Μασονικαί επιδράσεις εις τα έργα του Ν. Καζαντζάκη

Του κ. Αχιλλέως Β. Πιτσίλκα, Δρ, Θ.

ΜΕΡΟΣ Γ'

Κεφ. Β’. Η προβολή των μασονικών αρχών του

Ο κύριος σκοπός του Νικολάου Καζαντζάκη, όμως, δεν ήταν το γκρέμισμα του Χριστιανισμού, αλλά η θεμελίωση της δικής του ειδωλολατρικής θρησκείας, που στην πραγματικότητα ταυτιζόταν με τις επιδιώξεις της Μασονίας. Όλες οι αρχές της μασονίας, δηλ. (συγκρητισμός, ορθολογισμός, φυσιολατρεία κ.λπ.), προβάλλονται στα έργα του Ν.Κ. με τόση δύναμη, ώστε να είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν εύστοχα ως «Ευαγγέλιο της Μασονίας», ο δε Ν.Κ. ως ο κατ’ εξοχήν εκφραστής και απόστολος της νέας αυτής «θρησκείας». Για τις κυριότερες από τις αρχές αυτές γίνεται λόγος ειδικότερα πιο κάτω.

α) Ο συγκρητισμός

Το χειρότερο, ίσως, κακό στο Ν.Κ. δεν ήταν οι φρικτές βλαστήμιες, που προκαλούν την αντίδραση στις καρδιές των πιστών, αλλά ο σατανικός συγκρητισμός του, δηλ. το μπέρδεμα που συστηματικά επιχείρησε, ώστε να αποπροσανατολίσει σιγά-σιγά τους αναγνώστες του από την ορθόδοξη αλήθεια.

Το μπέρδεμα αυτό, δηλ. αναφέρεται πρωταρχικά στο Θεό και το σατανά. «Φώναζα πότε το Θεό, λέγει χαρακτηριστικά στο Φτωχούλη του Θεού, πότε το Σατανά, όποιος και νάναι από τους δυο τους να προβάλει» (σελ. 36), γιατί, γι’ αυτόν, «δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το Θεό από το Δαίμονα» (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σελ. 135) ή ακριβέστερα γιατί, γι’ αυτόν, «Θεός και ο διάβολος είναι ένα» (Ζορμπάς, σελ. 279).

Κατά παρόμοιο, θα έλεγε κανένας, τρόπο με τον πιο πάνω ο Κ. μπερδεύει το Χριστό με το Βούδδα, με τον Αντίχριστο και με τους θεούς της Ελλάδας, εφόσον, γι’ αυτόν, ο Χριστός, όπως ακριβώς και για τη Μασονία, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένας μεγάλος μύστης.

«Ο Χριστός, γράφει χαρακτηριστικά στην Αναφορά του στο Γκρέκο, έκρυβε μέσα του, βαθειά χωμένο, το σπόρο του Βούδδα» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 480).

Ο Αντίχριστος για το Ν.Κ. υποφέρει, όπως και ο Χριστός (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 382), γιατί, γι’ αυτό, «έσμιξαν» (όπ.π.).

«Ήρθε ο καιρός, γράφει για τούτο στο τελευταίο έργο της ζωής του, να κάμουμε το Χριστό… ν’ αφομοιώσει τους δυνατούς χαρούμενους θεούς της Ελλάδας. Ήρθε ο καιρός ο Ιουδαίος Χριστός να γίνει Έλληνας» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 250), δηλ. ειδωλολάτρης.

Για να κτυπήσει μάλιστα, πιο καίρια το μυστήριο της θεανθρωπότητας του Χριστού, γράφει με σατανική πονηριά στον «Τελευταίο Πειρασμό» ότι δήθεν «Κάθε άνθρωπος είναι θεάνθρωπος» (σελ. 9).

Από το μπέρδεμα αυτό Θεού και Σατανά ή Χριστού και Βούδδα, ο Ν.Κ.  έρχεται τελικά «φυσιολογικά» και στο μπέρδεμα προσευχής και βλαστήμιας, αρετής και κακίας, αλήθειας και ψευτιάς, Παραδείσου και Κόλασης, κ.ο.κ., για να αποδεικνύεται ότι το σκοτάδι, που υπήρχε στο μυαλό του, το έβλεπε σατανικά σαν φως.

«Πότε βλαστημούσα, γράφει για το λόγο αυτό στο Φτωχούλη του Θεού, πότε τό ‘ριχνα στο Κύριε ελέησον» (Αθήναι 1964, σελ. 14).

«Έξι μέρες του Διαβόλου, γράφει και στον Καπετάν Μιχάλη, μια του Θεού, άναβε λαμπάδα και στους δυο, για να ‘σαι μέσα» (Καπετάν Μιχάλης, σελ. 91).

«Κι η Κόλαση, λέει με το στόμα του “αγίου Φραγκίσκου της Ασσίζης”, τίποτ’ άλλο δεν είναι, παρά ο προθάλαμος της Παράδεισος» (Ο Φτωχούλης του Θεού, 322).

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι, όπως στη Μασονία, που, κατά τον Π. Τρεμπέλα, «σύγκειται εξ όλων των θρησκειών του κόσμου» (Ο Μασον., σελ. 118), Θεός ή Σατανάς ή Έρωτας «το ίδιο πράγμα είναι» (P. Naudon, Ο Ελευθεροτεκτονισμός, μετ. Γ. Ζωγραφάκη, Αθήναι 1966, σελ. 94), έτσι ακριβώς και στον Κ. «Έρωτας, Θάνατος, Θεός… είναι ένα» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 171). Όπως στο Μασονισμό, δηλ., μπερδεύονται οι αλήθειες με τους μύθους, έτσι ακριβώς και ο Ν.Κ. μπέρδευε εσκεμμένα «αλήθειες με ψευτιές» (Πρεβελάκη, 400 Γράμματα, σελ. ογ) κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη ξέρει τελικά ούτε ο ίδιος να τα διαχωρίζει. Για τους λόγους αυτούς είχε δίκιο, κατά τη γνώμη μας, ο π. Ιωάννης Βράνος, όταν έγραφε ότι ο Κ. «έφυγε όξω από τα σύνορα της πατρίδος μας, και μάζωξε του κόσμου τις αρρώστιες, γυρίζοντας σ’ Ευρώπη κι Ανατολή» (όπ.π.6).

β) Ο ορθολογισμός

Ένα άλλο  βασικό δόγμα της Μασονίας, που διακρίνεται ολοκάθαρα και στο Ν.Κ., είναι ο ορθολογισμός. Όπως, δηλ. στη Μασονία ο ορθός λόγος, που θεοποιείται, λατρεύεται (Βλ. Χ. Καλύβα, Εβραϊσμός και Τεκτονισμός, Αθήναι 1955, σελ. 143), κατά παρόμοιο τρόπο και από το Ν.Κ. ο νους του ανθρώπου χαρακτηρίζεται ως μεγαλοδύναμος Θεός. Για τούτο βεβαιώνει, ότι «άμα σβύση ο νους, όλα, ουρανός και γη, αφανίζονται» (Ασκ., σελ. 11).

Η ζωή, δηλ., για το Ν.Κ. μοιάζει με ένα καράβι, που πλέει στα βαθυγάλαζα νερά, έχοντας σαν κυβερνήτη και θεό το νου του ανθρώπου. (Βλ. Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 569. Πρβλ. Ασκ., σελ. 25). Διαστρέφοντας μάλιστα, για πολλοστή φορά τα πράγματα κατά τρόπο βλάσφημο, παρουσιάζει το δήθεν Θεό-Νου να γεννά, «σαν της γης γυναίκα», το γιο Λόγο (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 557, 542, κ.ά.). «Αχ, να μπορούσα, συλλογιζόμουν, λέγει στη συνέχεια, στο Λόγο αυτό να σαρκώσω όλες τις αγωνίες μου, όλες τις ελπίδες μου, κι όταν θ’ ανοίξω την πόρτα της γης, να φύγω, ν’ αφήσω πίσω μου έναν τέτοιο γιο!» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 557).

Σαν θεός-Λυτρωτής δε παρουσιάζεται ο νους του ανθρώπου σε όλα τα έργα και ιδιαίτερα στην «Οδύσσεια»  του Ν.Κ. «Ο νους μου ανέβηκε, γράφει, στην πιο αψηλή κορφή της γης και ξέρει -εγώ ‘μαι ο λυτρωτής και λύτρωση του κόσμου δεν υπάρχει» (Οδύσσεια, σελ. 650, Ραψωδία Σ, σελ. 504-505).

Σαν θεός παρουσιάζεται ο νους του ανθρώπου και στο Φτωχούλη του Θεού με το στόμα μάλιστα του «αγίου» Φραγκίσκου της Ασσίζης: «Φράτε Λεόνε, λέγει σε κάποια στιγμή ο “άγιος” Φραγκίσκος, το  κορμί του ανθρώπου είναι η Κιβωτός της Διαθήκης, και μέσα του ταξιδεύει ο Θεός» (Ο Φτωχούλης του Θεού, σελ. 250), δηλ., ο νους του ανθρώπου.

Η θεοποίηση, όμως, αυτή του νου του ανθρώπου και ιδιαίτερα του νου του ίδιου του Ν.Κ., που τοποθετούσε τον εαυτό του στη θέση του Θεού, έκανε χείριστη εντύπωση στην πρώτη σύζυγό του Γαλάτεια, που έγραψε αργότερα χαρακτηριστικά ότι «οι αγαθοί… άνθρωποι μεταβάλλουν αδιάκοπα τη ζωή και την χτίζουν, λιθάρι το λιθάρι, την ώρα που οι υπεράνθρωποι (εδώ εννοεί προφανώς και τον Ν.Κ.), μακρυά από τις κοινές έννοιες, συνεχίζουν το μάταιο και αδειανό διάλογό τους με τους θεούς, που οι ίδιοι φτιάνουν, και οι ίδιοι καταλιούνε, σαν τα παιδιά τους πύργους τους με χαρτάκια» (Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι, Θεσσαλονίκη, 267).

