ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΡΜΑ
 

Του Πρωτ. Κυριακού Τσουρού
Γραμματέως της Σ.Ε. επί των αιρέσεων
 

(δ’ μέρος)
 

Μέχρι τώρα είδαμε τι υποστηρίζουν οι «μετενσαρκωτές» περί μετενσάρκωσης και κάρμα. Είδαμε ακόμη τους αυθαίρετους ισχυρισμούς τους στην προσπάθειά τους να στηρίξουν την κακοδοξία τους, ακόμη και σε εδάφια της Αγίας Γραφής, διαστρεβλώνοντας, όχι μόνο το πνεύμα της, αλλά και την κατά γράμμα σημασία των κειμένων.
 

Ολοκληρώνομε την σειρά των άρθρων μας διατυπώνοντας συμπερασματικά την Ορθόδοξη θεώρηση.
 

8. Ορθόδοξη θεώρηση
 

Από Ορθοδόξου θεωρήσεως, πολλά ερωτήματα θα μπορούσαν να τεθούν σε σχέση με τη δοξασία αυτή. Μερικά τέτοια βασικά ερωτήματα διατυπώνει ο μακαριστός π. Αντ. Αλεβιζόπουλος: «Πώς είναι δυνατόν η ψυχή, που αποτελεί ‟προβολή” του Απολύτου, να χάσει τη συνειδητότητα της θεϊκής της κατάστασης και να αρχίσει την περιπλάνηση στον υλικό κόσμο, για να αποκτήσει κάτι που προφανώς δεν είχε, την εμπειρία της ύλης; Πώς είναι δυνατόν να ‟παγιδευθεί” μέσα στην ύλη το τέλειο Πνεύμα; Πώς και γιατί έπρεπε να ενσαρκωθεί πρώρα σε ‟κατώτερους φορείς”, όπως είναι η αμοιβάδα, προκειμένου να αρχίσει στη συνέχεια την ‟εξελικτική πορεία” προς τα πάνω;»1.
 

Κι ακόμη, τίθενται πολλά άλλα ερωτήματα, όπως: Το «κάρμα» ποιας προσωπικότητας και για ποιες καλές ή κακές πράξεις της σε προηγούμενη ζωή «πληρώνει» η νέα ενσάρκωση, αφού τίποτε δεν θυμάται απ’ αυτά; Είναι δυνατόν όλα αυτά να είναι αποτέλεσμα του σκληρού «φυσικού» νόμου του «κάρμα», νόμου απρόσωπου και «άλογου», όπως διατείνονται οι «μετενσαρκωτές», που κρίνει λογικές πράξεις ενός λογικού όντος, όπως είναι ο άνθρωπος; Κι ακόμη, τι αξία έχει να τιμωρείται κάποιος άνθρωπος για πράξεις που διαπράχθηκαν από κάποιο ον του είδους του -ή ενδεχομένως και άλλου ζωικού είδους- πριν από 500 ή και περισσότερα χρόνια; Πώς πρέπει να αιτιολογηθούν ηθικά οι πράξεις των ανθρώπων, αν δηλαδή είναι καλές ή κακές, και από ποιον, αφού οι «μετενσαρκούμενοι» υποχρεώνονται στην διάπραξή τους από τον αμίληκτο «Νόμο του Κάρμα»; Όχι μόνο, αλλά πράξεις ανήθικες που διαπράττονται από τους ανθρώπους «μπορεί να θεωρηθούν ως ιδιότητες του Θεού»2. Και προς τι, αλήθεια, όλη αυτή η «ταλαιπωρία», αφού, κατά την δοξασία αυτή, μετά την λήξη του ατέλειωτου κύκλου των γεννήσεων και των θανάτων, την σαμσάρα, ο άνθρωπος θα παύσει πλέον να υπάρχει ως πρόσωπο, ως ιδιαίτερη οντότητα; Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπάρχει ταυτότητα προσώπων μεταξύ δύο μετενσαρκώσεων, όταν η νέα, υποτίθεται, ενσάρκωση της «ψυχής» ζει μέσα σε ένα διαφορετικό σώμα, μέσα σε μια διαφορετική ψυχοσωματική ανθρώπινη υπόσταση;

Ο όλος άνθρωπος, ως ελεύθερο πρόσωπο, είναι ανεπανάληπτος και είναι αυτός που είναι συνολικά, ως διφυής ψυχοσωματική οντότητα. Ό,τι πράττει, το πράττει όχι μόνο με την «ψυχή» του, αλλά και με το σώμα του. Δεν μπορεί λοιπόν το ίδιο πρόσωπο να ζει μέσα σε δύο ή περισσότερα σώματα-νέες ζωές. Εκείνο που υποτίθεται ότι «ξαναζεί» είναι μόνο το δήθεν πνευματικό στοιχείο ενός όντος, χωρίς το σώμα με το οποίο έζησε σε μία δήθεν προηγούμενη ζωή του και με το οποίο συσσώρευσε δήθεν το «κάρμα» του. Αυτό όμως δεν είναι ολόκληρος ο προηγούμενος άνθρωπος, που εδημιούργησε το «κάρμα». Επομένως, άλλος «πληρώνει» για άλλον.

Η «Νέα Εποχή» απαντά ότι όλα αυτά τα επιβάλλει ο άτεγκτος «νόμος του κάρμα». Πρόκειται για έναν αυθαίρετο ισχυρισμό, που επιδιώκει να δώσει μια αληθοφανή και «λογική» τάχα απάντηση στο πρόβλημα του «Κακού», δημιουργεί όμως σειρά ανυπέρβλητων θεολογικών και φιλοσοφικών προβλημάτων.

Είναι πράγματι παράλογο να δεχθούμε, ότι ένας «φυσικός» απρόσωπος νόμος καθορίζει την ζωή, τις αποφάσεις, την «τύχη» και την αιώνια ύπαρξη λογικών όντων, όπως είναι ο άνθρωπος, ο οποίος, σε τελευταία ανάλυση, δεν μπορεί να υπερζήσει και να υπερισχύσει αυτού του σκληρού «νόμου» αλλά «μοιραία» υπόκειται στην προσωπική του εκμηδένιση. Επί πλέον, η δοξασία αυτή στερεί από τον άνθρωπο την δυνατότητα να αξιοποιήσει ελεύθερα τον χρόνο της ζωής του για την δική του τελείωση, εφ’ όσον ζει για να «πληρώσει» πράξεις και συμπεριφορές κάποιων άλλων οντοτήτων, άγνωστων σ’ αυτόν, που του επιβάλλουν όμως αυθαίρετα τις δικές τους «αμαρτίες».

Με την θεωρία αυτή αφαιρείται κάθε ηθική ευθύνη από τον άνθρωπο για τις πράξεις του. Ένας «κακός» άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κακός, καθόσον ό,τι πράττει ή υφίσταται στην ζωή του δεν είναι αποτέλεσμα των δικών του ελεύθερων ηθικών επιλογών, αλλά ένα «χρέος» κάποιας άλλης προηγούμενης οντότητας, η οποία φιλοξένησε την ίδια ψυχή σε μια προηγούμενη, δήθεν, ζωή, και το οποίο «εξοφλεί» τώρα η ίδια εκείνη ψυχή μέσα σε ένα άλλο σώμα.

Ο Δημιουργός Θεός, ο Οποίος, κατά την χριστιανική διδασκαλία, «εποίησε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν αυτού» (Γεν. α’ 26), υποκαθίσταται, στην πανθεϊστική δοξασία της μετενσάρκωσης, από ένα σκληρό, απρόσωπο «φυσικό» νόμο, «αντιστρατευόμενον» την αγάπη, την φιλανθρωπία και την παντοδύναμη ιδιότητα και εξουσία του Θεού. Και ο άνθρωπος, ο «κατ’ εικόνα» Θεού δημιουργημένος, και προς το «καθ’ ομοίωσιν», διά της κάθαρσης, του φωτισμού και της θέωσης πορευόμενος, (όπως η χριστιανική Πίστη διδάσκει), για την «Νέα Εποχή» παύει να είναι «πρόσωπο», αποτελεί απλώς μια απρόσωπη «εκδήλωση» του επίσης απρόσωπου «Όλου», της οποίας το τέλος είναι η εκμηδένιση!! Η  δοξασίας αυτή είναι μια πορεία χωρίς φως και ελπίδα. Εγκλωβίζει τον άνθρωπο σ’ ένα «φαύλο κύκλο», σε μια απέραντη, αφόρητη και τρομακτική μοναξιά και τον οδηγεί να αναζητά απεγνωσμένα την «λύτρωση» μέσα από ένα νέο «πίθον Δαναΐδων».

Επομένως, η δοξασία αυτή είναι ασυμβίβαστη με την Χριστιανική Πίστη, είναι μια αντιχριστιανική δοξασία. «Δεν μπορεί κανείς να πιστεύει στην μετενσάρκωση χωρίς να αρνηθεί την ελπίδα της αναστάσεως. Δεν μπορεί να πει “προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος”, και ταυτόχρονα να ομολογήσει πίστη στο κάρμα και στη μετενσάρκωση»3. Πρόκειται για ασυμβίβαστες και αντίθετες μεταξύ τους διδασκαλίες. Το να υποστηρίζει λοιπόν κάποιος το αντίθετο δηλώνει άγνοια, ή σύγχυση και πλάνη, αν μη και σκοπιμότητα, με στόχο την παραπλάνηση Ορθοδόξων πιστών.

9. Συμπεράσματα

Η δοξασία της μετενσάρκωσης είναι αναμφισβήτητα μια καθαρά αντιχριστιανική δοξασία, που υπερβαίνει ακόμη και τους νόμους της λογικής. Είναι, όπως είπαμε, η αναπόφευκτη συνέπεια σήμερα της περί απρόσωπου «θεού» ολιστικής διδασκαλίας της «Νέας Εποχής». Ο άνθρωπος ως κατ’ ουσίαν «θεός» -μη υπάρχοντος προσωπικού Θεού- είναι αθάνατος ως μέρος του «θείου όλου» και επομένως «ανακυκλώνεται» συνεχώς υπό διάφορες μορφές μέσα στο σύμπαν, σειρόμενος από τον άτεκτο «Νόμο του Κάρμα». Αλλά και ως «αθανασία της ψυχής» προβαλλόμενη αυτή δοξασία της «Νέας Εποχής» δεν έχει καμμία σχέση με την Ορθόδοξη διδασκαλία. Κατά την Αγία Γραφή η «ψυχή», το πνευματικό στοιχείο του ανθρώπου, δεν είναι φύσει αθάνατο, όπως ο αιώνιος Θεός. Είναι δημιούργημα του Θεού και η αθανασία δωρίζεται στον άνθρωπο κατά χάριν. Η διδασκαλία αυτή της Αγίας Γραφής, διαφοροποιείται ακόμη και από την αρχαιοελληνική αντίληψη περί αθανασίας της ψυχής, όπως π.χ. στον Πλάτωνα. Ο άνθρωπος, ως ψυχοσωματική οντότητα ζει μια και μόνη φορά επί της γης, αξιοποιώντας σωστά το χρόνο της ζωής του, για να γίνει κατά χάριν αθάνατος.

Στη λαχτάρα του ανθρώπου να γνωρίσει τον αιώνιο προορισμό του ο πανθεϊστικός Ινδουισμός και η χωρίς Θεό «Νέα Εποχή» του αντιπροτείνουν μια ανθρώπινη τεχνική, για να φθάσει μόνος του (με τις δικές του μόνο δυνάμεις) στη «λύτρωση». Δεν του υπόσχονται όμως την αιώνια ζωή, αλλά την τέλεια ανυπαρξία, την εκμηδένιση. Θα είναι μακάριος διότι θα πάψει να υπάρχει.

Η γέννηση για τους οπαδούς της μετενσάρκωσης είναι «κακά νέα», είναι απευκτέα, είναι τιμωρία. Αντιθέτως, η Αγία Γραφή κηρύσσει ότι ο Θεός φέρνοντας τον άνθρωπο στη ζωή τον έθεσε μέσα στον «παράδεισο» ως τόπο «τρυφής» και όχι σε «κολαστήριο» και τόπο τιμωρίας. «Η αγία Γραφή υπογραμμίζει πως τιμωρία για τον άνθρωπο δεν είναι η ζωή μέσα στο σώμα, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ο Θεός προειδοποίησε τον άνθρωπο ότι η βιολογική του ζωή θα τερματισθεί όταν αμαρτήσει και όχι όταν μείνει πιστός. Αν η ζωή ήταν αποτέλεσμα του ‟κάρμα” και αρνητικής στάσης του ανθρώπου στην κατάσταση του πνευματικού όντος, τότε έπρεπε οι αμαρτωλοί να ζουν και οι δίκαιοι να πεθαίνουν. Γιατί αυτή η ζωή θα ελογίζετο κατάρα και όχι η απαλλαγή από τη ζωή»4. Όπως, πολύ εύστοχα τονίζει ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος: «Αν πάρουμε σαν βάση, πως η σύνδεση της ψυχής με το σώμα αξιολογείται αρνητικά, πρέπει να απορρίψουμε ολόκληρο το έργο του Χριστού»5.

Είναι πασιφανές ότι όλη αυτή η θεωρία είναι επανάληψη του «ευαγγελίου του όφεως», όπου σύμφωνα με τις υποδείξεις του Διαβόλου, οι πρωτόπλαστοι θα ήσαν «ως θεοί» (Γεν. β’ 5), μακράν του Θεού και χωρίς τον Θεό. Πρόκειται δηλαδή για σκληρή αθεΐα, γιατί κηρύττει την αυτοσωτηρία.

Αναπόφευκτη συνέπεια όλης αυτής της αντιχριστιανικής δοξασίας είναι η απόρριψη και κατάργηση της σωτήριας μετάνοιας. Ο ληστής επί του σταυρού, με το «Μνήσθητί μου» και ο τελώνης με το «ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», εκέρδισαν ως δώρο, σε μια και μόνη στιγμή μετανοίας, την αιώνια μακαριότητα. Ο «μετενσαρκούμενος» είναι καταδικασμένος σε μια ατέλειωτη σειρά «ζωών» μόνος του -χωρίς Θεό ώστε να έχει τη δυνατότητα να τον συγχωρήσει- να αναζητεί μια απέλπιδη λύση στο πρόβλημα της υπάρξεώς του, με μόνη τη δική του προσπάθεια, με μια σειρά ανώφελων τεχνικών.

Σε αντίθεση με την δοξασία αυτή ο Χριστιανισμός πιστεύει στην ανάσταση του ανθρώπου, πρόδρομος της οποίας είναι η Ανάσταση του Χριστού. Αυτήν ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Για τον Χριστιανό, τον θάνατο ακολουθεί η δικαία Κρίση του Χριστού και η αιώνια ζωή στη Βασιλεία του Θεού και όχι η εκμηδένιση. Γι’ αυτό «ο Χριστιανός δεν επιδιώκει την ‟απελευθέρωση” από τη ζωή μέσα στο σώμα, αλλά την ελευθερία από την αμαρτία και από το θάνατο. Αυτή η ελευθερία, που ταυτίζεται με τη σωτηρία μας, δεν αποκτάται με ανθρώπινες προσπάθειες, αλλά είναι δώρο του Θεού»6.

Η ψυχή και το σώμα κάθε ανθρώπου μαζί αποτελούν ένα πρόσωπο και είναι ανεπανάληπτα, δεν δανείζονται. Και τα δύο είναι κτιστά, όμως η ψυχή έχει μεν αρχή, αλλά δεν έχει τέλος. Ως πνευματικό στοιχείο, το οποίο «ενεφύσησεν» εντός του ο Δημιουργός, ζει αιώνια.

Γι’ αυτό, μετενσάρκωση και ανάσταση είναι άκρως αντίθετα δόγματα και, κατά συνέπεια, είναι αδύνατο για τον Χριστιανό να αποδέχεται και την δοξασία της μετενσάρκωσης. «Με την πίστη στην μία ανάσταση των νεκρών, όπως την διδάσκει η Εκκλησία, διασώζεται η μοναδικότητα, η ελευθερία και η υπευθυνότητα του ανθρωπίνου προσώπου»7. Με την μετενσάρκωση χάνεται η μοναδικότητα, η ελευθερία και η ηθική αξία του πνευματικού αγώνα και των πράξεων του Χριστιανού.

Εξ άλλου, ο Απόστολος Παύλος, στην προς Εβραίους επιστολή του μας διαβεβαιώνει ότι «απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε ταύτα κρίσις» (η’ 27). Και ασφαλώς, εφ’ όσον «άπαξ» αποθνήσκει ο άνθρωπος «άπαξ» και γεννιέται. Η κακοδιδασκαλία της μετενσάρκωσης, πλην της καταδίκης της από την ίδια την ομολογία του «Συμβόλου της Πίστεως» και τις αναρίθμητες Πατερικές απορρίψεις της, έχει καταδικαστεί και από την Σύνοδο του 1357 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, η οποία παράλληλα με την περί θείων ενεργειών θεολογία της κατεδίκασε και την δοξασία της μετενσάρκωσης8.

Ο Χριστός σαρκώθηκε για να μεταμορφώσει τον άνθρωπο σε «καινή κτίση». Προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, την εδόξασε και την «ανέλαβε» στους ουρανούς και υπεσχέθη στους μαθητές Του, ότι _«πορεύομαι για να ετοιμάσω για σας τόπο… ώστε όπου είμαι εγώ να είστε κι εσείς» (Ιωάν. ιδ’ 3-4), για να ζουν αιωνίως μαζί Του.

Ολόκληρη η Αγία Γραφή καταγράφει την ιστορία της απολυτρώσεως του ανθρώπου από την κατάρα του θανάτου. Ο ίδιος ο Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι «εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ιωάν. ι’ 10).

Ο Απ. Παύλος εύχεται στους Θεσσαλονικείς «Αυτός δε ο Θεός της ειρήνης αγιάσαι υμάς ολοτελείς και ολόκληρον υμών το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τηρηθείη» (Α’ Θεσσ. Ε’ 23).

Κάθε ισχυρισμός, λοιπόν, ότι το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης είναι το μηδέν του Νιρβάνα ή η συγχώνευση με το απρόσωπο «Ένα» της «Νέας Εποχής», αποδεικνύεται ως αντιχριστιανική και σατανική παγίδα.

Κλείνομε με τους λόγους του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος, συνδυάζοντας την χριστιανική πίστη με τη σοφή λογική, ανατρέπει την δοξασία της μετενσάρκωσης και κηρύττει την ανάσταση: «Ει δε ανάστασις νεκρών ουκ έστιν, ουδέ Χριστός εγήγερται· ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών, ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται. Ει γαρ νεκροί ουκ εγείρονται, ουδέ Χριστός εγήγερται· ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών· έτι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών. Άρα και οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο ει εν τη ζωή ταύτη ηλπικότες εσμέν εν Χριστώ μόνον, ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν. Νυνί δεν Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο» (Α’ Κορ. ιε’ 12-20).

Σημ. Συνιστούμε για περαιτέρω πληροφόρηση τα βιβλία:  

- π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου, Μετενσάρκωση ή ανάσταση; (Ορθόδοξη θεώρηση του κακού), εκδ. Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα, 1992.

- Ευαγγέλου Καρακοβούνη, Μετενσάρκωση, η μεγάλη πλάνη, Ασυμβίβαστη με το Χριστιανισμό, έκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1996.


____________________
1. π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου, μνημ. έργ. σσ. 121-122.
2. Mark Albrecht, μνημ. έργ. σ. 10.
3. π. Αντ. Αλεβιζοπούλου, μνημ. έργ., σ. 128.
4. π. Αντ. Αλεβιζοπούλου, αυτόθι, σ. 114.
5. π. Αντ. Αλεβιζοπούλου, μνημ. έργ., σ. 62.
6. π. Αντ. Αλεβιζοπούλου, μνημ. έργ., σ. 67.
7. Αρχιμ. Αυγ. Μύρου, Όχι μετενσάρκωση, αλλά ανάσταση, περιοδ. «Λειμωνάριον», τ. 20, σ. 3.
8. Αρχιμ. Ιεροθ. Βλάχου, Το ανεπανάληπτο της ανθρώπινης ζωής, εφημ. Εκκλησιαστική Αλήθεια, 1.10.1990, σ.6.

 

Περιοδικό "διάλογος"
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2015, ΤΕΥΧΟΣ 82

Για να γίνετε συνδρομητής στο Περιοδικό Διάλογο καλέστε στο 2106396665
(το περιοδικό αποστέλλεται δωρεάν)






Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης