ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ π. ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΒΙΤΤΗ
ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΣΥΝΑΞΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΜΑΣ (ΜΟΝΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ)
ΣΤΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ 20-8-1998

ΜΕΡΟΣ 1ον

Ὁ Γέροντας (Ἀρχιμ. Γεώργιος, Καθηγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς μας): Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.
Δόξα σοι ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.
Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος καὶ σῶσον Ἀγαθὲ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

π. Εὐσέβιος: Εὐχαριστῶ πάρα πολύ, ποὺ μοῦ δίνεται τὸν λόγο, ἂν καὶ αἰσθάνομαι μειονεκτικότητα τώρα ἐδῶ, μπροστὰ σὲ τόσους πατέρες, στὸν Ἅγιο Γέροντα καὶ τόσους ἀδελφοὺς ἐδῶ. Τί νὰ πῶ ἐγώ, ἄσοφος ὤν; Λένε ὅτι πνευματικὴ σοφία εἶναι ἡ σιωπὴ ἀλλά, ἀφοῦ μοῦ λένε, κάνω καὶ ἐγὼ ὑπακοή. Ἐσεῖς λοιπὸν θὰ μὲ ὑποστῆτε γιὰ λόγους ὑπακοῆς. Ὑπακοὴ κι ἐγώ, ὑπακοὴ καὶ ἐσεῖς. Τώρα θέμα συγκεκριμένο δὲν ἔχω. Δὲν ἤξερα ὅτι θὰ εἶχα αὐτὴ τὴν τιμὴ νὰ σᾶς μιλήσω.

Ὁ Γέροντας: Εὐχαριστῶ τὸν σεβαστὸ Γέροντα, τὸν π. Εὐσέβιο, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλοσύνη νὰ ἀνταποκριθῇ στὴν παράκλησί μου νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς πῇ λόγον παρακλήσεως. Τὸν γνωρίζομε τὸν π. Εὐσέβιο καὶ ἀπὸ τὶς ὁμιλίες του καὶ ἀπὸ τὰ βιβλία του, καὶ ἐγὼ μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ ἔχω καὶ ἕνα ἰδιαίτερο πνευματικὸ δεσμὸ μαζί του. Χαιρόμαστε ἰδιαιτέρως ποὺ εἶναι κοντά μας καὶ εὐχαρστοῦμε τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς τὸν ἔφερε …

π. Εὐσέβιος: Καὶ ἐγὼ εὐχαριστῶ πάρα πολύ …

Ὁ Γέροντας: Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ λοιπὸν ποὺ ὁ σεβαστὸς Γέροντας εἶναι ἐδῶ, θὰ τὸν παρακαλέσουμε καὶ πάλι, νὰ μᾶς εἴπῃ «λόγον πνευματικὸν καὶ πάνυ ὠφέλιμον, ἵνα σωθῶμεν».

π. Εὐσέβιος: Πάντως, ἐγὼ ἰδιοτελῶς ἔρχομαι, διότι μὲ δέχονται μὲ πολλὴ ἀγάπη. Τὸ κανονικὸ θὰ ἤτανε νὰ ἔρθω, νὰ ἑτοιμάσῃ ἕνας ἕνα τέτοιο παρόμοιο ξύλο κρανιᾶς – δὲν σπάζει αὐτό – καὶ νὰ μοῦ δώσῃ μερικὲς ξυλειὲς στὴν ράχη νὰ διορθωθῶ, καὶ κατόπιν νὰ ὑπακούσω … Ἀλλιῶς εὔκολη δουλειὰ εἶναι αὐτή, νὰ μιλήσῃ κανείς. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ θὰ ἔλεγα μήπως οἱ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες θέλουν κάτι νὰ ποῦν, νὰ ρωτήσουν;

Ὁ Γέροντας: Ἐγὼ θὰ ρωτήσω πρῶτος• θὰ κάνω ἐγὼ πρῶτος μία ἐρώτησι.
Μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ γίνεται ἀγώνας, ὅπως σὲ ὅλα τὰ μοναστήρια, καὶ ἐδῶ - καὶ ἐδῶ ἴσως  καὶ λιγώτερο ἀπὸ ὅ,τι ἀλλοῦ-. Κάτι ποὺ παρατηρεῖται εἶναι, ὅτι ξεκινᾶμε μὲ ἐνθρουσιασμό, μὲ ὄρεξι, τὰ πρῶτα χρόνια ἀγωνιζόμαστε, μετὰ ὅμως μᾶς πιάνει κάτι σὰν βαριεστιμάρα, σὰν ἀκηδία, σὰν ραθυμία, σὰν ἀμέλεια. Καὶ βέβαια οἱ πατέρες ποὺ ἔχουν φιλότιμο στενοχωριοῦνται γι’ αὐτό• εἶναι κάτι ποὺ τοὺς κουράζει. Καὶ θέλουμε νὰ μᾶς πῆτε καὶ Σεῖς, πῶς μποροῦμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε αὐτὴν τὴν κατάστασι, δεδομένου ὅτι δὲν τὴν θέλουμε.

π. Εὐσέβιος: Θὰ ἤθελα νὰ παραπέμψω στὴν ὁμιλία, στὸ γράμμα ποὺ γράφει ὁ ὅσιος Μᾶρκος ὁ ἀσκητής «πρὸς Νικόλαον», στὸν πρῶτο τόμο τῆς Φιλοκαλίας . Πάρα πολὺ ὡραῖο κείμενο. Καὶ ἐκεῖ μιλάει γιὰ τοὺς τρεῖς «γίγαντες»• τὴν λήθη, τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ραθυμία. Ἔχουν καὶ χαρακτῆρα ψυχολογικὸ αὐτά, ἀλλὰ ἔχουν καὶ χαρακτῆρα πνευματικό. Ἂν μοῦ ἐπιτρέψετε, θὰ ἐπιχειρήσω μιὰ μικρὴ ἀνάλυσι …

Ὁ Γέροντας: Τὸ ἔχουμε ἀνάγκη αὐτό, νὰ μᾶς βοηθήσετε.

π. Εὐσέβιος: Ἡ λήθη εἶναι ἕνα ψυχολογικὸ γεγονός, δηλαδὴ τὸ ὅτι φεύγει ἀπὸ τὴν μνήμη μας μία παράστασις, κάτι ποὺ ξέρουμε. Αὐτὸ εἶναι φυσιολογικὸ καὶ ἀπαραίτητο, διότι δὲν μπορεῖ ἡ μνήμη  μας νὰ κρατήσῃ τὰ πάντα• θὰ ἐπιβαρυνθῇ πάρα πολύ. Ἐπειδὴ εἶστε καὶ εἰδικοὶ ἐδῶ στοὺς ἠλεκτρονικοὺς ὑπολογιστές, ξέρετε, ὅτι δὲν ἐπιβαρύνουμε πολὺ τὴν μνήμη τοῦ ὑπολογιστοῦ. Ἂν τὴν ἐπιβαρύνουμε πολύ, δὲν δουλεύει καλὰ ὁ ὑπολογιστὴς ἢ μᾶς παρουσιάζει προβλήματα.

Λοιπόν, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ λήθη, διότι  πρέπει νὰ φύγουν ἀπὸ αὐτὴν μερικά πράγματα ποὺ εἶναι ἄχρηστα. Ἔχουμε προσωρινὴ μνήμη, π.χ. ὁ ἀριθμὸς τάδε· 55,682. Ἐντάξει, τὸ θυμᾶμαι τώρα. Ἢ σὲ μία ἑβδομάδα ἢ σὲ μία ὥρα τὸ ξεχνάω. Ἀδύνατο νὰ θυμᾶμαι ὅλα τὰ πράγματα. Ἔχουμε λοιπὸν τὴν ψυχολογικὴ πλευρὰ τῆς μνήμης, ποὺ μία ἰδιότητά της εἶναι ἡ λήθη. Ἔχουμε ὅμως καὶ τὴν πνευματικὴ πλευρά, ποὺ κατὰ τὴν γνώμη μου παρουσιάζει τὸ ἑξῆς στοιχεῖο: Ἡ λήθη αὐτὴ εἶναι ἐπὶ μέρους λήθη, δηλαδή, ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δὲν τὸ ξεχνάω καὶ ταυτόχρονα τὸ ξεχνάω, Π.χ. δὲν ξεχνάω ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν τὸ θέλει ὁ Θεὸς ἢ ὅτι εἶναι ἐντολὴ τοῦ γέροντος ἢ ὅτι εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ξέρω. Ἀλλὰ ξεχνάω κατόπιν, φεύγει ἀπὸ μέσα μου τὸ βάρος τῆς εὐθύνης καὶ λέω· «δὲν πειράζει, θὰ ὑποχωρίσω». Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα παρουσιάζεται λίγο ἀντινομικό. Ἀπὸ τὴν μία μεριὰ τὸ θυμᾶμαι καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ δὲν τὸ θυμᾶμαι. Ὅταν ἔχω πλήρη τὴν μνήμη, λέω: Πῶς θὰ τὸ κάνω αὐτό, ἀφοῦ δὲν τὸ θέλει ὁ Θεός;. Ὅταν φύγῃ ἡ αἴσθησις αὐτὴ τῆς εὐθύνης ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τότε τὸ κάνω. Καὶ εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο λέω· «καὶ τὸ ξέρω καὶ δὲν τὸ ξέρω· καὶ τὸ θυμᾶμαι καὶ δὲν τὸ θυμᾶμαι». Αὐτὴ ἡ εἰδική, ἂς τὸ ποῦμε, καλλιέργια τῆς μνήμης, τὸ νὰ πῶ· «πῶς ποιήσω τὸ ρῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο, καὶ ἁμαρτήσομαι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ;»  ποὺ εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ Πάγκαλος στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, αὐτὸ θέλει εἰδικὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει ὡρισμένους χαρακτηρισμούς – δὲν τοὺς θυμᾶμαι αὐτὴ τὴν στιγμή-, ποὺ παρουσιάζουν ἀμέσως μὲ μία φράσι τὴν ἐνέργεια αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας.

Τὸ δεύτερο εἶναι ἡ ἄγνοια. Ἡ «ἄγνοια» εἶναι ἡ φυσικὴ ἄγνοια· «δὲν ξέρω κάτι». Π.χ. «δὲν ξέρω ποῦ εἶναι τὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου». Μετὰ κάπου τὸ μαθαίνω· φεύγει ἡ ἄγνοια. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἄγνοια τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, στὴν ἄγνοια τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, παρουσιάζεται τὸ ἑξῆς περίεργο πρᾶγμα· «καὶ ξέρω καὶ δὲν ξέρω». Ἀρχίζει νὰ ξεθωριάζῃ μέσα μου αὐτό, τὸ ὁποῖο, ὅταν πρώτη φορὰ τὸ ἄκοουσα, τὸ δέχτηκα καὶ ἐντυπώθηκε μέσα στὴν μνήμη μου. Κατόπιν ὅμως τὸ ξεχνάω· τὸ ξεχνάω ἐντελῶς. Ἂν παρακολουθῇ κανεὶς τὸν ἑαυτό του, θὰ δῇ· «μά, νὰ μὴ τὸ σκεφτῶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἁμαρτία μεγάλη· πῶς ἐκείνη τὴν ὥρα σκοτίζομαι;».

Ἔχουμε τρίτο στοιχεῖο, καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ραθυμία. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ τὴν ραθυμία ἀρχίζει ἡ πτῶσις. Πολὺ τὴν χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τὴν ραθυμία. Τὸ εἶχα δεῖ, ὅταν ἔψαχνα νὰ βρῶ, τὶ λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες γιὰ τὴν «ραθυμία». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τὴν χρησιμοποιεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀδιαφορίας, ποὺ εἶναι ἡ μία πλευρὰ τῆς ραθυμίας.

Ραθυμία πάλι εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις συνεχοῦς ἐγρηγόρσεως καὶ προσπάθειας νὰ διατηρηθῶ στὴν ἀρχική μου κατάστασι. Ἡ φυσικὴ κατάστασις τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φυσικὴ τάσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ ξεκινᾷ μὲ ὁρμὴ κάτι, ἀλλὰ σιγὰ -σιγὰ νὰ ὑφίσταται μία ὕφεσι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ ζητάει τὸ ἀντίθετο. Ἂν ἀρχίσουμε, ἂς ποῦμε, μὲ τὸν ἀριθμὸ ἕνα, πρέπει νὰ πάω ἢ κατὰ ἀριθμητικὴ ἢ κατὰ γεωμετρικὴ πρόοδο. Ἐδῶ πλέον εἶναι ἡ ἀδυναμία ἡ ἀνθρώπινη. Παρουσιάζεται αὐτὸ τὸ φανόμενο: Ἔρχομαι στὸ μοναστήρι καί, ἀφοῦ μοῦ πῇ ὅλα τὰ ἀρνητικὰ στοιχεῖα ὁ Γέροντας· «παιδάκι μου, θὰ ἀντέξῃς; θὰ συναντήσῃς τὸ ἕνα, τὸ ἄλλλο», τὰ δέχομαι καὶ ἀπαντῶ· θὰ ῤθῶ». Ἔρχομαι μὲ τὴν διάθεσι νὰ θυσιαστῶ. Φτάνουμε στὴν ὥρα τῆς χειροθεσίας. Διαβάζει ἐκεῖ πέρα: «Θὰ κάνῃς αὐτό;». Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τίμιε πάτερ», «Ἐκεῖνο;», «Τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος». «Θὰ ὑπακούσεις στὸ μοναστήρι μέχρι θανάτου;», «Τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τίμιε πάτερ». Καὶ πῶς τὸ ξεχνᾶμε κατόπιν; Ἀρχίζει πλέον νὰ δημιουργῆται μία ἄλλη δυσκολία, διότι παρεμβαίνουν μέσα διάφορα ἄλλα παθολογικὰ στοιχεῖα. -Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κασσιανὸς στὸν «περὶ φιλαργυρίας» λόγο του κάνει μία πολὺ ὡραία περιγραφή -. Μετὰ ἀπὸ λίγο λέει ὁ νέος μοναχός: «Βαρὺς ὁ λόγος. Ἄ! Δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό. Πολὺ ὑπερβολικὰ τὰ λέει ὁ Γέροντας. Καλύτερα νὰ φύγω, νὰ πάω μόνος μου». Τὸ πρῶτο ποὺ κάνει, μόλις περάσουν λίγα χρόνια: «Νὰ φύγω, νὰ πάω μόνος μου. Ἐκεῖ θὰ κάνω τὶς ἀκολουθίες μου – δὲν θὰ ἔχω ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, συγκρούσεις κ.λ.π.-, ἀγρυπνίες ὅσες θέλω. Δὲν θὰ περιορίζωμαι νὰ διαβάζω μόνο δέκα ψαλμούς, ποὺ μοῦ λένε. Ὅπως ἔλεγε ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Κολοβοῦ.

Τό θυμᾶστε αὐτὸ τὸ ἀνέκδοτο; Δὲν τὸ θυμᾶστε; Θὰ τὸ ὑπενθυμίσω. Θὰ ἐπιστρέψω πάλι στὸ λόγο μου. Κάνω καμιὰ φορὰ μεγάλες παρεμβολές.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κολοβὸς θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς μεγάλους πατέρες. Πῆγε μὲ τὸν ἀδελφό του νὰ μονάσουν – τὸν ἔλεγαν «Κολοβό», ἐπειδὴ ἦταν κοντός, ἀλλ’ ὅσο ἀνάστημα τοῦ ἔλειπε τόσο μυαλὸ εἶχε-, ἀλλὰ σὰν παιδὶ ποὺ ἦταν, τὸν εἶχε πιάσει ἐνθουσιασμός. Ὁπότε, ἔκαναν τὶς ἀκολουθίες τους, κάνανε καὶ ἐργόχειρο γιὰ νὰ ζήσουν. «Ἀδελφέ», λέει στὸν ἀδελφό του, - σάν μεγαλύτερο, ποὺ ἦταν καὶ ὁ Γέροντας-: «Γι’ αὐτὸ ἤρθαμε ἐμεῖς ἐδῶ πέρα; Ἐμεῖς ἤρθαμε ἐδῶ γιὰ προσευχή. Ἤρθαμε γιὰ νὰ ζήσουμε πνευματικὴ ζωή. Δὲν εἶναι δουλειὰ αὐτή». «Κάθησε παιδάκι μου, ἥσυχος. Ἄκουσε αὐτὸ ποὺ σοῦ λένε. Κάνε τὴν δουλειὰ αὐτή. Πῶς θὰ ζήσουμε; Καὶ κάνουμε καὶ τὴν ἄλλη, τὴν πνευματκὴ ζωή», τοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας. «Ὄχι, ἐγὼ θέλω μόνο προσευχή», ἔλεγε αὐτός. Ἐπέμενε ὁ Γέροντας. Δὲν τὸν ἄκουγε. Ὁπότε τοῦ λέει: «Τί νὰ σοῦ πῶ; Πήγαινε. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ κρατήσω μὲ τὸ ζόρι». Τὸν ἄφησε λοιπὸν νὰ φύγῃ. «Ἀλλά, σὲ παρακαλῶ, ἕνα κανόνα μόνο νὰ κρατήσῃς: Δώδεκα ψαλμοὺς μόνο θὰ λές». Ἔφυγε αὐτὸς πολὺ μακριά. Εἶπε τοὺς δώδεκα ψαλμούς  …. Δώδεκα ψαλμούς, πόση ὥρα θὰ τοὺς διαβάζης. Πές τους σὲ δύο, πές τους σὲ τρεῖς. Τὶς ὑπόλοιπες ὥρες τί θὰ κάνῃς; Τέλος πάντων, εἶπε τοὺς ψαλμούς, ἀσχολήθηκε μὲ τὸ νὰ κάνῃ τὸ κελί του, πῆγε σὲ μιὰ δουλειὰ καὶ γύρισε, καὶ τότε, τί βλέπει; … Ἕναν τεράστιο δαίμονα …  Δὲν τόλμησε νὰ μπῇ μέσα. Τὸ βάζει στὰ πόδια. Γυρνάει πίσω. Τὰ μεσάνυχτα ἔφτασε ἐκεῖ ποὺ ἦταν ὁ ἀδελφός του.  Ὁ ἀδελφός του εἶχε σηκωθῆ νὰ κάνῃ τὴν ἀκολουθία του. Χτυπάει ὁ Ἰωάννης τὴν πόρτα. «Ἄνοιξε ἀδελφέ». «Ποιός εἶναι;». «Ὁ Ἰωάννης». «Ὁ Ἰωάννης εἶναι μετ’ ἀγγέλων». «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰωάννης!». Τίποτε. Δὲν τοῦ ἄνοιξε μέχρι τὸ πρωΐ. Τὸν κράτησε ἐκεῖ πέρα ἔξω. Ἔβαλε μετάνοια, ζήτησε συγγνώμη . Τέλος πάντων, ὁ Ἰωάννης ὁ Κολοβὸς ἔγινε πολὺ μεγάλος.

Λοιπόν, τὸ ζήτημα εἶναι αὐτό: Μπαίνουν μέσα μας διάφορα στοιχεῖα παθολογικά· κατάκρισις, ὑπερηφάνεια …, ποὺ ἴσως μᾶς κουράζουν. Μᾶς κουράζουν καὶ δὲν ἀνανεώνουμε τὴν ἀπόφασί μας. «Μὰ ἐγὼ ἦρθα νὰ πεθάνω ἐδῶ πέρα. Ἐφόσον ἦλθα νὰ πεθάνω, τί θὰ πῇ κούρασις;».
Διάβαζα γιὰ κάποιον ἀσκητή. Ἦταν μὲ ἄλλους ἀδελφοὺς καὶ δούλευε ὅλη τὴν ἡμέρα κασμά. Πῆγε κάποια στιγμὴ νὰ ξαπλώσῃ γιὰ νὰ ξεκουραστῆ, ψόφιος ἀπὸ τὴν κούρασι. Ἔρχεται ἕνας ἀδελφὸς καὶ τοῦ λέει: «Ὁ Γέροντας εἶπε νὰ πᾷς νὰ σκάψῃς στὸ τάδε σημεῖο». Ποῦ νὰ πάω, λέει, δὲν μπορῶ». Καὶ ξάπλωσε πάλι. Ξαφνικὰ βλέπει μπροστά του τὸν Κύριο, νὰ ἔχῃ ἕνα κασμὰ καὶ νὰ προχωρῇ. Ὁπότε, σηκώνεται, ἁρπάζει τὸν κασμὰ καὶ πάει διότι ὁ Κύριος τοῦ ἔδειξε, ὅτι «ὅ,τι ἐδῶ κάνεις, θὰ σοῦ δώσω ἐγὼ τὴν δύναμι· ἡ ὑπακοὴ θὰ σοῦ δώσῃ τὴν δύναμι».

Λοιπόν, μὲ τὸν καιρὸ ἐπέρχεται μία ὕφεσις. Ἐὰν δὲν τὸ προσέξουμε αὐτὸ καὶ δὲν καταγγείλωμε τὸν ἑαυτό μας γι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, σιγά – σιγά πιάνει πουρί ἡ ψυχή μας. Ἔτσι ἔχω δεῖ. Λένε ὅτι, ἂν τρέχῃ τὸ νερό, δὲν παγώνει. Σὲ χῶρες ποὺ κάνει πολὺ κρύο, παγώνει· τὸ ἔχω δεῖ. Ἀρχίζει γύρω-γύρω ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σωλήνα νὰ πιάνῃ λίγο πάγο, λίγο-λίγο-λίγο-λίγο, καὶ στὸ τέλος κλείνει, παγώνει ὅλος ὁ σωλήνας. Ἔτσι γίνεται ἐδῶ. Ἂς προσέξουμε αὐτὸ τὸ πουρί, τὸ πουρὶ ποὺ δημιουργεῖται μέσα μας. «Σὰν πολλὰ τὰ λέει ὁ Γέροντας. Σὰν βαρειὰ εἶναι αὐτὴ ἡ δουλειὰ ποὺ μοῦ λέει. Σὰν πολλὰ μοῦ λένε ἐμένα οἱ ὑπεύθυνοι νὰ κάνω. Γιατί δὲν πάει ὁ τάδε;». Ἂν ἀρχίσουν τέτοιας στοχεῖα, πλέον ἀρχίζει νὰ φθείρεται ἡ ἐσωτερικὴ ζωή μας καὶ ἀρχίζει νὰ μπαίνῃ ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἀδιαφορία.

Ὅταν ἀρχίσῃ νὰ μπαίνῃ ἡ ἀμέλεια, τότε ἀκολουθεῖ ἡ μαυροφόρα ἀδελφής της, ἡ ἄγνοια. Ἀρχίζω νὰ ἀγνοῶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ πῶς τὸ ἀγνοῶ; Ἔχω παρατηρήσῃ τὸ ἑξῆς: Ἐὰν δὲν κάνω κάθε μέρα τὴν ἀκολουθία, ἐὰν δὲν κάνω τὸ ἀνάγνωσμά μου τὸ πνευματικό – αὐτὸ ποὺ ὁρίζει τὸ τυπικό-, ἐὰν τὸ παραμελήσω γιὰ τὸν α ἤ β λόγο, π.χ. πάω στὸ κελί μου καὶ ἀρχίσω τὶς ἐπικοινωνίες μὲ τὸν α καὶ μὲ τὸν β, πῶς θὰ ξαναμπῶ στὴν σειρά; Δύσκολο . Πολὺ δύσκολη ἡ προσαρμογὴ ξανά πάλι. Δὲν ξέρω, ἂν τὸ ἔχετε παρατηρήσει αὐτό. Ἐὰν ἀρχίσω νὰ μὴν κάνω τὸν κανόνα μου καὶ τὸ ρίχνω στὸν ὕπνο, σιγά-σιγά-σιγά μπαίνει ἡ ἀμέλεια, ἡ ἀδιαφορία, καὶ κατόπιν λέω: «Βαρὺς ἐστὶν ὁ λόγος, τις δύναται αὐτοῦ ἀκούειν; ». Ἔτσι γίνεται τὸ πρᾶγμα. Ὁπότε, λοιπόν, ἔρχεται ἡ ἄγνοια, σὰν νὰ μὴν ἔχω διαβάσει! Τὸ ἔχω παρατηρήσῃ στὴν ἁμαρτωλή, τὴν δική μου ζωή. Σὰν νὰ μὴ τὸ ἔχω ἀκούσει ποτέ, μολονότι τὸ ἔχω διαβάσει καὶ τὸ ἔχω κηρύξει χιλιάδες φορές. Καὶ ἀναρωτιέμαι: «Δὲν τὸ ἄκουσα αὐτό; Δὲν τὸ διάβασα αὐτό;». Μπαίνει αὐτὴ ἡ ἄγνοια, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἄγνοια, πῶς νὰ τὴν ποῦμε, ἡ εἰδυῖα μὲ «εἰ», ἡ γνωρίζουσα ἄγνοια. Δὲν μπορῶ νὰ τὴν χαρακτηρίσω ἀλλιῶς. Λοιπόν, ἔρχεται αὐτὴ κατόπιν ἔρχεται καὶ ἡ λήθη. Τὰ ξεχνᾶμε ἐντελῶς· ξεχνᾶμε τὶς ὑποσχέσεις ποὺ δώσαμε.

Ἑπομένως, ὅταν διακρίνουμε μέσα μας ἀδιαφορία ἢ ὅταν μᾶς γίνῃ ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους ἡ ὑπόδειξις· «παιδί μου, δὲν πολυπροσέχεις τὸν ἑαυτό σου», θὰ πρέπει νὰ ἀνησυχήσουμε καὶ νὰ ζητήσουμε εὐλογία ξανά πάλι, ὥστε νὰ ριχθοῦμε στὸν ἀγώνα. Κατάκοπος νὰ εἶμαι.

Ἐγὼ λέω τοῦτο τὸ πρᾶγμα: Δὲν ἤρθαμε γιὰ νὰ πεθάνουμε γιὰ τὸν Χριστό; Ἐὰν θὰ μᾶς καλέσουν νὰ μαρτυρήσουμε, τί θὰ κάνουμε; Ὅπως ἔσφαξαν ἐκείνους τοὺς ἁγίους Πατέρας ποὺ ἔχουμε στὸν Ἀρχάγγελο, στὸ Μανταμάδο. Ὅπως ἔσφαξαν τοὺς ἑβδομήντα δύο Πατέρας στὴν Παναγία τὴν Εἰκοσιφοίνισσα, ποὺ ἔχουμε τὸ μνῆμα τους ἐκεῖ πέρα … Ὅπως ἔσφαξαν τοὺς Σαββαΐτας Πατέρας, τοὺς ὁποίους μνημονεύω, ἐπειδὴ ἔχω τὸν Ἅγιο Σάββα ἐκεῖ πέρα , καὶ τοὺς ἐν Ραϊθὼ Πατέρας. Νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ πεθάνουμε. Ὅταν εἶμαι ἕτοιμος νὰ πεθάνω, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι φτηνά, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι εὔκολα. Δὲν ὑπάρχει πρόβλημα, ἀφοῦ εἶμαι ἕτοιμος νὰ πεθάνω κάθε στιγμή. Καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο, νομίζω, ὑπάρχει μία παράγραφος τῆς «μελέτης περὶ θανάτου», τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ συνέχεια κατὰ νοῦν ὁ μοναχός. Νὰ μελετῶ τὸν θάνατο, ἀφοῦ καλοῦμαι στὸ μαρτύριο. Δέν καλοῦμαι γιὰ μάρυτρας; Δέν μὲ καλεῖ ὁ Κύριος γιὰ μαρτύριο;

Μοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας πρὸ ὀλίγου γιὰ ἕναν μάρτυρα νεαρό, δεκαπέντε ἐτῶν. Τὸν σφάξανε, τὸν σκοτώσανε οἱ σατανισταί, διότι δὲν ἤθελε νὰ βλάλῃ τὸν Σταυρὸ ἀπὸ πάνω του. Μάρτυρας! Καὶ τέτοιους μάρτυρας ἔχουμε πολλούς, Γέροντα. Ἔχω διαβάσει τέτοια κείμενα γιὰ τὴν Σοβιετικὴ Ἕνωσι, τοῦ Σολζενίτσιν καὶ ἄλλων.

Μία παρένθεσι νὰ κάνω. Ἦταν τετρακόσιες ἀδελφές. Τὶς ἀποσχημάτισαν καὶ τὶς ἔβαλαν στὰ στρατόπεδα γιὰ νὰ δουλέψουν καὶ νὰ πεθάνουν ἐκεῖ πέρα, καὶ κάποιες εὐσεβεῖς γυναῖκες. Καὶ εἶπαν οἱ γυναῖκες αὐτές: «Ἐμεῖς Κυριακὴ δὲν δουλεύουμε». «Δὲν δουλεύετε;». Τὶς ἔβγαλαν ἔξω γυμνές, στοὺς εἴκοσι-εἴκοσι πέντε βαθμοὺς κάτω ἀπὸ τὸ μηδέν, στὴν Σιβηρία … «Ἂς πεθάνουμε! Δὲν δουλεύουμε!». Δὲν δούλευαν καὶ ἐπιβλήθηκαν. Γιατὶ οἱ ὑπεύθυνοι σκέφτηκαν ὅτι θὰ χάσουν ἐργατικὰ χέρια. Ἄρα αὐτὲς νίκησαν .

Λοιπόν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ πεθάνω; Ἐὰν εἶμαι ἕτοιμος νὰ πεθάνω, τελείωσε ἡ ὑπόθεσις.

Ἔρχονται πολλὰ παιδιὰ καὶ κορίτσια καὶ ρωτᾶνε καμιὰ φορά, γιὰ νὰ γίνουν μονοχοὶ ἢ μοναχές. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: «Θέλεις νὰ πέσῃς στὸ γκρεμό;». Ἐὰν πέσῃς στὸ γκρεμό, θὰ γίνῃς μοναχὴ ἢ μοναχός. Δὲν εἶσαι ἕτοιμος νὰ πέσῃς στὸ γκρεμό; Δὲν γίνεσαι μοναχός. Τώρα, ἂν πέσω στὸ γκρεμό, τί θὰ γίνῃ; Θὰ αὐτοκτονήσω; Ὅπως γίνεται ὅταν καίγωνται μεγάλες πολυκατοικίες. Τοποθετοῦν δίχτυα ἀπὸ κάτω. Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ Ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Δὲν θὰ μὲ ἀφήσῃ. Καὶ τὴν ἀδυναμία μου θὰ δῇ, γιατὶ φοβᾶμαι. Ἀλλά, ὅταν μὲ καίει ἡ φωτιὰ τοῦ πόθου καὶ ἡ λαχτάρα νὰ ἀφιερωθῶ στὸν Κύριο. Αὐτὴ ἡ σκέψις τοῦ Θανάτου, ὅτι ἐγὼ μπορεῖ νὰ πεθάνω αὔριο, εἶναι σωτήρια.

Ἕνας φίλος μου εἶχε τὸν γυιό του, ποὺ σπούδαζε στὴν Μυτιλήνη. Τὸ βράδυ τηλεφωνήθηκε μαζί του καὶ ἦταν καλὰ ὁ γυιός του. Κοιμήθηκε τὸ παιδὶ καὶ δὲν ξύπνησε. Ἔ!, ποῦ τὸ ξέρω ἐγώ, ἂν θὰ ξυπνήσω αὔριο; Καὶ ἑπομένως, ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἄποψι, γιατὶ νὰ τὸ ἀναβάλω γιὰ αὔριο; Γιατί νὰ πῷ· «κάποτε θὰ ἀρχίσω νὰ ἀνανεώνω τὸν ἑαυτό μου;». Θὰ πεθάνω καὶ τί λόγο θὰ δώσω στὸν Κύριο!             

Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἂν μοῦ ἐπιτρέπεται, θὰ πῶ κάτι ποὺ ἔζησα, κάτι ποὺ συνέβη μέσα μου. Δημιουργήθηκε μέσα μου μιὰ κατάστασι τέτοια, καὶ αἰσθάνθηκα τέτοιο σκοτάδι!..., ποὺ -γιὰ νὰ παραστήσω πόσο σκοτάδι ἦταν αὐτό – εἶπα στὸν ἑαυτό μου: «Ἐὰν θὰ εἶχα τὸ σκοτάδι τοῦ Ἅδου δίπλα, θὰ ἦταν καταμεσήμερο τὸ σκοτάδι τοῦ Ἅδου ἐν σχέσει μὲ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔνοιωσα μέσα μου». Φοβερὸ πρᾶμγα αὐτό! Νὰ σκεφτῇ κανεὶς δηλαδή, ὅτι· «θὰ ζήσω στὸν Ἅδη· θὰ μὲ τιμωρήσῃ ὁ θεός· θὰ χωριστῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ πάντα!». Καὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ μὲ κατακρίνῃ γιὰ βαριὰ παραπτώματα, ἀφοῦ δὲν πῆγα νὰ σκοτώσω κάποιον ἢ νὰ κλέψω ἢ νὰ κάνω κάποιο μεγάλο ἁμάρτημα. Ὅμως γιὰ μᾶς δὲν ὑπάρχουν μικρὰ ἁμαρτήματα! Ἡ ἴδια ἡ ἀμέλεια κάλλιστα μπορεῖ νὰ μὲ καταστρέψῃ. Ἡ ἴδια ἡ ἀμέλεια μπορεῖ νὰ μὲ ρίξῃ στὸν Ἅδη!

Διάβασα ἕνα κείμενο. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τὸ παραθέτει στὸ Ἐξομολογητάριο. Λέγει, ὅτι κάποιος ἤθελε νὰ πάῃ νὰ ἐξομολογηθῇ. Τοῦ δόθηκε ὅμως ἡ εὐκαιρία νὰ κάνῃ καὶ μιὰ ἁμαρτία. Σκέφτηκε: «Ἀφοῦ θὰ ἐξομολογηθῶ, ἂς κάνω τὴν ἁμαρτία καὶ μετὰ πάω νὰ ἐξομολογηθῶ». Καὶ πάει ἐκεῖ ποὺ ἤθελε νὰ ἁμαρτήσῃ, ἀλλὰ ἦταν ἐκεῖ ἕνας ἀντίζηλος καὶ τὸν σκότωσε ... Ὁπότε δὲν πρόλαβε νὰ ἐξομολογηθῇ . Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψι, θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε πάρα πολύ. Τί πρέπει νὰ προσέξουμε; Τὴν μελέτη θανάτου. «Θὰ πεθάνω».

Δεύτερον. Ἔδωσα ὑπόσχεσι, ὅτι θὰ μαρτυρήσω γιὰ τὸν Κύριο. Ὅτι θὰ ἀγωνιστῶ μέχρι θανάτου. Δὲν πρέπει νὰ ἀνανεώνω τὴν ὑπόσχεσί μου; Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, προσωπικὰ ἐγὼ συνιστῶ -φαντάζομαι νὰ μὴν πέφτω ἔξω σ’ αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ - νὰ διαβάζωμε ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ αὐτὸ τὸ κείμενο τῆς καθιερώσεως, ποὺ διαβάζεται ὅταν δίνουμε ὑπόσχεσι ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ! Δὲν εἶναι ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Γέροντας, ὁ Ἱερεύς, ὁ Δεσπότης - ἀναλόγως μὲ τὸ ποιὸς κάνει τὴν κουρά -ἐξ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μιλάει, καί, ἑπομένως, στὸν Κύριο τὸ λέω· δὲν τὸ λέω σὲ ἄνθρωπο. Ἐδῶ, λοιπόν, τέτοιες συνθῆκες ὑπάρχουν. Οἱ συνθῆκες εἶναι τρομερὲς, οἱ συνέπειες εἶναι πολὺ μεγάλες, φοβερές. Αὐτὸ ἂν τὸ σκέπτωμαι, ἂν τὸ ἀναλογίζωμαι μέσα μου, τὶ θὰ πῇ «χωρὶς ἐλπίδα αἰωνιότητα».... Φοβερὸ πρᾶγμα! Ἑπομένως, ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἄποψι, ἡ ἔννοια τοῦ ὅτι θὰ πεθάνω, ἡ μελέτη τοῦ θανάτου εἶναι «ζωηφόρος» -ἔτσι τὸ λέω ἐγώ-, μοῦ δίνει ζωή. Μὲ τὴ μελέτη αὺτὴ κερδίζω τὸν χρόνο μου, δὲν ἀφήνω τὸν ἑαυτό μου καθόλου, εἶμαι διαρκῶς ἐν ἐγρηγόρσει.

Ἐπίσης, πολὺ συμαντικὸς εἶναι ὁ λόγος «περὶ νήψεως», πάλι στὸν πρῶτο τόμο τῆς Φιλοκαλίας . Καταπληκτικὸς εἶναι ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν διαβάσῃ κανεὶς λέξι πρὸς λέξι! Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ προσέξω κατὰ τὴν μελέτη αὐτή, ποὺ τὴν θεωρῶ πολὺ σημαντικὸ πρᾶγμα γιὰ τὴν ἀνανέωσι τῶν ἀποφάσεών μας, εἶναι νὰ μὴ βιαστῶ νὰ διαβάσω κάτι, ἀλλὰ νὰ τὸ διαβάζω λέξι πρὸς λέξι, νὰ πιπιλίζω τὶς λέξεις, νὰ βλέπω τὸ νόημα κάθε λέξεως καὶ τὸ νόημα κάθε φράσεως. Εἶναι καταπληκτικά! Διάβαζα προχθὲς τὸν ἅγιο Μᾶρκο τὸν Ἀσκητή. –Τὸν ἔχω διαβάσει πάρα πολλὲς φορές. Τὸν ἔχω μεταφράσει. Ἔχει κυκλοφορήσει κιόλας ἡ «Μικρὴ Φιλοκαλία» -. Νόμιζα, ὅτι τὸν διαβάζω γιὰ πρώτη φορά. Ἀλλὰ τὰ ἔβλεπα ἕνα - ἕνα ... Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι, πόσο σπουδαῖα πράγματα εἶπε ὁ Ἅγιος Μᾶρκος καὶ ἐγὼ δὲν τὰ πρόσεξα! Κάθε φορὰ βλέπει κανεὶς κάτι καινούργιο.

Λοιπόν, συνοψίζω τώρα: Αὐτοὶ οἱ τρεῖς «γίγαντες τοῦ διαβόλου», ἡ ραθυμία, ἡ λήθη καὶ ἡ ἄγνοια, τροφοδοτοῦνται ἀπὸ τὴν ἔλλειψι πνευματικῆς τροφῆς, τὴν ὁποία πρέπει νὰ δίνω στὸν ἑαυτό μου, τὴν ἔλλειψι μελέτης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ μελέτης τοῦ θανάτου, τὴν ἔλλειψι ὑπακοῆς καὶ ἀναμνήσεως τῶν ὑποσχέσεων ποὺ δώσαμε στὸν Κύριο, καὶ τὴν ἔλλειψι ἐξομολογήσεως.

Κάνω μία παρέθενσι. Ἦταν ἕνα παιδί, ποὺ ἤθελε νὰ πάῃ στὸ ἐξωτερικό. «Βρὲ παιδάκι μου, ποῦ θὰ πᾶς; Ἐκεῖ θὰ βρεθῇς σὲ πολὺ ἁμαρτωλὸ περιβάλλον». «Μόλις, λέει, καταλάβω ὅτι δὲν παίρνω καλὸ δρόμο, θὰ γυρίσω πίσω». «Μὰ ἀφοῦ δὲν θὰ τὸ καταλάβῃς. Αὐτὸ δὲν θὰ τὸ καταλάβῃς. Ἐσὺ ποτὲ δὲν θὰ τὸ καταλάβης. Κάποιος ἄλλος θὰ τὸ καταλάβῃ».

Ἑπομένως, ἂν μοῦ ποῦν, ἂν μοῦ ὑποδειχθῇ· «κοίταξε, δὲν πᾶς καλά, εἶσαι ἀμελής, εἶσαι ἀπρόσεκτος», παρ’ το κατάκαρδα μέσα σου. Ὄχι μὲ τὴν κακὴ ἔννοια, ὅτι σὲ προσβάλλουν. Ὑπάρχεις, βρὲ χριστιανέ μου; «Ἀκμὴν ζῇς;». Ζῆς ἀκόμα; Ἔτσι εἶπε κάποιος Ἅγιος, ὁ ἄγιος Ἀρσένιος. Ἀκόμα ζῆς; Λοιπόν! Μοῦ ὑπέδειξαν τὴν ἀδυναμία μου; Δέκα φορὲς πιὸ πολὺ ἐγὼ νὰ τὸ καταλάβω καὶ νὰ τὸ καταλογίσω στὸν ἑαυτό μου, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ κινηθῶ.

Ἀκόμη, ἂς φρονηματίζωμαι, ἂς νιώθω καὶ ἂς δημιουργῶ μέσα μου τὴν ἔννοια τῆς ἁμίλλης. Λέγοντας ἅμιλλα ἐννοῶ τὸ νὰ βλέπω τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἄλλους ποὺ εἶναι πρόθυμοι, καὶ νὰ ἀγωνίζωμαι νὰ τοὺς μιμηθῶ. Διότι πάντα δίπλα μας ὑπάρχουν οἱ ἀδελφοὶ ποὺ ἔχουν κάτι σημαντικὸ νὰ μᾶς διδάξουν. Ἑπομένως, ἂς κάνω καὶ μελέτη, ἀνάλυσι τοῦ παραδείγματος τῶν ἀδελφῶν, τοὺς ὁποίους ξέρω ὅτι εἶναι δραστήριοι, ὅτι κάνουν ἕναν ἀγῶνα.

Κατόπιν, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι συζητᾶμε καμιὰ φορά –φαντάζομαι ὅτι συζητᾶμε-, νὰ συζητᾶμε τὸ θέμα αὐτό: «Βρὲ ἀδελφέ, βλέπω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Τί λές, πῶς τὸ ἀντιμετωπίζεις ἐσύ;» Νὰ ἀνταλλάσσουμε καὶ πεῖρα στὸ θέμα αὐτό. Βοηθάει πάρα πολὺ αὐτό. Δὲν θὰ ποῦμε ἄλλα πράγματα – τὸ ξέρω, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν συζητᾶμε ἄλλα πράγματα κοσμικὰ κ.λ.π. - ἀλλά, θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνουμε καὶ σ’ αὐτό, στὴν ἀνταλλαγὴ πνευματικῆς πείρας.

Θυμᾶμαι τὸ ἑξῆς σὲ μία περίπτωσι: Ἦταν ἕνας ἀδελφός, ποὺ δὲν τὸν χώνευα. Καλὸς ἦταν, ἀλλὰ ἐγώ, δὲν ξέρω γιατί, δὲν τὸν χώνευα. Κάποτε λοιπόν, παίρνω τὴν Γραφὴ καὶ διαβάζω ἐκεῖ: «Ὅς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχώμενος τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» . Ἦταν ὁ ἅγιος Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος πῆγε καὶ πῆρε τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ ἔθαψε τὸν Κύριο. «Βρέ, λέω στὸν ἑαυτό μου, καὶ αὐτὸς προσδοκᾶ καὶ περιμένει τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐγὼ προσδοκῶ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι θὰ πᾶμε; Νὰ μὴ τὸν χωνεύω;» Καὶ μόλις τὸ συνειδητοποίησα· «πῶς ἔγινε αὐτό, πῶς μοῦ ξέφυγε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;», ἀμέσως δημιουργήθηκε μέσα μου αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς μετανοίας. Ἂν τὸ πάρῃ τώρα κανεὶς καὶ ἀντίστροφα: «Γιατί ἦρθα ἐδῶ; Ἦρθα γιὰ νὰ κατακτήσω τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ· ἦρθα νὰ ἑνωθῶ μὲ τὸν Κύριο. Μ’ αὐτὰ τὰ χάλια; Πρέπει νὰ κινηθῶ». Ἔτσι, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ μὲ αὐτὰ ποὺ θὰ μοῦ ὑποδειχθοῦν θὰ κινηθῶ.
Σᾶς εἶπα, ὅ,τι προχείρως ἦρθε στὸν νοῦ μου.

Ὁ Γέροντας: Εὐχαριστοῦμε.

π. Εὐσέβιος: Παρακαλῶ. Καμιὰ φορὰ κάνω καὶ πλατειασμούς, Πάτερ μου.

Ὁ Γέροντας: Ὄχι, ὄχι, ἦταν πολὺ ὡραῖα. Καὶ πολὺ περισσότερα ἔπρεπε νὰ μᾶς πῆτε!

π. Εὐσέβιος: Ἀκούω τώρα ἐρωτήσεις. Ἂν κάποιος θέλῃ νὰ ρωτήσῃ κάτι, θὰ δοθῇ ἕνα ἐρέθισμα. Βοηθάει ἴσως τὸ πρᾶγμα.  

ΜΕΡΟΣ 2ον

Ὁ Γέροντας: Ἐρωτήσεις. Ἀπὸ τὸν ἀγῶνα σας.

π. Εὐσέβιος: Μὴν ντρέπεστε, πέστε ὁ,τιδήποτε. Δὲν ὑπάρχει δυσκολία. Ἐκτὸς ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπολύτως τίποτα. Μπορεῖ νὰ σκεφτῶ καὶ ἐγὼ κάτι …

Μοναχὸς Δ.: Γέροντα, στὴν προσπάθεια νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν προσευχή, μᾶς ἔρχεται ἕνας ἄλλος λογισμός - ἐμένα προσωπικά – ποὺ μ’ ἐνοχλεῖ καὶ μοῦ λέει˙ «μὴ στέκεσαι ὄρθιος, θὰ κουραστῇς, ἡ προσευχὴ θέλει πολὺ βία, πῶς θὰ κάνῃς διακόνημα; Κάτσε καὶ κάτσε». Ὁπότε, ὅταν καθόμαστε στὴν Ἐκκλησία, ἂς ποῦμε, δὲν μποροῦμε νὰ προσευχηθοῦμε. Ἴσως νὰ ἀκοῦμε λίγο τὰ ψαλλόμενα καὶ ἀναγινωσκόμενα,  ἀλλὰ νὰ ἔχουμε μία ἔντονη αἴσθηση τῆς προσευχῆς δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε. Τί λέτε μὲ αὐτὸν τὸ λογισμὸ ποὺ ἔρχεται καὶ ἐνοχλεῖ καὶ ἐμένα καὶ ἴσως καὶ τοὺς ἄλλους πατέρες;

π. Εὐσέβιος: Ναί, καὶ σὲ μένα. Πολὺ περισσότερο σὲ μένα. Γιατί ἦρθες ἐδῶ ρὲ παλιάνθρωπε, λέω στὸν ἑαυτό μου; Γιὰ προσευχὴ δὲν ἦρθες; Κάτσε, κάνε προσευχή! Καὶ μάλιστα μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τὸ ἐξῆς ποὺ ἔλεγε ἕνας στάρετς. Σὲ ἕνα στάρετς τὸ διάβασα αὐτό.

Ἔλεγε γιὰ τὴν προσευχή: «Ξέρεις, δὲν σοῦ λέω νὰ κάνῃς πολλὴ προσευχή. Τὸ Τρισάγιο, Παναγία Τριάς …, Πάτερ ἡμῶν…, ἀλλὰ σὲ μιὰ ὥρα». Μία –μία λέξη. Ἂν πῶ τὸ «Παναγία Τριάς … κ.λ.π.», δὲν προλαβαίνω καὶ  πολλὲς φορὲς συλλαμβάνω τὸν ἑαυτό μου νὰ μὴ προσέχῃ καὶ πρέπει νὰ τὸ πῶ τρεῖς φορὲς τὸ «Πάτερ ἡμῶν» γιὰ νὰ τὸ προσέξω. Γι’ αὐτὸ βλέπω μία –μία τὶς φράσεις. Ἂν τὸ κάνετε σὲ μισὴ ὥρα, π.χ. ἂν πάρω τὸ «Βασιλεῦ» καὶ τὸ σκεφτῶ αὐτό, δὲν μοῦ φεύγει καμμιὰ σκέψη καὶ καμμιὰ φράση, διότι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ προσευχή μου γίνεται συνειδητὴ καὶ δὲν μὲ κουράζει πιά. Μὲ κουράζει, ὅταν γίνεται μηχανικὴ ἐπανάληψη κάποιων προσευχῶν. Μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ μακρὰ ἡ προσευχὴ καὶ τὰ λέω τάκα –τάκα , γρήγορα. Καμμιὰ φορὰ ἐγὼ ἔχω καὶ τὸ ἐξῆς˙ ἔχω πάθει τὸ ἐξῆς: Μέσα στὸν ἐγκέφαλο γίνεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Μιλάω ἐγὼ μέσα μου, σκέπτομαι˙ «Πάτερ ἡμῶν», καὶ τὸ ἀκούω τὸ «Πάτερ ἡμῶν», διαβάζεται, σὰν νὰ ὑπάρχῃ κανένα μικρόφωνο! Περίεργο πρᾶγμα! Καὶ τὸ ἄλλο εἶναι, ὅταν ψάλλω ἢ λέω τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ἀκούω˙ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ἀπὸ μέσα μου τὸ ἀκούω! Τὸ ἀκούω στὴν ἀριστερὴ πλευρά, ὄχι στὴ δεξιά.

Λοιπόν, τὸ θέμα εἶναι νὰ προσπαθήσω, -ἐφ’ ὅσον, ἂς ποῦμε, εἶμαι στὴν Θεία Λειτουργία καὶ δὲν καταλαβαίνω, δὲν ἀκούω πολλὰ πράγματα γιὰ τὸν α ἢ β λόγο, εἶμαι μακρυά, ξέρω ‘γώ, ὑπάρχουν πολλοὶ τέτοιοι λόγοι-, νὰ λέω μία –μία τὴν φράση ποὺ θὰ πῶ, νὰ μὴ τὸ λέω τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» γρήγορα, νὰ τὸ πῶ μία –μία τὴν λέξη, κατὰ τρόπο ποὺ θὰ τὴν νιώθω. Ὁπότε, τότε δὲν φεύγει ὁ νοῦς. Δὲν μὲ κουράζει. Μὲ κουράζει ἀκριβῶς τὸ ὅτι δὲν αἰσθάνομαι τὴν προσευχή. Καὶ αἰσθάνεται κανεὶς τότε μία τέτοια γλύκα, ποὺ θέλει νὰ τὴν ξαναλέη πάλι˙ τοῦ ἀρέσει πάλι νὰ δημιουργῆται αὐτὴ ἡ κατάσταση. Αὐτό, νομίζω, καὶ στὸ κελλὶ ποὺ θὰ κάνουμε προσευχή, νὰ τὴν λέμε πολὺ ἀργά, καὶ τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστὲ …» καὶ τὸ Τρισάγιο, τὸ «Πάτερ ἡμῶν», ἐὰν τὸ σκεφτῇ κανείς; Ἔχω κάνει μία ἀνάλυση στὸ «Πάτερ ἡμῶν»-. Πάρα πολὺ ὡραῖο! Σὰν νὰ τὸ λέω, σὰν νὰ τὸ ἀκούω γιὰ πρώτη φορά. Αὐτὸ μοῦ κάνει ἐντύπωση. Καί, ἑπομένως, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη, νομίζω, παίζει πολὺ σπουδαῖο ρόλο ἡ συνειδητὴ ἐκφορά. Αὐτὴ τὴν συνειδητὴ προσευχὴ νὰ κάνουμε. Αὐτὸ θὰ βοηθήσῃ πολύ.

Γιατὶ εἶναι βέβαια καὶ ἡ κούραση, ποὺ παίζει ρόλο πολλὲς φορές, καὶ σ’ αὐτὸ ὑπάρχει μία δυσκολία. Ὑπάρχουν κάποιοι γέροντες ποὺ λένε: «Ἄκουσε ‘δῶ. Κουράστηκες; Βάλε τὸ ξυπνητήρι, κοιμήσου μία ὥρα, ξύπνησε ὕστερα ἀπὸ μία ὥρα, καὶ θὰ κάνῃς τὴν προσευχή σου θαυμάσια. Καὶ θὰ κοιμηθῆς σὰν περδίκι κατόπιν». Συμβαίνει κι αὐτό. Ε! ὄχι ὅμως, μόλις χτυπήσῃ τὸ κουδούνι, «καλά, δὲν πειράζει, θὰ ξυπνήσω σὲ λίγο ...». Τάκ. Πετάξου ἀμέσως. Αὐτὸ χρειάζεται! Θυμᾶμαι, ὅταν κάποτε – δὲν ξέρω κολύμπι-, ἀλλὰ κάποτε πηγαίναμε στὴν θάλασσα μὲ κάποιους φίλους καὶ ἔμπαινα μέσα. Ποῦ νὰ μπῇς γιὰ πρώτη φορά; Κρυώνεις. Ἐνῶ, μπλοὺμ καὶ μέσα, κατευθείαν! Ὁπότε δὲν ὑπάρχει ἀντίδραση. Τὸ ἴδιο καὶ ἐδῶ νομίζω. Θὰ πρέπει νὰ σηκωθῶ ἀμέσως! Καὶ φεύγει. Ἀμέσως φεύγει αὐτὴ ἡ βαριεστιμάρα ποὺ νιώθω κ.λ.π., ἡ ραθυμία τοῦ ὕπνου. Ἔτσι δὲν λέει καὶ σὲ μιὰ προσευχή; Αὺτό, νομίζω, πάτερ μου. Δὲν ξέρω ἂν δίνω τὴν σωστὴ ἀπάντηση, ἀλλὰ ... ἀπ’ ὅ,τι ἔχω δεῖ καὶ ἀπὸ τὴν πεῖρα λίγο.

Ἄλλο τίποτα;

Ἱερομόναχος Λ.: Ποιά εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἀμελείας καὶ ἀπὸ ποῦ ἀρχίζουν τὰ ὅρια τῆς φυσικῆς σωματικῆς ἀδυναμίας;

π. Εὐσέβιος: Ἡ φυσική, ἡ σωματικὴ ἀδυναμία εἶναι, ἂς ποῦμε, ἀπὸ μία πολὺ κουραστικὴ δουλειά. Θέλω νὰ πῶ, πάτερ, ὅτι βλέπω, ὅτι ὅσο καὶ ἂν προσπαθῶ, δὲν ἐπανέρχεται ἡ δύναμις, δὲν γίνεται. Αὐτὸ τὸ θυμᾶμαι, τὶς ἀκραῖες αὐτὲς καταστάσεις, ὅταν εἶχα ἐργασθῇ στὸ νοσοκομεῖο νύχτα - ἤμουν ἀποκλειστικὸς νοσοκόμος˙ ἦταν ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦσα-.

Ὁ γέροντας: Στὴν Σουηδία;

π. Εὐσέβιος: Ναί, στὴν Σουηδία, τρία χρόνια. Δὲν ὑπῆρχε τρόπος ἄλλος νὰ ζήσω, πήγαινα ἐκεῖ. Τὴν ἡμέρα δὲν μὲ ἄφηναν (οἱ Ἕλληνες, οἱ μετανάστες στὴν Σουηδία). Μὲ κυνηγοῦσαν ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ νὰ κάνω διάφορες δουλειές, νὰ βοηθήσω: «Ἕνα πριόνι». «Σὲ παρακαλῶ νὰ πᾶμε νὰ πάρουμε λίγο ὕφασμα». Ἔπρεπε νὰ βοηθήσω σὲ τέτοια, αὐτὰ εἶχαν ἀνάγκη. Ἀλλὰ αὐτὰ γινόταν στὴν ἀρχή, διότι βοηθιοῦνταν μ’ αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι, καὶ κατόπιν ἔρχονταν καὶ γιὰ ἄλλα θέματα, πνευματικά. Λοιπόν, δώδεκα ὥρες ἡ ἀγρυπνία, ὑποχρεωτική. Ζήτησα νὰ μοῦ τὶς κάνουν ἕξι, δὲν τὶς ἔκαναν. Δὲν ἄντεχα. Ὅταν ἔφτανα πλέον νὰ πάρω τὸν σφυγμὸ τοῦ ἀσθενοῦς τὴν τελευταία στιγμή, τὴν τελευταία ὥρα, μετροῦσα ἕνα-δύο-τρία-δεκαπέντε, ἀδύνατο νὰ προχωρήσω περισσότερο˙ ἕνα-δύο-τρία-δεκαπέντε ..., τίποτα. Στὸ εἴκοσι ἀδύνατο νὰ φθάσω. Καὶ ἀναγκαζόμουν νὰ πολλαπλασιάζω ἐπὶ τέσσερα τὸ δεκαπέντε, γιὰ νὰ ξέρω πόσες εἶναι οἱ σφύξεις˙ ἔπεφτα ἔξω καναδυὸ σφυγμούς. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν προσευχή. Πάω νὰ πῶ˙ «Παναγία Τριάς...»˙ πάει ... Ξανὰ πάλι˙ «Παναγία Τριάς ..., Ἅγιος ὁ Θεός...»˙ πέφτει ὁ νοῦς. Ἔ! Τότε ἐδῶ φτάσαμε στὰ ὅρια τῆς κοπόσεως δὲν μπορῶ. Ἁπλούστατα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τὸ προηγούμενο ποὺ εἶπα. Ἐδῶ δὲν εἶναι ζήτημα ἀμελείας.

Καὶ νὰ τὸ θέσω ὑπ’ ὅψιν τοῦ Γέροντα. Θυμᾶμαι τὸ ἐξῆς – γιατὶ καὶ ὁ σατανᾶς παίζει ρόλο-, κάτι ποὺ συνέβη στὸν Σίμωνα τὸν Ἀρβανίτη,  Γέροντα σωστό, -θὰ έχετε ἀκούσει γι’ αὐτόν-. Σ’ αὐτὸν τὸν Σίμωνα τὸν Γέροντα πάει ὁ ὑπατακτικός του. Ἐκεῖ εἶχαν προσκύνημα –στὸ μοναστήρι ἐκεῖνο ποὺ εἶχαν-, καὶ ἦταν καὶ μία δαιμονισμένη. Ἡ δαιμονισμένη, μόλις πῆγε τὸ πρωὶ αὐτὸς ὁ ὑπατακτικὸς – εἶχε ξυπνήσει καὶ πῆγε ἐκεῖ-, τοῦ λέει˙ «ἐγώ, λέει, σὲ βάζω καὶ κοιμᾶσαι ἐκεῖ πέρα, ἐγὼ σὲ ξυπνάω καὶ σοῦ δημιουργῶ αὐτὸ τὸ πράγμα ποὺ ἔχεις, ἐπειδὴ δὲν εἶσαι ἐντάξει˙ δὲν εἶσαι ἐντάξει, ἐσὺ εἶσαι ἀμελής». Τρώμαξε ὁ ὑποτακτικός, σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸν Γέροντα: «Γέροντα, τί νά πῶ, τί νά κάνω; Ὁ διάβολος αὐτὸ μοῦ λέει». «Ἄκουσε ἐδῶ παιδάκι μου, ὁ διάβολος τὸ λέει αὐτό, γιὰ νὰ σοῦ δημιουργήσει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν κάνεις προσευχή, δὲν ὑπακοῦς κ.λ.π., γιὰ νὰ σὲ ἀδυνατίσῃ καὶ στὸ τέλος νὰ μὴν κάνεις καθόλου. Ἐγὼ σοῦ δίνω ἐντολὴ νὰ κοιμᾶσαι μισςὴ ὥρα παραπάνω, νὰ ξεκουραστῇς, καὶ μετὰ νὰ κάνῃς μὲ καθαρὸ μυαλὸ τὴν προσευχή». Τοῦ ἔδωσε αὐτὴ τὴν δυνατότητα. Ἐὰν τὸ κάνω μὲ εὐλογία αὐτό, νομίζω εἶμαι ἐντάξει. Καὶ ἔπειτα θὰ κρίνῃ αὐτός, στὸν ὁποῖο θὰ καταθέσῃ αὐτό. Ὁ Γέροντας, δηλαδή, θὰ κρίνῃ ἂν εἶναι σωματικὴ ἢ ἂν εἶναι ἀμελείας, ἂς ποῦμε, ἡ ἀδυναμία αὐτή, διότι ὑπάρχει εἰλικρίνεια. Δὲν θὰ πάω π.χ. νὰ τοῦ πῶ ψέματα, ὅτι «ξέρεις, πέθανα ἀπὸ τὴν κούραση». Ξεκουράσου, νὰ κοιμᾶσαι, νὰ κάνῃς καὶ ἕνα πείραμα, μία δοκιμή, στὸ θέμα αὐτό. Νομίζω μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ τὸ ἀντιμετωπίσουμε. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, καὶ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπα πρό ὀλίγου: Νὰ κοιμηθῶ μισὴ ὥρα ... Ξεκουράζεται κανεὶς ἀπολύτως – αὐτὸ τὸ ἔχω δοκιμάσει ἐγώ -. Καὶ κατόπιν κάνω προσευχή, χωρὶς νὰ θέλω νὰ κοιμηθῶ πιά, καθόλου. Ἔτσι εἶναι τὸ πρᾶγμα, νομίζω.

Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, πάντως: Αὐτά, νὰ ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας, νὰ τὰ λέμε. Αὐτές τὶς λεπτομέρειες νὰ λέμε. Αὐτὰ εἶναι ἐπικίνδυνα. Ἐδῶ δὲν ἔχουμε ἄλλους πειρασμούς, μεγάλους τρομερούς. Μπορεῖ νὰ ἔχουμε κάποιους πειρασμοὺς τέλος πάντων, ἀλλὰ οἱ περισσότεροι πειρασμοὶ εἶναι τέτοιες λεπτομέρειες.

Λέγει ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους, νομίζω ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής, γιὰ τὸν «μυρμηκολέοντα», διότι ὁ λογισμὸς αὐτὸς εἶναι μικρός στὴν ἀρχή, ἂς ποῦμε, καὶ κατόπιν γίνεται λέων. Καί, ἑπομένως, νὰ προσέξουμε τὰ μικρά, τὶς μικρὲς αὐτὲς ἀδυναμίες, καὶ νὰ τὶς καταπολεμήσουμε. Νὰ εἴμαστε πάντα ἐν ἐγρηγόρσει. Ἄλλωστε νομίζω, ὅτι στὴν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου βρισκόμαστε, ποὺ σημαίνει ἐγρήγορσις. Ἡ ἐγρήγορσις πρέπει νὰ εἶναι ἀπὸ τὶς βασικὲς ἀρετές.
Ἀκούω παρακάτω.

Ὁ Γέροντας: Ἕνα πρόβλημα ποὺ ἀντιμετωπίζουμε ὅλοι μας, καὶ ἐγώ, στὰ κοινόβια εἶναι ὅτι, λόγῳ κοπώσεως, καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπὸ τὰ διακονήματα, καὶ λόγῳ τῆς συνανατροφῆς μὲ πατέρες καὶ κοσμικούς, πολὺ εὔκολα διολισθαίνουμε σὲ ἀργολογία, ἡ ὁποία εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ πολὺ ἐπικίνδυνη. Βέβαια μπορεῖ νὰ ξεκουράζεται λίγο ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καμμιὰ φορὰ τὸ παρατραβᾶμε τὸ πρᾶγμα καὶ φεύγει ἡ κατάνυξις, φεύγει ἡ διάθεσις γιὰ προσευχή, φεύγει ὁ ἀγώνας. Πέστε μας καμμιὰ συμβουλὴ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα.

π. Εὐσέβιος: Εἶχα δεῖ σὲ ἕνα μοναστήρι, ποὺ ἔτυχε νὰ πάω, στὸν Βύρωνα, -πῆγα νὰ δῶ τὴν γερόντισσα-,  καὶ ἦτανε οἱ ἀδελφὲς ποὺ κάνανε κάποια δουλειὰ ἐκεῖ πέρα καθιστές – καθάριζαν φασόλια ἢ κάτι τέτοιο -, καὶ ἔλεγαν τὸν κανόνα τῆς Παναγίας, δὲν συζητοῦσαν τίποτε ἄλλο.
Δεύτερον, καταδικάζουν πάρα πολλοὶ Πατέρες τὴν παρησία αὐτή. Παρρησία εἶναι καὶ ἡ ἀργολογία. Θὰ πρέπει νὰ τὸ κόψουμε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μὲ τοὺς κοσμικοὺς καί, ἐγὼ νομίζω γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ὅτι δὲν χρειάζονται πολλὲς συζητήσεις. Νὰ ξέρουν ὅτι «ἐρχόμαστε νὰ δοῦμε μοναχοὺς» καὶ ὅτι «οἱ μοναχοὶ δὲν μιλᾶνε».

Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε πάρα πολὺ αὐτό. Δὲν συζητᾶμε καὶ μὲ πατέρες καὶ μὲ ἄλλους. Ἂν χρειαστῇ νὰ γίνῃ μία πνευματική, ἂς ποῦμε, συζήτηση, νὰ γίνῃ πνευματικὴ συζήτηση γιὰ ὡρισμένα πράγματα, ἀλλὰ τί δουλειὰ ἔχουν οἱ ξένοι; Δὲν θὰ μᾶς ποῦν οἱ ξένοι τί θὰ κάνουμε˙ θὰ μᾶς πεῖ τὸ μοναστήρι τί νὰ κάνουμε. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα σιωπή. Πρέπει δηλαδὴ νὰ πάρουμε τὴν ἀπόφαση νὰ κόψουμε τὴν συνήθεια αὐτή. Δὲν μιλᾶμε. Νὰ ξέρουν οἱ κοσμικοί, ὅτι «αὐτοὶ (οἱ μοναχοὶ) δὲν ἀρχίζουν κουβέντες». Αὐτὸ παίζει πάρα πολὺ σπουδαῖο ρόλο: «ἐγὼ εἶμαι μοναχός˙ δὲν τὰ ξέρω αὐτά», λέγει ὁ ἅγιος Ἡσαΐας ὁ Ἀσκητής. Πολὺ ὡραῖο πρᾶγμα!

Ἔρχεται κάποιος καὶ πάει νὰ ἀνοίξῃ συζήτηση. Ἐμεῖς: «Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν τὰ ξέρω αὐτὰ τὰ πράγματα!». Ξέρεις, ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶπε...». «Συγνώμη, μὲ συγχωρεῖτε, ἐγὼ ἦρθα νὰ δῶ τὶς ἁμαρτίες μου, κ.λ.π. Ἔχετε νὰ μοῦ πῆτε κάτι γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου;» Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα! Νομίζω, πρέπει νὰ τὸ γυρίζουμε πάντα στὴν πνευματική, ἂς ποῦμε, πλευρὰ τοῦ θέματος. Ποτὲ συζητήσεις τοῦ εἴδους: «Ξέρεις, ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶπε αὐτό ...». Ἀλλά: «Μὲ συγχωρεῖτε πάρα πολύ, ἐγὼ εἶμαι μοναχὸς καὶ δὲν τὰ ξέρω αὐτὰ τὰ πράγματα. Δὲν συζητᾶμε αὐτὸ τὸ θέμα». Αὐτὸ εἶναι προτιμότερο, γιατὶ ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο θὰ πᾶμε στὸν ἐπίσκοπο καὶ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο δὲν ξέρω ποῦ θὰ πᾶμε, ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ ... «Ἔ! Ξέρεις, ἔγινε τοῦτο˙ εἶπε ἐκεῖνο ὁ τάδε, εἶπε ὁ τάδε συγγραφεὺς αὐτό κ.λ.π.». Δὲν πᾶνε νὰ λένε ὅτι θέλουν! Ἐμεῖς δὲν ζοῦμε. «Ἀκμῂν ζῇς;» Ἂς τὸ θυμηθοῦμε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα! Ζῇς ἀκόμη, μοναχέ; Πεθαμένος εἶσαι! Ἀφοῦ εἶσαι πεθαμένος, δὲν μπορεῖς νὰ ἀσχολεῖσαι μὲ τέτοια πράγματα. Γιὰ μένα, «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωτε κἀγὼ τῷ κόσμῳ», ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. στ΄ 14).

Νομίζω γι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅτι πρέπει νὰ τὸ πάρουμε ἀπόφαση, ἐπειδὴ  ὑπάρχει ὁ μεγάλος κίνδυνος τῆς εἰσβολῆς τοῦ κοσμικοῦ πνεύματος. Σιγὰ -σιγὰ ἔρχεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ ἔρχωνται μὲ εὐλάβεια. Ὅμως δὲν ἔρχονται ὅλοι μὲ εὐλάβεια. Δὲν πολυπιστεύουν ὅλοι. Εἶναι καὶ ἕνας θρησκευτικὸς τουρισμός, ποὺ συμβαίνει μὲ πολλούς. Ὑπάρχουν βέβαια καὶ πνευματικοὶ ἄνρθωποι. Νομίζω, ὅτι πρέπει στὸ θέμα αὐτὸ νὰ εἴμαστε ἀπόλυτοι. Νὰ ξέρουν ὅτι ἦρθαν σὲ μοναστήρι καὶ σὲ μοναστήρι κουβέντα δὲν ἔχει.

Ἐπειδὴ εἶναι πολὺς ὁ κόσμος, καὶ ἀναγκάζονται οἱ μοναχοί ... Ἐγὼ ἔχω δεῖ σὲ κάποια γυναικεῖα μοναστήρια νὰ παρουσιάζονται δύο-τρεῖς μοναχὲς μόνον γιὰ τοὺς λαϊκούς. Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε ἐδῶ. Ὅταν ἔχετε πενήντα, ἑκατό, διακόσιους ἀνθρώπους, ξέρω ‘γώ, πῶς θὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Δὲν μπορεῖ ἕνας νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσῃ. Ἔχει ἕνα σωρὸ δουλειές. Λοιπόν, μόνον μὲ αὐτόν τὸν τρόπο. 

Θυμᾶμαι τὸ ἐξῆς: Ἔρχεται μία παπαδιά, ποὺ ἐξομολογήθηκε, καὶ μοῦ λέει: «Ξέρετε; Μαζευόμαστε κάποιες γυναῖκες γιὰ νὰ πιοῦμε καφὲ καὶ ἀρχίζει τὸ κουτσομπολιό. Τί νὰ κάνω;». «Θὰ κάνῃς τὸ ἐξῆς: Ὅταν ἔρθουν νὰ πιῆτε τὸν καφέ, πές˙ τώρα, ἀδελφές μου, θὰ διαβάσουμε τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας». Δὲν θὰ ἔρθουν τὴν ἄλλη φορά. Τὸ κόψανε. Καὶ δὲν ξαναπῆγαν ἄλλη φορά, διότι αὐτὲς πήγαιναν γιὰ νὰ κάνουν αὐτό, τὸ κουβεντολόϊ. Ὅταν τὶς εἶπε γιὰ Παράκληση, δὲν ξαναπάτησαν˙ πῆγαν μόνο αὐτὲς ποὺ εἶχαν πνευματικὴ διάθεση καὶ κάνανε τὴν Παράκληση. «Αὐτὸ νὰ κάνετε. Δὲν μπορεῖτε, ἀφοῦ εἶστε καὶ παπαδιὰ ἐσεῖς, νὰ μιλᾶτε γιὰ τὸ α καὶ τὸ β, καὶ ὡς πνευματικὸς ἄνθρωπος».
Νομίζω γι’ αὐτὸ τὸ θέμα ὅτι κάποιος θέλει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ φαίνεται καὶ πνευματικὸς ἄνθρωπος ..., ἕνας πάτερ π.χ. ποὺ εἶναι ὁμιλητικός, ὅπως καὶ ἐγώ –φλύαρος εἶμαι-, λοιπόν, ἂς τοῦ ποῦμε «αὐτὴ τὴν στιγμὴ ποὺ εἴμαστε, δὲν κάνουμε μία μικρὴ προσευχή, καμμιὰ μικρὴ προσευχούλα γιὰ τὸ α ἢ τὸ β θέμα». Ὁπότε, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν θὰ καταλάβῃ, ὅτι δὲν γίνεται ἐδῶ πέρα, δὲν ὑπάρχει δυνατότητα γιὰ ἀνάληση καὶ κουβέντες. Ἐπειδὴ πολλοὶ μπορεῖ νὰ ἔρχονται καὶ νὰ θέλουν νὰ συζητήσουν: «Δὲν μοῦ λές˙ τί ἔγινε μὲ τὸν Πατριάρχη, τί εἶπε -ἂν ἦρθε ὁ πατριάρχης-, τί γνώμη ἔχεις γιὰ αὐτά;». Τί γνῶμες θὰ ἔχουμε ἐμεῖς; Δὲν ἔχουμε καμμία γνώμη. «Ἐγὼ παιδάκι μου ἦρθα ἐδῶ καὶ εἶμαι πεθαμένος. Μοῦ μιλᾶς ἀκόμη; Δὲν ἀναστήθηκα. Ὅταν ἀναστηθῶ, θὰ μιλήσουμε». Ἔτσι, νομίζω, θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε κάπως αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.

Νὰ τὸ πάρουμε στὰ σοβαρά˙ εἴμαστε μοναχοί. Ἀλλιῶς, σημαίνει, ὅτι δὲν πήραμε στὰ σοβαρὰ τὴν ἐδῶ ἀποστολή μας, καὶ ἡ πολλὴ κουβέντα – αὐτὸ ποὺ λέγεται παρρησία, δηλαδὴ τὸ νὰ παραγνωριζόμαστε, καὶ μεταξύ μας ἀκόμη  - δὲ μᾶς βοηθάει μὲ κανέναν τρόπο.

Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ ἐν λόγῳ σιωπή. Δὲν εἶναι ἡ σιωπὴ τοῦ τύπου: «ἔτσι, δὲν τὸν μιλάω, δὲν τὸν χωνεύω, παρεξηγήθηκα», ἀλλὰ διότι ξέρει ὁ ἀδελφὸς καὶ ξέρω καὶ ἐγώ˙ «δὲν μιλᾶμε». Οἱ ἀρχαῖοι πατέρες τί κάνανε; Ὅταν πήγαιναν μὲ τὸν ὑποτακτικό, ἦταν πέντε βήματα πιὸ πίσω˙ δὲν τὸν ἄφηναν νὰ μιλήση. Πήγαιναν γιὰ τὴν λατρεία καὶ δὲν μιλοῦσαν καθόλου. Μόνο κάτι ἀναγκαῖο λέγανε. Λοιπόν, αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὴν πεῖρα βγαλμένα, καὶ στὸν βαθμὸ ποὺ μποροῦμε νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε. Δὲν γίνεται μηχανικὴ ἀντιγραφή, δὲν γίνεται ἀκριβῶς ἔτσι, ἀλλὰ πάντως ὁ λόγος μας νὰ εἶναι «ἅλατι ἠρτυμένος», ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ λόγος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι πάντοτε πνευματικός, φωτισμένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ διαβάσαμε. «Ξέρεις ἀδελφέ, διαβάσαμε αὐτό ... Δὲν πρόσεξα ἐκεῖνο τὸ σημεῖο τοῦ ἀναγνώσματος ἢ τοῦ Ἀποστόλου ἢ τὸ τάδε τροπάριο».

Εἶναι καταπληκτικὰ τὰ τροπάρια! Πολλὲς φορὲς τὰ διαβάζω πάλι. Τῆς Δευτέρας καὶ τῆς Τρίτης εἶναι πολὺ κατανυκτικά. Μερικὰ ποὺ μοῦ κάνουν ἐντύπωση τὰ γράφω ἰδιαίτερα, γιὰ νὰ τὰ ἔχω μπροστά μου - ἔχω ἕνα πραγματάκι σὲ ἕνα σημεῖο τοῦ γραφείου μου, ὅπου μπορῶ νὰ βγάλω ἕνα φύλλο χαρτιοῦ, αὐτὰ τὰ Α4 – καὶ τὰ ἀντιγράφω γιὰ νὰ τὰ βλέπω. Καὶ ἔκτοτε τὰ ξαναφέρνω στὸ μυαλό μου. Τὰ ξαναφέρνω στὸ μυαλό μου ὅσο γίνεται, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ σκέπτωμαι καὶ ἐγώ. Γιατὶ  μπορεῖ νὰ εἶμαι μόνος ἐγὼ ἐκεῖ πέρα, ἀλλὰ γίνεται ἡ κουβέντα˙ ἔρχονται οἱ διάφορες σκέψεις γιὰ τὸ α ἢ τὸ β, ὁπότε τὸ ἴδιο εἶναι πάλι. Δὲν μὲ βοηθάει ἡ μόνωσις. Πρέπει νὰ πολεμοῦμε ἀδιαλείπτως, γιατὶ ξεφεύγει αὐτὸς ὁ νοῦς. Εἶναι πολὺ πονηρός, πάρα πολὺ πονηρός˙ δὲν θὰ σᾶς πῶ. Πονηριὲς ποὺ δὲν μπορεῖ πολλὲς φορὲς νὰ εἶναι στὸ πονηρό, καινούργιες πονηρίες ἔρχονται ... «Ἔτσι εἶσαι; Διάβαζε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα». «Ἔτσι εἶσαι; Κάνε πάλι τὴν ἴδια προσευχή. Διάβασε αὐτὴν τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου - ὑπάρχει στὸ προσευχητάριο τοῦ Σιμωνώφ˙ δέκα σελίδες εἶναι-. Διάβασέ την ξανά, ἐπειδὴ δὲν τὴν πρόσεξες, γιὰ νὰ μάθῃς ἄλλη φορά. Καὶ κάθησε, σὲ παρακαλῶ, νὰ ἀντιγράψῃς ἕνα μέρος ἀπ’ αὐτό». Ξεκουράζει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Καὶ μοῦ τὸ λένε πολλοί, ποὺ τοὺς ἔχω μιλήσει σχετικά, ὅτι «μὲ ὠφέλεσε πάρα πολύ». Ἔχω βάλει μερικούς: «ὁ κανόνας σου, .... θὰ μοῦ ἀντιγράφῃς δέκα σειρές - ὄχι στίχους - ἀπὸ τὴν Γραφή». Ἔτσι ἔχουν γράφει ὁλόκληρο τὸ κατὰ Ἰωάννην, τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. «Τὸ ἔμαθα λέει. Δὲν τὸ πρόσεξα ποτέ». Λοιπόν, βέβαια δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τέτοια πράγματα, νὰ ἔχω πάντοτε ἕνα κείμενο μπροστά μου. Ἐν τούτοις ὅμως, ἂν δὲν θέλουν νὰ κάνουν αὐτό, ἔχω συστήσει κάτι ἄλλο: «Ἔχω ἕνα μπλοκάκι, ἔγραψα κάτι, καὶ τὸ βγάζω γιὰ νὰ τὸ βλέπω, ὁπότε ξαναθυμᾶμαι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα». Δὲν εἶναι φοβερὸ κακό. Ἕνα μικρὸ μπλοκάκι, πολὺ μικρό, ποὺ νὰ χωράῃ στὴν τσέπη, νὰ εἶναι εὔκολο, στὸ ὁποῖο γράφω κάτι γιὰ νὰ τὸ ξαναθυμηθῶ, νὰ τὸ φέρω πάλι στὸ μυαλό μου.

«Θοῦ Κύριε φυλακὴν τῷ στόματί μου». Πόσες φορὲς τὸ ἀκοῦμε; Σὲ κάθε Ἑσπερινὸ ὁπωσδήποτε, ἐκτὸς ἂν τὸ διαβάζουμε καὶ μόνοι μας ἰδιαίτερα. Ποῦ «φυλακὴ τῷ στόματί μου» μας; Ἐδῶ ἀποδιδράσκουν οἱ φυλακισμένοι καὶ ποιὸς ξέρει πόσοι ἄλλοι ἀποδιδράσκουν μέσα στὸ στόμα μας. Καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο πρέπει νὰ ἀσκήσουμε τὴν ἐν λόγῳ σιωπὴ μὲ τοὺς ἄλλους, καὶ ἀκόμη - ὄχι νὰ προσποιηθοῦμε – γιὰ νὰ τοὺς δώσουμε παράδειγμα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ τοὺς ὠφελήσουμε, διότι οἱ ἄνθρωποι ἔξω δὲν ξέρουν τὶ θὰ πῇ σιωπή, μὲ κανέναν τρόπο.

Ἐγὼ πολλές φορὲς ἀναγκάζομαι νὰ φεύγω, διότι ἔρχονται – καὶ πιστοὶ ἄνθρωποι – καὶ δὲν καταλαβαίνουν, θέλουν κουβέντα. Βρέ, Χριστιανέ μου, ἐγὼ ἦρθα ἐδῶ στὴν σιωπή. Ἐδῶ δὲν μιλᾶμε. Δὲν τὸ καταλαβαίνουν. Τὸ ξέρω. Ὅταν ἤμουν ἐδῶ στὸ Ἅγιον  Ὄρος, εἶπα σὲ κάτι ἐπισκέπτες – εἶχα μία μέρα σιωπῆς, καὶ ἦρθαν κάποιοι μοναχοὶ καὶ γνωστοὶ στὸ κελλὶ ἐκεῖ - ὅτι «ἔχω κανόνα σιωπῆς». Πετάχτηκαν στὸ ταβάνι! «Δὲν μᾶς θέλεις». Αὐτὴ ἤτανε ἡ ἀπάντηση. Λέω: «Ἔτσι θὰ τὸ δοῦμε; Διότι ἔχουμε ξεχάσει μερικὰ πράγματα. Ἡ σιωπή μας εἶναι μέσα στὸ πρόγραμμά μας». Θὰ κάνουμε τὴν δουλειά μας σιωπηλοί.

Ἔχουμε διαβάσει τέτοια παραδείγματα καὶ ὑποτακτικῶν καὶ ἄλλων, ποὺ πολιτεύονταν μὲ πᾶσα σιωπή.

Ἀναφέρεται σὲ μία περίπτωση, ὅτι ἦρθε ἕνας γέροντας σὲ ἕνα ἄλλο γέροντα νὰ τὸν δῇ. Εἶχε καὶ τὸν ὑποτακτικό του, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἔλεγε τίποτα. «Γιατί δὲν τοῦ λές νὰ κάνῃ τίποτα; «Ὅ,τι βλέπει νὰ κάνῃ. Ὅ,τι βλέπει νὰ κάνῃ! Καὶ ἀπὸ τότε, λέει ὁ ὑποτακτικός, τὸ κατάλαβα καὶ προσπαθοῦσα νὰ μαντεύω τί θέλει ὁ Γέροντας. Δὲν μοῦ ἔλεγε ποτέ, νὰ κάνῃς αὐτὸ ἢ τὸ α ἢ τὸ β». Αυτὸ τὸ πρᾶγμα παίζει πολὺ μεγάλο ρόλο. Θὰ ἀπαλλάξετε, τουλάχιστον κατὰ σαράντα ἢ πενήντα τοῖς ἑκατὸ τὸν Γέροντα, νὰ σᾶς λέῃ˙ «πρέπει νὰ κάνῃς αὐτό, νὰ κάνῃς ἐκεῖνο» καὶ νὰ έπαναλαμβάνῃ κάθε φορὰ τὰ ἴδια πράγματα.

Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ προσέξουμε τὴν ἐν γνώσει σιωπή. Λέγεται «ἐν γνώσει», ἐπειδὴ ξέρω γιατὶ σιωπῶ, ξέρει ὁ ἀδελφὸς γιατὶ σιωπῶ καὶ δὲν παρεξηγεῖται. Καὶ ὁ Θεὸς δίνει τὴν Χάρη του, διότι εἶναι μία θυσία, τὴν ὁποία κάνω. Γιὰ τὸν Κύριο τὴν κάνω. «Ὁ δέ ἐσιώπα». Ὁ Κύριος σιωποῦσε. Ὁ Κύριος ἀπεσύρετο καὶ σιωποῦσε. Ἀλλὰ σιωποῦσε καὶ ὅταν Τὸν κατηγοροῦσαν. Ὅταν Τὸν κατηγοροῦσαν καὶ ἔπρεπε νὰ μιλήσῃ δὲν μιλοῦσε, καὶ μιλοῦσε ἡ σιωπή Του. Νομίζω, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα κάπως ἔτσι θὰ τὸ ἀντιμετωπίσουμε.

Ὁ Γέροντας: Εὐχαριστοῦμε. Νὰ εὐχηθῆτε, Γέροντα ....

Περιοδικό "Όσιος Γρηγόριος" της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
τεύχος 36 έτος 2011 και τεύχος 37 έτος 2012



Print-icon 

Login-iconLogin