Μήνυμα ἐπί τῷ Εὐαγγελισμῷ τῆς Θεοτόκου

καί τῇ Ἐθνικῇ Ἑορτῇ τῆς 25ης Μαρτίου

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Διπλῆ χαρά σήμερα ἀναβλύζει, ἐπουράνια καί αἰώνια ἀφ’ ἑνός, ἐπίγεια δέ ἀφ’ ἑτέρου, μέσα στόν μυστικό Παράδεισο τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά τόν Εὐαγγελισμό τῆς Παναχράντου Θεοτόκου Μαρίας καί Μητρός τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί γιά τήν ἐπέτειο τῆς ἐνάρξεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἐναντίον τῶν Τούρκων. Ἡ ὀρθόδοξη καί ἐθνική συνείδηση συνέδεσε ἐξ ἀρχῆς χρονικῶς ἀλλά καί συμβολικῶς τόν ἀπελευθερωτικό μας ἀγῶνα ἐναντίον τῆς τουρκικῆς ἰσλαμικῆς κατοχῆς τεσσάρων αἰώνων μέ τόν ἑορτασμό τοῦ ὑψίστου γεγονότος τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Παντοκράτορος Θεοῦ Λόγου, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, κατά τή στιγμή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Παναγίας μας· διότι ἐξ ἀρχῆς τό ἀνιστάμενο Γένος τῶν Ἑλλήνων Ρωμηῶν ἔθεσε τήν ἐθνικοθρησκευτική του Ἐπανάσταση ὑπό τή σκέπη τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου, διά τῶν εὐλογιῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Τό γεγονός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀποτελεῖ τό μόνον «καινόν ὑπό τόν ἥλιον» γεγονός τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας, πού τελεσιουργήθηκε τή στιγμή τῆς χαρμοσύνου ἀναγγελίας ἀπό τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ πρός τήν Παρθένον, ὅτι ὁ Σωτήρ θά γεννηθεῖ ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά καί τῆς ἀδιακρίτου πίστεως καί ὑπακοῆς τῆς Παναγίας μας στήν εἴδηση αὐτή, ὑπακοῆς πού ἐνεργοποίησε τήν ἀρχαγγελική ἐπαγγελία. Ὁ Θεός Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Πατρός δημιουργεῖ τήν ἀνθρώπινη ψυχοσωματική Του φύση ἐξ Ἁγίου Πνεύματος καί συλλαμβάνεται ὑπερφυῶς ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς Θεοτόκου ὡς ἡ Ὑπόσταση, τό Πρόσωπον τῆς ἀνθρωπίνης Του φύσεως· ἡ Παναγία ἑπομένως καθίσταται ἡ εἴσοδός μας στά αἰώνια ἀγαθά τῆς Ἁγίας Τριάδος, διότι εἶναι «ἡ Θεόν Λόγον τοῖς ἀνθρώποις τῇ παραδόξῳ αὐτῆς κυήσει ἑνώσασα καί τήν ἀπωσθεῖσαν φύσιν τοῦ Γένους ἡμῶν τοῖς οὐρανίοις συνάψασα», τό δέ κεφαλαιῶδες γεγονός αὐτό, τῆς συγκαταβάσεως τοῦ Ὑψίστου πρός τούς ἀνθρώπους, ὑμνολογεῖται μέ δογματική ἀκρίβεια ὡς «τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον». Πρό 2016 περίπου ἐτῶν ὁ Θεός Λόγος καί Υἱός τοῦ Πατρός ἕνωσε ὁριστικῶς καί ἀσυγχύτως τήν ἀνθρώπινη φύση μέ τή θεία φύση στό Πρόσωπό Του καί τήν θέωσε «ἐξ ἄκρας συλλήψεως», διότι ταυτοχρόνως, ὄχι βαθμιαίως, ἔγινε ἀπό τόν Θεό Λόγο ἡ δημιουργία, ἡ πρόσληψη καί ἡ θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, «ἤδη καί αὐτῆς ὑπ’ αὐτοῦ θεωθείσης ἅμα τῇ εἰς τό εἶναι ταύτης παραγωγῇ, ὡς ὁμοῦ γενέσθαι τά τρία, τήν πρόσληψιν, τήν ὕπαρξιν, τήν θέωσιν αὐτῆς ὑπό τοῦ Λόγου»· ἡ Παναγία μας ὀνομάστηκε Θεοτόκος ὄχι μόνον ὡς ἡ γεννήτρια τοῦ Θεοῦ Λόγου κατά τήν ἀνθρώπινή Του φύση, ἀλλά καί ἐπειδή συνέβαλε στή θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, «οὐ μόνον διά τήν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλά καί διά τήν θέωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου, ὧν ἅμα καί ἡ σύλληψις καί ἡ ὕπαρξις τεθαυματούργηται». Πρό ὀλίγων ἑβδομάδων, τήν Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω, ἡ Μία Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μᾶς ἐκάλεσε νά ἀναλογισθοῦμε τήν ἀπώλεια τῆς Πατρίδος μας, τοῦ Παραδείσου, καί νά τόν ποθήσουμε, «δι΄ Ἀδάμ πεφυτευμένον καί διά τήν Εὔαν κεκλεισμένον»· ἀλλά ἡ Νέα Εὔα, ἡ Θεοτόκος Μαρία, μᾶς χαρίζει σήμερα τό πρῶτον Πάσχα, τήν ἔναρξη τῆς σωτηρίας μας καί ἐπιστροφῆς μας στόν ἄφθαρτο πλέον Παράδεισο!

Ἡ ἁγιοπνευματική δύναμη πού χαρίζει ἡ ζωή τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὡς πρόγευση τοῦ Παραδείσου, βοήθησε τό δοῦλον Γένος νά ἀντέξει τά ποικίλα κακά τῆς σκληρῆς ξένης θεοκρατίας καί νά λάμψει καί πάλι· οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες ὑπῆρξαν ἡ ἁπτή ἀπόδειξη ὅτι ὁ Σταυρός εἶναι ἰσχυρότερος τοῦ ξίφους τῆς ἡμισελήνου, καί ὅτι οἱ Χριστιανοί διά τῆς Πίστεως ἀνεμποδίστως «καταγωνίζονται βασιλείας καί ἐργάζονται δικαιοσύνην» · ἐπειδή προσέκρουσε στά ἄσειστα ἱστορικά τεκμήρια, ἡ παρωπιδική καί στρατευμένη στόν ἱστορικό ὑλισμό ἱστοριογραφία δέν μπόρεσε νά στρεβλώσει τό νόημα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 καί νά τήν παρουσιάσει ὡς ἀποτίναξη τοῦ ζυγοῦ τῶν λίγων φιλότουρκων δῆθεν πλουσίων Ρωμηῶν καί τῶν Κληρικῶν ἐπί τούς πολλούς πτωχούς.

Εἶναι σαφής ἡ διαπίστωση τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τοῦ ἐπιφανέστατου Ἀρχιστρατήγου τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, στίς «Διηγήσεις συμβάντων» του, πώς «ἡ ἐπανάσταση ἡ ἐδική μας δέν ὁμοιάζει μέ καμμίαν ἀπ’ ὅσες γίνονται τήν σήμερον εἰς τήν Εὐρώπην. Τῆς Εὐρώπης οἱ ἐπαναστάσεις εἶναι ἐναντίον τῶν διοικήσεών των, εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος. Ὁ ἐδικός μας πόλεμος ἦταν ὁ πλέον δίκαιος, ἦταν ἔθνος μέ ἄλλο ἔθνος». Στόν ἱστορικό λόγο του πρός τούς σπουδαστές στήν Πνύκα (Ὀκτώβριος τοῦ 1838) ἐπιβεβαίωσε τήν ἑνότητα τῶν Ἑλλήνων κατά τήν ἀποτίναξη τοῦ ξένου ζυγοῦ: «Ὅταν ἀποφασίσαμε νά κάμωμε τήν Ἐπανάσταση, δέν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα οὔτε πώς δέν ἔχομε ἅρματα ... ἀλλ’ ὡς μία βροχή ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας καί ὅλοι, καί οἱ κληρικοί, καί οἱ προεστοί, καί οἱ καπεταναῖοι καί οἱ πεπαιδευμένοι καί οἱ ἔμποροι, μικροί καί μεγάλοι ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτόν τόν σκοπό, καί ἐκάμαμε τήν Ἐπανάσταση».

Ἡ ἀμφιπρόσωπη παρακαταθήκη τήν ὁποία μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ σημερινός ἐκκλησιαστικός καί ἐθνικός ἑορτασμός θέτει ἐνώπιόν μας ἱεραρχημένες δύο βαρυσήμαντες προκλήσεις: τήν κλήση μας νά γίνουμε πολῖτες τῆς ἐπουρανίου Βασιλείας ὡς «κληρονόμοι μέν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δέ Χριστοῦ», ἀλλά καί τό καθῆκον μας  νά προασπισθοῦμε ἐπί γῆς ὅλον ἐκείνο τόν θεϊκό πλοῦτο, τοῦ ὁποίου ὁ Ἑλληνισμός, ἡ Ρωμηοσύνη, ὑπῆρξε θησαυροφύλαξ καί φάρος τά τελευταῖα δύο χιλιάδες ἔτη, ἀπό τῆς ἐποχῆς τῆς εὐλογημένης ὑποταγῆς στό Εὐαγγέλιο τοῦ «μέχρι θανάτου ἀγαπήσαντος ἡμᾶς» Θεανθρώπου Χριστοῦ.

ὁ Καθηγούμενος τοῦ Ἱ. Ἡσυχ. Παντοκράτορος,

† Ἀρχιμ. Κύριλλος
καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης