ΥΠΗΡΞΑ
ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΓΝΩΣΤΙΚΩΝ
 
 
Γιώργου Καραϊσαρίδη

Αθήνα 2013

(Μέρος Α')

Στο δρόμο της αναζήτησης.

Το καλοκαίρι του 1981, ένα περίεργο έντυπο με αρχαία αιγυπτιακά σχέδια και ακατάληπτο ως επί το πλείστον κείμενο μου κίνησε την περιέργεια κι υπήρξε η αφορμή της εμπλοκής μου σε μια σειρά «Σεμιναρίων Γνωστικής Ψυχολογίας», στην αρχή, τα οποία κατέληξαν στην ένταξή μου σε μια Νεογνωστική, αποκρυφιστική, παραθρησκευτική οργάνωση.

Στα πλαίσια αυτού του νέου μου ενδιαφέροντος και κάτω από τη δήθεν διακριτική, πλην όμως, ασφυκτική πνευματική μεθόδευση του αλλοδαπού αρχηγού της Οργάνωσης, στην Ελλάδα, σταμάτησα την εργασία μου -διέλυσα ένα προσοδοφόρο, μικρό διαφημιστικό γραφείο και εγκατέλειψα την θέση του καθηγητή ιδιωτικής σχολής-, παντρεύτηκα, για τις ανάγκες της Οργάνωσης, μετακόμισα στην συμπρωτεύουσα, για να διαδώσω την νέα μου πίστη και σε άλλους και γενικά ανέλαβα την χρηματοδότηση της Κίνησης σε μεγάλο βαθμό -πάνω από 350.000 δρχ.-, την περίοδο 1981-1983.

Περί τα μέσα του 1983, μετά από δύο ετών διακριτικές προσπάθειες των δικών μου κι αφού και προσωπικά διαπίστωσα σοβαρές αντιφάσεις στις διδασκαλίες της Οργάνωσης και ανακολουθία στον τρόπο ζωής και πολιτείας των αρχηγών της στο εξωτερικό, εγκατέλειψα την Κίνηση.

Επί δύο χρόνια προσπάθησα να ξαναβρώ τον εαυτό μου μετά από αλλεπάλληλες μετακομίσεις σε άλλες πόλεις -Βόλο, Χαλκίδα- και μόλις το 1986 μπόρεσα να επανενταχθώ ολοκληρωτικά στο κοινωνικό σύνολο, να ξαναρχίσω την εργασία μου και να αποκτήσω μια ομαλή οικογενειακή ζωή.

Ένα εξάμηνο μετά την απεμπλοκή μου από την Οργάνωση ήλθα σε επαφή με την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη, που κάλυψε σταδιακά τις πνευματικές μου ανάγκες και αναζητήσεις.

Σήμερα, μετά 30 χρόνια Ορθόδοξης λειτουργικής ζωής είμαι σε θέση να κατανοήσω τις διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Νεογνωστικισμού και να δηλώσω με έμφαση ότι ενώ η πρώτη ταυτίζεται με το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας, ο δεύτερος αντιπροσωπεύει το ευαγγέλιο του όφεως.

Πιστεύω ακόμη ότι δεν θα είχα ποτέ οδηγηθεί στην πλάνη των Νεογνωστικών αν είχαν υπάρξει κάποιες προϋποθέσεις πλατύτερης ενημέρωσής μου πάνω στην πίστη, αλλά περισσότερο στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας στην οποία είχα βαπτισθεί.

Στην οικογένειά μου, μια τυπική αστική οικογένεια του μεσοπολέμου, διδάχθηκα να αγαπώ τον Θεό και τον Χρίστο από μια Καθολική μητέρα, που ενώ πίστευε, δεν είχε και πολλές σχέσεις με την εκκλησία του δόγματος της.

Ο πατέρας μου με έπαιρνε, σαν παιδί, μερικές φορές στην Εκκλησία τις Κυριακές κι αυτές με το ζόρι.

Τα Χριστούγεννα ήταν για την οικογένεια μας η ήμερα του έλατου και των δώρων.

Στα 11 χρόνια μου, με δική μου πρωτοβουλία, ζήτησα να παρακολουθήσω κατηχητικό στην ενορία μου -κάποιοι από τους φίλους μου το παρακολουθούσαν- αλλά μετά από δύο, τρεις φορές, επενέβη «προοδευτικό» μέλος της οικογένειάς μου και το κατηχητικό σταμάτησε. Το ίδιο συγγενικό μου πρόσωπο είχε φροντίσει να με εγγράψει από νωρίς στα εκπαιδευτικά και ψυχαγωγικά προγράμματα της Χ.Α.Ν. κι αργότερα στο Σώμα Ελλήνων Προσκόπων, όπου παρέμεινα επί 12 χρόνια και είχα σημαντική «εξέλιξη».

Δύο από τους θείους μου υπήρξαν μέλη του Τεκτονισμού, σε υψηλούς μάλιστα βαθμούς. Έτσι, στα 18 μου χρόνια, πέρασα από την «Λευκή Τελετή Λυκιδέως», ένα Τυπικό για την είσοδο των παιδιών των Τεκτόνων στη «Μεγάλη Ανατολή της Ελλάδος».

Τότε πίστευα ότι η Μασονία είναι μια οργάνωση επαγγελματικής αλληλοβοήθειας μόνο κι ότι η παρουσία μου εκεί ήταν μια εξασφάλιση για την επαγγελματική μου σταδιοδρομία.

Οι επισκέψεις μου στη «στοά» ήταν στο σύνολο τρεις, εκείνη την εποχή. Από τότε, δεν είχα άλλη επαφή με τους μασόνους.

Ένα μεγάλο μέρος της θρησκευτικής μου ενημέρωσης το οφείλω αναμφισβήτητα στο σχολείο, στο μάθημα των θρησκευτικών, μία φορά την εβδομάδα.

Σήμερα σκέπτομαι ότι αν είχε λείψει έστω και η μία αυτή ώρα την εβδομάδα, εγώ δεν θα είχα την παραμικρή πλέον πρόσβαση στα της πίστης μου, τη στιγμή, που το οικογενειακό μου περιβάλλον δεν ήταν κατάλληλο για την διαμόρφωση μιας θρησκευτικής παιδείας στα πλαίσια της Ορθοδοξίας.

Ακόμη κατανοώ πλήρως την προσπάθεια, που καταβάλλεται από κάποιους αντίχριστους κύκλους για την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία ή την αντικατάσταση του με «θρησκειολογία» ή παραθρησκευτικές κι άποκρυφιστικές διδασκαλίες, κάτι πολύ συχνό στις μέρες μας.

Στη διάρκεια της δωδεκάχρονης προσκοπικής «θητείας» μου, επαφή με την Εκκλησία είχα την Μεγάλη Εβδομάδα για την «τήρηση της τάξης» στις Ακολουθίες και κάποιες Κυριακές, πριν την κυριακάτικη συγκέντρωση της Ομάδας.

Τις Κυριακές αυτές, ο εκκλησιασμός γίνονταν ομαδικά, εν στολή και δεν διαρκούσε περισσότερο από μια ώρα. Φεύγαμε πολύ πριν το τέλος της λειτουργίας.

Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο της εποχής εκείνης έχει παραμείνει έντονα στη μνήμη μου και πιστεύω ότι διαμόρφωσε αρκετά την μετέπειτα στάση μου απέναντι στον κλήρο.

Ως αρχηγός Ομάδος Προσκόπων, συνόδευσα μια Κυριακή πρωί περί τους 15 προσκόπους στην εκκλησία και μετά το Ευαγγέλιο, μάζεψα την Ομάδα -για να μη «χάσουμε και το δικό μας πρόγραμμα»- και αποχωρήσαμε.
Δεν είχαμε απομακρυνθεί, όταν ο νεωκόρος μας πρόλαβε λέγοντας μου: «Σε θέλει ο Αρχιμανδρίτης».
Άφησα την Ομάδα κι έσπευσα στην Εκκλησία για να δεχθώ απρόοπτα από τον προϊστάμενο του Ναού, μέσα στο Ιερό, διαρκούσης της Λειτουργίας, μια τρομερή κατσάδα, «γιατί πήρα τα παιδιά του κόσμου από την Εκκλησία».

Στην πνευματική κατάσταση της εποχής εκείνης, μου ήταν αδύνατον να αντιληφθώ τον λόγο για τον οποίο ο αγαθός γέροντας μου είχε βάλει εκείνες τις φωνές...

Μου έκανε μόνον εντύπωση το γεγονός ότι ενώ έβγαινε κατά διαστήματα στην Ωραία Πύλη για τις ανάγκες της Λειτουργίας, μόλις τελείωνε, ξαναρχόταν κοντά μου και συνέχιζε να μου φωνάζει.

Η έλλειψη διάκρισης του γέροντα αφ' ενός και η κάπως θεατρική αυτή συμμετοχή στη Λειτουργία, υπήρξε για μένα καθοριστική αιτία, που χαρακτηρίζει την μετέπειτα στάση μου απέναντι στον κλήρο και στην Εκκλησία.

Ένα ακόμη παρόμοιο γεγονός, πολύ αργότερα, ολοκλήρωσε την εικόνα.
Στη διάρκεια του γάμου φιλικού μου προσώπου -στην εκκλησία πλέον πήγαινα μόνο με κοινωνικές ευκαιρίες γάμων-βαπτίσεων- ένας από τους ιερείς, δημόσια, επέκρινε την συνοδό μου, που φορούσε έξωμο φόρεμα.
 

Πώς μυήθηκα στην παραθρησκεία

Ταυτόχρονα με την έλλειψη ουσιαστικής ποιμαντικής φροντίδας στη ζωή μου, η παρουσία ενός πλήθους «θεωριών», ψευτοεπιστημονικού περιεχομένου, που προβάλλονται μαζικά από τον Τύπο και ιδιαίτερα από τα περιοδικά ποικίλης ύλης, ερχόταν να γεμίσει το κενό, που άφηνε η απουσία της πραγματικής πνευματικότητας.

Η παραφιλολογία και πρωτίστως η λεγομένη «επιστημονική φαντασία» είχε το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης, πιστεύω, στην διαμόρφωση του κατάλληλου κλίματος για να δεχθώ τους κάθε λογής υπαρξιακούς προσανατολισμούς.

Σε έναν κόσμο φανταστικό, «επιστημονικά εξελιγμένο», που πιστεύεται πως όλα είναι δυνατά για τα «εξελιγμένα» όντα, είτε από άλλους πλανήτες προέρχονται αυτά, όπως λέγεται, είτε από τη Γη μας, ο αποκρυφισμός φορά το «επιστημονικό» προσωπείο του και οι «πανάρχαιες διδασκαλίες» σερβίρονται ξαναζεσταμένες όπως το καλεί η εποχή.

Παράλληλα, ψευτοερευνητές τύπου Ντένικεν εκδίδουν βιβλία για περίεργα, ανερμήνευτα «φαινόμενα», ενώ ψευτοθιβετιανοί τύπου Ράμπα και ψευτοσαμάνες τύπου Καστανέντα γεμίζουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων και τα κεφάλια των πνευματικά αστήρικτων.

Το σκηνικό αυτό είναι το πρώτο στάδιο για την εισα¬γωγή των αφελών στην παραθρησκεία, με τα εκατοντάδες της πρόσωπα και με τα προσωπεία της ψυχολογίας, φιλοσοφίας, εναλλακτικής ιατρικής, γυμναστικής κλπ.

Η επιστημονική παραφιλολογία υπήρξε για μένα ο πρώτος και βασικός μεγάλος μου έρωτας και τα περί τα U.F.O. άσκησαν μεγάλη γοητεία επάνω μου μέχρι και σε μεγάλη ηλικία.

Έτσι, όταν ξανασυνάντησα αυτά τα θέματα στα πλαίσια της νέας μου πνευματικής ενασχόλησης, μέσα στη Νεογνωστική Κίνηση, η χαρά μου συναγωνίζονταν την βεβαιότητα ότι αυτή ήταν η θρησκεία και η διδασκαλία, που μου ταίριαζαν καλύτερα, μιας και η διδασκαλία αυτή προσανατολίζει τον καθένα να ακόλουθη τον «προσωπικό του δρόμο» και ενθαρρύνει, δήθεν, την «ελεύθερη έρευνα» στα φυσικά και μεταφυσικά πράγματα, χωρίς δογματισμούς.

Το πάντρεμα, λοιπόν, του μεταφυσικού με το «επιστημονικό» πραγματοποιείται στις ορ¬γανώσεις αυτές κατά τον πλέον έξυπνο τρόπο -υπάρχει ακόμη και συγκεκριμένη πρακτική, με ειδικά μάντρα (ήχους ή φθόγγους) για την επίκληση εξωγήινων, που σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της Οργάνωσης εμφανίζονται με τα διαστημόπλοια τους.

Ακόμη, η έλλειψη και στοιχειώδους προηγούμενης πνευματικής ζωής δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα εντυπωσιασμού στον νεόφυτο της Οργάνωσης όταν, μετά τις πρώτες δοκιμές χαλάρωσης-συγκέντρωσης, βιώσει τυχόν κάποιες από τις λεγόμενες «αστρικές» ή και γενικά, «παραψυχολογικές εμπειρίες».

Οι εμπειρίες αυτές, όμοιες κατά κανόνα με τις ψυχεδελικές εμπειρίες, που έχουν οι χρήστες ψυχοφαρμάκων και άλλων αντίστοιχων ουσιών, εντυπωσιάζουν συνήθως τον νεόφυτο και τον πείθουν ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο κι ότι προοδεύει στα μεταφυσικά πράγματα ενώ πολλές από τις καταστάσεις αυτές για μεν την επιστήμη εντάσσονται στον χώρο της ψευδαίσθησης ή της παραίσθησης για δε την Εκκλησία ανάγονται σε δαιμονιώδεις καταστάσεις.

Στα πλαίσια αυτών των σχετικών πρακτικών, είχα κι εγώ τις αντίστοιχες «εμπειρίες» μου, που τότε με είχαν πείσει ότι η Οργάνωση ήταν ο μόνος αληθινός δρόμος.

Η ενθάρρυνση για προσφορά είναι ένα άλλο μέσον με το οποίο η Οργάνωση προσπαθεί να φέρει τους ανθρώπους κοντά της.

Σε έναν χριστιανικό χώρο όπως η Ελλάδα, είναι φυσικό κάθε διδασκαλία, που αναφέρεται στην προσφορά να εκλαμβάνεται σαν θετική διδασκαλία.

Έτσι, η Οργάνωση μας προέτρεπε να δίνουμε στον συνάνθρωπο αγάπη με τον «καλύτερο δυνατό τρόπο». Να του δίνουμε αυτή την ίδια τη διδασκαλία, που «τόσο μας είχε βοηθήσει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας» κι έτσι «να γίνουμε καλύτεροι».

Η Οργάνωση, λοιπόν, ταύτιζε την «Αγάπη για την Ανθρωπότητα» με τον προσηλυτισμό και άλλων στις διδαχές της. Και, βέβαια, οι οικονομικές και άλλες υλικές παροχές ήταν πάντα το μέσον με το οποίο η Κίνηση θα γινόταν πιο δελεαστική και αξιόμαχη στο «χρηματιστήριο των ιδεών και των δογμάτων». Κι ακόμη, ο ελεύθερος χρόνος, στην αρχή κι όλος ο χρόνος αργότερα του πιστού γίνονταν προσφορά σ' αυτού του είδους την αντίληψη περί αγάπης προς τον συνάνθρωπο, από τον οποίο σε χώριζε, στην ουσία, η διδασκαλία περί Κάρμα και το δόγμα περί του Προσωπικού Δρόμου του καθενός μας.
 
Το νέο δόγμα

Η άγνοια βασικών δογμάτων της Εκκλησίας επέτρεψαν στην Οργάνωση να δελεάσει πολλούς από εμάς με την χριστολογία της.

Παρουσιάζοντας τον Κύριο μας Iησού Χριστό, αρχικά, σαν τον «μεγαλύτερο Αβατάρ (διδάσκαλο, πνευματικό οδηγό), που γνώρισε ποτέ ο κόσμος» -κάτι, που φυσικά, δεν θα επιχειρούσε, αν ασκούσε τον προσηλυτισμό της σε κάποια από τα κράτη του Ισλάμ- μας καθησύχασε αρχικά για να μας σερβίρει στη συνέχεια το δόγμα της περί «Χριστικής Κατάστασης» -δόγμα κοινό στον αποκρυφισμό, στην Θεοσοφία και σε κάποιες από τις ανατολικές θρησκείες- όπου οι πάντες μπορούν να γίνουν θεοί και αβατάρ.

Έτσι, έγινε σταδιακά αποδεκτός και στην δική μου συνείδηση ο αρχηγός και μεσσίας της Οργάνωσης σαν ο Χριστός αυτής της συγκεκριμένης εποχής, της Υδροχοϊκής Εποχής, ενώ ο Κύριος Ιησούς παραμερίστηκε στην προηγούμενη εποχή, των Ιχθύων.

Φαίνεται όμως, ότι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός «βαστούσε γερά μέσα μου» γιατί, θυμάμαι, παραμονή Χριστουγέννων, στο Κέντρο μου, που ίδρυσα στη Θεσσαλονίκη, «οδήγησα μια Αλυσίδα» δικής μου εμπνεύσεως -οι «Αλυσίδες» είναι ειδικές πρακτικές, του «Εσωτερικού Κύκλου Μύησης», που περιλαμβάνουν ομαδικές επικλήσεις και άλλες άποκρυφιστικές διαδικασίες- και παρά το αυστηρά καθορισμένο Τυπικό των πρακτικών αυτών, εγώ αφιέρωσα την Αλυσίδα στον «Διδάσκαλο Ιησού Χριστό», που γεννιόταν την ώρα εκείνη.

Πιστεύω ότι στις δύσκολες εκείνες ήμερες της αποστασίας μου ο Θεός δεν με εγκατέλειψε ούτε στιγμή, παρά την υποτυπώδη θρησκευτική μου παιδεία.

Ένα άλλο σημείο, που εκμεταλλεύθηκε η Οργάνωση στην περίπτωση μου -και πιστεύω και σε άλλες περιπτώσεις γενικά- ήταν η επιθυμία μου να βελτιώσω τον εαυτό μου, να απαλλαγώ από τα ελαττώματα μου.

Στο σημείο αυτό η Οργάνωση κηρύττει ότι ο εγωισμός (η υπερηφάνεια) είναι από τα βασικότερα ελαττώματα και προτρέπει, δήθεν, προς την ταπείνωση για να διακηρύξει αμέσως μετά ότι ο απαλλασσόμενος από τα ελαττώματα γίνεται ο «Υπεράνθρωπος, που λαμβάνει ρομφαία πυρός και κάθεται σε θρόνο και κυβερνά».

Ακόμη, η Οργάνωση διδάσκει ότι η λαγνεία είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα κι ότι ο άνθρωπος πρέπει να φθάσει στον τέλειο εξαγνισμό, αλλά σαν λύση προτείνει την «Σεξουαλική Αλχημεία», δηλαδή, μια σεξουαλική πρακτική που συνήθως οδηγεί στον σεξουαλικό υπερκορεσμό.

Πολύ σύντομα κατανόησα ότι δεν ήμασταν «ελεύθεροι αναζητητές της αλήθειας», αλλά οπαδοί μιας συγκεκριμένης πίστης, έτσι όπως την είχε διαμορφώσει ο αρχηγός της Κίνησης. Όμως την εποχή εκείνη, η Οργάνωση φαινόταν να είναι για μένα το παν, την στιγμή, που οι γέφυρες με τον παλιό κόσμο είχαν κοπεί και η Κίνηση προσφερόταν να καλύψει την κάθε ανάγκη μου.

Η Οργάνωση ήταν η οικογένεια μου, η φιλική μου συντροφιά, ο χώρος όπου δεχόμουνα την αναγνώριση μου, το πεδίο της πνευματικής μου αναζήτησης.

Η Οργάνωση φρόντιζε να με αποδεσμεύσει από κάθε άλλη, εκτός αυτής, εξάρτηση, διαβολοποιώντας τα πάντα και καλλιεργώντας ένα έντονο κλίμα δεισιδαιμονίας, όπου παντού καιροφυλακτούσαν αγαθά και κακοποιά πνεύματα, θεοί και δαίμονες απέναντι στους οποίους πρέπει να βρίσκεται κανείς συνεχώς σε επιφυλακή.

Έτσι ο «νεοφώτιστος» προγραμματίζεται αρχικά από την ίδια την διδασκαλία και ενθαρρύνεται στον αυτοπρογραμματισμό αργότερα με ειδικές πρακτικές, όπως η «Μετατροπή των Εντυπώσεων» κατά την οποία υποχρεούται να «επεξεργάζεται» στην αρχή διανοητικά και αργότερα «συνειδητά» (αυτόματα, χωρίς σκέψη), τις θετικές ή αρνητικές εντυπώσεις, που τον προκαλούν και να επιλέγει την εκάστοτε αντίδραση του.

Το βόλεμα, λοιπόν, στην Οργάνωση είναι ένα βασικό στοιχείο για την παραμονή του θύματος σ' αυτήν, ακόμη κι όταν υπάρχουν οι διάφορες αντιρρήσεις και αμφιβολίες.

Ένα άλλο από τα τεχνάσματα, που η Οργάνωση χρησιμοποιούσε ήταν η καλλιέργεια ενός κλίματος φόβου απέναντι στον υποτιθέμενο «διωγμό», που η κρατούσα θρησκεία θα εξαπέλυε εναντίον μας αν πληροφορούνταν την ύπαρξη της Οργάνωσης και την διδασκαλία μας. Αν και η μόνη πολεμική, που εγώ προσωπικά δέχθηκα στις διαλέξεις μου ήταν δύο ή τρεις αδύναμες αντιπαραθέσεις, υπό την μορφή ερωτήσεων, τις όποιες εξουδετέρωσα εύκολα, μιας και οι άνθρωποι, που τις επιχείρησαν στερούνταν στοιχείων επί της διδασκαλίας των «Γνωστικών». Μου έδωσαν τη δυνατότητα να μπερδέψω τα πράγματα τη στιγμή, που το ακροατήριο αγνοούσε τα βασικά δόγματα της Ορθοδοξίας.

Κάποτε, πάλι, ο ιερέας της ενορίας, όπου είχα το Κέντρο, στη Θεσσαλονίκη, με κάλεσε να συζητήσουμε, αλλ’ εγώ απέφυγα την πρόσκληση.
 
Η επιστροφή

Η πιο σοβαρή αντιπαράθεση απόψεων υπήρξε του π. Αντώνιου Αλεβιζόπουλου, όταν κάποτε, άγνωστος σε μένα τότε, μου τηλεφώνησε και επί μία ώρα προσπάθησε να με ευαισθητοποιήσει επάνω στις διαφορές μεταξύ της Ορθοδοξίας και των διδασκαλιών της Οργάνωσης.

Η προσπάθειά του αυτή, μου είχε δημιουργήσει, θυμούμαι, μεγάλη πίεση γιατί δεν κατανοούσα την ανάγκη μιας τέτοιας αντιπαράθεσης την στιγμή, που ήμουν τότε πεπεισμένος ότι «όλες οι θρησκείες οδηγούν τελικά στην αλήθεια» κι ότι «εμείς, οι Γνωστικοί δεν προσπαθούμε να πείσουμε κανένα. Έρχεται σε μας μόνος όποιος είναι έτοιμος γι' αυτό».

Βέβαια η διακριτική παρουσία του π. Αντώνιου και της «Πανελλήνιας Ένωσης Γονέων για την Προστασία της Οικογένειας και του Ατόμου» συνόδευσε την περαιτέρω πολιτεία μου με την μορφή βιβλίων και συμβουλών προς τους δικούς μου, μέ¬χρι να ωριμάσει μέσα μου ο Κύριος τη στιγμή της αποδέσμευσης μου από την πλάνη.

Το πιο βασικό στην φάση αυτή της ζωής μου ήταν το γεγονός ότι ποτέ δεν είχα υποψιασθεί, μέχρι την στιγμή εκείνη, ότι στην Ορθοδοξία υπάρχει μια ανεξάντλητη παρακαταθήκη πνευματικότητας, μυστηριακής ζωής, υγιούς μεταφυσικής εμπειρίας -που ο πιστός μπορεί να γευθεί αν ο Θεός το επιτρέψει κι αν είναι προς το συμφέρον του-, αληθινής ταπείνωσης και αγάπης ενώ στον αποκρυφισμό μόνο μιζέρια και εγωισμό και δαιμονιώδεις καταστάσεις μπορεί να αποκομίσει ο «αναζητητής».

Όλα τα ανωτέρω τα είχα ακούσει, από μικρό παιδί, να λέγονται πολλές φορές, ήταν όμως σα να τα ανακάλυπτα για πρώτη φορά μόνο όταν επιθύμησα να ζήσω λειτουργικά εν Ιησού Χριστώ, μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Έτσι, σήμερα αν και αμαρτωλός, ανήκοντας όμως στο Σώμα του Χρίστου, την Εκκλησία, ελπίζω κι εύχομαι για τον εαυτό μου, τους δικούς μου, τον κόσμο ολόκληρο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά για τον άνθρωπο από την αίρεση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά από το να μη μπορείς να δεις την Πηγή του Φωτός και της Σωτηρίας. Να νομίζεις ότι βαδίζεις στο Φως, όταν βυθίζεσαι όλο και περισσότερο σε πυκνότερο σκοτάδι.
Αλλά, ας εξετάσουμε τα πράγματα πιο αναλυτικά κι από την αρχή....


Συνεχίζεται...



ΥΠΗΡΞΑ
ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΓΝΩΣΤΙΚΩΝ
 
 
Γιώργου Καραϊσαρίδη

Αθήνα 2013

(Μέρος Β')


Η πρώτη γνωριμία.

Η γνωριμία μου με τον Ρομπέρτο Ερρέρα έγινε το καλοκαίρι του 1981. Ήταν σ' ένα υπόγειο, εσωτερικό διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας στο Παγκράτι. 

Είχα οδηγηθεί εκεί από ένα μικρό, κακότεχνο έντυπο, πετα-μένο στην είσοδο του γραφείου μου, που προσκαλούσε σε «συναντήσεις» για την «ανακάλυψη της χαμένης γνώσης του παρελθόντος και του Εαυτού». 

Η διατύπωση ήταν ακατάληπτη σε μεγάλο βαθμό κι αυτό ήταν που κίνησε την περιέργειά μου και τηλεφώνησα για μία συνάντηση. 

Ένα τραπεζάκι πλιάν, πέντε καρέκλες καφενείου κι ένας ετοιμόρροπος, ξύλινος καναπές ήταν όλος ο εξοπλισμός του χώρου της «διάλεξης». Όμως, το μικρό δωμάτιο με την φτωχική επίπλωση δεν φαινόταν να μειώνει καθόλου την ζεστή ατμόσφαιρα, που είχε κατορθώσει να δημιουργήσει ο αλλοδαπός ομιλητής στους 11 ακροατές, που με δυσκολία προσπαθούσαν να καταλάβουν τα σπασμένα του ελληνικά. 

Εκάθησα ανάμεσα στους άλλους προσπαθώντας να προσαρμοσθώ στο γενικό κλίμα και στον χείμαρρο των «πληροφοριών». 

«Τα ελαττώματα του ανθρώπου που πρέπει να εξαλειφθούν», «Χαμένοι πολιτισμοί Ατλαντίδας και Λεμουρίας», «Ο πραγματικός Εαυτός, που πρωτοέρχεται στον Φυσικό Κόσμο σαν Ουσία και περνά από το Ορυκτό, το Φυτικό και το Ζωικό Βασίλειο πριν γίνει άνθρωπος»… Αυτά ήταν λίγα από όσα ο Ερρέρα ανακάτεψε στη διάλεξή του, την πρώτη εκείνη ημέρα της γνωριμίας μας. 

Προς το τέλος, μας είπε ότι διαλέξεις θα γίνονται Δευτέρα και Τετάρτη στις 7 μ.μ. κι όποιος θέλει, μπορεί να τις παρακολουθεί δωρεάν. «Απεκάλυψε» δε, μετά από σχετική ερώτηση, ότι «την διδασκαλία αυτή την έδωσε στον κόσμο ο Σαμαέλ Αούν Βεόρ, μεγάλος φιλόσοφος και ανθρωπολόγος που έγραψε 70 βιβλία... κ.τ.λ.». 

Το ότι όλα τα παραπάνω ήταν σκέτος αποκρυφισμός και παραθρησκεία δεν αναφέρθηκε, φυσικά. Άλλωστε, μια τέτοια αναφορά δεν θα είχε, τότε, επάνω μου καμία βαρύτητα. 

Τελείωσε λέγοντας, ότι με βάση αυτή τη διδασκαλία, είχε διαμορφωθεί μια διεθνής κίνηση, που με κέντρο την Κολομβία και το Μεξικό είχε διαδοθεί παντού και που αριθμούσε πολλά εκατομμύρια ανθρώπων(sic), ότι η Γνώση πάντα συνοδεύει τον άνθρωπο στο «Εσωτερικό» από τα πανάρχαια χρόνια και ότι όλοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι -Όμηρος, Πλάτων, Πυθαγόρας- «γνώριζαν τον Εαυτό τους» και μόνον έτσι μπορούσαν να «γνωρίσουν το σύμπαν και τους θεούς». 

Πρόσθεσε ακόμη, ότι στην Ελλάδα η κίνηση ονομαζόταν «Γνωστική Ανθρωπολογία» και ότι είχε τα «Κλειδιά» για την απόκτηση της Γνώσης. Κλειδιά, οι Γνωστικοί ονομάζουν τις «τεχνικές», που ασκούν για την απόκτηση δήθεν αυτοσυνειδησίας.
 
 

Καθοριστικές αποφάσεις. 

Το καλοκαίρι εκείνο, καθώς και τα δύο χρόνια που είχαν προηγηθεί υπήρξαν μια καθοριστική περίοδος της ζωής μου. 

Ήμουν 40 χρονών. Είχα βγει μόλις από μια ταραγμένη οικογενειακή κατάσταση. Ήμουν καταξιωμένος κοινωνικά και επαγγελματικά. Είχα περάσει όλη σχεδόν την μέχρι τότε ζωή μου υλιστικά και ωφελιμιστικά, χωρίς υπαρξιακούς προβληματισμούς. Ήμουν οικονομικά ανεξάρτητος. 

Ήταν ακριβώς η εποχή που μου χρειαζόταν μια ιδεολογία. Είχα ήδη επαφή με ομάδες ψυχολογίας και στο παρελθόν, είχα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα U.F.O. και την «παραψυχολογία». 

Στις εβδομάδες που ακολούθησαν παρακολούθησα ανελλιπώς τις διαλέξεις, μαζί με αρκετούς από τους πρώτους ακροατές. 

Τα θέματα στρέφονταν κυρίως γύρω από την «Γνώση του Εαυτού και την Εκμηδένιση του Εγώ». 

Το «Εγώ», η Οργάνωση το ταυτίζει με τα ελαττώματα. 

Το να γίνει κανείς καλλίτερος είναι κάτι που, φαντάζομαι, ο καθένας το θέλει. Έτσι, μια διδασκαλία που φαίνεται να σε οδηγεί προς μία τέτοια κατεύθυνση γίνεται εύκολα αποδεκτή, σαν μία «καλή διδασκαλία». 

Σε δύο μήνες, είχαμε μείνει 7 άτομα, διψασμένα για περισσότερη «γνώση».  

Όταν τελείωνε η ομιλία, μαζευόμασταν στην είσοδο της πολυκατοικίας και συζητούσαμε για ώρα πολλή. Αισθανόμασταν ότι το κοινό ενδιαφέρον μάς έδενε. 

Εκεί στην είσοδο, πάρθηκαν και μερικές από τις καθοριστικές, για την περαιτέρω «σταδιοδρομία» μας στην Οργάνωση , αποφάσεις.
 

Οι «διεθνείς απεσταλμένοι». 

Κάποια φορά, ο Νίκος Ζ. πρότεινε να μαζέψουμε και να δώσουμε στο ζεύγος Ερρέρα χρήματα, για τις βασικές τους ανάγκες. 

Είχαμε τώρα πια γνωρίσει και τη Γιολάντα Φερρέρα, την σύζυγο. 

Το ζευγάρι φαινόταν να ζει στο υπόγειο δυάρι στερούμενο και τα πλέον απαραίτητα. 

Στο δεύτερο δωμάτιο η «επίπλωση» ήταν δύο κομμάτια αφρολέξ στο πάτωμα, αντί για στρώματα και μερικά αποκρυφιστικά πόστερς στους τοίχους. 

Στην κουζίνα, δύο «μάτια» υγραερίου αποτελούσαν τον μόνο εξοπλισμό, ενώ έλειπε το ψυγείο. 

Το σκηνικό αυτό ήταν αρκετό για να ενεργοποιήσει 7 ανθρώπους, που ένοιωθαν να τους δένει το κοινό ενδιαφέρον και κά-ποιο είδος ευγνωμοσύνης προς αυτόν που «αφιλοκερδώς» τους εκπαίδευε για να «γίνουν καλύτεροι». 

Έτσι, συγκεντρώθηκε το πρώτο ποσόν, που ο «εκπαιδευτής» το δέχθηκε με περίεργο χαμόγελο και χωρίς ευχαριστίες. 

Με την πάροδο του χρόνου, μάθαμε κι άλλες λεπτομέρειες για το ζευγάρι των «διεθνών απεσταλμένων» -έτσι ονομάζει η Οργάνωση όσους εγκαθίστανται σε χώρα που «δεν υπάρχει η Γνώση» για να διαδώσουν την διδασκαλία του Βεόρ. 

Ο Ερρέρα ήταν από το Σαλβαδόρ. Τον είχε στείλει, μάς έλεγε, η κυβέρνηση για σπουδές στην Ισπανία και είχε διαβατήριο «αξιωματικού» (sic). 

Στο Σαλβαδόρ είχε «πάρει τη Γνώση» και στην Ισπανία είχε δημιουργήσει «γνωστική ομάδα», που όμως «δεν ήταν αποφα-σισμένη να δουλέψει σκληρά στο Μεγάλο Έργο του Πατέρα». Έτσι κι αυτός τους άφησε και με τη γυναίκα του ήλθε στη χώρα μας.
  

«Σεξουαλική μαγεία». 

Κάθε γνωστικός, μας έλεγε ο Ερρέρα, έχει ανάγκη από μία γυναίκα για την «Αυτοπραγμάτωση του Είναι». Χωρίς γυναίκα, δεν υπάρχει «Δουλειά στην Αλχημεία», στον «Δεύτερο Παράγοντα» και χωρίς «Αλχημεία», η «Αυτοπραγμάτωση» είναι αδύνατη. 

Όλοι οι μεγάλοι μύστες, έλεγε, Βούδας, Κρίσνα, Ιησούς, Μωάμεθ, Ερμής Τρισμέγιστος, όλοι είχαν τις συζύγους τους, τις ιέρειές τους, γιατί μόνο με την Αλχημεία, την «Σεξουαλική Μαγεία», φθάνει κανείς στην Αυτοπραγμάτωση. Ο «Δάσκαλος» -ο Βεόρ, δηλαδή- είχε κι αυτός τη νόμιμη σύζυγό του και «δούλευε στην Αλχημεία» όσο αυτή ήταν γόνιμη. 

Στην εύλογη απορία μας, τί έκανε ο «Δάσκαλος» όταν η νόμιμη σύζυγος έπαυσε να είναι «γόνιμη», ο Ερρέρα, συχνά, μάς διαβεβαίωνε ότι ένας μύστης, όταν ξεπεράσει τις δυνατότητες της νόμιμης συζύγου, μπορεί να «δουλεύει» με μία «ντακίνη» (θηλυκή θεότητα του ινδουισμού) στο «Αστρικό Επίπεδο», αλλά και στο «Φυσικό Επίπεδο» ακόμη, όταν η σύζυγος δεν είναι πλέον ικανή. 

Για να δουλέψει ένας γνωστικός στην Αλχημεία, έλεγε, πρέπει να είναι παντρεμένος, όταν όμως «ξεπεράσει» το «Φυσικό Σώμα» και το «Φυσικό Επίπεδο» υπάρχουν άλλες σχέσεις. Υπάρχουν ζευγάρια που είναι παντρεμένα στο «Αστρικό» και στο «Διανοητικό Επίπεδο» και στο «Φυσικό Επίπεδο» δεν είναι, όπως υπάρχουν και ζευγάρια, που ήταν σύζυγοι σε κάποια «προηγούμενη ύπαρξη» και στην ύπαρξη αυτή είναι αδέλφια ή μητέρα και γιος κτλ. 

Για όσους δεν κατάλαβαν και πολλά από το «γνωστικό» αυτό ανακάτεμα, πρέπει να διευκρινίσω ότι για την Οργάνωση η γυναίκα από τη φύση της θεωρείται υποδεέστερη του άνδρα -λένε, απλώς, διαφορετική- ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να έχει γι αυτούς σημασία αφού η «Ουσία» του ανθρώπου, όπως ισχυρίζονται, «μετενσαρκώνεται» χιλιάδες φορές κι άλλοτε «επιστρέφει» στον «Φυσικό Κόσμο» σαν άνδρας, άλλοτε σαν γυναίκα. 

Ακόμη, πιστεύουν ότι για την γυναίκα, «δουλειά στην Αλχημεία» δεν μπορεί να υπάρξει μετά την εμμηνόπαυση ενώ ο άνδρας έχει το δικαίωμα να «ασκείται» μέχρι βαθύ γήρας. 

«Αλχημεία» ή «Σεξουαλική Μαγεία» ονομάζουν οι οπαδοί του Βεόρ μία σεξουαλική διαδικασία, μία μορφή «τάντρα γιόγκα» που πραγματοποιούν, στη διάρκεια της οποίας απαγορεύεται ο οργασμός, η εκσπερμάτωση.
 
 

Μοιχεία. 

Πληροφορηθήκαμε, λοιπόν, ότι κι ο Βεόρ, όταν η νόμιμη σύζυγός του, Λιτελάντε, δεν ήταν πια γόνιμη, άρχισε να «ασκείται» με κάποια μαθήτριά του στο «Φυσικό Επίπεδο» –σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, δηλαδή- με τις «ευλογίες» της Λιτελάντε, που «κι αυτή ήταν μία Μεγάλη Δασκάλα κι είχε κατανόηση». 

Κάποτε ο Ερρέρα μας είπε ότι αν ποτέ παρουσιαστή κανένας αλλοδαπός, όταν εκείνος θα έλειπε, και ζητήσει να μπει ή να μείνει στο «Κέντρο», εμείς να μην το επιτρέψουμε. 

Αυτό ειπώθηκε όταν πια είχαμε αλλάξει «Κέντρο». Είχαμε, δηλαδή, μεταφέρει την Οργάνωση  σε ένα μεγάλο πεντάρι, 150 τ.μ. που το νοικιάσαμε και το εξοπλίσαμε με δικά μας χρήματα. 

Γεννήθηκαν, φυσικά, κάποιες απορίες, που εύκολα τις διασκέδασε λέγοντάς μας ότι υπήρχαν «κάποιοι», που η κίνηση τους είχε διώξει και που ήταν «μαύροι μάγοι». Αυτός ήταν ένας προσφιλής χαρακτηρισμός για τον κάθε διαφωνούντα ή αντιτιθέμενο προς τον Ερρέρα και την Οργάνωση. 

Σε νέες ερωτήσεις, μας «απεκάλυψε» ότι ένας από τους πρώτους μαθητές του Βεόρ, ο Χούλιο Μεδίνα, τον κατηγόρησε λίγο πριν τον θάνατό του -ο Βεόρ πέθανε το 1978- ότι διέπραττε μοιχεία με την εν λόγω μαθήτριά του και στη συνέχεια τον «πρόδωσε» και ξεσήκωσε πολλούς Γνωστικούς εναντίων του. 

Κοντά στον Βεόρ στάθηκε μόνον ο «πρώτος και πιο αγαπημένος του μαθητής», ο Ραβολού, που από την Κολομβία στήριξε τον «Δάσκαλο». Ο Ραβολού ήταν, κατά τον Ερρέρα, κι ο μόνος άλλος «Δάσκαλος» της κίνησης εκτός, φυσικά, από την «Δασκάλα», την σύζυγο του Βεόρ, Λιτελάντε. 

Σε μία Οργάνωση , που ο αρχηγός είναι ο «απεσταλμένος του θεού» ή, στην περίπτωσή μας, ο ίδιος ο «θεός» ή, τουλάχιστον, «ένας από τους άπειρους θεούς του σύμπαντος», αυτά που συνήθως ισχύουν για τους κοινούς θνητούς δεν ισχύουν, φυσικά, για τον «θεό». 

Έτσι, η μοιχεία ή ό,τι φαίνεται στα μάτια των «αμύητων» σαν μοιχεία δεν συνεπάγεται ότι είναι αυτό που φαίνεται. Όλα, για τους Γνωστικούς είναι θέμα οπτικής γωνίας και, φυσικά, οι νόμοι αυτού του κόσμου δεν ισχύουν σε «άλλους κόσμους». 

 

Ο «μύστης» είναι «πάνω από τους νόμους των ανθρώπων». 

Το πώς ο Χούλιο Μεδίνα, από τους πρώτους μαθητές του Βεόρ, που «γνώριζε συνειδητά τους Εσωτερικούς Κόσμους» θεώρησε ότι ο «Δάσκαλος» διέπραξε μοιχεία, αυτό, ο Ερρέρα δεν μας το εξήγησε ποτέ. Αλλά κι εμείς τυφλωμένοι από την επιθυμία να ανήκουμε στην κίνηση αυτή, που τόσα θαυμαστά υ-ποσχόταν, δεν κάναμε πολλές ερωτήσεις.
 
 

Οι «τεχνικές». 

Πολύ γρήγορα τις «διαλέξεις» αντικατέστησαν οι «πρακτι-κές». Η Οργάνωση  διαθέτει έναν ατελείωτο αριθμό από «πρακτικές». 

Στην αρχή ο μαθητής «μαθαίνει να συγκεντρώνεται», να μένει, δηλαδή, ακίνητος επί ώρα πολλή, συγκεντρώνοντας την προσοχή του σε κάποιο αντικείμενο (ένα ποτήρι νερό, μία πέτ-ρα κτλ.), «μέχρι, που σώμα, σκέψεις και συναισθήματα παύ-ουν να υπάρχουν γι αυτόν και γίνεται ένα με το αντικείμενο πάνω στο οποίο είναι συγκεντρωμένος».
 
 

Εξάρτηση. 

Σύντομα, η εξάρτηση από τον «εκπαιδευτή» μας, άρχισε να είναι έντονα φανερή. 

Το διαπίστωσα όταν δημιουργήθηκε κάποιο πρόβλημα με τον προϊστάμενο στην εργασία μου και η πρώτη μου σκέψη ήταν: «Γιατί να μη συμβουλευθώ το Ρομπέρτο»;
Αργότερα διαπίστωσα ότι σχεδόν όλοι από την ομάδα μας είχαν κάνει την ίδια σκέψη πολύ πριν από μένα. 

Κάποτε, ο Ερρέρα, «μελετούσε» το χέρι του Βασίλη Β. 

Η Οργάνωση  ασκεί και τη χειρομαντεία, μεταξύ άλλων. 

Ο Βασίλης, ένα νέο παιδί, 20 χρονών τότε, αρραβωνιασμένος με την Νατάσσα Κ., είναι σήμερα παντρεμένος και δυστυχώς, από τα βασικά στελέχη της οργάνωσης. 

Ο «χειρομάντης», αφού «μελέτησε» επί ώρα πολλή το απλωμένο χέρι συνοφρυωμένος κι αφού άφησε την αγωνία του Βασίλη να κορυφωθεί, δήλωσε με φωνή περισπούδαστη ότι η «γραμμή της ζωής ήταν κοντή και κοβόταν απότομα». 

Κατάχλωμος, ο Βασίλης ζήτησε να μάθει περισσότερα. 

Ο Ερρέρα τότε του εξήγησε ότι… θα πεθάνει σύντομα. 

Μετά από αρκετό καιρό, αφού ο Βασίλης παντρεύτηκε τη Νατάσσα κι άρχισαν «να δουλεύουν στην Αλχημεία», ο Ερρέρα «ξανακοίταξε» το χέρι του Βασίλη. Τη φορά αυτή το ύφος του ήταν τελείως διαφορετικό. Το πρόσωπό του έλαμπε με το χαρακτηριστικό εκείνο χαμόγελο, που ήξερε ότι συνεπαίρνει το ακροατήριό του: «Ξανακόλλησε» φώναξε. «Η γραμμή της ζωής του Βασίλη ξανακόλλησε, μόλις άρχισε τη δουλειά στην Αλχημεία. Τώρα, σίγουρα, θα ζήσει πολλά χρόνια». 

Μία άλλη, εξ ίσου χαρακτηριστική περίπτωση σχετίζεται με τον Τάκη Β., αδελφό του Βασίλη. Ο Τάκης ήταν ο μεγαλύτερος από τα δύο αδέλφια. Έπασχε από μεσογειακή αναιμία. Σήμερα δεν βρίσκεται, δυστυχώς, στη ζωή. Ο Τάκης ήταν ένα συμπαθέστατο παιδί, που το πρόβλημα της αρρώστιάς του τον έκανε ιδιαίτερα ευάλωτο σε κάθε είδους εξαρτήσεις.
 
 

Αποκρυφιστικές, «θεραπευτικές συνταγές». 

Θα πρέπει τα δυο αδέλφια, από τον πρώτο κιόλας καιρό, να είχαν συμβουλευθεί τον Ερρέρα σχετικά με το πρόβλημα του Τάκη. Γεγονός είναι πάντως ότι ο «εκπαιδευτής» μας μία μέρα, σε συζήτηση με την ομάδα μας, είπε ότι ο «Δάσκαλος» είχε γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο με «αρχαίες συνταγές για όλες τις θεραπείες». 

Το βιβλίο αυτό μεταφράστηκε από την ομάδα μας δύο χρόνια αργότερα κι ενώ εγώ ήμουν στη Θεσσαλονίκη, έχοντας την ευ-θύνη του εκεί «Κέντρου», το οποίο είχα δημιουργήσει και εξοπλίσει με προσωπική εργασία και χρήματα. 

Ο Ερρέρα μου έδωσε να διαβάσω τα χειρόγραφα. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε, διαβάζοντας τις «αρχαίες συνταγές», ότι σε πολλές από αυτές βασικό συστατικό ήταν τα περιττώματα ζώων. 

Για την θεραπεία του Τάκη, με βάσει προφανώς τις «συνταγές» του «Δασκάλου», ο Ερρέρα διέγνωσε ότι πρέπει να γίνουν ενέσεις με συκώτι βοδινό. 

Τις ενέσεις αυτές, μου ανέθεσαν να τις κάνω εγώ γιατί είχα, σαν πρώην πρόσκοπος, την σχετική πείρα. 

Ο Ερρέρα έδωσε τις «κατάλληλες» οδηγίες. Το βοδινό συκώτι έπρεπε να βράσει μέχρι να γίνει πολτός και να φυλαχτεί σε γυάλινο δοχείο, στο ψυγείο. Από αυτό θα γίνονταν οι ενέσεις, μία κάθε μέρα. 

 

Η «θεραπεία» άρχισε. 

Έκανα την πρώτη υποδόρια ένεση στο αριστερό μπράτσο του Τάκη. Την άλλη, την επομένη ημέρα, στο δεξί. Την τρίτη ένεση την έκανα στον δεξί μηρό, κατόπιν υποδείξεως του «εκπαιδευτή» μας, επειδή ο Τάκης παραπονέθηκε για πόνο και φαγούρα στα μπράτσα. Την επομένη, μας απέμενε ο αριστερός μηρός ενώ τα μπράτσα του αρρώστου είχαν πρησθεί κι είχε φοβερούς πόνους. 

Ο Ερρέρα αποφάσισε να σταματήσουμε τις ενέσεις και να περιμένουμε λίγο. 

Ο Τάκης δεν ήλθε την άλλη μέρα στο «Κέντρο». Μετά δυο μέρες, ο Βασίλης μας είπε ότι έφεραν χειρουργό, που άνοιξε και τα τέσσερα αποστήματα που είχαν δημιουργηθεί στα πόδια και τα χέρια του αρρώστου, ο οποίος ήταν τώρα καλύτερα. 

Μετά από αυτό, ο «εκπαιδευτής» μας, δήλωσε ότι το παρασκεύασμα, σίγουρα, είχε χαλάσει και γι αυτό είχε πειράξει τον Τάκη. 

Εκτός από το παραπάνω είδος θεραπείας, οι Γνωστικοί χρησιμοποιούν και πληθώρα άλλων «πρακτικών», που προβλέπουν «επίκληση αγαθών πνευμάτων», που με την δική τους συμμετοχή «πραγματοποιείται η θεραπεία». 

Η διαδικασία είναι η εξής: Ας υποθέσουμε ότι κάποιος από τους Γνωστικούς υποφέρει από κρυολόγημα και κάποιος άλλος αναλαμβάνει την θεραπεία. 

Το «φάρμακο» για το κοινό κρυολόγημα είναι το δενδρολίβανο, όμως παρασκευασμένο με «συγκεκριμένο τρόπο». 

Ο «θεραπευτής» βρίσκει το φυτό, κάπου στη εξοχή κι αφού σταθεί μπροστά στον θάμνο, με τα μάτια κλειστά, συγκεντρώνεται και προσεύχεται στον «θεϊκό του πατέρα» να διατάξει τον «μεσολαβητή των στοιχείων της φύσεως» να «εργάζεται» με τον «αθώο άγγελο» του φυτού για να θεραπεύει το κρυολόγημα του αρρώστου... (αναφέρεται το όνομα του αρρώστου). 

Στη συνέχεια, κάνει τρεις κύκλους γύρω από το φυτό «από αριστερά προς τα δεξιά».
Όσο πιο γρήγορα μπορεί –«για να μην προξενήσει αναίτιο πόνο στο φυτό»-, κόβει όσα κλαδιά του χρειάζονται. 

Στο σπίτι του, ενώ παρασκευάζει το ρόφημα, προσεύχεται στον «θεϊκό του πατέρα» να διατάξει τον «μεσολαβητή των στοιχείων της φύσεως» να «εργάζεται» με τον «αθώο άγγελο» του δενδρολίβανου για να πραγματοποιούν την θεραπεία του... (αναφέρεται το όνομα του αρρώστου). 

Αυτή η διαδικασία ακολουθείται κάθε φορά που παρασκευά-ζει το ρόφημα. 

Όταν ο άρρωστος γίνει καλά -και είναι πιθανόν κάποτε να γίνει καλά, αν πρόκειται για απλό κρυολόγημα-, ο «θεραπευ-τής» προσεύχεται στον «θεϊκό του πατέρα», τον ευχαριστεί και του ζητά συγχρόνως, μέσω του «μεσολαβητή» να απόλυση τον «αθώο άγγελο του φυτού» ώστε να επιστρέφει αυτός στο δενδρολίβανο.
 
 

Ναρκωτικά. 

Τέτοιες «θεραπείες» πραγματοποιήθηκαν πολλές στα δύο χρόνια, που παρέμεινα στην Οργάνωση.
Σε συζήτηση που είχαμε κάποτε με τον «εκπαιδευτή» μας, ο Ερρέρα μας είπε ότι ο «Δάσκαλος» γράφει σε κάποιο βιβλίο του ότι μπορούν οι «μαθητές» να χρησιμοποιούν διάφορες «φυσικές ουσίες» για να βοηθούνται στη συγκέντρωση και στον Διαλογισμό. 

Μας ανέφερε διάφορες ουσίες άγνωστες, μεταξύ των οποίων και «τον χυμό που βγαίνει από ένα κάκτο στο Μεξικό και που τον λένε πεϋότλ». 

Με δικαιολογημένη έκπληξη ρώτησα: «Το πεϋότλ δεν είναι το γνωστό ναρκωτικό; Πώς ο Δάσκαλος Σαμαέλ, που καταδικάζει τα ναρκωτικά στο βιβλίο του «Η Μεγάλη Ανταρσία», μας προτείνει εδώ τη χρήση ενός ναρκωτικού; 

Ο «εκπαιδευτής» μας δεν απάντησε αμέσως. Θυμάμαι μόνο ότι με κοίταξε διαπεραστικά. Τότε δεν είχα δώσει σημασία σ' αυτό το βλέμμα γιατί η ερώτησή μου υπήρξε πραγματικά αθώα και καλοπροαίρετη. Το μόνο που αρκέστηκε να πει ήταν: «Α! Είναι ναρκωτικό»;
Φυσικά, δεν αναφέρθηκε ποτέ ξανά στο πεϋότλ.
 
 

«Ο Ερκόλουμπους». 

Πολύ ενδιαφέρον έχει μία ενέργεια του Ερρέρα, που δείχνει τη νοοτροπία, που επικρατεί στις περισσότερες σέκτες και δίνει το μέτρο της ηθικής και της εντιμότητας, στη χρήση των διαφόρων μεθοδεύσεων. 

Δεν είχαν περάσει παρά λίγοι μήνες από την ένταξή μας στο «Κέντρο Γνωστικής Ανθρωπολογίας» κι ενώ το σύνολο της ομάδας των επτά έδειχνε έντονα προσηλωμένο στην ανάπτυξη της «Γνωστικής Κίνησης» στην Ελλάδα, ο εκπαιδευτής μας έθεσε το θέμα του «Τέλους αυτού του Κόσμου κι αυτής της Ανθρωπότητας». 

Το «διαστημικό» αυτό σενάριο έχει να κάνει με μια διδασκαλία του Βεόρ για τον πλανήτη «Ερκόλουμπους» του «ηλιακού συστήματος Τύλο» ο οποίος βρίσκεται δήθεν σε τροχιά πρόσκρουσης με τη Γη μας. 

Ο Ερκόλουμπους γνωστός σε κάποιους και ως Barnard1 ή Κόκκινος Πλανήτης ή Πλανήτης Χ –έχει γράψει κι ο Texe Marrs βιβλίο σχετικό μ’ αυτή την δοξασία- είναι ένα προσφιλές θέμα για τους αποκρυφιστές, τους UFOλόγους και διαφόρους που ονειρεύονται βιβλικές καταστροφές ή το «τέλος του Κόσμου». 

Κατά τον Βεόρ και άλλους –φήμες θέλουν και εξωγήινους, αλλά και τους Ιλλουμινάτι αναμεμειγμένους στο όλο θέμα- ο Ερκόλουμπους είναι πέντε φορές μεγαλύτερος από τον Δία και το ηλιακό του σύστημα (του Τύλο) συμπληρώνει μία πλήρη τροχιά περί το κέντρο του Γαλαξία κάθε 35.000 χρόνια. 

Το ηλιακό μας σύστημα σημειωτέον, συμπληρώνει την αντίστοιχη περιστροφή σε 25.000 χρόνια. 

Αυτό αποτελεί και τη βάση του δόγματος του αποκρυφισμού, που θεωρεί την προβολή του ηλίου μας στον ζωδιακό κύκλο σαν την έναρξη και τη λήξη «κοσμικών περιόδων» της τάξεως των 2.000 ετών, στη διάρκεια των οποίων εμφανίζεται, δήθεν, κι ένας νέος Μεσσίας ή Αβατάρ. 

Αφού, λοιπόν, κατά τους Αστρολόγους και τους λοιπούς αποκρυφιστές η «κοσμική περίοδος» των «Ιχθύων», που ξεκίνησε με την γέννηση του Ιησού Χριστού τελείωσε το έτος 2.000, αναμένεται, για την νέα «κοσμική περίοδο», την «Νέα Εποχή», την «Εποχή του Υδροχόου», ένας νέος Αβατάρ και σαν τέτοιον η κάθε σέκτα λογαριάζει τον δικό της αρχηγό. 

Έτσι κι ο Βεόρ θεωρείται από τους Γνωστικούς, ο νέος «Μεσσίας», ο «Χριστός αυτής της Περιόδου». 

Με βάση τώρα το δόγμα περί της δράσεως του Ερκόλουμπους, ο πλανήτης αυτός θεωρείται από τους «οπαδούς» του, υπεύθυνος, διαδοχικά, για την εξαφάνιση των δεινοσαύρων, την «εποχή των παγετώνων» και άλλες κοσμογονικές αλλαγές στην ιστορία του πλανήτη μας, καθώς με την διέλευσή του, κοντά από τη Γη, και λόγω της μάζας του, η ελκτική του δύναμη ενεργοποιεί σβηστά ηφαίστεια, μετατοπίζει τους πόλους της Γης και άλλα πολλά. 

Κατά τον Βεόρ, η διέλευση του Ερκόλουμπους, στο μεταφυσικό πλέον επίπεδο «θα παρασύρει τις Ουσίες των ανθρώπων που δεν πραγματοποίησαν την Εκμηδένιση του Εγώ (Πρώτος Παράγοντας), δεν Δούλεψαν στην Αλχημεία (Δεύτερος Παράγοντας) και δεν έδειξαν Αγάπη για την Ανθρωπότητα (Τρίτος Παράγοντας). Έτσι οι άνθρωποι αυτοί θα μεταφερθούν στον Ερκόλουμπους, όπου θα ξαναζήσουν μέσα από διαδοχικές μετεμψυχώσεις στο «Ορυκτό Βασίλειο», στο «Φυτικό Βασίλειο» και στο «Ζωικό Βασίλειο», επί εκατομμύρια χρόνια πριν μετενσαρκωθούν στην «Ανθρώπινη Ύπαρξη», όπου θα ζήσουν για 108 μετενσαρκώσεις. 

Για όσους δεν κατάλαβαν και πολλά, να πούμε ότι η διδασκαλία αυτή, κλασική διδασκαλίας του αποκρυφισμού, προϋποθέτει πίστη σε θεό απρόσωπο –θεϊκή κατάσταση- και την Ουσία αυτού του θεού να ανακυκλώνεται μέσα από την υλική κτίση, σε διάφορα στάδια εξέλιξης.

Κατά το δόγμα αυτό του αποκρυφισμού, ο άνθρωπος είναι «κατά φύση θεός», πεσμένος όμως στην ύλη από την οποία προσπαθεί να ξεφύγει, όταν το αντιλαμβάνεται (αφύπνιση της συνείδησης). Σ’ αυτήν του την περιπέτεια, και μέσα σε εκατομμύρια χρόνια, αρχίζει την ύπαρξή του σαν πέτρα (Ορυκτό Βασίλειο), την συνεχίζει σαν φυτό (Φυτικό Βασίλειο), αργότερα σαν ζώο (Ζωικό Βασίλειο) και τέλος σαν άνθρωπος. Αν δεν μπορέσει μέσα σε 108 ανθρώπινες μετενσαρκώσεις να γνωρίσει την «Γνώση» και να ξανακερδίσει την «θεϊκή του υπόσταση», δηλαδή να «Αυτοπραγματώσει την Ουσία» του, τον περιμένει η κάθοδος στο «κέντρο της Γης», σαν ορυκτό, όπου θα ξαναρχίσει την ίδια ανακύκληση για 3.000 ακόμη φορές.

Στο σενάριο αυτό μπαίνει τώρα και ο Ερκόλουμπους, στον οποίο, αν απορροφηθούν οι Ουσίες (ψυχές) των ανθρώπων, αυτοί χάνουν την δυνατότητα κι αυτής ακόμη της ανακύκλησης των δισεκατομμυρίων ετών και παραμένουν για πάντα στον Ερκόλουμπους (κόλαση).

Η οριακή στιγμή, που ο Κόκκινος Πλανήτης θα εμφανίζονταν και θα συνέβαιναν όλα τα παραπάνω είχε προσδιοριστεί από τον Βεόρ στα τέλη του εικοστού αιώνα.

Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 και με μια εικοσαετία μπροστά από τα γεγονότα, ο Ερκόλουμπους ήταν το προσφιλές θέμα για την ενεργοποίηση όσων θα έπρεπε να χειραγωγηθούν σχετικά, από μία αδίστακτη Οργάνωση σαν την «Γνώση» του Σαμαέλ Αούν Βεόρ.

Κάποιοι άλλοι, οπαδοί της διδασκαλίας περί Ερκόλουμπους, προσδιόριζαν «ακριβέστερα» την ημερομηνία της παρουσίας του ως την 11η Αυγούστου 1999.

Βέβαια, σήμερα, μετά την παρέλευση αυτής της ημερομηνίας, οι διδασκαλίες αυτές των Γνωστικών έχουν την ίδια βαρύτητα με τις διδασκαλίες των «Μαρτύρων του Ιεχωβά» και των άλλων ομοειδών σεκτών από τις οποίες όμως, δυστυχώς, όχι μόνο δεν καταφέρνει να απαλλαγεί ο κόσμος, αλλά έχουμε και δικαστικές αποφάσεις να κατοχυρώνουν π.χ. τους «Μάρτυρες του Ιεχωβά», σαν «γνωστή θρησκεία» και να τους επιτρέπουν να διατηρούν τον τίτλο «Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά», παρασύροντας τους ανθρώπους στις πλάνες τους.

Σε συσχετισμό, τώρα, με τις διδασκαλίες περί Ερκόλουμπους, ο Βεόρ συνδυάζει και το σενάριο καταστροφής του κόσμου, μέσω πολέμων και γενικών συρράξεων, όπου, στα πλαίσια εμπλοκής των δύο υπερδυνάμεων –Αμερικής και Ρωσίας- θα εξαπολυθούν ατομικές βόμβες, που θα ισοπέδωναν την υφήλιο, πλην της ηπείρου της Αυστραλίας.

Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι ο «Αβατάρ της Νέας Εποχής του Υδροχόου», ο Σαμαέλ Αούν Βεόρ, που δίδασκε μεταξύ άλλων για τον εαυτό του σωρεία εντυπωσιακών πραγμάτων, μεταξύ των οποίων και ότι υπήρξε: «Ένας από τους επτά Ελοχίμ (θεούς – κοσμοκράτορες), που δημιούργησαν αυτό το σύμπαν και Αντιβασιλέας του πλανήτη Άρη», δεν ήταν σε θέσει να «προγνωρίζει» ούτε την κατάρρευ-ση, με ειρηνικές διαδικασίες, της τότε Σοβιετικής Ένωσης.
 

Τεστ «αφοσιώσεως».

Στηριζόμενος, λοιπόν, στις Γνωστικές διδασκαλίες περί του Ερκόλουμπους, ο Ερρέρα, έσπευσε από τον πρώτο καιρό να ρίξει τον σπόρο της τρομοκρατίας και της σύγχυσης στη μικρή μας ομάδα. Έτσι μετά την αναφορά στα «γεγονότα του τέλους» κι αφού μέτρησε τις πιθανές αντιδράσεις, έριξε την ιδέα της Αυστραλίας, όπου κατά τις διδασκαλίες των Γνωστικών, δεν θα υπήρχε κίνδυνος από ραδιενέργεια.

Τις επόμενες εβδομάδες επακολούθησε μια φρενίτιδα, όπου οι περισσότεροι από τους επτά, προσπαθούσαν να πληροφορηθούν από τον εκπαιδευτή μας περισσότερα ως προς τις προθέσεις του σχετικά με την Πέμπτη Ήπειρο.

Ο Ερρέρα, αφού προφανώς διασκέδασε, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, με τις ανησυχίες των περισσοτέρων, δήλωσε αρχικά ότι σκέπτονταν να φύγει αυτός και η Γιολάντα, η σύζυγος, και να μας καλέσει όταν θα εύρισκε κατάλληλες συνθήκες.

Αυτό πυροδότησε άλλες ανησυχίες και ανασφάλειες μέχρι να κορυφωθεί η κατάσταση την επόμενη εβδομάδα και να την εκτονώσει ο εκπαιδευτής μας με μία θεατρική δήλωση, ότι τελικά αποφάσισε να μην μας αφήσει μόνους και έκθετους.
 

Ραβολού και Λιτελάντε.

Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον θέμα είναι η σχέση των διαφόρων «αρχηγών» της «Γνωστικής Κίνησης», στο εξωτερικό.

Αυτό είναι κάτι για το οποίο κανείς δεν φρόντισε να μας ενημερώσει και που έπρεπε να περάσουν χρόνια και να μεσολαβήσουν αλλεπάλληλες διασπάσεις στο αρχικό σώμα της «Γνωστικής Ανθρωπολογίας».

Μια μέρα, τους πρώτους μήνες της ένταξής μας στο «Κέντρο», ο Ερρέρα μας ανακοίνωσε ότι συγκέντρωνε χρήματα για τον «Δάσκαλο Ραβολού», που βρίσκονταν σε ανάγκη, γιατί χρειάστηκε να μείνει στον «Γνωστικό Ναό», στα βουνά, όπου δεν είχε ούτε τηλέφωνο.

Τα χρήματα χρειάζονταν, όπως μας είπε, για να αποκτήσει ο «Δάσκαλος» τηλέφωνο. Αυτό δεν μας παραξένεψε, την στιγμή, που η πράξη της προσφοράς ήταν βασικό εργαλείο στην οικοδομή ενός ανώτερου Εαυτού.

Άλλη φορά, πάλι, τέθηκε το θέμα των σχέσεων των δύο «Δασκάλων», της χήρας του Βεόρ, Λιτελάντε και του πρώτου μαθητή του «Δασκάλου» και «μοναδικού άλλου Δασκάλου» της Κίνησης, Ραβολού.

Σε ερώτησή μας αν η χήρα του Βεόρ είναι «Δασκάλα», η απάντηση ήταν καταφατική. Σε δεδομένη απορία μας: «Πώς γίνεται να υπάρχουν δύο κορυφές, δύο «Δάσκαλοι» στην Κίνηση, ο Ερρέρα μας τα μάσησε κάπως λέγοντας ότι ναι μεν ο Ραβολού ήταν ο επίσημος διάδοχος του Βεόρ, «πιστοποιημένος στο Εσωτερικό από τον ίδιο το Δάσκαλο Σαμαέλ», αλλά, λογικό δεν ήταν και η σύζυγος του Βεόρ να είναι κι αυτή «Δασκάλα»;

Στη δήλωσή μας ότι δεν μπορούσαμε να το κατανοήσουμε αυτό, ο εκπαιδευτής μας αρκέστηκε στην εύκολη λύση να πει ότι ο Ραβολού ήταν η κεφαλή της κίνησης στην Κολομβία ενώ η Λιτελάντε, στο Μεξικό.

Έτσι κάπως φάνηκαν να ξεδιαλύνονται τα πράγματα.

Σε άλλη πάλι ευκαιρία ειπώθηκε από τον εκπαιδευτή μας, ότι ενώ οι δύο «Δάσκαλοι» -Ραβολού και Λιτελάντε- στο Εσωτερικό έχουν απόλυτη σύμπνοια και συνεργασία, στο Φυσικό (στον δικό μας κόσμο των τριών διαστάσεων), όπου παρεμβάλλονται οι φυσικές τους προσωπικότητες, δεν τα πάνε και τελείως καλά, «γιατί οι γραμματείς της Δασκάλας συκοφαντούν τον Δάσκαλο Ραβολού και παρασύρουν τη Δασκάλα εναντίον του».

Αν κάποιος μπερδεύτηκε με αυτή την διατύπωση, θα πρέπει να διευκρινίσω ότι οι εμπλεκόμενοι στην διαμάχη «Δάσκαλοι», λογίζονται για τους Γνωστικού, θεοί, που μπορούν να «τα βρίσκουν» στο Εσωτερικό (Αστρικό, Διανοητικό και Αιτιατό Επίπεδο), ενώ δεν μπορούν να συνεννοηθούν στον Φυσικό Κόσμο, «γιατί οι γραμματείς της Δασκάλας την παρασύρουν» (sic).

Αξίζει ακόμη να αναφέρουμε ότι οι εν λόγω «Δάσκαλοι», λατρεύονται από τους Γνωστικούς «ως Δάσκαλοι του Νόμου», που «συνεδριάζουν με άλλους Δάσκαλους του Νόμου από κοι-νού, στο ίδιο τραπέζι, με πρόεδρο της σύναξης, τον Άνουβη, τον τσακαλόμορφο, νεκροπομπό θεό των αρχαίων αιγυπτίων.

Κατά τα άλλα, οι «Δάσκαλοι» αυτοί δεν μπορούν να ομονοή-σουν στον κόσμο αυτό «γιατί οι γραμματείς της Δασκάλας την παρασύρουν».

Βέβαια, μετά την αποχώρησή μου από την Κίνηση και μετά την πρώτη διάσπαση του «Κέντρου Γνωστικής Ανθρωπολογίας», το 1984, πολλά ευτράπελα και συγχρόνως τραγικά βγήκαν στη φόρα.

Ένα από αυτά, κατά πληροφορίες του Θεοφάνη Π., που ταξίδεψε στο Μεξικό και συνάντησε τη «Δασκάλα» Λιτελάντε, με σκοπό να πληροφορηθεί, από πρώτο χέρι, σχετικά με τα λεγόμενα του Ερρέρα, ήταν ότι ο «Δάσκαλος» Ραβολού κρυβόταν στα βουνά της Κολομβίας για να αποφύγει τους πληρωμένους από τη «Δασκάλα» μπράβους, που είχαν σταλεί από το Μεξικό για να τον δολοφονήσουν.

Θαυμάζει κανείς το πόσο μπορούν να επηρεάσουν «οι γραμματείς τη Δασκάλας και να την παρασύρουν» στο Φυσικό Επίπεδο, ενώ στο Εσωτερικό…
 

Οι νέοι εκπαιδευτές.

Έξη μήνες μετά την προσχώρησή μας στη «Γνωστική» κίνηση, ο Ερρέρα μας συγκέντρωση -τους επτά της αρχικής μας ομάδας- και μας μίλησε για την ανάγκη εξάπλωσης της διδασκαλίας. Η «Δουλεία στον Τρίτο Παράγοντα», μας είπε, η «Αγάπη για την Ανθρωπότητα» μας υποχρεώνει, τους Γνωστικούς, να «μοιράζουμε τη διδασκαλία στους ανθρώπους», που τόσο την έχουν ανάγκη στις μέρες μας.

Τις επόμενες ημέρες ακολούθησε εντατική προετοιμασία όπου αναλάβαμε να αποστηθίσουμε από μία «διάλεξη» ο καθένας, με στόχο να αρχίσουμε να πραγματοποιούμε κι εμείς διαλέξεις στα «εισαγωγικά σεμινάρια του πρώτου κύκλου».

Οι ομιλίες αυτές γίνονταν στα μικρά γκρουπ των ανθρώπων, που έρχονταν για πρώτη φορά να ακούσουν τις διδασκαλίες της Γνωστικής Κίνησης.

Σαν καθηγητής, στην επαγγελματική μου ζωή κι έχοντας την πείρα της μετάδοσης γνώσεων σε ένα ακροατήριο, δεν άργησα να διακριθώ και σ’ αυτόν τον τομέα και να λάβω γρήγορα το χρίσμα του δεύτερου εισηγητή μετά τον Ερρέρα.

Οι υπόλοιποι της ομάδας μας, στο μέτρο που ο καθένας τους επιδείκνυε έφεση, ακολούθησαν έτσι, που το Κέντρο απέκτησε σχετικά γρήγορα και άλλους ομιλητές.

Με τον τρόπο αυτό, η Οργάνωση μεγάλωνε και σε ένα χρόνο αριθμούσε πάνω από 60 άτομα.

Παράλληλα με τις διαλέξεις, που σκοπό είχαν την σταδιακή εισαγωγή των ανθρώπων στις γνωστικές διδασκαλίες, από πολύ νωρίς –σχεδόν από τον δεύτερο μήνα, όσον αφορά τη δική μας ομάδα- άρχισαν και οι «πρακτικές»: Ασκήσεις συγκέντρωσης, ασκήσεις διαλογισμού, «Αστρικά Ταξίδια» (επίτευξη εξωσωματικής εμπειρίας), ασκήσεις αναπνοών και Γιόγκα και διάφορες άλλες «ψυχοτεχνικές», που συναντά κανείς σε γκουρουϊστικές, αποκρυφιστικές και εναλλακτικές ομάδες της Νέας Εποχής.

Βασικός στόχος αυτών των ασκήσεων είναι η δημιουργία εν-τυπώσεων από πιθανές «εμπειρίες», που μπορούν να προκληθούν στους ασκούμενους -οι οποίες είναι αντίστοιχες με της ψυχεδελικές εμπειρίες με χρήση ψυχοουσιών- και οι οποίες ερ-μηνεύονται από την Οργάνωση σαν υψηλές πνευματικές εμπειρίες, που δήθεν αποδεικνύουν την πρόοδο στα πλαίσια της διδασκαλίας της Οργάνωσης. Τέτοιου είδους εμπειρίες, φακιρικού τύπου, εμπεδώνουν την πλανεμένη πίστη του ασκουμένου ότι βρίσκεται στην αλήθεια κι ότι «πάει καλά».
 

Αρχηγός παραρτήματος.

Δύο μήνες μετά την πρώτη δημόσια μου διάλεξη κι ενώ είχα είδη καθιερωθεί σαν ένας «επιτυχημένος ομιλητής», ο Ερρέρα, με πήρε ιδιαιτέρως και μου ζήτησε να ιδρύσω νέο Κέντρο στη Θεσσαλονίκη. Ο τρόπος, που το έθεσε ήταν απλός, ενώ ο ενθουσιασμός μου «για την μεγάλη αυτή τιμή και ευκαιρία», ήταν μεγάλος.

Την επόμενη εβδομάδα ταξίδευσα στη συμπρωτεύουσα, όπου σε τρεις ημέρες βρήκα και ενοικίασα τον πρώτο όροφο μιας διπλοκατοικίας, κοντά στο Παπάφειο.

Το διαμέρισμα, πέντε μεγάλων δωματίων, πολύ κατάλληλο για διαλέξεις και πρακτικές, επιπλώθηκε και εξοπλίσθηκε με δικά μου φυσικά έξοδα.

Την επόμενη εβδομάδα, μετά την επάνοδό μου στην Αθήνα έδωσα και την παραίτησή μου στην ιδιωτική σχολή στην οποία εργαζόμουν μιας και η μόνιμη διαμονή μου πλέον θα ήταν η Θεσσαλονίκη.

Στη διάρκεια του επόμενου μήνα, τύπωσα τα διαφημιστικά φυλλάδια, που προσκαλούσαν σε «Δωρεάν Διαλέξεις Γνωστικής Ψυχολογίας», τα οποία μόνος, καθημερινά και επί ώρες πολλές μοίραζα σε γραμματοκιβώτια πολυκατοικιών, αναρτούσα σε πίνακες ανακοινώσεων δημοσίων και ιδιωτικών φορέων και σε Πανεπιστημιακές Σχολές.

Η ανταπόκριση υπήρξε εντυπωσιακή. Η πρώτη διάλεξη, 15 ημέρες αργότερα, συγκέντρωσε ένα κοινό τριάντα περίπου ανθρώπων, κάποιοι από τους οποίους χρειάστηκε να μείνουν όρθιοι.

Από τότε τα πράγματα εξελίχθηκαν ραγδαία.

Σε ένα χρόνο, το Κέντρο διέθετε 50 τουλάχιστον μέλη, σε διάφορα επίπεδα προόδου –από τακτικούς ακροατές εισαγωγικών διαλέξεων, μέχρι ασκούμενους σε εξειδικευμένες πρακτικές- ενώ είχα αρχίσει είδη την προετοιμασία νέων εισηγητών.

Για τα μέλη της Κίνησης στην Αθήνα ήμουν πλέον ο δεύτερος στην ιεραρχία, μετά τον Ρομπέρτο Ερρέρα.
 

Αμφιβολίες.

Παρά μια τόσο «επιτυχημένη» για τα Γνωστικά δεδομένα σταδιοδρομία, μη φανταστεί κανείς ότι είχα «παραμελήσει» και τα άλλα καθήκοντά μου: Τη «Δουλειά στον Πρώτο και στον Δεύτερο Παράγοντα», δηλαδή την «Εκμηδένιση του Εγώ» και την «Δουλειά στην Αλχημεία».

Στα πλαίσια της πρώτης, ασκούσα τις πολύωρες πρωινές πρακτικές μου, ενώ το απόγευμα και το βράδυ «οδηγούσα» πρακτικές με τους άλλους ασκούμενους.

Στα πλαίσια της δεύτερης, είχα, μετά και την προτροπή του Ερρέρα, φροντίσει να παντρευτώ ένα «κατάλληλο» κορίτσι με το οποίο προσπαθούσα να πραγματοποιήσω την «Δουλειά στην Αλχημεία» ή «Σεξουαλική Μαγεία», μιας και η «Αυτοπραγμάτωση του Είναι» κατά τους Γνωστικούς προϋποθέτει ταυτόχρονη «Δουλειά και στους Τρεις Παράγοντες της Αφύπνισης της Συνείδησης».

Ήταν η κοπέλα αυτή, την οποία γνώριζα από παλιά κι είχα εγώ φροντίσει να φέρω στην «Γνωστική Ανθρωπολογία», που φάνηκε να έχει τις πρώτες επιφυλάξεις για την ορθότητα της διδασκαλίας, σε μια εποχή, που εγώ ενθουσιασμένος από τις «επιτυχίες» μου σε όλους τους τομείς, δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ τίποτε.

Ήταν η κοπέλα αυτή, που πριν παντρευτούμε και αφιερωθούμε στην «Άσκηση της Αλχημείας», είχε ζητήσει να κάνουμε θρησκευτικό γάμο και όχι πολιτικό, όπως εγώ πρότεινα έχοντας την άποψη ότι δεν έχει σημασία ο τρόπος της «τελετής», αφού ο στόχος ήταν στην ουσία η «Σεξουαλική Μαγεία». Έτσι δεν έφερα αντίρρηση σ’ αυτή της την επιθυμία.

Λίγους όμως, μήνες αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, η κοπέλα αυτή αρνήθηκε να ενταχθεί στο σεμινάριο εκπαίδευσης των ομιλητών και να αναλάβει να πραγματοποιεί εισαγωγικές διαλέξεις.

Ταυτόχρονα, άρχισε να διαβάζει συστηματικά στοίβες βιβλίων, που προμηθεύονταν από το «Περιβόλι της Παναγίας», γνωστό Χριστιανικό βιβλιοπωλείο της συμπρωτεύουσας.

Ανάμεσα στα βιβλία αυτά, το ενδιαφέρον μου κίνησαν δύο: «Το Ξεσκέπασμα της Θεοσοφίας» του π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου και το «Η Εβραιομασωνία Ξεσκεπάζεται» του ιδίου συγγραφέα. Αν και με εντυπωσίασαν διότι περιέγραφαν καταστάσεις και διαδικασίες αρκετά όμοιες με τις διδασκαλίες και πρακτικές της δικής μας «Γνωστικής Ανθρωπολογίας», απέρριψα τότε αυτό, που θεωρούσα σαν «απλή και φανατική επιχειρηματολογία», κατάλληλη για γριούλες και «θεούσες».

Παράλληλα με την ανάγνωση των εν λόγω βιβλίων, χρειάστηκε πολλές φορές να ανατρέξω στη Βίβλο με σκοπό να στηρίξω τη «Γνωστική Διδασκαλία» στις διαλέξεις μου, χρησιμοποιώντας εδάφια από την Καινή Διαθήκη, κάτι, που έκανε εξ άλλου και ο «Δάσκαλος» Σαμαέλ Αούν Βεόρ στα βιβλία του, που αποτελούσαν τη βάση των εισαγωγικών διαλέξεων στα επίδο-ξα νέα μέλη της κίνησης.

Μελετώντας τη Βίβλο, ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το εδάφιο στο «κατά Ματθαίον» ΙΔ΄, όπου ο Κύριος λέει στους μαθητές του να προσέχουν μη τυχόν κανείς τους πλανήσει. Διότι, τους λέει, θα έλθουν πολλοί, που θα διεκδικούν και θα οικειοποιηθούν το όνομα του Μεσσία και θα πλανήσουν πολλούς.

Αυτό το χωρίο, πιστεύω, είναι καταλυτικό για τον καλοπροαίρετο αναζητητή της Αλήθειας, γιατί, όπως κάθε αρχηγός αποκρυφιστικής οργάνωσης, έτσι και ο Βεόρ ισχυρίζονταν ότι είναι ο «Χριστός αυτής της περιόδου», της Νέας Εποχής του Υδροχόου.

Τέλος, ένα ακόμη βιβλίο, το «Ψυχοναρκωτικά» του π. Αντώνιου Αλεβιζόπουλου, που το βρήκα στο σπίτι των πεθερικών μου και στο οποίο αναφέρονταν οι «Χάρε Κρίσνα», του Πραμπουπάντα, η «Ενωτική Εκκλησία», του Μουν, «Τα Παιδιά του Θεού», του Μω, η «Σαηεντόλοτζυ», του Χάμπαρντ, η Οργάνωση  του Μαχαράτζη, «Ακαδημία Ρατζ Γιόγκα», ο «Υπερβατικός Διαλογισμός», του Μαχαρίσι και το «Σατυανάντασραμ».

Σε όλες αυτές τις οργανώσεις βρήκα κοινά στοιχεία στις πρακτικές και στα δόγματα με τη «Γνώση» του Βεόρ και ενοχ-λήθηκα για την «πολεμική» του βιβλίου, αν και ο συγγραφέας μου φαινόταν πιο αντικειμενικός από τον π. Χαράλαμπο, όπως πίστευα τότε.
Τα ερεθίσματα αυτά αλλά και κάποιες ασυνέπειες στη συμ-περιφορά του Ερρέρα ίσως να κλόνισαν την εικόνα που η Οργάνωση  είχε οικοδομήσει μέσα μου. Η ένταξή μου όμως στη Γνωστική κίνηση σε όλα τα επίπεδα ζωής και η εντυπωσιακή πρόοδος μου στην ιεραρχία της οργάνωσης δεν άφηναν, τουλάχιστον φαινομενικά, περιθώρια για προβληματισμούς και αμφισβητήσεις.
 

Η έξοδος.

Η αποχώρησή μου από την Οργάνωση μπορεί να χαρακτηριστεί απροσδόκητη και μη αναμενόμενη από τον καθένα και περισσότερο ακόμη από εμένα τον ίδιο.

Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά, που τους πρώτους μήνες μετά την έξοδό μου δεν μπορούσα ακόμη να το πιστέψω.

Άνοιξη του 1983, σε μία επίσκεψή μας στην Αθήνα –η σύζυγός μου κι εγώ κατεβαίναμε μία φορά το μήνα-, αποφασίσαμε ο Ερρέρα, εγώ κι ο Γιώργος -δυναμικό μέλος της Κίνησης-, να πάμε για πρακτική στο ύπαιθρο.

Τέτοιου είδους πρακτικές προϋπέθεταν Διαλογισμό ή «Εκμηδένιση του Εγώ».

Στο ύπαιθρο, την πρακτική «ενίσχυαν μεταξύ άλλων και οι Στοιχειώδεις Δυνάμεις των Φυτών και της Φύσης».

Κινήσαμε για το δάσος της Καισαριανής, λίγο πιο έξω από το Μοναστήρι, όπου αφού βρήκαμε ένα απόμερο μέρος στρώσαμε τους υπνόσακους και ξαπλώνοντας «βυθιστήκαμε» στην Άσκηση.

Το πρόγραμμα αφορούσε «Εκμηδένιση του Εγώ». Όμως, περιέργως πώς, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, εγώ αποφάσισα να κάνω «Αναδρομή» και «Επανεκτίμηση της Διδασκαλίας», μια σπάνια εφαρμοζόμενη διαδικασία, που προϋποθέτει «ειδική άδεια» και εφαρμόζεται όταν ο «Γνωστικός» βρίσκεται στην ανάγκη να επανεκτιμήσει την όλη του συμπεριφορά, την πρόοδό του στις πρακτικές και γενικά στην όλη του πορεία μέσα στη «Γνώση».

Στα πλαίσια μίας ολόκληρης ώρας, οπισθοδρόμησα νοητικά, επανεξετάζοντας βήμα προς βήμα την πολιτεία μου μέσα στην «Γνωστική Ανθρωπολογία» για να καταλήξω στο καθόλου αναμενόμενο από μένα συμπέρασμα ότι: «Δεν είχα καμία θέση και κανένα λόγο παραμονής σ’ αυτό που επί δύο χρόνια είχα με τόση συνέπεια υπηρετήσει».

Δε γνωρίζω αν ένας επιστήμονας, ψυχίατρος θα μπορούσε να δώσει κάποια ερμηνεία μιας τέτοιας διαπίστωσης, καθώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν ένοιωθα καμία λύπη, κανένα φόβο, κανένα αρνητικό συναίσθημα για κανέναν, παρά μια αμετάκλητη απόφαση, συνοδευόμενη από ενθουσιασμό και άκρατη ευφορία, στη σκέψη ότι ήμουν αποφασισμένος να εγκαταλείψω την Οργάνωση των «Γνωστικών».

Πράγματι μια τέτοια ψυχική κατάσταση δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει κάποιον, που φαίνεται έτοιμος να εγκαταλείψει τα πάντα: Τον χώρο της 24ωρης ασχολίας του, την πηγή της αναγνώρισής του, τον χώρο της υπαρξιακής του ενασχόλησης και καταξίωσης, τους φίλους και συναγωνιστές του, τη σκηνή της υπαρξιακής περιπέτειας, το εργαλείο της διερεύνησης του θεού και του ανθρώπου, της ζωής και του θανάτου, του σκοπού της ύπαρξης. Γιατί αυτά διατείνονταν ότι εκπροσωπούσε για τον καθένα από εμάς η Οργάνωση και λογικά έδειχνε ότι το είχαμε αποδεχθεί.

Μετά από τις παραπάνω διαπιστώσεις, άνοιξα τα μάτια και ανακάθισα, για να διαπιστώσω ότι ο Ερρέρα είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς χωρίς να τον αντιληφθώ, κάτι, που ήταν πράγματι περίεργο και ασυνήθιστο.

Γύρισα με τα πόδια στο σπίτι των γονιών της γυναίκας μου, για να της αναγγείλω ότι είχα πάρει την απόφαση να φύγουμε από την Οργάνωση. Υπήρξε ψύχραιμη και συγκαταβατική, πράγμα, που το υποψιαζόμουν.

Τις επόμενες δύο ημέρες δεν εμφανίστηκα στο Κέντρο των Γνωστικών για «πρακτική», κάτι, που δεν είχε ξανασυμβεί.

Την τρίτη ημέρα τηλεφώνησα στον Ερρέρα και του ανακοίνωσα την απόφασή μου να εγκαταλείψω την Κίνηση.

Πρέπει να ταράχτηκε, αλλά δεν το έδειξε.

Του όρισα την μεθεπομένη συνάντηση στο βραδινό τραίνο για Θεσσαλονίκη, όπου είχα φροντίσει να του εξασφαλίσω εισιτήριο στην άλλη άκρη του συρμού για να αποφύγω κάθε πιθανή συζήτηση και προσπάθεια του να με μεταπείσει.

Του παρέδωσα την ηγεσία λέγοντας στους ανθρώπους μου ότι αναχωρώ για τη δημιουργία νέου κέντρου. Ήταν ένα λάθος αυτό, μετρούμενο με την σημερινή μου εμπειρία. Αν είχα απλά διαλύσει το Κέντρο, ίσως κάποιοι από τους παγιδευμένους να είχαν γλιτώσει.

Απέφυγα κάθε άλλη επαφή μαζί του, εκτός από μία ημίωρη συζήτηση για την οποία επέμενε και στη διάρκεια της οποίας κρατήθηκα ψύχραιμος και αμετάπειστος, μπροστά στις «δελεαστικότατες» προτάσεις του για την πιθανή επίσκεψή μας κάποτε στον «Δάσκαλο Ραβολού», στην Κολομβία.

Την επομένη, μάζεψα και συσκεύασα τα λίγα μας υπάρχοντα και έφυγα για το Βόλο, να βρω σπίτι να μείνουμε. Ήθελα να είμαι σε απόσταση ασφαλείας από Θεσσαλονίκη και Αθήνα μέχρι να βρω τον εαυτό μου και να μπορέσω να επικοινωνήσω ανθρώπινα με τη γυναίκα μου και τους άλλους δικούς μου ανθρώπους, μιας και επί δύο χρόνια ακολουθούσα την εωσφορική διδασκαλία των Γνωστικών ότι: «Ο δρόμος του ανθρώπου είναι μοναδικός και οι άλλοι δεν είναι παρά παράλληλες τροχιές, που μας εξυπηρετούν ή μας δυσχεραίνουν στην πορεία μας προς την Αυτοπραγμάτωση του Είναι».

Στα πλαίσια της θεωρίας αυτής κάθε συγκίνηση ή ευαισθησία προς τους άλλους, κάθε ένδειξη τρυφερότητας και ανθρωπιάς λογίζεται «Ταύτιση» και πρέπει να ξεπερνιέται, βυθίζοντας έτσι στην πραγματικότητα τον άνθρωπο σε ένα πέλαγος απέραντης μοναξιάς.
 

Η επανένταξη.