γ) Η φυσιολατρεία

Βασικό γνώρισμα της Μασονίας και του Ν.Κ. είναι και η μελέτη και έρευνα των καλλονών της φύσης, που παίρνει και αυτή τη μορφή της λατρείας, εφόσον και αυτή η φύση θεοποιείται και λατρεύεται ως θεότητα. Στον Τεκτονισμό, δηλ. η Φύση λατρεύεται κάτω από το όνομα του Αιγυπτιακού θεού Όσιρι, που συμβολίζει «την τάξη και την αρμονία στο Σύμπαν» (P. Naudon, όπ.π. 77-78), ενώ στο Ν.Κ. η Φύση παρουσιάζεται ως ανώτερη από τον Παράδεισο των χριστιανών και ταυτόσημη με τη θεότητα. «Τι ‘ναι ο κόρφος του Αβραάμ, γράφει χαρακτηριστικά, και τ’ άυλα εκτοπλάσματα του χριστιανικού Παραδείσου, μπροστά στην ελληνική τούτη, καμωμένη από νερό, πέτρα και δροσερό μελτέμι, αιωνιότητα;» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 561-562). Η Φύση, με άλλα λόγια, είναι για το Ν.Κ. το «παραπέτασμα» εκείνο, που είχε ζωγραφίσει κάποιος ζωγράφος, και που στην πραγματικότητα ταυτίζεται με την εικόνα, δηλ. με το Θεό (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 562). «Αλήθεια, βεβαιώνει για τούτο, αυτός θα ‘ναι ο Θεός, το κεντημένο με ανθούς, πουλιά, ανθρώπους, παραπέτασμα· δεν είναι ο κόσμος ετούτο το φόρεμά του (δηλ. του Θεού), όπως μια φορά θαρρούσα, είναι αυτός ο ίδιος μορφή και ουσία είναι ένα» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 563). «Τόσα χρόνια, γράφει για τον ίδιο λόγο, ζητούσα το Θεό και δεν έβλεπα πως (αυτός ο Θεός που ζητούσα, δηλ. η Φύση) ήταν μπροστά μου» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 563).

Στη θεότητα αυτή ο Ν.Κ. αφιερώνει στην πραγματικότητα τη λατρεία όλων των ηρώων των έργων του, εκφράζοντας, όπως είναι ευνόητο, τις δικές του παγανιστικές αντιλήψεις. Στην καρδιά του αγίου της Δύσης Φραγκίσκου, για παράδειγμα, υπήρχε κατά το Ν.Κ. «ο ύμνος στον αδελφό μας τον Ήλιο (που εδώ θεοποιείται), στις αδερφάδες μας Σελήνη, τη Θάλασσα, τη Φωτιά» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 451, 452).

Αντί για την ίδια τη Φύση όμως, που έβλεπε μπροστά του σαν θεότητα (όπ.π.), σε άλλες στιγμές λάτρευε πανθεϊστικά τους νόμους της Φύσης ή την αρμονία, όπως ακριβώς και οι Μασόνοι όλου του κόσμου, που διακρίνονται πάντοτε για τη Φυσιολατρεία τους. «Ζεύτηκα στην αιώνια ρόδα κι εγώ, λέγει για τούτο, σαν πιστός Ινδουιστής μάλλον ή πανθεϊστής, μαζί με τα πουλιά και με τ’ άστρα, κι ένοιωθα θαρρώ, για πρώτη φορά ποια η αληθινή λευτεριά: να μπεις στο ζυγό του Θεού, θέλω να πω της αρμονίας» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 563). Για τούτο αμαρτία γι’ αυτόν είναι το να «χαλνάει (κανένας) την αρμονία» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 561), που «υψώνεται ανάμεσα στους αντιμαχόμενους κομματιασμένους ήρωες της σημερινής τραγωδίας» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 542).

Από τη λατρεία της Φύσης, όμως δεν έμεινε ικανοποιημένη ουσιαστικά η ψυχή του Κ. Για τούτο ο ίδιος ο Κ. παρομοίαζε, όπως είπαμε, την ψυχή του ανθρώπου, παίρνοντας παράδειγμα από τον εαυτό του, με μία στάμνα τρυπημένη, που μένει πάντα αδειανή, έστω και αν χυθούν μέσα της όλοι οι ποταμοί της γης (Έλλη Αλεξίου, όπ.π., σελ. 206). Εξαιτίας των πιο πάνω και γενικότερα όλων των αιρετικών απόψεων του Κ. έλεγε χαρακτηριστικά ο εμβριθέστατος ερευνητής των έργων του Ι. Κασσομενάκης, ότι «αλλοίμονο στα παιδιά του ελληνικού λαού, που θα πέσουν στα χέρια διδασκάλων, εμπνεόμενων από τα αντιχριστιανικά έργα του Κρητικού αυτού συγγραφέα» (Ο Καζαντζάκης και η κοσμοθεωρία του, Ν. Υόρκη 1988, σελ. 226).

δ) Το «κατά φύσιν» ζην ή ο αμοραλισμός

Αποτέλεσμα της άκρατης φυσιολατρείας των Μασόνων είναι και η «φυσική» ηθική ζωή τους. Σαν γνήσια παιδιά της Φύσης, δηλ., οι Μασόνοι ζουν πάντοτε «κατά φύσιν», εφαρμόζοντας την ηθική ζωή των ενστίκτων τους ή ακριβέστερα των ζώων, μη θέτοντας «ουδένα περιορισμό» και στο σημείο αυτό στη ζωή τους, γιατί η φυσική ζωή, κατ’ αυτούς, «εξευγενίζει τον άνθρωπον, εξευγενίζει το ήθος τους και ευρύνει την νοητικήν του ικανότητα, ωθούσα αυτόν διαρκώς εις την μεγάλην λεωφόρον του ανθρωπισμού» (Π. Τρεμπέλα, Μασονία, σελ. 129).

Τη «φυσική» αυτή ηθική, που, κατά το Ν. Ψαρουδάκη, «εφαρμόζουν τα ζώα» (Σκοτειναί δυνάμεις και Χριστιανισμός, Αθήναι 1966, σελ. 47), ζούσε και συνιστούσε πάντοτε και ο Νίκος Καζαντζάκης, που άλλοτε παρουσιάζει τον εαυτό του ως συνουσιαζόμενο με μία Ιρλανδέζα μέσα σ’ ένα ταπεινό εκκλησάκι, ενώ «από το ταπεινό τέμπλο τους κοίταζαν ο Χριστός και η Παρθένα» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 156-157), άλλοτε διαζωγραφίζει το φανταστικό ταβερνάκι του Κυρηναίου Σίμωνα, «όπου οι Άγιοι Απόστολοι, κατά την αρρωστημένη φαντασία του, γλεντοκοπούσαν με σαχλά ευφυολογήματα» (Τελευταίος Πειρασμός, σελ. 297-300), άλλοτε βεβαιώνει ότι η ελπίδα του ανθρώπου δε βρίσκεται στο κεφάλι, ούτε στην καρδιά, αλλά «παρακάτω» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 518) κ.ο.κ.

«Αν με ρωτήσεις, γράφει στο Ζορμπά, ποιος είναι ο δρόμος του Θεού, θα σου έλεγα ο δρόμος που πάει στη Μαρία. Μαρία είναι η χήρα» (Ζορμπάς, σελ. 145). Ο ιδανικός τύπος, δηλ., του Ν.Κ. ήταν, σύμφωνα με δικές του διαβεβαιώσεις, ο φίλος του ο Ζορμπάς, που χαρακτηρίζεται ως «εξαίσιος φαγάς, πιοτής, δουλευταράς, γυναικάς κι αλήτης» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 552). Ο Θεός βέβαια, στον οποίο πίστευε ο Ν.Κ., ήταν στην πραγματικότητα η Φύση ή ο ίδιος ο εαυτός του. Για τούτο ήθελε να χτίζει μαζί με το πρότυπό του, το Ζορμπά, ένα μοναστήρι «χωρίς Θεό, χωρίς διάολο, με λεύτερους (από κάθε ηθική) ανθρώπους», στο οποίο τα κλειδιά θα τα κρατούσε ο θαυμαζόμενος από αυτόν Ζορμπάς (Ζορμπάς, σελ. 352).
Όταν όμως ο άνθρωπος δεν πιστεύει στο Θεό, τότε, κατά τη διαβεβαίωση του Ντοστογιέφσκυ, «τα πάντα επιτρέπονται». Αυτό ακριβώς γίνεται για τούτο φανερό σε πολλά σημεία των έργων του Κ. Στο έργο του, δηλ. «Σόδομα και Γόμορα» παρουσιάζει για τούτο έναν Άγγελο διαστρέφοντας τελείως τη διήγηση της Αγίας Γραφής, που φλέγεται δήθεν από επιθυμία για τις κόρες του Λωτ, ενώ στη συνέχεια υποκύπτει στις λάγνες επιθυμίες της διεφθαρμένης βασίλισσας» (Σόδομα και Γόμορα, σελ. 426).

Σε άλλα έργα του πάλι δικαιολογεί την πορνεία, ακόμη και μεταξύ των συγγενών, δηλ. την προσωρινή άρση της κοινωνικής δήθεν συμβατότητας (βλ. Ι. Κορδ., όπ.π., σελ. 59), εφόσον θεός, γι’ αυτόν, ήταν η σαρκολατρεία. «Ανάμεσα στα σπλάχνα μου, έγραφε για το λόγο αυτό, χλιμιντράει ένας θεός όμοιος με μένα, πανάρχαιος, όλος τρίχα, μουκανητό και λάσπη» (Συμπόσιο, Αθήνα 1971, σελ. 45).
Ο αμοραλισμός του Ν.Κ. όμως, πέρα από τα όσα αναφέραμε, σε πολλές περιπτώσεις διδάσκεται και έμμεσα με τη θεωρία της αποκατάστασης των πάντων ή γενικώτερα των αντινομισμό. Για τούτο με πολλή πονηριά διδάσκει με το στόμα του «αγίου» Φραγκίσκου της Ασσίζης, ότι και οι αμαρτωλοί θα φτάσουν μία μέρα κοντά στο Θεό με τον τέλειο αμοραλισμό. «Ακολουθούν κι αυτοί το δρόμο τους, φράτε Λεόνε, λέγει σε κάποια στιγμή ο άγιος Φραγκίσκος στον υποθετικό σύντροφό του Λέοντα, για να φτάσουν στο Θεό· εμείς από τη φτώχεια και τη παρθενιά, αυτοί από το μπόλικο φαΐ και το αγκάλιασμα» (Ο Φτωχούλης του Θεού, σ. 152). Όταν όμως διδάσκει ότι «όλες οι αμαρτίες θα σβηστούν» και ότι «όλοι οι αμαρτωλοί θα σωθούν κι ο Σατανάς το ίδιο» (Ο Φτωχούλης του Θεού, σελ. 322) είναι φανερό ότι οδηγεί στον τέλειο αμοραλισμό, κατά τον οποίο πιστεύουν ότι «και η Κόλαση τίποτ’ άλλο δεν είναι, παρά ο προθάλαμος της Παράδεισος» (όπ.π.).
Για τους πιο πάνω λόγους σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ν. Τυπάλδος, ότι «πλημμυρίζει ο αέρας πτωμαΐνη, όντας υποχρεωμένος να επιχειρήσει… το περιδιάβασμα του κόσμου της αλαζονείας του τραγικού αυτού λογοτέχνη» (Ν. Καζαντζάκης, Αθήναι, 1989, σελ. 94-95)

ε) Η μυθολογία

Σε κάθε προσεκτικό μελετητή των έργων του Ν.Κ. γίνεται φανερή η έξαρση της Μυθολογίας έναντι της Ιστορίας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον Τεκτονισμό. Όπως, δηλ., εξαίρεται στη Μασονία ο μύθος του Χιράμ, κατά παραποίηση των διηγήσεων της Π. Διαθήκης, για την κατασκευή του ναού του Σολομώντα, κατά παρόμοιο τρόπο εκθειάζεται και από το Ν.Κ., που σύμφωνα με την άποψη της δεύτερης γυναίκας του, είχε το χάρισμα του παραμυθά (Έλλη Αλεξίου, όπ.π., σελ. 147), ο μύθος πιο πολύ από κάθε αλήθεια.

–«Υπάρχει, ρωτάει ο ίδιος, τίποτα αληθινότερο από την αλήθεια;»

–«Ναι, απαντά ο ίδιος, το παραμύθι· αυτό δίνει νόημα αθάνατο στην εφήμερη αλήθεια» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 567).
Στις μασονικές στοές άλλωστε γίνεται, όπως είναι γνωστό, λόγος όχι μονάχα για τη Μυθολογία των Ελλήνων, αλλά και για τις μυήσεις των αρχαίων Μυστηρίων, από τις οποίες παρέλαβαν πολλά στοιχεία. Για τέτοιες ακριβώς Μυθολογίες γίνεται πολλές φορές λόγος και από το Ν.Κ., που σαν πιστό μέλος του Τεκτονισμού που ήταν, γράφει και τα εξής:

«Στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες οι ήρωες δεν ήταν παρά τα σκορπισμένα μέλη του Διόνυσου, που συγκρούονταν μεταξύ τους…, γιατί ήταν κομμάτια, αντιπροσώπευε ο καθένας ένα μέρος μονάχα της θεότητας, δεν ήταν ακέραιος θεός· ο ακέραιος θεός, ο Διόνυσος, στέκονταν αόρατος στο κέντρο της τραγωδίας και κυβερνούσε τη γένεση, την εξέλιξη και την κάθαρση του μύθου. Για τον μυημένο θεατή, τα σκόρπια αλληλομαχόμενα μέλη του θεού έχουν  κιόλας μυστικά εντός του σμίξει και συμφιλιωθεί κι έχουν συνθέσει το ακέραιο σώμα του Θεού· έχουν γίνει αρμονία» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 542). Το ίδιο ακριβώς πρέπει να γίνεται, κατά το Ν.Κ., που, κατά δική του ομολογία, ανακάτευε «αλήθειες και ψευτιές» (Βλ. Πρεβελάκη, «400 Γράμματα», σελ. ογ), και «ανάμεσα στους αντιμαχόμενους κομματιασμένους ήρωες της σημερινής τραγωδίας» (όπ.π.).
Με τη βοήθεια του παραμυθιού, με άλλα λόγια, ο Κ. έδινε στις διηγήσεις του το νόημα που αυτός κάθε φορά ήθελε, οδηγώντας τους αναγνώστες του στο βουδιστικό «Παράδεισο της ανυπαρξίας, όπου σβήνουν μαζί με τους πόθους κι οι πόνοι, μαζί με τα όνειρα και οι καημοί…» (Έλλη Αλεξίου, όπ.π., σελ. 149).

Από την ευρύτατη, όμως αυτή χρήση του μύθου γίνεται φανερό, ότι ο Κ. στην πραγματικότητα δεν πατούσε ποτέ σε σταθερό «έδαφος» στα θέματα της πίστης και της σωτηρίας και γενικώτερα της ζωής. Για το λόγο αυτό έχει δίκιο, κατά τη γνώμη μας, ο Γ. Βαλέτας, όταν αναφέρει, ότι ο Ν.Κ. «από λογοτεχνική πλευρά στέκει σαν αδρή, γεμάτη χυμούς αφήγηση, αλλά κλονίζεται στη σύλληψη σωστών τύπων και μορφών, ανακατεύοντας τα πιο ανομοιογενή και αντιφατικά στοιχεία…» (Έλλη Αλεξίου, όπ.π., σελ. 353). Μπερδεύοντας με άλλα λόγια τα μασονικά ψεύδη και τους μύθους με κάποιες παραποιημένες χριστιανικές αλήθειες, ο Κ. δε διέστρεψε μονάχα τις αλήθειες του Χριστού, αλλά «αναποδογύρισε» κυριολεκτικά το Ευαγγέλιο (Ι. Βράνου, όπ.π., σελ. 161), σαν νέος Μωάμεθ, κάνοντας εν γνώσει του έργο σατανά.

στ) Η μετενσάρκωση

Ένα βασικό κεφάλαιο της Μασονίας, που αποτελεί συνονθύλευμα όλων των ανθρώπινων φιλοσοφιών της γης, είναι και η Ινδουιστική δοξασία της μετενσάρκωσης, στην οποία πίστευε αδιαμφισβήτητα και ο Ν.Κ.

«Και τώρα μάχεται (ο Βούδας), γράφει χαρακτηριστικά για το θέμα αυτό, να θυμηθεί τα κορμιά που πέρασε, τι ζώο ήταν, τι θεός ήταν, προτού να πατήση τη γης, φορώντας το στερνό του κρανίο -- το κρανίο του Γαουτάμα (Βούδας, σελ. 658). Από τα πιο πάνω γίνεται φανερό ότι κατά το Ν.Κ. στον τροχό των γεννήσεων (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 416) και τον κύκλο των μετενσαρκώσεων λαμβάνουν μέρος όχι μονάχα οι άνθρωποι, που μπορούν να φερθούν καλύτερα «σε (μια) άλλη ζωή» (Ζορμπάς, σελ. 155), αλλά και οι χαρακτηριζόμενοι ως θεοί.

Σύμφωνα με κάποια άλλα χωρία των έργων του μάλιστα, στον κύκλο αυτό περιλαμβάνονται και τα ζώα και τα φυτά, από τα οποία εξελικτικά και κατόπιν μετενσαρκώσεων προήλθε κατά το Ν.Κ. ο άνθρωπος. «Αγάπα, λέγει για τούτο, κατά τρόπο υπενθυμίζοντα το μασονικό Δεκάλογο των Προσκόπων, τα ζώα και τα φυτά, γιατί ήσουνα συ» (Ασκητ., σελ. 83).
Στο άκρο άωτο της ασέβειας, όμως, φθάνει ο Κ., όταν  στον κύκλο αυτό των μετενσαρκώσεων συμπεριλαμβάνει και τον ίδιο τον Κύριο, που βλέπει πάντοτε σαν άνθρωπο και μάλιστα αμαρτωλό.

«Ξέρω, γράφει στον Τελευταίο Πειρασμό, είπε ο Ιησούς χαμογελώντας· μια φορά ήμουν κι εγώ γυναίκα, σε άλλη ζωή, και ύφαινα» (σελ. 280).

Για να βγει ένας άνθρωπος από τον κύκλο αυτό των μετενσαρκώσεων, πρέπει, κατά το Ν.Κ., που σύμφωνα με τη μαρτυρία της κουνιάδας του Έλλης, σχεδίαζε κάθε τόσο τον ουροβόρο όφι της Μασονίας, δηλ., το σύμβολο των διαρκών μετενσαρκώσεων (Για να γίνει μεγάλος, σελ. 85), να υψωθεί πάνω από την «πεθυμιά» και την ελπίδα. «Υψώστε το νου σας, γράφει και στην Αναφορά του στο Γκρέκο, απάνω από την πεθυμιά  και την ελπίδα -και τότε, ζωντανοί ακόμα, μπορείτε να μπείτε στη μακαριότητα της ανυπαρξίας. Και με το μπράτσο σας θα σταματήσετε τον τροχό των γεννήσεων» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 416).
Από τα πιο πάνω γίνεται φανερός ο άμεσος επηρεασμός του Κ. από το Βουδισμό, στον οποίο «η ιδέα της μετενσωματώσεως αποτελεί βασικόν δόγμα» (ΘΗΕ 8, 1073), και από τις θρησκευτικές δοξασίες των αρχαίων Ελλήνων, που εγκολπώθηκε, όπως είναι γνωστό, η σύγχρονη μορφή της αρχαίας ειδωλολατρείας, δηλ. η Μασονία.

ζ) Η χρήση της Μαγείας

Ένα άλλο κοινό σημείο της Μασονίας και του Νικολάου Καζαντζάκη ήταν και η χρήση της Μαγείας. Στη Μασονία, δηλ., γίνεται χρήση της Μαγείας, εξαιτίας του εωσφορισμού της και γενικότερα των δαιμονικών δυνάμεων, τις οποίες πιστεύουν και προσκυνούν, για να έχουν τις απολαύσεις και τις δόξες της γης αυτής. Η χρήση, άλλωστε, αυτή γίνεται φανερή από πολλές εκδηλώσεις των Μασόνων και μάλιστα, από τις σχέσεις τους με γνωστούς μάγους της Ιστορίας (Καλλιόστρο κ.λπ.), από την ευρύτατη χρήση του βιβλίου του εβραϊκού μυστικισμού, δηλ. της Καβάλλας, από τη μαγική των αριθμών και την αριθμολογία, γύρω από τα οποία ενδιατρίβουν, και μάλιστα από τις προσευχές, που απευθύνουν προς τον αγαπητό σ’ αυτούς Εωσφόρο, που στην πραγματικότητα λατρεύουν ως θεό.

«Ελθέ, λέγουν σε μια από τις προσευχές αυτές, ω Εωσφόρες, ελθέ… Συ, τον οποίον οι ιερείς εσυκοφάντησαν! Συ, τον οποίον οι ιερείς καταδίκασαν! Ελθέ! Ελθέ, να σ’εναγκαλισθώμεν, να σε σφίξωμεν εις τας αγκάλας μας…» (Leo Taxil, Τα μυστήρια των Μασόνων, σελ. 373-374).

Στη χρήση της Μαγείας όμως κατέφυγε πολλές φορές και ο Ν.Κ., αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά τη μασονική ιδιότητά του. Το 1907, δηλ., που έγινε μέλος της Μασονικής Στοάς των Αθηνών (Πρεβελάκη, Τα 400 γράμματα, σελ. 4), κατέφυγε σε μία μάγισσα, που τον διαβεβαίωσε ότι θα ζήσει δήθεν 84 χρόνια, γιατί, κατά την Έλλη Αλεξίου, αυτό «πίστευε σταθερά» (Για να γίνει μεγάλος, σελ. 390), δηλ. πίστευε σταθερά στα μάγια. Τον γοήτευαν, δηλ. πάντοτε «οι ψυχικές καταστάσεις, που μετέχουν της μαγείας και του φανταστικού» (όπ.π., σελ. 336). Για τούτο βεβαιώνεται και πάλι από την αδελφή της πρώτης γυναίκας του ότι «Μέσα σ’ όλα τα υλικά, που μαζεύει με μανία είναι λόγου χάρη οι γητειές και τα ξόρκια», ενώ «όσους γνωρίζει τους ρωτάει να του πούνε αν ξέρουν κανένα ξόρκι»(όπ.π., σελ. 336-337).

η) Η πίστη στη Μοίρα

Στην παγανιστική Μασονία, που είναι συνέχεια και αναβίωση των αρχαίων Μυστηρίων, δηλ. της αρχαίας ειδωλολατρείας, κυριαρχεί σαν ανώτατη θεότητα η Μοίρα. Στη Μοίρα, δηλ., ή στην ανάγκη, σύμφωνα με την πίστη των Ελλήνων της προχριστιανικής εποχής, «και θεοί πείθονται». Κατά παρόμοιο όμως, ακριβώς, τρόπο στην υπερθεότητα αυτή των αρχαίων ειδωλολατρών και των συγχρόνων Μασόνων πίστευε στην πραγματικότητα και ο Ν. Καζαντζάκης, που έλεγε χαρακτηριστικά ότι «δεν πιστεύω στη σύμπτωση, πιστεύω στη μοίρα» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ.  551).
Η Μοίρα, δηλ., γι’ αυτόν, τον βοήθησε να γνωρίσει «ένα γέρο-εργάτη μιναδόρο, το Ζορμπά» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ.  534).

Η Μοίρα, κατά δική του διαβεβαίωση, είχε φέρει σε κάποια στιγμή, που βρέθηκε στο Μπατούμ της Αρμενίας, μπροστά του μια νέα γυναίκα, την Βαρβάρα Νικολάεβνα, για την οποία «εκατομμύρια χρόνια δούλεψαν αναρίθμητες περιπέτειες, συμπτώσεις, τύχες, μοίρες για να γεννηθεί» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ.  514-515).

Από τα πιο πάνω γίνεται ασφαλώς φανερό ότι η Μοίρα τόσο στη Μασονία, όσο και στο Ν.Κ., αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια απρόσωπη θεότητα ή Αόρατη Δύναμη, που κανονίζει τη ζωή και την πορεία του κάθε ανθρώπου. «Κι όταν λέω Αόρατο, βεβαιώνει για τούτο ο Κ., δεν εννοώ κανένα παπαδίστικο Θεό, μήτε καμμιά μεταφυσική συνείδηση ή κανένα τέλειο όντως Ον, παρά τη δύναμη τη μυστικιά, που μεταχειρίζεται εμάς τους ανθρώπους -και πριν από μας τα ζα, τα φυτά και την ύλη- φορείς της, υποζύγιά της, και βιάζεται σα να ‘χε ένα σκοπό και ν’ ακολουθούσε ένα δρόμο» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ.  483).

Τη δύναμη της Μοίρας μάλιστα δεν μπορούν, κατά το Ν.Κ., να συντρίψουν οι ισχυροί Ταύροι ούτε οι Αρκούδες, παρά μονάχα «η καρδιά μιας περιστέρας» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ.  478). Ποια είναι βέβαια, η περιστέρα αυτή, δε διευκρινίζεται στο σημείο αυτό. Σε άλλα, όμως, σημεία των έργων του και μάλιστα στο έργο «Ο Καποδίστριας» γίνεται φανερό ότι αυτή ήταν η απελπισία του ανθρώπου (Βλ. Καποδίστριας, σελ. 64, 107, 115, 121, κ.ά.), εφόσον αυτή ελευθερώνει, γι’ αυτόν, και καταξιώνει τον άνθρωπο. Η μαύρη αυτή απελπισία του Καζαντζάκη, όμως είναι φανερό ότι δεν οδηγεί στην κατάφαση της ζωής, δηλ. στο Θεό, αλλά στην άρνηση και στο θάνατο.

Για τούτο, εξαιτίας της απελπισίας του αυτής, ο Ν.Κ. δεν κατέφευγε ποτέ στην Εκκλησία, αλλά στις μάντισσες και στους Μάγους, για να του φανερώσουν τα «γραπτά» της Μοίρας του. Για το λόγο αυτό και όταν ακόμη κατέφυγε σε κάποια στιγμή στο Άγιο Όρος, αναφέρει χαρακτηριστικά, παρουσιάζοντας τις πεποιθήσεις του και διαστρεβλώνοντας τα πράγματα, ότι ένας καλόγερος πήρε δήθεν το χέρι του «και κοίταξε την απαλάμη του, για να του πει τη μοίρα του» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ.  303).

Κεφ. Γ’. Η πολιτική διάσταση της Μασονίας και του Ν.Κ.

Η Μασονία, όπως είναι γνωστό, έχει και την πολιτική της διάσταση, παρά τις διαβεβαιώσεις των ίδιων των Μασόνων για το αντίθετο, που δίδονται «δίκην καπνού», για την εξαπάτηση των απλοϊκών. Οι διασυνδέσεις, δηλ. των μασονικών στοών της Ελλάδας με άλλες του εξωτερικού (βλ. Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, κεφ. 15ο), η συγκέντρωση πληροφοριών «προς χάριν τρίτων» (όπ.π.) και προπάντων η κατάληψη θέσεων-κλειδιών στις κυβερνήσεις των κρατών από τους Μασόνους με κάθε τρόπο αποδεικνύουν περίτρανα την άμεση σχέση της Μασονίας όχι μονάχα με την πλουτοκρατία αλλά και με την πολιτική. Για τούτο γράφει χαρακτηριστικά ο Π. Τρεμπέλας, ότι «Πάντες οι επίσημοι εν Αγγλία κύκλοι τυγχάνουσι μεμυημένοι εις την στοάν» (Μασ., σελ. 140), ενώ οι Μασονικές στοές θεωρούνται συνήθως «κέντρα φιλοβασιλικά» (όπ.π.).

Η διάσταση αυτή, ακριβώς παρατηρείται και στη ζωή και διδασκαλία του Ν.Κ., αποδεικνύοντας όχι μονάχα τη μασονική ιδιότητά του για πολλοστή φορά, αλλά και στη συγγραφή όλων των έργων του κάτω από την επίδραση αυτή, που τα καθιστά για το λόγο αυτό όχι απλώς αιρετικά, αλλά πέρα για πέρα αντιχριστιανικά ή ακριβέστερα εκφράσεις της σύγχρονης ειδωλολατρείας, της αντιστρατευόμενης με μανία και λύσσα εναντίον των ευαγγελικών διδαχών.

Οι σπουδαιότερες από τις εκδηλώσεις της πολιτικής διάστασης του Ν.Κ., που τιμάται ευκαίρως-ακαίρως από τους μασόνους και τους ροταριανούς με κάθε τρόπο, ήταν η κατάληψη θέσεων, ο κοσμοπολιτισμός και ο ανθελληνισμός, για τις οποίες θα γίνει λόγος πιο κάτω.

α) Η κατάληψη καίριων θέσεων

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Μασονίας, όπως είπαμε, είναι η κατάληψη καίριων θέσεων με τη βοήθεια των πλουτοκρατών «αδελφών» της Στοάς. Την κατάληψη τέτοιων θέσεων, ακριβώς, με μέσα όχι αξιοκρατικά παρατηρεί ο καθένας εύκολα και στη ζωή του Ν.Κ., που, όπου εύρισκε «κορμό», προσπαθούσε με κάθε μέσο, νόμιμο ή παράνομο, να αναρριχηθεί (Βλ. π. Ιω. Βρ., όπ.π., σελ. 105), γιατί, κατά την Έλλη Αλεξίου, «είχε μεγάλη αδυναμία στη συγκέντρωση τίτλων» (όπ.π., σελ. 236). Έτσι, το 1919 έγινε, ελέω Μασονίας και γενικότερα των φίλων της ισχυρών της ημέρας, Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Περιθάλψεως, ώστε να ενδιαφερθεί για τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του Καυκάσου. Κατά τον τρόπο αυτό ταξίδεψε το 1919 στον Καύκασο, το 1920 στη Γαλλία, Γερμανία και την Ιταλία, το 1921 στην Αυστρία, τη Γερμανία και την Ιταλία και αργότερα και σε άλλες χώρες (Ρωσσία, Κίνα, Ισπανία κ.ά.). Κατά τα ταξίδια του αυτά, δηλ., που πραγματοποιούσε πάντοτε μόνος του, ζούσε σύμφωνα με τα ιδεώδη και τις αρχές της Μασονίας, δηλ. το «φάγωμεν, πίωμεν και ασωτεύσωμεν», όπως διηγείται ο ίδιος στις ταξιδιωτικές του αναμνήσεις.

Το 1923, εξάλλου παρακάλεσε με τη μεσολάβηση της Γαλάτειας τον Γ. Παπανδρέου να τον διορίσει Γενικό Πρόξενο στην Ισπανία ή στην Ιταλία ή στη Σκανδιναυΐα ή στην Ιερουσαλήμ ή στην Αβησσυνία, γιατί τα μέρη αυτά τον ενδιέφεραν για τη δουλειά του, ενώ ο Γ. Παπανδρέου του αντιπρότεινε να αναλάβει τη διεύθυνση της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που εκείνος δε δέχθηκε (Έλλης Αλεξίου, σελ. 217).

Το 1926 συναντήθηκε, με τη μεσολάβηση προφανώς των φίλων του Μασόνων, με τον εξόριστο βασιλιά της Χετζάζης, στη συνέχεια με το δικτάτορα Μουσολίνι, με τον Πρίμο ντε Ριβέρα, με το δικτάτορα της Ισπανίας Φράνκο και με άλλους μεγάλους κατά κόσμον, ενώ ταυτόχρονα επιδίωκε «επίσημες προσκλήσεις και φιλοξενίες από προσωπικότητες, από οργανισμούς, από κυβερνήσεις» (Έλλης Αλεξίου, σελ. 218). Δεν μας αναφέρει βέβαια, η Έλλη Αλεξίου με τη βοήθεια ποιων φίλων του κατώρθωσε τα πιο πάνω, αλλά αυτό είναι προφανές. Δεν ήταν δυνατόν, δηλ., να επιτυγχάνει τις πιο πάνω επαφές με δικτάτορες και αυτοκράτορες και γενικότερα με τους μεγάλους του κόσμου, παρά μονάχα με την υποστήριξη της ισχυρής κατά κόσμον Μασονίας.

Με τη βοήθεια των φίλων του Μασόνων και γενικότερα των ισχυρών στη συνέχεια εκλέχθηκε το 1944 Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, «ύστερα από προηγούμενη συνεννόηση» (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 229), χωρίς να αναφέρεται ρητά με ποιους ισχυρούς.

Με την ίδια υποστήριξη, μάλιστα και με τιμητικό διάταγμα της κυβέρνησης Παπανδρέου έγινε αργότερα και Ακαδημαϊκός (όπ.π.).

Το 1945, που νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά, έγινε για ένα διάστημα, ελέω και πάλι Μασονίας, Πρόεδρος, της «Σοσιαλιστικής Εργατικής Ένωσης» (14.8.1945) και υπουργός Παιδείας, παρότι στην πραγματικότητα ήταν εχθρός λυσσαλέος της χριστιανικής Εκκλησίας.

Την ίδια χρονιά διορίσθηκε και μέλος της επιτροπής διαπιστώσεως ωμοτήτων στην Κρήτη (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 255).
Το 1947 έγινε με τη βοήθεια των φίλων του Μασόνων Γραμματέας της Ουνέσκο στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του Ελένη Σαμίου (Έλλης Αλεξίου, Για να γίνει μεγάλος, Αθήνα 1988, σελ. 176). Τη μεσολάβηση των πολιτικών για την κατάληψη της θέσης αυτής σημειώνει ήδη και η αδελφή της πρώτης συζύγου του Έλλης Αλεξίου, γράφοντας τα εξής: «Για την Ουνέσκο πρέπει να κινητοποιηθούν όχι πνευματικοί άνθρωποι, αλλά πολιτικοί… Και πάλι όχι μόνο αυτοί, κι όχι μόνο γι’ αυτό το σκοπό» (Για να γίνει μεγάλος, σελ. 250).

Το 1955 προτάθηκε από τους ισχυρούς φίλους του να δοθεί σ’ αυτόν το βραβείου Ειρήνης από το Συμβούλιο της Ειρήνης του Εξωτερικού. Για το σκοπό αυτό ο Ν.Κ. μετέβη στη Βιέννη της Αυστρίας, όπου στις 28 Ιουνίου του 1956 έγινε η βράβευση και η επίδοση σ’ αυτόν του Βραβείου της Ειρήνης (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 270), αν και, κατά τη μαρτυρία της ίδιας της κουνιάδας του, «Ο πόλεμος ή η ειρήνη ποτέ δεν τον απασχόλησε στα κείμενά του, ως πρωταρχικό θέμα» (όπ.π.). Στο λόγο δε, που ο Κ. εκφώνησε κατά την απονομή του βραβείου αυτού, γίνεται φανερή για άλλη μία φορά η μασονική ιδιότητά του, εφόσον μίλησε για τον πιθηκάνθρωπο, που προσπάθησε να φθάσει στην ανώτατη αποκορύφωσή του, στον άνθρωπο, για τις σκοτεινές δυνάμεις, που λυσσούν εντός του, για τις δυνάμεις του Κακού και του Καλού, δηλ. για τη δυαρχία, για την ανθρώπινη μοίρα και για το μυστηριώδη νόμο που κυβερνά τον κόσμο, για να κλείσει με ένα ανατολίτικο θρύλο, που εκφράζει το μυστηριώδη νόμο της ξαναγέννησης στη ζωή (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 275-278), δηλ, της μετεμψύχωσης.

β) Ο κοσμοπολιτισμός

Η Μασονία, όπως είναι γνωστό, δεν ευνοεί τα εθνικιστικά κινήματα και γενικότερα την προσήλωση σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, γιατί θέλει να στρέψει τους ανθρώπους στη δική της πολιτική, δηλ. στη στήριξη της πλουτοκρατίας. Για το σκοπό αυτό παρουσιάζεται συνήθως ως υπερκομματική, κοσμοπολιτική και φιλοσοφική θεωρία, βλέποντας όλα τα πολιτικά κινήματα και τις τάσεις επικριτικά. Τη στάση αυτή ακριβώς βλέπει ο καθένας και στο Νίκο Καζαντζάκη, που δεν ήθελε να ανήκει αποκλειστικά σε οποιοδήποτε κόμμα, για να βλέπει, όπως έλεγε, καθαρά (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 285).
Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν ήθελε να αναμιχθεί στα γνωστά τότε κόμματα, γιατί ανήκε ήδη στην οργάνωση της Μασονίας εδώ και πολλά χρόνια και για τούτο η Έλλη Αλεξίου βεβαιώνει ότι στην υπογραφή του κολλούσε και τις τρεις κουκίδες, που βάζουν οι Μασόνοι (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 286).

Άλλωστε «το επικινδύνως ζην» δεν ήταν το πιο αγαπημένο του γνωμικό» (όπ.π.). Για το λόγο αυτό παρουσιαζόταν συνήθως ως οπαδός όλων των κομμάτων, ενώ ταυτόχρονα έκανε συνήθως λόγο για την αναγκαιότητα της προσαρμογής «της Μικρής μας πραγματικότητας προς την Μεγάλην» (όπ.π., σελ. 300). Τη μια στιγμή, δηλ., παρουσιαζόταν ως ένθερμος υποστηρικτής του Κομμουνισμού, ενώ λίγο αργότερα συνεργαζόταν «επ’ αμοιβή» στο περιοδικό της νεολαίας του Μεταξά, δηλ. της ΕΟΝ (όπ.π., σελ. 302). Με τα λόγια του παρουσιαζόταν εξάλλου πολλές φορές ως κομμουνιστής, ενώ στην πραγματικότητα «ποτέ του δεν στρατεύτηκε» (όπ.π. 285), γιατί δήθεν «δεν ήταν από φυσικού του». Όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά, ήθελε όλοι να τον υπηρετούν και να τον δοξάζουν σα θεό, ενώ στις δύσκολες στιγμές της Κατοχής κατέφυγε στην Αίγινα, από την οποία ξαναγύρισε στην Αθήνα μετά την απελευθέρωση (όπ.π., σελ. 305), για να φύγει, ύστερα από το νέο αλυσόδεμα της Ελλάδας στο εξωτερικό, όπου μπορούσε να παριστάνει τον κοσμοπολίτη. Και την ώρα δε που πολλοί φυλακίζονταν και κινδύνευαν για τη δράση και τις ιδέες τους, ο ίδιος ρωτούσε και ξαναρωτούσε την κουνιάδα του «Ποιος θα επικρατήσει», για να πάει με το μέρος του. Για τούτο η σκανδαλισμένη από τη συμπεριφορά αυτή Έλλη Αλεξίου γράφει χαρακτηριστικά τα πιο κάτω:

«Λένε κείνα τα πενιχρά και τετριμμένα «αγάπησε τον άνθρωπο»… «οπαδός και κήρυκας της ειρήνης και της ευτυχίας του ανθρώπου…», «με αγιάτρευτο πάντα τον πόνο για τον πάσχοντα άνθρωπο…» κλπ., κλπ… . Όλα ξένα από την ψυχοσύνθεσή του» (όπ.π., σελ. 308), δηλ. όλα ψέμματα. Ο κοσμοπολιτισμός, δηλ., δεν έκανε το Ν.Κ. ούτε πιο ενάρετο ούτε πιο δίκαιο, αλλά περισσότερο υποκριτή, εφόσον ο ίδιος διαβεβαίωσε ότι οι τρεις λέξεις, που αποτελούσαν το σύνθημα της Γαλλικής επανάστασης, δηλ. το Liberté, Egalité και Fraternité (Ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη) «είναι ένα δόλωμα για τους αμαθείς και τους ηλίθιους» (Βλ. Εφημερίδα «Νέον Άστυ», Ιούνιος 1989). Ο ίδιος επίσης διαβεβαίωσε ξεκάθαρα, καταστρατηγώντας τον τίτλο του κομμουνιστή και του ανώτερου ανθρώπου, ότι «δικαιοσύνη θα πει: ο φύσει δούλος να εχτελή χρέη δούλου και ο φύσει άρχοντας χρέη άρχοντα. Γιατί πιστεύω ακλόνητα στην ανισότητα των ανθρώπων» (Ιαπωνία - Κίνα, σελ. 102). Τους ανθρώπους, με άλλα λόγια, του λαού, ο Κ. δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει, γιατί του προκαλούσαν «αηδία» (Λ. Ζωγράφου, όπ.π., σελ. 238). Για τούτο τους χαρακτήριζε ως «άθλιους» και «τιποτένιους».

γ) Ο ανθελληνισμός

Πέρα από κάποιες σπάνιες εκφράσεις του φιλικές για την Ελλάδα, ο Ν.Κ. παρουσιάζεται σε πάρα πολλά σημεία των έργων του και ιδιαίτερα στις επιστολές του σαν ένας από τους χειρότερους ανθέλληνες της Ιστορίας. Όταν, δηλ., βρέθηκε στη Μόσχα, έγραψε στις 28.10.1927, μια επιστολή στο φίλο του Πρεβελάκη, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: «Πόσο μακριά βρίσκεσαι εδώ απ’ την επιπόλαιη, φτενή, μικρόμυαλη, μικρόψυχη Ελλάδα. Τι ντροπή ν’ ανήκης σε μια ράτσα ξεπεσμένη, ξεπλυμένη, φελάχα! Πρέπει όλα αυτά να τα νικήσουμε, να ξεφύγουμε, να πολεμήσουμε μέσα μας ό,τι μας σμίγει με το ρωμέικο αίμα» (Γράμμα 41, Πρεβελάκη, 400 Γράμματα, σελ. 56).

Κατά παρόμοιο δε τρόπο έγραψε και στις 9.4.1929 και πάλι από τη Μόσχα τα εξής: «Προτιμώ τη Γερμανία απ’ τη Γαλλία. Το Παρίσι μυρίζει πολλή Ελλάδα και η Ελλάδα -οι Έλληνες- μου είναι μισητή» (Γράμμα 79, Πρεβελάκη, 400 Γράμματα, σελ. 121).

Τόσο μεγάλη, δηλ., ήταν η αποστροφή που ένοιωθε για την Ελλάδα, ώστε να εύχεται να του κοπεί «κάθε πιθανότητα εργασίας στην Ελλάδα», γιατί «δεν τη θέλει» (Γράμμα 83, Πρεβελάκη, 400 Γράμματα, σελ. 133). Κατά παρόμοιο, άλλωστε, τρόπο γράφει και στην επιστολή της 23.3.1932 ότι «πρέπει να κάνωμε τα πάντα να μη γυρίσουμε στην Ελλάδα. Η επιστροφή μας εκεί θάναι σίγουρα ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω» (Γράμμα 150, Πρεβελάκη, 400 Γράμματα, σελ. 311-312).

Για την Ελλάδα ακριβέστερα ο Ν.Κ. δεν ένοιωθε μονάχα αποστροφή και δυσφορία (Γράμμα 117, Πρεβελάκη, 400 Γράμματα, σελ. 216), αλλά και οργή και αηδία. «Τώρα που τη συλλογούμαι (την Ελλάδα), γράφει στο γράμμα 204, που έγραψε στην Αίγινα στις 8.8.1934, με κυριεύει η οργή και η αηδία για τους Ρωμιούς. Ποτέ δεν τους μίσησα και δεν τους σιχάθηκα τόσο» (Πρεβελάκη, όπ.π., σελ. 429). Δικαιολογώντας μάλιστα την οργή αυτή και την αηδία, που ένιωθε για την Ελλάδα, γράφει χαρακτηριστικά σε μια άλλη επιστολή του, ότι «τίποτε απ’ ό,τι τους ενδιαφέρει δεν μ’ ενδιαφέρει. Κανένα απ’ τα προβλήματά τους τα πνευματικά δεν με απασχολεί» (Γράμμα 372, Πρεβελάκη, όπ.π., σελ. 642). Επεξηγώντας δε ακόμη περισσότερο το γιατί σιχαινόταν και μισούσε την Ελλάδα, από την οποία πάσχισε με κάθε τρόπο να λυτρωθεί (Γράμμα 400, Πρεβελάκη, όπ.π., σελ. 62), αναφέρει σε κάποια στιγμή στο «Ζορμπά», ότι «γλύτωσα από την πατρίδα, γλύτωσα από τους παπάδες» (Ζορμπάς, σελ. 268). Η Ελλάδα, δηλ., ήταν συνδεδεμένη αδιάρρηκτα με την Ορθοδοξία και τους ιερείς της, που δίδασκαν το Ευαγγέλιο, το οποίο ο Ν.Κ. είχε, ως Μασόνος, απαρνηθεί για πάντα. Στην Ελλάδα, με άλλα λόγια, δεν έπιασε η προσπάθειά του για την ίδρυση της νέας θρησκείας του πανσεξουαλισμού και των διαστροφών, που ο ίδιος πάσχισε να στεριώσει. Για το λόγο αυτό έμεινε συνήθως αδιάφορος για την Ελλάδα και τα προβλήματά της κατά τρόπο, θα έλεγε κανένας, εγκληματικό και εξοργιστικό.

«Αν μάθω (πως) πήραν την πόλη οι Έλληνες, γράφει για τούτο στο Ζορμπά, είναι το ίδιο για μένα, αν πάρουν την Αθήνα οι Τούρκοι» (Ζορμπάς, σελ. 179).

Σαν κοσμογυρισμένος που ήταν, δηλ., ήθελε να παρουσιάζεται ως κοσμοπολίτης, βάζοντας στην ίδια θέση τους Έλληνες με τους Τούρκους και τους Βούλγαρους (Βλ. Ζορμπάς, σ. 268), δηλ. με εκείνους, από τους οποίους έμαθε το μίσος. Στην πραγματικότητα όμως προτιμούσε, ως Μασόνος που ήταν, πάντοτε τους Εβραίους.
«Ας είναι καλά η μοίρα μου, γράφει χαρακτηριστικά στο Γκρέκο, …ας είναι καλά με ρίχνει πάντα μέσα σε οβραίικες ψυχές· θαρρώ πως πολύ καλύτερα από τις χριστιανικές αυτές μου ταιριάζουν» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 443).

Ενώ όμως του ταίριαζαν οι «οβραίικες» ψυχές και για τούτο αγαπούσε τους «Οβραίους», μεταξύ των οποίων βρήκε αρχικά κάποια ανταπόκριση στη διάδοση των ιδεών του, για τους Έλληνες δε βρίσκει κανένα καλό λόγο να πει, παρά μονάχα ότι «είναι χοντροί, αναίσθητοι, πρόστυχοι» (Έλλης Αλεξίου, Για να γίνει μεγάλος, σελ. 381) και ότι η βρωμερή γενιά τους «θα ψοφήσει» (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 136). Εκδηλώνοντας μάλιστα πιο καθαρά τη φρίκη που του προξενούσαν «οι άτιμοι ομόφυλοι» (Έλλης Αλεξίου, σελ. 136), γράφει χαρακτηριστικά ότι δε θέλει τίποτε άλλο, παρά να χαθεί ήσυχα, «πολεμώντας, παλεύοντας τους άθλιους Ρωμιούς» (Έλλης Αλεξίου, σελ. 136), τους οποίους σιχάθηκε και δεν τους θέλει (Καποδ. 34) με κανένα τρόπο.

Παρά τις πιο πάνω ύβρεις του όμως για την Ελλάδα και παρά την προσπάθειά του να «χτυπήσει» τον Ελευθέριο Βενιζέλο (Ι. Κασσομενάκη, όπ.π., σελ. 230), πολλοί Έλληνες τίμησαν και τιμούν το Ν.Κ. εξαιτίας της μασονικής και μόνο ιδιότητάς του. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, δηλ. ακόμη είχε διαδοθεί η φήμη ότι είχε αρνηθεί «Τα πάτρια» (Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 516), ότι ήταν φιλογερμανός και μετέφερε τις ειδήσεις στο Γερμανό φίλο του Βέλτερ (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 228), ενώ «δεν είχε το θάρρος να συγκρουσθεί με την εξουσία» (όπ.π., σελ. 271) ποτέ, λέγοντας την αλήθεια. Παρόλα αυτά όμως, τιμάται σήμερα από τους εκπροσώπους της πατρίδας, σαν να αποτελεί μία νέα θεότητα, γιατί είχε, κατά τον π. Ιωάννη Βράνο, τη «μασονική υποστήριξη, το χρήμα τους, τα πρόσωπα κλειδιά τους και πολιτικές υποστηρίξεις» (όπ.π., σελ.11).

Αν ζυγοσταθμίσει, δηλ., κανένας ιδιαίτερα τον εγκληματικό ρόλο της Γερμανίας στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις προδοτικές αναφορές του φιλογερμανού Ν.Κ. σε Γερμανούς, σαν τον Βέλτερ, τότε θα έπρεπε να διαγράψει για πάντα το όνομά του από τον κατάλογο των Ελλήνων και να τον κατατάξει στον κατάλογο όχι μονάχα των μεγαλυτέρων αιρετικών και αθέων, αλλά ταυτόχρονα και μισελλήνων και προδοτών, που άφησαν, σαν τον Ιούδα, αποτρόπαιο όνομα μέσα στην Ιστορία.
Αν δώσει επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτίμηση που έτρεφε προς όλους τους μεγάλους δικτάτορες και εγκληματίες πολέμου (Χίτλερ, Μουσολίνι, Φράνκο κλπ), τότε θα αντιληφθεί ότι δεν έπρεπε να πάρει το βραβείο ειρήνης αυτός, που «δούλευε με ταυλικά του φασισμού» (Λ. Ζωγράφου, όπ.π., σελ. 312), αλλά του υμνητή των μεγαλυτέρων σφαγέων της ανθρωπότητας και της αδιαφορίας για την πατρίδα. Ο ίδιος άλλωστε ο Κ., που χαρακτηρίσθηκε από πολλούς ως νέος Μωάμεθ, διαβεβαίωσε ότι όποιος δεν έκλεψε, δεν πρόδωσε ποτέ του και δεν νογάει βαρύ φονιά του νου, να σηκωθή να φύγη» (Οδύσσεια, 342).

Επίλογος

Κλείνοντας το όλο θέμα, θα λέγαμε ότι ο Νικόλαος Καζαντζάκης δεν υπήρξε μονάχα, ως μασόνος, άθεος, αντινομιστής και εωσφοριστής από κάθε άποψη, αλλά και αντιπαιδαγωγός συγγραφέας, εφόσον σαν ιδανικό και στόχο της ζωής και ταυτόχρονα αποτρόπαιο μυστικό παρουσιάζει το «τίποτα», ενώ όλοι οι ήρωες των έργων του παρουσιάζονται από αυτόν «απάνθρωποι» (Έλλης Αλεξίου, σελ. 415) και γενικότερα τύποι εμπαθείς και αρρωστημένοι. Για τούτο βεβαιώνεται από τη Λιλή Ζωγράφου, που δε χαρακτηρίζεται δυστυχώς για την πίστη της, ότι «ο Καζαντζάκης θα κλείσει με πάταγο την πόρτα του μέλλοντος στα μούτρα της ανθρωπότητος» (όπ.π., σελ. 303).

Το ιδανικό του Ντεσπεράντος, δηλ., του Ν.Κ., που δεν ελπίζει σε τίποτα και κυριεύεται από μία λύσσα καταστροφής, ή της άκρας απελπισίας, που διακατείχε τον ίδιο (Καπετάν Μιχάλης, σελ. 441), δεν ενθαρρύνει με κανένα τρόπο τους νέους σε αγώνες ηρωικούς για την καταξίωση των ονείρων τους και γενικότερα στην καταξίωση της ζωής, αλλά «στο γκρέμισμα παντός ιερού και οσίου της φυλής μας» (Ι. Κασσομενάκη, Ο Καζαντζάκης και η κοσμοθεωρία του, Ν. Υόρκη 1988, σελ. 273) και στη νέκρωση της ζωής, στην οποία άλλωστε παρακινεί και απ’ ευθείας ο «τραγικός απελπισμένος» συγγραφέας της Οδύσσειας, συνιστώντας την αυτοκτονία (Ραψ. Ο’).

Με την απαισιόδοξη, δηλ., αυτή θεωρία του, κατά τη σωστότατη έκφραση του π. Ιωάννου Βράνου, ο Ν.Κ. υπήρξε «ένας από τους μεγαλύτερους δολοφόνους της νέας Ελλάδας» (Το πικρό πορτ., του Ν.Κ., Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 93), οδηγώντας με τα αντίχριστα και πεσσιμιστικά βιβλία του στο έγκλημα και στη διαφθορά τους νέους, σύμφωνα με τους κρυφούς στόχους της Μασονίας και του πάτρωνά της διεθνούς Σιωνισμού (όπ.π.). Για το λόγο αυτό κατατάσσεται και από το Ν. Τυπάλδο στους καλαμαράδες εκείνους, που είναι «χειρότεροι κι από φονιάδες» (Ν. Καζαντζάκης, Αθήναι 1989, σελ. 95), ενώ και από τον π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, παρουσιάζεται σαν ένα δυστυχισμένο πλάσμα ή ακριβέστερα «ψυχικό τέρας» (Άρθρα-Μελέται-Επιστολαί, τ. Α’, Αθήναι 1981, σ. 636).

Κάθε χριστιανός επομένως, που επιζητεί την «ἐν Χριστῷ» ζωή και σωτηρία, πρέπει να φεύγει μακρυά από τις δηλητηριώδεις διδασκαλίες του Ν.Κ., εφόσον πιστεύει στα θεόπνευστα λόγια του Αποστόλου Παύλου, ότι, δηλ., «ἡ σοφία τοῦ κόσμου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι» (Α’ Κορ. γ’, 19), και στα επίσης θεόπνευστα λόγια Ιακώβου του Αδελφοθέου, ότι, δηλ., «ὁ πταίσας ἐν ἑνὶ γέγονε πάντων ἔνοχος» (Ιακ. β’, 10), αν και ο Ν.Κ. δεν έπταιε μονάχα «ἐν ἑνί», αλλά σε όλα, διαπράττοντας «τὴν βλασφημίαν κατὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος», στην οποία περιπίπτουν και όλοι οι αμετανόητοι Μασόνοι.

* * *

Για τους λόγους αυτούς, κατά τη γνώμη μας, είχε απόλυτο δίκιο, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος (που δεν αφώρισε το Ν.Κ. εξαιτίας της ζωηρότατης παρέμβασης της τότε βασίλισσας Φρειδερίκης και γενικότερα του παλατιού, που στήριζε με κάθε τρόπο τη Μασονία), όταν με έγγραφό της ζητούσε την απαγόρευση της κυκλοφορίας των βιβλίων του αιρετικού Καζαντζάκη, που πρέπει, κατά τους Πατέρες, να καταδικάζονται για τις αιρετικές διδασκαλίες και μετά το θάνατό του συγγραφέα τους, αναφέροντας μεταξύ άλλων και τα εξής: «Εις το έργον “Καπετάν Μιχάλης” διασύρεται η Εκκλησία και διαπομπεύονται οι θεσμοί της και το τριαδικόν του Θεού ασεβέστατα καθυβρίζεται. Εις το κυκλοφορήσαν γερμανιστί έργον ”Τελευταίος Πειρασμός”, περιέχονται ανήκουστοι ύβρεις κατά του θεανδρικού προσώπου του Ιησού Χριστού, επιδιώκεται να καταρριφθή η θεότης αυτού και η χριστιανική ηθική και διαστρεβλούται η ευαγγελική αλήθεια διά της φαντασιοκοπίας, δι’ αχαλινώτου δε αυθαιρεσίας παραποιείται η σωτήριος διδαχή του Ευαγγελίου».

Είχαν κάθε δίκιο επίσης και οι αλλόθρησκες ακόμη χώρες, όπως η Ινδία, που απαγόρευσαν την προβολή κινηματογραφικών ταινιών, βασισμένων σε έργα του Ν.Κ., «με το αιτιολογικό της προσβολής γνωστής θρησκείας» (Γ. Λιακούτσος, «Ορθόδοξος Τύπος» της 6.6.97), εφόσον «θίγεται (σ’ αυτές) βάναυσα το πρόσωπο και η ζωή του Προφήτη (όπως τον δέχεται ο Μωαμεθανισμός) Ιησού από τον Προκρούστη αυτόν της Ελλάδας του εικοστού αιώνα, που χαρακτηρίσθηκε δίκαια ως «ο ανυπέρβλητος εχθρός του Χριστού» και ταυτόχρονα «ο μεγαλύτερος κοινωνικός διαφθορέας» (π. Ιω. Βράνου, όπ.π., σελ. 179), «ο υπ’ αριθμόν 1 βλάσφημος συγγραφέας», ο Προκρούστης των χριστιανικών δογμάτων, ο τέλειος διαστροφέας όλων των χριστιανικών αληθειών και ανατροπέας των ευαγγελικών διδαγμάτων (βλ. π. Ιω. Βρ., όπ.π., σελ. 211 κ.α.), ενώ τα βιβλία του χαρακτηρίσθηκαν εύστοχα ως «ο απόπατος του σύμπαντος» (Ι. Κορδάτου, όπ.π., σελ. 59).

Είχε απόλυτο δίκιο τελικά και ο ανεψιός του Βενιζέλου Σαριδάκης, που βεβαίωνε ότι ο Ν.Κ. δεν αποτελούσε τη δόξα, αλλά «το αίσχος της Ελλάδος», εφόσον η δόξα του σύγχρονου αυτού Ιούδα, όσον αφορά τη χριστιανική διδασκαλία, είναι «Ηροστράτειος» (Αρχιμ. Επιφ. Θεοδωρόπουλος, όπ.π., σελ. 488). Πέτυχε βέβαια, με την υποστήριξη της Μασονίας στη ζωή του «την οικονομική άνεση, την επιβολή, την παγκόσμια προβολή, τη δόξα» (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 389), δηλ. όλα εκείνα, που προσφέρει συνήθως ο σατανάς στους υποτακτικούς του. Έχασε όμως την ίδια την ψυχή του, εφόσον έμεινε αμετανόητος σατανολάτρης μέχρι και τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ενώ ταυτόχρονα έγινε και γίνεται αφορμή σκανδάλου για πολλούς απλοϊκούς, που δεν μπορούν να ξεχωρίζουν τους συρίζοντες όφεις, που κρύβονται στα βιβλία του, και τα δηλητηριασμένα άνθη του κακού τα θεωρούν πολλές φορές ως ευώδη. Για τούτο χαρακτηρίζεται από τη γλώσσα της Αγίας Γραφής ως άνθρωπος «μωρός», εφόσον διδάσκει ακατάπαυστα στα βιβλία του ότι «οὐκ ἔστι Θεός» (βλ. Ψαλμ. 52, 1. 131), μη πιστεύοντας ότι μια μέρα «πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός» (Φιλ. 2, 10-11).

Κατόρθωσε επίσης με την υποστήριξη της Μασονίας να εκδόσει και να διαδώσει τα βιβλία του, των οποίων η κυριότερη αρετή είναι η «ύβρις» κατά του Θεού και γενικότερα της θρησκείας, στον κόσμο ολόκληρο, τον ευρισκόμενο στην πλάνη και προσκυνούντα ως θεό τον άρχοντα του κόσμου τούτου, «τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον» (Εβρ. β’, 14), εξαιτίας «του κατευθυνόμενου και γι’ αυτό διαιωνιζόμενου σκοταδισμού» (Λ. Ζωγράφου, όπ.π., σελ.  312).

Τα βιβλία όμως του Ν.Κ., όπως καταδείξαμε, είναι τέλματα απαισιοδοξίας, βάλτοι αθεΐας και βόθροι του πιο βρώμικου αμοραλισμού, στους οποίους συμπνίγονται οι ελπίδες των αστήρικτων αναγνωστών, που οδηγούνται στα ηθικά ναυάγια και την αυτοκτονία. Για το λόγο αυτό χαρακτηρίσθηκαν ως «κατάλληλα μόνο για ανθρώπους της τελευταίας υποστάθμης» (Δ. Πόθου, όπ.π., σελ. 39-40), ενώ από πολλούς υποστηρίχθηκε η παντελής εξαφάνιση των βιβλίων αυτών - δηλητηρίων από το πρόσωπο της γης. Όπως, δηλ., στα χρόνια του Αποστόλου των Εθνών τα μαγικά βιβλία καίγονταν (βλ. Πρ. 19, 19), κατά παρόμοιο τρόπο πρέπει, κατά τη γνώμη ασκητών του Αγίου Όρους, να ρίχνονται στη φωτιά και τα βιβλία του μεγαλύτερου διά μέσου των αιώνων αιρετικού και διαστροφέα των Γραφών και ιδιαίτατα ο «Τελευταίος Πειρασμός», που, όπως σωστά παρατηρήθηκε, γράφηκε με το χέρι του Ν.Κ. «καθ’ υπαγόρευσιν του σατανά» (Κ. Μουρατίδου, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Αθήνα 1988, σελ. 12).

Ύστερα από όλα τα πιο πάνω, ένα μονάχα πρέπει να τονισθεί, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερα στο σημείο αυτό, ότι δηλ., υπάρχουν, κατά τη γνώμη ορισμένων «προοδευτικών», στα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη και κάποια σημεία «καλά». Στα λεγόμενα, όμως, «καλά» στοιχεία υποκρύπτεται, κατά κανόνα, εύσχημα ο παγανισμός του συγγραφέα τους, που εξυμνεί συνήθως, ως γνήσιος μασόνος, ως θεό τον Ήλιο ή γενικότερα τη Φύση και τον Άνθρωπο. Για το λόγο αυτό, τα λεγόμενα αυτά «καλά» στοιχεία, που γίνονται, ως παγανιστικά, αφόρμηση ανεπίγνωστης νεοειδωλολατρείας και αιώνιας απώλειας, πρέπει να αποφεύγονται με μεγαλύτερη προσοχή, όπως ακριβώς και οι καλοστημένες παγίδες, γιατί σαν καλοστημένες παγίδες χαρακτηρίζονται και από τον ίδιο το συγγραφέα τους. Όπως, άλλωστε, δεν εκθειάζεται ένας ζωγράφος, όσο ωραία χρώματα και πινελιές και αν μεταχειρίζεται, αν τα περιεχόμενα των θεμάτων του είναι σωροί ακαθαρσιών, κατά παρόμοιο τρόπο δεν πρέπει να εκθειάζεται, σαν μεγάλος δήθεν λογοτέχνης ή συγγραφέας, και ο Ν.Κ., εφόσον ντύνει με τα χρυσόχαρτα της λογοτεχνίας τα βρωμερότερα «χοιροκόπρανα» των αντιχριστιανικών αιρέσεων, εργαζόμενος «εν γνώσει» έργο του σατανά (Βλ. Ιβ. Βράνου, Το πικρό πορτραίτο του Ν.Κ., Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 28-29). Για τους πιο πάνω λόγους θα έλεγα τελικά και εγώ μαζί με τον π. Ιω. Βράνο, ότι  δεν υπάρχουν καλά σημεία στη ζωή και στα έργα του Ν.Κ., αλλά μονάχα «αιρέσεις απωλείας» (2 Πετρ. β’ 1), γιατί έζησε μακρυά από την πηγή του Καλού, δηλ. το Θεό.
Την ίδια άποψη διατύπωσε άλλωστε, στη σημείο αυτό και η πρώτη γυναίκα του Γαλάτεια, που υποστήριξε για τούτο, ότι «σ’ όλη τη ζωή ο Καζαντζάκης ώργωνε μια ατέλειωτη Σαχάρα, που επάνω της δεν άνθισε ούτε ένα πράσινο φυλλαράκι» (Γράμμα της Γαλάτειας προς το Σουηδό Γκούναρ Άντερσον, 15.8.59). Οι δήθεν φωτεινές πλευρές του Ν.Κ., ερευνώμενες περισσότερο, και κατά τον Ι. Κασσομενάκη, «αποκαλύπτονται σκοτειναί…» (όπ.π., σελ. 12).

* * *

Εάν όμως, παρόλα τα πιο πάνω, κάποιοι από τους αναγνώστες μας δεν έχουν ακόμη πεισθεί για τη μασονική ή σατανική επίδραση στα έργα του Ν.Κ., που αναδείχθηκε από τους Μασόνους «μεγάλος» εξαιτίας των μεγάλων βλασφημιών του στο πρόσωπο του Χριστού, είναι ανάγκη να οδηγηθούν στο άνοιγμα του τάφου του, κατά το οποίο το σώμα του βρέθηκε τυμπανιαίο και άλυωτο (Γ. Γιολετζόγλου, «Ορθόδοξος Τύπος», αρ. 802), πράγμα που προσπάθησαν να αποκρύψουν «επιμελώς» οι τυφλωμένοι από τα πάθη οπαδοί του.

Αν δεν πιστεύουν και στον τυμπανισμό του σώματος του ινδάλματός τους, ας πιστέψουν στην μαρτυρία του αγιορείτου π. Παϊσίου Εζνεπίδη, συγχρόνου αγίου, που βεβαίωνε ότι οι δαίμονες ήταν πρόθυμοι να αφήσουν ήσυχο κάποιο χριστιανό ασκητή από κάθε πόλεμο, αν αντικαθιστούσε στις προσευχές του το όνομα του Ιησού Χριστού με το όνομα «Καζαντζάκης».
Αν δεν πιστεύουν δε και στη διαβεβαίωση του π. Παϊσίου, ας μελετήσουν τότε, έστω και για λίγο, τις επιστολές του Αποστόλου των Εθνών, που βεβαιώνει απερίφραστα ότι «εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα» (Α’Κορ. ιστ’, 22), ώστε να αποκολλήσει από την επιτήδεια κόλλα του σατανά, που μεταχειρίσθηκε, ως προπομπός του Αντιχρίστου, ο Ν.Κ., γράφοντας τα σατανοκίνητα έργα του.

Αν όμως θεωρεί κανένας και τα θεόπνευστα λόγια του Αποστόλου Παύλου υπερβολικά, ας προσέξει τελικά στα λόγια του ίδιου του Κυρίου, που διαβεβαίωσε κατηγορηματικά ότι «Ὁ μὴ ὢν μετ’ έμοῦ, κατ’ ἐμοῦ ἐστι» και «ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει», ώστε να μη παρασυρθεί, μελετώντας τα έργα του Κ., μακρυά από το Χριστό, έξω και μακρυά από τον Οποίο δεν υπάρχει, κατά το μεγάλο απολογητή Pascal, παρά μονάχα σκοτάδι και σύγχυση (βλ. Σκέψεις, μετ. Π. Αντωνοπούλου, Αθήνα, σ. 171).

Αν δεν πιστεύει δε και στα λόγια του Χριστού, τότε δεν είναι χριστιανός, αλλά αντίχριστος, όπως ακριβώς ήταν και ο Ν.Κ., που δίκαια χαρακτηρίστηκε από το Δ. Καραχάλιο «ο μεγαλύτερος αντίχριστος της παγκοσμίου λογοτεχνίας όλων των αιώνων» («Ορθόδοξος Τύπος», 8 Αυγούστου 1997).
__________________________________________________________________

Δημοσιεύτηκε σε 11 συνέχειες στον Ορθόδοξο Τύπο
Από τις 9 Οκτωβρίου 1998 μέχρι τις 18 Δεκεμβρίου 1998



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης