8.10 Οι Λολλάρδοι Α’


 Αιρετικοί στην Αγγλία τον ΙΔ’ αι. – Νέα στοιχεία.



    Μέχρι στιγμής διαχειριστήκαμε το θέμα της ύπαρξης αιρετικών στην Αγγλία πριν τον Wycliff ακολουθώντας την επικρατούσα άποψη, ότι δηλ. αίρεση δεν υπήρχε και όσες φορές έγινε προσπάθεια να εισβάλει έξωθεν στην νήσο, αντιμετωπίστηκε επιτυχώς. Ακολουθήσαμε την άποψη αυτή σε προηγούμενα κεφάλαια, όπως το 7.2.4, ενώ στο 8.7.2. στα εισαγωγικά του Wycliff διατυπώσαμε μια πρώτη αμφισβήτηση, διότι η εμφάνισή του είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούσε να εξηγηθεί επαρκώς, σύμφωνα με την επικρατούσα θεωρία.

    Η  εξέταση των πηγών ανατρέπει την μέχρι τώρα εικόνα. Από το 1160 έως το 1377 υπάρχουν καταγεγραμμένες 45 περιπτώσεις ατόμων ή ομάδων που ανακρίθηκαν ή καταδικάστηκαν για αιρετικές ιδέες και πρακτικές[1]. Εδώ πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που δείχνουν ότι ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος από ότι θα έπρεπε. Δεν πρόκειται δηλαδή για απουσία αίρεσης αλλά για έλλειψη εξέτασης και καταγραφής μιας πραγματικότητας στο αρχειακό υλικό. Αυτό συνεπάγεται απροθυμία εκ μέρους των Άγγλων επισκόπων να διώξουν τους αιρετικούς με περισσότερη ένταση.

    Είναι επίσης αναγκαίο να ειπωθεί, ότι αυτές οι περιπτώσεις, αν εξεταστούν μεμονωμένα μπορούν να θεωρηθούν ήσσονος σημασίας. Συνδυαστικά, όμως, δείχνουν ότι υπάρχει μεγαλύτερη εξάπλωση από την προβλεπόμενη, ειδικά στον ΙΓ’ και ΙΔ’ αιώνα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ερμηνεύει καλύτερα και πιο πειστικά την εμφάνιση του ίδιου του Wyclif, στην εποχή και το τόπο που παρουσιάστηκε. Ανοίγει νέους δρόμους στην κατανόηση των Λολλάρδων, των αιρετικών δηλαδή που ακολουθούσαν και εφάρμοζαν τις διδασκαλίες του. Ταυτόχρονα θέτει νέα ερωτήματα για τις σχέσεις τους με τους παλαιότερους αιρετικούς, την μοναδικότητα της σέκτας τους, όπως επίσης και για τα κριτήρια της ένταξης κάποιας περίπτωσης αποκλίνουσας διδασκαλίας στην συγκεκριμένη αίρεση από τους ιστορικούς. Προκύπτει η ανάγκη να καθοριστούν εκ νέου τα όρια της.

Πριν προχωρήσουμε περισσότερο στην ανάλυση, ας δούμε ποιες περιπτώσεις αιρετικών είναι καταγεγραμμένες στις πηγές τον ΙΔ’ αι.



8.10.1 Ralph de Tremur

    Στο αρχείο του John de Grandisson[2], επισκόπου του Exeter (1327- 1369), βρίσκεται η περίπτωση του Ralph de Tremur. O Ralph ήταν πάστορας στο Warleggan (Κορνουάλλη) και παραιτήθηκε για να σπουδάσει στην Οξφόρδη. Με το πέρας των σπουδών επανήλθε στην ενορία του και έδιωξε κακήν κακώς τον νέο πάστορα, αφού πρώτα του αφαίρεσε την περιουσία κι έκαψε το σπίτι του. Στην επαρχία του Exeter έκανε κηρύγματα με έντονο αντιμυστηριακό χαρακτήρα. Αρνούνταν την μεταβολή των Τιμίων Δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού[3]. Σύντομα συγκέντρωσε γύρω του ομάδα πιστών με κύριο χαρακτηριστικό την μυστικότητα.

     Δεν έμεινε μόνο στα κηρύγματα. Έδωσε  παραδείγματα εξτρεμιστικής δράσης. Εισέβαλε σε εκκλησία και έκλεψε την όστια από το δισκάριο, την οποία στην συνέχεια έκαψε[4]. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να αφοριστεί από τον John de Grandisson[5]. Διέφυγε την σύλληψη και πήγε στο Λονδίνο. Ο επίσκοπος Exeter έστειλε ακολούθως επιστολή στον επίσκοπο του Λονδίνου, στην οποία τον ενημέρωνε για το ποιόν του Ralph de Tremur. Σ’ αυτήν διαπιστώνεται και η αντικληρικαλιστική άποψή του καθώς εμφανίζεται ν’ αρνείται το ιερατικό αξίωμα. Έλεγε χαρακτηριστικά και σε σχέση με τις απόψεις του για την Θ. Ευχαριστία, ότι ο ιερέας δεν κάνει τίποτα άλλο από το να χασμουριέται και να ξεφυσά πάνω σε ένα κομμάτι ψωμ[6]. Αρνούνταν την τιμή στους αγίους και καταφερόταν με μανία εναντίον του αποστόλου Πέτρου, για τον οποίον έλεγε ότι ήταν ένας αγροίκος, και Ιωάννη του Ευαγγελιστή, τον οποίο αποκαλούσε ψεύτη[7]. Στο Λονδίνο χάνονται τα ίχνη του.

 
    Η δράση του Ralph de Tremur τοποθετείται μεταξύ των ετών 1330-1350. Προηγείται υπέρ της εικοσαετίας από τον Wycliff. Συνεπώς δεν είναι Λολλάρδος, τουλάχιστον μέλος της αίρεσης, όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Δύο σημεία είναι άξια παρατήρησης. Ο Ralph παρουσιάζεται ως πιστός παπικός πριν την εισαγωγή του στην Οξφόρδη και εμφανίζει τα φρονήματά του μετά το πέρας των σπουδών, ακριβώς όπως και ο Wyclif. Αυτό θα μπορούσε να δείξει ότι στο κολέγιο κυκλοφορούσαν ήδη αιρετικές απόψεις, χωρίς να μπορούμε να εστιάσουμε περισσότερο και με την προϋπόθεση ότι η αρχική διάθεσή του ήταν ειλικρινής.

     Το τελευταίο, τίθεται σε αμφισβήτηση, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι ο θείος του Ralph, Ιωάννης, ήταν πάστορας σε μια άλλη ενορία του Exeter στο Lifton του Devonshire από το 1329. Στην ίδια ενορία ήταν πάστορας ένας γνωστός Λολλάρδος κήρυκας, ο Lawrence Bedeman[8],  από το 1383 έως τον θάνατό του το 1429. Δεν φαίνεται να υπάρχει απευθείας σχέση μεταξύ των δύο, ωστόσο η σύμπτωση αφήνει υπονοούμενα. Δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς την ολιγωρία των εκκλησιαστικών αρχών, με αποτέλεσμα να μένει στην θέση του ο Lawrence για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ίδια αδιαφορία στερεί από τον σύγχρονο ιστορικό τα απαραίτητα στοιχεία για την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος.

    Η επιτυχία του κηρύγματος του Ralph de Tremur οφείλονταν στο ότι γίνονταν κατανοητό. Ο Ralph απευθύνονταν στο ακροατήριο του στην καθομιλουμένη, όπως και οι Λολλάρδοι. Την εποχή αυτή κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο για τους παπικούς, οι οποίοι κήρυτταν, πολύ δε περισσότερο έγραφαν, μόνο στα λατινικά. Μάλιστα, ο επίσκοπος John de Grandisson φαίνεται ν’ ανησυχεί ιδιαίτερα για το γεγονός. Ενώ αναφέρει αρχικά ότι ο Ralph γνώριζε ικανοποιητικά τέσσερις γλώσσες (λατινικά, αγγλικά, γαλλικά και την βρετονική/κορνουαλλική διάλεκτο), στην συνέχεια εξηγεί ότι διδάσκοντας στην καθομιλουμένη παραπλάνησε τους απλούς και αγράμματους ανθρώπους[9].

    Τρία σημεία πρέπει να τονιστούν εδώ, α) ο αναλφαβητισμός των μεσαιωνικών μαζών που δεν επιτρέπει την οποιαδήποτε επαφή των πιστών με την θεολογία β) εκτός από το προφορικό κήρυγμα, το οποίο, όμως γίνεται μόνο στα λατινικά, όπως γ) και όλη η μυσταγωγία των παπικών ακολουθιών, με αποτέλεσμα την αποξένωση του πιστού από την εκκλησία και την πίστη του[10]. Έτσι καλλιεργήθηκε πρόσφορο έδαφος για την επιτυχή δράση αιρετικών ευαγγελιστών στην καθομιλουμένη, μια πρακτική που από την πλευρά των εκκλησιαστικών αρχών ήταν καινοτομία, από τον κόσμο, όμως, ήταν καλοδεχούμενη.

    Έχοντας υπόψη ότι ο προφορικός λόγος ήταν ο τρόπος γνωριμίας του κόσμου με την αίρεση, ο ιστορικός πρέπει να υποθέσει ότι οι αιρετικές ιδέες διαδόθηκαν πολύ πριν καταγραφούν, συνεπώς πρέπει να ψάχνει να εντοπίσει τους αιρετικούς πολύ πριν την ημερομηνία που προκύπτει από τα κείμενά τους. Η επαλήθευση του παραπάνω συμπεράσματος γίνεται μέσω της περίπτωσης του Ralph de Tremur και των άλλων περιπτώσεων που θα εξεταστούν παρακάτω. Το τονίζουμε ιδιαίτερα διότι η σύγχρονη έρευνα της αίρεσης των Λολλάρδων ακολουθεί δύο ατραπούς, εκ των οποίων η μία στηρίζεται αποκλειστικά στην μελέτη των κειμένων τους (θα αναφερθούμε εκτενέστερα στο οικείο κεφάλαιο).



8.10.2  frater Johannes…. doctor….

    Στο Liber cancellari[11] της Οξφόρδης εμφανίζεται το παραπάνω όνομα με αυτή την γραφή. Πρόκειται για ένα έγγραφο καταδίκης κάποιου μοναχού με το όνομα Ιωάννης το 1358. Σύμφωνα με την απόφαση, ο συγκεκριμένος καταδικάστηκε διότι δίδασκε τα εξής:


α) Ότι οι δεκάτες ανήκαν δικαιωματικά στους μοναχούς των επαιτικών ταγμάτων και όχι στους προϊσταμένους των ναών[12],


β) ότι ο βασιλιάς έχει το δικαίωμα να κατάσχει την εκκλησιαστική περιουσία και να καθαιρεί τους εκκλησιαστικούς άνδρες και ιερείς[13],


γ) ότι το πανεπιστήμιο ήταν σχολείο αίρεσης (gymnasium haereticorum).


Την καταδίκη υπέγραψαν ο καγκελάριος της Οξφόρδης John de Hothum και οι κοσμήτορες William Denby Και Richard Toulworth[14].

Ο Ιωάννης προστιμήθηκε να πληρώσει 100 σελίνια, του απαγορεύτηκε η διδασκαλία της θεολογίας χωρίς ειδική άδεια και υποχρεώθηκε να διαβάσει μια δήλωση μετανοίας, δημόσια, στον ναό του πανεπιστημίου. Η δήλωση είχε ως εξής:

«Σεβαστοί διδάσκαλοι, ζητώ συγγνώμη για ό,τι έχω πει και στο εξής βεβαιώνω ότι,

Το Πανεπιστήμιο έχει ιδρυθεί πάνω στις στέρεες βάσεις της Καθολικής πίστης και είναι προστάτης αυτής[15].

Οι σεβαστοί διδάσκαλοι αυτού είναι καθολικοί άνδρες, λόγω και έργω[16].

 Επίσης ζητώ συγγνώμη από την μητέρα μας (matrem nostram, δηλ. το Πανεπιστήμιο) και τους σεβαστούς διδάσκαλους και μάγιστρους, από τον Καγκελάριο και τους Προκουράτορες, όσους προσέβαλα κατά την άσκηση της έφεσής, φέρνοντας την αντιδικία μπροστά σε λόρδους και μεγιστάνες (dominis et magnates) και υποβάλλοντας τους σε πολλά έξοδα, και είμαι έτοιμος να προσφέρω ικανοποίηση σ’ αυτούς κατά την δύναμή μου.

 
Επίσης, στο εξής ανακαλώ τις απόψεις που έχουν αναφερθεί ότι εξέφρασα σχετικά με την κατάσχεση της εκκλησιαστικής περιουσίας (temporalia Deo et ecclesiis donata, δηλ. όσα αγαθά προσφέρονται ως δωρεά στο Θεό και τις εκκλησίες) από τον κοσμικό άρχοντα (domini temporales, δηλ. τον βασιλιά).

Επίσης, [ανακαλώ] ότι οι δεκάτες πρέπει να δίνονται στους μοναχούς των επαιτικών ταγμάτων (fratoribus mendicatibus) αντί στους προϊσταμένους των εκκλησιών (rectoribus et curatis).
Βεβαιώνω ότι όσα ειπώθηκαν για τις δεκάτες και την εκκλησιαστική περιουσία είναι πλάνες και λάθη (erroneas et falsas), ενάντια στην αλήθεια, και δεν θα τα υποστηρίξω στο εξής, είτε δημόσια, είτε κρυφά».

    Στο χειρόγραφο, το όνομα του Ιωάννη έχει μείνει κενό. Στο περιθώριο του χειρογράφου έχει γραφεί από μεταγενέστερο χέρι «Jo: Wycliff». Ένα τρίτο χέρι έχει συμπληρώσει «non accedo Wiclifus enim “frater” non erat, sed corum impugnator, si quis alius acerrimus[17]». Κάποιος μεταγενέστερος επιμελητής του χειρογράφου, υπέθεσε ότι ο «Ιωάννης» της απόφασης πρέπει να ήταν ο John Wyclif, ενώ κάποιος άλλος επισημαίνει ότι ο Wyclif δεν ήταν μοναχός. Γίνεται δεκτό και κατανοητό ότι η πρώτη σημείωση και η προσπάθεια ταύτισης του «Ιωάννη» με τον Wyclif οφείλεται στις απόψεις για το dominium που καταδικάστηκαν. Οι ίδιες απόψεις επαναλήφθηκαν αργότερα από τον δεύτερο και το dominium υπήρξε αντικείμενο μελέτης με σημαντική θέση στο έργο του. Εκτός όμως του ότι ο Wyclif δεν ήταν μοναχός, το 1358 είναι πολύ νωρίς για να του έχει δοθεί κάποια θέση διδασκαλίας στην Οξφόρδη.

Παραμένει επίσης άγνωστο το τάγμα του μοναχού. Γνωρίζουμε από το αρχείο, ότι η δήλωση μετανοίας έγινε με την σύμφωνη γνώμη και παρουσία των ηγουμένων του τάγματός του, ωστόσο αυτό δεν κατονομάζεται. Μπορεί, βέβαια, να υποτεθεί ότι εφόσον αξιώνει την απόδοση των δεκατών στα επαιτικά τάγματα, θα πρέπει να ήταν μέλος ενός τέτοιου. Τίποτα παραπάνω δεν μπορεί να ειπωθεί.

    Το 1357 υπήρχαν δύο μοναχοί επαιτικών ταγμάτων με θέση αναπληρωτή καθηγητή θεολογίας στην Οξφόρδη. Ο ένας ήταν ο Φραγκισκανός John Nutone και η θητεία του στην συγκεκριμένη θέση παρατάθηκε για έναν ακόμη χρόνο, για να αναπληρώσει την απουσία του Richard Leomynstre, προστατευόμενου του «Μαύρου Πρίγκιπα». Αυτός έλαβε βασιλική άδεια και μπόρεσε να λείψει από την θέση του την χρονιά που μας ενδιαφέρει[18]. Συμπεραίνεται, λοιπόν, ότι ο John Nutone δεν θα μπορούσε να είναι ο καταδικασμένος Ιωάννης, διότι στην παράταση της θητείας του εμπλέκονταν το Στέμμα και η αποπομπή του θα έπρεπε ν’ αναφερθεί στο βασιλιά. Θα έπρεπε να έχει ακολουθηθεί μια διαφορετική διαδικασία[19].

    Ο δεύτερος είναι ο John Kedington, ο οποίος ήταν μέλος των αυγουστίνειων μοναχών και απομακρύνθηκε από την υπηρεσία του στο Πανεπιστήμιο το 1357. Στην συνέχεια άσκησε έφεση στο Court of Arches, το επισκοπικό δικαστήριο του Καντέρμπουρι, χωρίς την άδεια του ηγουμένου του. Αυτό εναρμονίζεται με την αίτηση συγγνώμης του αρχείου, όπου φαίνεται ότι ο μοναχός Ιωάννης άσκησε έφεση προσβάλλοντας, εφόσον δεν είχε την άδεια, τον ηγούμενο του τάγματός του. Τα στοιχεία αυτά ταιριάζουν με τις πληροφορίες των πηγών, καθώς υπάρχει η σχετική μαρτυρία στα αρχεία του τάγματος στην Οξφόρδη, όπως και οι αποδείξεις για τα έξοδα ταξιδίου του καγκελάριου και των κοσμητόρων στο Λονδίνο για να παρουσιαστούν στην εκδίκαση της υπόθεσης[20].

 
    O Aubrey Gwynn, ο οποίος είχε εξετάσει την υπόθεση παλαιότερα, είχε υποθέσει ότι ο Kedington είχε απομακρυνθεί από την Οξφόρδη για να λάβει την θέση του ο Geoffrey Hardeby και είχε ασκήσει έφεση για να διαμαρτυρηθεί για την άδικη καταδίκη του[21]. Κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει από την εξέταση των πηγών, στις οποίες σημειωτέον δεν αναγράφεται η αιτία της απομάκρυνσής του. Οι ομοιότητες των δύο υποθέσεων δείχνουν ότι ο καταδικασμένος μοναχός Ιωάννης πρέπει να είναι ο John Kedington, μέλος του επαιτικού τάγματος του Αγίου Αυγουστίνου.

    Στο κεφ. 8.8.2 αναφέρθηκαν περιληπτικά οι απόψεις του Fitzralph σχετικά με το dominium, απόψεις που στόχευαν συν τοις άλλοις και στον περιορισμό των προνομίων των επαιτικών ταγμάτων. Θα προσπαθήσουμε εδώ να εξηγήσουμε την ουσία του προβλήματος, ώστε να γίνει κατανοητό το επεισόδιο στην Οξφόρδη και η καταδίκη του Kedington.

    Κατά την διάρκεια του ΙΓ’ και ΙΔ’ αιώνα τα επαιτικά τάγματα είχαν προικοδοτηθεί με σειρά προνομίων που τα καθιστούσε ανεξάρτητα και εκτός της δικαιοδοσίας του τοπικού επισκόπου. Ένα από αυτά ήταν και η δυνατότητα να ακούν την εξομολόγηση πιστών, άσχετα από το αν ο τελευταίος είχε ως πνευματικό τον ιερέα της ενορίας. Για την άσκηση της εξομολόγησης ο μοναχός του τάγματος δεν χρειαζόταν  την άδεια του επισκόπου. Το προνόμιο αυτό ασκούνταν κατ’ εξαίρεση της διαταγής Omnis utriusque sexus, την οποία είχε εκδώσει η Δ’ Σύνοδος του Λατερανού. Σύμφωνα με αυτή την διαταγή, όλοι οι πιστοί όφειλαν να εξομολογούνται τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο και μόνο στον δικό τους ιερέα και αποτελούσε την βάση της αμφισβήτησης του προνομίου των ταγμάτων.

    Το 1282 μια σύνοδος Φράγκων επισκόπων στο Παρίσι αμφισβήτησε την δικαιοδοσία του πάπα να εξαιρεί τα επαιτικά τάγματα από την παραπάνω διάταξη και αποφάσισε ότι οποιοσδήποτε εξομολογούνταν σε μοναχό τέτοιου τάγματος και λάμβανε συγχώρηση από αυτόν, όφειλε στη συνέχεια να επαναλάβει την εξομολόγησή του για δεύτερη φορά στον ενοριακό του ιερέα. Την παραπάνω απόφαση επικύρωσε το 1300 μ.Χ. ο πάπας Βονιφάτιος VIII με την διαταγή Super Cathedram[22], η οποία απαιτούσε την επανάληψη της εξομολόγησης των ενοριτών στον ιερέα τους. Ωστόσο, ο αντικαταστάτης του Βονιφάτιου, Βενέδικτος XI ακύρωσε την διαταγή του προκατόχου του εκδίδοντας την Inter Cuntos[23], με την οποία αποκαθιστούσε το προνόμιο των επαιτικών ταγμάτων. Ο ίδιος ο Βενέδικτος προέρχονταν από το τάγμα των Δομινικανών. Το 1311-2 ο Κλήμης V επανέφερε σε ισχύ την Super Cathedram, περιλαμβάνοντάς την στον  κανόνα Dudum a Bonifacio της Συνόδου της Βιέννης.

 
    Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, το θέμα του συγκεκριμένου προνομίου δεν αφορούσε μόνο την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας των ταγμάτων, αλλά εκτείνονταν και σε αυτή την δικαιοδοσία του πάπα με τάσεις φυγόκεντρες. Οι υποστηρικτές του προνομίου πρότειναν ότι ο πάπας είναι ο κατ’ εξοχήν proprius sacerdos κάθε Χριστιανού και μπορούσε να παραχωρεί δικαιωματικά την δυνατότητα της άφεσης αμαρτιών, εις βάρος της πνευματικής αρμοδιότητας των τοπικών επισκόπων. Στις αρχές του ΙΔ’ αι. ο παρισινός θεολόγος John de Pouilly αντεπιχειρηματολόγησε ισχυριζόμενος ότι η εξουσία του κλήρου πηγάζει από τον ίδιο τον Χριστό και όχι από τον πάπα ή τους επισκόπους, συνεπώς ο πάπας δεν μπορούσε ν’ αφαιρέσει το δικαίωμα των ενοριακών ιερέων ν’ ακούν τις εξομολογήσεις των ενοριτών τους. Το 1321 ο πάπας Ιωάννης XXII καταδίκασε τις απόψεις του John de Pouilly με την βούλα Vas Electionis. Ο τελευταίος υποχρεώθηκε σε δημόσια δήλωση μετανοίας[24].

    Το 1350 ξεκίνησε η διαμάχη μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Armagh, Richard Fitzralph, και του αυγουστίνειου τάγματος[25]. Ο Fitzralph στο έργο του De pauperie salvatoris κατηγορούσε τα επαιτικά τάγματα ότι είχαν παραβεί τους όρκους τους περί ακτημοσύνης και σφετερίζονταν την πνευματική εξουσία του ενοριακού κλήρου. Εφόσον, κατά τον Fitzralph, οι μοναχοί των ταγμάτων είχαν καταχραστεί τα προνόμιά τους, συμπεριλαμβανομένου και του προνομίου της εξομολόγησης, είχαν χάσει το dominium επί των προνομίων αυτών . Εφάρμοζε τις απόψεις του για το dominium, και πιο συγκεκριμένα για το δικαίωμα ιδιοκτησίας και χρήσης, κι έλεγχε βάσει αυτών τα προνόμια των επαιτικών ταγμάτων.

    Το 1356-7 εκφώνησε μια σειρά ομιλιών επί του θέματος στο Λονδίνο. Τα τάγματα, με πρώτο αυτό των αυγουστίνειων μοναχών, κατηγόρησαν τον Fitzralph ως αιρετικό, ότι αναβίωνε τις απόψεις του John de Pouilly. Προσέφυγαν στην παπική curia στην Avignon και ταυτόχρονα εξασφάλισαν την συμπαράσταση του βασιλιά Εδουάρδου Γ’. Ο Fitzralph μετέβη στην Avignon με σκοπό να υπερασπιστεί τις θέσεις του, αλλά πέθανε το 1360 πριν την εκδίκαση της υπόθεσης, οπότε το ζήτημα εξασθένησε, χωρίς να λυθεί οριστικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Λολλάρδοι στην Οξφόρδη τον ανακήρυξαν άγιο, καλώντας τον St Richard of Dundalk.

    Ποια είναι όμως η θέση του Kedington σ’ αυτή την διαμάχη; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση θα βοηθήσει να βρούμε επίσης την θέση του στην ιστορία της αίρεσης στην Αγγλία, πριν από τον Wycliff. Θεωρητικά ο Kedington ήταν εκπρόσωπος των αυγουστίνειων αδελφών στην Οξφόρδη. Η απόψεις του θα έπρεπε ν’ ακολουθούν την γραμμή του τάγματός του και κατ’ επέκταση των επαιτικών ταγμάτων. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η θέση του για τις δεκάτες ευνοούσε τα τάγματα. Ας δούμε όμως ποιο ήταν το θέμα συζήτησης επ’ αυτού.


    Σε προηγούμενο κεφάλαιο εξηγήθηκε το ότι η «πώληση» των μυστηρίων από τους παπικούς, και ειδικά της άφεσης των αμαρτιών, αποτελούσε σημαντική πηγή εσόδων για τους ιερείς κάθε βαθμίδας, από τον απλό ενοριακό ιερέα έως τον πάπα. Εξίσου σημαντικά ήταν και τα έσοδα από τις δεκάτες και τις άλλες τακτικές ή έκτακτες προσφορές των πιστών. Η διανομή αυτών των εσόδων γινόταν βάσει εσωτερικών κανονισμών, χωρίς η απληστία να επιτρέπει κορεσμό. Οι πιστοί από την πλευρά τους προσπαθούσαν να φανούν ευρηματικοί στο ν’ αποφύγουν να πληρώσουν αυτά που απαιτούνταν. Στο σημείο αυτό οι μοναχοί των επαιτικών ταγμάτων ήταν ανταγωνιστικότεροι από τους ενοριακούς. Πρόσφεραν την άφεση φθηνότερα. Αυτό ήταν πρόβλημα για τους ιερείς των μεγάλων πόλεων, όπου οι πλούσιοι πολίτες μπορούσαν ν’ αποφεύγουν την πληρωμή της δεκάτης με το να στρέφονται στους «επαίτες» μοναχούς.

    Ο Fitzralph έψεξε αυτή την τακτική σε μια σειρά ομιλιών που έδωσε στο Δουβλίνο, την Drogheda και το Λονδίνο[27]. Κατηγόρησε τους μοναχούς ότι έδιναν άφεση στους φοροφυγάδες και με την συμπεριφορά τους ενθάρρυναν την αποφυγή πληρωμής της δεκάτης. Οι κατηγορίες επαναλήφθηκαν δημόσια στις 26 Φεβρουαρίου το 1357 στο Λονδίνο. Ο Kedington από την πλευρά του δεν αρνήθηκε τις κατηγορίες, ως όφειλε, αλλά φαίνεται να τις ενισχύει, όταν στη συζήτηση που ξεκίνησε στην Οξφόρδη, πρόβαλε την απαίτηση να μεταφερθεί το δικαίωμα της είσπραξης της δεκάτης στα επαιτικά τάγματα. Μάλιστα, ζητούσε αυτή η μεταφορά του δικαιώματος να μην περιμένει την έγκριση της παπικής εκκλησίας, αλλά να επιβληθεί από τους κοσμικούς κτήτορες ή πάτρωνες των ναών, με το πρόσχημα της ανηθικότητας των ιερέων[28]. Στην συνέχεια επέκτεινε την απαίτησή του ζητώντας από τον βασιλιά να κατάσχει την εκκλησιαστική περιουσία και πάλι με το πρόσχημα της ανηθικότητας.

    Στήριζε την αξίωση για την απόδοση της δεκάτης στους μοναχούς των ταγμάτων, στην φαινομενικά ηθικότερη ζωή που αυτοί διήγαν. Χρησιμοποιούσε δηλαδή τα επιχειρήματα του Fitzralph, εφόσον κατ’ αυτόν ο δίκαιος και ηθικός άνθρωπος είχε περισσότερα δικαιώματα επί του dominium[29]. Επίσης, η απόδοση του δικαιώματος της κατάσχεσης της εκκλησιαστικής περιουσίας στον βασιλιά απέρρεε και πάλι από τις απόψεις του Fitzralph. Ο Kedington, λοιπόν, όχι μόνο τη γραμμή της αδελφότητας του δεν ακολουθούσε, αλλά ούτε και τα συμφέροντα της δεν εξυπηρετούσε. Οι απόψεις του ήταν ανειλικρινείς καθώς με την μεταφορά του δικαιώματος επί της δεκάτης θα έβγαιναν κερδισμένοι οι πλούσιοι φοροφυγάδες, οι οποίοι, όπως θα φανεί, ήταν και αυτοί που τον στήριζαν. Το Πανεπιστήμιο τον καταδίκασε και η αδελφότητα, στην οποία ανήκε δεν φάνηκε να τον στηρίζει πουθενά. Αντίθετα ο ηγούμενός του συγκαταλέγεται στους προσβεβλημένους από τις απόψεις και τις πράξεις του.

    Ο Kedington αρχικά δεν δέχθηκε την καταδικαστική απόφαση και προχώρησε το θέμα εκτός Πανεπιστημίου, ελπίζοντας ίσως να μεταφέρει προς τα έξω και την όλη συζήτηση. Η απόφαση γράφει ότι «έκανε βιαστική έφεση και κατηγόρησε ενώπιον λόρδων και μεγιστάνων» (improvide appellado, dominis et magnatibus querelando). Ποιοι είναι αυτοί οι κοσμικοί άρχοντες, δεν προκύπτει από τα αρχεία. Ας μην ξεχνάμε ότι και το όνομα του Kedington δεν αναφέρεται και ότι χρειάστηκε να γίνει έρευνα για να βρεθεί. Συμπεραίνεται, όμως, ότι είχε ισχυρούς προστάτες, οι οποίοι απαγόρευσαν την καταδίκη του για αίρεση, όπως ακριβώς θα συμβεί μερικά χρόνια αργότερα και με τον Wyclif[30]. Πραγματικά, ο Kedington δεν καταδικάστηκε για αίρεση, μάλλον γι’ ανυπακοή και προσβολή.

    Προσέφυγε στο δικαστήριο St Mary Arches στο Λονδίνο, το επισκοπικό δικαστήριο της Αρχιεπισκοπής του Καντέρμπουρι[31]. Η ίδια η δικονομία της έφεσης δεν έχει ιδιαίτερη αξία για το θέμα μας. Περισσότερο ενδιαφέρουσες και αποκαλυπτικές είναι οι παρασκηνιακές κινήσεις μέχρι την εκδίκαση. Από πλευράς νομιμότητας της έφεσης, ο Kedington στηρίζονταν στο σκεπτικό, ότι η απομάκρυνσή του από την διδασκαλική έδρα δεν ήρθε ως τιμωρία κάποιας συγκεκριμένης πράξης του, αλλά ως καταδίκη των ιδεών του. Θεωρητικά στο σκεπτικό ήταν σωστό. Στην πράξη δείχνει την θρασύτητά του. Ο Kedington έπρεπε να έχει καταδικαστεί ως αιρετικός. Αυτό δεν έγινε διότι είχε ισχυρούς προστάτες και ενδεχομένως οι υπεύθυνοι του Πανεπιστημίου και του αυγουστινειανού τάγματος δεν ήθελαν να δώσουν περισσότερη έκταση. Ο Kedington ήθελε να δώσει έκταση στο ζήτημα και οι ιδέες του ν’ ακουστούν παραέξω, ελπίζοντας ίσως να κερδίσει περισσότερη συμπάθεια προς τις ιδέες του μέσω της «άδικης» καταδίκης του.

    Οι υπεύθυνοι του τάγματος απαγόρευσαν στον Kedington ν’ ασκήσει έφεση. Αυτό προκύπτει από μια επιστολή που παρουσίασε ο καγκελάριος Hothum στο επισκοπικό δικαστήριο. Την υπέγραφαν ο περιφερειακός ηγούμενος Prior William και ο ηγούμενος του Kedington, Prior John. Με τις υπογραφές τους[32] δήλωναν υπεύθυνα ότι είχαν απαγορεύσει σ’ αυτόν ν’ ασκήσει έφεση και ότι η υπόθεσή του δεν είχε βάση. Αυτό το γεγονός βοηθάει στην απόρριψη της υπόθεσης ότι ένας από τους πάτρωνες του Kedington θα πρέπει να ήταν ο Humphrey de Bohum[33], έκτος κόμης του Hereford και ισχυρός πάτρωνας του τάγματος. Οι κινήσεις του ήταν ενάντιες στα συμφέροντα του τάγματος και είναι απίθανο να βοηθήθηκε σ’ αυτό από έναν ευεργέτη τέτοιας εμβέλειας. 

    Τον Μάρτιο του 1358 ο John Hothum έστειλε μια επιστολή στον Fitzralph, ο οποίος βρισκόταν τότε στην curia της Αβινιόν, ζητώντας του να ενημερώσει τον πάπα για τα τεκταινόμενα. Ο κομιστής της επιστολής θα του εξηγούσε τις λεπτομέρειες. Δυο σημαντικά στοιχεία προκύπτουν, ένα άμεσα και ένα έμμεσα, από την εν λόγω επιστολή[34]. Ο Hothum δεν μπορούσε ν’ αναγκάσει τον Kedington να κάνει δημόσια δήλωση μετανοίας, εξαιτίας των μεγιστάνων (magnatibus de regno) που τον στήριζαν. Ακριβώς όπως και στην περίπτωση του Wyclif. Η ημερομηνία της επιστολής κρύβει το δικό της μυστικό. Θεωρητικά, η υπόθεση θα έπρεπε να έχει εκδικαστεί 2 μήνες πρωτύτερα. Φαίνεται λοιπόν ότι οι ίδιοι ισχυροί προστάτες του Kedington ασκούσαν πίεση αναβάλλοντας την έκδοση της απόφασης[35].

    Τελικά, η έφεση απορρίφθηκε μάλλον Μάιο ή Ιούνιο του 1358, εφόσον η ημερομηνία της δημόσιας απολογίας του Kedington τοποθετείται από τα αρχεία στον Ιούλιο του ίδιου έτους. Η έφεση ήταν αντίθετη σε βασιλικό νόμο του 1355, τον οποίο είχε εκδώσει ο Εδουάρδος Γ’ και απαγόρευε το έκκλητο στην παπική κούρια, αποφάσεων που είχαν παρθεί από την καγκελαρία[36]. Παρότι δεν υπάρχουν στοιχεία για την ανάμιξη του βασιλιά στην απόρριψη της έφεσης, δεδομένης της μη ανάμιξης του πάπα, δεν υπήρχε άλλος παράγοντας για να εξισορροπήσει την άσκηση τόσο υψηλής πολιτικής πίεσης στο επισκοπικό δικαστήριο. Ο Εδουάρδος Γ’ μάλλον έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την έκβαση του ζητήματος και αυτό θα εξηγήσει κάτι ακόμα αμέσως παρακάτω.

    Η περίπτωση του John Kedington παρουσιάζει ομοιότητες με την περίπτωση του John Wyclif. Τον στηρίζουν πολιτικοοικονομικοί παράγοντες και στοχεύουν στην θεωρητική θεμελίωση και διάδοση του αιρετικού τους μανιφέστο, στοχεύοντας να πλήξουν τον παπισμό. Ο Kedington απέτυχε εκεί που ο Wyclif πέτυχε για δύο κυρίως λόγους. Ο κακγκελάριος της Οξφόρδης αντιμετώπισε άμεσα το ζήτημα, χωρίς να κωλυσιεργήσει καθόλου. Βοηθήθηκε από τους δύο κοσμήτορες και δεν χρειάστηκε να προσφύγει στο συμβούλιο των καθηγητών, παρατυπώντας μεν, επιτυγχάνοντας, όμως, γρήγορη επίλυση. Το θέμα θα μπορούσε να λάβει περισσότερη έκταση. Σταμάτησε εκεί επειδή στο θρόνο καθόταν ένας δυναμικός και αποφασιστικός βασιλιάς, ο οποίος δεν επέτρεψε στους «dominis et magnatibus» να εκπληρώσουν τα σχέδιά τους. Μόλις ο βασιλιάς αυτός εξέλιπε, αφήνοντας κενό εξουσίας, όπως είδαμε, οι πολιτικοί παράγοντες της Αγγλίας με αρχηγό τον Ιωάννη της Γάνδης προώθησαν τον Wyclif.

     Η περίπτωση του John Kedington αφήνει να εννοηθεί ότι η αίρεση εισέβαλε στην Αγγλία μέσω των επαιτικών ταγμάτων. Εφόσον οι αιρετικοί δεν μπορούσαν να διαδώσουν την αίρεση στο νησί εμφανίζοντας το πραγματικό τους πρόσωπο, φόρεσαν το ένδυμα προβάτου και πέρασαν απαρατήρητοι.



8.10.3 Marion Rye του Romsey.


    Στα αρχεία του William του Wykeham[37], επισκόπου του Winchester (1366-1404) υπάρχουν δύο επιστολές του προς την ηγουμένη του γυναικείου μοναστηριού των Βενεδικτίνων στο Romsey του Hampshire. Η ηγουμένη είχε απευθυνθεί στον επίσκοπο ζητώντας οδηγίες για την αντιμετώπιση της αποστασίας μιας μοναχής, της Marion ή Margery Rye. Ο William αρχικά διόρισε τον John Turke, ενοριακό ιερέα στο Michelmersh, να ερευνήσει την υπόθεση της Marion ή όπως αναφέρει, ν’ ακούσει την εξομολόγησή της. Η ανάθεση της εντολής έγινε στις 20 Μαρτίου του 1368.

    Στην συνέχεια ο επίσκοπος πληροφορήθηκε τα καθέκαστα της Marion. Αυτή είχε αφαιρέσει από το κεφάλι της το μοναχικό βέλο του τάγματός και απέφευγε να συμμετάσχει στην κοινή λατρεία. Αντί να παρίσταται με την υπόλοιπη αδελφότητα στον χορό, προτιμούσε να κάθεται με τους λαϊκούς. Αρνούνταν να παρακολουθήσει κάποιες ακολουθίες, όπως οι Ώρες και γενικά δεν συμπεριφέρονταν κατά την τάξη της αδελφότητας. Ιδιαίτερες ανησυχίες εγείρονταν από την άρνησή της να συμμετάσχει στα μυστήρια, όπως η εξομολόγηση και η Θ. Κοινωνία.

    Η αντιμυστηριακή νοοτροπία της εξηγείται από ένα ακόμη γεγονός. Όπως πληροφορήθηκε ο επίσκοπος, η Marion συνήθιζε να συναντιέται στα κρυφά με πλανόδιους κήρυκες και ν’ ακούει τις ομιλίες τους. Ο εκδότης του αρχείου του William του Wykeham, T. F. Lirby, υπέθεσε ότι οι πλανόδιοι αυτοί κήρυκες ήταν ακόλουθοι του Wyclif[38]. Αυτό είναι εν μέρει σωστό. Τα γεγονότα τρέχουν εν έτει 1368 και ο Wycliff έχει ξεκινήσει ήδη την ακαδημαϊκή του καριέρα.

    Εκείνο, όμως, που διαφύγει του Lirby είναι το ότι ο Wyclif δεν θ’ αναπτύξει αντιμυστηριακές απόψεις και στάσεις πριν το 1377, εννιά χρόνια αργότερα. Αυτή η διαπίστωση αφήνει υπονοούμενα. Έχουμε δηλαδή αιρετικούς διδασκάλους να διαδίδουν τις απόψεις του Wyclif, πριν τις διατυπώσει ο ίδιος. Σίγουρα υπάρχει λογικό σφάλμα. Αν θέλει κάποιος να επιμένει ότι η αρχή της αίρεσης των Λολλάρδων βρίσκεται στον Wycliff, τότε έρχεται αντιμέτωπος με κάποια αδιέξοδα. Η περίπτωση αυτή δείχνει ξεκάθαρα ότι η αίρεση προηγείται του αρχηγού της. Βλέπουμε ότι υπήρχαν αιρετικοί εν δράσει σε μια εποχή που ο ίδιος προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει τις ιδέες του. Βλέπουμε ότι στρατολογούνται μέλη, πριν ο ίδιος ξεκινήσει τις ομιλίες του.

    Η περίπτωση της Marion Rye ίσως κρύβει έναν συμβολισμό. Η αίρεση που μέχρι τώρα κρύβονταν πίσω από το μοναχικό ένδυμα του προβάτου, αποβάλλει το βέλο που την καλύπτει και δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο. Η εποχή συμπίπτει με την έναρξη της δράσης του Wyclif και αυτό είναι κάτι παραπάνω από σύμπτωση. Μάλλον πρόκειται για συντονισμένη επιχείρηση. Τελικά ο επίσκοπος William εξουσιοδότησε την ηγουμένη του μοναστηριού, να μετέλθει οποιουδήποτε μέτρου ή τιμωρίας έκρινε η ίδια πρόσφορο και αναγκαίο για τον σωφρονισμό της Marion, αρκεί να μην βλαπτόταν η ζωή της.  



8.10.4 John Ball


    Έχοντας υπόψη τα παραπάνω μπορεί κάποιος να εξετάσει με νέα οπτική την περίπτωση του John Ball, αναζητώντας εξηγήσεις σε θέματα που πριν απλώς παραβλέπονταν. Ο John Ball (1338-1381) γεννήθηκε στο St. Albans του Hertfordshire και έγινε ιερέας στο Gloucester. Εκεί εμφάνισε αιρετικές απόψεις ήδη από το 1364 με αποτέλεσμα τον αφορισμό του το 1366 από τον Αρχιεπίσκοπο Islip (1349-1366) και το εγκλεισμό του στην φυλακή.

    O John Ball ήταν ο «τρελός ιερέας του Κεντ[39]», ένας από τους αρχηγούς της εξέγερσης των χωρικών του 1381. Όταν ξέσπασε η εξέγερση ήταν φυλακισμένος από τον Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι στην Maidstone Prison, απ’ όπου απελευθερώθηκε από τον Wat Tyler και τους επαναστάτες, στις 7 Ιουνίου.  Μετά την ήττα των επαναστατών στο Billericay από τον στρατό του βασιλιά  Ριχάρδου Β’ (1377-1399), διέφυγε στο Κόβεντρυ, όπου και συνελήφθη. Εκτελέστηκε στις 15 Ιουλίου του 1381.

    Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, ο John Ball ήταν ακόλουθος του John Wyclif. Η άποψη αυτή ωστόσο παρουσιάζει δύο λογικά σφάλματα που τείνουν να παραβλέπονται από τους ιστορικούς που την υποστηρίζουν, αν και έχουν επισημανθεί ήδη. Το πρώτο είναι ότι δεν υπάρχει απευθείας εμφανής και ιστορικά αποδεδειγμένη σχέση μεταξύ των δύο ανδρών[40].  Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να φανερώνει ότι οι δύο άνδρες γνωρίζονταν, ότι είχαν συναντηθεί κάποτε, ότι ο John Ball είχε επηρεαστεί από τον Wyclif. Ωστόσο, οι πηγές μαρτυρούν ότι ο πρώτος δίδασκε τα ίδια με τον δεύτερο[41]. Υπάρχει λοιπόν ένας κοινός παρονομαστής.

    Το δεύτερο είναι ότι ο John Ball ξεκίνησε την δράση του πολύ πριν ο Wyclif αρχίσει να διδάσκει. Υπάρχουν βεβαιωμένα ιστορικά στοιχεία ότι ο πρώτος δρούσε το 1364[42] και όπως είπαμε το αφορίστηκε το 1366. Αντίστοιχα, ο Wyclif το 1364 βρισκόταν μόλις στο πρώτο έτος των σπουδών του στη θεολογία, τις οποίες ολοκλήρωσε το 1369 κι έλαβε το διδακτορικό του το 1372 (βλ. σχ. κεφ. 8.7.3). Ήταν λοιπόν, φοιτητής και δεν υπάρχει περίπτωση να δίδαξε ο,τιδήποτε στον πρώτο. Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ως λογικό συμπέρασμα βάσει των στοιχείων, ότι ο John Ball είχε έρθει σε επαφή με την ίδια αίρεση, μέσω άλλου δρόμου.



8.10.5 Άλλες περιπτώσεις.


    Οι παραπάνω περιπτώσεις αίρεσης δείχνουν μεμονωμένες και πραγματικά δεν φαίνεται να μπορεί να εντοπιστεί κάποια συγκεκριμένη αιρετική ομάδα να τις περιλαμβάνει. Ωστόσο, όλες τους εμφανίζουν τα ίδια συμπτώματα με τις κυρίαρχες αιρέσεις της ηπειρωτικής Ευρώπης. Αντικληρικαλιστική, αντιεκκλησιαστική και αντιμυστηριακή στάση. Δεν είναι οι μοναδικές. Στις πηγές μπορεί να βρει κανείς αρκετές ακόμα περιπτώσεις αιρετικών, καταδικασμένων και μη, που δείχνουν ότι τα συμπτώματα της αίρεσης ήταν περισσότερο διαδεδομένα από όσο υποπτεύονταν.

    Το 1240, ένας αποστάτης μοναχός του τάγματος του Αγ. Μπρούνο (Καρθούσιος), συνελήφθη στo Καίμπριτζ, επειδή κήρυττε ότι ο πάπας ήταν αιρετικός και μόλυνε την χριστιανική πίστη. Για τον λόγο αυτό αρνούνταν να μπει στο ναό[43].

    To 1336 ένας αποστάτης Φραγκισκανός, ονόματι Ranulf, κήρυττε ομοίως πολλές διδασκαλίες ενάντια στον παπισμό και τα μυστήριά του[44].


    Στο αρχείο του Αρχιεπισκόπου Υόρκης William Melton (1317-1340) εμφανίζεται ένας ερημίτης ο friar Henry de Staunton, ο οποίος το 1334 δρούσε στην Υόρκη. Ο Αρχιεπίσκοπος δεν κατάφερε να μάθει τι ακριβώς δίδασκε ο ερημίτης αυτός, ωστόσο εξέδωσε απαγόρευση παρακολούθησης των ομιλιών του. Παρ’ όλα αυτά από τον Henry «δημιουργήθηκε μια σέκτα υπό το κάλυμμα της ευσέβειας˙ το σχίσμα και η καχυποψία του κόσμου προς τον κλήρο αυξήθηκε, και προσβολές, σκάνδαλα, καυγάδες, λογομαχίες, συγκεντρώσεις και συνομωσίες συνέβησαν με παράνομο τρόπο[45]».

    Άλλη μια ερημίτισσα, η Maud de Algakirk, που ζούσε έγκλειστη κοντά στο ναό του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή, στο Huntington, ανακρίθηκε το 1346, ως ύποπτη για αίρεση. Κατηγορήθηκε ότι εισήγαγε διδασκαλίες αντίθετες στον παπισμό[46].


    Δύο πολύ χρήσιμες παρατηρήσεις βγαίνουν από αυτές τις περιπτώσεις. Πρώτον, τις τελευταίες δεκαετίες πριν τον Wyclif υπάρχει έντονη δράση αιρετικών στην Αγγλία. Σχεδόν στο σύνολό τους είναι μοναχοί επαιτικών ταγμάτων ή ερημίτες. Αιρετικοί επίσης εντοπίζονται και κατά την περίοδο της ακαδημαϊκής καριέρας του Wyclif, και δρουν παράλληλα και ανεξάρτητα από αυτόν. Αναφέρθηκε ήδη ο John Ball.

    Το 1381 ένας ιππότης από το Wiltshire, ο Lawrence de St. Martin, εξετάστηκε από τον επίσκοπο του Salisbury, Ralph Erghum. O Lawrence διέπραξε ιεροσυλία, παίρνοντας την όστια στο σπίτι του όπου και την έφαγε μαζί με στρείδια, κρεμμύδια και κρασί[47], δηλώνοντας ότι κάθε ψωμί στο σπίτι του ήταν το ίδιο με την όστια. O Lawrence εκφράζει τις ίδιες ιδέες με τον Ralph de Tremur. Δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι γνώριζε τον Wyclif, πέρα από την απαξιωτική δήλωση του χρονικογράφου Thomas Walsingham, στο τέλος της διήγησης:
«Έγραψα ολόκληρο το περιστατικό για να γίνει φανερό σε όλους, τι μεγάλο κακό έσπειρε στην γη, αυτό το τέρας που ανέβηκε από την άβυσσο, αυτός ο συνεργάτης του Σατανά, ο John Wyclif, ή Ολιγόπιστος[48]».

    Στο Χρονικό του Henry Knighton[49] υπάρχει η διήγηση ενός περιστατικού μιας γυναίκας στο Λονδίνο, η οποία έμαθε στην κόρη της να ντύνεται με ιερατικά άμφια και να τελεί την Θ. Ευχαριστία μυστικά. Αυτό γίνονταν για αρκετό καιρό ωσότου η υπόθεση αναφέρθηκε στον επίσκοπο Robert Baybrooke (1382-1404) του Λονδίνου. Ο επίσκοπος έθεσε τέλος στα τεκταινόμενα και έβαλε σε μετάνοια τις δύο γυναίκες[50]. Ο Henry Knighton δεν δίνει στοιχεία που να συνδέουν την περίπτωση αυτή με τους Λολλάρδους. Το επεισόδιο τοποθετείται στο 1391, μια εποχή όπου οι Λολλάρδοι διέδιδαν την αίρεσή τους και ίσως οι δύο γυναίκες να είχαν έρθει σε επαφή μαζί τους. Αυτό, όμως δεν μαρτυρείται από την πηγή και βέβαια δεν προέκυψε από την επίσημη εξέταση.


    Στα παραπάνω μπορούν να προστεθούν και οι δύο μυστικίστριες[51] και οραματίστριες, η ασκήτρια Julian του Norwich (1342-1416) και η Margery Kempe (1373-1438). Και οι δύο τιμούνται από τον αγγλικανισμό και από κάποια παρακλάδια του Προτεσταντισμού. Η δεύτερη ανακρίθηκε από σύνοδο με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο της Υόρκης Henry Bowet (1407-1423), βρέθηκε ένοχη για αντικληρικαλισμό και διώχθηκε από την επαρχία του[52].

    Ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί με περιπτώσεις αιρετικών του ΙΕ’ αι. Πιστεύουμε, όμως, ότι όσα αναφέρθηκαν αρκούν για να φανεί ότι ακόμη και μετά την εμφάνιση των Λολλάρδων, εξακολουθεί να υπάρχει αίρεση, ανεξάρτητη από αυτούς. Καταρρίπτεται, λοιπόν, ο μύθος περί της μη ύπαρξης αιρετικών στην Αγγλία πριν τον Wyclif, όπως και το ότι οι Λολλάρδοι ήταν η μοναδική αίρεση που εμφανίστηκε τον ΙΔ’ αι. Εγείρονται μάλιστα υποψίες ότι η εμφάνιση τους δεν είναι αποκλειστικό κατόρθωμα του, αλλά ότι μάλλον ο Wyclif ήταν ο εκφραστής  του πυρήνα των ιδεών τους με τρόπο ακαδημαϊκό. Πόσο κατανοητός ήταν από τους απλούς Λολλάρδους; Από λίγο έως καθόλου. Οι Λολλάρδοι εμφάνιζαν μια ποικιλία ιδεών και απόψεων, όπως προκύπτει από τις ανακρίσεις μελών τους επόμενους αιώνες, σε σημείο σήμερα να υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης των κριτηρίων για το ποιος ήταν και ποιος όχι[53]. Είναι προτιμότερο να βλέπουμε την αίρεση αυτή ως ένα ιδεολογικό σχήμα που καλύπτει το σύνολο των αντιεκκλησιαστικών και λοιπών πεποιθήσεων. Υπό την έννοια αυτή ο Λολλαρδισμός είναι η μοναδική αίρεση στην Αγγλία. Αν θέλουμε όμως να αναζητήσουμε τις ρίζες της πρέπει να είμαστε περισσότερο ακριβολόγοι, στην εξέταση των μεμονωμένων περιπτώσεων και αναγκαστικά να προχωρήσουμε σε διακρίσεις πεποιθήσεων, ώστε με την εξέταση της εξέλιξης των ιδεών,  να μπορέσουμε να καταλήξουμε στην αρχή.

 

8.10.6 Η εξόντωση των ακραίων Φραγκισκανών στην Αγγλία (1330).


    Ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία των ημερομηνιών στις παραπάνω περιπτώσεις φτάνουμε στο 1330, ημερομηνία κλειδί για την εμφάνιση της αίρεσης στην Αγγλία. Με αυτό δεν ισχυριζόμαστε ότι δεν υπήρχαν αιρετικοί πριν το 1330. Μπορεί, για παράδειγμα να αναφερθεί η περίπτωση της Margaret Syward, η οποία το 1314 αρνούνταν την ενσάρκωση του Κυρίου (δονατισμός) και κατά συνέπεια την μεταβολή των Τιμίων Δώρων (αντιμυστηριακή στάση) και γι’ αυτό αφορίστηκε[54]. Είναι φανερό, όμως, ότι μετά το 1330 υπάρχει έντονη κινητικότητα με τις περιπτώσεις των αιρετικών να πυκνώνουν μέχρι τον Wyclif. Ποιοι λόγοι συντελούν στην κατακόρυφη αύξηση των περιπτώσεων;

    Το 1330 εκτελέστηκαν στην Αγγλία 55 Φραγκισκανοί και ο 8 γυναίκες ακόλουθοι[55]. Για να γίνει κατανοητή η σημασία αυτού του γεγονότος πρέπει ν’ αναφερθούν κάποια πράγματα[56]. Εξαρχής ο πάπας Ιννοκέντιος ΙΙΙ έκανε δεκτή την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά του Φραγκίσκου της Ασίζης και συνεπώς αποδέχτηκε την ιδιαιτερότητα των Φραγκισκανών για έναν σημαντικό λόγο˙ για να μπορέσει το επαιτικό αυτό τάγμα να παίξει το ρόλο του ενδιάμεσου για την έμμεση υποδοχή και επανένταξη των αιρετικών στον παπισμό. Στόχος ήταν κυρίως οι Βάλδιοι, οι οποίοι είχαν αποκλίνει μια δεκαετία πριν και δόλωμα οι παράλληλοι βίοι του Φραγκίσκου της Ασίζης και του Βάλδου. Φυσικά και η ίδια διδασκαλία και τρόπος ζωής.

    Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Φραγκισκανοί να είναι αφενός ύποπτοι στα μάτια του παπισμού, αφετέρου να δημιουργούνται στους κόλπους του τάγματος διάφορα ιδεολογικά ρεύματα, καθώς με την υποδοχή νέων μελών δέχονταν και νέες αιρετικές επιδράσεις, τις οποίες έπρεπε συνεχώς ν’ αναχωνεύει. Έτσι εξωτερικό σημείο νομιμότητας ήταν η υποταγή στον πάπα, την στιγμή που το ίδιο θέμα ήταν σημείο εσωτερικών προστριβών. Οι παπικοί έκριναν τον φραγκισκανό με κριτήριο την υπακοή του στον πάπα, γνωρίζοντας ότι ήταν πάντα ύποπτος για αίρεση. Ο φραγκισκανός από την μεριά του βρισκόταν πάντα σε εσωτερική ανησυχία και διαμάχη, βρισκόταν πάντα σε δίλημμα για τον αν όφειλε να υπακούει στις προσταγές του πάπα όταν αυτές ήταν αντίθετες με το ιδεώδες της φτώχειας, που ο ίδιος θεωρούσε ως γνήσιο Χριστιανισμό.

    Η στάση στο παραπάνω δίλημμα είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία διάφορων φραξιών στους κόλπους του τάγματος. Αμφιλεγόμενο σημείο ήταν το απόλυτο επαιτικό ιδεώδες, το οποίο αρνούνταν οποιαδήποτε ιδιοκτησία στους μοναχούς του τάγματος και υποστηριζόταν από τους εξτρεμιστές Φραγκισκανούς (Spirituals στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία). Ο πάπας Νικόλαος ΙΙΙ εξέδωσε μια βούλα το 1279, την Exiit qui seminat, σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει τα εμπλεκόμενα μέρη, με την σοφιστική διάκριση μεταξύ ιδιοκτησίας και χρησικτησίας. Η διαμάχη αυτή ξεκίνησε όλη την συζήτηση περί του dominium, και στην Αγγλία συμμετείχαν οι Fitzralph και Wyclif, όπως είδαμε μέχρι τώρα.

    Η βούλα δεν έγινε δεκτή από τους εξτρεμιστές Φραγκισκανούς με αρχηγό τον μαθητή του Μποναβεντούρα, Pierre Jean Olivi. Τέθηκε, λοιπόν, με περισσότερη ένταση το θέμα της υποταγής και υπακοής στον πάπα. Επειδή εδώ δεν μπορεί να γίνει λεπτομερής ανάλυση της προσωπικότητας και της ιδεολογία τους Όλιβι, παρατίθεται παρακάτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του David Burr, The Spiritual Franciscans, ώστε να πάρει ο αναγνώστης μία γεύση από την σκέψη του:

«Όπως και να χει παραμένει γεγονός ότι ο Όλιβι περίμενε μια ριζοσπαστική μεταβολή της εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, στο κοντινό μέλλον. Οραματίστηκε μια αξιοσημείωτη νέα intellectus spiritualis να γεννιέται γύρω του και ανέμενε να ωριμάσει σε μια Νέα Εποχή μέχρι να φτάσει στο σημείο, στο οποίο η εκκλησία “δεν θα χρειαζόταν πολλά από τα προηγούμενα δόγματα, εφόσον το Πνεύμα του Χριστού θα δίδασκε σ’ αυτήν ολόκληρη την αλήθεια χωρίς το μυστήριο της εξωτερικής διδασκαλίας και του βιβλίου” (Lectura 979). Επίσης προσδοκούσε ένα νέο τύπο αρχηγίας στην εκκλησία. Οι ηγέτες θα ήταν σεβαστά παραδείγματα της νέας intellectus spiritualis. Θα αποκήρυτταν τις περιουσίες τους και θα επέστρεφαν στο αποστολικό ιδεώδες. Η ενόραση, η πτωχεία και η ταπεινότητά τους θα ενθάρρυναν τους υφισταμένους τους να τους υπακούουν, με αποτέλεσμα η ιεραρχία να στηρίζεται στην χαρισματική και όχι στην νομικίστικη αυθεντία[57]».


    Ο Όλιβι συνδύαζε τις αιρετικές ιδέες των Βάλδιων περί αποστολικής πτωχείας και τον μυστικισμό του Gioacchino da Fiore (1135-1202), μαζί με τη χιλιαστική αναμονή της Νέας Εποχής ή Τρίτης Εποχής του Πνεύματος, η οποία υιοθετήθηκε από του Ιωακειμίτες και τους οπαδούς της αίρεσης του Ελεύθερου Πνεύματος. Παρότι η πρόβλεψη της έλευσης της Νέας Εποχής το 1260 απέτυχε, κανείς από τους αιρετικούς αυτούς δεν φαίνεται ν’ απογοητεύθηκε. Όπως φαίνεται από την ομιλία του, ο Όλιβι πίστευε ότι όλα αυτά θα γίνουν στο κοντινό μέλλον. Η απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο οι οπαδοί του έπρεπε να υπακούν στην Ρώμη, ήταν ότι ο πάπας ήταν ο Αντίχριστος και η εκκλησία της Ρώμης, η πόρνη της Βαβυλώνος.

    Είναι πολύ σημαντικό ν’ αναφερθεί ότι με βάση κυρίως τις ιδέες περί αποστολικής πτωχείας ξεπήδησαν από τις τάξεις των εξτρεμιστών Φραγκισκανών νέες αιρέσεις, όπως οι Φτωχούληδες (Beguines) και οι Κελλιώτες Αδελφοί (Fraticelli). Το 1317 ο νεοεκλεγείς πάπας Ιωάννης ΧΧΙΙ (1316-1334) επιχείρησε να θέσει τέρμα στην ανυποταξία των εξτρεμιστών Φραγκισκανών οι οποίοι, σημειωτέον, είχαν βρει υποστήριξη από τον Γερμανό αυτοκράτορα, στην αυλή του οποίου είχε καταφύγει και ο Γουίλλιαμ του Όκκαμ. Την χρονιά αυτή καταδικάστηκαν ως αιρετικοί οι Fraticelli.

    Την ίδια χρονιά όλοι οι Φραγκισκανοί της Languedoc κλήθηκαν επειγόντως στην Αβινιόν, έδρα του πάπα, όπου τους δόθηκε τελεσίγραφο˙ ή θα υποτάσσονταν ή θα εκτελούνταν. Όσοι αρνήθηκαν να δηλώσουν υποταγή στον πάπα κάηκαν στην πυρά. Οι εκτελέσεις ξεκίνησαν στις 7 Μαΐου του 1318 και τέσσερις Φραγκισκανοί κάηκαν στην πυρά˙ οι Johan Barran, Guihem Stanton, Deodat Michael & Pons Roca. Τα ονόματά τους μαζί με τα ονόματα όσων εκ των Φτωχούληδων Και των Φραγκισκανών (113 στο σύνολο) εκτελέστηκαν αυτή την περίοδο αναγράφονται σε ένα βιβλιαράκι (libellum), το οποίο έφεραν μαζί του δύο Ιταλοί εξτρεμιστές Φραγκισκανοί, οι Johannes Godulchi de Castiglione και Franciscus de Arquata, που συνελήφθηκαν στο Montpellier το 1353 και κάηκαν στην Αβινιόν το 1354. Επίσης αναγράφεται ο τόπος και η χρονολογία της εκτέλεσης.

    Η έρευνα έχει αποδείξει ότι αυτό το βιβλιαράκι αποτελεί το Μαρτυρολόγιο των Φτωχούληδων (Beguine Martyrology) για το οποίο μιλάει στο έργο του ο ιεροεξεταστής Bernard Gui[58] και το οποίο θεωρούνταν χαμένο μέχρι πρόσφατα[59]. Οι εξέταση του υλικού δείχνει ότι οι εξτρεμιστές Φραγκισκανοί συντάχθηκαν με τους αιρετικούς της περιοχής και συνέχισαν την δράση τους σε συνεργασία μαζί τους. Μεγάλο μέρος αυτών προσχώρησε στους Φτωχούληδες (Beguines) και κάποιοι άλλοι στους Βάλδιους.

    Οι διωγμοί των Φραγκισκανών δεν σταμάτησαν το 1318, όπως δεν σταμάτησε και η δράση τους εναντίον του πάπα. Η ιδέα για μια ακτήμονα εκκλησία και την κατάσχεση της περιουσίας της ήταν της απόλυτης αρεσκείας του Γερμανού αυτοκράτορα, γι’ αυτό όταν ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας κατέλαβε την Ρώμη τον Ιανουάριο του 1328, όρισε ως αντίπαπα τον Pietro Rainalducci, έναν εξτρεμιστή Φραγκισκανό. Ωστόσο, τον Αύγουστο του ίδιου έτους έπρεπε να εγκαταλείψουν την Ρώμη, την οποία ανακατέλαβε ο βασιλιάς της Νάπολης Ροβέρτος, επαναφέροντας έτσι τον Ιωάννη ΧΧΙΙ. Βλέπουμε λοιπόν, ότι η στήριξη των αιρετικών απόψεων περί του dominium δεν ήταν έμπνευση του Ιωάννη της Γάνδης. Αυτός υιοθέτησε την πολιτική υποστήριξη της αίρεσης μιμούμενος τους Γερμανούς διδάξαντες.

    Το 1329 εντείνονται οι εκτελέσεις των αντιφρονούντων Φραγκισκανών και αυτό συνεχίζεται μέχρι το 1330, σε μια τελική προσπάθεια υποταγής τους. Η αναφορά του Thomas de Burton[60] για την εκτέλεση των Φραγκισκανών στην Αγγλία δείχνει ότι μεγάλο μέρος αυτών είχε καταφύγει στο νησί για να γλιτώσει τις εκτελέσεις. Από το σύνολο των 113 εκτελεσθέντων, οι 55 εξ αυτών βρίσκονταν στην Αγγλία. Ο αριθμός του συνολικού αριθμού των εκτελεσθέντων (113) συμφωνεί με τον αντίστοιχο του παραπάνω μαρτυρολογίου. Εκεί βέβαια πρόκειται για μικτό αριθμό Φτωχούληδων και Φραγκισκανών, ενώ ο Thomas de Burton μιλά μόνο για Minores (Ελάχιστοι, δηλ. Φραγκισκανοί). Αυτό δείχνει ότι οι αιρετικοί είχαν μετακομίσει στο νησί ως μοναχοί και αυτό συμφωνεί με το συμπέρασμα που βγάλαμε εξετάζοντας τις συγκεκριμένες περιπτώσεις.

    Από όσα αναφέρθηκαν γίνεται ξεκάθαρο ότι αίρεση μεταδόθηκε στο νησί γύρω στο 1330, γεγονός που εξηγεί την κατακόρυφη αύξηση των κρουσμάτων, την περίοδο από την συγκεκριμένη χρονιά μέχρι την εμφάνιση του Wyclif. Ο μύθος για την μη ύπαρξη αιρετικών στην Αγγλία πριν από αυτόν καταρρίπτεται και ταυτόχρονα φαίνεται ότι η Λολλάρδοι έλκουν την καταγωγή τους από τους αιρετικούς της ηπειρωτικής Ευρώπης, μέσω των εξτρεμιστών Φραγκισκανών. 

 

8.10.7    Walter Lolhard και η καταγωγή των Λολλάρδων.


    Τα συμπεράσματα που βγήκαν από την μελέτη των πηγών στις παραπάνω περιπτώσεις, συμφωνούν με την γνώμη παλαιότερων Γερμανών ιστορικών, ότι δηλαδή οι Λολλάρδοι έλκουν την καταγωγή τους από τον Walter Lolhard, εξ ου και το όνομα. Η γνώμη των Γερμανών στηρίζεται στον Johannes Trithemius, ο οποίος γράφει στο Annales Hirsaugiensis τα εξής:


«Anno 1322


    Στο αναφερθέν έτος της ηγουμενίας του Σιγισμούνδου, ένας αιρετικός με το όνομα Walter, αρχηγός των Κελλιωτών Αδελφών και ο χειρότερος αιρεσιάρχης, ο οποίος κρυβόταν για πολλά χρόνια και με τις αίσχιστες πλάνες του έδεσε πολλούς απλούς ανθρώπους, συνελήφθη στην Κολονία και με απόφαση του δικαστηρίου παραδόθηκε στις φλόγες και κάηκε.

    Ο άνδρας, γεμάτος διάβολο και κάθε πονηριά, εμμένοντας με πείσμα στα λάθη του, κρύος στη στάση του, διεστραμμένος στο δόγμα, άνθρωπος που, ούτε με υποσχέσεις ούτε με απειλές, ούτε καν από το γεγονός ότι σκληρότατες τιμωρίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν, δεν αποκάλυψε τους συνεργάτες του στην αίρεση, οι οποίοι, ωστόσο, ήταν πολλοί.

    Την καταγωγή της αίρεσης των Κελλιωτών Αδελφών περιγράψαμε στο έβδομο έτος της ηγουμενίας του Γοδεφρείδου, την οποία θεωρήσαμε στην δεδομένη περίσταση το δέκατο έκτο έτος της ηγουμενίας του Ερρίκου Β’. Ωστόσο, αυτός ο Walter Lolharius, Ολλανδός στην εθνικότητα, είχε μικρή γνώση της λατινικής, και εφόσον δεν μπορούσε στα Ρωμαϊκά, έγραψε τις πλάνες του σε πολλά βιβλιαράκια στα Γερμανικά. Αυτός ο ίδιος διέδωσε τις πλάνες του μυστικά κι επειδή περιφρονούσε την διόρθωση και την ανάκληση των πλανών του, αλλά με περισσότερη επιμονή – και θα έλεγα ακόμα και λυσσαλέα – τις υπερασπίστηκε, αφού ρίχτηκε στην φωτιά άφησε πίσω του στάχτες[61]».

    Την άποψη υποστηρίζει και ο Λουθηρανός ιστορικός Johann Laurenz von Mosheim στο έργο του Institutionum historiae ecclesiasticae libri IV (1726), ωστόσο οι Άγγλοι διαφωνούν. Ο πρεσβυτεριανός ιστορικός Archibald McLaine (1722-1805), ο οποίος μετέφρασε το έργο του J. L. von Mosheim στα αγγλικά, σχολιάζοντας την άποψη του τελευταίου για την καταγωγή των Λολλάρδων, δέχεται ότι αυτή στηρίζεται στο έργο του J. Trithemius, ωστόσο δηλώνει ότι , ενώ έψαξε δεν κατάφερε να βρει καμιά αναφορά σε αυτούς[62]. Αυτή είναι μια περίεργη δήλωση. Αφενός, οι Γερμανοί δεν υποστηρίζουν ότι ο Trithemius αναφέρει τους Λολλάρδους, αλλά τον Walter Lolhard, ο οποίος κάηκε στην Κολονία το 1322. Αφετέρου, δεν χρειάστηκε ο γράφων περισσότερο από ένα τέταρτο της ώρας για να βρει το συγκεκριμένο απόσπασμα, παρότι δεν είχε προηγούμενη επαφή με το έργο του Trithemius. Προφανώς, και ο Archibald McLaine θα μπορούσε να το βρει, αν είχε την ειλικρινή διάθεση να το κάνει.

    Είναι κατανοητή η επιθυμία των Άγγλων να θέλουν να παρουσιάζουν τον Wyclif ως τον εθνικό τους Λούθηρο. Ούτε ο Λούθηρος, όμως, ούτε ο Wyclif προέκυψαν από παρθενογένεση. Όλη παρούσα εργασία σκοπό έχει να δείξει ότι υπάρχει μια ιστορική συνέχεια που από τον αρχαίο γνωστικισμό, μέσω των μεσαιωνικών αιρέσεων φτάνει μέχρι την Μεταρρύθμιση, και όχι μόνο. Το παρόν κεφάλαιο καταδεικνύει την συνέχεια αυτή, καταρρίπτοντας έναν μύθο, το ότι δηλαδή δεν υπήρχε αίρεση στην Αγγλία πριν τον Wycliff. Ταυτόχρονα, και ομολογούμε προς έκπληξή μας, προκύπτει από την μελέτη των πηγών ότι, όχι μόνο υπήρχε αίρεση στην Αγγλία, αλλά αυτή προέκυψε με την μεταφορά των υπαρχουσών αιρετικών ιδεών από την ηπειρωτική Ευρώπη στο νησί, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στην μελέτη της καταγωγής των Λολλάρδων.

    Ο αναφερθείς μύθος ήταν γέννημα της επιθυμίας των Αγγλικανών και συγκεκριμένα του πολύ William Stubbs, επισκόπου της Οξφόρδης και ιστορικού. Αρχικά η γνώμη του διατυπώθηκε το 1833 και αργότερα πέρασε στην Ιστορία του[63].  Έκτοτε υιοθετήθηκε από όλους τους αγγλόφωνους ιστορικούς, όπως οι Felix Makower[64], F. W. Maitland[65], H. G. Richardson[66], Malcolm Lambert[67], οι οποίοι παραβλέποντας την κραυγαλέα μαρτυρία των πηγών θεωρούν ασήμαντη οποιαδήποτε αναφορά σε αίρεση πριν τον Wyclif. Ο μύθος αυτός φάνηκε τόσο ανθεκτικός στον χρόνο, ώστε ούτε η διδακτορική διατριβή του John Rea Bacher, η οποία εξέταζε τις περιπτώσεις αίρεσης στην Αγγλία πριν τον Wyclif, δεν κατάφερε να τον ανατρέψει[68].  Η εργασία του παραβλέφθηκε εντελώς από τους μεταγενέστερους.

    Με αυτό το σκεπτικό η ακαδημαϊκή έρευνα επικεντρώθηκε στην σύνδεση των αιρετικών με τον Wyclif, εφόσον αυτός θα έπρεπε να είναι ο αιρεσιάρχης. Παραβλέφθηκαν, όμως, δύο πολύ σημαντικοί παράγοντες. Πρώτον το ότι οι ημερομηνίες εμφάνισης των αιρετικών ήταν αρκετά προγενέστερες. Δεύτερον,  ότι ακόμα και στις σύγχρονες με αυτόν περιπτώσεις δεν υπήρχε εμφανής σύνδεση. Εκείνο που μένει αναμφισβήτητο είναι το ότι οι περιπτώσεις των προγενέστερων αιρετικών μοιράζονται κοινά στοιχεία με τους Λολλάρδους. Η θέση αυτής της εργασίας είναι ότι πρόκειται πράγματι για την ίδια αίρεση, η οποία από τον Wyclif και μετά ονομάζεται Λολλαρδισμός, ωστόσο η αρχή της στην Αγγλία μετατίθεται χρονικά σε μια προγενέστερη εποχή και συνδέεται με την ηπειρωτική Ευρώπη. Πιο συγκεκριμένα, προήλθε από την περιοχή εκείνη της Ευρώπης, από την οποία καταγόταν ο Ιωάννης της Γάνδης (ο Walter Lolhard ήταν Ολλανδός) και βρίσκονταν την εποχή εκείνη υπό αγγλική κυριαρχία. Βέβαια, δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία μέχρι στιγμής επί του θέματος του Ιωάννη της Γάνδης, οπότε έχουμε μια υπόθεση. Υπόθεση, όμως, που εξηγεί ικανοποιητικά τα σκοτεινά σημεία της ιστορίας.

 

______________________________________

[1] Andrew Larsen, Are All Lollards, Lollards? στο συλλογικό Fiona Somerset, Jill C. Havens, Derrick G. Pitard, Lollards and Their Influence in Late Medieval England, Boydel Press 2003, p. 60.
[2] The Register of John de Grandisson, ed. F. C. Hingeston-Randolph (London, Bell series 1894), vol. 2 pp. 621-2, 627, 660, 715, 1147-9, 1180, 1303 & vol. 3 p. 1285.
[3] The Register of John de Grandisson, …p. 1148: “pervertissime et heretissime asserens et affirmans panem et vinum in Carnem et Sanguinem Domini nostril Jhesu Cristi Consecracione Verborum substancialiter non transpire;”
[4] Ο. π. p. 1180: “Pixidem cum Corpore Christi clam de Ecclesia surripiens et ad aulam deferens, extractum Sacramentum projecit in ignem, secum Pixidem asportando”.
[5] Οπ pp. 1147-9 (η καταδίκη).
[6] Ο.π. pp. 1179-81 (η επιστολή, 1350), p.1180: “ Quid, enim, presbiter aliud facit nisi quod in modicum panem oscitat et anelat” .
[7] Ο. π. p. 1180: “Item, subsannando Beatum Petrum, unum malum cavum fuisse rusticum asserebat. Item, Beatum Johannem, Evangelistam, falsum testem et mendacem vocavit, …”.
[8] Margaret Aston, Wycliff and the Vernacular, reprinted in Faith and Fire, London 1993, p. 34-5 n. 20.
[9] The Register of John de Grandisson, …p. 1180: “quosdam simplices et indoctos et theologie veritatis ignaros vel ad heresim pronos obtinuit sibi in errore tam execrabili secrecies adherere”.
[10] Βλ. σχετ. B. L. Manning, The People ‘s Faith in the Time of Wycliff, Cambridge 1919, p. 70 κ.ε. R. M. Hanes, Education in English Ecclesiastical Legislation of the Later Middle Ages, SCH 7 (1971), pp. 161-175.  V. Gillespie, Doctrina and Predicacio: The Design and Function of Some Pastoral Manuals, Leeds Studies in English new series 11 (1980), pp. 36-50.
[11] Munimenta Academica, ed. H. Anstey, Roll Series 50 (1868), I.208-11.
[12] Ο. π. p. 209: “decimae ecclesiarum magis debenture mendicantibus quam rectoribus earumdem”
[13] Ο. π. : “rex a clericis et viris ecclesiasticis male et inordinate viventibus absque ijuria possessions posset auferre”.
[14] Η περίπτωση του μοναχού Ιωάννη εξετάζεται σε βάθος μόνο από την Katherine Kerby-Fulton, Books Under Suspicion: Censorship and Tolerance of Revelatory Writing in Late Medieval England, Notre Dame 2006, pp. 134-143.  Βλ. επ. Andrew E. Larsen, The School of Heretics: Condemnation at the University of Oxford, pp. 92-94. Του ιδίου, The Oxford School of Heretics: the Unexamined Case of Friar John, in Vivarium 23 (1999), pp. 168-177.
[15] Ο. π. p. 210: “Imprimis, quod istam matrem nostram Universitatem venerabilem scio Catliolicam esse, in doctrina sana fundatam et sanae fidei protectricem”
[16] Ο. π. : “Item, doctors reverendos ejusdem esse catholicos viros dico et affirm”
[17] Ο. π. p. 208 n.7.
[18] Munimenta Academica, p. 207-8.
[19] Andrew E. Larsen, The School of Heretics, … p. 93.
[20] Medieval. Archives of the University of Oxford, ed. H. E. Salter, 2 vols Oxford 1920-1,  I.71-5, 179.
[21] Aubrey Gwynn, The English Austin Friars in the Time of Wyclif, Oxford 1940, pp. 90-1.
[22] Joseph Koch, Der Prozess gegen den Magister Johannes de Polliaco und Seine Vorgeschichte, in Joseph Koch, Kleine Schriften, Rome 1973,  vol. 2 pp. 387-421.
[23] Takashi Shogimen, Academic Controversies, in Medieval Theologians, ed. G. R. Evans, Oxford 2001, pp. 233-49 (το θέμα στις pp. 236-7).
[24] J. S. Sikes, John de Pouilli and Peter de la Palu, in English Historical Review 49 (1934), pp. 219-40˙  Joseph Koch, Der Prozess gegen den Magister Johannes de Polliaco und Seine Vorgeschichte, in Joseph Koch, Kleine Schriften, Rome 1973,  vol. 2 pp. 387-421˙  Thomas E. Morrissey, John de Pouilly, in The Biographical Dictionary of Christian Theologians, (ed. Patrick W. Carey & Joseph T. Lienhard), Westport 2000, pp. 286-7.
[25] Aubrey Gwynn, The English Austin Friars…, p. 80-9˙  Edith Wilks Dolnikowski, Fitzralph and Wyclif on the Mendicants, in Michigan Academian 19 (1987), pp. 87-100˙  Katherine Kerby-Fulton, Books Under Suspicion…, pp. 135-9˙  Stephen E. Lahey, Philosophy and Politics in the Thought of John Wyclif, Cambridge 2003, pp. 40-8.
[26] Katherine Walsh, A Fourteenth-Century Scholar and Primate: Richard Fitzralph in Oxford, Avignon and Armagh, Oxford 1981, pp. 402-3.
[27] Katherine Walsh, A Fourteenth-Century Scholar…, pp. 298, 314-5, 322-24, 416.
[28] Η απαίτηση αυτή δεν φαίνεται στο έγγραφο της καταδίκης του Kedington, υπάρχει όμως σε μια επιστολή του καγκελάριου Hothum προς τον Fitzralph, όταν ο τελευταίος βρισκόταν στην Αβινιόν. Η επιστολή στο χειρόγραφο MS 64, fo.126 στο Sidney Sussex College. Βλ. σχ. Katherine Walsh, A Fourteenth-Century Scholar…, 436-7.
[29] Munimenta Academica,… p. 209: “rex a clericis et viris ecclesiasticis male et inordinate viventibus absque injuria possessiones posset auferre”.
[30] Κεφ. 8.7.5.
[31] Όλα τα στοιχεία γι’ αυτή τη φάση του ζητήματος προέρχονται από μια επιστολή γραμμένη από τον περιφερειακό ηγούμενο του τάγματος του Αγ. Αυγουστίνου και βρίσκεται στο Medieval. Archives of the University of Oxford, pp. 171-5. Η επιστολή περιλαμβάνει και την απόφαση του επισκοπικού δικαστηρίου.
[32] Την επιστολή υπέγραφαν ως μάρτυρες και οι Fr. William de Alneto, Ab. Richard de Lowth Park, Mr. John Bodi, Richard de Tennemuth, Galfridus de St. Botulph, John Bernewik, κ.α. Οι Fr. William de Alneto, Ab. Richard de Lowth Park, Mr. John Bodi ήταν θεολόγοι της Οξφόρδης. Ο τελευταίος ήταν Βενεδικτίνος.
[33] Andrew E. Larsen, The School of Heretics, … p.100.
[34] Γι’ αυτήν σημ. 28.
[35] Andrew E. Larsen, The School of Heretics, … p.102.
[36] Medieval. Archives of the University of Oxford, vol. 1 p. 349. Επίσης Pearl Kirby, Scholarly Privileges in the Middle Ages, Cambridge 1962, p. 309.
[37] Register of William of Wykeham, ed. T. F. Lirby, London 1899, pp. 77-79.
[38] O. π. p. 78 n.1.
[39] Ο χαρακτηρισμός ανήκει στον Jean Froissart, Chroniques, ed. S. Luke-G. Raynaud, Paris 1869-1897. O McFarlane τον χαρακτηρίζει ‘half crazed hedge priest’, (John Wycliffe and the Beginnings of English Nonconformity, 1953, p. 72)
[40] H. Workman, John Wyclif: a Study in English Medieval Church, London 1926, vol. 2 p. 238, K. B. McFarlane, John Wycliffe, p. 100.
[41] Thomas Walsingham, Chronicon Angliae, (ed. E. M. Thompson) London 1874, p. 321. Thomas Walsingham, Historia Anglicana, (ed. H. T. Riley) London 1864, p. 32: “Docuit et perversa dogmata perfidy Johnammis Wiclyf, et opinions quas tenuit, et insanias falsas, et plura quae longum foret recitare;”. Επίσης Gordon Leff, Heresy in the Later Middle Ages: the Relation of Heterodoxy to Dissent c. 1250-1450, Manchester University Press (1st ed 1967) 1999, p. 561.
[42] Andrew Larsen, Are All Lollards, Lollards?..., p. 61 παραπέμπει στο Calendar of the Patent Rolls of Edward III, London 1912, vol. 12 p. 476 (δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω την παραπομπή).
[43] Matthew Paris, Chronica Majora, Roll Series 37 London 1877, 4.32-4: “Palam enim asseruit, dicens; ‘Gregorius non est Papa. Non est caput ecclesiae. Sed aliud est caput ecclesiae. Ecclesia profanata est, nec debent in ea divina celebrari, nisi rededicate fuerit. Vasa et vestimenta ejus reconsecranda sunt, Diabolus est; Papa, haereticus. Polluit eccesiam immo mundum, Gregorius qui Papa dicitur’.
[44] Annales Paulinii, (ed. Stubbs, W., Chronicles of the Reigns of Edward I and Edward II. Edited from Manuscripts. 2 vols. London, 1882-3  (Roll Series 76), 1.36: “Hic multa contra fidem catholicam et sacramenta ecclesiae superstition ac pertinaciter proponebat coram magistris Theologiae tam religiosis quam saecularibus, et similiter coram episcopo Stephano”.
[45] The Register of William Melton, Archbishop of York, 1317-1340, ed. Rosalind M. T. Hill, Canterbury and York Society 76 (1988), p.131-2: “secta quedam hominum sub pietatis specie insurrexit, diffidium et schism inter clerum et populum excrevit, convicia, contentions, rixe, conspirationes, conventiculeque illicit fiebant et funt, ac datur conjugibus audacia et occasion et econtra suos perperam dimittendi maritos”.
[46] Victoria History of the county of Huntington, ed. William Page-Glanville Proby, London 1926, vol. 1 p. 46 n. 2.
[47] The St Alban’s Chronicle, Volume I 1376-1394, The Chronica Maiora of Thomas Walsingham, eds Taylor-Childs-Watkiss, στη σειρά Oxford Medieval Texts, Oxford University Press 2003,p. 405-7: “.., et partm cum ostreis, partem cum cepis, et partem cum vino, deglutiret; affirmans quemlibet panem apud domum suam tanti esse valoris, quanti fuit ille quem sumpsisse tali modo gaudebat”.  
[48] Ο. π. p. 406: “Hec iccirco scripsi plenius ut omnibus eluccescat quanta mala bestia que ascendit de abisso college Sathane, Iohannes Wyclyff, siue Wykkebeleve, seminavit in terra”.
[49] Αυγουστίνειος ιερομόναχος στο αββαείο St. Mary στο Leicester τον ΙΔ’ αι. Έγραψε Χρονικο της Αγγλίας από το 956 ως το 1366, σε τέσσερα βιβλία. Ένα πέμπτο βιβλίο αποτελεί την Συνέχεια του Χρονικού για τα έτη 1377-1395.
[50] ,Chronicon Henrici Knighton, vel Cnitthon, Monachi Leycestrensis, ed. Joseph Rawson Lumby London 1889, vol.2 pp. 316-7.  Σε αγγλική μετάφραση, Martin Geoffrey Haward (trans.) Knighton ‘s Chronicle 1337-1396, Clarendon Press 1995.
[51] Δεν έχουμε αναφερθεί ακόμα στον ρόλο του μυστικισμού τον Μεσαίωνα και τις αιρέσεις που ξεπήδησαν, έχοντας μυστικιστικές θεωρίες και επιδράσεις. Οφείλουμε όμως να πούμε εδώ ότι κάποιες από τις θεωρίες του Προτεσταντισμού έχουν μυστικιστικές ρίζες.
[52] Barry Windeatt (trans.),The Book of Margery Kempe, New York 1985, pp. 161-7.
[53] Συζήτηση επί των κριτηρίων και των τρόπων προσέγγισης στο Andrew Larsen, Are All Lollards, Lollards?..., pp. 66-7.
[54] Irene J. Churchill, Canterbury Administration, Church Historical Society London 1933,  vol. 1 pp. 313-4.
[55] Thomas de Burton, Chronica Monasterii de Melsa, ed. Edward Bond, London 1867, vol. 2. p. 323.
[56] Εξ αρχής δεν γνώριζα ότι η εξέλιξη της μελέτης και ειδικά η έρευνα για τον εντοπισμό της καταγωγής των Λολλάρδων θα οδηγούσε εδώ. Έτσι κάποια θέματα που προορίζονταν να εξεταστούν αργότερα, παρουσιάζονται περισσότερο σημαντικά, από ό,τι έδειχναν. Αναγκαστικά θα γίνει εδώ μια μικρή αναφορά και η αναλυτική εξέτασή τους επιφυλάσσεται για το μέλλον. Ειδικά τα θέματα που αφορούν τους ακραίους Φραγκισκανούς και την αίρεση του Ελεύθερου Πνεύματος.
[57] David Burr, The Spiritual Franciscans: Protest to Persecution in the Century After Saint Francis, Pennsylvania State University 2001, p. 210.
[58] Ο Bernard Gui ανέφερε ότι κάποιος Peire Domergue, ο οποίος φυλακίστηκε στην Τουλούζη, είχε γράψει τα ονόματα όσων είχαν εκτελεστεί και τα διάβαζε σε λιτανεία. Bernard Gui, Manuel de l’ Inquisiter, ed. & trans. G. Mollat, 2 vols Paris 1926-27, pp. 134-5.
[59] Εκδόθηκε από την Louisa Burnham στην διατριβή της με τίτλο So Great a Light, So Great a Smoke: The Heresy and Resistance of the Beguines of Languedoc (1314-1330), Northwestern University 2000, pp. 315-320.  Η έκδοση του Μαρτυρολογίου έγινε με βάση το χειρόγραφο που βρίσκεται στο Wolfenbüttel to Herzog-August-Bibliothek Helmstedt 1006, fols 12v-13v, βλ. σχ. Otto von Heimann, Kataloge der Herzog-August Bibliothek Wolfenbüttel, Die Helmstedter Handschriften 3 (Frankfurt am Mein 1965), pp.3-5. Ένα δεύτερο χειρόγραφο βρίσκεται στην Πράγα, το University of Prague IV. B.15, fols 304r-315r. βλ. σχ. Joseph Truhlar, Catalogus Codicum Manu Scriptorum Latinorum, Prague 1905, p. 249.  Ένα τρίτο χειρόγραφο βρίσκεται στην Βιβλιοθήκη του Escorial, το Escorial N. I. 18. Το κείμενο διαφέρει διότι η καταλογογράφηση γίνεται κατά πόλη, όχι κατά ημερομηνία, οπότε δεν πρόκειται στην ουσία για Μαρτυρολόγιο, αλλά για λίστα.
[60] Thomas de Burton, Chronica…, p. 323: “et in Anglia in quadam sylva, combusta sunt viri 55 et mulieres ejusdem ordinis et erroris. Summa combustorum 113”.
[61] Johannes Trithemius, Annales Hirsaugienses: Opus nunquam hactenus editum, et ab Eruditis simper desideratum complectens historiam Franciae et Germaniae, Tomus II, typis Monasterii S. Galli, Anno MDCXC, Tomus II.155: “ Anno Sigismundi Abbatis praenotato, haereticus quidam Walterus nomine Fratricellorum Princeps & haeresiarcha pessimus, qui multis lauterant annis, & plures suis erroribus pessimis innodaverat simpliciores, apud Coloniam deprehensus est, & per sententiam justitiae ignibus traditus atque consumtus. Vir diabolo plenus, & omnium versutissimus, in errore pertinacissimus, in responsione callidus, in doctrina perversus, qui nec promissis, nec minis, imo nec saevissimis potuit induci tormentis, ut errorum suorum complices, qui tamen erant plures, indicaret. Capita haereseos Fratricellorum anno Godfridi Abbatis septimo seripsimus, quos occasione accepta etiam anno Henrici Abbatis secundi sexto decimo replicavimus. Lohareus autem iste Walterus natione Hollandinus latini sermonis parvam habebat notitiam, et quia Romano non potuit, sermone sibs Theutonico plures sui erroris libellos conscripsit, quos deceptis per se occultissime communicavit: et cum errores suos emendare et revocare contemneret, sed constantissime, quin potius pertinacissime dico, defenderet, in ignem projectus favillam sui reliquit.”. Οφείλω θερμές ευχαριστίες στον Pawel P. Wroblewski, τους Πανεπιστημίου του Wroclaς, για την μετάφραση του κειμένου.
[62] John Laurence Mosheim, An Ecclesastical History, Ancient and Modern, translated from the original Latin, and illustrated with notes, chronological tables and an appendix by Archibald MacLaine, New York 1867, vol. 1 p. 398 n.1.
[63] Report of the Ecclesiastical Courts Commision, British Parliamentary Papers 1833, 24, Historical Appendix 2, 52. William Stubbs, The Constitutional History of England in its Origin and Development, 3 vols. Oxford 1874-8, vol. 3 p. 365.
[64] Felix Makower, The Constitutional History and Constitution of the Church of England, London 1895, pp. 183-5.
[65] Sir Frederick Pollock – Frederick William Maitland, The History of English Law before the Time of Edward I, Cambridge 1895, vol. 2 pp. 544-52.
[66] H. G. Richardson, The Governance of Medieval England from the Conquest to Magna Charta, Edinburgh 1964.  
[67] Malcolm Lambert, Medieval Heresy: Popular Movements from the Gregorian Reform to the Reformation, Oxford 1992, p. 225.
[68] John Rea Bacher, The Prosecution of Heretics in Medieval England, University of Pennsylvania Press 1942.

 

© 2014 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου, κατόπιν αδείας του διαχειριστή του ιστοχώρου,  αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές, που πιθανόν να το αλλοιώνουν, για μη εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:
http://www.impantokratoros.gr/0B2EA715.el.aspx



Print-icon 

Login-iconLogin