Η Εκκλησιαστική περιουσία και ο βιοπορισμός των Ιερέων στο στόχαστρο της Παγκοσμιοποίησης


Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΠΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΙΕΡΕΩΝ
ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

Εδώ και τουλάχιστον ένα αιώνα είναι στο στόχαστο της Παγκοσμιοποιήσεως η αφαίρεση της εκκλησιαστικής περιουσίας και η παύση της εκκλησιαστικής μισθοδοσίας των Κληρικών. Σκοπός είναι το να εγκαταλείψει η Εκκλησία την εμμονή στα ιερά δόγματα και τα ήθη Της, εξαρτώμενη από τις κοινωνικές εξελίξεις.

Η μελέτη της διαμορφούμενης Νέας Τάξεως Πραγμάτων δεν μπορεί να παρακάμψει τις απόψεις του γνωστού σοσιαλιστή φιλοσόφου, μαθηματικού, διανοουμένου και συγγραφέως Μπέρτραντ Ράσσελ (Bertrand Russell, 1872 – 1970). Ο Ράσσελ, νομπελίστας Φιλολογίας το 1950 και κάτοχος του αγγλικού βασιλικού τίτλου του Order of Merit (OM) από το 1949, υπήρξε και ένας από τους πλέον προβεβλημένους αθέους αριστερούς διανοουμένους, που υπηρέτησαν μεταξύ άλλων και την εκλαΐκευση της αντι-θρησκευτικής και ιδιαιτέρως της αντι-χριστιανικής «επιστημονικής» και φιλοσοφικής προπαγάνδας στον 20ό αιώνα [1].

Η μελέτη των διεθνιστικών απόψεων του Ράσσελ τον κατατάσσει ανεπιφυλάκτως μεταξύ των νεο-ταξιτών. Είναι όμως άκρως ενδιαφέρουσα η νεο-ταξική στοχοθεσία που διατυπώνει ο Ράσσελ για την αφαίρεση της εκκλησιαστικῆς περιουσίας: σκοπός δεν είναι απλώς η διαμοίρασή της στο λαό (κατά τις μπολσεβικικές επαγγελίες), αλλά (1) η αποδυνάμωση της «θεολογικής-δογματικής ακαμψίας» της χριστιανικής Εκκλησίας. Παρομοίως, (2) ο βιοπορισμός των Ιερέων όχι από τα εκκλησιαστικά ταμεία, αλλά από άλλο επάγγελμα, δεύτερη ενασχόληση, θα συντείνει, κατά τον Ράσσελ, στην ευχερέστερη ενσωμάτωσή τους στην κοινωνική πραγματικότητα, μακριά από «παγιωμένες» και «ξεπερασμένες» εκκλησιαστικές ιδέες (βλ. τα κατωτέρω παραθέματα).

Ο Ράσσελ υπήρξε μέλος της Φαβιανής Εταιρείας (“Fabian Society”), της προδρόμου του αριστερού Εργατικού Κόμματος της Μ. Βρεττανίας, μέλη της οποίας ίδρυσαν και το London School of Economics· αξιοσημείωτο είναι ότι το έμβλημα της Φαβιανής Εταιρείας είναι ο προβατόσχημος λύκος, όπως αποτυπώθηκε στο βιτρό “Fabian Window” που σχεδίασε ο Μπέρναρ Σω το  1910, με φανερά λοιπόν, αντιχριστιανική σημασιοδότηση (πρβλ. Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 7, 15). Μέλη της Εταιρείας αυτής υπήρξαν πολύ ουσιαστικοί, αν και παρασκηνιακοί, παράγοντες, «avant-garde», του μοντερνισμού του 20ού αιώνος: η σοσιαλίστρια και συνδικαλίστρια Άννυ Μπεζάντ (1847-1933), αρχηγός του μεικτού Μασονικού Τάγματος Le Droit Humain, δεύτερη ηγέτιδα της θεοσοφικής κινήσεως -μετά την Έλενα Μπλαβάτσκυ- και θερμή υπέρμαχος του φεμινισμού· επίσης, ο γνωστός αριστερός συγγραφεύς George Bernard Shaw (1856-1950), που υποστήριζε την ευγονική, τη βελτίωση της ανθρωπίνης φυλάς μέσω γενετικής επεμβάσεως ή γενετικής επιλογής· η Emmeline Pankhurst (1858-1928), γνωστή φεμινίστρια και σουφραζέτα, και πολλοί άλλοι. Η Φαβιανή Εταιρεία έλαβε το όνομά της από τον Ρωμαίο Στρατηγό Φάβιο Μάξιμο (280-203 π.Χ.) και την  τακτική του, τον υπομονετικό, αργό, πόλεμο φθοράς. Γι΄ αυτό το δεύτερο έμβλημα της “Fabian Society” ήταν η επιτιθέμενη χελώνα με το σύνθημα «Όταν χτυπώ, χτυπώ γερά» (“When I strike, I strike hard”). Ο Βρεττανός πρώην Πρωθυπουργός Tony Blair είναι μέλος της Φαβιανής Εταιρείας, η οποία δραστηριοποιείται ακόμη ως think tank με σκοπό τη σταδιακή και έμμεση παγκοσμιοποίηση της οικονομίας [2].

Στα παραθέματα του Ράσσελ που θέτουμε αμέσως πιο κάτω, από το έργο του «Αρχές της κοινωνικής αναδόμησης» του έτους 1916 είναι ωμή η σχετική διατύπωση. Ενδεχομένως δε, εξηγεί και πολλά από όσα ρυθμίζονται εις βάρος και της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο παρόν, αλλά και το άμεσο μέλλον, όσον αφορά στην οικονομική της αυτοδυναμία και επιβίωση, με απώτερο στόχο τη δογματική της «ευελιξία».

«Η περιουσία που είναι διαθέσιμη μόνο για εκείνους που θα υποστηρίξουν ένα καθιερωμένο θεσμό, έχει την τάση να αλλοιώνει τις κρίσεις των ανθρώπων όσον αφορά στο εξαίρετον του θεσμού. Η τάση χειροτερεύει, όταν η περιουσία συνδέεται με την κοινωνική εκτίμηση και ευκαιρίες για ποταπή εξουσία. Είναι το χείριστον, όταν ο θεσμός είναι δεμένος δια νόμου με ένα αρχαίο σύμβολο πίστεως, το οποίο είναι σχεδόν αδύνατο να αλλάξει, και το οποίο όμως είναι εκτός επαφής με την ελεύθερη από χειροπέδες σκέψη της σήμερον. Όλες αυτές οι αιτίες συνδυάζονται για να βλάψουν την ηθική δύναμη της Εκκλησίας» [3].

«Για να μη είναι η θρησκεία βλαπτική σε ένα κόσμο ταχύτατων αλλαγών, πρέπει, όπως η Κοινωνία των Φίλων, να διευθύνεται από ανθρώπους που έχουν άλλες απασχολήσεις κατά τη διάρκεια της εβδομάδος, που κάνουν τη θρησκευτική τους εργασία από ενθουσιασμό, χωρίς να λαμβάνουν καμμία αμοιβή [...] Εκτός από την περίπτωση μιας αρκετά στατικής κοινωνίας, καμμιά θρησκευτική ζωή δεν μπορεί να είναι ζώσα ή αληθινή υποστήριξη στο πνεύμα, εκτός εάν είναι απελευθερωμένη από τον ονειρικό δαίμονα της επαγγελματικής ιερωσύνης» [4].

Για να μη νομίσουμε ότι ο Ράσσελ είχε πράγματι ως μέριμνα την απαλλαγή των Ιερωσύνης από τον στυγνό επαγελματισμό και την διασφάλισή της ως λειτουργήματος, όπως και είναι, δήθεν προς σωτηρία της «ηθικής δύναμης της Εκκλησίας», ο ιστορικός της φιλοσοφίας Jack Pitt μας ερμηνεύει τη σχετική σκέψη του Ράσσελ: ● «Είναι η άποψη του Ράσσελ, ότι με τη διάλυση της επαγγελματικής ιερωσύνης θα ανέρχονταν θρησκευτικοί ηγέτες που θα ήταν πολύ πιο κοντά στην κοινή ζωή και λιγότερο ασχολούμενοι με κοινωνικές ασχετοσύνες. Θα ήταν πιο ελεύθεροι από θεσμικές και ιστορικές προκαταλήψεις όσον αφορά στα ηθικά και θρησκευτικά θέματα, και θα υπήρχε μικρότερη τάση σ’ αυτούς να απομονώνονται από τους οπαδούς τους» [5].

Η απαρέσκεια του Ράσσελ για τα εκκλησιαστικά δόγματα, μια απαρέσκεια που συναντούμε και σε όλες τις μυστικές και αντίχριστες Εταιρείες και τη σύγχρονη «πολυ-πολιτισμικότητα», είναι σαφώς όπισθεν των μέτρων που προτείνει ο Ράσσελ για να «απαγκιστρωθεί» η Εκκλησία από τα «μη εξελισσόμενα» δόγματα, ώστε να μη αποτελούν τα δόγματα τον γνώμονα για τη διατήρηση εισοδήματος, θέσεως και εξουσίας στην κοινωνία· φαινομενικώς, όμως, ο Ράσσελ ενδιαφέρεται για το κύρος της Εκκλησίας:

«Δεν είναι τόσο ότι το σύμβολον πίστεως της Εκκλησίας είναι εσφαλμένο. Αυτό που δεν πάει καλά είναι η ίδια η ύπαρξη συμβόλου πίστεως. Από τη στιγμή που το εισόδημα, η θέση και η εξουσία εξαρτώνται από την αποδοχή οποιουδήποτε δόγματος, η διανοητική ειλικρίνεια είναι σε κίνδυνο. Οι άνθρωποι θα λένε στον εαυτό τους ότι η επίσημη κατάφαση είναι δικαιολογημένη, χάρις στο καλό που θα τους επιτρέψει να κάνουν [...] Αλλά το κακό είναι μεγαλύτερο όσον αφορά στην Εκκλησία, διότι η θρησκεία είναι μεγαλύτερης σημασίας από την πολιτική, και επειδή είναι περισσότερο αναγκαίο οι υπερασπιστές της θρησκείας να είναι εντελώς άνευ μώμου» [6].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ
[1]. Βλ. την παλαιότερη μελέτη της ιστοσελίδος μας «Bertrand Russell - Αθεϊστική παιδεία, η απάνθρωπος, και το νέο Παγκόσμιο Κράτος» http://www.impantokratoros.gr/bertrand-russell.el.aspx
[2]. «Bertrand Russell», http://en.wikipedia.org/wiki/Bertrand_Russel#Views_on_religion
«Fabian Society», http://en.wikipedia.org/wiki/The_Fabian_Society
«Fabian Window», http://en.wikipedia.org/wiki/Fabian_Window
«Annie Besant», http://en.wikipedia.org/wiki/Annie_Besant

[3]. BERTRAND RUSSELL, Principles of Social Reconstruction, Allen and Unwin, London 1916, σελ. 139· «Property which is only available for those who will support an established institution has a tendency to warp men's judgments as to the excellence of the institution. The tendency is aggravated when the property is associated with social consideration and opportunities for petty power. It is at its worst when the institution is tied by law to an ancient creed, almost impossible to change, and yet quite out of touch with the unfettered thought of the present day. All these causes combine to damage the moral force of the Church».
[4]. Αυτόθι, σελ. 140· “If religion is not to be harmful in a world of rapid change, it must, like the Society of Friends, be carried on by men who have other occupations during the week, who do their religious work from enthusiasm, without receiving any payment [...] Except in a quite stationary society, no religious life can be living or a real support to the spirit unless it is freed from the incubus of a professional priesthood.”
[5]. JACK PITT, “Russell on Religion”, International Journal for Philosophy of Religion, vol. 6, n. 1 (1975) 44· “It is Russell's view that with the dissolution of the professional priesthood there would arise religious leaders who would be much closer to common life and less concerned with social irrelevancies. They would be freer of institutional or historical preconceptions concerning moral and religious questions, and there would be less tendency for them to be isolated from their followers. Whether these consequences would in fact follow, there is probably insufficient evidence to know, but his proposal is more harmonious with the moral teachings of religion than an organizational chain of command whose closest analog is to be found in the world's military forces.”
[6]. BERTRAND RUSSELL, ένθ’ ανωτ., σελ. 139· «It is not so much that the creed of the Church is the wrong one. What is amiss is the mere existence of a creed. As soon as income, position, and power are dependent upon acceptance of no matter what creed, intellectual honesty is imperilled. Men will tell themselves that a formal assent is justified by the good which it will enable them to do. They fail to realize that, in those whose mental life has any vigour, loss of complete intellectual integrity puts an end to the power of doing good, by producing gradually in all directions an inability to see truth simply. The strictness of party discipline has introduced the same evil in politics; there, because the evil is comparatively new, it is visible to many who think it unimportant as regards the Church. But the evil is greater as regards the Church, because religion is of more importance than politics, and because it is more necessary that the exponents of religion should be wholly free from taint».


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Print-icon 

Login-iconLogin