Εφόδιον Ορθοδοξίας

Βασική Δογματική Διδασκαλία

Τού Πρωτοπρ. Αντωνίου Γ. Αλεβιζόπουλου Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο.

Η γνώσις τής Αληθείας

  1. Διδακτοί Θεού
  2. Αι προϋποθέσεις της θεογνωσίας
  3. Αφετηρία και σκοπός της θεογνωσίας
  4. Η πρόκλησις του Σταύρου
  5. Η δύναμις του Πνεύματος
  6. Διατί υπάρχουν άθεοι;

 

 1. Διδακτοί Θεού

Από όσα ελέχθησαν, έγινε φανερόν ότι όταν ομιλώμεν δια την γνώσιν του Θεού, δεν εννοούμεν λογικήν κατανόησιν, αλλά προσωπικήν συνάντησιν με τον Θεόν. Όταν ο άνθρωπος δοθή ολοκληρωτικώς εις τον Θεόν και ποθήση να συνάντηση Εκείνον, τον οποίον η ψυχή του λαχταρά, τότε, αφού περάση μέσα από την σκοτεινήν νεφέλην της αγνωσίας, έρχεται εις αυτόν ο Θεός, κάμνει τα πάντα γύρω του φωτεινά και του αποκαλύπτεται. «Αυτός αποκαλύπτει τα βαθέα και τα απόκρυφα, αυτός γνωρίζει τα εν τω σκότει και το φως ευρίσκεται μετ' αυτού», λέγει ο προφήτης Δανιήλ (2,22). Πρέπει, όμως, ο άνθρωπος να πεινάση και να διψάση πραγματικώς δια τον Θεόν (Ψαλμοί 41,3. Ιερεμ. 38,25).

Όποιος, όμως, απόκτηση την γεύσιν της παρουσίας του Θείου φωτός, θα αισθανθή την πολλήν του αδυναμίαν και την μεγάλην του αναξιότητα και θα αναφώνηση τους λόγους της αμαρτωλής γυναικός:

«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη Θεότητα… », «Κύριε, βυθισμένος ολόκληρος εις την αμαρτίαν, αισθάνομαι την ιδικήν σου Θεότητα!… ».

Όλοι οι πατέρες της Εκκλησίας συμφωνούν εις το σημείον αυτό και διακηρύττουν ότι η γνώσις του Θεού είναι θείον δώρον και όχι αποτέλεσμα ανθρώπινης προσπάθειας.

Κανείς δεν ημπορεί να γνωρίση τον Θεόν, αν δεν γίνη «διδακτός Θεού». «Δεν υπάρχει μέσον να γνωρίσωμεν τον Θεόν, παρά να ζώμεν μέσα εις αυτόν», λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Επίσης, ο άγιος Νείλος ο Ασκητής διδάσκει: «Εάν είσαι θεολόγος, θα προσευχηθής αληθώς και εάν προσεύχεσαι, είσαι θεολόγος» (Περί προσευχής, 61).

 

2. Αι προϋποθέσεις της θεογνωσίας

Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται εις τον άνθρωπον ο οποίος θα τον αναζήτηση με το λογικόν του.

Αποκαλύπτεται εις εκείνον ο οποίος θα τον αγαπήση: «Εάν κανείς αγαπά τον Θεόν, αυτός έχει γνωρισθή από τον Θεόν» (Α' Κορινθίους 8,3). Εκείνος που θα αγαπήση με την καρδιά του τον Θεόν, θα ακούση την φωνήν Του να τον καλή να περάση εις την νεφέλην, να αναβή εις το όρος.

Όμως, ο άνθρωπος, δια να συνάντηση τον Θεόν, πρέπει να έχη ταπείνωσιν (Ματθαίος 5,3. 18,3. Α' Πέτρ. 5,5). Ακόμη να έχη καθαρότητα καρδίας (Ψαλμοί 33,19). «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», λέγει ο Κύριος (Ματθαίος 5,8).

Αλλά όλα αυτά δεν αρκούν προκειμένου να λάβη ο άνθρωπος την θείαν αποκάλυψιν. Πρέπει ακόμη να ακόλουθη και την διδαχήν του Χριστού. «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει», οποίος παραβαίνει και δεν μένει εις την διδαχήν του Χριστού δεν έχει Θεόν. «Εκείνος ο οποίος μένει εις την διδαχήν του Χριστού, αυτός έχει και τον Πατέρα και τον υιόν» (Β΄ Ιωάννου 9). «Ο αγαθοποιών έκτου Θεού εστίν ο κακοποιών ουχ εώρακε τον Θεόν». Εκείνος ο οποίος πράττει το καλόν είναι του Θεού εκείνος ο οποίος πράττει το κακόν, δεν έχει ιδεί τον Θεόν (Γ' Ιωάννης 11).

Εάν κανείς δεν είναι άνθρωπος αγάπης, εάν δεν έχη ταπείνωσιν, εάν δεν αγνίση τον εαυτόν του και δεν τηρή την διδαχήν του Χριστού δεν ημπορεί να είναι πραγματικός θεολόγος, άνθρωπος, δηλαδή, ο οποίος να έχη γνωρίσει τον Θεόν. «Όποιος λέγει ότι μένει εν αυτώ, οφείλει να ζη όπως έζησε και ο Χριστός», λέγει ο Απόστολος Ιωάννης (Α' Ιωάννης 2,6). Δι’ εκείνον ο οποίος δεν αγνίζει τον εαυτόν του, χρησιμοποιεί ο άγιος Μάξιμος μίαν βαρυτάτην έκφρασιν. Τον χαρακτηρίζει «θεολόγον του δαίμονος».

«Αγαπητοί», γράφει ο άγιος Ιωάννης ο ευαγγελιστής, «τώρα είμεθα παιδιά του Θεού, αλλά ακόμη δεν έχει φανερωθή τι θα είμεθα. Γνωρίζομεν ότι όταν φανερωθή, θα είμεθα όμοιοι με Αυτόν, διότι θα τον ίδωμεν όπως είναι. Και οποίος έχει την ελπίδα εις Αυτόν, αγνίζεται, όπως Εκείνος είναι αγνός… Όποιος αμαρτάνει, δεν τον έχει ιδεί, ούτε τον έχει γνωρίσει» (Α' Ιωάννης 3,2-6).

Η εσωτερική αγνότης του ανθρώπου δεν παρουσιάζεται μόνον ως προϋπόθεσις της γνώσεως του Θεού, και, ως καρπός της ενώσεως με Αυτόν. Ο ίδιος ο Κύριος, απευθυνόμενος προς τον Πατέρα, λέγει δια τους μαθητάς του:

«Τους κατέστησα γνωστόν το όνομα Σου και θα το καταστήσω γνωστόν, δια να είναι μέσα των η αγάπη με την οποίαν με ηγάπησες και εγώ να είμαι μέσα τους» (Ιωάννης 17,26).

Η γνώσις του Θεού αποτελεί πράξιν χαρισματικήν (Γαλ. 4,9. Ιωάννης 6,44) και προϋποθέτει την προσωπικήν σχέσιν του ανθρώπου με τον Χριστόν:

«Κανείς δεν έρχεται εις τον Πατέρα παρά δι’ εμού» (Ιωάννης 14,6). «Κανείς δεν γνωρίζει τον Υιόν παρά ο Πατήρ, ούτε τον Πατέρα γνωρίζει καλά κανείς παρά ο Υιός και εκείνος εις τον οποίον θέλει ο Υιός να τον αποκάλυψη» (Ματθαίος 11,27). Η προσωπική δε αυτή σχέσις με τον Υιόν πραγματοποιείται, καθώς θα αναφέρωμεν, με την παρουσίαν του Αγίου Πνεύματος (Ιωάννης 14,26. 15,26. 16,13 και εξής).

 

3. Αφετηρία και σκοπός της θεογνωσίας

Είναι, λοιπόν, τελείως διαφορετική η αφετηρία της γνώσεως του Θεού μέσα εις την Εκκλησίαν και διαφορετική εις την φιλοσοφικήν αναζήτησιν. Αλλά είναι, επίσης, διαφορετικός και ο σκοπός, το τέρμα της γνώσεως του Θεού μέσα εις την Εκκλησίαν.

Τον σκοπόν αυτόν διεκήρυξεν ο Χριστός με μεγάλην σαφήνειαν εις την προσευχήν Του προς τον Πατέρα: «Δια να είναι μέσα των», λέγει, «η αγάπη με την οποίαν με ηγάπησες και εγώ να είμαι μέσα των» (Ιωάννης 17,26).

Αφετηρία της γνώσεως του Θεού είναι η προσωπική συνάντησις με τον Χριστόν και τέρμα της η αγάπη, η οποία είναι έκφρασις της ζωής της Αγίας Τριάδος, δηλαδή η συμμετοχή του ανθρώπου εις την ζωήν αυτήν. «Εγώ είμαι εν αυτοίς και συ εν εμοί, δια να τελειοποιηθούν έως ότου γίνουν ένα… Δια να είναι μέσα των η αγάπη με την οποίαν με ηγάπησες και εγώ να είμαι μέσα των» (Ιωάννης 17,23. 26).

Αφετηρία της γνώσεως του Θεού είναι ο Χριστός. Είναι αυτό το οποίον υπογραμμίζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης εις την αρχήν του ευαγγελίου του: «Και ο Λόγος εσαρκώθη και έμεινε μεταξύ μας και είδομεν την δόξαν του, μίαν δόξαν την οποίαν έχει ένας μονογενής Υιός από τον Πατέρα, γεμάτος χάριν και αλήθειαν» (Ιωάννης 1,14). Σκοπός και τέλος της γνώσεως του Θεού είναι η ζωή εν Χριστώ, η τελεία ενότης του ανθρώπου με τον Χριστόν.

Αυτός είναι ο λόγος δια τον οποίον το κήρυγμα των Αποστόλων είχε την αρχήν του πάντοτε εις το πρόσωπον του Χριστού και είχε ως σκοπόν τον σύνδεσμον με τον Χριστόν και την σωτηρίαν «εν Χριστώ» (Πράξεις 4,12. 5,28-32).

 

4. Η πρόκλησις του Σταυρού

Το πρόσωπον του Χριστού αποτελεί την αφετηρίαν και το τέρμα της θεογνωσίας και της λυτρώσεως του ανθρώπου. Αυτό είναι το ευαγγέλιον, το σωτήρων μήνυμα το οποίον μας έφερεν ο Κύριος.

Αυτό, όμως, δεν κατώρθωσαν να το δεχθούν ούτε οι Ιουδαίοι της εποχής των Αποστόλων, ούτε οι εθνικοί. Η ενσάρκωσις του Χριστού και ιδιαιτέρως ο Σταυρός Του και ο θάνατος Του έμεναν δια τους πρώτους σκάνδαλον και δια τους δεύτερους μωρία. Τούτο, διότι ο Σταυρός του Χριστού, όπως και η ενσάρκωσίς Του, ήτο μεγάλη πρόκλησις δια την ανθρώπινην λογικήν.

«Το κήρυγμα περί του Σταυρού εις εκείνους οι οποίοι χάνονται είναι μωρία, αλλά εις ημάς οι οποίοι σωζόμεθα είναι δύναμις Θεού» (Α' Κορινθίους 1,18).

«Οι Ιουδαίοι θέλουν θαύματα, οι δε Έλληνες ζητούν σοφίαν, ημείς, όμως, κηρύττομεν Χριστόν εσταυρωμένον. Τούτο είναι εις μεν τους Ιουδαίους σκάνδαλον, εις δε τους Έλληνας μωρία, αλλά εις εκείνους οι οποίοι είναι καλεσμένοι Ιουδαίους και Έλληνας, ο Χριστός είναι Θεού δύναμις και Θεού σοφία. Διότι εκείνο το οποίον θεωρείται θεία μωρία, είναι σοφώτερον από την σοφίαν των ανθρώπων και εκείνο το οποίον θεωρείται αδυναμία του Θεού, είναι ισχυρότερον από την δύναμιν των ανθρώπων» (Α' Κορινθίους 1,22-25. Παράβαλλε Γαλ. 5,11).

Θα έλεγε κανείς ότι εδώ ο Απόστολος προκαλεί και τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς. Δεν αισθάνεται την ανάγκην να στηρίξη λογικώς το κήρυγμα του, ούτε κατέχεται από συναίσθημα μειονεξίας δι’ αυτό. Αντιθέτως, το πράττει εν συνειδήσει, με σκοπόν να μην στηρίξη την πίστιν των ανθρώπων με βάσιν την δύναμιν των ανθρωπίνων λόγων και της ανθρώπινης σοφίας, αλλά με «πειθώ πνεύματος και δυνάμεως, δια να μη είναι η πίστις θεμελιωμένη επάνω εις την σοφίαν των ανθρώπων αλλά εις την δύναμιν του Θεού». «Κηρύττομεν», λέγει, την «μυστικήν σοφίαν του Θεού, η οποία ήτο κρυμμένη και την οποίαν προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων προς δόξαν μας» (Α' Κορινθίους 2,4-7).

την ιδίαν διδασκαλίαν διακηρύσσουν ήδη οι Προφήται της Παλαιάς Διαθήκης, τους οποίους επικαλείται και ο Απόστολος (Α' Κορινθίους 1,19-20). «Ματαίως με σέβονται διδάσκοντες διδασκαλίας και εντολάς ανθρώπων. Δια τούτο ιδού εγώ θα αποφασίσω να μετακινήσω τον λαόν αυτόν, θα τους εξορίσω και θα εξαφανίσω την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών θα εκμηδενίσω» (Ησαΐας 29,13-14).

 

5. Η δύναμις τον Πνεύματος

Η γνώσις του Θεού, η αληθινή πίστις, είναι αποτέλεσμα του κηρύγματος περί του Σταύρου. Όμως, το κήρυγμα μόνον δεν είναι ικανόν να φανέρωση εις τους ανθρώπους τον Θεόν. Όπως το κήρυγμα έχει την πηγήν του εις τον Θεόν, ο οποίος απεκαλύφθη εις το πρόσωπον του Χριστού, τοιουτοτρόπως και η παραδοχή του κηρύγματος αυτού από μέρους του ανθρώπου πηγάζει από το πνεύμα το Άγιο ν, το οποίον οδηγεί τον άνθρωπον εις τον Χριστόν.

«Ημείς δεν ελάβομεν το πνεύμα του κόσμου», λέγει ο Απόστολος, «αλλά το πνεύμα που προέρχεται από τον Θεόν, δια να γνωρίσωμεν εκείνα τα οποία μας εχαρίσθησαν από τον Θεόν» (Α' Κορινθίους 2,12).

«Δια να ομιλώμεν όχι με λόγους τους όποιους εδίδαξεν η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγους τους οποίους εδίδαξε το πνεύμα το άγιον, ερμηνεύοντες πνευματικά πράγματα εις πνευματικούς ανθρώπους. Ο φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται όσα προέρχονται από το πνεύμα του Θεού, διότι δι’ αυτόν είναι μωρία* δεν ημπορεί να τα καταλάβη, διότι πρέπει να εξετασθούν πνευματικώς. Αλλ’ ο πνευματικός άνθρωπος κρίνει όλα τα πράγματα, όμως ο ίδιος δεν κρίνεται από κανέναν. Διότι ποίος εγνώρισε την σκέψιν του Κυρίου, ώστε να διδάξη; ημείς, όμως, έχομεν νουν Χριστού» (Α' Κορινθίους 2,13-16. Παράβαλλε Ησαΐας 40,13).

Δεν πρόκειται, λοιπόν, εδώ δια «πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας», αλλά δια «πειθώ πνεύματος και δυνάμεως, δια να μη είναι η πίστις μας θεμελιωμένη επάνω εις την σοφίαν των ανθρώπων αλλά εις την δύναμιν του Θεού» (Α' Κορινθίους 2,4-5).

Τα ανωτέρω μας βοηθούν να κατανοήσωμεν διατί πολλοί άνθρωποι δεν κατώρθωσαν να εύρουν τον δρόμον που οδηγεί εις την αλήθειαν και εις την ζωήν, τον δρόμον, δηλαδή, ο οποίος οδηγεί εις τον Χριστόν. Εννοούμεν επίσης, διατί οι Απόστολοι, προ της Πεντηκοστής, δεν ημπόρεσαν να γνωρίσουν τον Κύριον και να αντιληφθούν την δόξαν Του.

Και αυτοί ακόμη οι τρεις μαθηταί, οι οποίοι παρευρέθησαν εις το όρος της Μεταμορφώσεως, δεν έζησαν εκεί ολόκληρον το μεγαλείον της δόξης του Κυρίου. Το απολυτίκιον της Εκκλησίας μας το λέγει αυτό πολύ χαρακτηριστικά, όταν παρουσιάζη τον Χριστόν να δεικνύη εις τους μαθητάς Του την δόξαν Του «καθώς ηδύναντο», δηλαδή, όπως εκείνοι ήτο δυνατόν να αντιληφθούν, όχι ολόκληρον το μεγαλείον της δόξης του Χριστού.

Κατανοούμεν, ακόμη, διατί οι μαθηταί εγκατέλειψαν τον Χριστόν επάνω εις τον Σταυρόν και ήσαν φοβισμένοι (Ματθαίος 26,56. Μάρκος 14,50. Ιωάννης 20,19) και διατί δεν διεκήρυξαν αμέσως την ανάστασιν του Χριστού μετά την φανέρωσίν Του εις αυτούς.

Οι Απόστολοι εγνώρισαν, εις την πραγματικότητα, τον Χριστόν μόνον μετά την Πεντηκοστήν. Μόνον τότε ήρχισαν το κήρυγμα, χωρίς πλέον να αισθάνονται κανένα φόβον δια την αντίδρασιν των Ιουδαίων και των Εθνικών: Με δύναμιν και εξουσίαν (Πράξεις 4,1-20).

 

6. Διατί υπάρχουν άθεοι;

Ο Απόστολος Ιάκωβος κάμνει βασικήν διάκρισιν μεταξύ της σοφίας της «άνωθεν κατερχόμενης» και της «σοφίας», η οποία χαρακτηρίζεται ως «επίγειος, κοσμική, δαιμονική» (Ιάκωβος 3,15).

Η δευτέρα «σοφία» είναι εκείνη η οποία αποδεσμεύεται τελείως από τον Θεόν. Εκείνη η οποία δεν καταλήγει εις την δόξαν του Θεού αλλά εις την δόξαν του ανθρώπου χωρίς Θεόν. Δι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως «δαιμονιώδης» (παράβαλλε Και Γένεση 3,4 και εξής).

Το δεύτερον είδος της «σοφίας» δεν οφείλεται εις την προσπάθειαν του ανθρώπου και δι’ αυτό διατηρείται κρυμμένη από τους «σοφούς και συνετούς» αυτού του κόσμου. Αποκαλύπτεται μόνον εις τα «νήπια» (Ματθαίος 11,25. Λουκάς 10,21), εις τα «μωρά του κόσμου», τα «αγενή» και τα «εξουθενημένα», ώστε «κανείς άνθρωπος να μην ημπορή να καυχηθή ενώπιον του Θεού» (Α' Κορινθίους 1,27-29).

Όσα αναφέραμεν, μας βοηθούν να εξηγήσωμεν διατί πολλοί άνθρωποι συναντούν δυσκολίαν να παραδεχθούν τα δόγματα της Εκκλησίας μας. Τούτο συμβαίνει, διότι στηρίζονται αποκλειστικώς και μόνον εις τας ιδικάς των δυνάμεις και αναζητούν κάτι το οποίον δεν ημπορούν να «βαστάξουν» μόνον με αυτάς. Διότι, καθώς είναι φανερόν, τα πράγματα του Θεού δεν είναι δυνατόν να προσαρμοσθούν πλήρως εις τας δυνατότητας της ανθρώπινης σκέψεως. Ο Θεός δεν είναι δυνατόν να γνωρισθή από τον άνθρωπον κατά τον τρόπον κατά τον οποίον ο άνθρωπος επιθυμεί να γνωρίση τον Θεόν.

«Η σοφία», λέγει ο Σοφός Σολομών, είναι «ατμίς της του Θεού δυνάμεως και απόρροια της δόξης του Παντοκράτορος». Είναι «απαύγασμα αιωνίου φωτός και ολοκάθαρον κάτοπτρον της ενεργείας του Θεού και εικών της αγαθότητος αυτού» (Σοφ. Σολ. 7,25-26).

«Ποιος εγνώρισε την ιδικήν σου βουλήν, εάν δεν έδωσες εσύ σοφίαν και δεν έστειλες το Άγιόν σου Πνεύμα από τους ουρανούς;», έρωτα ο ίδιος (Σοφ. Σολ. 9,17).

Η ιστορία παρουσιάζει πολλά παραδείγματα ανθρώπων, οι οποίοι ηστόχησαν εις την αναζήτησιν του Θεού, επειδή εστηρίχθησαν εις τας ιδικάς των δυνάμεις και εις ανθρωπίνας δυνατότητας. Πολλοί φιλόσοφοι π. Χ. Και διανοηταί προσεπάθησαν να γνωρίσουν τον Θεόν με την λογικήν των. Ήτο, λοιπόν, φυσικόν να αποτύχουν. Και άλλοι μεν κατέληξαν σε πλήρη άρνησιν του Θεού και διεκήρυξαν ότι ο Θεός δεν υπάρχει, άλλοι δε πάλιν είπον, ότι υπάρχει κάποια δύναμις, ένας Θεός απρόσωπος, ο οποίος όμως δεν έρχεται εις προσωπικήν σχέσιν με τον άνθρωπον.

Ο Θεός είναι η οδός και η αλήθεια και η ζωή (Ιωάννης 14,6). Δεν ημπορεί, συνεπώς, να είναι μακράν, να είναι ον απρόσωπον, το οποίον δεν έρχεται εις σχέσιν με τον άνθρωπον και δεν ενδιαφέρεται δια τον κόσμον, όπως υποστηρίζουν μερικοί. «Θεός εγγίζων εγώ ειμί, λέγει Κύριος, και ουχί Θεός πόρρωθεν», εγώ είμαι ο Θεός ο οποίος ευρίσκομαι πλησίον σας, δεν είμαι ένας Θεός μακρυνός, λέγει ο Κύριος δια στόματος του προφήτου. «Δεν πληρώ τον ουρανόν και την γην»; προσθέτει (Ιερεμ. 23,23-24. Παράβαλλε Δευτερονόμιο 4,7). «Εγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σας», λέγει εις τον Μωυσή, «ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ» (Έξοδος 3,6. Παράβαλλε Ματθαίος 22,32. Μάρκος 12,26).

Ο Θεός λοιπόν, ο σωτήρ του ανθρώπου, δεν ευρίσκεται μακράν του, είναι πλησίον του, μέσα του. Αποκαλύπτεται από το Πνεύμα του Θεού εις την καρδίαν του ανθρώπου (Ιωάννης 14,26. Α' Ιωάννης 2,20· 27).

Δια να γίνη αυτό, πρέπει ο άνθρωπος να παραδεχθή την αδυναμίαν του, να καθαρίση την καρδίαν του με ταπείνωσιν και μετάνοιαν και να ζητήση να του αποκαλυφθή ο Θεός. Αν δεν το πράξη, είναι καταδικασμένος να μείνη χωρίς τον ζωοδότην Θεόν, άθεος. Όλοι οι «άθεοι» δεν ανήκουν εις αυτήν την κατηγορίαν.

Μερικοί άνθρωποι, οι οποίοι ήσαν βυθισμένοι εις την αμαρτίαν και εις τα σαρκικά πάθη, ηρνήθησαν τον Θεόν, διότι η πίστις θα είχεν συνεπείας εις την καθημερινήν των συμπεριφοράν (Παροιμίες 28,5. Ψαλμοί 13,1). Αντιθέτως, όταν τον ηρνούντο η όταν εξελάμβανον αυτόν ως μακρυνόν, ως ον το οποίον δεν ενδιαφέρεται δια την ζωήν του ανθρώπου, τότε ημπορούσαν ησύχως να συνεχίσουν την άτακτον ζωήν των, χωρίς να υπάρχη κίνδυνος έλεγχου.

Ο Κύριος «ευρίσκεται από αυτούς οι οποίοι δεν εκπειράζουν αυτόν και αποκαλύπτεται εις όσους δεν απιστούν εις αυτόν», λέγει η Σοφία Σολομώντος.

«Διότι οι διεστραμμένοι λογισμοί χωρίζουν από τον Θεόν και η εκπειραζομένη Παντοδυναμία απομακρύνει τους άφρονας.  Η σοφία δεν θα εισέλθη εις πονηράν ψυχήν,  ούτε θα κατοίκηση εις σώμα υποδουλωμένον εις την αμαρτίαν.   Διότι το άγιον Πνεύμα της παιδαγωγίας αποφεύγει τον δόλον, ίσταται μακράν από πονηράς σκέψεις και απομακρύνεται όταν πλησιάζη αδικία»   (Σοφ. Σολ. 1,2-5).

Η θεογνωσία, λοιπόν, απαιτεί καθαρότητα καρδίας και αγνότητα διαθέσεως. Ο πονηρός άνθρωπος, όπως, άλλωστε, και ο διάβολος, ο οποίος είναι η προσωποποίησις κάθε πονηρίας και κάθε πειρασμού, δεν ημπορεί ποτέ να φθάση εις την αληθινήν γνώσιν του Θεού, οσονδήποτε και εάν ερευνήση, έστω και εάν Αποστήθιση ολόκληρον την Αγίαν Γραφήν.

Δια το θέμα αυτό είναι χαρακτηριστικός ο δεύτερος πειρασμός του Χριστού:

Καθώς μας αναφέρει ο ευαγγελιστής, το πονηρόν πνεύμα φέρει τον Χριστόν εις το άκρον της στέγης του Ναού και του λέγει:

«Εάν είσαι Υιός του Θεού, πέσε κάτω, διότι είναι γραμμένον ότι θα διάταξη τους αγγέλους να σε προσέχουν και να σε σηκώσουν εις τα χέρια, δια να μη σκοντάψη το πόδι σου εις πέτραν» (Ματθαίος 4,6. Ψαλμοί 90,11).

Εδώ η διάθεσις του Σατανά δεν ήτο αγνή. Ο Σατανάς δεν εζήτει την προσωπικήν ένωσιν με τον Χριστόν, την πραγματικήν, δηλαδή θεογνωσίαν. Αντιθέτως ηθέλησε να παρασύρη τον Κύριον εις πράξιν, η οποία ήτο πονηρά, διότι δεν ήτο πράξις εμπιστοσύνης, αγάπης και υπακοής εις το θέλημα του Πατρός. Δεν ανεφέρετο εις το θείον σχέδιον, αλλά απετέλει έκφρασιν υποταγής εις το σχέδιον του Σατανά.

Δι’ αυτόν τον λόγον και ο Κύριος απαντά:

«Πάλιν είναι γραμμένον: Δεν πρέπει να πειράξης Κύριον τον Θεόν σου» (Ματθαίος 4,7. Λουκάς 4,12. Δευτερ. 6,16. Παράβαλλε Α' Κορινθίους 10,9. Αριθμ. 21,5-6).

Όποιος, λοιπόν, δεν εκκινεί από αγνήν διάθεσιν, ποτέ δεν θα φθάση εις την θεότητα του Κυρίου και δεν θα δυνηθή να ενωθή με Αυτόν, οσονδήποτε και εάν ερευνήση, οσονδήποτε και εάν μελετήση την Αγίαν Γραφήν.

«Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ζώντα· πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού;»· εδίψασεν η ψυχή μου δια τον Θεόν τον ζώντα, πότε θα έλθω και θα ίδω το πρόσωπον του Θεού; (Ψαλμοί 41,3).

Εκείνος ο οποίος θα ποθήση με την ψυχήν του τον Θεόν και θα τρέξη ως διψασμένη έλαφος εις τας πηγάς των υδάτων (Ψαλμοί 41, 2), δηλαδή εις τον Χριστόν (Ιωάννης 4,10. 14. 7,37), αυτός θα λάβη το «ύδωρ το ζων» (Ιωάννης 4,10). Εκείνος, ο οποίος μόνος του θα προσπαθήση να σβύση την δίψαν του, δεν θα το επιτυχή ποτέ. «Εγώ τω διψώντι δώσω εκ της πηγής του ύδατος της ζωής δωρεάν» (Αποκ. 21,6). «Ο διψών ερχέσθω, και ο θέλων λαβέτω ύδωρ ζωής δωρεάν» (Αποκ. 22,17. Παράβαλλε Ησαΐας 55,1).

πηγή: http://oodegr.co/



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης