, διότι ως Θεός προϋπήρχε πριν από αυτόν. Εδώ ο Πρόδρομος με την φράση «έμπροσθέν μου γέγονεν ότι πρώτος μου ην» σαφέστατα υποδηλώνει την προαιώνια ύπαρξη του Μεσσίου, ως Θεού Λόγου  και επομένως την κεκρυμένη στην ανθρώπινη φύση, Θεία φύση του.  Όταν δε επί τέλους εμφανίσθηκε στον Ιορδάνη, ο Ιωάννης, έχοντας άνωθεν την πληροφορία για το πρόσωπό του, τον παρουσίασε επίσημα στο λαό λέγοντας: Αυτός είναι το πρόσωπο, για το οποίο σας έλεγα, ότι θα έρθει μετά από μένα στη δημόσια δράση του.

 «Και εκ του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ελάβομεν, και χάριν αντί χάριτος» (1,16).

 Από τον ανεξάντλητο πλούτο των δωρεών του πήραμε όλοι εμείς. Ο Χριστός είναι η αυτοζωή, το αυτοφώς, η αυτοαλήθεια. Είναι η πηγή όλων αυτών και κάθε πνευματικής δωρεάς που ξεχύνεται σ’ όλη την κτίση. Η πηγή αυτή δεν στερεύει ποτέ.  Όπως δηλαδή ακριβώς ένα αναμένο κερί μεταδίδει την φλόγα και την εξ’ αυτής ακτινοβολία και σε άλλα κεριά, χωρίς να μειώνεται εξ’ αυτής της μεταδόσεως η λάμψη του, έτσι και ο Θεός, ενώ χαρίζει συνεχώς δωρεές, παραμένει πάντοτε πλήρης.  Οι Εβραίοι έλαβαν αντί της Χάριτος της Παλαιάς Διαθήκης την Χάριν της Καινής Διαθήκης.  Η πρώτη ήταν τύπος και σκιά, η δε δεύτερη πραγματικότης. Αποτέλεσμα Χάριτος ήταν, το ότι ο Θεός τούς διάλεξε από όλα τα έθνη, τούς απελευθέρωσε από τον ζυγό των Αιγυπτίων, τούς έδωσε το νόμο του και την κληρονομιά της γης της επαγγελίας. Η Χάρις της Καινής Διαθήκης όμως είναι κατά πολύ ανώτερη, διότι δεν περιορίζεται σ’ ένα λαό, τον Εβραϊκό, αλλ’ επεκτείνεται σ’ όλη την ανθρωπότητα. Μ’ αυτήν λυτρώνεται ο  πιστός από την δουλεία της φθοράς και κληρονομεί την ουράνια βασιλεία. Αλλά και διαφορετικά μπορούμε να εννοήσουμε το «χάριν αντί χάριτος»: Μετά την πρώτη Χάρη της αφέσεως των αμαρτιών λαμβάνουμε την Χάρη της υιοθεσίας. Κατόπιν τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος και τέλος την βασιλεία των ουρανών. Το ένα κύμα της Χάριτος διαδέχεται το επόμενο. 

«Ότι ο νόμος δια Μωϋσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» (1,17).

Ο ευαγγελιστής αφού προηγουμένως στο στίχο 15 απέδειξε την μεγάλη απόσταση, που χωρίζει τον Πρόδρομο από τον Χριστό από την ίδια την μαρτυρία του Προδρόμου, έρχεται τώρα να απαντήσει στο ερώτημα: Άρα γε ο Μωϋσής υπήρξε ανώτερος του Χριστού; Την απάντηση στο ερώτημα μπορεί να λάβει κανείς, αν συγκρίνει την ευαγγελική Χάρη, που εδόθη διά του Χριστού, με την νομική Χάρη που εδόθη δια του Μωϋσέως. Διά του πρώτου εδόθη ο νόμος στούς Εβραίους. Ο νόμος φανέρωνε τι είναι αμαρτία και τι όχι, χωρίς να δίδει τη δύναμη στούς Εβραίους, να νικήσουν την αμαρτία και να τηρήσουν τις εντολές. Τιμωρούσε χωρίς έλεος και οικτιρμούς τούς αμαρτάνοντας. Εν μέσω αστραπών και βροντών εδόθη, που συμβόλιζαν την τιμωρητική εξουσία και δύναμη του Θεού. Αντίθετα η Χάρις του Χριστού που απέρρευσε από το σταυρό, παρέχεται από τον ίδιο τον Χριστό και μας δίδει αυτή την δύναμη. Δια του Ιησού Χριστού παρέχονται όχι μόνον οι οικτιρμοί και τα ελέη του Θεού, αλλά και η πλήρης αποκάλυψις της αληθείας. Με την φράση «η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» ο ευαγγελιστής δεν θέλει να υποδηλώσει, ότι ο νόμος δεν ήταν αληθινός, αλλ’ ότι περιείχε μόνο σκιώδη αποκάλυψη της αληθείας. Από την σύγκριση της διαφοράς των δώρων, καταλαβαίνουμε την διαφορά των προσώπων και την απόσταση που χωρίζει τον Μωϋσή από τον Χριστό. Ο συγγραφέας ασφαλώς με ευγνωμοσύνη ενθυμείται τις αλλεπάλληλες δωρεές του Θεού, για τις οποίες και τον δοξάζει ακατάπαυστα. Έτσι παρακινεί και το κάθε πιστό μέλος της Εκκλησίας σε ευγνωμοσύνη και ευχαριστία προς Εκείνον, που μας  «εξηγόρασε εκ της κατάρας του νόμου τω τιμίω αυτού αίματι».  



Print-icon 

Login-iconLogin