Μετά την εγκατάστασή μας στο Βόλο, συνέχισα τις πρακτικές μου με βάση τα βιβλία του Βεόρ, όντας πεπεισμένος για την «ορθότητα» της διδασκαλίας και αιτιολογώντας την αδυναμία εφαρμογής της στο σύνολο, στην κακή προαίρεση των ανθρώπων ή σε δική μου αδυναμία. Η Οργάνωση είχε φροντίσει να ενσταλάξει μέσα μας την ενοχή, ότι για οποιαδήποτε αποτυχία στην πλήρη εφαρμογή της διδασκαλίας του Βεόρ, υπεύθυνοι ήμασταν εμείς, την στιγμή που τα «Δόγματα της Γνώσης» είχαν το χρίσμα της θεϊκής αυθεντίας.

Η τοποθέτηση αυτή είναι μία πάγια θέση κάθε Σέκτας ή αποκρυφιστικής οργάνωσης, καθώς διαπίστωσα αργότερα.

Είχα όμως ευτυχώς διακόψει κάθε επαφή με πρόσωπα από το χώρο των Γνωστικών.

Ήταν ένα πρωινό του Δεκεμβρίου, έξη περίπου μήνες αφ’ ότου είχαμε έλθει στο Βόλο, που ξεκινώντας για τον πρωινό μου περίπατο –κάτι αναπόσπαστο στην υγιεινή διαβίωση των Γνωστικών, βρέθηκα στο δρόμο που ανεβαίνει στο Πήλιο.

Στα μισά της ανηφόρας προς Τσαγκαράδα, η μηχανή μου -ένα Suzuki GSX 400, βασικό μεταφορικό μου μέσον- παρουσίασε αδικαιολόγητες διακοπές, μέχρι που σταμάτησε, παρ όλες τις προσπάθειές μου σε ένα πλάτωμα του δρόμου.

Κατέβηκα από τη μοτοσικλέτα, που δεν με είχε μέχρι τότε συνηθίσει σε παρόμοια συμπεριφορά, για να διαπιστώσω ότι ούτε «μπουκωμένη» ήταν, ούτε βλάβη έδειχνε να έχει και είχε επάρκεια βενζίνης. Παρ’ όλα αυτά, στάθηκε αδύνατον να την κάνω να ξεκινήσει.

Αφήνοντας τη μηχανή, έστρεψα το βλέμμα γύρω.

Βρισκόμουν σε μια στροφή του δρόμου, όπου δεξιά είχα τον απότομο βράχο του βουνού κι αριστερά ένα μεγάλο επίπεδο πλάτωμα με χωράφια και κάποια χωριάτικα σπιτάκια στο βάθος.

Σε απόσταση 50 μέτρων, ένα ναΐδριο, όσο ένα μικρό σπιτάκι ενός δωματίου, με πρόσφατα ασβεστωμένους τοίχους και στέγη από πηλιορείτικες πλάκες.

Τελείως αναιτιολόγητα, ένοιωσα μια ακατάσχετη επιθυμία να μπω στο μικρό εκκλησάκι. Ήταν κάτι που δεν μπόρεσα εκείνη τη στιγμή να δικαιολογήσω.

Μπήκα.

Ο χώρος ήταν στενός. Είναι ζήτημα αν θα μπορούσε να στεγάσει δέκα ανθρώπους σε ώρα λειτουργίας.

Από ένα στενό παράθυρο έμπαινε ένα γλυκό, ιλαρό φως, που χρύσωνε το μανουάλι και τις εικόνες ενός μικρού τέμπλου.

Διέκρινα τις μορφές των Ταξιαρχών. Είχα να μπω σε Ορθόδοξη Εκκλησία από την ημέρα του γάμου μου, πριν δύο περίπου χρόνια.

Έριξα ένα κέρμα, άναψα ένα κερί και μετά αναλύθηκα σε δάκρυα.

Γύρισα σπίτι -η μοτοσικλέτα, περιέργως, πήρε αμέσως μπροστά- και είπα στη γυναίκα μου, ότι την Κυριακή, ήθελα να συμμετάσχουμε στην Θεία Λειτουργία.
 

Φρίκη.

Η Οργάνωση του Ερρέρα και του Βεόρ αυξήθηκε στη χώρα μας και ξαπλώθηκε σε πολλές πόλεις. Παγίδευσε εκατοντάδες συμπατριώτες μας, που πίστεψαν ότι «θα γνωρίσουν και θα βελτιώσουν τον εαυτό τους» αν παρακολουθήσουν τα «σεμινάρια» και τις «πρακτικές» της.

Νοιώθω, ότι υπήρξα ιδιαίτερα προνομιούχος, γιατί μου είναι σήμερα εμφανές, ότι η Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού δεν έπαψε ούτε στιγμή να με επισκιάζει στη δύσκολη και επικίνδυνη πορεία μου μέσα από την προσωποποίηση της κόλασης που υπήρξε στην πραγματικότητα η Οργάνωση των Γνωστικών.

Υπήρξα, πιστεύω, ιδιαίτερα προνομιούχος και για το γεγονός ότι πέρασα επί δύο χρόνια ανάμεσα από τις εωσφορικές παγίδες του αποκρυφισμού, σε μια από τις σκληρότερες Σέκτες, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, νοιώθοντας ότι προοδεύω, ασκούμαι στον υπαρξιακό χώρο.

Έφυγα, τέλος, από την παγίδα, σαν τον υπνοβάτη που περιφέρεται επί ώρες στην άκρη της στέγης κάνοντας, εν αγνοία του, τα πιο επικίνδυνα ακροβατικά, για να ξυπνήσει μετά την επιστροφή μπροστά στο κρεβάτι του, μη θυμούμενος τίποτα και μη έχοντας κατανοήσει πόσο κοντά υπήρξε στο θάνατο την κάθε στιγμή.

Συλλογιζόμενος, σήμερα, τις εκατόμβες των θυμάτων του αποκρυφισμού και της παραθρησκείας, τις βαριές ψυχοσωματικές βλάβες, που αποκομίζουν από την ενασχόλησή τους πολλοί οπαδοί, την τρέλα και την σχιζοφρένια στην οποία οδηγούνται πολλά θύματα, τις ομαδικές αυτοκτονίες ή τις εγκληματικές πράξεις κάποιων ομάδων, τις τελετουργικές ανθρωποθυσίες του σατανισμού, εκπλήσσομαι από το γεγονός ότι πέρασα και βγήκα χωρίς να με αγγίξει φαινομενικά η όλη μου περιπέτεια στο παραμικρό. Αν αυτό δεν λέγεται Χάρη Θεού, δεν έχω άλλα λόγια να το εκφράσω.

Σήμερα, πάντως, τριάντα χρόνια μετά την απεμπλοκή μου από την Οργάνωση μπορώ να σταθώ με κριτικό πνεύμα απέναντι σ' όλα αυτά και να νοιώσω όλη τη φρίκη, που δεν είχα την δυνατότητα τότε να αισθανθώ. Φρίκη για τα όσα συνέβαιναν, φρίκη και για το γεγονός ότι πολλοί από τους πρωταγω-νιστές του «θεάτρου του παραλόγου» της εποχής εκείνης βρίσ-κονται ακόμη παγιδευμένοι στη φρικτή αυτή Οργάνωση.
 

Προφίλ πολιτιστικού σωματείου.

Η Οργάνωση συνεργάστηκε δυστυχώς με δημόσιους φορείς, με δημοτικές αρχές και πανεπιστημιακά ιδρύματα και «επιμόρφωσε» έλληνες πολίτες -όπως η ίδια ισχυρίζεται- μέσω προγραμμάτων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.).

Η Οργάνωση  κατόρθωσε να δημιουργήσει το προφίλ πολιτιστικού και επιμορφωτικού, μη κερδοσκοπικού σωματείου. Έτσι ο αποκρυφισμός και η παραθρησκεία διοχετεύονται έντεχνα και αποτελεσματικά.

Άλλαξε και το όνομά της, αφού διασπάστηκε αρκετές φορές στα 30 τελευταία χρόνια.

Δε λέγεται πια «Κέντρο Γνωστικής Ανθρωπολογίας».

Ένα της παρακλάδι -που σήμερα διαλύθηκε κι αυτό-, ονομαζόταν «Παγκόσμια Γνωστική Χριστιανική Κίνηση της Ελλάδας. Της Νέας Τάξης», ενώ λειτούργησε πριν κι επί αρκετά χρόνια με το όνομα: «Πανελλήνιο Κέντρο Γνωστικών Σπουδών». Και οι τρεις αυτές μορφές είχαν «Δάσκαλο» τον Κολομβιανό V. M. Ravolou, μαθητή του ιδρυτή Σαμαέλ Αούν Βεόρ.

Ο προσηλυτισμός γίνονταν συνήθως με εισαγωγικές διαλέξεις –άλλοτε σε χώρους της οργάνωσης, άλλοτε σε δημόσιους χώρους, όποτε η Οργάνωση  χρησιμοποιούσε τις ανυποψίαστες ή τις αδιάφορες, κατά περίπτωση, αρχές.

Σήμερα, οι Γνωστικοί αυτοί προωθούν τα πιστεύω τους διακινώντας το βιβλίο: «ΕΡΚΟΛΟΥΜΠΟΥΣ. Ο Κόκκινος Πλανήτης», σε όσα βιβλιοπωλεία καταφέρνουν να παγιδεύσουν.

Ένα άλλο παρακλάδι, μετά τη διάσπαση της «Γνωστικής Ανθρωπολογίας», ήταν ο «Γνωστικός Σύλλογος Ανθρωπολογικών και Επιστημονικών Μελετών» και το «A.G.E.A.C.A.C., που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε «I.G.A.». Και τα δύο, με «Δάσκαλο» την πρώην σύζυγο του Σαμαέλ Αούν Βεόρ, Λιτε-λάντε και με έδρα το Μεξικό.
Άλλο παρακλάδι των «Γνωστικών», το C.E.G. –«Κέντρο Γνωστικής Διδασκαλίας», που πρόσφατα μετονομάστηκε σε C.E.A. και εξαρτάται από τον Μπαρόν (μαθητή του Βεόρ) και τη σύζυγό του, με έδρα την Ισπανία.

Σήμερα στη χώρα μας και στο διαδίκτυο κυκλοφορούν ομάδες Νεογνωστικών με αρχηγούς διάφορους άλλους μαθητές του Σαμαέλ και συχνά με βασικές διαφορές στον τρόπο εφαρμογής της διδασκαλίας. Κάποιες απ' αυτές είναι: η «Γνωστική Πολιτιστική Εταιρεία Samael-Lakhsmi"», με δάσκαλο τον Λάκσμι (Lakshmi), από Χιλή, Ουρουγουάη κ.λ.π., το Gnosticweb του Μπελ (Belzebuub), που εμφανίζεται σαν διάδοχος του Ραβολού (Rabolú) και κάποιες προερχόμενες από έλληνες, που μαθήτευσαν κατά καιρούς στη «Γνωστική Κίνηση» κι έχουν δημιουργήσει μικρές ομάδες, ακολουθώντας αυστηρά ή χαλαρά τις Γνωστικές διδασκαλίες και πρακτικές.

Ακόμη, περιορισμένη αλλά ουσιαστική (με βαριά αποκρυφιστικά Τυπικά) προσηλυτιστική δραστηριότητα ασκεί στέλεχος της Πρεσβείας της Βενεζουέλας, η οποία ανήκει στην γραμμή του Χούλιο Μεδίνα, άλλου μαθητή του Βεόρ.

Η εμπειρίες μου μέσα στην Οργάνωση  του Βεόρ και του Ερρέρα δεν εξαντλούνται φυσικά σ' αυτές τις σελίδες, που όμως δίνουν ένα μικρό μέτρο για το τι συμβαίνει μέσα στις ομάδες αυτές –στην πιο απλή όμως και ανώδυνη περίπτωση- κι ίσως αποτρέψουν κάποιους άλλους από την καλοστημένη παγίδα. Ευχαριστώ τον Θεό, με όλες μου τις δυνάμεις, που μου επέτρεψε να βγω από την παγίδα αυτή του θανάτου, μέσα στην οποία δοκιμάστηκα για δύο ολόκληρα χρόνια, αλώβητος, όπως πίστευα τότε, όμως με σοβαρά προβλήματα στην κοινωνική και επαγγελματική μου εξέλιξη, όπως διαπιστώνω δυστυχώς σήμερα. Ακόμη, χρειάστηκα μακρά περίοδο επανένταξης, κατά την οποία, ευτυχώς, διασώθηκε η ψυχική και σωματική μου κατάσταση, επειδή, με την απομάκρυνσή μου από την Οργάνωση, δέχθηκα τη στήριξη της Εκκλησίας -στο πρόσωπο ενός καλού πνευματικού και αξιόλογων ποιμένων- και της οικογένειάς μου.

Γιώργος Καραϊσαρίδης
12/11/2013


Σημαντικότατη μαρτυρία του Γιώργου Καραϊσαρίδη... (4/2/2014)


Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης