«Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός»

Στὴν ἐποχή μας ποὺ ἡ θλίψη, ὁ πόνος, οἱ ἀρρώστειες καὶ αὐτὸς ὁ θάνατος ὅλο καὶ πληθαίνουν, ἀναρωτιοῦνται συχνὰ οἱ ἄνθρωποι: «Γιατί τὸ κακὸ θεριεύει; Ποιός φταίει γιὰ τὴν κατάσταση αὐτήν; Τί κάνει ἤ γιατί ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ προκαλοῦνται τόσες συμφορές, νὰ χάνωνται ἄνθρωποι καὶ μάλιστα ἀθῶα παιδιά; Τελικὰ ὑπάρχει Θεὸς καὶ ἐὰν ναί, γιατὶ δὲν ἐπεμβαίνει νὰ ἀποτρέψῃ τὸ κακό;»

Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀσφαλῶς τωρινὰ καὶ ἔχουν ἀπασχολήσει πολλοὺς διανοητὲς ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δώσει ποικίλες ἀπαντήσεις ἀπὸ τὴν δική τους βεβαίως σκοπιά.

Στὸ ἄρθρο αὐτὸ θὰ περιοριστοῦμε στὶς θέσεις τοῦ Μεγάλου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας μας, Βασιλείου, ὅπως διατυπώνονται στὴν ὁμιλία του: «ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός». Ἀρχικὰ ὁ σοφὸς Βασίλειος ἐπισημαίνει ὅτι εἶναι «ἀφροσύνη» νὰ θεωροῦμε τὸν ἀγαθὸ Θεό, ποὺ ἔπλασε τὰ πάντα «καλὰ λίαν», ὡς δημιουργὸ τοῦ κακοῦ. Τὸ κακὸ ὡς «ἀνυπόστατον» εἶναι «ἡ στέρησις τοῦ ἀγαθοῦ», εἶναι «ἡ τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωσις», ἡ ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ὁποία μᾶς κάνει «ἢ μετὰ ἡλίου εἶναι ἢ μετὰ τῆς σκιᾶς τοῦ σώματος ἡμῶν».

Ἡ ἀνθρώπινη φύση, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως καὶ τῆς φθορᾶς, εἶναι «ὅλως δεκτικὴ τοῦ κακοῦ», «διὰ τὴν αὐτεξούσιον ὁρμήν». «Ἀρχὴ καὶ ῥίζα τῆς ἁμαρτίας», κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, «τὸ ἐφ’ ἡμῖν καὶ τὸ αὐτεξούσιον»· ὥστε δὲν εὐθύνεται ὁ Θεός γιὰ τὶς ἐπιλογὲς τῶν ἀνθρώπων, καλὲς ἤ κακές, οὔτε μπορεῖ νὰ ἐπέμβῃ στὴν ἐλευθερία αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου, διότι εἶναι δικό Του δῶρο!

Μὲ τὴν ἴδια λογικὴ δὲν δημιούργησε ὁ Θεὸς την ἀσθένεια, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ἀπώλεσε τὴν ὑγεία «ἢ διὰ πονηρὰν δίαιταν ἢ διὰ νοσοποιὸν αἰτίαν»· «σῶμα ἔκτισεν ὁ Θεὸς, οὐχὶ νόσον· ψυχὴν ἐποίησεν, οὐχὶ ἁμαρτίαν· ἐκακώθη δὲ ἡ ψυχὴ, παρατραπεῖσα τοῦ κατὰ φύσιν».

Αὐτὴ ἡ παρεκτροπὴ ἀπὸ τὸ «κατὰ φύσιν», λόγῳ τῆς «προαιρέσεως», τῆς ἐλευθέρας δηλαδὴ βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἔχει ἐπισωρρεύσει μιὰ σειρὰ «κακῶν», τὰ ὁποῖα «παρὰ Θεοῦ» γίνονται, γιὰ νὰ ἀναιρέσουν «τῶν ἀληθινῶν κακῶν τὴν γένεσιν»· «νόσοι πόλεων καὶ ἐθνῶν, ἀέρων αὐχμοὶ (=ξηρασίες) καὶ ἀφορίαι γῆς, καὶ αἱ κατὰ τὸν βίον ἑκάστῳ τραχύτεραι περιπτώσεις, σεισμοί, ἐπικλύσεις (=κατακλυσμοί)» συμβαίνουν «πρὸς περιορισμὸν τῆς κα-κίας» καὶ «εἰς σωφρονισμὸν τῶν ὑπολειπομένων», τῶν ἐναπομεινάντων δηλαδή, καθὼς ὁ Θεὸς «δημοσίαις μάστιξι» (=μὲ δημόσιες μάστιγες) «τὴν πάνδημον πονηρίαν» ἀποτρέπει.

Ἑπομένως, «τὸ κυρίως κακόν, ἡ ἁμαρτία, ἐκ τῆς ἡμετέρας προαιρέσεως ἤρτηται, ἐφ' ἡμῖν ὅντος ἢ ἀπέχεσθαι τῆς πονηρίας, ἢ μοχθηροῖς εἶναι» (= …ἀπὸ τὴν δικιά μας προαίρεση ἐξαρτᾶται, καθὼς εἶναι στὸ χέρι μας εἴτε νὰ ἀπέχουμε ἀπὸ τὴν κακία, εἴτε νὰ εἴμαστε μὲ τοὺς κακούς).

Ἄρα, ὅπως «ὁ (ἀληθινὸς) ἰατρὸς ἐξαιρεῖ τὴν νόσον, ἀλλ' οὐχὶ νόσον ἐμβάλλει τῷ σώματι», ἔτσι καὶ «ὁ Θεὸς ἀναιρεῖ τὸ κακόν· οὐχὶ δὲ τὸ κακὸν ἐκ τοῦ Θεοῦ». Καὶ ὅπως εἶναι εὐεργέτης ὁ ἰατρός, ποὺ ἐπιφέρει πόνους και ἀλγηδόνες (=ὀδύνες) στὸ σῶμα –«τῇ νόσῳ γὰρ μάχεται, οὐχὶ τῷ κάμνοντι» (=διότι καταπολεμάει τὴν νόσο καὶ ὄχι τὸν ἀσθενῆ), ἔτσι εἶναι ἀγαθὸς καὶ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἀπεργάζεται τὴν σωτηρία μας «διὰ μερικῶν κολάσεων» (=παραδειγματικῶν τιμωριῶν). Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον παιδαγωγὸς ἀλλὰ καὶ καρδιογνώστης, ἐπιφέρει «οἰκονομίᾳ τινι» (=βάσει σχεδίου) τὶς τιμωρίες καὶ τὶς θλίψεις «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς ἐνυπαρχούσης ἑκάστῳ πίστεως».

Ἐν κατακλείδι, ἔχοντες κατὰ νοῦ τὰ σοφὰ αὐτὰ λόγια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἂς μὴν ἐπιρρίπτουμε πλέον εὐθύνες στὸν ἀγαθὸ Θεό γιὰ τὶς δικές μας παρεκτροπές, ἀλλὰ ἂς ἀγωνιζώμαστε μὲ πίστη καὶ ὑπομονὴ νὰ ἀποβάλλωμε κάθε ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ἁμαρτία, ὥστε νὰ ἀφήνωμε χῶρο στὴν θεία χάρη νὰ ἐνεργῆ πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ ἡμῶν τῶν ἰδίων, ὄντες ἀπολύτως βέβαιοι «ὅτι, ποίημα ὄντες τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ, οὔτε πάθοιμεν ἄν τι, μὴ βουλομένου Ἐκείνου.»

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

Πηγή: Μεγάλου Βασιλείου «Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός», PG 31, 329A- 353A.



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.4 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης