ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ»
Μεγάλη  προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες.

 
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΤΟ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΤΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ».

 
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Διευθυντού τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καί Παραθρησκειῶν
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς

 
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι ἀρχιερεῖς, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, ἀγαπητοί Σύνεδροι, σεβαστοί Πατέρες, κυρίες καί κύριοι.

Κατ’ ἀρχήν θά ἤθελα νά ἐκφράσω καί ἐγώ τίς εὐχαριστίες μου πρός τήν ἐπιστημονική ἐπιτροπή τοῦ Συνεδρίου γιά τήν τιμή τῆς ἀναθέσεως τῆς παρούσης ὁμιλίας. Τό θέμα μου ἔχει τίτλο: «Τό διαθρησκειακό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας στή θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου». 

Τό πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, πού ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά κυριώτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μιᾶς φοβερῆς αἱρέσεως πού κυριάρχησε σ’ ὁλόκληρο τόν 20ο αἰώνα, δέν περιορίστηκε μόνο σέ διαχριστιανικό ἐπίπεδο, ἀλλά σύντομα ἐπεκτάθηκε, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, καί σέ διαθρησκειακό. Τό πρῶτο ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας πρός τίς ἄλλες χριστιανικές αἱρέσεις, ἐπακολούθησε ἕνα δεύτερο ἄνοιγμα πρός τίς ἄλλες θρησκεῖες. Τό διαθρησκειακό αὐτό ἄνοιγμα πού ἐπιδιώχθηκε μέ διμερεῖς καί πολυμερεῖς Διαθρησκειακές Συναντήσεις, Διαλόγους και Συνέδρια, ἀποτελεῖ ἕναν ἀπό τούς οὐσιωδέστερους στόχους τοῦ Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ δέ προσπάθεια θεσμικῆς κατοχυρώσεως καί συνοδικῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἐν λόγω Συναντήσεων καί Διαλόγων συνεχίζει νά παραμένει μέχρι σήμερα μία ἀπό τίς κυριώτερες ἐπιδιώξεις τῆς μελλούσης νά συνέλθει «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου». Κατ’ ἀρχήν τό θέμα αὐτό εἶναι τεράστιο καί φυσικά δέν εἶναι δυνατόν νά τό ἐξαντλήσουμε στά πλαίσια μιάς ομιλίας. Θά προσπαθήσουμε ἁπλῶς νά σκιαγραφήσουμε πολύ συνοπτικά καί σέ γενικές γραμμές ὁρισμένες πλευρές του. Καί πιό συγκεκριμένα κατ’ ἀρχήν θά καταδείξουμε, ποῦ καί πῶς ἐντάσσονται οἱ Διαθρησκειακοί Διάλογοι στή θεματολογία τῆς ἐν λόγω Συνόδου, διότι αὐτό δέν καθίσταται ἀντιληπτό μέ μιά ἁπλή ἀνάγνωση τῶν θεμάτων. Στή συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε ἐν ὀλίγοις στό ξεκίνημά τους, στήν μέχρι σήμερα ἱστορική τους πορεία, στή μεθοδολογία, στήν στοχοθεσία, στή σχέση τους μέ τό πανθρησκειακό ὅραμα τῆς Νεᾶς Ἐποχῆς καί τέλος πῶς ἡ οἰκουμενιστική «θεολογία», πού ἀναπτύχθηκε μέσα στά πλαίσια τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων κρίνεται ὑπό τό φῶς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας καί τῆς Πατερικῆς μας Παράδοσης.

   
Οἱ Διαθρησκειακοί Διαλόγοι στήν θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου

 
Ὅπως εἶναι γνωστό ἡ Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη πού συνῆλθε στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης τό 1976, προχώρησε στήν ἀναθεώρηση τοῦ καταλόγου τῶν θεμάτων τῆς Α΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, πού συνῆλθε στή Ρόδο τό 1961. Ἀπό τά θέματα τῆς Διασκέψεως τῆς Ρόδου ἐπέλεξε μόνο δέκα, διά νά ἀποτελέσουν τήν θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Ἕνα ἀπό αὐτά, τό τελευταῖο κατά σειρά, ἀναφέρεται μ’ ἕνα συγκεκαλυμμένο τρόπο στό Διαθρησκειακό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑπό τήν ἑξῆς διατύπωση: «Συμβολή τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τήν ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν της εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ των λαῶν καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν διακρίσεων».1 Στό θέμα αὐτό δέν γίνεται βέβαια σαφής καί ρητή ἀναφορά στούς Διαθρησκειακούς Διαλόγους, ὡστόσο στό ἀνακοινωθέν πού ἐξέδωσε ἡ Α΄ Προσυνοδική, ὅπου γίνεται λόγος καί  στό τελευταῖο αὐτό θέμα, διασαφίζεται πλέον ξεκάθαρα μέ ποιόν τρόπο θεωροῦν τά μέλη τῆς Διασκέψεως ὅτι μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐν λόγω «συμβολή». Ἡ Διάσκεψη διακηρύσσει ἐπί λέξει τά ἑξῆς: «Ἡ Διάσκεψις ἐκφράζουσα τήν ἐπιθυμίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά συμβάλη εἰς τήν διαθρησκειακήν συννενόησιν καί συνεργασίαν, δι’ αὐτῆς δέ εἰς τήν ἀπάλειψιν τοῦ φανατισμοῦ ἀπό πάσης πλευρᾶς καί τοιουτοτρόπως, εἰς τήν συμφιλίωσιν τῶν λαῶν καί ἐπικράτησιν τῶν ἰδεωδῶν της ἐλευθερίας καί τῆς εἰρήνης εἰς τόν κόσμον πρός ἐξυπηρέτησιν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καί θρησκεύματος ἀπεφάσισεν ὅπως ἡ Ὀρθοδόξος Ἐκκλησία συνεργασθῆ πρός τοῦτο μετά τῶν ἄλλων ἐκτός του χριστιανισμοῦ θρησκευμάτων». 2 Μ’ ἄλλα λόγια ἡ Διάσκεψη πιστεύει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ καί ὀφείλει νά συμβάλει στήν ἐπικράτηση τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν της εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ των λαῶν διά μέσου της διαθρησκειακῆς συνεννοήσεως καί συνεργασίας, ἡ ὁποία βέβαια ἐπιτυγχάνεται κυρίως μέσω τῶν Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων καί Διάλογων. Τό ἐν λόγω θέμα ἔτυχε περαιτέρω μελέτης καί ἐπεξεργασίας κατά τήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη πού συνῆλθε στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης τό Νοέμβριο τοῦ 1986, ἐπί τῇ βάσει σχεδίου κειμένου πού καταρτίσθηκε τόν Φεβρουάριο τοῦ 1986, ἀπό Διορθόδοξο Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή. Στήν Γ΄ Προσυνοδική ἔγινε μιά προσπάθεια θεολογικῆς θεμελιώσεως καί κατοχυρώσεως τῶν Διαθρησκειακῶν σχέσεων καί Διαλόγων ἐπί οἰκουμενιστικῶν βάσεων. Πιό συγκεκριμένα οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου προσπάθησαν νά δικαιολογήσουν τήν διαχριστιανική καί διαθρησκειακή συνεργασία πάνω στίς βάσεις τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τῆς ἀξίας τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας καί στήν ἀναγωγή τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στό ἀρχέτυπο ζεῦγος τῆς θείας δημιουργίας. Ἐπικαλέστηκαν ἀκόμη ὁρισμένα βιβλικά χωρία πού ἀναφέρονται στίς παρά πάνω θεολογικές βάσεις καί στήν ἐν Χριστῷ εἰρήνη.3 Πρός ἐπίρρωσιν τῶν θέσεών τους ἐπικαλέστηκαν ἀκόμη καί ὁρισμένα πατερικά χωρία ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο4, τον Μέγα Βασίλειο5, τόν ἅγιο Ἰππόλυτο6, τόν ἅγιο Διονύσιο τον Ἀρεοπαγίτη7, τον Κλήμη τον Ἀλεξανδρέα8, κ.α. Ἀργότερα στήν Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη, πού ἔγινε καί αὐτή στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2015, διαμορφώθηκε τό τελικό προσυνοδικό κείμενο, τό ὁποῖο παρεπέμφθη πρός ἔγκριση στήν μέλλουσα νά συνέλθη  Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, μ’ ἕνα γενικότερο τίτλο ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνω κόσμω. Ἡ Συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τήν ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ των λαῶν καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν και λοιπῶν διακρίσεων». Στό ἐν λόγω κείμενο, (Α΄ κεφ. §5), διασαφίζεται, πῶς νοεῖται καί πῶς βλέπουν οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου, ὅτι μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ  αὐτή ἡ «συμβολή» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας: «Αἰ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καλοῦνται νά συμβάλλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν, δι’ αὐτῆς δέ εἰς τήν ἀπάλειψιν τοῦ φανατισμοῦ ἀπό πάσης πλευρᾶς καί τοιουτοτρόπως εἰς τήν συμφιλίωσιν τῶν λαῶν καί ἐπικράτησιν τῆς ἐλευθερίας καί τῆς εἰρήνης εἰς τόν κόσμον πρός ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἀνθρώπου, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καί θρησκεύματος». Βλέπουμε δηλαδή ὅτι στό κείμενο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς οὐσιαστικά ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἴδια ἰδεολογία καί ἡ ἴδια ἀντίληψη σχετικά μέ τήν ἀποστολή καί τό χρέος «τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά συμβάλη εἰς τήν διαθρησκειακήν συννενόησιν καί συνεργασίαν ......μετά τῶν ἄλλων ἐκτός του χριστιανισμοῦ θρησκευμάτων», προφανῶς μέσω τῶν Διαθρησκειακῶν σχέσεων καί Διαλόγων9.

 
Ἱστορική πορεία

 
Τίς ἀπαρχές τοῦ ἀνοίγματος τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας πρός τίς ἄλλες θρησκεῖες θά πρέπει νά ἀναζητήσουμε στήν Α΄ Πανορθόδοξο Διάσκεψη τῆς Ρόδου τό 1961. Ἡ ἐν λόγω Διάσκεψη κατάρτισε ἕνα εὐρύ κατάλογο θεμάτων, ὅπου γιά πρώτη φορά, σ’ ἕνα ἀπό αὐτά γίνεται λόγος περί συμβολῆς «τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τήν ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν της εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ των λαῶν».10  Ἕνα χρόνο ἀργότερα ἐπακολουθεῖ τό πρῶτο ἐπίσημο ἄνοιγμα τοῦ Παπισμοῦ πρός τίς ἄλλες θρησκεῖες κατά τήν Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο, (1962-1965), μέ τήν γνωστή Συνοδική Ἐγκύκλιο Nostra Aetate, ὅπου διακηρύσσεται: «Μέ ἐκτίμηση ἀτενίζει ἡ Ἐκκλησία καί τούς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι λατρεύουν τόν ἕνα καί μοναδικό Θεό τόν ζῶντα… τόν εὔσπλαγχνο καί παντοδύναμο, τόν δημιουργό οὐρανοῦ καί γῆς, πού μίλησε στούς ἀνθρώπους».11 Προσκαλεῖ δέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς πιστούς νά δώσουν μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς πίστης καί ζωῆς μέ σύνεση καί ἀγάπη, μέ διάλογο καί συνεργασία μέ τούς ὀπαδούς τῶν ἄλλων θρησκειῶν, ἀναγνωρίζοντας, διατηρώντας καί προωθώντας τά πνευματικά καί ἠθικά στοιχεῖα, καθώς καί τίς ἀξίες, πού ὑπάρχουν στήν κοινωνία καί τόν πολιτισμό τους. Πρός τόν σκοπό αὐτό μάλιστα διοργάνωσε σέ πρώτη φάση τρεῖς Διαθρησκειακές Συναντήσεις στήν Ἀσσίζη (1986, 1994 καί 2002) καί μία Διαθρηκειακή Συνέλευση στή Ρώμη (Βατικανό, Ὀκτώβριος 1999), μέ ἐκπροσώπους ὅλων των θρησκειῶν.12

Τό παράδειγμα τοῦ Βατικανοῦ ἀκολούθησε στή συνέχεια καί ὁ Προτεσταντισμός, ὁ ὁποῖος διά τοῦ Π.Σ.Ε., ἵδρυσε τό 1971 τό τμῆμα διαλόγου μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες καί πραγματοποίησε σειρά Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων καί Συνεδρίων κυρίως μεταξύ χριστιανῶν καί μουσουλμάνων, ἀνταποκρινόμενο στά αἰτήματα πολλῶν προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν.13   Στό ἴδιο πνεῦμα κινήθηκε καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τῶν ἀποφάσεων τῆς Β΄ Βατικανῆς καί τοῦ Π.Σ.Ε. ἀπεφάσισε κατά τίς Α΄ καί Γ΄ Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διάσκεψεις, νά προωθήσει ἔτι περαιτέρω τίς διαθρησκειακές σχέσεις. Εἰδικότερα ἡ Γ΄ Προσυνοδική, μετά ἀπό διεξοδική μελέτη, συνέταξε  ἕνα κείμενο, τό ὁποῖο παρέπεμψε  πρός ἔγκριση στήν μέλλουσα νά συνέλθει Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἐνῶ παράλληλα ἤδη ἀπό τό 1977 ἄρχισαν οἱ πρῶτες ἐπαφές μέ τόν Ἰουδαϊσμό, ὑπό τήν μορφή τῶν Ἀκαδημαϊκῶν Διασκέψεων. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε οἱ προσυνοδικές αὐτές ἀποφάσεις, (τῆς  Α΄ καί Γ΄ Προσυνοδικῆς), νά μήν τεθοῦν σέ ἐφαρμογή, ἀλλά νά περιμένουν τήν τελική ἔγκριση, ἤ ἀπόρριψή τους ἀπό τήν μέλλουσα νά συνέλθη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ὅπως ἐπιβάλλει ἡ συνοδική δεοντολογία καί Κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ἀποφάσεις αὐτές, ὅλως παραδόξως ἐφαρμόσθηκαν στήν πράξη, ὡσάν νά εἶχε ἤδη πραγματοποιηθεῖ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί ὡσάν νά εἶχε ἤδη ἐγκρίνει τίς ἐν λόγω προσυνοδικές ἀποφάσεις. Τέτοιου εἴδους ὅμως μεθοδεύσεις, τῶν πρωτεργατῶν τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων, μόνον ὡς ἐμπαιγμός τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ θά μποροῦσαν νά χαρακτηριστοῦν. Πέραν τούτου οἱ ἐν λόγω προσυνοδικές ἀποφάσεις δέν ἐτέθησαν, ὅπως θά ἔπρεπε βέβαια, ὑπό τήν μελέτη καί τόν συνοδικό ἔλεγχο τῶν Ἱερῶν Συνόδων τῶν κατά τόπους Πατριαρχείων καί Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἐάν καί κατά πόσον τέτοιου εἴδους ἀποφάσεις εἶναι σύμφωνες μέ τήν πίστη καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως σέ καμιά περίπτωση δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὅτι ἐκφράζουν τήν ἐπίσημη θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 

Μέ βάση τίς πραναφερθεῖσες Προσυνοδικές Διασκέψεις τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διοργάνωσε ἀφ’ ἑνός μέν διμερεῖς Ἀκαδημαϊκές Διασκέψεις μέ τόν Ἰουδαϊσμό καί τό Ἰσλάμ καί ἀφ’ ἑτέρου Διαθρησκειακᾶ Συνέδρια καί Συναντήσεις ἡγετῶν καί ἐκπροσώπων τῶν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν. 

Μέ τόν Ἰουδαϊσμό, ὕστερα ἀπό μιά προκαταρκτική συνάντηση ἐκπροσώπων τῶν δύο θρησκειῶν πού ἔγινε στή Γενεύη τό 1976, πραγματοποιήθηκαν ἀπό τό 1977 μέχρι τό 2003 πέντε Ἀκαδημαϊκές Διασκέψεις. Ἡ πρώτη ἔλαβε χώρα στή Λουκέρνη (16-18 Μαρτίου 1977) μέ θέμα «Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη», ἡ δεύτερη στό Βουκουρέστι,  (29-31 Ὀκτωβρίου 1979), μέ θέμα «Παράδοση καί Κοινότητα στόν Ἰουδαϊσμό καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», ἡ τρίτη στήν Ἀθήνα, (21-24 Μαρτίου 1993), μέ θέμα «Συνέχεια καί ἀνανέωση», ἡ τέταρτη στή Μααλέχ Χασαμίσα τῆς Ἱερουσαλήμ, (13-16 Δεκεμβρίου 1998), μέ θέμα «Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ σύγχρονου κόσμου ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἰουδαϊσμό» καί ἡ πέμπτη στή Θεσσαλονίκη, (27-29 Μαΐου 2003), μέ θέμα «Ἡ πιστότητα στίς πηγές: κοινή δέσμευση γιά τήν εἰρήνη καί τή δικαιοσύνη».

Πολύ περισσότερες καί τακτικότερες ὑπῆρξαν οἱ Ἀκαδημαϊκές Διασκέψεις μέ τό Ἰσλάμ, χάρις στή συνεργασία τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Σαμπεζύ μέ τή Βασιλική Ἀκαδημία τῆς Ἰορδανίας, (Ἀμμάν), γιά τήν ἔρευνα τοῦ ἰσλαμικοῦ πολιτισμοῦ, (Al-Albait Foundation), μέ τήν ἔνθερμη μάλιστα ὑποστήριξη τοῦ πρίγκιπα – διαδόχου της Ἰορδανίας Χασᾶν. Μετά ἀπό δύο προπαρασκευαστικές Συναντήσεις πού ἔγιναν, ἡ πρώτη στό Windsor τῆς Ἀγγλίας (1984) καί ἡ δεύτερη στό Ἀμμάν τῆς Ἰορδανίας (1985), πραγματοποιήθηκαν ἀπό τό 1984 μέχρι τό 2002 δέκα Διασκέψεις. Ἡ πρώτη ἔλαβε χώρα στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης (16-20 Νοεμβρίου 1986) μέ θέμα «Αὐθεντία καί θρησκεία», ἡ δεύτερη στό Ἀμμάν τῆς Ἰορδανίας, (20-25 Νοεμβρίου 1987), μέ θέμα «Πρότυπα ἱστορικῆς συνυπάρξεως μουσουλμάνων καί χριστιανῶν καί μελλοντικές προοπτικές», ἡ τρίτη στό Σαμπεζύ, (12-15 Δεκεμβρίου 1988), μέ θέμα «Εἰρήνη καί δικαιοσύνη», ἡ τέταρτη στήν Κων/πόλη (10-14 Σεπτεμβρίου 1989) μέ θέμα «Ὁ θρησκευτικός πλουραλισμός καί τά ὅριά του», ἡ πέμπτη στό Ἀμμᾶν, (26-28 Ἰουλίου 1993), μέ θέμα «Οἱ νέοι καί οἱ ἀξίες τῆς μετριοπάθειας», ἡ ἕκτη στήν Ἀθήνα, (8-10 Σεπτεμβρίου 1994), μέ θέμα «Παιδεία γιά κατανόηση καί συνεργασία», ἡ ἕβδομη στό Ἀμμάν, (3-5 Ἰουνίου 1996), μέ θέμα «Τό ἐκπαιδευτικό σύστημα στό Ἰσλάμ καί τόν Χριστιανισμό», ἡ ὄγδοη στήν Κων/πόλη, (3-5 Ἰουνίου 1997), μέ θέμα «Προοπτικές συνεργασίας καί συμμετοχῆς μεταξύ χριστιανῶν καί μουσουλμάνων ἐνώπιόν τῆς τρίτης χιλιετίας», ἡ ἔνατη στό Ἀμμάν, (10-12 Νοεμβρίου 1998), μέ θέμα «Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί στή σύγχρονη κοινωνία. Ἡ εἰκόνα τοῦ ἄλλου καί τό νόημα τῆς ἰσοπολιτείας» καί ἡ δέκατη στό Μπαχρέϊν, (28-30 Ὀκτωβρίου 2002), μέ θέμα «Ὁ ρόλος τῆς θρησκείας γιά τήν εἰρηνική συνύπαρξη στή σύγχρονη κοινωνία».14

Μετά τό τρομοκρατικό χτύπημα τῶν διδύμων πύργων τῆς Νέας Ὑόρκης στίς 11 Σεπτεμβρίου 2001, παρατηρεῖται μία ἔξαρση τῶν Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων. Οἱ συναντήσεις αὐτές προωθήθηκαν τώρα καί ἀπό ἰσχυρούς πολιτικούς παράγοντες μέ σκοπό τήν καταστολή τοῦ ἰσλαμικοῦ φανατισμοῦ, τήν πάταξη τῆς διεθνοῦς τρομοκρατίας καί τήν προώθηση τῆς παγκόσμιας εἰρήνης. Μέσα στά πλαίσια αὐτά καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπιστρατεύτηκε σέ μιά «σταυροφορία» κατά τῆς τρομοκρατίας, θεωρήθηκε πολιτιστικό μέγεθος καί οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ἡγέτες ἐκλήθηκαν νά ὑπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες καί ἐγκόσμιους ρόλους. Ἀπό τίς Συναντήσεις αὐτές ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά τίς τρεῖς σπουδαιότερες πού εἶχαν καί διεθνῆ ἀπήχηση: Ἡ Α΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση πραγματοποιήθηκε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης στίς Βρυξέλλες (19-20 Δεκεμβρίου 2001) μέ θέμα «Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κόσμω».Ἡ Β΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση ἔλαβε χώρα στή Θεσσαλονίκη, (29-30 Μαΐου 2003), ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί σέ συνεργασία μέ τό ἑλληνικό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ μέσα στό πλαίσιο τῶν δραστηριοτήτων τῆς Ἑλληνικῆς Προεδρίας τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, μέ θέμα «Ὁ διαθρησκειακός διάλογος ὡς προϋπόθεση τοῦ πολιτισμοῦ τῶν πολιτισμῶν». Ἡ Γ΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση πραγματοποιήθηκε ἐξ ἀφορμῆς τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων τῆς Ἀθήνας στό Μαρούσι, (10-11 Αὐγούστου 2004), μέ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου καί τοῦ Ὀλυμπιακοῦ Δήμου Ἁμαρουσίου, μέ θέμα «Θρησκεία, εἰρήνη καί ὀλυμπιακό ἰδεῶδες».15

Ὁ πόλεμος στή Συρία καί οἱ σφαγές ἀθώων χριστιανῶν ἀπό τούς φανατικούς μουσουλμάνους, πού συνεχίζονται μέχρι σήμερα, ἔδωσε ἀφορμή γιά νέα ἔξαρση τῶν Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων. Ἀναφέρουμε μόνο μερικές ἐνδεικτικά: Τήν Διαθρησκειακή Συνάντηση μεταξύ Ἰουδαϊσμοῦ καί Ὀρθοδοξίας πού πραγματοποιήθηκε στίς 4–6 Ἰουνίου 2013 στή Θεσσαλονίκη μέ θέμα «Τό πνευματικό καί φυσικό περιβάλλον: σεβασμός πρός τόν κόσμο, σεβασμός πρός ἀλλήλους». Τό Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο πού πραγματοποιήθηκε  ἐπίσης στή Θεσσαλονίκη στίς 27 Ἀπριλίου 2015, μέ θέμα: «Θρησκεία καί Βία». Τό πέμπτο Συνέδριο τῶν παγκοσμίων καί παραδοσιακῶν θρησκευμάτων, πού πραγματοποιήθηκε στήν Ἀστάνα τοῦ Καζακστᾶν στίς 10-11 Ἰουνίου 2015 μέ θέμα: «Ὁ διάλογος τῶν θρησκευτικῶν ἡγετῶν καί τῶν πολιτικῶν γιά τήν κυριαρχία τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀνάπτυξης». Τό Διαθρησκειακό Συνέδριο πού πραγματοποιήθηκε στήν Ἀθήνα στίς 3 Σεπτεμβρίου 2015 ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ «Διεθνοῦς Κέντρου “Βασιλιάς Ἀμπντάλα” γιά τόν Διαθρησκειακό καί Διαπολιτισμικό Διάλογο» μέ θέμα «Ἑνωμένοι, χριστιανοί καί μουσουλμάνοι, ἐνάντια στή βία στό ὄνομα τῆς Θρησκείας». Καί τέλος τό Διαθρησκειακό Συνέδριο πού ἔλαβε χώρα στήν Ἀθήνα ἀπό 18 ἕως 20 Ὀκτωβρίου 2015 μέ θέμα: «Θρησκευτικός καί Πολιτιστικός Πλουραλισμός καί Εἰρηνική Συνύπαρξη στή Μέση Ἀνατολή».

 
Βασικές δογματικές παραδοχές.
Σχέση τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων μέ τήν Νέα Ἐποχή.

 
Σ’ ὅλα τα παρά πάνω συνέδρια καί συναντήσεις κυριάρχησαν κατ’ ἀρχήν δύο βασικές ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες σύν τῷ χρόνω κατέστησαν βασικές καί θεμελιώδεις δογματικές ἀρχές: α) Ἡ ἀρχή τοῦ δογματικοῦ πλουραλισμοῦ, καί β) Ἡ ἀρχή τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ. Μέ τήν πρώτη υἱοθετεῖται καί νομιμοποιεῖται ἡ συνύπαρξη διαφορετικῶν δογμάτων καί πίστεων. Σύμφωνα μ’ αὐτήν καμία θρησκεία δέν ἔχει ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια. Ὅλες οἱ θρησκεῖες, (μαζί καί ἡ Ὀρθοδοξία), ἔχουν μέρος μόνον τῆς ἀληθείας. Ὁπότε ὅλες θά πρέπει νά συνεισφέρουν τό μερίδιό τους, ὥστε ἡ κάθε μία νά ἐμπλουτίσει τίς ἄλλες καί νά ἐμπλουτιστεῖ ἀπό αὐτές. Μέ τήν δεύτερη ἀρχή ἐλαχιστοποιοῦνται καί ἀμβλύνονται οἱ μεταξύ των θρησκειῶν δογματικές διαφορές, ἐνῶ καταβάλλεται προσπάθεια νά προβληθοῦν οἱ δῆθεν ὁμοιότητες καί τά μεταξύ αὐτῶν κοινά στοιχεῖα, ὥστε νά μή μείνουν περιθώρια στήν Ὀρθοδοξία νά διεκδικεῖ τήν ἀποκλειστικότητα καί τήν μοναδικότητα τῆς σωτηρίας. Διακηρύχθηκε μάλιστα ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι παρόν καί ἐνεργεῖ κατά παρόμοιο τρόπο σ’ ὅλες τίς θρησκεῖες. Ἁπλῶς ἐκφράζεται μέ διαφορετικά ὀνόματα. Στόν Ἰουδαϊσμό ὡς Σεχινά, στόν Χριστιανισμό ὡς Ἅγιο Πνεῦμα, στόν Ἰνδουϊσμό ὡς Ἄτμαν, ἐνῶ στόν Μουσουλμανισμό ὡς Ρουάχ.16

Κυριάρχησε ἐπίσης στίς συναντήσεις αὐτές τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ Οὐμανισμοῦ. Οἱ στόχοι καί ἡ μεθοδολογία τῶν διαλόγων σφραγίστηκαν μ’ ἕνα ἔντονο ἐγκοσμιοκρατικό χαρακτήρα καί προσανατολισμό. Μέσα στό πνεῦμα αὐτό καλλιεργήθηκε ἡ ἰδέα ὅτι ἡ προσέγγιση καί ὁ διάλογος μέ τίς ἄλλες  θρησκεῖες, ἀποτελεῖ μία ἀναγκαιότητα προκειμένου ἔτσι νά συστρατευθοῦν ἀπό κοινοῦ σέ μιά κοινή μαρτυρία γιά τό καλό τοῦ κόσμου. Γιά νά καταπολεμήσουν, ὅπως ἰσχυρίζονται, τά ποικίλα κοινωνικά προβλήματα πού μαστίζουν τήν ἀνθρωπότητα, ὅπως  ὁ πόλεμος, ἡ μόλυνση τοῦ περιβάλλοντος, ἡ φτώχεια, ἡ ἀνεργία ὁ θρησκευτικός φανατισμός, ἡ τρομοκρατία κ.λ.π. Γιά νά προωθήσουν τήν παγκόσμια εἰρήνη, τήν εἰρηνική συνύπαρξη καί συνεργασία  τῶν θρησκειῶν στίς σύγχρονες πολυθρησκευτικές κοινωνίες, τήν δικαιοσύνη, τήν ἐλευθερία καί τήν ἀδελφοσύνη μεταξύ των λαῶν. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ καὶ πρὸς ἐπίτευξη τῶν παρὰ πάνω στόχων υἱοθετήθηκαν οἱ διαθρησκειακὲς συμπροσευχές, οἱ ὁποῖες ὅμως ρητὰ ἀπαγορεύονται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες. Ἂς σημειωθεῖ ἐν προκειμένω ὅτι στὸ Κείμενο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς πουθενὰ δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀνάγκη ἀπαγορεύσεως τῶν συμπροσευχῶν, πράγμα ποὺ δείχνει ὅτι ἔστω καὶ σιωπηρῶς ἐγκρίνονται καὶ προωθοῦνται.

Οἱ μέχρι τώρα γενόμενοι Διάλογοι ὅπως ἀπέδειξαν τὰ πράγματα ὑπηρέτησαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπηρετοῦν καὶ νὰ προωθοῦν τά σκοτεινά σχέδια  τῆς Νέας Ἐποχῆς, τήν ὁμογενοποίηση ὅλων των θρησκειῶν, προκειμένου ἔτσι νά οἰκοδομηθεῖ τό νέο θρησκευτικό μοντέλο τῆς πανθρησκείας τοῦ Ἀντιχρίστου.Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ πρῶτος καί κύριος σκοπός τῆς Νέας Ἐποχῆς εἶναι ἡ δημιουργία τῶν καταλλήλων προϋποθέσεων γιά τήν οἰκοδόμηση μιᾶς Νέας Τάξεως Πραγμάτων, δηλαδή ἡ ἐνοποίηση τῆς ἀνθρωπότητος, πολιτική, οἰκονομική, πολιτισμική καί θρησκευτική καί ἡ ἐπίτευξη μιᾶς παγκόσμιας κυβερνήσεως ὑπό τήν ἡγεσία ἑνός νέου Μεσσία, ὁ ὁποῖος θά εἶναι ταυτόχρονα πολιτικός ἡγέτης καί θρησκευτικός, τῆς νέας παγκόσμιας θρησκείας πού θά προέλθει ἀπό τήν ὁμογενοποίηση καί τόν συγκερασμό ὅλων των θρησκειῶν τοῦ κόσμου. Αὐτήν ὅμως τήν ἰδέα τῆς συγκρητιστικοῦ τύπου ὁμογενοποιήσεως τῆς ἀνθρωπότητος, πού ὁραματίζονται οἱ σχεδιαστές τῆς Νέας Ἐποχῆς, ὁμολογοῦν ἐπίσης οἱ πρωτεργάτες τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων.

Παρά κάτω περιοριζόμαστε νά παραθέτουμε μερικές μόνον, λόγω ἐλλείψεως χρόνου, ἀποκαλυπτικές δηλώσεις, ἀλλά καί συγκεκριμένες πράξεις συμβολικοῦ χαρακτήρα, ὁρισμένων ἐξ’ αὐτῶν. Ἀρχίζουμε μέ τόν πρώην Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας κυρό Παρθένιο, ὁ ὁποῖος διεκήρυξε: «Γιά μένα τό θέμα τῆς γνώσεως ἄν τό Ἰσλάμ εἶναι ἤ δέν εἶναι μιά ἐμπνευσμένη θρησκεία δέν τίθεται: Εἶναι βεβαίως ἐμπνευσμένη… Ὁ Μωάμεθ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τούς Ἄραβας τῆς ἐρήμου νά πιστεύουν στόν ἕνα Θεόν ἱκανούς νά νηστεύουν, νά προσεύχονται, νά ἀγαποῦν τούς γείτονές τους καί νά ἐργάζονται γιά τό καλό. Καί αὐτό εἶναι καλό πράγμα».17 Ὁ νῦν Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, στήν Παγκόσμια Διάσκεψη Θρησκείας καί Εἰρήνης στήν Riva del Garda τῆς Ἰταλίας στίς 4 Νοεμβρίου 1994, ἐδήλωσε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «…Ρωμαιοκαθολικοί καί Ὀρθόδοξοι, Προτεστάντες καί Ἑβραῖοι, Μουσουλμάνοι καί Ἰνδοί, Βουδιστές καί Κομφουκιανοί, ἦλθε ὁ καιρός ὄχι ἁπλῶς γιά προσέγγιση, ἀλλά γιά μιά συμμαχία καί συλλογική προσπάθεια πρός τόν σκοπόν τῆς καθοδηγήσεως τοῦ κόσμου, μακράν των ψευδοπροφητῶν τοῦ ἐξτρεμισμοῦ καί τῆς μισαλλοδοξίας».18 Τόν Νοέμβριο τοῦ 2000 πραγματοποιήθηκε στό Καταμντού τοῦ Νεπάλ τό 39ο Διεθνές Συνέδριο γιά τό φυσικό περιβάλλον, στό ὁποῖο συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι ἕνδεκα θρησκειῶν, οἱ ὁποῖοι «προσέφεραν ἱερά Δῶρα στή γῆ». Στό συνέδριο συμμετεῖχε ὡς ὁμιλητής καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος προσέφερε ὡς ἱερό δῶρο στή γῆ μιά μοναστηριακή ἔκταση στήν περιοχή τῆς Δωδεκανήσου.19  Σέ ἄλλη ὁμιλία του, πού ἐκφωνήθηκε στήν Α΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση πού πραγματοποιήθηκε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης τό Δεκέμβριο τοῦ 2001, ἐδήλωσε ἐνώπιον πολλῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ, ὅτι: «Ἐάν σταθῶμεν μέ τό προσῆκον δέος ἀπέναντί των προσωπικῶν ἀναζητήσεων ἑκάστης ψυχῆς, ἡ ὁποία γεννηθεῖσα εἰς ὁρισμένην θρησκευτικήν παράδοσιν, ἀνοίγει τάς πτέρυγάς της διά νά πετάξει εἰς ἀναζήτησιν τοῦ Ἠγαπημένου, ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι ἔχομεν ἀνθρώπινον χρέος νά σεβασθῶμεν ἀπολύτως τήν προσωπικήν πορείαν ἕκαστου πρός τήν ὑπερτάτην ἀγάπην. Τότε ἐναγκαλιζόμεθα ἐν εἰρήνη τήν ψυχήν αὐτήν καί παρακολουθοῦμε ἐν ἄκρα σιωπή καί προσευχή τήν πορείαν της, εἴτε συμβαδίζει μέ ἠμᾶς [τούς Χριστιανούς] εἴτε ἀκολουθεῖ ἄλλον δρόμον, [λόγου χάριν τόν Ἰουδαϊσμό ἤ τό Ἰσλάμ], διότι ὁ Ἠγαπημένος τήν ἀναμένει καί θά τῆς δείξη τόν δρόμον».20  Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009, μετέβη στήν Ἀμερική, ὅπου ἐπεσκέφθη τήν ἕδρα τῆς Coca cola, ὅπου προσέφερε στόν πρόεδρο τῆς ἐταιρίας κ. Μουχτάρ, ὡς ἀναμνηστικό δῶρο, ἀντί Ἁγίας Γραφῆς, ὅπως θά περίμενε κανείς, τό Κοράνιο, τό ὁποῖο μάλιστα χαρακτήρισε ὡς «ἱερό».21  Τήν ἴδια ἐκείνη περίοδο, (Ὀκτώβριος 2009), ἐπεσκέφθη ἐπίσης καί τήν Ἑβραϊκή Συναγωγή τῆς Νέας Ὑόρκης, ὅπου ὁ ἀρχιραβίνος κ. Schneier, τόν ἐτίμησε προσφέροντάς του κάποιο ἀναμνηστικό δῶρο. Ὁ Πατριάρχης ἀντιφωνώντας ἐξέφρασε τήν μεγάλη χαρά του, γιά τήν παρουσία του στήν Συναγωγή καί ἐδήλωσε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Ἀγαπητοί φίλοι, καλούμεθα νά γίνωμεν προφητικαί κοινότητες μεταμορφώσεως εἰς ἕνα τελματωμένον κόσμον […] Ἅς πιαστοῦμε ἀπό τά χέρια ὄχι μόνον εἰς προσευχήν, ἀλλά καί εἰς ἔνδειξιν ἀλληλεγγύης. Τό ὀφείλομεν εἰς τόν Θεόν μας, εἰς τούς κοινούς πατριάρχας μας Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ, εἰς ὅλους ἠμᾶς καί εἰς τόν κόσμον».22  Παρόμοια προσφορά ὡς ἀναμνηστικοῦ δώρου τοῦ Κορανίου, εἴχαμε καί ἀπό τούς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρο 23  καί Ἱεροσολύμων κ. Θεόφιλο.24 Ὁ πρῶτος κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Προέδρου τοῦ Σουδάν κ. Ὀμάρ Ἇλ Μπασίρ στό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας τόν Φεβρουάριο τοῦ 2010 καί ὁ δεύτερος κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πρίγκηπος τῆς Ἰορδανίας κ. Ἐμίρ Γάζη στό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2012.

Ἀναφέρουμε ἐπίσης τίς βλάσφημες δηλώσεις τοῦ πρώην Μητροπολίτου Ἐλβετίας Δαμασκηνοῦ: Κατά τόν Σεβασμιώτατο, ὅλες οἱ θρησκεῖες θεωροῦνται «ἠθελημέναι ὁδοί ἀπό τόν Θεόν γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν σωτηρία τῶν πιστῶν τους».25 Ὅτι «κατά βάθος μιά ἐκκλησία, ἤ ἕνα τέμενος ἀποβλέπουν στήν ἴδια πνευματική καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου».26 Ὅτι «ἡ οὐσιαστική ἀνεξιθρησκεία δέν περιορίζεται σέ ἁπλή ἀνοχή, ἀλλά συνίσταται πέραν αὐτῆς καί σέ μιά θετική ἀναγνώριση μιᾶς ξένης θρησκείας ὡς γνήσιας δυνατότητος συναντήσεως μέ τό ἱερό».27  Τέλος ὁ γνωστός καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν κ. Σάββας Ἀγουρίδης, μετά τήν συμμετοχή του στήν Β΄ Συνδιάσκεψη τῆς «Συνελεύσεως τῶν Θρησκειῶν τοῦ Κόσμου» στό Σάν Φραντσίσκο τό 1990, ἐδήλωσε: «Ὁ Ἰουδαϊσμός καί τό Ἰσλάμ πρέπει νά γίνουν ἀποδεκτοί ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ὡς ἴσοι καί ὅμοιοι μέ τήν Ὀρθοδοξία καί ὁ Βουδισμός, ὅπως προφανῶς καί ἄλλες θρησκεῖες, ἀποτελοῦν θρησκευτικά φαινόμενα, ὅπως ἡ Ὀρθοδοξία».28

Σ’ ὅλα τα παραπάνω νά προσθέσουμε τήν παραχώρηση στίς 14 Νοεμβρίου 2015 τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Οὐάσιγκτον στούς μουσουλμάνους γιά νά τελέσουν δική τους λατρεία.29  Τήν ἀνοικοδόμηση στό Βερολίνο διαθρησκειακού ναοῦ γιά Χριστιανούς, Μουσουλμάνους καί Ἑβραίους.30  Καί τέλος τήν ἀποκατάσταση τοῦ Ἰούδα καί τοῦ Ἑβραϊκοῦ λαοῦ ἀπό τό στυγερό ἔγκλημα τῆς σταυρώσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν Πάπα Βενέδικτο,31 τό 2011, τήν ὁποία ἀπεδέχθησαν ἔστω και σιωπηρῶς, χωρίς καμία διαμαρτυρία καί ἐξ’ Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές. 

 
Ἡ Διαθρησκειακή οἰκουμενιστική «θεολογία» ὑπό τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Θεολογίας.

 
Α) Ὁ Θεός τῶν Ἑβραίων καί τοῦἸσλάμ.

 
Μέ βάση τίς θεμελιώδεις ἀρχές τοῦ δογματικοῦ πλουραλισμοῦ, καί τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ οἱ πρωτεργάτες τῶν διαλόγων καλλιέργησαν τήν ἀντίληψη, ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες ἀποτελοῦν νόμιμες ἐκφάνσεις τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου. Ὅτι  τόσον ἡ Ὀρθοδοξία ὅσο καί οἱ δύο ἄλλες μονοθεϊστικές θρησκεῖες, ὁ Ἰουδαϊσμός καί τό Ἰσλάμ, πιστεύουν στόν ἴδιο Θεό καί ἑπομένως καί σ’ αὐτές ὑπάρχει σωτηρία. Προχώρησαν ἐπί πλέον καί σέ συμπροσευχές μέ τούς ἀλλοθρήσκους, οἱ ὁποῖες ρητά ἀπαγορεύονται ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες, (βλ. ΞΕ΄ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κ.α.). Ἰσχυρίζονται ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ διάλογος προκειμένου ἔτσι νά δοθεῖ ἡ μαρτυρία τῆς ἀληθείας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Τά πράγματα ὅμως ἀπέδειξαν τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Οἱ μέν ἀλλόθρησκοι δέν μετακινοῦνται ἀπό τίς θέσεις τους οὔτε στό ἐλάχιστο, ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι, μεταξύ αὐτῶν δυστυχῶς καί Πατριάρχες καί Ἀρχιεπίσκοποι, παρασύρθηκαν σέ πλάνες καί ἔφθασαν στό σημεῖο νά διατυπώνουν αἱρετικές καί βλάσφημες διδασκαλίες, πού ἀνατρέπουν ὁλόκληρο το Εὐαγγέλιο, ὅπως ἀναφέραμε ἤδη προηγουμένως.

Κατ’ ἀρχήν μεταξύ του Τριαδικοῦ Θεοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ θεοῦ τοῦ Ἰσλάμ καί τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ὑπάρχουν χαώδεις διαφορές, διότι  τόσον οἱ Ἑβραῖοι, ὅσο καί οἱ Μουσουλμάνοι δέν πιστεύουν σέ Τριαδικό Θεό, ἀλλά σέ ἕνα θεό μονοπρόσωπο. Ἐπίσης ἀπορρίπτουν τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τήν Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι δέ ἀδύνατον νά ὑπάρχει σωτηρία σ’ αὐτούς, σύμφωνα μέ τόν θεόπνευστο λόγο τοῦ ἀπόστολου Πέτρου, ὁ ὁποῖος μᾶς βεβαιώνει ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν οὐδενί ἄλλω ἡ σωτηρία, οὐδέ γάρ ὄνομα ἔστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθεῖναι ὑμᾶς» (Πράξ. 4,12). Ὁλόκληρη ἡ δογματική διδασκαλία τῶν δύο αὐτῶν θρησκειῶν ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τήν βασική δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία δέχεται ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ μοναδικός Σωτήρας καί λυτρωτής τοῦ κόσμου, διότι μόνον Αὐτός εἶναι «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή», (Ἰω. 14,6), καί διότι μόνον σ’ αὐτόν «κατοικεῖ πᾶν το πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κόλ. 2,9), διά τοῦ ὁποίου ἐλάβομεν τό πλήρωμα τῆς ζωῆς: «καί ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἠμεῖς πάντες ἐλάβομεν» (Ἰω.1,16). Ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅταν ἦρθε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἔδωσε μαρτυρία μόνον περί τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τόν λόγον τοῦ Κυρίου «ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ» (Ἰω.15,26). Δέν ἔδωσε καμία ἄλλη μαρτυρία οὔτε γιά τόν Μωάμεθ, οὔτε γιά ἄλλον προφήτη. Ὁ Χριστός ἐβεβαίωσε τούς ἀποστόλους ὅτι ὁ Παράκλητος θά τούς ὁδηγήσει «εἰς πάσαν τήν ἀλήθειαν», (Ἰω.16,13). Ἄν ἦταν ἀναγκαῖος καί ὁ Μωάμεθ γιά νά μᾶς ὁδηγήσει «εἰς πάσαν τήν ἀλήθειαν», τότε φθάνουμε στό βλάσφημο συμπέρασμα, ὅτι δέν τό ἔπραξε αὐτό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί χρειαζόταν νά ἔρθει καί ὁ ψευδοπροφήτης γιά νά τό συμπληρώσει.

Πέραν αὐτῶν τό γεγονός ὅτι οἱ Ἑβραῖοι ἦταν κάποτε ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἐξακολουθοῦν νά πιστεύουν καί νά λατρεύουν τόν ἀληθινό Θεό. Καί τοῦτο διότι στή συνέχεια ἀποδείχθηκαν ἀνάξιοι αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς, ἐπειδή ἀπέρριψαν τόν Μεσσία Χριστό καί τόν ἐσταύρωσαν, ἄν καί στό πρόσωπό Του πραγματοποιήθηκαν ὅλες οἱ μεσσιανικές προφητεῖες. Τήν θέση τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ κατέλαβε ὁ νέος Ἰσραήλ τῆς Χάριτος, ἡ Ἐκκλησία, ὁ δέ παλαιός Ἰσραήλ ἀποδοκιμάσθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, σύμφωνα μέ τούς λόγους του: «Ἰδού ἀφίεται ὑμίν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος», (Ματθ.23,38), «διά τοῦτο λέγω ὑμίν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί δοθήσεται ἔθνει ποιούντι τούς καρπούς αὐτῆς» (Ματθ.21,43). Τήν ἴδια ἀποδοκιμασία ἐκφράζει καί ὁ ἅγιος πρωτομάρτυς Στέφανος στήν ἀπολογία τοῦ ὀλίγον πρό τοῦ μαρτυρίου του, ὁ ὁποῖος μέ δριμύτατες ἐκφράσεις καυτηριάζει τήν ἀπιστία καί σκληροκαρδία τῶν συμπατριωτῶν του: «Σκληροτράχηλοι καί ἀπερίτμητοι τῇ καρδία καί τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεί τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίω ἀντιπίπτετε ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καί ὑμεῖς», (Πράξ.7,51). Διαλέχθηκε καί ὁ ἅγιος αὐτός μέ τούς Ἰουδαίους. Ποιά ὅμως σχέση καί ποιά ὁμοιότητα ἔχει ὁ διάλογος τοῦ ἁγίου, πού ἀποτελεῖ μιά μαρτυρική ὁμολογία πίστεως τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ, μέ τούς διαλόγους τῶν οἰκουμενιστῶν; Εἶναι βέβαιο ὅτι ἄν ζοῦσε σήμερα ὁ ἅγιος Στέφανος, θά τόν χαρακτήριζαν οἱ ὀπαδοί τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων ὡς φανατικό καί φονταμενταλιστή. 

Τήν ἴδια ἀπορριπτική στάση πρός τόν Ἰουδαϊσμό βλέπουμε νά τηροῦν καί οἱ ἅγιοι Πατέρες  στά «Κατά Ἰουδαίων» συγγράμματά τους, ὅπως ἐπίσης καί στήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στόν πρῶτο «Κατά Ἰουδαίων» λόγο τοῦ σημειώνει: «Οὔτε νά ἐκπλήττεσθε πού ἀποκάλεσα ἄθλιους τούς Ἰουδαίους. Γιατί πράγματι καί ἄθλιοι εἶναι καί ταλαίπωροι, ἀφοῦ περιφρόνησαν καί ἀπέρριψαν τόσα ἀγαθά, πού δέχθηκαν τά χέρια τους ἀπό τόν οὐρανό, ἀφοῦ πιό νωρίς ἀνέτειλε σ’ ἐκείνους ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ὅμως ἐκεῖνοι ἀποστράφηκαν τήν ἀκτίνα του καί βρίσκονται τώρα στό σκοτάδι…Ἦταν οἱ κλάδοι τῆς ἁγίας ρίζας, ἀλλά κόπηκαν…».32  Παρά κάτω προσθέτει: «Καί βέβαια θά ἰσχυριστοῦν, ὅτι καί αὐτοί προσκυνοῦν τόν Θεό. Ἀλλά αὐτό νά μήν τό πῆ κανένας. Γιατί κανένας Ἰουδαῖος δέν προσκυνεῖ τόν Θεό. Ποιός τά λέγει αὐτά; Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ: ‘Ἐάν γνωρίζατε’, λέγει, ‘τόν Πατέρα μου, θά γνωρίζατε καί ἐμένα. Ἀλλ’ οὔτε ἐμένα γνωρίζετε, οὔτε τόν Πατέρα μου’».33 Πῶς θά χαρακτήριζαν ἄραγε σήμερα οἱ ὀπαδοί τῶν Διαλόγων τόν μεγάλο αὐτόν Πατέρα, ἄν ζοῦσε στήν ἐποχή μας καί τολμοῦσε νά πῆ ὅλα τα παρά πάνω;

Σχετικά μέ τό Ἰσλάμ θά ἀρκεσθῶ στήν εἰκόνα, πού μᾶς δίδει γι’ αὐτήν ὁ μεγάλος Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σέ μιά ἐπιστολή του, τήν ὁποία ἔστειλε πρός τό ποίμνιό του, τήν Ἐκκλησία τῶν Θεσσαλονικέων, ὅταν βρισκόταν στή Λάμψακο αἰχμάλωτος στά χέρια τῶν Τούρκων: «Πράγματι αὐτό τό δυσσεβές καί θεομίσητο καί μιαρό γένος, (τῶν Τούρκων), ἰσχυρίζονται μέ κομπασμό, ὅτι ἐπικρατοῦν τῶν Βυζαντινῶν λόγω τῆς θεοφιλίας των, ἀγνοώντας ὅτι ‘ὁ κόσμος οὗτος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται’ καί ὅτι τό μεγαλύτερο μέρος του ἔχουν οἱ κακοί καί δοῦλοι τῶν κάτω, πού ἐκβιάζουν μέ ὅπλα τά γειτονικά ἐδάφη… Γι’ αὐτό μοῦ φαίνεται, ὅτι καί αὐτοί, πού κομπάζουν γιά τήν κακία τους, ἔπαθαν τό ἴδιο μέ τούς Ἕλληνες, γιά τούς ὁποίους λέγει ὁ ἀπόστολος, ὅτι παραδόθηκαν σέ ἀδόκιμον νοῦν ἐπειδή ‘γνόντες τόν Θεόν οὔχ ὡς Θεόν ἐδόξασαν ἤ ἐσεβάσθησαν’. Διότι καί αὐτοί, ἐνῶ ἐγνώρισαν τόν Χριστόν, ἀφοῦ λέγουν ὅτι αὐτός εἶναι Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Πνεῦμα, ἀλλά καί ὅτι ἐτέχθηκε ἀπό παρθένο καί ἔπραξε καί ἐδίδαξε θεία πράγματα, ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς, παραμένει ἀθάνατος καί πρόκειται νά ἔλθη καί νά κρίνη τά σύμπαντα, ἐνῶ λοιπόν ἐγνώρισαν ἔτσι τόν Χριστόν, δέν τόν ἐπίστευσαν ὡς Χριστό, δηλαδή Θεάνθρωπο Λόγο, ἀλλά ἄλλαξαν τήν ἀλήθεια μέ τό ψεῦδος καί ἐπίστευσαν καί ἐσεβάσθηκαν καί ἀκολούθησαν ἄνθρωπο ἁπλό, θνητό καί θαμμένον, τόν Μωάμεθ δηλαδή, παρά τόν Θεάνθρωπο καί ἀείζωο καί ἀΐδιο Λόγο, ὁ ὁποῖος ἄν καί ἐγεύθηκε μέ τήν σάρκα τόν θάνατο, ἀλλ’ αὐτό ἔγινε γιά νά καταργήσει τόν θάνατο καί νά γίνει ἀρχηγός τῆς αἰώνιας καί ἄφθαρτης ζωῆς… Ἐπειδή λοιπόν οἱ παρά πάνω ἀναφερόμενοι, ἐνῶ ἐγνώρισαν τόν Χριστόν, δέν τόν ἐδόξασαν καί δέν τόν ἐλάτρευσαν ὡς Χριστό, ὁ Θεός τούς παρέδωσε ‘εἰς ἀδόκιμον νούν’ καί ‘εἰς πάθη ἀτιμίας’, ὥστε νά ζοῦν μέ αἰσχρότητα καί ἀπανθρωπιά καί ὡς θεομίσητοι…νά ζοῦν μέ τόξο καί μάχαιρα καί μέ ἀσωτεία, ἐπιδιδόμενοι σέ ἀνδραποδισμούς, φόνους, λεηλασίες, ἁρπαγές, ἀκολασίες, μοιχεῖες, ἀνδρομανίες. Καί δέν πράττουν μόνο αὐτοί τέτοια πράγματα, ἀλλά, τί παρανοϊκότης, νομίζουν ὅτι καί ὁ Θεός τούς ἐπιδοκιμάζει».34  Πέραν τούτου ἡ ἀποδοχή τοῦ Ἰσλάμ προσβάλλει τούς ἁγίους Νεομάρτυρες, πού προτίμησαν νά χύσουν τό αἷμα τους γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, παρά νά ἀλλάξουν τήν πίστη τους μέ τήν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ καί ἀκυρώνει τήν ἀξία τῆς μαρτυρικῆς τους ὁμολογίας. 


Β) Τό ἐπιχείρημα τῆς εἰρήνης.

 
Προβλήθηκε ἀκόμη τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι οἱ Διαθρησκειακὲς Συναντήσεις εἶναι ἀναγκαῖες γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς παγκόσμιας εἰρήνης. Στὸ Κείμενο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς γίνεται λόγος περὶ εἰρήνης στὸ Γ΄ κεφάλαιο μὲ τίτλο: «Περὶ εἰρήνης καὶ δικαιοσύνης»  καὶ στὸ Δ΄ μὲ τίτλο:  «Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἀποτροπὴ τοῦ πολέμου». Στὰ κεφάλαια αὐτὰ γίνεται προσπάθεια νὰ κατανοηθοῦν καὶ νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ περὶ εἰρήνης βιβλικὲς καὶ πατερικὲς ἀναφορὲς μὲ τὴν κοσμική τους σημασία, προκειμένου ἔτσι νὰ δικαιολογηθεῖ ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἀποτροπὴ τοῦ πολέμου καὶ στὴν ἑδραίωση τῆς παγκόσμιας εἰρήνης.

Ὡστόσο ὁ ὅρος «εἰρήνη» ἔχει μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας χαρισματικό περιεχόμενο, πού διαφοροποιεῖται οὐσιαστικά ἀπό τήν κοσμική σημασία, πού ἀποδίδεται σ’ αὐτόν. Κανείς δέν ἀμφιβάλλει, ὅτι οἱ πόλεμοι, οἱ συγκρούσεις, οἱ αἱματοχυσίες καί οἱ τρομοκρατικές ἐνέργειες δέν εἶναι σύμφωνες μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτά ὅμως εἶναι ἐπακόλουθα τῆς ἁμαρτίας, καί τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεόν καί τότε μόνον θά ἐκλείψουν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέψει ἐν μετανοίᾳ μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας καί φυλάξει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὑποδεικνύει μέν τόν τρόπον τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ, δέν μπορεῖ ὅμως νά μεταβληθεῖ σέ ἕναν ἐγκόσμιο εἰρηνευτικό ὀργανισμό, οὔτε εἶναι δυνατόν νά ἐγκλωβιστεῖ σέ ἐγκόσμιους ρόλους, διότι τότε μοιραῖα ἐκκοσμικεύεται καί ἐκφυλίζεται, χάνει τήν σωτηριολογική της ἀποστολή. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, πού σκοπό ἔχει νά προσλάβει καί νά θεώσει τόν κόσμο, καί ὄχι νά γίνεται ἡ ἴδια κόσμος. Ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά εἰρηνεύσει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση, γιά νά εἰρηνεύσουν καί οἱ ἄνθρωποι στή συνέχεια μεταξύ τους. Νά προσφέρει τόν Χριστό, τόν μόνον εἰρηνοποιόν, ὁ ὁποῖος εἶναι «ἡ εἰρήνη ἠμῶν» (Ἐφ.2,14) κατά τόν ἀπόστολο. Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἰρήνη δέν σημαίνει τήν ἀπουσία πολέμου, ἀλλά εἶναι καρπός τοῦ ἁγίου Πνεύματος: «ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματος ἐστίν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη…»  (Γαλ.5,22). Ἐξ ἄλλου καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός τήν ἀντιδιαστέλλει ἀπό τήν κοσμική εἰρήνη: «εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν, οὐ καθώς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγώ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω.14,27). Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας οὐδέποτε κατενόησαν τήν ἀποστολή τους, ὅπως τήν κατανοοῦν σήμερα οἱ ὀπαδοί τῶν Διαλόγων. Οὐδέποτε διανοήθηκαν νά συμμαχήσουν καί νά συνεργαστοῦν μέ ἄλλες θρησκεῖες καί αἱρέσεις γιά νά ὑπηρετήσουν μία κοσμικοῦ τύπου παγκόσμια εἰρήνη, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τούς παραπάνω  λόγους τοῦ Κυρίου.

Ἐπικαλεῖται ἀκόμη τὸ Κείμενο, (Α΄ κεφ. § 6), τὸ βιβλικὸ χωρίο τοῦἀποστόλου Παύλου «Θεοῦ ἐσμὲν συνεργοὶ» (Α΄ Κορ.3,9) γιὰ νὰ θεμελιώσει βιβλικὰ τὴν ἀνάγκη συνεργασίας τῆς Ἐκκλησίας «μεθ’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως τῶν ἀγαπώντων τὴν ἀληθῆ εἰρήνην, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας ἐπὶ τοπικοῦ, ἐθνικοῦ, καὶ διεθνοῦς ἐπιπέδου». Προφανῶς μέσα σ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους «καλῆς θελήσεως» συμπεριλαμβάνονται καὶ ἄνθρωποι κάθε θρησκεύματος. Ὡστόσο τὸ παραπάνω χωρίο τοῦ ἀποστόλου ἑρμηνεύεται μόνο σὲ καθαρὰ ἐκκλησιολογικὰ πλαίσια καὶ οὐδέποτε βεβαίως σὲ πλαίσια διαθρησκειακά. Συνεργασία σὲ διαθρησκειακὸ ἐπίπεδο μὲ βάση τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, οὔτε δυνατὴ εἶναι, οὔτε ἐπιτρεπτή. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συνεργαστοῦμε  μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες, πού βρίσκονται στὸ σκότος τῆς πλάνης, χωρὶς νὰ προσκρούσωμε τὸν θεόπνευστο λόγο τοῦ ἀποστόλου: «Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; Τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β΄ Κορ. 6,14). Ποιὰ ἐπικοινωνία, καὶ κατὰ συνέπεια, ποιᾶς μορφῆς συνεργασία, μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μεταξύ τοῦ φωτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ σκότους τῶν διαφόρων αἱρέσεων καὶ θρησκειῶν; Ἀσφαλῶς καμία. Οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενιστὲς δυστυχῶς, ἀγνοοῦντες καὶ διαγράφοντες θεληματικὰ τὶς παρὰ πάνω διδασκαλίες τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ τὶς ἑρμηνεῖες τῶν ἁγίων Πατέρων, καὶ τὴν ἰδίαν διδασκαλίαν «ζητοῦντες στῆσαι», τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Θεοῦ «οὒχ ὑπετάγησαν» (πρβλ. Ρώμ. 10,3). Ὁραματίζονται μία κοσμικοῦ τύπου εἰρήνη μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἀλλοθρήσκους, στὴν ὁποία «τὸ νενοσηκώς» σῶμα τοῦ Παπισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων αἱρέσεων καὶ θρησκειῶν δὲν θὰ «ἀποτέμνηται», οὔτε «τὸ στασιάζον» θὰ χωρίζεται, ἀλλὰ θὰ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ ὑγιὲς ἐκκλησιαστικὸ σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας!

 Ἐπικαλεῖται ἀκόμη τὸ Κείμενο, (Α΄ κεφ. § 6) τὸν Μακαρισμό τοῦ Κυρίου στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία του «Μακάριοι  οἱ εἰρηνοποιοί» (Ματθ.5,9). Ὡστόσο τό ἔργο τῶν εἰρηνοποιῶν, τούς ὁποίους μακαρίζει ἐδῶ ὁ Κύριος, δέν ἔχει καμία σχέση μέ τίς προσπάθειες καταλλαγῆς πού καταβάλλουν οἱ Οἰκουμενιστές μέσα στά πλαίσια τῶν Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων καί Διαλόγων. Οἱ εἰρηνοποιοί, γιά τούς ὁποίους ἐδῶ ὁμιλεῖ ὁ Κύριος εἶναι οἱ ποιμένες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν νά συμφιλιώσουν τούς ἀνθρώπους μέ τόν Θεόν. Ὁ ἄνθρωπος, ὑποδουλωμένος στά πάθη καί στήν ἁμαρτία, εὑρίσκεται σέ κατάσταση ἔχθρας μέ τόν Θεόν καί ἔχει ἀνάγκη καταλλαγῆς καί συμφιλιώσεως, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ μακαρίου Παύλου: «Εἰ γάρ ἐχθροί ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διά τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῶ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησώμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ» (Ρωμ.5,10). Ὅταν δέ ἐπιτευχθῆ αὐτή ἡ καταλλαγή διά τῆς πίστεως, τότε ὁ ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει τό ἀγαθόν τῆς εἰρήνης: «Δικαιωθέντες οὔν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρός τόν Θεόν διά τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», (Ρωμ.5,1). Αὐτό δέ ἀκριβῶς τό ἔργο τῆς καταλλαγῆς ἐπιτυγχάνεται μόνον ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ποτέ μέσα στόν χῶρο τῆς αἱρέσεως, οὔτε βεβαίως σέ συνεργασία μέ ἄλλες θρησκεῖες.

Πέραν τούτου, ἡ εἰρήνη δέν εἶναι πάντοτε ἐπαινετή, οὔτε ὁ πόλεμος πάντοτε κακός. Ὑπάρχει κακή εἰρήνη, ὅταν συμβιβαζόμαστε μέ τήν πλάνη καί προδίδουμε τήν πίστη καί καλός πόλεμος, γιά τόν ὁποῖον ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Μή νομίσητε, ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπί τήν γῆν, οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν. Ἦλθον γάρ διχᾶσαι ἄνθρωπον κατά τοῦ πατρός αὐτοῦ καί θυγατέρα κατά τῆς μητρός αὐτῆς καί νύμφην κατά τῆς πενθερᾶς αὐτῆς καί ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοί αὐτοῦ»,(Ματθ.10, 34-36). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σχολιάζει: «Οὐ γάρ πανταχοῦ ὁμόνοια καλόν. Καί ἐπί τοῦ πύργου ἐκείνου, (τῆς Βαβέλ), τήν κακήν εἰρήνην ἡ καλή διαφωνία ἔλυσε καί ἐποίησε εἰρήνην».35 Σέ ἄλλη συνάφεια, ἐρμηνεύοντας τόν  λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή «εἰ δυνατόν τό ἐξ ὑμῶν μετά πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες», λέγει: «Καλῶς δέ τό ἑξῆς ἐκέλευσεν εἰπῶν, ‘εἰ δυνατόν’. Ἔστι γάρ ὅπου οὐ δυνατόν. Οἷον ὅταν περί εὐσεβείας ὁ λόγος ἤ, ὅταν περί ἀδικουμένων ὁ ἀγών.[…] Εἰ δέ πού τήν εὐσέβειαν παραβλαπτομένην ἴδοις, μή προτίμα τήν ὁμόνοιαν τῆς ἀληθείας, ἀλλ’  ἵστασο γενναίως ἕως θανάτου […] τήν ἀλήθειαν μηδαμοῦ προδιδούς».36 ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπιβεβαιώνει: «Κρείττων γάρ ἐπαινετός πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ».37

Στό κείμενο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς, (Α΄ κεφ. §5), γίνεται ἐπίσης λόγος γιά «συμφιλίωσιν τῶν λαῶν καί ἐπικράτησιν τῆς ἐλευθερίας καί τῆς εἰρήνης εἰς τόν κόσμον πρός ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἀνθρώπου». Ἀλλά καί στούς μέχρι τώρα Διαλόγους προβλήθηκε τό ἰδανικό τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, καί συμφιλιώσεως τῶν λαῶν καί τῶν θρησκειῶν. Ἡ Ὀρθοδοξία οὐδέποτε ἀρνήθηκε τήν συνύπαρξη καί συμβίωση μέ ἀνθρώπους διαφορετικῶν πίστεων, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν της τόν λόγον τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή, «εἰ δυνατόν τό ἐξ ὑμῶν μετά πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες» (12,18). Ἐν ἀντιθέσει  βέβαια μέ ἄλλες θρησκεῖες, ὅπου ἔχουμε πάμπολλα συγκεκριμένα παραδείγματα θρησκευτικῆς βίας. Ἡ ἱστορική τους πορεία μέχρι σήμερα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας ἀδιάκοπος ἀγώνας ἐπιβολῆς τῆς θρησκευτικῆς των ἰδεολογίας ἀκόμη καί διά τῆς βίας. Τό ἰδανικό της εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καθίσταται ἀδύνατο, διότι ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τόν λόγον τοῦ Κυρίου, «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν», (Ἰω.15,20), ἀλλά και μέ τόν λόγον τοῦ ἀποστόλου Παύλου «πάντες δέ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται», (Β΄ Τιμ.3,14). Εἶναι ἀδύνατον ὁ πιστός, πού πραγματικά θέλει νά ζήσει τήν ἐν Χριστῷ ζωή, νά ἀποφύγει τόν διωγμό καί νά συμβιώσει εἰρηνικά μέ τόν κόσμο τῆς ἀπιστίας καί τῆς ἀποστασίας, διότι ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο τό ἀπέκλεισε ὁ Χριστός, ὡς νόμο πνευματικό.

 

Γ)  Τό ἐπιχείρημα τῆς ἀγάπης

 
Οἱ ὀπαδοί τῶν Διαλόγων προέβαλαν ἐπίσης τό ἐπιχείρημα τήν ἀγάπης πρός τόν πλησίον, ὅτι δηλαδή ἡ ἀγάπη ἐπιβάλλει τό ἄνοιγμα καί τήν συνεργασία μέ τούς ἀλλοθρήσκους γιά τό κοινό καλό τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ ἀγάπη ὅμως, ὅπως καί ἡ εἰρήνη, ἐπειδή εἶναι χάρισμα (βλ. Γαλ. 5,22) καί ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος, διαφοροποιεῖται οὐσιαστικά ἀπό τήν κοσμική ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων, πού στήν καλύτερη περίπτωση εἶναι ἕνας ἀνθρώπινος συναισθηματισμός καί στή χειρότερη πρόσχημα ὑποκρισίας καί ἰδιοτέλειας. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη ἔχει καθολικό χαρακτήρα, ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τήν ψυχοσωματική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου καί δέν περιορίζεται μόνο στίς βιολογικές του ἀνάγκες καί στίς συνθῆκες διαβιώσεώς του. Ἐνδιαφέρεται πρωτίστως γιά τήν αἰώνια προοπτική του, τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία του. Ἡ ἀγάπη ποτέ δέν χωρίζεται ἀπό τήν ἀλήθεια, οὔτε εἶναι δυνατόν νά στραφεῖ ἐναντίον της. Γι’ αὐτό καί δέν μπορεῖ νά ἀγνοήσει τό γεγονός, ὅτι ὁ ἀλλόθρησκος βρίσκεται μέσα στό σκότος τῆς πλάνης καί τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, καί ἑπομένως δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποκρύψει ἀπό αὐτόν τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καί τόν Χριστόν ὡς τήν μοναδική ὁδό σωτηρίας καί λυτρώσεως. Δέν ὑπάρχει χειρότερο κακό ἀπό τήν ἀπόκρυψη τῆς ἀλήθειας, πού ἔχει σάν ἀποτέλεσμα τήν στέρηση τῆς σωτηρίας καί μόνο ὡς ἔργο ἀγάπης δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ. Ὅταν ὅμως στούς Διαθρησκειακούς Διαλόγους πολλοί «Ὀρθόδοξοι» Πατριάρχες καί Ἀρχιεπίσκοποι, ἀντί νά ἐπισημάνουν τό σκότος τῆς πλάνης τῶν ἄλλων θρησκειῶν καί νά καλέσουν σέ μετάνοια καί ἐπιστροφή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὁμολογοῦν ὅτι ὁ Θεός τῶν Ἑβραίων καί τῶν Μουσουλμάνων εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ὅτι ὑπάρχει σωτηρία μέσα στίς παρασυναγωγές αὐτές, δέν προδίδουν τήν ἀλήθεια καί δέν ἀποκρύπτουν τήν μοναδική ὁδόν σωτηρίας, τόν Χριστόν;

 
Δ) Τό ἐπιχείρημα τῶν Διαλόγων τῶν ἁγίων ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων μέ τούς ἀλλοθρήσκους.

 
Οἱ Διαθρησκειακοί Διάλογοι, λέγουν ἀκόμη οἱ ὀπαδοί τῶν Διαλόγων, δέν εἶναι ἄγνωστοι στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Τόσον οἱ ἀπόστολοι ὅσον καί ὁρισμένοι ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Κύριλλος φωτιστής τῶν Σλάβων, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κ.ἄ., ἦρθαν σέ ἐπικοινωνία καί διάλογο μέ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκευτικῶν πεποιθήσεων, πραγματοποίησαν διαθρησκειακές συναντήσεις μέ Ἰουδαίους καί εἰδωλολάτρες καί ἑπομένως οἱ σημερινοί διάλογοι εἶναι συνέχεια ἐκείνων. Ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. π. Θεόδωρος Ζήσης στό πολύ ἀξιόλογο ἔργο του «Διαθρησκειακές Συναντήσεις. Ἄρνηση τοῦ Εὐαγγελίου καί προσβολή τῶν ἁγίων Μαρτύρων»38 κάνει μία σύγκριση ἐκείνων τῶν διαλόγων μέ τούς σημερινούς καί συμπεραίνει, ὅτι οἱ διάλογοι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων «δέν ἔχουν καμία σχέση, οὔτε μακρινή, πρός ὅσα γίνονται σήμερα». Παραθέτει μάλιστα πλῆθος βιβλικῶν μαρτυριῶν καί ἀποσπάσματα πατερικῶν κειμένων μέ τά ὁποῖα ἀποδεικνύει αὐτή τήν ἀλήθεια. Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί Πατέρες εἶχαν ὁμολογιακό καί μαρτυρικό φρόνημα. Ἀγωνίζονταν ἀνυποχώρητοι μέχρι θανάτου νά μεταδώσουν τό σωτηριῶδες μήνυμα τοῦ εὐαγγελίου στούς λαούς, πού βρίσκονταν μέσα στό σκότος τῆς εἰδωλολατρίας καί τῆς αἱρέσεως γιά νά τούς καταστήσουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Στυλίτευαν μέ καυστικούς λόγους τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας,  τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ. Δέν ἔκαναν ἐκπτώσεις καί συμβιβασμούς σέ θέματα πίστεως, ἄν καί εὑρέθησαν κάτω ἀπό πολύ δυσμενέστερες συνθῆκες ἀπό ὅτι οἱ σημερινές. Ἀντίθετα οἱ σημερινοί ὀπαδοί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς Πανθρησκείας καθιέρωσαν ἄλλο ἦθος καί ἄλλη τακτική, ξένη πρός αὐτήν τῶν Πατέρων μας. Τήν αὐστηρότητα ἐκείνων ἀντικατέστησαν οἱ φιλοφρονήσεις, οἱ κοσμικές εὐγένειες, οἱ ἐναγκαλισμοί, οἱ ἀνταλλαγές δώρων μέ τούς ἀλλοθρήσκους, οἱ συμπροσευχές. Τίς συνθῆκες διωγμοῦ καί θλίψεων ἐκείνων, οἱ ἄνετες συζητήσεις σέ πολυτελῆ ξενοδοχεῖα μέ πλούσια δεῖπνα. Τήν ξεκάθαρη καί ὁμολογιακή γλώσσα ἐκείνων, οἱ βλάσφημες δηλώσεις πατριαρχῶν, ἐπισκόπων καί θεολόγων, ὅπως ἐξετέθησαν παρά πάνω, καί ἡ διφορούμενη καί διάτρυτη διπλωματική γλώσσα τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας ἡγετῶν, ὅπου ὅλοι λένε τό ἴδιο, ἀλλά δέν ἐννοοῦν ὅλοι το ἴδιο, ἀλλά ὁ καθένας διαλέγει καί παίρνει ὅ,τι τοῦ ἀρέσει. Εἶναι βέβαιο, ὅτι ἄν ζοῦσαν στήν ἐποχή μας οἱ ἅγιοι μάρτυρες καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, οἱ σημερινοί Οἰκουμενιστές θά τούς ἀπέρριπταν ὡς ἀκραίους, φανατικούς καί φονταμενταλιστές, ὅπως κατηγοροῦν καί ὑβρίζουν ὅλους ὅσους ἀγωνίζονται σήμερα κατά τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μέ πολύ θράσος ἐμφανίζονται ὡς ἔχοντες περισσότερη ἀγάπη καί διάκριση ἀπό αὐτούς, τούς γίγαντες τοῦ Πνεύματος, τούς φωστῆρες τῆς Οἰκουμένης, «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος», (Ἑβρ.11,38), κατά τόν ἀπόστολο καί ἔχουν τήν ἀξίωση νά  διορθώσουν τό ἦθος καί τήν διαγωγή τους.

 
Συμπεράσματα

 
Περαίνοντες τήν εἰσήγησή μας καί συνοψίζοντας ὅλα τα παραπάνω, θά μπορούσαμε νά καταλήξουμε στά ἀκόλουθα συμπεράσματα:

Α) Ἤδη ἀπό τήν Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου τό 1961 δρομολογεῖται τό διαθρησκειακό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀργότερα, στήν Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη, (τό 1976), τό θέμα τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων καί γενικότερά τῆς διαθρησκειακῆς συνεργασίας προγραμματίζεται νά ἀποτελέσει ἕνα ἀπό τά δέκα θέματα τῆς μελλούσης νά συνέλθει Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.

 Β) Οἱ προσυνοδικές ἀποφάσεις τῶν Α΄ καί Γ΄ Προσυνοδικῶν Διασκέψεων ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων οἱ Διαθρησκειακοί Διάλογοι καί Συναντήσεις καθιερώνονται πλέον ὡς θεσμός στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, σέ καμιά περίπτωση καί ἐπ’ οὐδενί λόγω μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὅτι ἀποτελοῦν τήν ἐπίσημη θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν ὡσάν νά εἶχε ἤδη πραγματοποιηθεῖ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί ὡσάν νά εἶχε ἤδη ἐγκρίνει τίς ἐν λόγῳ προσυνοδικές ἀποφάσεις εἶναι πέρα γιά πέρα ξένη πρός τήν Πατερική καί Κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀποτελοῦν δέ ἐν τέλει ἐμπαιγμό τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ καί μεταβάλλουν τήν μέλλουσα νά συνέλθη Σύνοδο σέ θέατρο ἐντυπώσεων.  

Γ) Οἱ Διαθρησκειακοί Διαλόγοι καί Συναντήσεις μέ κανένα τρόπο δέν μποροῦν νά δικαιωθοῦν, οὔτε μποροῦν νά θεμελιωθοῦν στήν ἁγία Γραφή καί στήν Ὀρθόδοξη Πατερική μας Θεολογία.

Δ) Ἡ πείρα τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων ἀπέδειξε τήν πλήρη χρεοκοπία τους. Παρά τήν πληθώρα τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων, ὁ ἰσλαμικός φανατισμός, ὄχι μόνον δέν καταστέλλεται, ἀλλά γιγαντώνεται ὅλο καί περισσότερο, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τόν ἐπί πέντε χρόνια πόλεμο στή Συρία, τόν πόλεμο στό Ἰράκ καί τά συνεχῶς αὐξανόμενα κρούσματα τρομοκρατίας, ἀπότοκα του ἰσλαμικοῦ φανατισμοῦ στή Μέση Ἀνατολή καί στήν Βόρειο Ἀφρική, ἀλλά καί σέ χῶρες τῆς Εὐρώπης, ὅπως πρόσφατα στή Γαλλία, ὅπου δολοφονοῦνται χιλιάδες ἀθώα θύματα χριστιανῶν ἀπό φανατικούς Τζιχαντιστές μουσουλμάνους. 

Ε) Τό ἐπιχείρημα τῆς δῆθεν μεταδόσεως τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος καί προσελκύσεως τῶν ἀλλοθρήσκων στήν Ὀρθοδοξία ἀποδείχθηκε χίμαιρα καί ἀπάτη. Οἱ μετέχοντες στούς μέχρι τώρα γενομένους Διαλόγους, Συνέδρια καί Συναντήσεις δέν μπόρεσαν δυστυχῶς νά μεταφέρουν ἀνόθευτη τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, ἀλλά οὔτε καί νά προσελκύσουν ἔστω καί ἕνα ἀλλόθρησκο στήν Ὀρθοδοξία. Ἀντίθετα μάλιστα ἔφθασαν στό ἀξιοθρήνητο κατάντημα νά παρασυρθοῦν σέ πλάνες καί αἱρέσεις καί νά διατυπώνουν βλάσφημες δηλώσεις, σκανδαλίζοντες τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, παρασύροντες στήν πλάνη τούς ἀσθενεῖς στήν πίστη καί προκαλοῦντες ἔτσι μεγίστη πνευματική φθορά καί διάβρωση τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος.

ΣΤ) Τυχὸν θεσμικὴ κατοχύρωση καὶ συνοδικὴ ἀναγνώριση τῶν ἐν λόγω Συναντήσεων καὶ Διαλόγων ἀπὸ τὴν μέλλουσα νὰ συνέλθη Σύνοδο, κινδυνεύει νὰ μεταβάλλει τὴν ἐν λόγω Σύνοδο σὲ Ψευδοσύνοδο, τὴν ὁποία θὰ κληθεῖ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπορρίψει.

 Θά κλείσω μέ τά σοφά καί χαριτωμένα λόγια τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου, ὁ ὁποῖος ἀναφερόμενος στόν Οἰκουμενισμό καί τούς Διαλόγους, ἔλεγε τά ἑξῆς: «Μαζεύονται καί συνεδριάζουν καί κάνουν συζητήσεις ἀτέλειωτες γιά πράγματα πού δέν χωράει συζήτηση, πού οὔτε οἱ ἅγιοι Πατέρες συζήτησαν ἐδῶ καί τόσα χρόνια. Ὅλες αὐτές οἱ ἐνέργειες εἶναι τοῦ πονηροῦ, γιά νά ζαλίζουν καί νά σκανδαλίζουν τούς πιστούς καί νά τούς σπρώχνουν ἄλλους στήν αἵρεση καί ἄλλους σέ σχίσματα καί νά κερδίζει ἔδαφος ὁ διάβολος. Πά, πά…βασανίζουν καί μπερδεύουν τόν κόσμο αὐτοί οἱ ἄνθρωποι!...».39  Σέ ἄλλη συζήτηση πού εἶχε μέ κάποια πρόσωπα, ὅταν ἔμαθε γιά τήν  σύγκληση τῆς Α΄ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξης Διάσκεψης καί τά θέματα ποῦ συζητήθηκαν σ’ αὐτήν, εἶπε μέ πόνο ψυχῆς τά ἑξῆς: «Καταλαβαίνετε τί πάει νά γίνη; Θά φύγη ἡ Παράδοση καί θά μείνη ἡ παράβαση! Καταλαβαίνετε πόσο σοβαρό εἶναι αὐτό; Εἶναι σάν νά βγάζουμε ἀπό τό σπίτι ἕνα τοῦβλο. Ἐκείνη τή στιγμή φαίνεται ὅτι δέν παθαίνει τίποτε τό σπίτι, ἀλλά σιγά σιγά μπαίνουν νερά, βγαίνει καί ἄλλο τοῦβλο, καί ἄλλο, καί στό τέλος τό σπίτι γίνεται ἐρείπιο».40

Εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπομονή σας νά μέ ἀκούσετε.

 

__________________________________________________

Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, Προβλήματα και Προοπτικαί,  Έκδ. «Εκκλησιαστικόν  Επιστημονικόν και Μορφωτικόν  Ίδρυμα Ιωάννου και Εριέττης Γρηγοριάδου», Αθήναι 1990, σελ. 25. 

Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Προς την Αγίαν….ο.π. σελ. 29. 

(Γεν.2,16-17), (Ματθ.5,9), (Ιω. 14,27), (Εφ.6,15. 2,17. 2,14. Γαλ.3,28. Κολ.1,20. Φιλ.4,7), κ.α. 

Ομ. 45,7.PG.36,632 και Ομ.31,15. PG. 36,149  

Επιστ. 114, PG. 32,528 και Επιστ. 203,2. PG. 32,737 

6 Κατά αιρέσεων, 10,35. PG. 16,3454 

7 Περί θείων ονομάτων, 11,2,4. PG. 3,953 

8 Παιδαγ. 2,2. PG. 8,428. Προτρεπτ.11. PG. 8,236. Στρωμ. 4,25. PG. 8,1369-72 

9 Βλ. Ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την Ε' Προσυνοδική Διάσκεψη, Ιστολόγιο «Ρομφαία», 22 Οκτωβρίου 2015 

10 Πρακτικά της εν Ρόδω Πανορθοδόξου Διασκέψεως , (24 Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 1961),  Ανάτυπον από τεύχους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σελ.38.   

11 Βλ. Διάταγμα Β΄ Συνόδου Βατικανού, τεύχ. 7, έκδ. «Γραφείου Καλού Τύπου», Αθήνα σ. 43-44. 

12 Βλ.  Γ. Μαρτζέλου, Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός, Μελετήματα δογματικής θεολογίας Γ΄, Έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 369. 

13 Γ. Μαρτζέλου, Ορθόδοξο δόγμα…ο.π. σ. 369. 

14 Βλ.  Γ. Μαρτζέλου, Ορθοδοξία και Διαθρησκειακός Διάλογος, users.auth.gr/martzelo /index. files/docs /84.doc, σελ. 4-5. 

15 Βλ.  Γ. Μαρτζέλου, Ορθοδοξία και Διαθρησκειακός Διάλογος …ο.π. σελ.6 

16 Βλ. Μοναχού Αρσενίου Βλιαγκόφτη, Οικουμενισμός και Νέα Εποχή. Διαθρησκειακές συναντήσεις και διάλογοι, εν: Οικουμενισμός Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Πρακτικά  Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου, Εκδ. «Θεοδρομία», Σεπτέμβριος 2004, Τόμ. Α΄, σελ.33. 

17 Πατρ. Αλεξανδρείας Παρθενίου, στο «You Shall Be My Witnesses», Επιμέλεια Γεωρ. Λαιμοπούλου, Εκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1991, σελ. 19. 

18 Περιοδ. «Επίσκεψις», αρ.511/30.11.1994, σελ. 28. 

19 Μοναχού Αρσενίου Βλιαγκόφτη, Οικουμενισμός και Νέα Εποχή…ο.π. σελ. 38. 

20 Ιωάννη Ρίζου, Οι ληστές της Θείας Διδασκαλίας. Η Παγκόσμια θρησκεία του Οικουμενισμού και οι ψευδοδιδάσκαλοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Έκδ. Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Μηλοχωρίου Πτολεμαΐδας, Μέρος Α΄, σελ.32-33. 

21 Ιωάννη Ρίζου, Οι ληστές της Θείας Διδασκαλίας….ο.π. σελ. 41. 

22 Bλ. ιστοσελίδα augoustinos-kantiotis.gr,  28.10.2009. 

23 Bλ. ιστοσελίδα whatisnewage-newage.blogspot.com/2010/08/blog-post.html 

24 Bλ. ιστοσελίδα thriskeftika.blogspot.com/2012/04/blog-post_4028.html  

25 Μητροπολίτου πρώην  Ελβετίας Δαμασκηνού, Λόγος Διαλόγου, σελ. 156. 

26 Μητροπολίτου πρώην  Ελβετίας Δαμασκηνού, εν: «Ορθοδοξία και Ισλάμ.Κριτική προσέγγισις του ακαδημαϊκού διαλόγου υπό το φως των αγίων Πατέρων», Εκδ. Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου, 1997, σελ. 17. 

27 Μητροπολίτου πρώην Ελβετίας Δαμασκηνού, στο Περιοδ. «Επίσκεψις», αρ. 426/1.10.1989, σελ. 6. 

28 Π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, Διαλογισμός ή προσευχή; Ορθόδοξη θεώρηση, Αθήναι 1993, σελ. 236. 

29 Βλ. άρθρο του Ν. Χειλαδάκη στο ιστολόγιο Pro News, 19.11.2014 

30 Βλ. άρθρο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, στην ιστοσελίδα http://www.impantokratoros.gr/ D456D4D3.el.aspx 

31 Bλ. ιστοσελίδα http://www.fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=13&t=1700 

32 Ιω. Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων 1,2,ΕΠΕ 34,103-105. 

33 Ιω. Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων1,3,ΕΠΕ 34,111. 

34 Γρηγορίου του Παλαμά, Επιστολή προς την εαυτού Εκκλησίαν  8, ΕΠΕ 7,166-168 

35 Βλ.  Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Παν. Τρεμπέλα, Αθήναι 1951, σ. 212. 

36 Υπόμνημα εις την προς Ρωμαίους Επιστολή  ΚΓ΄, ΕΠΕ 17,490-492, PG 60,611. 

37 Γρηγορίου Θεολόγου, Απολογητικός της εις Πόντον φυγής  82, ΕΠΕ 1,176. 

38 Εκδόσεις «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 2003 

39 «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1998, τομ. Α΄σελ. 210,238 

40 «Ο άγιος Παΐσιος ο αγιορείτης», Έκδ. Ιερού ΄Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015, σελ. 374.



Print-icon 

Login-iconLogin