ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
Κεφάλαιο Ε' - Επίλογος

Η ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΜΑΓΓΑΝΩΝ

           Διαφωνία υπάρχει, επίσης, με την εικασία που θέλει τους πολέμαρχους αυτοκράτορες της Μακεδονικής δυναστείας να αμελούν την λειτουργία του πανεπιστημίου, ελλείψει οικονομικών μέσων ή άλλων δικαιολογιών. Στην Νεαρά του Κωνσταντίνου Θ' του Μονομάχου (1042-1055), έργο που συντάχθηκε από τον Ιωάννη Μαυρόποδα και περιλαμβάνεται στην συλλογή των έργων του, την οποία εξέδωσε ο Paulus de Lagarde από τον ελληνικό κωδικα του Βατικανού Νο 676, διαβάζουμε: «δεινόν γαρ και τω όντι και σχέτλιον ταις μεν άλλαις επιστήμαις και τέχναις, όσαι τε λογικαί, και των βαναύσων ενίαις, και χώρας ιδίας και καθηγεμόνας αποτέταχθαι, προεδρίας τε κεκληρώσθαι και σιτήσεις προσαφωρίσθαι και τι γαρ ου προσείναι καλόν εις παραμυθίαν των μετιόντων, το δε πάντων μεν μαθημάτων αναγκαιότατων, πάντων δε σπουδασμάτων βιωφιλέστατον, ου χωρίς τάλλα πάντα περιττά και ανόητα (τι γαρ όφελος τούτων, ευνομίας αποιχομένης;), τούτο δη καθ' άπερ αλλόφυλον της πολιτείας απελήλασθαι και μήτε τόπον έχειν οικείον εν αυτή γινωσκόμενον μήτε τάξιν τινα, μη βαθμόν, μη προνόμιον, αλλ' όλως ημέλησθαι και απερρίφθαι και οιωνεί τι φαύλον τεχνύδριον ασυντελές παντελώς προς την ανθρωπίνην ζωήν αδιατύπωτον ούτω και αδιάρθρωτον μένειν, ελεούμενον μάλλον ή θαυμαζόμενον, και θρήνου μάλλον ή ζήλου νομιζόμενον άξιον47;». Με την νεαρά αυτή ιδρύθηκε νομική σχολή το 1045 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Στο παραπάνω εδάφιο ο συντάκτης θεωρεί αδικαιολόγητη την ανυπαρξία νομικής σχολής, ενώ υπήρχε σχολή για τις άλλες επιστήμες και τέχνες.Η έμμεση αυτή μαρτυρία μας πληροφορεί, ότι η σχολή διέθετε και δική της περιουσία (χώρας), προφανώς από δωρεές, για να μπορεί να συντηρείται, οπότε η διάθεση πόρων για τις εκστρατείες των προηγούμενων αυτοκρατόρων δεν επηρέαζε αναγκαστικά την λειτουργία της. Επίσης υπήρχαν σχολάρχες (καθηγεμόνας), οι οποίοι κατείχαν τιμητικά αξιώματα (προεδρίας). Υπήρχε κρατική μέριμνα (σιτήσεις, τι γαρ ου προσείναι καλόν) για καθηγητές και σπουδαστές (μετιόντων). Έχουμε, λοιπόν, κανονική λειτουργία πανεπιστημίου, με όλα τα προβλεπόμενα. Εξάλλου, όσο και αν θέλει να πιστέψει κανείς την προσωπική εξομολόγηση του Μιχαήλ Ψελλού, ότι ήταν αυτοδίδακτος, ότι η φιλοσοφία εξέλιπε στα χρόνια που προηγήθηκαν και αυτός την αναγέννησε48, κάτι τέτοιο είναι απίθανο. Είναι γνωστή επιδεκτικότητα του.
       Παράλληλα με την ήδη υπάρχουσα σχολή, δημιουργήθηκε από τον Κωνσταντίνο Θ', και νομική σχολή, το «Διδασκαλείο των Νόμων» ή «Μουσείο Νομοθετικής». Δεν μπορεί να εννοηθεί ως τμήμα της ήδη υπάρχουσας σχολής, αλλά ως ξεχωριστό τμήμα εφόσον προβλεπόταν ξεχωριστός σχολάρχης. Έτσι, ως σχολάρχης της φιλοσοφικής, ορίσθηκε από τον Κωνσταντίνο Θ' ο Μιχαήλ Ψελλός (1018-1081 ή 1096), με τον τίτλο «Ύπατος των φιλοσόφων», ενώ κατά την ιδρυτική νεαρά, σχολάρχης της νομικής ορίζεται ο Ιωάννης Ξιφιλίνος (1005 ή 1008-1075), με τον τίτλο «Νομοφύλαξ» ή «Εξηγητής των Νόμων». «εξηγητήν και διδάσκαλον τοις νόμοις παρασχομένη Ιωάννην τον λογιώτατον ιλλούστριον, κριτήν επί του ιπποδρόμου και εξάκτωρα, τον Ξιφιλίνον επικλήν, ος ουκ αφανώς ουδ' ασήμως ουδ' αμυδρώς επεδείξατο την εαυτού πολυμάθειαν, αλλά δημοσία και φανερώς εν αυταίς ταις των πραγμάτων πείραις εξέλαμψεν, ομοίως μεν ταις της λογιότητος, ομοίως δε και ταις της των νόμων ειδήσεως τέχναις κεκοσμημένος, και μηδέν προτιμότερον μηδέποτε θέμενος των ημετέρων κκελέυσεων49». Μετά την τελευτή του προστάτης τους αυτοκράτορα, Ξιφιλίνος και Ψελλός, κατηγορήθηκαν ως αιρετικοί και έλαβαν την άγουσαν προς κάποιο μοναστήρι του Ολύμπου της Βιθυνίας. Τον Μιχαήλ Ψελλό διαδέχθηκε στην θέση του «Ύπατου των φιλοσόφων» ο Ιωάννης Ιταλός. Ανακλήθηκαν αμφότεροι με την άνοδο στον θρόνο του Κωνσταντίνου Ι' Δούκα (1059-1067), μαθητή του Ψελλού. Ο Ξιφιλίνος τότε ανέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο ως Ιωάννης Η'.
       Η νομική σχολή στεγάστηκε στον χώρο της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Μαγγάνων. «έσται γαρ από της παρούσης μετά της εξ ουρανού βοηθείας και συνεργείας ανειμένον μεν τοις νόμοις εις παιδευτήριον το κάλλιστον σχεδόν και τερπνότατον οίκημα του ευαγούς ημών οίκου, ον επί κρείττοσιν ελπίσι κατασκευάσαντες, θεώ των πάντων ημίν των αγαθών δοτήρι καθιερώσαμεν, και των εν μάρτυσιν περιώνυμον, τον και κλήσει και πράγματι τροπαιοφόρον Γεώργιον οιωνεί τινα μέγαν οικοδεσπότην αυτή και οικιστήν τε και φύλακα λαμπρώς επεστήσαμεν, ω και τον εκείσε θείον ναόν ου της μαρτυρικής χωρίς (οίμαι) συνευδοκίας άμα και αντιλήψεως εκ καινής ανηγείραμεν και εις ιερόν φροντιστήριον τον οίκον κατασκευάσαμεν». Φαίνεται δηλ. ότι ο χώρος ανακαινίσθηκε, για να στεγάσει την σχολή. Παράλληλα η νεαρά επαγγέλεται και την ίδρυση νομικής βιβλιοθήκης: «τούτο δ', ότι φυλάξει και τας βίβλους των νόμων, ας εκ της εκείσε βιβλιοθήκης παρά του ευλαβεστάτου βιβλιοφύλακος εις ελευθέραν λήψεται χρήσιν και προς το δοκούν αυτώ μεταχειριείται, δηλ. τας χρειωδεστέρας και προς την διδασκαλίαν των νόμων χρησιμοτέρας˙». Από το απόσπασμα αυτό δεν συνάγεται, ότι ο «νομοφύλαξ» ήταν και ο «βιβλιοφύλαξ».
       Ειδικά προνόμια καθιερώθηκαν για τον «νομοφύλακα»: «τοιούτοις δε χρήσεται δικαίοις και προνομίοις˙ εναριθμήσεται μεν τοις μεγαλοδόξοις συγκλητικοίς, έξει δε και καθέδραν ευθύς μετά τον επί των κρίσεων, ω και προς το ημέτερον κράτος συνεισελεύσεται, καθ' ας κακείνος ημέρας, και της ημετέρας ομιλίας και όψεως ωσαύτως αξιωθήσεται, ως καντεύθεν η προθυμότερος, τω της τιμής υπερέχοντι διαφερόντως εναβρυνόμενος. Και ρόγαν ανά παν έτος λήψεται εξ ημετέρων χειρών λίτρας τέσσαρας και βλαττίον και βαΐον, σιτηρέσιον δε χάριν έξει τάδε και τάδε». Οι διαλέξεις του νομοφύλακος δίδονταν δωρεάν προς πάντα μαθητή, «αναργύρως δε πάσι και αμισθί διαλέξη». Επιτρεπόταν, όμως να δέχεται δώρα, από γόνους πλούσιων οικογενειών, «πλην ει μήπου τις τούτων εξ ευδαίμονος ορμώμενος οίκου, ευγενώς τον διδάσκαλον φιλοφρονήσασθαι βούλοιτο˙ τότε γαρ ουχ όπως απαγορεύομεν την λήψιν του διδομένου, αλλά δη και προσεπαινούμεν,...». Η νομική αυτή σχολή υπήρξε το εκκολαπτήριο των δημόσιων λειτουργών. Η νεαρά, μετά την έκθεση του δύσκολου εγχειρήματος της νομικής μόρφωσης και τον έπαινο των φιλοπονούντων, υποσχόταν: «...ως ουκ εις κενόν ουδ' εις μάτην τα της σπουδής υμίν έσται, αλλ' αυτοί τε τον βίον ευκλεέστερον ζήσεσθε, και πολλών μερών άρξετε της ημετέρας ηγεμονίας˙ δήλον γαρ ως τους όνομα και δόξαν λαμπράν επί νομοθεσία λαβόντας και η βασιλεία ημών και οι μεθ' ημάς αεί βασιλεύσοντες προκρινούμεν των άλλων εν ταις διανομαίς των αρχών, και αντίδοσιν πρέπουσαν υμίν αντιδώσομεν της αγαθής προαιρέσεως».
       Η νομική αυτή σχολή της Κωνσταντινούπολης υπήρξε πρότυπο για την ίδρυση παρόμοιων σχολών στην Ευρώπη, με πρώτη την νομική σχολή της Μπολόνια (έτος ίδρ. 1088 μ.Χ.). Δεν είναι τυχαίο ότι η αναβίωση των νομικών σπουδών ξεκινά για την Ευρώπη την εποχή αυτή, στην πόλη της Μπολόνια. Εν συντομία, οι παράγοντες που είχαν καθοριστική επίδραση προς αυτήν την κατεύθυνση είναι οι εξής: στην Ιταλία η συνέχεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας, επέτρεψε την επιβίωση των αστικών κέντρων, την εποχή που τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά εξαφανίστηκαν υπό την βαρβαρική κυριαρχία. Αυτά μετά την οριστική πτώση και του τελευταίου ρωμαϊκού οχυρού στους Νορμανδούς το 1071 μ.Χ. προεξήρχαν στην αστική ανάπτυξη της δυτικής Ευρώπης και στην αντίστοιχη οικονομική. Οι συντεχνίες των εμπόρων (Universitas Mercatorum Italiae Nundinas Campaniae ac Regni Franciae Frequentantium)50 , μετέφεραν τους κανόνες της επιχειρηματικής δραστηριότητας (τον άγραφο lex mercatorum), της οποίας η ορθή λειτουργία έθετε επιτακτική την ανάγκη της δημιουργίας του κατάλληλου νομικού πλαισίου, που θα καθόριζε συναλλαγές, συμβόλαια, πιστώσεις κ.τ.λ. Ή της αντιγραφής του. Το έτοιμο νομικό πλαίσιο βρήκαν οι Δυτικοί στον Πανδέκτη του Ιουστινιανού. Ο πρώτος καθηγητής στην Δύση που ασχολήθηκε με αυτόν ήταν ο Irnerius (1055-1125)51, διδάσκαλος της ρητορικής της λατινικής γλώσσας. Η γλωσσική μεθοδολογία του, έγινε το πρότυπο της διαδικασίας προσέγγισης των ρωμαϊκών νομικών κειμένων από τους δυτικούς σχολαστικούς του μεσαίωνα (glossators). Επομένως, δύσκολα μπορεί να σταθεί συμπέρασμα για την επιβίωση νομομαθών στην Δύση, απλά και μόνο από την μελέτη του κειμένου του Πανδέκτη, εφόσον αυτό προσεγγίστηκε αρχικά με φιλολογική ερμηνευτική και όχι νομική.  Από διδάσκαλος της ρητορικής ο Irnerius έγινε νομοδιδάσκαλος, και magister. Συν τω χρόνω δημιουργήθηκε και η universitas magistrorum et scolarium και προέκυψε στη Δύση το πανεπιστήμιο. Ύλη, τίτλοι, ακόμη και αυτοκρατορική προστασία αντιγράφηκαν από τα αντίστοιχα βυζαντινά. Η Authentica Habita (αυτοκρατορικό προνόμιο), που δόθηκε από τον Φρειδερίκο Α' Βαρβαρόσσα το 1155 μ.Χ. στους σπουδαστές της Μπολόνια, είναι το πρώτο δυτικό αυτοκρατορικό διάταγμα και αφορούσε την νομική κατοχύρωση και προστασία τους52. Χρειάστηκαν άλλα 58 χρόνια, για να παραχωρηθεί το άσυλο στο πανεπιστήμιο του Παρισιού το 1208 μ.Χ. μετά από εξαετή αντιπαράθεση με την Αγία Έδρα.
       Ακόμη και η επίδοση διπλωμάτων στους σπουδαστές ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη, όπως μας δείχνει η προαναφερθείσα νεαρά: «και μη μόνον αυτούς (συμβολαιογράφους και δικηγόρους) πάντα τρόπον εκπονείν και μανθάνειν επιμελώς τα των νόμων παρά τω λογιοτάτω νομοφύλακι, αλλά μηδ' εντάττεσθαι πρότερον τοις τοιούτοις συστήμασι, πριν αν ούτος αυτός ο διδάσκαλος αυτοίς επιμαρτυρήσοι, και την εκείνων υπόληψιν επί τε τη των νόμων μαθήσει και τη λοιπή δεξιότητι - γλώττης άμα φωνή και χειρός γραφή - βεβαιώσοι».
       Το συγκρότημα των Μαγγάνων περιελάμβανε εκτός της Μονής του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου και της νομικής σχολής, νοσοκομείο και ανάκτορο. Στο νοσοκομείο αυτό γινόταν η πρακτική εξάσκηση των σπουδαστών της ιατρικής. Την πρόνοια των Μαγγάνων είχε αναθέσει ο Κωνσταντίνος Θ' στον Κωνσταντίνο Λειχούδη, μετέπειτα πατριάρχη Κωνσταντίνο Γ' (1059-1063), κατά τον Ζωναρά: «τη δ' εκκλησία τον πρόεδρον και πρωτοβεστιάριον Κωνσταντίνον τον Λειχούδην αντικατέστησεν (ο Ισαάκιος Α' Κομνηνός), άνδρα ταις των κοινών πραγμάτων επί μακρόν εμπρέμψαντα διοικήσεσι και ανέγκλητον διαμείναντα, ώπερ ο Μονομάχος και την των Μαγγάνων ανέθετο πρόνοιαν και τα περί της ελευθερίας αυτών ενεπίστευσεν έγγραφα53». Στο απόσπασμα αυτό μνημονεύεται φοροαπαλλαγή της περιοχής. Η ακριβής έννοια της λέξης πρόνοια δεν έχει διελευκανθεί54. Ίσως εννοείται η ηγουμενία της Μονής. Από τον ίδιο ιστορικό μαθαίνουμε, ότι στην συνέχεια ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Γ' Βοτανειάτης (1078-1081) χορήγησε με χρυσόβουλο την Μονή του Αγίου Γεωργίου με το ανάκτορο και την Μονή του Εβδόμου στην σύζυγό του Μαρία της Αλανίας, χήρα του Μιχαήλ Ζ' Δούκα του Παραπινάκη (1071-1078): «ήδη γαρ ειλήφει (Μαρία η Αλανή) ταύτα ( τα ανάκτορα των Μαγγάνων) και την μονήν, αλλά μέντοι και την του Εβδόμου διά χρυσοσημάντου του Βοτανειάτου γραφής»(XVIII.21).
       Η μέριμνα των επόμενων αυτοκρατόρων για την παιδεία αναφέρεται επίσης στον Ζωναρά. Για τον Ισαάκιο Α' Κομνηνό (1057-1059) αναφέρει: «εβασίλευσε δε δύο ενιαυτούς και μήνας τρεις δραστήριος ων και το ήθος σοβαρόν ενδεικνύμενος, προς πράξεις οξύτατος, στρατηγικότατος τα πολέμια, λόγοις μεν ουχ ωμιληκώς, προσέχων δ' αυτοίς και τους τούτων τροφίμους προσδεχόμενος55». Για τον Κωνσταντίνο Ι' Δούκα (1059-1067) αναφέρει περίπου τα ίδια: «λόγοις δε ουχ ωμιληκώς ηγάπα τούτους και τους λογίους εσέβετο, και έλεγε βούλεσθαι μάλλον εκ λόγων ή της βασιλείας γνωρίζεσθαι56».
       Μέριμνα για την ανώτατη παιδεία της Κωνσταντινούπολης έλαβε και ο Αλέξιος Α' Κομνηνός (1081- 1118), όπως μας εκμυστηρεύεται η κόρη του Άννα Κομνηνή: «επεί δε τα ωδί παιδείας εύρεν απάσης ενδεώς έχοντα και τέχνης λογικής, του λόγου πόρρω που απελαθέντος, αυτός, ει που σπινθήρες τινες ήσαν τούτου υπό σποδιά κρυπτόμενοι, αναχωνύειν ηπείγετο, και τους όσοι περί τα μαθήματα επιρρεπώς είχον, (ήσαν γαρ τινες και ούτοι βραχείς και μέχρι των Αριστοτελικών εστηκότες προθύρων,) τούτους προς μάθησιν οτρύνων ουκ ενεδίδου, προηγείσθαι δε την των θείων μελέτην της Ελληνικής παιδείας επέτρεπε57». Εδώ συναντάται για ακόμη μια φορά το εγκωμιαστικό σχήμα που θέλει τον αυτοκράτορα να ανασταίνει μια νεκρή παιδεία. Ίσως δεν πρέπει να δοθεί προσοχή σε αυτό, αλλά απλώς να υπολογιστεί, ότι ο Αλέξιος Α' ανήκει στην μακρά σειρά των αυτοκρατόρων που μερίμνησαν για την εκπαίδευση των στελεχών της κυβέρνησής του.
       Πέραν, όμως από το εκπαιδευτικό θέμα ο Αλέξιος κλήθηκε ν' αντιμετωπίσει και το πρόβλημα που δημιούργησε η παρουσία του Ιωάννη του Ιταλού (1025-1090) στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός γεννήθηκε στην Καλαβρία και σπούδασε στην Νότια Ιταλία, κυρίως Αριστοτέλη. Στην Κωνσταντινούπολη ήλθε το 1055 μ.Χ. και γνώρισε την πλατωνική φιλοσοφία από τον Μιχαήλ Ψελλό. Στην συνέχεια διαδέχθηκε τον διδάσκαλό του στην θέση του «Ύπατου των φιλοσόφων» στο Πανδιδακτήριον. Η προσπάθειά του να εισαγάγει φιλοσοφικές πλάνες στα δόγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και δυτικίζουσες αιρετικές διδασκαλίες, όπως η προσωρινότητα της κολάσεως και η μη προσκύνηση των εικόνων, αντιμετωπίστηκε από σύνοδο το 1082 μ.Χ. Την Σύνοδο συγκάλεσαν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός και ο πατριάρχης Ευστράτιος Γαρίδας (1081-1084) και προήδρευσε ο μητροπολίτης Ηρακλείας Θεόφιλος. Ενώπιον της Συνόδου ο Ιωάννης Ιταλός δεν αποκήρυξε τις ιδέες του αλλά έκανε μια ασαφή ομολογία πίστεως, με αποτέλεσμα την καθαίρεσή του από την θέση που κατείχε στο Πανδιδακτήριο. Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας αναθεματίζει 11 από τις κακοδοξίες του. Ακολούθησε και δεύτερη δίκη ενώπιον μεικτού δικαστηρίου, με κατήγορο τον ίδιο τον Αλέξιο Κομνηνό. Με όλα τα παραπάνω μπορεί να ξαναδιβασθεί το απόσπασμα της Αλεξιάδας, το οποίο μέσα στο έργο εμπλέκεται με την παραπάνω υπόθεση του Ιωάννη του Ιταλού, και να βγει το συμπέρασμα ότι αυτό που εννοεί η Άννα Κομνηνή, δεν αφορά την ίδια την εκπαίδευση, εφόσον το πανδιδακτήριο λειτουργούσε κανονικά, αλλά ότι δεν υπήρχε κάποιος ικανός να αντιμετωπίσει τον φιλόσοφο, και τον ρόλο αυτό ανέλαβε ο πατέρας της, κι έτσι τον εμφανίζει τελικά υπέρμαχο της Ορθοδοξίας. Γι' αυτό και το απόσπασμα ξεκινά: «αλλά ταύτα μεν ήσαν προ του αναχθήναι τον εμόν πατέρα εις την της βασιλείας περιωπήν˙», ενώ η εξιστόρηση του περιστατικού τελειώνει έτσι: «και μεγάλως η του βασιλέως ψυχή εδάκνετο, εις έντεκα τινα κεφάλαια τα δογματισθέντα κακώς παρά του Ιταλού συνεκεφαλαιώσατο και τω βασιλεί εξαπέστειλαν. Ο δε αυτοκράτωρ αυτά ταύτα τα κεφάλαι τον Ιταλόν αναθεματίσαι επ' άμβωνος εν τη μεγάλη εκκλησία εκέλευσεν ανακεκαλυμένη τη κεφαλή, του πλήθους άπαντος ακροωμένου και επιλέγοντος αυτοίς το ανάθεμα».
       Με πολύ απλό τρόπο εξηγεί την αιτία της καταδίκης ο καθηγητής Ν. Ματσούκας: «Ο σοφός μαθητής του Ψελλού δεν φιλοσόφησε για την παίδευση, αλλά για να εξηγήσει και να υποκαταστήσει τα δόγματα της εκκλησίας, όπως λόγου χάρ είναι το δόγμα της υποστατικής ένωσης των δύο φύσεων του Χριστού. Αν ο φιλοσοφικός του στοχασμός επιχειρούσε να περιγράψει τις προεκτάσεις αυτού του δόγματος στη ζωή των ανθρώπων, να τις αναλύσει και να τις εμηνεύσει δεν θα είχε ν' αντιμετωπίσει καμιά δίωξη˙ αν με άλλα λόγια ακολουθούσε την πρότροπή του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και φιλοσοφούσε περί Χριστού παθημάτων. Όμως επιχείρησε να υποκαταστήσει κατά κάποιο τρόπο μια εμπειρία χαρισματικής ζωής με το φιλοσοφικό στοχασμό, που τον χρησιμοποίησε "μη δια απίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις"58».

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

       Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους της Δ' Σταυροφορίας σήμανε μια προσωρινή διακοπή της παραδοσιακής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Πόλη, αλλά όχι και στη Ρωμηοσύνη. Στα ρωμαίικα κράτη που διαμορφώθηκαν, πρώτο μέλημα των Ρωμηών ήταν να συνεχίσουν την εκπαιδευτική τους παράδοση.
       Έτσι στην αυτοκρατορία της Νίκαιας προστάτες των γραμμάτων αναδείχθηκαν ο Ιωάννης Γ' Δούκας Βατάτζης (1222-1254) και ο Θεόδωρος Β' Λάσκαρης (1254-1258). Δημιουργήθηκε ανώτατη σχολή, στην οποία δίδαξαν ο Θεόδωρος Εξαπτέρυγος (1180-1236) και Νικηφόρος Βλεμμύδης (1197-1269). Ο τελευταίος, αν και δεν πρόλαβε να μορφωθεί στην Κωνσταντινούπολη, ως μεταγενέστερος, σπούδασε σε σχολές της Μικράς Ασίας, γεγονός που δείχνει την υψηλή ποιότητα της γνώσης που παρέχονταν εκεί. Μαθητής του υπήρξε ο Γεώργιος Ακροπολίτης59 και ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Θεόδωρος Β' Λάσκαρης. Για τον τελευταίο ανφέρεται στην Χρονική Συγγραφή του Ανωνύμου, την οποία εξέδωσε ο Κωνσταντίνος Σαθάς: «Τότε και τον του χριστομάρτυρος ήρξατο Τρύφωνος κτίσαι ναόν, και εις ο νυν οράται κάλλος και μέγεθος ήγαγε, και σχολεία γραμματικών και ρητόρων έταξεν εν αυτώ, διδασκάλους επιστήσας, και μαθητάς αποτάξας, εκ βασιλικών θησαυρών τα σιτρέσια τούτους έχειν διορισάμενος φιλοτίμως60».
       Στην αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ο Αλέξιος Α' Μέγας Κομνηνός (1204-1222) αναδείχθηκε προστάτης των γραμμάτων6 . Δεν μπορεί ν' αποδωθεί σ' αυτόν η ίδρυση σχολείων όλων των βαθμίδων, ειδικά στην πόλη αυτή με την εκπαιδευτική παράδοση. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Αρμένιου Ανανία του Σιρακινού62 στην αυτοβιογραφία του. Αυτός έζησε στο πρώτο μισό του Ζ' αι. και θεωρείται ο πατέρας των θετικών επιστημών στην Αρμενία, εισηγητής των μαθηματικών, της κοσμογραφίας και του χρονολογικου συστήματος. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον βιογράφο του, ο Ανανίας σπούδασε θετικές επιστήμες στην Τραπεζούντα, κοντά στον φημισμένο διδάσκαλο Τυχικό63. Ο Τυχικός παρέδιδε τα μαθήματά του στο «μαρτύριο του Αγίου Ευγενίου», προστάτη Αγίου της πόλεως. Πολλοί νέοι ερχόταν και από την Κωνσταντινούπολη, για να παρακολουθήσουν τις διαλέξεις του. Φαίνεται, όμως, ότι η προεξάρχουσα θέση της Τραπεζούντας, στην διδασκαλία των θετικών επιστημών, δεν διατηρήθηκε. Έτσι τον Ι' αι. ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, γενημένος στην πόλη αυτή περίπου το 925 μ.Χ. αφού έλαβε την στοιχειώδη εκπαίδευση, αναγκάστηκε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, για να συνεχίσει τις σπουδές του64. Μπορούμε, λοιπόν, ν' αποδώσουμε την αναδιοργάνωση της ανώτατης σχολής των θετικών επιστημών στον Αλέξιο Α'. Η σχολή αυτή λειτούργησε από το 1204 έως το 1261 μ.Χ. Οπότε και η πόλη κατελήφθη από τους Οθωμανούς.

       Από τους σημαντικούς λόγιους που σπούδασαν ή δίδαξαν στην Τραπεζούντα σημειώνουμε τους εξής:

- ο αστρονόμος Γρηγόριος Χιονιάδης (13ος-14ος αι.)

- ο ιατρός Γεώργιος Χρυσοκόκκης, με γνώσεις μαθηματικών, αστρονομίας, γεωγραφίας

- ο λόγιος Μητροπολίτης Ιωσήφ Λαζαρόπουλος

- ο λόγιος κληρικός και αξιωματούχος Κωνστανίνος Λυκίτης (13ος-14ος αι.), με πεδίο έρευνας την οπτική

- ο Μανουήλ Τραπεζούντιος, μαθηματικός του 14ου , ο οποίος κατά πολλούς ίδρυσε αστεροσκοπείο στην Τραπεζούντα. Πεδίο έρευνας η τριγωνομετρία.

- ο χρονογράφος του κράτους της Τραπεζούντας Μιχαήλ Πανάρετος, συγγραφέας του Χρονικού περί των Μεγάλων Κομνηνών για την περίοδο 1204-1390, και με τον συνεχιστή μέχρι το 1426

- ο μητροπολίτης Νίκαιας και στη συνέχεια καρδινάλιος της δυτικής εκκλησίας Βησσαρίων (1389-)65.

       Φανταστικό απέδειξε η σύγχρονη έρευνα το πρόσωπο του Θεωνά, το έργο του χαλκευμένο, αποκύημα του περιβόητου πλαστογράφου του 19ου αι. Κωνσταντίνου Σιμωνίδη66.
      Στο δεσποτάτο της Ηπείρου την καλλιέργεια των γραμμάτων σηματοδοτεί η παρουσία του λόγιου Κωνστατίνου Ερμονιακού. Αυτός δίδαξε στην Άρτα στις αρχές του 14ου αι.
       Αν λάβουμε υπόψη μας, ότι στις δύσκολες ώρες της Ρωμανίας, που ακολούθησαν την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, το 1204 μ.Χ. οι τοπικοί Ρωμηοί βασιλείς που αναδείχθηκαν, έδειξαν ιδιαίτερη φροντίδα για την παιδεία, καταλήγουμε σε χρήσιμα συμπεράσματα.
       Η μέριμνα για την παιδεία κάθε βαθμίδας, αποτελούσε τομέα της πολιτικής των αυτοκρατόρων της Ρωμανίας, μέχρι την οριστική κατάλυση της αυτοκρατορίας από τους Οθωμανούς. Και η παιδεία αυτή ήταν πολύ συγκεκριμένη. Ήταν η συνέχεια εκπαιδευτικής παράδοσης των αρχαίων Ελλήνων, μια κληρονομιά, της οποίας η διαφύλαξη ήταν ευθύνη τους. Βέβαια, δεν την διαφύλαξαν, ως αρχειακό τμήμα κάποιας βιβλιοθήκης, αλλά ως ζωντανή μαθησιακή διαδικασία. Την ενστερνίστηκαν, την προσάρμοσαν, την ανέπτυξαν και την μετέδωσαν. Μέσα από αυτή την διαδικασία αναδείχθηκαν μεγάλοι λόγιοι και επιστήμονες των Μέσων Χρόνων, με εμβέλεια μεγαλύτερη των ορίων της αυτοκρατορίας και διαχρονική αξία. Η φροντίδα που επέδειξαν προσωπικά οι αυτοκράτορες, σε ελάχιστες περιπτώσεις έγινε επέμβαση, αλλά ήταν το ζητούμενο της αναζήτησης της αλήθειας, που ακύρωνε τέτοιου είδους ενέργειες και επανέφερε την ορθή γραμμή, στιγματίζοντας οποιαδήποτε παρεμβατική συμπεριφορά ως τυραννία. Αυτό εφαρμόστηκε σε όλους τομείς της επιστήμης, κυρίως στην ιστοριογραφία, την οποία ως επιστήμη παρέλαβαν από την Αρχαία Ελλάδα και ως τέτοια την διατήρησαν. Συνεπώς, δεν έχουν καμιά δόση αντικειμενικότητας οι απόψεις, που θέλουν την ιστοριογραφία της μακράς αυτής περιόδου, να είναι κατευθυνόμενη και αποκλειστικά αυτοκρατορική και πρωτευουσιάνικη. Είναι πάμπολα τα παραδείγματα, που η ιστορία, είτε γράφτηκε με θουκιδίδεια πρότυπα, είτε πιο εκλαϊκευτικά, στράφηκε, δίκαια ή άδικα, ενάντια της επίσημης πολιτικής, ακόμη και προσωπικά. Δεν είναι λάθος, λοιπόν, αν ειπωθεί με σιγουριά, ότι η φροντίδα για τις σχολές ανώτατης παιδείας, ήταν κομμάτι της πολιτικής ιδεολογίας της Ρωμανίας. Η ύπαρξη τέτοιου είδους σχολών στην πρωτεύουσα του κράτους συνέβαλε στην αίγλη της Κωνσταντινουπόλεως. Η φήμη των σχολών αυτών καθιστούσε την Πόλη πνευματική πρωτεύουσα. Η προσέλευση σπουδαστών από την Δύση, η ζήτηση που είχαν οι Ρωμηοί καθηγητές στην Ανατολή, προσέδιδαν ουσία στον όρο «οικουμενικός». Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε οικουμενική πνευματική πρωτεύουσα, γι' αυτό και δεν μπορούμε να μιλάμε για Σκοτεινούς Αιώνες στην Ρωμανία. Από την άλλη, ο τρόπος με τον οποίο εκδήλωσαν την φροντίδα τους για την εκπαίδευση οι Ρωμηοί αυτοκράτορες, υπήρξε υπόδειγμα για την ανάπτυξη ανάλογων πολιτικών στάσεων έναντι της παιδείας σε όλη την Ευρώπη. Κατά συνέπεια, το Πανεπιστήμιο ως θεσμός, όπως το γνωρίζουμε να λειτουργεί σήμερα, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

 Προηγούμενο // Περιεχόμενα

 

  • 47) Iohannis Euchaitorum Metropolitae quae in codice vaticano graeco 676 supersunt, Νεαρά εκφωνηθείσα παρά του φιλοχρίστου δεσπότου, κυρού Κωνσταντίνου του Μονομάχου, επί τη αναδείξει και προβολή του διδασκάλου των νόμων εν, εκδ. P. de Lagarde, Goettingen 1882.
  • 48) Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, VI.42: «αλλ’ ότι μη εκ ρεούσης πηγής ει τι μοι σοφίας μέρος συνείλεκται ηρανισάμην, αλλ’ εμπεφραγμένας ευρηκώς ανεστόμωσά τε και ανεκάθηρα, και εν βάθει που το νάμα κείμενον συν πολλώ ανείλκυσα πνεύματι».
  • 49) Iohannis Euchaitorum Metropolitae…, σελ. 198.
  • 50) Olaf Pedersen, The first universities, studium generale and the origins of university, Cambridge University Press 1997, p. 101.
  • 51) βλ σχετικά James A. Brundage, The medieval origins of the legal profession, canonists, civilians and courts, The University of Chicago Press 2008, p.81.
  • 52) Peter Landau, The development of law, The new Cambridge Medieval History, Cambridge University Press 2004, vol.4 p.126.
  • 53) Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, XVII.5
  • 54) A. Howlweg, Byzantinische Zeitschrieft, 60 (1967), 291-294.
  • 55) XVIII.7 «Βασίλευσε δύο χρόνια και τρεις μήνες και αποδείχθηκε δραστήριος, αγέρωχος χαρακτήρας, ταχύτατος στις ενέργειές του, άριστος στρατηγός˙ και μολονότι δεν έιχε ο ίδιος αποκτήσει μόρφωση, φρόντιζε τα γράμματα και συναναστρεφόταν τους λογίους» μετ. Ιορδάνης Γρηγοριάδης.56) XVIII.9 «Παρόλο που δεν είχε λάβει μόρφωση, αγαπούσε τα γράμματα και σεβόταν τους λογίους, λέγοντας πως προτιμούσε να ξεχωρίζει για την παιδεία του παρά για το αξίωμά του» μετ. Ιορδάνης Γρηγοριάδης.
  • 57) Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, Ε’ ΙΧ.4.
  • 58) Ν. Ματσούκα, Ιστορία της βυζαντινής φιλοσοφίας, σελ.32.
  • 59) Γεώργιος Ακροπολίτης, Ανώνυμη συγγραφή, §32
  • 60) Κ. Σαθάς, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τ.Ζ’ σελ.512. Παρατρέχοντας το κείμενο της Χρονικής Συγγραφής συναντήσαμε στην σελίδα 123 την αναφορά του εμπρησμού του «διδασκαλείου» από τον Λέοντα τον Γ’. Το έργο, βέβαια, θεωρείται πόνημα του ΙΓ’ αι. και το πιο πιθανό είναι ότι πηγή του Ανώνυμου χρονογράφου είναι η χρονογραφία του Γεωργίου Μοναχού. Εμείς απλώς καταχωρούμε ακόμη μια μαρτυρία υπέρ της παράδοσης που αποδίδει την πράξη στον εικονομάχο αυτοκράτορα.
  • 61) Α. Σαββίδης, Το κράτος των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας (1204-1461), στο συλλογικό, Ο ύστερος μεσαιωνικός κόσμος (11ος -16ος αιώνες), Βυζάντιο, μεσαιωνική Δύση, Ανατολή και Ισλάμ, Βαλκάνια και Σλάβοι, Αθήνα 2007, σελ.431-444. Για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των επιστημών σελ.435.
  • 62) P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός…, σελ.78.
  • 63) Για τον Τυχικό, P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός…, σελ.79-80. Επίσης Α. Σαββίδης, Τυχικός ο Τραπεζούντιος και Ανανίας ο Σιρακηνός. Παιδεία και επιστήμη στηνΤραπεζούντα του Ζ’ αι. μ.Χ., Πρακτικά β’ πανελλήνιου συνδρίου για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 53-63.
  • 64) Βίος.
  • 65) Για τους πόντιους λογίους, επιστήμονες και ιστοριογράφους της εποχής των Μεγαλοκομνηνών βλ. Α. Σαββίδης, Οι Μεγάλοι Κομνηνοί της Τραπεζούντας και του Πόντου. Ιστορική επισκόπηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας του μικρασιατικού ελληνισμού, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (παρ. αριθ. 25 του Αρχείου Πόντου), Αθήνα 2005, Παράρτημα Β’.
  • 66) Α. Σαββίδης,  Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και η σημασία μελέτης της ιστορίας της. Οι πηγές και η διαχρονική πρόοδος της έρευνας, στο συλλογικό, Ο ύστερος μεσαιωνικός κόσμος (11ος -16ος αιώνες), Βυζάντιο, μεσαιωνική Δύση, Ανατολή και Ισλάμ, Βαλκάνια και Σλάβοι, Αθήνα 2007, σελ.445-478. Για τον Θεωνά, σελ.459 και βιβλιογραφία σημ.18.

© 2009 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μή εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:  www.impantokratoros.gr 



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης