ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ:

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΒΑΘΟΥΣ

Το φαινόμενο του σατανισμού και των πρακτικών του ερμηνεύει η ψυχολογία τού βάθους με τα δικά της δεδομέ­να.

Κατά τον S. Freud, το απόκρυφο-ανατριχιαστικό αποτε­λεί έκφραση τραυματικών καταστάσεων που έχουν απωθη­θεί και λησμονηθεί. Ο δαίμονας είναι αντανάκλαση της απω­θημένης πλευράς της ψυχής που προβάλλεται ως το «αποξε­νωμένο δικό μας» (S. Freud, EineTeufelsneurose in 17. Jahr-hundert. S. Freud Studinausgabe, 7. Band, Parania und Per­version, Frankfurt, 1974, σ. 287).

Κατά τον Freud, τόσο ο Θεός, όσο και ο Διάβολος υπάρ­χουν μόνο μέσα στον άνθρωπο ο δαίμονας αποτελεί το Alter Ego τού Θεού (S. Freud, Totem und Tabu, Frankfurt 1984). Ο Θεός και ο δαίμονας αποτελούν κατά τον Freud «αρχέ­τυπα» και αντανακλάσεις τού πατέρα, ανάλογα με την αντί­ληψη που έχει κανείς για τον πατέρα και γενικότερα για τους γονείς. Ο διάβολος ταυτίζεται με την επιθετικότητα, με το πνεύμα της άρνησης και της επανάστασης, με τις απωθη­μένες επιθυμίες που απαιτούν ικανοποίηση, σε αντίθεση με την ισχύουσα σεξουαλική ηθική και τις πολιτιστικές απαγο­ρεύσεις. Εδώ ο Θεός εκπροσωπεί την ύψιστη ηθική, ενώ ο Σατανάς γίνεται πρωταγωνιστής των απολαύσεων και των υπερβάσεων. Όπως σε ένα φιλμ έχουμε το θετικό και το αρνητικό, κατά παρόμοιο τρόπο, Θεός και Σατανάς αποτε­λούν δύο όψεις τού ίδιου πράγματος.

Κατά τον Freud, το αποκρυφιστικό στοιχείο, έχει τη ρίζα του στη μαγική σκέψη και στις φοβίες της παιδικής ηλικίας. Σύμφωνα με την παιδική σκέψη όλα βρίσκονται σε αδιάλυτη και αχώριστη ενότητα δεν υπάρχει διαφοροποίηση ανάμεσα στο αίτιο και στο αποτέλεσμα. Η διάσπαση της ενιαίας αυτής εικόνας του κόσμου της προνηπιακής ηλικίας δημιουργεί τραυματικές καταστάσεις. Με αυτό τον τρόπο η ψυχανάλυ­ση «λύνει» κάθε υπερβατικό πρόβλημα. Κατά τον Ε. Heinemann, η παρθένος Μαρία και η κακή μάγισσα είναι δύο όψεις τού ίδιου πράγματος και οφείλεται στη πολιτιστική διάσπαση της εικόνας της μητέρας (Ε. Heinemann, Hexen und Hexenangst. Eine Psychoanalytische Studie, Frankfurt 1989).

Στη ψυχολογία τού C.G. Jung κυριαρχεί η ιδέα των αρχετύπων. Πρόκειται για εικόνες της συλλογικής συνείδη­σης. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται θεοί και θεές διαφό­ρων μυθολογιών, που βρίσκονται σε σχέση με ειδικές ψυχικές πραγματικότητες της ανθρωπότητας. Μέσω αυτής της ιδέας των αρχετύπων δημιουργήθηκε νέα θεμελίωση της πολυθεΐας. Η ύπαρξη των διαφόρων θεοτήτων είναι υποκειμενική, αλλά είναι κάτι περισσότερο από καθαρό προϊόν της συλλογικής συνείδησης της ανθρωπότητας. Μπορεί κανείς να τις λα­τρεύσει, γιατί διαδηλώνουν και εκπροσωπούν δυνάμεις που καθιστούν το άτομο υπερβατικό. Μπορεί κανείς ταυτόχρονα να μεθοδεύσει την ύπαρξη τους, αφού εκφράζουν τμήματα του ατόμου.

Κατά τον Jung λοιπόν δεν υπάρχουν υπερβατικές πραγ­ματικότητες. Αυτό που αποκαλούμε «θεός» ή «θεοί», πονη­ρά πνεύματα ή και Εωσφόρος, στη πραγματικότητα είναι καταστάσεις μέσα στον άνθρωπο που εκφράζονται προς τα έξω. Είναι δυνάμεις μέσα στον άνθρωπο και όχι έξω από αυτόν ο άνθρωπος δημιουργεί τους θεούς και όχι οι θεοί τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος προσδιορίζει την ύπαρξη και τη «ζωή» των θεών και δε συμβαίνει το αντίθετο, όπως πιστεύουμε εμείς οι χριστιανοί.

Με αυτή την αντίληψη, το να κατανοήσει κανείς τους θεούς, σημαίνει να κατανοήσει τον εαυτό του. Το να τους λατρεύσει σημαίνει πνευματική ανάπτυξη. Το να ταυτισθεί μ' αυτούς σημαίνει πως πέτυχε το νόημα της ζωής του (J.G. Melton, Magic, Witchcraft and Paganism in America. A Bibl­iography, New York-London 1982, σ. 20).

Η κληρονομιά τού Jung συναντάται στη Γνωστική Εκ­κλησία, στις μαγικές τελετουργίες και στο κίνημα των νέων μαγισσών. Τη συναντάμε επίσης και σε μορφές του Εωσφορισμού, που δείχνει ενδιαφέρον για την ερμηνεία της Τριάδος από μέρους του Jung. Η σημασία της Τριάδος αναλύεται με βάση τα αρχέτυπα και προτείνεται η αναδόμηση της Τριάδος με την έννοια μιας «Τετραδικής Θεολογίας»:

Ένα ολοκληρωμένο σύστημα των αρχετύπων πρέπει να περιλαμβάνει τέσσερις δρώντες· τον Πατέρα, που αποτελεί την ενότητα, τους δύο υιούς του, δηλαδή το Χριστό και τον Εωσφόρο, που συνιστούν την αντίθεση, και το Άγιο Πνεύ­μα, που συνιστά τη συμφιλίωση ή την επανενότητα. Κατά τον Jung, ο Χριστός και ο Δαίμονας είναι το ίδιο ισχυροί, αλλά αντίθετες ακτινοβολίες (Emanationen) του Πατέρα. Έτσι ο Σατανάς λογίζεται το τέταρτο πρόσωπο του Θεού και η Τριάδα γίνεται Τετράδα.

Αυτή η αναδόμηση της Τριάδος, θεωρείται ότι έχει και θεραπευτική σημασία στο όλο σύστημα του Jung. Η «σκο­τεινή όψη», που εκφράζεται μέσω των δαιμόνων, όταν απω­θηθεί στο υποσυνείδητο, είναι υπεύθυνη για τα κάθε είδους προβλήματα (βλ. C.G. Jung, Psychologie und Religion, Mai-land 1977, σ. 88-111).

Βλέπουμε πως η ψυχολογία του Jung συναντάται με τον αποκρυφισμό στις διάφορες μορφές του, ιδιαίτερα στο χώρο των λεγομένων ψυχο-λατρειών, που υπόσχονται διεύρυνση της συνείδησης και ανώτερο «πνευματικό επίπεδο». Όπως αποδεικνύεται και από την «εμπειρία» πρώην σατανιστή, στη οποία αναφερθήκαμε, η «διεύρυνση της συνείδησης» και η «πνευματική εξέλιξη» αποτελεί βασικό στόχο του νεο-σατανισμού και των «πρακτικών» του, ιδιαίτερα των σε­ξουαλικών τελετουργιών και οργίων (σεξουαλική μαγεία).

Η ψυχολογία τού Jung δεν ενισχύει τη χριστιανική θεο­λογία, αλλά την αναιρεί εντελώς. Η διάδοσή της μεταξύ θεολόγων απειλεί με διάβρωση το Ορθόδοξο θεολογικό τους φρόνημα. Εάν μάλιστα η ψυχολογία αυτή χρησιμοποιηθεί στην Ορθόδοξη ποιμαντική, την εκκοσμικεύει, ανεξάρτητα εάν τούτο γίνεται αντιληπτό ή όχι.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΝΕΟΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Αγοράστε το βιβλίο πατώντας εδώ





Print-icon 

Login-iconLogin