Πρωτοπρεσβύτερος Ευάγγελος Παχυγιαννάκης

Ιστορικές αναφορές στην Αγία Ζώνη

Σήμερα κλείνει ο μήνας Αύγουστος με τη Θεομητορική εορτή της Αγίας Ζώνης.

Η εορτή αυτή, όπως και οι άλλες εορτές της Παναγίας μας, είναι αγαπητή στον ευσεβή λαό μας και γιορτάζεται με την ίδια πίστη και ευλάβεια σε όλη την ανά την οικουμένη ορθοδοξία. Έτσι, λοιπόν, με την ευκαιρία της εορτής της Τιμίας Ζώνης της Παναγίας, θα αναφερθούμε δι’ ολίγων σε ορισμένα από τα πολλά ιστορικά γεγονότα, με τα οποία έχει συνδεθεί, σύμφωνα με τις εγκυρότερες επικρατούσες πηγές.

Η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου, διαιρεμένη σήμερα σε τρία τεμάχια, είναι το μοναδικό λείψανο ή κειμήλιο που σώζεται από την επίγεια ζωή της και φυλάσσεται στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Σύμφωνα με την παράδοση, η Αγία Ζώνη φτιάχτηκε από τρίχες καμήλας από την ίδια την Θεοτόκο, και μετά την Κοίμησή της, κατά την Μετάστασή της στους ουρανούς, την παρέδωσε στον απόστολο Θωμά.

Μετά, την Τιμία Ζώνη ανάλαβαν να διαφυλάξουν δύο πτωχές ευσεβείς γυναίκες στα Ιεροσόλυμα. Η Παναγία, λίγο πριν την Κοίμηση της, είχε δώσει εντολή στον Ευαγγελιστή Ιωάννη να μοιράσει σε αυτές και τις δύο εσθήτες της. Το έργο της διαφύλαξης από γενιά σε γενιά συνέχισε μία ευλαβής παρθένος καταγομένη από την οικογένεια αυτή. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Αρκαδίου, γιού του Μ. Θεοδοσίου, έγινε η μεταφορά της Τιμίας Ζώνης στην Κωνσταντινούπολη. Την κατέθεσε σε μία υπέροχη λειψανοθήκη, την οποίαν ονόμασε «αγίαν σορόν». Η κατάθεση έγινε στις 31 Αυγούστου και αυτό το γεγονός εορτάζομε.

Μετά από λίγα χρόνια ή κόρη του Αρκαδίου, αυτοκράτειρα Πουλχερία, ανάγειρε τον λαμπρό ναό των Χαλκοπρατείων και κατάθεσε εκεί την Τιμία Ζώνη. Η ίδια η αυτοκράτειρα την διακόσμησε με χρυσή κλωστή, έτσι όπως σώζεται μέχρι σήμερα.

Τον επόμενο αιώνα, άγνωστο πότε και με ποιόν τρόπο, μεταφέρθηκε η Τιμία Ζώνη στην Ζήλα της Καππαδοκίας, νότια της Αμασείας. Στήν Κωνσταντινούπολη μεταφέρθηκε ξανά στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού του Α΄ (527-565), κτήτορα της Αγίας Σοφίας. Ο διάδοχός του Ιουστίνος Β΄ και η σύζυγός του Σοφία ανακαίνισαν τον ναό των Χαλκοπρατείων και ανήγειραν παρεκκλήσιο της Αγίας Σοροῦ. Πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα φυλασσόταν ἡ Τιμία Ζώνη.

Γύρω στο 1150 η Τιμία Ζώνη βρισκόταν στο Μεγάλο Παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως, στο ναό του Αγίου Μιχαήλ. Μάλλον είχε τεμαχιστεί και τεμάχια είχαν μεταφερθεί στους ναούς της Πόλης. Τον 12ο αιώνα, στα χρόνια της βασιλείας του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1143-1180), καθιερώθηκε επίσημα η εορτή της Αγίας Ζώνης την 31η Αυγούστου, ενώ παλαιότερα εορταζόταν μαζί με την εορτή της Ιεράς Εσθήτος της Θεοτόκου, την 2α Ιουλίου.

Μετά την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους της Δ΄ σταυροφορίας, το 1204, κάποια τεμάχια αρπάχτηκαν από τα στίφη των βαρβάρων και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ευτυχώς δεν χάθηκαν όλα. Είναι σίγουρο ότι ένα μέρος της Τιμίας Ζώνης παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την ανακατάληψή της το 1261 από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο φυλάσσονταν στο ναό των Βλαχερνών. Η μαρτυρία ανώνυμου Ρώσου προσκυνητή στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1424-1453 είναι και η τελευταία σχετικά με την ύπαρξη της Αγίας Ζώνης στην Βασιλεύουσα. Είναι άγνωστο, τί απέγινε στη συνέχεια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453. Το μεγαλύτερο τμήμα της Τιμίας Ζώνης, που σώζεται σήμερα, φυλάσσεται στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, η οποία έφτασε στην Μονή με περιπετειώδη τρόπο.

Μία άλλη παράδοση διασώζεται την πληροφορία ότι η Τιμία Ζώνη αφιερώθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ τον Καντακουζηνό (1341-1354), ο οποίος, στη συνέχεια, παραιτήθηκε, ντύθηκε το μοναχικό ράσο κι έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ στην ίδια Μονή.

Η σχέση της Αγίας Ζώνης με την Κρήτη.

Από τους πρώτους μήνες του 1820 η μεγαλόνησος Κρήτη και μάλιστα το Ηράκλειο εμαστίζετο απὸ φοβερὴ πανώλη, εξ αιτίας της οποίας πολλοὶ κάτοικοι είχαν βρει τον θάνατο. Προκειμένου, λοιπόν, να φύγει η λοιμική εκείνη ασθένεια, ιερωμένοι προεστώτες και λαϊκοὶ Κρήτες, ελθόντες στο Άγιον Όρος, ζήτησαν απὸ την Μονὴ Βατοπαιδίου να τους αποστείλει την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου. Η Μονή, με συνοδεία πέντε μοναχών, απέστειλε τον Ιούνιο του 1820, με ιδιαίτερο καράβι, στο Μεγάλο Κάστρο της Κρήτης, το λεγόμενο «Castello di Mare» δηλ. στὸ Ἡράκλειο», τα παρακάτω ιερὰ λείψανα, με σκοπὸ η επενέργειά τους νὰ αποδιώξει το θανατικὸ απο την μεγαλόνησο:

α. Τμήμα της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου

β. Ένα Σταυρὸ με τμήμα Τιμίου Ξύλου, και

γ. Την Κάρα του Αγίου Ανδρέου, επισκόπου Κρήτης, του Ιεροσολυμίτου.

(Βλ.: Ηράκλειο, αφιέρωμα «Επταήμερο» Εφημ. «Καθημερινή» 22.9.1996 σελ. 12, όπου και σχετικὴ βιβλιογραφία).

Μετά από ταξίδι δεκαπέντε ημερών, το καράβι έφτασε στην Κρήτη. Οι πατέρες άρχισαν να τελούν αγιασμούς, ώστε να φύγει η ασθένεια με το θανατικὸ που σκόρπιζε στον λαό. Όμως, συνέβαινε, την ιδία περίοδο, οι εντόπιοι Τούρκοι που κυριαρχούσαν σ᾿ ολόκληρη την Κρήτη, να προξενούν λεηλασίες, σφαγὲς και γενικώς να επιδιώκουν την εξόντωση των χριστιανών. Οι τρεις Τούρκοι πασάδες (Ηρακλείου, Ρεθύμνου και Χανίων) δεν είχαν την ανάλογη στρατιωτικὴ δύναμη να καταστείλουν τα γεγονότα, οπότε οι χριστιανοὶ άρχισαν ένοπλον αγώνα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού (Αποστ. Βακαλοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως 1821, Αθήναι 1971, σελ. 122).

Με την έναρξη της Επαναστάσεως του 1821 οι διωγμοὶ των Τούρκων έγιναν φοβερώτεροι σ᾿ όλη την μεγαλόνησο, με αποτέλεσμα τρεις από τους πατέρες της Μονής, οι ιερομόναχοι Νεόφυτος και Αμβρόσιος και ο μοναχὸς Μακάριος, μετά απο βασανιστήρια, να θανατωθούν. Την ίδια τύχη είχε ο μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος (Παρδάλης) και οι Μητροπολίτες: Νεόφυτος (Φυντικάκης) Κνωσού, Ιωακείμ, Χερρονήσου, Ιερόθεος, Λάμπης, Σητείας, Ζαχαρίας – ο Διοπόλεως, Καλλίνικος και ο Αυλοποτάμου ήσαν πεθαμένοι με πανώλην εις την Μονήν Απεζανών, πρότερον. (Μεν. Παρλαμά, «Ιστορικά και βιογραφικά σημειώματα του Στεφ. Νικολαϊδου»…). Τότε, «το πρωί της 24ης Ιουνίου, έγινε η μεγαλύτερη σφαγή που γνώρισε η Κρήτη κι έμεινε στη μνήμη του λαού ως «ο μεγάλος αρμπεντές». Σε 800 υπολογίζονται οι νεκροί της ημέρας εκείνης στο Μεγάλο Κάστρο και στα περίχωρα. Ανάμεσά τους ήταν οι επισημότεροι Έλληνες, όπως ο διάσημος για τη λογιότητά του γιατρός Ιωάννης Ελευθεραίος (Θεοχ. Δετοράκη, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, σελ.323,324).

Ιερά Ακολουθία των Αγίων ενδόξων νέων Ιερομαρτύρων Γερασίμου Κρήτης, Νεοφύτου Κνωσού, Ιωακείμ Χερρονήσου, Ιεροθέου Λάμπης, Ζαχαρίου Σητείας Ιωακείμ Πέτρας, Γερασίμου Ρεθύμνης, Καλλινίκου Κυδωνίας, Μελχισεδέκ Κισάμου, Καλλινίκου Διουπόλεως και των συν αυτοίς εν Κρήτη μαρτυρησάντων κατά τα έτη 1821-1822, των οποίων η μνήμη εορτάζεται την 23η Ιουνίου, συνέταξαν ο νυν Μητροπολίτης Ρόδου κύριος Κύριλλος και ο Πρωτοπρεσβύτερος Ευάγγελος Παχυγιαννάκης (ΚΡΗΤΙΚΟΝ ΠΑΝΑΓΙΟΝ, τόμ. Β΄, σελ.327-341).

Οι εναπομείναντες δύο Βατοπαιδινοὶ μοναχοὶ Διονύσιος και Δωρόθεος και ο ιεροδιάκονος Παρθένιος, εν μέσω πολλαπλών κινδύνων, κρατούντες το σεντούκι με την Τιμία Ζώνη και τον Τίμιο Σταυρό, πηδήσαντες απὸ το τείχος της Μητροπόλεως Κρήτης «κατέφυγον εις εν οσπίτιον τούρκικον, απὸ τα λεγόμενα των Κουρμούληδων», κατὰ το έγγραφο, που ήσαν κρυπτοχριστιανοί. Όταν, όμως, οι Τούρκοι τους αντιλήφθησαν, τους κατεδίωξαν, τους πήραν το κιβώτιο με τα άγια κειμήλια και τα έφεραν στον βεζύρη του Ηρακλείου. Μετά τρεις μήνες έπαυσαν οι διωγμοί. Οι αγιορείτες έσπευσαν και τα εζήτησαν, αλλ᾿ «εκείνος τα παρέδωκεν εις τον Αγγλικὸν κόνσολαν κύριον Δομένικον, λαβὼν απὸ αυτὸν ιδιόχειρο ενσφράγιστο μαρτυρικὸν Γράμμα της περιλαβής των, δια ιδικήν του ασφάλειαν» (Ζαχαρία Πρακτικίδη, Συνοπτικὴ ἱστορία τοῦ κατὰ τὴν νῆσον Κρήτης… συμβὰντος πολέμου κατὰ τὸ 1821, Περιοδ. Χρυσαλλίς, τόμ. Δ´ (1866) σελ. 158).

Οι πατέρες, τότε, παρεκάλεσαν τον Άγγλον πρόξενον Κρήτης Δομήνικον Σανταντώνιον να τους προσφέρει προστασίαν. Επειδή, όμως και στο Άγγλικὸ Προξενείο εκινδύνευαν απὸ βίαιο θάνατο, ο πρόξενος, ο ἀδεφός του και η σύζυγός του Στεφανία, τους εφυγάδευσαν με σκάλες απὸ τα παράθυρα του Προξενείου και τους εμπαρκάρησαν σε καράβι με γαλλικὴ σημαία, αφού πρώτα επλήρωσαν στον πρόξενο 10.000 γρόσια, με σκοπὸ νὰ πάρει πίσω από τον ἡγεμόνα το σεντούκι με τα δύο ιερὰ λείψανα, που με κίνδυνο της ζωής τους είχαν διασώσει από την μανία των Τούρκων.

Πράγματι, ευθύς, ως αναχώρησαν οι μοναχοί, ο πρόξενος έσπευσε και παρέλαβε απὸ τον ηγεμόνα της Κρήτης το σεντούκι με τα κειμήλια. Εν τω μεταξύ, επειδὴ το καράβι συνάντησε στο ταξίδι του πολλὰ εμπόδια, αναγκάστηκε να επιστρέψει και πάλι στο Κάστρο της Κρήτης, όπου, καθὼς το είδαν οι επαναστατημένοι Τούρκοι «επήραν τους δύο καλογήρους και τους έδεσαν… και τους επήγαν δέρνοντάς τους εις τον πασάν…». Εκείνος, τον μεν Δωρόθεον εχάρισε ως δούλον σ᾿ έναν Τούρκο, τον δε Διονύσιον οι Τούρκοι εξεβίαζαν να γίνει μωαμεθανός. Μπροστά στη γενναία άρνησή του, οι Τούρκοι ετρύπησαν με πυρωμένη σούβλα τα μηνίγγια του. Μέχρι τέλους ο οσιομάρτυρας μοναχὸς παρέμεινε ανυποχώρητος… Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας τον εκρέμασαν (Γ. Μαρτζέλου, Οι Άγιοι της Μονής Βατοπαιδίου, Ιερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, ό. π., σελ. 112).

Βλέποντας ο πρόξενος, ότι οι τουρκικὲς ταραχὲς και οι διωγμοὶ συνεχίζοντο, αναγκάσθηκε και εκείνος να εγκαταλείψει την Κρήτη, παίρνοντας μαζὶ το σεντούκι με τα ιερά κειμήλια και επιπλέον την κάρα του αγίου Ανδρέα, χωρὶς τη θήκη της, που είχε παραμείνει προς φύλαξη στη Μητρόπολη με τα άλλα αφιερώματα των χριστιανών.

Όταν, λοιπόν, ο πρόξενος έφθασε στο λιμάνι της Δίας (Ντίας), βορείως του Ηρακλείου για να αποπλεύσει, το γράμμα της παραλαβής των «Αγίων» υπέγραψαν, εκτός απὸ τον ίδιο και τέσσερις ορθόδοξοι καπετάνιοι απὸ την Σκλαβουνία, δηλ. την Ανατολική Μακεδονία, εκ των οποίων ο ένας, όταν επεσκέφθη το Άγιον Όρος, εγνώρισε στοὺς μοναχοὺς της Μονής Βατοπαιδίου τα συμβάντα. Προορισμὸς του προξένου ήτο να φθάσει στὴ Μάλτα και από εκεί στη Σικελία. Όμως, στη διάρκεια του ταξιδίου έπνευσαν ισχυροί άνεμοι, το πλοίο άλλαξε πορεία και λόγῳ της καιρικής ανάγκης ελλιμενίστηκε στη Σαντορίνη. Μας είναι ακόμη άγνωστο αν ο ελλιμενισμός έγινε στον όρμο των Φηρών ή του Αθηνιού. Πιθανότερο είναι ότι έγινε στον Αθηνιό, επειδή την περίοδο εκείνη εξυπηρετούσε την οινεμπορικὴ κίνηση της νήσου, ύστερα απὸ τα βασικὰ λιμενικά του έργα ( Ματθ. Ε. Μηνδρινού, Ο ταρσανάς του Αθηνιού, εφημ. «Θηραϊκά Νέα», Οκτώβριος 1994, σελ. 1).

Φέρνοντας μαζί του ο πρόξενος και τα τρία άγια λείψανα, ανέβηκε στα Φηρά, όπου ενημέρωσε το Αγγλικό Θηραϊκό προξενείο περὶ του σκοπού της αφίξεώς του. Αρχικώς προσφέρθηκαν να τον φιλοξενήσουν οι Καθολικοὶ των Φηρών. Στη συνέχεια, όμως, γνωρίσθηκε, ως άριστος ιατρός, με άλλα σημαίνοντα πρόσωπα της πόλεως, καθὼς και με Κρητικοὺς που ήταν γνωστοὶ στὴν οικογένειά του κατὰ την διαμονή του στην Κρήτη (Βασ. Σφυρόερα, Κρητικὰ επώνυμα στις Κυκλάδες. Ανάτυπο από τα πρακτικὰ Β´ Κρητολογικού Συνεδρίου (1969), σελ. 465).

Η Αγία Ζώνη προστατεύει το Αιγαίο στις δύσκολες στιγμές του

Εν τω μεταξὺ τα πολεμικὰ γεγονότα της Επαναστάσεως είχαν απλωθεί και στις Κυκλάδες, όπου εδημιούργησαν κατάσταση αναρχίας, έξαψη πνευμάτων και εμφάνιση φατριών. Οι μεν υπεστήριζαν τον αγώνα, οι δε, κυρίως οι Καθολικοί, αντιδρούσαν. Η κήρυξη της Επαναστάσεως στη Σαντορίνη, στις 5 Μαΐου 1821, έδωσε στον Σανταντώνιο την ευκαιρία να κρίνει, ότι είχε συμφέρον να παραμείνει εκεῖ, αφ᾿ ενός επειδή διέθετε τον κατάλληλο χώρο να κρύψει, με περισσὴ φροντίδα, τα κειμήλια που ιεροκρυφίως είχε μεταφέρει απὸ την Κρήτη – ώστε λησμονημένα απὸ τόπο και χρόνο να σταθεί αδύνατο να επανέλθουν στα χέρια των Ορθοδόξων – και αφ᾿ ετέρου, επειδή, ως ιατρός θα ασκούσε το ιατρικό επάγγελμα, σε μια περίοδο που σ᾿ ολόκληρη την επαρχία Σαντορίνης, με πληθυσμὸ 17.000 χριστιανοὺς η επιστημονική ιατρική περίθαλψη ήταν ανύπαρκτη (Μιχ. Χουλιαράκη, Γεωγραφική, διοικητικὴ και πληθυσμιακὴ εξέλιξη της Ελλάδος (1821-1971), τόμ. Α´ (Μέρος Α´), Αθήναι 1977, σελ. 27, 32).

Μόλις μετὰ το 1833 παρουσιάζονται επ᾿ αυτῆς οι πρώτοι επιστήμονες ιατροί, ο Γεώργιος Πίντος, χειρουργός, και ο Ιωσήφ Δεκιγάλας, διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σιέννας (Ιταλία) (Βασ. Σφυρόερα, Ιωσήφ Δεκιγάλας, Αθήναι 1960, σελ. 5. Ματθαίου Ε. Μηνδρινού, Οι ιατροί της Θήρας, εφημ. «Κυκλαδικὸν Φώς», φύλ. 383-384/1986 σελ. 3. Πρβλ. και έγγραφο Δήμου Καλλίστης αριθ. 532/10 Νοεμβρίου 1836. Σημειώνεται, ακόμη, ότι λίγα χρόνια αργότερα ο υιός του Ιωάννης Σανταντώνιος ελειτούργησε το πρώτο φαρμακείο στα Φηρά. Πρβλ. έγγραφο Επαρχείου Θήρας (23 Φεβρουαρίου 1843), όπου υπογράφει για ποσὸν 600 δρχ. ως αντιμισθία του, ένεκα χορηγήσεως «φαρμάκων προς τους ενδεείς» (Φάκελ. Λεπροκομείου).

Το γεγονὸς ότι ο Σανταντώνιος περιέθαλψε και επροστάτευσε τους ενδεείς της νήσου σε μια, όντως, κρίσιμη περίοδο, ήταν γνωστὸ όχι μόνο στο ευρύτερο κοινὸ του τόπου, αλλά και στην τότε προσωρινὴ Διοίκηση της Ελλάδος, στο Ναύπλιο, η οποία διά του υπουργού των Εσωτερικών Γρηγορίου Δικαίου (Παπαφλέσσα), του απέστειλε εγγραφο το έτος 1824, με το οποίο τον επαινούσε διά «τα φιλελληνικὰ φρονήματα και τα φιλάνθρωπα έργα του» (Ι. Δελένδα, Οι Καθολικοὶ της Σαντορίνης, Αθήναι 1949, σελ. 221).

Με το τελευταίο δεδομένο δηλ. την προσφορὰ ιατρικών υπηρεσιών προς τους κατοίκους της Σαντορίνης, ο Σανταντώνιος εθεωρείτο υπεράνω κάθε υποψίας, «τιμώμενος και αγαπώμενος παρὰ πάντων μέχρι το 1829, όταν παρουσιάσθηκε το ζήτημα των ιερών κειμηλίων», όπως αναφέρει το «Θηραϊκό» έγγραφο. Καθώς, όμως, πέρασαν τα πρώτα χρόνια απὸ την κήρυξη της Επαναστάσεως και υποχωρούσε η κοινωνικὴ αναταραχή, άρχισε να μεταδίδεται ο πρώτος ψίθυρος γύρω από το θέμα των κειμηλίων, προερχόμενος απὸ ακριτομύθιες της συζύγου του Στεφανίας, ανάμεσα στις καθολικὲς οικογένειες των Φηρών. Έγινε, δηλαδή, ό,τι συνέβη στην Αίνο με την σύζυγο του ιερέα, η οποία κρυφά από το σύζυγό της, έκοψε ένα τεμάχιο πριν την παραδώσουν στον προηγούμενο Διονύσιο, η οποία κατόπιν θείας επεμβάσεως αναγκάστηκε να μετανοήσει και με επιστολή της το 1839, να το αναφέρει στη Μονή και να παρακαλέσει να στείλουν εκπροσώπους για να παραλάβουν το τεμάχιο.

Για το περιστατικό της Σαντορίνης γνώση των πληροφοριών έλαβε και η Μονὴ Βατοπαιδίου, η οποία σε συνδυασμὸ με τα συμβάντα στο λιμάνι του Ηρακλείου, απέστειλε γράμματα στον Σανταντώνιο ζητούσα να της επιστρέψει τα ιερά κειμήλια (Τα Γράμματα αυτὰ δεν έχουν ανευρεθεί ακόμη).

Παραλλήλως, παρεκάλεσε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αγαθάγγελο (1826-1830), να παρέμβη επὶ του θέματος, καθὼς και τον Θηραίο Ρώσο πρόξενο Βασίλειο Σ. Μαρκεζίνη (Πρβλ. Ματθ. Ε. Μηνδρινοῦ, Θηραϊκὰ Ανάλεκτα, έκδοση Ιδρύματος Μπελλὼνια, Αθήνα 1995, σελ. 52). Τότε ενημερώθηκε η Μονή από τον Επίσκοπο του νησιού, Ζαχαρία, η οποία έστειλε τον προηγούμενο Διονύσιο, το 1831 στη Σαντορίνη. Ο πρόξενος ζήτησε για την απόδοση της Αγίας Ζώνης 15.000 γρόσια, και ο λαός με συγκινητική προθυμία συγκέντρωσε το ποσό. Έτσι εξαγοράσθηκε η Αγία Ζώνη και γύρισε στη Μονή Βατοπαιδίου

Σημειώνομε επίσης το γεγονός ότι, το 1864 η Αγία Ζώνη μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, εξαιτίας της χολέρας που μάστιζε τους κατοίκους της. Μόλις πλησίασε το καράβι στο λιμάνι, η χολέρα έπαυσε και κανένας από τους ασθενείς δεν πέθανε. Αυτό το παράδοξο θαύμα κίνησε την περιέργεια του σουλτάνου, που ζήτησε την Τιμία Ζώνη στα ανάκτορα για να την ασπασθεί. Κατά το διάστημα της παραμονής της Αγίας Ζώνης στην Κωνσταντινούπολη, ένας Έλληνας κάτοικος του Γαλατά ζήτησε να μεταφερθεί στο σπίτι του, γιατί ο γιός του ασθενούσε βαριά. Όταν όμως έφθασε η Αγία Ζώνη, εκείνος είχε ήδη πεθάνει. Οι πατέρες όμως δεν απελπίσθηκαν. Αντίθετα ζήτησαν να δουν τον νεκρό. Μόλις τοποθέτησαν την Τιμία Ζώνη επάνω του, ο νεκρός αναστήθηκε.

Επίσης, το 1908, ενέσκηψε στην Κρήτη μια αρρώστια, που απειλούσε τις βελανιδιές, και, ως γνωστόν, τα βελανίδια ήταν ένα από τα σημαντικά εισοδήματα των αγροτών. Τότε οι κρητικοί βρισκόμενοι σε απόγνωση προσέτρεχαν με πίστη στη θεία βοήθεια. Ένα δε γνωστό μέσον ήταν να καταφεύγουν σε ολονύκτιες ακολουθίες, δεήσεις και λιτανείες στους αγρούς και τους κήπους, ανάλογα με την περίπτωση, με θαυματουργές εικόνες, όπως της Παναγίας της Κεράς, της Μεσοπαντήτησας κ. ά., και η μόνη τους ελπίδα απόμεινε στην πίστη. Έτσι εξαιτίας της αρρώστειας που χτύπησε τις βελανιδιές στο νησί, παρακάλεσαν τους πατέρες του Αγίου Όρους να φέρουν την Αγία Ζώνη της Παναγίας για να διώξει το κακό. Έτσι και έγινε. Στο ιστορικό αυτό γεγονός αναφέρεται και ο Καζαντζάκης, το οποίο σχολιάζει με τον δικό του τρόπο.

Κρήτες Νεομάρτυρες και Αγία Ζώνη

Οι ιερομάρτυρες Νεόφυτος και Αμβρόσιος και οι οσιομάρτυρες Μακάριος και Διονύσιος, οι εν Κρήτη μαρτυρήσαντες

Για την κατά το δυνατόν ολοκλήρωση του ερχομού της Αγίας Ζώνης στην Κρήτη το 1821 παραθέτομε κείμενο του λογίου Αγιορείτου Μοναχού Μωυσή, εκλεκτού και σεβαστού φίλου, εσχάτως κοιμηθέντος, για τους Ιερομάρτυρες Νεόφυτο και Αμβρόσιο και τους Οσιομάρτυρες Μακάριο και Διονύσιο, που συνόδευαν την Αγία Ζώνη στην Κρήτη.

Υπήρξαν μοναχοί της ιεράς μονής Βατοπαιδίου. Το 1820 απεστάλησαν οι ιερομόναχοι Νεόφυτος και Αμβρόσιος, ο Ιεροδιάκονος Παρθένιος και οι μοναχοί Διονύσιος και Δωρόθεος και αργότερα ο Μακάριος στην Κρήτη, κατόπιν προσκλήσεως, με τίμια λείψανα, προκειμένου να εκδιωχθεί η φοβερή ασθένεια της πανώλης, η οποία μάστιζε τους κατοίκους του νησιού. Αυτά ήταν, μέρος της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου, δώρο στη μονή του αυτοκράτορα Ιωάννου Καντακουζηνού, τεμάχιο Τιμίου Ξύλου και η κάρα του Αγίου Ανδρέου Κρήτης.

Από τη διήγηση του μοναχού Αρσενίου Παντοκρατορινού, που αντεγράφη στις 25 Ιουνίου 1932 και σώζεται στη μονή Βατοπαιδίου, πληροφορούμεθα πως η μονή απέστειλε στο Μεγάλο Κάστρο της Κρήτης, το Ηράκλειο, τον Ιούνιο του 1820 πέντε αδελφούς της με τα προαναφερόμενα τίμια λείψανα. Μετά από δεκαπενθήμερο ταξίδι οι Βατοπαιδινοί πατέρες έφθασαν στό Ηράκλειο και μετά επίσημη εκεί υποδοχή, έκαμαν αγιασμούς ως το Πάσχα τού 1821 στην μεγαλόνησο.

Στις 22 Ιουνίου 1821 κληρικοί και λαϊκοί ήταν συναγμένοι στη μητρόπολη του Ηρακλείου για τον φόβο των Τούρκων, αφού σε πολλά μέρη είχαν εξεγερθεί. Κατά την έφοδο των Τούρκων στο κτήριο της μητροπόλεως θανατώθηκαν κληρικοί και λαϊκοί, μεταξύ των οποίων οι Βατοπαιδινοί ιερομόναχοι Νεόφυτος και Αμβρόσιος και ο μοναχός Μακάριος. Ο ιεροδιάκονος Παρθένιος και οι μοναχοί Διονύσιος και Δωρόθεος έλαβαν την Αγία Ζώνη, τον Τίμιο Σταυρό και την κάρα τού Αγίου Ανδρέου Κρήτης και κρύφτηκαν σε σπίτια κρυπτοχριστιανών.

Μετά από πολλές περιπέτειες συνέλαβαν τον μοναχό Διονύσιο, «τον εβίασαν να τουρκίση και δεν έστρεξε». Μετά από πολλά βασανιστήρια τρύπησαν το κεφάλι του με πυρωμένη σούβλα και τον κρέμασαν την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας του 1822 (13 Φεβρουαρίου). Προηγουμένως είχε εξομολογηθεί και είχε μεταλάβει των θείων και αχράντων μυστηρίων. Σε επιστολή του διασωθέντος ιεροδιακόνου Παρθενίου Βατοπαιδινού της 2 Σεπτεμβρίου 1824 επιβεβαιώνεται ότι ο ένας των πατέρων κρεμάσθηκε, προφανώς ο Διονύσιος.

Τα τίμια λείψανα περνώντας άπό διάφορα χέρια έφθασαν στη Σαντορίνη, όπου μετά πολλούς κόπους κατάφερε ο Προηγούμενος Διονύσιος Βατοπαιδινός με τη βοήθεια τού οικείου μητροπολίτου Ζαχαρία να τα παραλάβει και να τα μεταφέρει στο μοναστήρι του στις 2 Μαΐου 1831.

Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το Σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο, διά της υπ΄ αριθμ. πρωτ. 837 της 21.9.2000 Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως κατέταξε στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τους ως άνω Βατοπαιδινούς οσιομάρτυρες μετά των άλλων ιερομαρτύρων και μαρτύρων της Κρήτης, «ότι υπέρ Χριστού πανδήμως το μαρτύριον αποδεξάμενοι και ενώπιον πάντων γενναίως τον Ιησού Χριστόν ομολογήσαντες το αίμα αυτών υπέρ της αληθούς ομολογίας εξέχεαν και του μαρτυρίου, ως γνήσιοι μάρτυρες του Χριστού, παρά πάντων των εν τη μεγαλονήσω Κρήτη Ορθοδόξων Χριστιανών μαρτυρηθέντες».

Συγκεκριμένα στό μηνολόγιο της ιεράς ακολουθίας αυτών αναφέρεται πώς εφόνευσαν αρχιερείς, ιερείς και «αγιορείτας πατέρας εκ της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, προσκομίσαντες εις το Μέγα Κάστρον προς προσκύνησιν κατά της επιδημίας της πανώλους τίμια λείψανα και την Αγίαν Ζώνην της Υπεραγίας Θεοτόκου».

Η μνήμη των Ιερομαρτύρων Νεοφύτου και Αμβροσίου και του Οσιομάρτυρος Μακαρίου τιμάται στις 22 Ιουνίου, του δε Οσιομάρτυρος Διονυσίου η μνήμη τιμάται στις 10 Οκτωβρίου. Ιερά Ακολουθία συνέθεσαν ο τότε ιερομόναχος Κύριλλος Κογεράκης, νυν μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος και ο κ. Χαραλάμπης Μπούσιας (Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ, έκδ. Ι. Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, 2007).

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΚΑΙ ΚΟΝΤΑΚΙΟ ΤΩΝ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΩΝ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ἀθλητῶν τὴν τριάδα ἐγκωμιάσωμεν,*

Βατοπαιδίου πατέρας,* Τοὺς ἐν τῇ Κρήτῃ λαμπρῶς*

μαρτυρίου διανύσαντας τὴν δίοδον,*

Θεῖον Νεόφυτον, πιστοί,* καὶ Μακάριον σεπτὸν*

σὺν ἔμφρονι Ἀμβροσίῳ,*

ὧν μεγαλύνοντες πόνους* θεοπειθείς εὐχάς αἰτούμεθα.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.

Βατοπαιδίου μοναστῶν τριάδα μέλψωμεν*

Εἰς Κρήτην Ζώνην κομισάντων Θεομήτορος*

Τὴν τιμίαν καὶ ἀλκίμως μαρτυρησάντων*

ἐν αὐτῃ, θεοειδέστατον Ἀμβρόσιον,*

φῶς, Μακάριον, ὁσίων καὶ Νεόφυτον*

πόθῳ κράζοντες· Χαίροις, σμῆνος τρισάριθμον.

(Χαραλάμπους Μ.)

 

Αναδημοσίευση από ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ
Δημοσίευση σε 4 συνέχειες
http://www.pemptousia.gr/2015/08/istorikes-anafores-stin-agia-zoni/
http://www.pemptousia.gr/2015/09/i-schesi-tis-agias-zonis-me-tin-kriti/
http://www.pemptousia.gr/2015/09/105383/
http://www.pemptousia.gr/2015/09/agia-zoni1/


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης