15 Αυγούστου - Αφιέρωμα στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ



Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ' όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό. Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ' αυτή τη γιορτή.

Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.

Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).

Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.

Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28). Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.
Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ' αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).

Ή Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.

Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ' ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.

Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι' αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.

Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μάς αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, φ η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Γ'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"



TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ

Φωνή κεράτινης σάλπιγγας, που να αντηχή δυνατώτερα από ανθρώπινη φωνή και να συγκλονίζη τα πέρατα, απαιτεί ένας λόγος προς τιμήν της ιεράς αυτής ημέρας, αγαπητοί μου. γι’ αυτό και κινδυνεύει ν’ αποτύχη τώρα, καθώς ακούγεται προερχόμενος από το ασθενές φωνητικό μου όργανο. Η Κυρία όμως και Βασίλισσα του παντός, έτσι καθώς είναι αφιλόδοξη, θα δεχτή νομίζω κι αυτόν εδώ τον σύντομο και πενιχρό λόγο που της προσφέρουμε οι δούλοι της, όμοια με εκείνους τους διεξοδικούς και αστραφτερούς των σπουδαίων ομιλητών, με το να παρακινείται σε συμπάθεια από τις προσευχές αυτού που με προστάζει να ομιλήσω. επειδή ακριβώς και ένα μόνο πράγμα προσέχει η φιλάγαθη: την πρόθεσι.

Εμπρός λοιπόν, συνάξου ολόκληρη η οικουμένη, ιεράρχες και ιερείς, μοναχοί και κοσμικοί, βασιλείς και άρχοντες, άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, φυλές και γλώσσες, με όλο μαζί το έθνος και το πλήθος, και αφού αλλάξης τα φορέματα των αρετών σου, «ντυμένη» κι εσύ «στα κρόσσια τα χρυσά και στολισμένη»1, πρόβαλε με πρόσωπο φαιδρό και όλο χαρά γιόρτασε της Κυριοτόκου Μαρίας την εορτή, την επικήδεια συγχρόνως και διαβατήρια. διότι φεύγει από εδώ κάτω και πηγαίνει κοντά στα όρη τα αιώνια, το όρος όντως το Σιών, στο οποίο ευδόκησε ο Θεός να κατοική, όπως ψάλλει η λύρα του ψαλμωδού. Σήμερα λοιπόν ο επίγειος ουρανός περιβαλλόμενος την στολή της αφθαρσίας αποκτά νέα διαμονή, την καλύτερη και αιώνια. Σήμερα η νοητή και θεοφώτιστη σελήνη με το να συμβάλλη στον δίσκο του ηλίου της δικαιοσύνης εκλείπει μεν από την πρόσκαιρη τούτη ζωή, συγχρόνως όμως ανατέλλει και λάμπει με την τιμή της αθανασίας. Σήμερα η ολόχρυση και θεοκατασκεύαστη κιβωτός του αγιάσματος αναχωρεί από τα επίγεια σκηνώματα και μετακομίζεται στην άνω Ιερουσαλήμ, για να αναπαυθή αιώνια. Και ο θεοπάτωρ Δαυίδ μας τα τραγουδάει αυτά με την κιθάρα του και αναφωνεί: «Θα προσαχθούν, λέει, παρθένοι», δηλ. ψυχές, «στον βασιλέα, ακολουθώντας πίσω από αυτήν θα προσαχθούν σε Σένα»2.

Τώρα λοιπόν, ενώ έκλεισε τους αισθητούς οφθαλμούς η Θεοτόκος, υψώνει για χάρι μας τους νοητούς, σαν λαμπρούς και μεγάλους φωστήρες που ποτέ ως τώρα δεν βασίλεψαν, για να αγρυπνούν και να εξιλεώνουν τον Θεό υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Τώρα, ενώ στα θεοκίνητα χείλη της εσίγησε ο έναρθρος λόγος, αείλαλο ανοίγει το πρεσβευτικό της στόμα υπέρ όλου του γένους. Τώρα, ενώ συνέστειλε τις σωματικές και θεοφόρες της παλάμες, τις υψώνει άφθαρτες προς τον Δεσπότη υπέρ ολόκληρης της οικουμένης. Τώρα, ενώ μας απέκρυψε τα ηλιοειδή και φυσικά χαρακτηριστικά της, ακτινοβολεί δια μέσου της σκιαγραφίας της εικόνας της και την παρέχει στον λαό προς ασπασμό ευεργετικό και σχετική προσκύνησι, είτε το θέλουν οι αιρετικοί είτε όχι. Ενώ λοιπόν πέταξε επάνω η πάναγνος περιστερά, δεν παύει να φυλάττη τα κάτω. Ενώ εξήλθε του σώματος, με το πνεύμα της είναι μαζί μας. Ενώ οδηγήθηκε στους ουρανούς, εξοστρακίζει από ανάμεσά μας τους δαίμονες μεσιτεύοντας προς τον Κύριο.

Κάποτε, μέσω της προμήτορος Εύας ο θάνατος εισήλθε και κυρίευσε τον κόσμο. τώρα όμως συναντώντας την μακαρία θυγατέρα εκείνης αποκρούστηκε και κατανικήθηκε από το ίδιο εκείνο μέρος απ’ όπου του είχε δοθή η εξουσία. Ας χαρή λοιπόν το γυναικείο φύλο, που αντί ντροπής αποκομίζει δόξα. Ας χαρή και η Εύα, διότι δεν είναι πια κατηραμένη, αλλά έχει να επιδείξη απόγονό της ευλογημένο την Μαρία. Ας σκιρτήση η κτίσις ολόκληρη, καθώς αντλεί μυστικά τα νάματα της αφθαρσίας από την παρθενική πηγή και απαλλάσσεται έτσι από την θανατηφόρα δίψα.
Τέτοια είναι η εορτή που έχουμε σήμερα. Τόσο μεγάλα είναι τα γεγονότα που υμνολογούμε. Αυτά μας χαρίζει η χριστοανθής ρίζα του Ιεσσαί, η ιερόβλαστη ράβδος του Ααρών, ο νοητός παράδεισος του ξύλου της ζωής, ο έμψυχος λειμώνας των παρθενικών αρωμάτων, η ανθισμένη θεογεώργητη άμπελος του ωρίμου και ζωογόνου βότρυος, ο υψηλός και επηρμένος χερουβικός θρόνος του Παμβασιλέως, ο οίκος ο γεμάτος από την δόξα Κυρίου, το άγιο καταπέτασμα του Χριστού, ο φωτεινότατος τόπος της ανατολής, αυτά μας χαρίζει, καθώς κοιμήθηκε σήμερα εν ειρήνη και δικαιοσύνη. Λέω κοιμήθηκε, όχι όμως και πέθανε. Πέρασε από την γη στον ουρανό, όμως δεν εγκατέλειψε την υπεράσπισι του ανθρωπίνου γένους.

Με ποια λόγια λοιπόν να παραστήσουμε το μυστήριό σου; Αδυνατούμε να το σκεφθούμε. είμαστε ασθενείς για να το εκφράσουμε. ιλλιγγιούμε να το περιγράψουμε. Διότι είναι παράξενο και υψηλό και ανώτερο για κάθε διάνοια. Δεν σχετίζεται και δεν ταιριάζει με κάτι άλλο, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα πράγματα, έτσι ώστε να είμαστε σε θέσι να δώσουμε πρόχειρα τις αποδείξεις από τα γύρω μας πράγματα. Αντίθετα, από τα υπερβατικά και ανώτερά μας κατανοούμε με ευλάβεια όσα αναφέρονται σε σένα, και σε σένα μόνη παραδίδουμε τα υπέρ άνθρωπον. Διότι άλλαξες την φύσι κατά την άρρητη γέννησι. Πού αλλού άκουσε κανείς παρθένο να συλλαμβάνη ασπόρως! Ω θαύμα! Την μητέρα και λεχώνα την βλέπουμε άφθορη παρθένο, επειδή Θεός ήταν αυτό που γέννησε. Το ίδιο λοιπόν και στη ζωηφόρο κοίμησί σου: με το να είσαι διαφορετική από τους υπολοίπους, μόνη εσύ κατέχεις δικαιολογημένα την αφθαρσία και των δύο (ψυχής δηλ. και σώματος).

Ας μας αφηγηθή όμως η Σιών τα παράδοξα εκείνης της ημέρας. Είχε λοιπόν συμπληρωθή το όριο της ζωής. Είχε φθάσει η ώρα του θανάτου. Προγνώρισε σαν μητέρα Θεού η Παναγία τον καιρό της μεταστάσεως. (Και πόσα περισσότερα από τον καθένα που σαν απλός δούλος προφητεύει δεν θα έδινε κανείς, αδελφοί μου φιλόχριστοι, προς την μητέρα του Θεού και ανώτερη από όλους τους προφήτες;)3. Όταν λοιπόν τα αισθάνθηκε αυτά και τα κατάλαβε, τί μας λέει η παράδοσις πως προσευχόταν και παρακαλούσε;

"Έφθασε η ημέρα της εξόδου μου. έφθασε ο χρόνος της ενδημίας μου προς εσένα. Ας παρευρεθούν εδώ αυτοί που θα υπηρετήσουν στον ενταφιασμό μου, Δέσποτα. είθε να σταθούν στο προσκέφαλό μου οι λειτουργοί που θα τελέσουν την κηδεία μου. Και στα μεν χέρια σου να αφήσω το πνεύμα μου, στα δε χέρια των μαθητών σου, για να το ενταφιάσουν, το άψαυστο και θεοδόχο σώμα μου, από όπου ανέτειλες εσύ η αθανασία. Ας παρασταθούν κοντά μου να μου δώσουν χαρά αυτοί που βρίσκονται διεσπαρμένοι στα πέρατα της γης, οι κήρυκες και υπηρέτες του ευαγγελίου σου. Κι αν εσύ ευδόκησες να μετατεθή ζωντανός ακόμη ο δίκαιος Ενώχ στον ουρανό, γιατί έτσι έπρεπε, και ο Θεσβίτης Ηλίας εκ του εμφανούς να ανυψωθή με πύρινο άρμα προς άγνωστες χώρες, για να αναμένουν και οι δύο τον χρόνο της φρικτής και παμφώτεινης δευτέρας παρουσίας σου, και αν πάλι για μια ανάγκη του Δανιήλ εθαυματούργησες, ώστε μέσα σε μια στιγμή ο προφήτης Αββακούμ να μεταφερθή από την Ιερουσαλήμ στην Βαβυλώνα και πάλι να επιστρέψη, τότε τί σου είναι αδύνατο και μόνο αν το θελήσης;"

Αυτά μόλις είπε η πανύμνητος, να που κατέφθασε και η δωδεκάδα των αποστόλων, από διαφορετική κατεύθυνσι ο καθένας, σαν σύννεφα σπρωγμένα από τις πτέρυγες του Πνεύματος, που ήρθαν και στάθηκαν κοντά στη νεφέλη του φωτός. Τί λέγει λοιπόν εκείνη που έχει τα θεϊκά, τα πολλά, τα μεγάλα ονόματα, φέρνοντας, καθώς ήταν ξαπλωμένη, ένα γύρο το βλέμμα της και αντικρύζοντας αυτούς που ζητούσε;

"Ας αγαλλιάση η ψυχή μου για τον Κύριο και αυτό θα γίνη για μένα ευφροσύνη και αίνεσις και μεγαλείο εκ μέρους όλων των εθνών της γης. Διότι μου συγκέντρωσε τα θεμέλια της Εκκλησίας, μου συνάθροισε τους άρχοντες της οικουμένης, τους θαυμαστούς υπηρέτες της κηδείας μου. (Ω μεγαλοφυές θαύμα! Ω έργο μητρικής αφοσιώσεως προς τον υιό! Ω δώρο υιικής σχέσεως προς την μητέρα!). Σαν άλλος ουρανός μου φάνηκε το δωμάτιο, με το να περικλείη μέσα του τους φωστήρες του κόσμου. Ναός Κυρίου φάνηκε η οροφή, που έφερε κοντά μου τους θείους μύστες και ιερουργούς. Δεν θα μελετήση πια η συμμορία των Ιουδαίων να πραγματοποιήση τον εναντίον μου παραλογισμό. Δεν θα οπλίση πια εναντίον μου το θρασύ του χέρι, για να με φονεύση, το συνέδριο των ιερέων. (Διότι κάποτε το είχαν σχεδιάσει και, μαζί με τον Υιό, θα φόνευαν οι αιμοχαρείς και την Μητέρα, αλλά απέτυχαν στον σκοπό τους, γιατί τους εμπόδισε άνωθεν η θεία πρόνοια). Μεταβιβάζομαι σε τόπους κατοικίας απαραβίαστους, όπου δεν μπορεί ο εχθρός να εισαγάγη τις παγίδες της κακίας. όπου θα μπορώ να αντικρύσω την τερπνότητα του Κυρίου και να επισκεφθώ τον Ναόν, εγώ ο παμφώτεινος ναός Του".

Και τί είπαν τότε προς αυτήν οι μακάριοι απόστολοι με λόγια είτε δικά τους είτε διαλεγμένα από τα στόματα των προφητών;

"Χαίρε κλίμαξ που στηρίζεσαι στη γη και φθάνεις στον ουρανό, μέσω της οποίας έγινε η κάθοδος προς ημάς και η άνοδος προς τους ουρανούς του Κυρίου, κατά τον μεγάλο πατριάρχη Ιακώβ4.

Χαίρε βάτε με την τόσο παράδοξη μορφή, από την οποία εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου σε μορφή πύρινης φλόγας και την οποία ενώ η φωτιά έκαιγε, δεν την κατέκαιε, κατά τον μεγάλο θεόπτη Μωυσή5.

Χαίρε ο θεοδέγμων πόκος, από τον οποίο στράγγισε η ουράνια δρόσος, μία γεμάτη λεκάνη νερό, κατά τον θαυμασιώτατο Γεδεών6.

Χαίρε πόλις του βασιλέως του μεγάλου7, την οποία θαυμάζουν και μεγαλύνουν οι βασιλείς8 μαζί με τον ασματογράφο Δαυίδ.

Χαίρε η νοητή Βηθλεέμ, ο οίκος του Εφραθά, απ’ όπου εξήλθε ο βασιλεύς της δόξης, για να καταστή άρχοντας στον λαό του Ισραήλ, του οποίου «αι έξοδοι απ’ αρχής εξ ημερών αιώνος»9, όπως λέγει ο Μιχαίας ο θειότατος.

Χαίρε το κατάσκιο παρθενικό όρος, από το οποίο εμφανίστηκε ο άγιος του Ισραήλ, κατά τον θεόφωνο Αββακούμ10.
Χαίρε λυχνία ολόχρυση και φωτοφόρε, από την οποία έλαμψε στους «εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους»11 το απρόσιτο φως της Θεότητος, κατά την ρήσι του θεσπέσιου Ζαχαρία12.

Χαίρε το παγκόσμιο ιλαστήριο των ανθρώπων, διά του οποίου σε ανατολή και δύσι δοξάζεται στα έθνη το όνομα του Κυρίου και παντού προσφέρεται θυμίαμα στο όνομά Του, κατά τον αγιώτατο Μαλαχία13.

Χαίρε νεφέλη ανάλαφρη, πάνω στην οποία κάθησε ο Κύριος, κατά τον ιεροφωνότατο Ησαΐα14.

Χαίρε η ιερά βίβλος των προσταγμάτων του Κυρίου και ο νεοχάρακτος νόμος της Χάριτος, χάριν της οποίας μας έγιναν γνωστά όσα αρέσουν στον Θεό, κατά τον πολυθρήνητο Ιερεμία15.

Χαίρε η κλεισμένη πύλη, διά της οποίας ο Κύριος και Θεός του Ισραήλ εισήλθε και εξήλθε κατά τον μεγάλο θεόπτη Ιεζεκιήλ16.

Χαίρε το αλατόμητο από χέρι ανθρώπου και υψηλότατο όρος, από το οποίο απεκόπη ο ακρογωνιαίος λίθος, κατά τον θεολογικώτατο Δανιήλ17".

Και ποιος νους να χωρέση ή ποιος λόγος να αφηγηθή όσα εκεί έψαλλαν, όσα είπαν, όσα εμακάρισαν οι θεολόγοι; Όταν λοιπόν ιερούργησαν ιερώς όσα ταίριαζε και επετέλεσαν τα άγια αγίως, να που έφθασε και ο Κύριος με την δόξα της δυνάμεώς του και όλη την στρατιά του ουρανού. Και αοράτως μεν λειτουργούσαν οι ασώματοι, σωματικώς δε γίνονταν υμνωδοί της θείας μεγαλειότητος οι απόστολοι. Σύμμεικτη ήταν, αδελφοί μου, η πανήγυρις και ο χορός ουράνιος μαζί και επίγειος — κι ας μη ξενίση ο λόγος μου καθώς σκιαγραφεί τα θεοπρεπή γεγονότα — αποτελούμενος από Αγγέλους, Αρχαγγέλους, Κυριότητες, Θρόνους, Αρχές, Εξουσίες, Δυνάμεις, τις Χερουβικές και Σεραφικές, αποστόλους, μάρτυρες, δικαίους, άλλους να προτρέχουν, άλλους να προϋπαντούν, άλλους να ηγούνται, άλλους να προηγούνται, άλλους να ακολουθούν και άλλους να παρακολουθούν, και όλους να φωνάζουν χαρμόσυνα με ένα στόμα: «Άσατε τω Κυρίω»18. «αινέσατε τον Κύριον»19. «ευλογημένος Κύριος επί δίκαιον όρος το άγιον αυτού»20. και «ανυψωθήτω ο ουρανός εις το μετέωρον»21. Ποιος λοιπόν άκουσε ποτέ εις τον αιώνα τέτοιο εξόδιο, φιλόχριστοι αδελφοί; Ποιος γνώρισε την προπομπή μιας τέτοιας κηδείας; Ποιος κατάλαβε ποτέ μέχρι τώρα τέτοια μετάβασι, σαν κι αυτή που αξιώθηκε η Μητέρα του Κυρίου μου; Και δεν είναι παράξενο. Γιατί ακριβώς και κανένας δεν φάνηκε ποτέ υπέρτερος από αυτήν, που είναι μεγαλύτερη από όλους τους ανθρώπους.

Φρίττει το πνεύμα μου, ω Παρθένε, καθώς βάζω στο μυαλό μου το μεγαλείο της μεταστάσεώς σου. Μένει έκπληκτος ο νους μου, καθώς αναλογίζομαι το θαύμα της κοιμήσεώς σου. Δένεται η γλώσσα μου, καθώς πάει να διηγηθή το μυστήριο της παλινζωΐας σου. Διότι ποιος είναι εκείνος που θα μπορούσε επάξια «να κάνη γνωστούς όλους τους ύμνους σου»22 ή «να εξιστορήση όλα τα θαυμάσιά σου23»; Ποιος νους υψηγόρος θα ρητορεύση, ποια γλώσσα μεγαλόστομη θα ομιλήση, θα εξαγγείλη και θα παραστήση τα κατά σε, θα αποδώση τα λόγια σου ή θα σταθή αντάξια των δικών σου θαυμασίων, τελετών, πανηγύρεων, εορτών, διηγήσεων, εγκωμίων; Γι’ αυτό και επί του παρόντος μυστηρίου η γλώσσα μας αποδεικνύεται αδύνατη, άτονη, αποτυχημένη, αποδοκιμασμένη. Διότι πράγματι υπερέχεις, υπερβάλλεις, υπερτερείς ασυγκρίτως, σε ύψος και μέγεθος από τον ανώτατο ουρανό. σε λαμπρότητα αγνείας, από το ηλιακό φως. σε απόκτησι παρρησίας, από το αγγελικό αξίωμα κάθε άυλης και λογικής υπάρξεως των νοητών και νοερών δυνάμεων.

Αλλά τί επίσημη και λαμπρή — με αγαλλίασι το λέω — η πανήγυρίς σου! Πόσο σημειοφόρος και θαυματουργική η μετάστασίς σου! Πόσο ζωοπάροχος και αφθαρτοδώρητος ο ενταφιασμός σου, μητέρα του φωτός! Τώρα όμως που πέρασες τα σύννεφα και ανέβηκες στον ουρανό και μπήκες στα άγια των αγίων «εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως»24, αξίωσε, Θεοτόκε, να ευλογήσης πλούσια τα πέρατα της οικουμένης. Με τις πρεσβείες σου κάνε εύκρατους τους καιρούς. χάριζε την βροχή στην ώρα της. κατεύθυνε σωστά τους ανέμους. κάνε την γη να καρποφορή. δώρισε την ειρήνη στην Εκκλησία. κράτυνε την Ορθοδοξία. φύλαγε την βασιλεία. απόκρουε τις επιθέσεις των βαρβάρων. σκέπαζε ολόκληρο το γένος των Χριστιανών. τέλος δε συγχώρησε και την δική μου τόλμη. Διότι δικός σου είναι αυτός ο λόγος, Μητέρα του Θεού, και συ προφήτευσες μελωδικά εκείνο που θα γινόταν: «Διότι να που από τώρα, είπες, θα με μακαρίζουν όλες οι γενεές»25. Επειδή λοιπόν δεν είναι δυνατόν να αποδειχθή ψευδής ο θείος σου λόγος, δέξου κι από μένα τον ανάξιο δούλο σου, αυτή την κατά δύναμιν προσφώνησι και «δος μου πάλι την αγαλλίασι που μου χαρίζει η σωστική σου βοήθεια»26. Με την δύναμι των πρεσβειών σου στήριξέ με μαζί με τον συγγενή μου και πνευματικό πατέρα μου27 και με το ποίμνιο που μου έχουν εμπιστευθή. εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η τιμή και το κράτος μαζί με τον παντοκράτορα Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


1. Ψαλμ. μδ’ 14
2. πρβλ. Ψαλμ. μδ’ 15
3.     Σ.Μ. Πώς δεν θα της δινόταν δηλ. από τον Θεό το χάρισμα να προΐδη την μετάστασί της;
4. βλ. Γεν. κη
5. βλ. Έξ. γ’ 2-3
6. βλ. Κριταί ς' 38
7. βλ. Ψαλμ. μζ' 3
8. βλ. Ψαλμ. μζ' 5-6
9. Μιχ. ε' 1
10. βλ. Αββακ. γ' 3
11. Ψαλμ. ρς' 10
12. βλ. Ζαχ. δ' 2
13. βλ. Μαλαχ. α’ 11
14. βλ. Ησ. ιθ' 1
15. πρβλ. Ιερ. κε' 13
16. βλ. Ιεζ. μδ' 2 κ.εξ.
17. βλ. Δαν. β' 34, 45
18. Ιερ. κ' 13
19. ένθ’ ανωτ
20. Ιερ. λη' 23
21. πρβλ. Ιερ. λη' 35
22. Ψαλμ. ρε' 2
23. Ψαλμ. οδ' 1
24. Ψαλμ. μα’ 5
25. Λουκ. α’ 48
26. Ψαλμ. ν’ 14
27.    Σ.Μ. Εννοεί τον κατά σάρκα θείο του και πνευματικό πατέρα του Πλάτωνα, του οποίου τις ευχές επικαλείται και στο προοίμιο του λόγου.


ΠΗΓΗ:  “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
    1989



Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη Καθηγητή Θεολογικής σχολης Α.Π.Θ.

 Η ΘΕΟΤΟΚΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ
ΤΩΝ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΩΝ ΕΟΡΤΩΝ*

 

       Η αναφορά στο πρόσωπο της Θεοτόκου συναντάται στην όλη ζωή της Εκκλησίας, αλλά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο συναντάται στην εικονογραφία, την θεία λατρεία και την υμνογραφία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το πρόσωπο της Θεοτόκου δεν είναι αυτονομημένο, αλλά σχετίζεται πάντοτε άμεσα με τον Θεάνθρωπο Υιό της. Την αλήθεια αυτή βεβαιώνουν με τον δικό τους καλλιτεχνικό τρόπο οι τοιχογραφίες της Θεοτόκου ως Πλατυτέρας των Ουρανών1. Με την καθιέρωση της εικονογραφήσεως της Θεοτόκου ως Πλατυτέρας στο τετρατοσφαίριο της κόγχης του ιερού βήματος η Εκκλησία προβάλλει έντονα την δογματική σημασία, που έχει η εικόνα της Θεοτόκου. Αλλά και οι εικόνες της Αειπαρθένου Μαρίας με το θείο βρέφος2 στο τέμπλο -στην πιο τιμητική θέση, δίπλα και δεξιά στο Χριστό- αισθητοποιούν την παραπάνω σύνδεση, ενώ παράλληλα το όνομα «Θεοτόκος», με το οποίο επιγράφονται οι εικόνες της, «άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησι»3. Και στην θεία λατρεία, άλλωστε, είναι έντονα εμφανής η σύνδεση της Θεοτόκου με τον Χριστό. Αυτό βεβαιώνουν χαρακτηριστικά η ιδιαίτερη «μερίδα» της στην Προσκομιδή (από τον 12° αιώνα) κατά την Θεία Λειτουργία, όπως και η εξαιρετικά τιμητική μνεία της στην Αναφορά αμέσως μετά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος για τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων. Το πιστοποιούν ακόμη και όλοι οι ύμνοι, τους οποίους ψάλλει η Εκκλησία προς την Θεοτόκο κατά τις διάφορες Θείες Λειτουργίες4.
       Αλλά και γενικότερα από την όλη υμνογραφία της Εκκλησίας μας δεν λείπει ποτέ η αναφορά στην Θεοτόκο. Έτσι, μνεία της Θεοτόκου γίνεται στην ενάτη Ωδή και στα Θεοτοκία, τα οποία συνοδεύουν όλους τους ύμνους, που αναφέρονται στον Χριστό και τους αγίους. Είναι λοιπόν αυτονόητο, ότι δεν υπάρχει υμνογραφία σε δεσποτική εορτή ή σε εορταζόμενο άγιο, στην οποία να μη γίνεται οπωσδήποτε και αναφορά στην Θεοτόκο.   Όλες αυτές οι αναφορές πιστοποιούν με τον πιο εμφαντικό τρόπο τη σημασία που αποδίδει η Ορθόδοξη Εκκλησία στο πρόσωπο της Θεοτόκου, το οποίο συνδέοντάς το άμεσα με τον Χριστό, το συνδέει κατ' επέκταση και έμμεσα με τη σωτηρία των ανθρώπων και του προσδίδει έτσι κατεξοχήν χριστολογικό και ταυτόχρονα σωτηριολογικό περιεχόμενο. Χριστολογία, λοιπόν, Σωτηριολογία και Θεοτοκολογία συνδέονται στενά σ' ολόκληρη την υμνογραφία που αναφέρεται στη μητέρα του Θεού. Αυτό μέσα στο πλαίσιο της Ορθοδοξίας είναι πολύ φυσικό, αφού χαρακτηριστικό γνώρισμα της ορθόδοξης υμνογραφίας είναι το έντονα δογματικό περιεχόμενό της. Το δογματικό αυτό περιεχόμενο εκφράζουν με ιδιαίτερη έμφαση τα Απολυτίκια αλλά και όλοι οι ύμνοι των θεομητορικών εορτών.
       Η γέννηση της Θεοτόκου ήταν μήνυμα χαράς σε όλη την οικουμένη, γιατί από αυτήν θα γεννιόταν ο Χριστός, ο οποίος καταργώντας την προγονική κατάρα θα μας έδινε την δυνατότητα να μετέχουμε στην αιώνια ζωή5. Ζώντας οι πιστοί μέσα στη λατρεία τον λειτουργικό χρόνο -συμπυκνωμένο δηλαδή το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον- βλέπουν στα Εισόδια της Θεοτόκου την «προκήρυξη» της σωτηρίας των ανθρώπων6, ενώ στον Ευαγγελισμό της την φανέρωση του μυστηρίου της σωτηρίας, που συνοψίζεται στο ότι ο Υιός του Θεού γίνεται υιός της Παρθένου, η οποία αποβαίνει κατά τον χαιρετισμό του αρχαγγέλου Γαβριήλ η «κεχαριτωμένη»7. Και αυτό εξαιτίας του πλούτου της Χάριτος που δέχτηκε με τον Ευαγγελισμό της, κατά την σύλληψη δηλαδή του Θεού Λόγου στη μήτρα της.
       Τα γεγονότα της ζωής της Θεοτόκου, τα οποία συνδέονται με το έργο της σωτηρίας, ξεπερνούν τους όρους, την «τάξη» της φύσεως και την επιστημονική έρευνα και κινούνται στον χώρο του μυστηρίου8, γι' αυτό και κατανοούνται μόνο με την πίστη9. Η Θεοτόκος γεννημένη από βιολογικά στείρα μητέρα διέλυσε την πνευματική στείρωση της φύσεώς μας, έγινε η απαρχή της καρποφορίας της Χάριτος και η απαρχή της σωτηρίας των ανθρώπων10. Συλλαμβάνοντας τον Θεάνθρωπο «εκ Πνεύματος αγίου», κατά άσπορο δηλαδή και ανέκφραστο τρόπο11, πραγματοποίησε τον συμβολισμό της ράβδου του Ααρών, που βλάστησε12. Φέρνοντας στη μήτρα της τον Χριστό έγινε το κατοικητήριο και το «όχημα» της όλης θεότητας13, ο θείος ναός της «αϊδίου ουσίας», η «έμψυχος κιβωτός» της δόξας του Θεού14, ο «πυρίμορφος θρόνος»1516. Έγινε «δοχείον» και «βασιλικός θάλαμος», όπου πραγματώθηκε «δημιουργική δυνάμει» το παράδοξο μυστήριο της ανέκφραστης ενώσεως των δύο ξένων μεταξύ τους φύσεων στο πρόσωπο του Θεού Λόγου17. Και αυτό έγινε με τη μία και κοινή θέληση και ενέργεια του Τριαδικού Θεού, με την ευδοκία του Θεού Πατέρα και την συνεργία του αγίου Πνεύματος. «Παρθενική γαστήρ τον Υιόν υποδέχεται», ψάλλει η Εκκλησία, «Πνεύμα άγιον καταπέμπεται· Πατήρ άνωθεν ευδοκεί και το συνάλλαγμα κατά κοινήν πραγματεύεται βούλησιν»18. Εδώ είναι εμφανής ο τριαδολογικός χαρακτήρας του ύμνου που αναφέρεται στη Θεοτόκο, στο πρόσωπο της οποίας υμνείται και δοξάζεται το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. του βασιλέως Χριστού και η «άφλεκτος βάτος» του αΰλου πυρός της θεότητας, που καθαρίζει και φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων
       Γεννώντας τον Χριστό, που είναι η πραγματική ζωή, έγινε η Θεοτόκος «μητέρα»19 και «τροφός της ζωής»20 και αναδείχτηκε ανώτερη απ' όλα τα κτίσματα21. Έγινε η «μετάρσιος κλίμαξ», απ' όπου κατέβηκε ο Θεός στους ανθρώπους και παράλληλα η «γέφυρα», που τους μεταφέρει στους ουρα­νούς22. Με τη γέννα της συνέδεσε οντολογικά την επίγεια με την ουράνια πραγματικότητα23, το κτιστό δηλαδή και το άκτιστο, πράγμα που εγγυάται την πραγματική λύτρωσή μας24. Χάρη σ' αυτήν, που γέννησε τον σωτήρα Χριστό, απελευθερωθήκαμε από την αμαρτία και τον θάνατο, απαλλα­χθήκαμε από την φθορά, ανακαινισθήκαμε και τέλος θεωθήκαμε. Η θέωση ως «άληκτος ζωή» εν Χριστώ αποτελεί το κορυφαίο περιεχόμενο της σωτηρίας μας25. Εύλογα, λοιπόν, η Θεοτόκος θεωρείται ως χαρά και αγαλλίαση του γένους των ανθρώπων26.
       Η Θεοτόκος παρέμεινε με υπερφυσικό τρόπο παρθένος κατά και μετά την γέννηση του Χριστού, γι' αυτό και υμνείται ως αειπάρθενος27. Η «άσπιλη και αμόλυντη»28 μητέρα του Θεανθρώπου δεν διέφυγε την βασική συνέπεια της προπατορικής αμαρτίας, τον θάνατο, γιατί βέβαια η αγνότητα της Θεοτόκου δεν προϋποθέτει αποδέσμευσή της από τις συνέπειες της αδαμιαίας πτώσεως. Η Θεοτόκος λοιπόν πέθανε, ο τάφος της όμως έγινε «κλίμαξ προς ουρανόν», γιατί έχοντας θεοδόχο το σώμα της μεταστάθηκε στον ουρανό29. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η μετάσταση της Θεοτόκου δεν αποτελεί δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Γι' αυτόν, άλλωστε, το λόγο δεν αναφέρουν τίποτε για την μετάσταση της Θεοτόκου οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και η Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως του κατεξοχήν δογματικού θεολόγου της Εκκλησίας, αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού. Ωστόσο, η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται την μετάσταση της Θεοτόκου ως μια κατά χάρη ενέργεια του Θεού, που αποβλέπει να διαφυλάξει την μητέρα του Θεανθρώπου από την «διαφθορά» του θανάτου, πράγμα που αποτελεί μια κατά πρόληψη πραγμάτωση της αναστάσεως30.
       Οι πιστοί αναγνωρίζοντας την παρρησία της Θεοτόκου προς τον Υιό της ζητούν την επίμονη και αδιάλειπτη παράκλησή της προς αυτόν για την σωτήρια τους31, την οποία πραγματώνει κυριολεκτικά μόνον ο ίδιος ο Χριστός32. Η συμβολή της Θεοτόκου στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων ήταν έμμεση αλλά πολύ σημαντική, αφού η ίδια έγινε «σκηνή της προς Θεόν καταλλαγής»33 των ανθρώπων με την σύλληψη του Θεανθρώπου στη μήτρα της. Προσλαμβάνοντας ο Θεός Λόγος την ανθρώπινη φύση από την Θεοτόκο έδωσε την οντολογική δυνατότητα στον άνθρωπο να μετέχει χαρισματικώς στην άκτιστη ζωή του Θεού. Όταν λοιπόν οι πιστοί λένε στην Θεοτόκο: «διά σου τω Θεώ κατηλλάγημεν»34, αναφέρονται στο γεγονός της σαρκώσεως του Θεού Λόγου, που εγγυάται το έργο της συμφιλιώσεώς τους με τον Θεό και την ίδια τη σωτηρία τους. Αλλά οι πιστοί εκτός από την λύτρωσή τους από τον εσχατολογικό θάνατο ζητούν τις πρεσβείες και τις ικεσίες της Θεοτόκου για την απελευθέρωσή τους και από τους ποικίλους πειρασμούς και κινδύνους, που απειλούν τη σωτηρία τους35. Έτσι ερμηνεύεται η συχνή αναφορά της υμνογραφίας στο πρόσωπο της Θεοτόκου, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν τοποθετείται στο επίπεδο του άκτιστου Θεού. Η Θεοτόκος, ως μητέρα του Θεού και μέτοχος της θείας Χάριτος περισσότερο από κάθε άλλο κτίσμα, αποτελεί την κατεξοχήν πρέσβυ της Εκκλησίας προς τον Υιό της. Η πρεσβεία αυτή για τους πιστούς, όπως, άλλωστε, και η πρεσβεία όλων των αγίων, πρέπει να νοείται μέσα στα εκκλησιολογικά πλαίσια, μέσα δηλαδή στη σχέση της θριαμβεύουσας με την στρατευμένη Εκκλησία.
       Η διδασκαλία της Εκκλησίας για την Θεοτόκο, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από την υμνογραφία των θεομητορικών εορτών, δεν διαφοροποιείται από τις δογματικές αποφάνσεις των Οικουμενικών Συνόδων, που ασχολήθηκαν με τη μητέρα του Θεανθρώπου. Ακόμη και όταν γίνεται λόγος στην υμνογραφία για τα γεγονότα της ζωής της Θεοτόκου, που αντλούνται από μη έγκυρες πηγές (όπως είναι λ.χ. τα Απόκρυφα κείμενα), η δογματική διδασκαλία που προϋποθέτουν ή εκφράζουν, παραμένει σύμφωνη ή τουλάχιστον δεν έρχεται σε αντίθεση με την όλη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Έτσι, η σχετική υμνογραφία που αναφέρεται στον θάνατο και την μετάσταση της Θεοτόκου και συναντάται σε πατερικές Ομιλίες και στην εικονογραφία, όχι μόνο δεν προσκρούει στην δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τις πανανθρώπινες συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά και την εκφράζει με πολλή συνέπεια. Η μετάσταση της Θεοτόκου προϋποθέτει τον θάνατό της, ο οποίος βεβαιώνει κατά τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, ότι και αυτή δεν ήταν απαλλαγμένη από τις συνέπειες της πτώσεως. Αντίθετα, ο Ρωμαιοκαθολικισμός, επειδή δέχεται την Θεοτόκο απαλλαγμένη τελείως από το προπατορικό αμάρτημα, οδηγήθηκε αναπόφευκτα στα νέα δόγματα που θέσπισε γι' αυτήν, το δόγμα δηλαδή της άσπιλης συλλήψεώς της (1854) και της ενσώματης μεταστάσεώς της (1950). Τα νέα αυτά δόγματα του Ρωμαιοκαθολικισμού οφείλονται όχι μόνο στις εσφαλμένες ανθρωπολογικές προϋποθέσεις του, αλλά κυρίως στην αυτονόμηση της Θεοτόκου από την Χριστολογία της μίας και αδιαίρετης Εκκλησίας, πράγμα που κατέληξε και στην ανάπτυξη της γνωστής, ανεξάρτητης «μαριολογίας» της.

 

  *    Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Γρηγόριος ο Παλαμάς, 709 (1986), σ. 22-27, με τον τίτλο: «Η Θεοτόκος κατά την υμνογραφία των Θεομητορικών εορτών».

 

  • 1.   Η ονομασία της Θεοτόκου ως Πλατυτέρας των Ουρανών οφείλεται σε χριστολογικούς λόγους. Τους χριστολογικούς αυτούς λόγους εκφράζει και η υμνογραφία του Ευαγγελισμού, όταν λέει για την Θεοτόκο, ότι «ον οι ουρανοί ουκ εχώρησαν, η νηδύς σου κεχώρηκεν ευλογημένη». Βλ. Μηναίον Μαρτίου, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1973, σελ. 96.
  • 2.   Η εικόνα της Θεοτόκου έχει κατά πρώτο λόγο δογματική σημασία, γιατί υποδεικνύει και βεβαιώνει την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου. Έτσι, η γνωστοποίηση της θείας οικονομίας γίνεται όχι μόνο με την εικόνα του Χριστού, αλλά και με την εικόνα της Θεοτόκου. Βλ. Mansi 12, 1014. Για περισσότερα βλ. Δ. Τσελεγγίδη, Η θεολογία της εικόνας και η ανθρωπολογική σημασία της, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 111-114.
  • 3.   Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως 3, 12, PG 94, 1029C.
  • 4.   Συγκεκριμένα στην Αναφορά της Θείας Λειτουργίας του ιερού Χρυσοστόμου γίνεται μνεία του γεγονότος ότι η λογική αυτή λατρεία προσφέρεται πρωτίστως για όλους τους «κεκοιμημένους» αγίους και «εξαιρέτως» για τη μητέρα του Θεού. Στην Αναφορά μάλιστα της Θείας Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου η Θεοτόκος μνημονεύεται σε σχέση με το όλο έργο της θείας οικονομίας και πιο συγκεκριμένα με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, την οποία πιστοποιεί ως αληθινή μητέρα του. Αλλά και στην Αναφορά της Θείας Λειτουργίας του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου η μνεία της Θεοτόκου γίνεται μέσα σε δογματικά πλαίσια, και ειδικότερα σε πλαίσια Χριστολογίας και Σωτηριολογίας. Άλλωστε, πολύ εμφανής είναι και ο χριστο­λογικός χαρακτήρας του ύμνου: «Άξιόν εστιν ως αληθώς...», που ψάλλει ο χορός αμέσως μετά προς την Θεοτόκο κατά την Θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου. Ανάλογο χριστολογικό περιεχόμενο έχουν και οι αντίστοιχοι ύμνοι προς την Θεοτόκο, που ψάλλονται στις Λειτουργίες τόσο του Μ. Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου όσο και στην Λειτουργία του αποστόλου και ευαγγελιστού Μάρκου.
  • 5.     Βλ. Απολυτίκιον του Γενεθλίου της Θεοτόκου, στο Μηναίον Σεπτεμβρίου, Έκδοσις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1972, σελ. 57.
  • 6.     Βλ. Απολυτίκιον των Εισοδίων της Θεοτόκου, στο Μηναίον Νοεμβρίου, ό.π., σελ. 146.
  • 7.     Βλ. Απολυτίκιον του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στο Μηναίον Μαρτίου, ό.π., σελ. 97.
  • 8.     Βλ. Μηναίον Δεκεμβρίου, ό.π., σελ. 95-97 και Μηναίον Δεκεμβρίου, ό.π., σελ. 210.
  • 9.     Βλ. Μηναίον Δεκεμβρίου, ό.π., σελ. 214.
  • 10.  Βλ. Μηναίον Σεπτεμβρίου, ό.π., σελ. 54-55.
  • 11.  Βλ. Μηναίον Νοεμβρίου, ό.π., σελ. 143.
  • 12.  Βλ. Μηναίον Σεπτεμβρίου, ό.π., σελ. 57.
  • 13.  Βλ. Μηναίον Αυγούστου, ό.π., σελ. 89.
  • 14.  Βλ. Μηναίον Νοεμβρίου, ό.π., σελ. 143.
  • 15.  Βλ. Μηναίον Μαρτίου, ό.π., σελ. 97. Τόσο ο χαρακτηρισμός της Θεοτόκου ως «αφλέκτου βάτου» όσο και ο χαρακτηρισμός της ως «αλατομήτου όρους» υπαινίσσεται την αειπαρθενία της.
  • 16.  Βλ. Μηναίον Σεπτεμβρίου, ό.π., σελ. 56.
  • 17.  Βλ. Μηναίον Σεπτεμβρίου, ό.π., σελ. 57.
  • 18.  Βλ. Μηναίον Μαρτίου, ό.π., σελ. 97. Πρβλ. και Μηναίον Δεκεμ­βρίου, ό.π., σελ. 214, Μηναίον Σεπτεμβρίου, ό.π., σελ. 61 και Μηναίον Μαρτίου ό.π., σελ. 96.
  • 19.  Βλ. Μηναίον Μαρτίου, ό.π., σελ. 95.
  • 20.  Βλ. Μηναίον Νοεμβρίου, ό.π., σελ. 143.
  • 21.  Βλ. Μηναίον Αυγούστου, ό.π., σελ. 83: «Η των ουρανών υψηλοτέρα υπάρχουσα, και των Χερουβίμ ενδοξοτέρα και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα· η δι' υπερβάλλουσαν καθαρότητα της αϊδίου ουσίας δοχείον γεγενημένη».
  • 22.  Βλ. Μηναίον Μαρτίου, ό.π., σελ. 95.
  • 23.  Βλ. Μηναίον Μαρτίου, ό.π., σελ. 97. Πρβλ. Μηναίον Σεπτεμ­βρίου, ό.π., σελ. 55.
  • 24.  Βλ. Μηναίον Σεπτεμβρίου, ό.π., σελ. 55.
  • 25.  Βλ. Μηναίον Μαρτίου, ό.π., σελ. 96-97 και Μηναίον Σεπτεμ­βρίου, ό.π., σελ. 55.
  • 26.  Βλ. Μηναίον Μαρτίου, ό.π., σελ. 96 και Μηναίον Σεπτεμβρίου, ό.π. σελ. 57.
  • 27.  Βλ. Μηναίον Νοεμβρίου, ό.π., 143. Οι λόγοι, που επικαλείται η Ορθόδοξη Εκκλησία για την παρθενία της Θεοτόκου, είναι καθαρά χριστολογικοί και συνδέονται με τον υπερφυσικό τρόπο συλλήψεως και γεννήσεως του Χριστού. «εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθέ­νου». Την αειπαρθενία της Θεοτόκου απορρίπτουν οι Λουθηρανοί. Την απόρριψη αυτή την θεμελιώνουν σε παρερμηνεία χωρίων της Αγίας Γραφής, όπως είναι τα: Μθ. 1,25· 12,46· 13,55· Λκ. 2,7· Ιω. 2,12 κ.ά. Αλλά και οι λόγοι της φυσιολογίας, που επικαλούνται οι Λουθηρανοί για άρνηση της παρθενίας της Θεοτόκου κατά τη γέννηση του Χριστού, έχουν καθαρά ορθολογιστικά και όχι θεολογικά κριτήρια.
  • 28.  Βλ. Μηναίον Νοεμβρίου, ό.π., σελ. 144. Οι λέξεις: «άσπιλη και αμόλυντη», που λέγονται για την Θεοτόκο στην υμνολογία, αναφέρονται στην ηθική καθαρότητά της και δεν έχουν καμιά σχέση με το νεοφανές δόγμα του Ρωμαιοκαθολικισμού για την άσπιλη σύλληψη της Θεοτόκου. Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία μόνη αγνή και άσπιλη είναι η υπερφυσική σύλληψη του Θεού Λόγου «εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου». Βλ. «Απάντησις της εν Κων/πόλει συνόδου του 1895 προς πάπαν Λέοντα ΙΓ'», στο Ιω. Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1953, τόμ. 2, σελ. 938. Σχετικώς βλ. Ιω. Καλογήρου, Μαρία η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν, Θεσ/νίκη 1957, σελ. 78-84. Και Πρεσβ. Μ. Ναζμ (Michel Najm), Η Θεοτόκος κατά τον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, Θεσ/νίκη 1984, σελ. 57-68.
  • 29.  Βλ. Μηναίον Αυγούστου, ό.π., σελ. 82. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός δεν δέχεται ότι η Θεοτόκος πέθανε, αλλά ότι μεταστάθηκε ενσώματη, επειδή ήταν εντελώς απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Βλ. Μ. Jugie, La mort et Γ assomption de la Sainte Vierge, Vaticano 1944, σελ. 250.
  • 30.  Βλ. σχετικώς Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β', Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 298.
  • 31.  Βλ. Μηναίον Νοεμβρίου, ό.π., σ. 143. Πρβλ. Απολυτίκιον της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Μηναίον Αυγούστου, ό.π., σελ. 84. Μέσα σ' αυτήν την προοπτική πρέπει να κατανοηθεί και η ομολογία των πιστών, ότι αυτή είναι η «σωτηρία των πιστών και η ελπίς των ψυχών ημών», Μηναίον Αυγούστου, ό.π., σελ. 82-83.
  • 32.  Βλ. Μηναίον Δεκεμβρίου, ό.π., σελ. 210-214. Πρβλ. και Μηναίον Μαρτίου, ό.π., σελ. 97.
  • 33.  Βλ. Μηναίον Σεπτεμβρίου, ό.π., σελ. 63.
  • 34.  Βλ. Μηναίον Νοεμβρίου, ό.π., σελ. 143.
  • 35.  Βλ. Μηναίον Αυγούστου, ό.π., σελ. 84. Πρβλ. και Μηναίον Νο­εμβρίου, ό.π., σελ. 150. Πρβλ. και Ακολουθία του μικρού και μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα εις την υπεραγίαν Θεοτόκον, στο Ωρολόγιον το Μέγα, Έκδοσις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1977, σελ. 543-571.

 

«ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ»
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ι. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ ΘΕΣ/ΝΙΚΗ




Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.4 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης