Μαρίνα Γ. Στραβάκου



ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

ΚΑΤΑ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΣΤΗΛΙΤΕΥΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ*

(Μέρος Β')


Γιά να διαβάσετε το Ά Μέρος πατήσατε εδώ 


Γ' Πίστις, κεφ. 49 -122.

       Ανάμεικτα συναισθήματα χα­ράς και λύπης κυριαρχούν στην ψυχή του αγίου. Χαράς, γιατί οι Χριστιανοί λυτρώθηκαν από τα δεινά, και λύπης, όχι μόνο για όσα υπέφεραν κατά θεία παραχώρη­ση πιθανό -θα επαναλάβη- εξαι­τίας της έπαρσής μας που είχε α­νάγκη καθάρσεως, αλλά και για την ψυχή του Ιουλιανού και για όσους εκείνος συμπαρέσυρε στην απώλεια! Οι άγιοι λυπούνται ακό­μη και τους δαίμονες!
      
Όσοι ακολούθησαν τον Ιουλια­νό, έχοντας την ίδια με κείνον κοσμοθεωριακή αντίληψη, θρηνούν τώρα για τις συμφορές που τους βρήκαν τελευταία και τις ανεπιθύ­μητες γι' αυτούς συνέπειες. Ως γνωστόν, μετά το θάνατο του Ιου­λιανού ο στρατός αναγόρευσε αυ­τοκράτορα τον Ιοβιανό, ο οποίος, αμέσως μετά την ταφή του σώμα­τος του Ιουλιανού, οδήγησε το στρατό στην Αντιόχεια, όπου εξέ­δωσε διάταγμα περί ανεξιθρησκείας, αποκαθιστώντας πλήρως τα δικαιώματα και τα προνόμια των Χριστιανών σε όλη την Αυτοκρα­τορία. Ο θρήνος των οπαδών του Ιουλιανού προφανώς οφείλεται στο ότι έχασαν τα προνόμια που είχαν, τη δόξα και τον πλούτο που τους προσπόριζε η εύνοια του αυ­τοκράτορα. Θρηνούν, λέγει ο άγιος, γιατί δεν πιστεύουν στην πέραν του τάφου ζωή ούτε στη μέλλου­σα κρίση και ανταπόδοση, αλλά ζουν «βίον αλόγων», βίο που δεν αρμόζει στον άνθρωπο που είναι λογικό ον, μετρώντας την ευδαιμο­νία με τη «ραστώνη» και θεωρών­τας δυστυχείς αυτούς που, έχον­τας διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, κακοπερνούν. Ο ίδιος τους θεωρεί περισσότερο αξιοθρήνητους για τα βάσανα και την κόλα­ση που τους περιμένει στην πέραν του τάφου ζωή. Και η μεγαλύτε­ρη τιμωρία γι' αυτούς είναι «αυτό το εξωσθήναι Θεού»· να εξορισθούν μακράν του Θεού, να διωχθούν οριστικά και αμετάκλητα του Παραδείσου, καθώς οι ίδιοι, αμετανόητοι στην κακία τους, στέ­ρησαν τον εαυτό τους της κοινωνί­ας με τον Θεό. Πολύ περισσότερο αξιοδάκρυτοι είναι οι διώκτες από τα θύματα του διωγμού και πιο α­ξιοθρήνητος εκείνος που τους παρέσυρε στην απώλεια. Αλλά αμέσως ο άγιος θα διορθώση την ανθρωποπαθή έκφρασή του69 λέ­γοντας ότι όσοι έπαθαν υπέρ Χριστού κανένα κακό δεν έπαθαν, «ουδέν δεινόν το υπέρ Χριστού παθείν», αλλ' αντίθετα είναι αξιοζή­λευτοι, γιατί κινδυνεύοντας υπέρ της πίστεως απέκτησαν από τώρα κιόλας, από την εδώ ζωή τους, δό­ξα και παρρησία ενώπιον του Θε­ού και γιατί, μετά το φυσικό τους θάνατο, τους περιμένει η αιώνια μακαριότητα. Το υπέρ Χριστού πάσχειν προαγγέλλει τη χαρά του Παραδείσου, ενώ τα παθήματα που παρακολουθούν την ανομία είναι προάγγελος «της αποκειμένης τοις πονηροίς κολάσεως». Θα ήταν προτιμότερο γι' αυτούς να τιμωρούνταν εδώ, σ' αυτή τη ζωή, επί μακρότερο χρόνο, παρά να αν­τιμετωπίσουν την αιώνια καταδί­κη.
      
Δεν επιχαίρει ο άγιος με την πτώση τους, αλλά κατά τον Παροιμιαστή70 αισθάνεται συμπάθεια προς αυτούς. Η βίωση της ταπεινώσεως είναι ακατάπαυστο αγώνισμα για τον άγιο και για όσους επιτελούν αγιοσύνην εν φόβω Θεού.
      
Η έπαρση είναι ξένη προς τη Χριστιανική πίστη και ζωή, η ευδο­ξία και αδοξία λαμβάνουν πνευμα­τικό περιεχόμενο από τη στάση που παίρνομε απέναντί τους.

α'  Ενεργός συμμετοχή του Ιου­λιανού στη δαιμονολατρία, κεφ. 49-56

       Αλλεπάλληλες ρητορικές ερω­τήσεις ελέγχοντας προβάλλουν τον οίστρο της ασεβείας που οδήγησε τον Ιουλιανό στην απώλεια. «Πόθεν ούτω μισόχριστος ο Χριστού μαθητής; ...». Είναι σαν να εκτυλίσσεται πάλι μπροστά μας το θείο δράμα με την προδοσία του Ιούδα. «Ιούδας, ο ποτέ σου μαθητής...». Κάποτε και ο Ιουλια­νός μαθήτευσε στην αλήθεια του Ευαγγελίου, χωρίς τα λόγια και τα ακούσματα ν' αγγίξουν την ψυ­χή του. Γι' αυτό και, μόλις ανέλα­βε τη βασιλεία, άρχισε να διαλαλή με παρρησία την ασέβεια, σα να αισθανόταν ντροπή που υπήρξε κάποτε Χριστιανός ή σα να ήθε­λε να εκδικηθή τους Χριστιανούς γι' αυτό. Και η άρνησή του δεν περιορίστηκε στα λόγια, αλλά -σύμφωνα με όσα αποκάλυψαν με καύχηση οι έμπιστοί του - με ανό­σιο αίμα απέπλυνε το άγιο βάπτι­σμα, αντιπαραθέτοντας τη βδελυ­ρή αυτή πράξη στην τελείωση του δικού μας μυστηρίου. Η άρνηση είναι ολοκληρωτική. Η προσχώρη­ση στη λατρεία των δαιμόνων επι­σφραγίζεται με τη συμμετοχή στις μυσαρές τελετουργίες των ειδωλο­λατρών και ο Ιουλιανός πλέον α­ποκόπτεται εκουσίως από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, από την αναίμακτο θυσία δια της οποί­ας κοινωνούμε και στα πάθη και στη θεότητα με το Χριστό. «Δι' ης ημείς Χριστώ κοινωνούμεν και των παθημάτων και της θεότητος». Εγκαινιάζει την άνοδό του στο θρόνο με τέλεση ειδωλολατρικών θυσιών. Σφάγια (έντομα)71 προσφέρονται ως θυσία στους νε­κρούς και στα είδωλα. Με αφορμή την αναφορά στις εναγείς θυσίες του Ιουλιανού, ο άγιος Γρηγόριος, παρά τον δισταγμό του, θα εκθέση ένα θαύμα που θρυλείται, αφ' ενός μεν για να δείξη με ένα παράδειγμα, που είναι γενικά πιστευτό, πόσο μεγάλη ήταν η «καινο­τομία» του κακού και η δυσσέβεια, αφ' ετέρου για να γίνη γνω­στό με ποιο αξιοθαύμαστο τρόπο αποκαλύπτεται ότι τα καθαρά δεν επιδέχονται μολυσμό.
      
Το θαύμα λοιπόν που εθρυλείτο είναι ότι κατά τη θυσία που προσέ­φερε ο Ιουλιανός ενεργώντας σπλαγχνοσκοπία, τα σπλάγχνα εφανέρωσαν το σταυρό στεφανωμέ­νο, πράγμα που σε άλλους προκάλεσε αγωνία και φρίκη και τους έκανε να συναισθανθούν τη δύναμη των Χριστιανών, στον ίδιο όμως τον Ιουλιανό, που παρερμήνευσε το «σημείο», έδωσε θάρρος, γιατί θεώρησε ότι τάχα εμείς, οι Χριστι­ανοί είμαστε περικυκλωμένοι και αποκλεισμένοι από παντού. Αν αυτό που θρυλείται είναι ψέμα, ας το πάρουν οι άνεμοι. Αν όμως είναι αλήθεια, τότε συνέβη αυτό που είχε συμβεί, όταν η γερουσία Μωάβ και η γερουσία Μαδιάμ, οι οποίοι ήταν οι ίδιοι επιδέξιοι στη μαγεία, ήρθαν στον Βαλαάμ72 για να τον καλέσουν εκ μέρους του Βαλάκ, βασιλέως της Μωάβ, να καταρασθή τους εχθρούς του Ισ­ραηλίτες για να τους νικήση, αλλ' εκείνος, κατ' εντολήν του Υψί­στου, τους ευλόγησε.
      
Συνέβη αυτό που είχε συμβεί όταν η νεκρομάντις της Αενδώρ εκάλεσε τον νεκρό Σαμουήλ κατ' εντολήν του Σαούλ, για να του πη πώς να ενεργήση, επειδή οι Φιλισταίοι του είχαν κηρύξει τον πόλεμο, και έλαβε απ' αυτόν «το χρη­σμό» της καταστροφής του73. Και στην Καινή Διαθήκη οι δαίμονες μέσω της εγγαστριμύθου γυναι­κός, χωρίς τη θέλησή τους, ομολόγησαν τον Ιησού74. Έτσι και στον Ιουλιανό «δια των ε­ναντίων» φανερώθηκε η αλήθεια, για να του δοθή η δυνατότητα να σταματήση το κατρακύλημά του στην ασέβεια, διότι ο Θεός από φιλανθρωπία δίνει πολλές και παράδοξες - απίστευτες ευκαιρίες στον άνθρωπο για να σωθή.
      
Αντί να σταματήση όμως την κατρακύλα του, προχώρησε σε τέ­τοιες αποτρόπαιες πράξεις, που προκαλούν τη φρίκη στον αναγνώ­στη.
      
Κατέβαινε σε ένα από τα άδυτα, όπου υπήρχε άβατο75 για τους αμύ­ητους «ιερό», συνοδευόμενος από τον «σοφό» περί τα τοιαύτα, τον σοφιστή, τον καλώς κατέχοντα την τέχνη (σοφία) του μάντεως.
      
Στον καταχθόνιο αυτό χώρο ασκούσαν τη μαντεία, επικοινωνούσαν δηλαδή με τους υποχθόνιους δαίμονες χρησιμοποιώντας σαν διάμεσο κάποιον ζωντανό και τους συμβουλεύονταν για τα μελ­λούμενα. Η τελετουργία ελάμβα­νε χώραν κάτω από τη γη, γιατί οι δαίμονες χαίρονται περισσότε­ρο στο σκοτάδι, μια και οι ίδιοι είναι σκότος και δημιουργοί του σκότους της κακίας και αποφεύ­γουν την επικοινωνία με τους ευσε­βείς πάνω στη γη, που τους κάνει ασθενέστερους. Και καθώς ο θρασύς Ιουλιανός προχωρούσε βαθύ­τερα στη σατανιστική τελετουργία, οι δαίμονες του δηλώνουν την παρουσία τους με ασυνήθιστους κρό­τους, αηδιαστικές οσμές και φαντα­στικές εμφανίσεις με πύρινο φως και δεν ξέρω, θα πη ο άγιος, ποιες άλλες μωρολογίες και φλυαρίες. Καθώς δεν είχε ακόμα εξοικειωθεί με τη δαιμονολατρία («οψιμαθής τα τοιαύτα») ταράχθηκε, γι' αυτό και καταφεύγει στο σταυρό, που ήξερε από παλιά ότι είναι όπλο κατά των δαιμόνων, και κάνει το σταυρό του για να διώξη αυτούς που του προκαλούν φόβο, ζητών­τας κατ' αυτό τον τρόπο βοήθεια απ' αυτόν που εδίωκε. Πράγματι τη δυνάμει του Τιμίου Σταυρού ηττώνται οι δαίμονες, απαλλάσ­σεται από τους φόβους που του προξένησε η προσβολή τους, αλ­λά, ενώ θα περίμενε κανείς να συνέλθη και να απαρνηθή την πλάνη, αναλαμβάνει το θάρρος του και επαναλαμβάνει τα ίδια, και πάλι με το σημείο του Σταύρου οι δαίμονες ηρεμούν. Τότε «ο σοφι­στής», ο μυσταγωγός, παρερμη­νεύει την αλήθεια και μιλώντας του εκ μέρους των δαιμόνων του μεταφέρει τα λόγια τους. «δεν φο­βηθήκαμε το σταυρό, αλλά αισθαν­θήκαμε αποστροφή», και μ' αυτά τα λόγια, επειδή λόγω της πονηρίας του ήταν πρόθυμος να πεισθή, τον πείθει να ακολουθήση το κακό και να οδηγηθή στην απώ­λεια. Τα της λατρείας των δαιμόνων που τελέσθηκαν στο άδυτο τα γνωρίζουν μόνο οι μύσται και οι μεμυημένοι. Ένα είναι βέβαιο, ότι μετά απ' αυτή την πρώτη μύησή του στη δαιμονολατρία επιστρέφει στον κόσμο δαιμονισμένος, κάτι που διακρίνεται και στα γεμάτα από μανία μάτια του. Από κείνη την ημέρα ήταν πλέον εμφανής η δαιμονοπληξία του, κάτι αναπόφευκτο εξάλλου, εφόσον η κάθοδός του στο σπήλαιο και η κοινωνία του με τους δαίμονες σ' αυτό αποσκοπούσε, μια κοινωνία που οι μεμυημένοι ονομάζουν «ενθουσιασμόν», κατ' ευφημισμόν βέβαια. Είναι γνωστός ο όρος «έκσταση», ενθουσιώδης μανία στην οποία περιέπιπταν οι οπαδοί του Διονύ­σου, που συμμετείχαν στη λατρεία του.

β'  Σχέδιο αλώσεως της Εκκλησίας δια  της πειθούς, κεφ. 57-60.

       Αλλά, «πάσα σοφία χωριζομένη αρετής, πανουργία, ου σοφία φαίνεται». Έτσι και η κατά κόσμον σοφία του Ιουλιανού τον κατέστησε οξύτερο στην πανουρ­γία προκειμένου να επιβάλη την ασέβεια κατά τρόπο που να επιβεβαιώνη τη «σοφία» και τη δύνα­μή του. Αντί λοιπόν να ξεκινήση ανοιχτά τον πόλεμο κατά των Χρι­στιανών και να τον διευθύνη αυτοπροσώπως, πράγμα που θα έδει­χνε θρασύτητα από μέρους του και απαιδευσία και θα εξήπτε το ζήλο των Χριστιανών υπέρ της πί­στεως, προτίμησε να χρωματίση τη βία με την πειθώ και να επιχεί­ρηση τεχνηέντως το διωγμό, υποκρινόμενος τον προσηνή και ευπροσήγορο συνομιλητή. Στο χωρίο διαφαίνεται και ο φόβος του δυνά­στη για τη σθεναρή αντίσταση που θα προέβαλλαν οι πιστοί στα ανίε­ρα σχέδιά του, γι' αυτό και η στά­ση του αρχικά είναι παραπλανη­τική και αποπροσανατολιστική.
      
Το κήρυγμα του Ευαγγελίου, που ακτινοβολούσε στον αρχαίο κόσμο λόγω της πνευματικής υπε­ροχής του σε σχέση με την απαιδευ­σία της ειδωλολατρικής πλάνης, είχε διαδοθεί με μία ένδον δυναμι­κή, όπως αυτή εκδηλώθηκε κατά τους χρόνους των μεγάλων διω­γμών, κατά τους οποίους σφυρηλα­τήθηκε στο αμόνι της βίας η γενναι­ότητα των πιστών.
      
Κατέστρωσε λοιπόν ο Ιουλιανός το σχέδιο του διωγμού κατά τέ­τοιο τρόπο, ώστε οι αθλητές της πίστεως να μην τιμώνται ως μάρτυρες! Μηχανεύτηκε δηλαδή ένα τρόπο ώστε να ασκή βία, χωρίς να φαίνεται καθαρά ότι την ασκεί, «ημάς δε πάσχειν και μη τιμήν έχειν ως υπέρ Χριστού πάσχοντας». Εύλογα προκύπτουν τα ερωτήματα. Πώς θα το πετύχαινε αυτό, με ποια σοφίσματα θα παραπλανούσε την κοινή γνώμη της εποχής του ώστε να μην αναγνωρίζονται οι μάρτυρες της πίστεως, για να μην τους τιμούν και για να μη δυναμώνη η φλόγα της αντίστασης στη «θρησκευτική του μεταρρύθμιση»; Τα ερωτήματα αυτά θα βρουν την απάντησή τους παρακάτω, όμως είναι γνωστό ότι ο Ιουλιανός επεχείρησε να ανακαινίση την αρχαία θρησκεία λαμβάνοντας πολλά εξωτερικά στοιχεία από τη χριστιανική οργάνωση και λατρεία. Εγκαινίασε στους ειδωλολατρι­κούς ναούς άμβωνες και τιμητικά καθίσματα, καθώς για παράδειγμα οργάνωσε ιεραρχικώς τον ε­θνικό κλήρο κατά τον τύπο της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά επαρχίες και κατά πόλεις. Ενσωμάτωσε πολλά στοιχεία της Χριστιανικής λατρείας στο λειτουργικό μέρος της εθνικής λατρείας, π.χ. ύμνους, ώρες προσευχών, διδασκάλους και αναγνώστες για τη διδασκαλία των Ελληνικών δογμάτων και ηθικής (κήρυγμα). Ίδρυσε ιεροδιδασκαλεία, στοχεύοντας στην εξύψωση του εθνικού κλήρου. Μι­μήθηκε ακόμη και το φιλανθρω­πικό έργο της Χριστιανικής Εκ­κλησίας, ιδρύοντας ορφανοτρο­φεία, πτωχοκομεία, «ξενοδοχεία», που λειτουργούσαν υπό την επίβλε­ψη των εθνικών «αρχιερέων». Ί­δρυσε ακόμη και «ησυχαστήρια», όπου θα αποσύρονταν άνθρωποι με φιλοσοφική προδιάθεση για να επιδοθούν στη μελέτη και στην περισυλλογή76. Επρόκειτο συνε­πώς για ένα «μετασχηματισμό του Εωσφόρου εις άγγελον φωτός», κατά τρόπο που υπήρχε κίνδυνος παραπλανήσεως ακόμη και των εκλεκτών.
      
Πόση μωρία όμως διακρίνει τον διώκτη του Χριστού, λέγει ο άγιος Γρηγόριος, να νομίζη ότι θα συγκαλύψη την αλήθεια με τα τεχνάσματα, γιατί όσα περισσότε­ρα σοφιζόταν για να στερήση την τιμή από τους μάρτυρες, τόσο μεγα­λύτερη και λαμπρότερη τιμή τους περιποιούσε με τα σοφίσματά του. Και βέβαια ο άγιος αναφέρεται στη μεταθανάτια δόξα των μαρτύ­ρων, της οποίας παρακολούθημα είναι η τιμή που τους προσφέρουν τα μέλη της στρατευομένης Εκκλη­σίας. Γιατί «εμείς οι πιστοί», θα πη, «δεν διακινδυνεύομε επειδή επιθυμούμε τη δόξα, αλλά επειδή ζητούμε να υπηρετήσομε την αλή­θεια». Και σε αντιδιαστολή φέρ­νει παραδείγματα από τον κύκλο των «σοφών» της εθνικής διανό­ησης, που επειδή εκινούντο από κενοδοξία αποδείχτηκε ότι δεν δι­έθεταν ούτε την κοινή λογική. Χτυπητό παράδειγμα ο Εμπεδοκλής77 ο οποίος έχοντας ανακηρύξει τον εαυτό του ιατρόν και προφήτην και σωτήρα και θεόν(!) «προδόθη­κε» από το σανδάλι του, το οποίο ξεβράσθηκε από την πυρά. Ο ά­γιος προφανώς αναφέρεται στην πιο διαδεδομένη μυθική διήγηση σχετικά με το τέλος της ζωής του φιλοσόφου, ότι δηλαδή επήδησε στον κρατήρα της Αίτνας για να εξαϋλωθή και να καθαρθή δια του πυρός και ότι ξεβράσθηκε από το ηφαίστειο το υπόδημά του. Οι άλλοι, Αρισταίος78, Εμπεδότιμος79 και Τροφώνιος80, πιστεύοντας στην ίδια πλάνη εξ αιτίας της φιλαυ­τίας, του εγωισμού των, κρύφτη­καν σε κάποια άδυτα, αλλά στη συνέχεια ντροπιάστηκαν και γελοιοποιήθηκαν, όταν αποκα­λύφθηκε η απάτη τους.
      
Οι Χριστιανοί όμως προτιμούν να πάσχουν «υπέρ ευσέβειας» πα­ρά να τιμώνται «μετά της ασεβείας». Δεν κινούνται από ανθρωπαρέσκεια, αλλά επιθυμούν την τι­μή που προέρχεται από τον Θεό, και μάλιστα οι αληθινά φιλόσο­φοι και φιλόθεοι δεν αποβλέπουν ούτε σ' αυτή την τιμή, αλλά στρέ­φονται προς το αγαθό αποκλειστικά από αγάπη προς αυτό. Το αγα­θό αποτελεί αυταξία. Η αγάπη προς τον Θεό, που είναι η πηγή παντός αγαθού, είναι το υψηλότε­ρο κίνητρο ευσέβειας. Και στο σημείο αυτό του λόγου το φιλόσοφον ταυτίζεται με το φιλόθεον. Οι άκρως ορθολογιστές αρνούνται την ταύτιση αυτή, επειδή η σκέ­ψη των Πατέρων δεν είναι αυτόνο­μη. Από τη μια χρησιμοποιεί τη λογική επιχειρηματολογία, τη φιλοσοφική γενικά διερεύνηση, κι από την άλλη στηρίζεται στην πα­ράδοση. Μας βοηθάει να ξεδιαλύνομε τα πράγματα στο σημείο αυτό η σκέψη του Β. Τατάκη: «Πόσο βιαστικό συμπέρασμα, που δεν λαβαίνει υπ' όψη του πόση πνευματι­κή ενέργεια, πόση ψυχική προετοι­μασία προϋποθέτει η αποδοχή, η κατάφαση του δόγματος. Πιστεύ­ουν τάχα ότι ο φιλόσοφος, ας πούμε ο Πλάτων, μόνο με τα λογικά επιχειρήματα οδεύει προς τη θεωρία των ιδεών; Δεν υπάρχει πάντα στο βάθος όποιας θέσης ένα μέρος μι­κρό ή μεγάλο από πίστη; Ώστε απ' αυτή την άποψη δεν είναι ίσως μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στους θεωρητικούς του χριστιανισμού και τους φιλοσόφους»81, «Οι γε α­ληθώς φιλόσοφοι και φιλόθεοι την προς το καλόν οικείωσιν αγαπώντες δι' αυτό το καλόν, ου τας αποκειμένας εντεύθεν τιμάς», λέγει ο άγιος. Αλλού γράφει. «άμισθος η αρετή, ίνα και αρετή μείνη, προς το κα­λόν μόνον βλέπουσα»82.
      
Υπάρχουν κι εκείνοι που επι­διώκουν «το καλόν» αποβλέπον­τας στη μεταθανάτια αμοιβή και ανταπόδοση, γι' αυτό και κατέ­χουν τη δεύτερη κατά σειράν θέ­ση ως προς τον έπαινο, καθώς κι εκείνοι που αποφεύγουν το κακό από το φόβο της τιμωρίας και κατέ­χουν έτσι την τρίτη και κατώτερη βαθμίδα σε σχέση με την εγγύτη­τα προς τον Θεό, το κάλλιστον των όντων και υψηλότατον.

γ'  Τα πρώτα διωκτικά μέτρα, κεφ. 61-66

       Στον αντίποδα της Χριστιανικής φιλοσοφίας κινείται ο Ιουλιανός, που η κύρια επιδίωξή του είναι να τιμηθή και να δοξαστή σαν κο­σμικός άρχοντας. Στην προσπά­θειά του αυτή προβαίνει σε απο­γραφή των ασεβών, «απογράφεται την ασέβειαν», σε μια καταμέτρη­ση των εθνικών της επικρατείας του, παραβιάζοντας έτσι τα δικαι­ώματα του λαού που κυβερνούσε, ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος του είχε ασπασθή τη Χριστιανική πίστη, ασκώντας κατ' αυτό τον τρόπο τυραννική εξουσία σε θέμα­τα θρησκευτικής πίστης, και μάλι­στα εκείνης που ξεπέρασε ως προς το ύψος της διδασκαλίας όλες τις άλλες. Από τους υπηκόους του Ιουλιανού απεγράφοντο μόνο οι εθνικοί. Εύκολα φαντάζεται κανείς την ψυχολογική βία που υφίσταντο όσοι αρνούνταν να καταγραφούν στις δέλτους των ειδωλολατρών.
      
Πού είναι αλήθεια η πολιτική ανεξιθρησκείας που εξήγγελλε ο Ιουλιανός, όταν πρωτοεμφανίστηκε στην πολιτική κονίστρα;
      
Πού είναι οι παλιές δηλώσεις του περί σεβασμού της θρησκευτικής ποικιλομορφίας; Τώρα «δουλοπρεπώς και αγενώς», κατά τρόπο που δεν αρμόζει σε βασιλιά αλλά σε δούλο, κακομεταχειρίζεται τους ευσεβείς, τους Χριστιανούς, και επιχειρεί να ανασκευάση τον κα­θαρό λόγο του Ευαγγελίου της πί­στεως με την περιπεπλεγμένη πο­λυσήμαντη συλλογιστική των σο­φιστών, τη συνυφασμένη με ψεύδος και απάτη.
      
Από τους δύο τρόπους με τους οποίους ασκείται η εξουσία, την πειθώ και τη βία, κράτησε δήθεν για τον εαυτό του την πειθώ, που είναι πιο ήμερος γι' αυτό και ται­ριάζει σε βασιλέα, ενώ τον πιο απάνθρωπο, τη βία -γνώρισμα των τυρρανικών πολιτευμάτων- άφη­σε στις πόλεις και στους δήμους, που εκδηλώνονται με παράφορη ορμή, επειδή κινούνται από έλλει­ψη λογικής και απερισκεψία.
      
Αυτό βέβαια δεν έγινε με δημό­σιο διάταγμα, αλλά με το να μην αναχαιτίζονται οι άνευ «λόγου» ορμέμφυτες διαθέσεις, παρορμητι­κές εκδηλώσεις του πλήθους, καθώς προβαλλόταν ως επιχείρημα ο άγραφος νόμος της λαϊκής βούλη­σης. Έτσι υπήρχε μία αληθοφανής δικαιολογία για τη βία που ασκούν­ταν εις βάρος των Χριστιανών.
      
Αλλά το προσωπείο της πειθούς, που ο Ιουλιανός κράτησε δήθεν για τον εαυτό του, δεν το διετήρησε για πολύ, καθώς δεν του ήταν δυνατό να αποβάλη την πονηρία, όπως η λεοπάρδαλη δεν μπορεί να αποβάλη το κατάστι­κτο τρίχωμά της ή ο Αιθίοπας το χρώμα του ή το πυρ την ιδιότητά του να καίη ή ο πονηρός διάβο­λος τη μισανθρωπία, λόγω της οποίας από την αρχή υπήρξε ανθρωποκτόνος. Σαν τον χαμαιλέ­οντα και σαν τον Πρωτέα83, που άλλαζε συνεχώς μορφή, έτσι και κείνος. Υποδυόταν το Χριστια­νό κατά τις εξωτερικές εκδηλώ­σεις, χωρίς αυτό βέβαια να μεταβάλη την αγριότητά του. Έτσι με πράξεις φιλανθρωπίας κάλυπτε ενέργειες υπερβολικά απάνθρω­πες, επιχειρηματολογώντας λο­γικά για τη βία, που ασκούσε, έπει­θε για την αναγκαιότητά της και επιδεικνύοντας αγαθή συμπεριφορά απολογούνταν κατά κάποιο τρόπο για την αγριότητά του, δια­σκεδάζοντας τις αρνητικές εντυπώ­σεις και τις απαξιωτικές κρίσεις.
    
Πράγματι ο Ιουλιανός, επει­δή εγνώριζε βέβαια ότι η πλειονό­τητα των υπηκόων του ήταν Χριστιανοί, «συσχηματίστηκε», με την (χριστιανική) πίστη τους όσο τους είχε ανάγκη, μέχρι δηλαδή να μείνη ο μόνος Αύγουστος. Στις 3 Νοεμβρίου του 361 συνέβη ο θάνατος του Κωνσταντίου και στις 11 Δε­κεμβρίου του 361 ο Ιουλιανός εισ­έρχεται πλέον θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη. Τι να πρωτοαναφέρη κανείς για το δόλιο συσχηματισμό του; Όσα ήδη μας ανέφε­ρε ο άγιος στην αρχή του λόγου του; Το ότι συνεζεύχθη την αδελ­φή του Κωνσταντίου Ελένη με χριστιανικό γάμο, ότι διατηρούσε σχέσεις με τους επισκόπους της Γαλατίας, που πολεμούσαν τον α­ρειανισμό, ότι τέθηκε επικεφαλής της πένθιμης πομπής κατά την κη­δεία του Κωνσταντίου,- που εψάλη στο ναό των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως, και όλα αυ­τά ενώ είχε ήδη μυηθή στη λατρεία του Ηλίου, στα Ελευσίνια μυστή­ρια, ενώ θυσίαζε στα είδωλα, ενώ δηλαδή ψυχή τε και σώματι είχε δοθή στις εθνικές λατρείες; Μόλις όμως ανέβηκε στο θρόνο και εξασφάλισε ατιμωρησία για τις πράξεις του, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο διώξεως των Χριστιανών.
      
Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις άρχισαν από το ανακτορικό περιβάλλον. Αντικατέστησε το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού των ανακτόρων θανατώνοντας ή απομακρύνοντάς τους, με την πρόφαση ότι ανήκαν στο περιβάλλον του Κωνσταντίου, στην πραγματικότητα όμως επειδή ήταν Χριστιανοί. Προσεταιρίσθηκε και τους στρατιωτικούς είτε γιατί παρασύρονταν εύκολα από ευπιστία είτε διότι τους δελέαζε με τα αξιώματα, οπωσδήποτε όμως επειδή και οι μεν και οι δε θεωρούσαν υπέρτατο νόμο τη βούληση του βασιλέως. Πάντως δεν επέτυχε να προσεταιρισθή ολόκληρο το στράτευμα ώστε να το στρέψη εναντίον των Χριστιανών ο πραγματικός διώκτης τους, που ενεργούσε δι' εκείνου, ο διάβολος, αλλά, κατά τη μαρτυρία του αγίου Γρηγορίου, περισσότεροι από 7.000 στρατιωτικοί δεν έκαμψαν γόνυ εις τον Βάαλ84 ούτε προσκύνησαν τη χρυσή εικόνα85 ούτε τους δάγκωσαν τα δηλητηριώδη φί­δια86, επειδή προσέβλεπαν στον όφι που κρεμάσθηκε και καταργή­θηκε δια του Σταυρού του Κυρί­ου. Πολλοί από αυτούς που κα­τείχαν υψηλά αξιώματα, τους «επώνυμους» θα λέγαμε σήμερα, τον ακολούθησαν στη θρησκευτική του ιδεολογία είτε από φόβο είτε από ελπίδα για περαιτέρω βελτί­ωση της θέσης τους. Αντίθετα από τους κατώτερους και «ανώνυμους» πολλοί απέκρουσαν τις προτάσεις του να προσχωρήσουν στην ειδω­λολατρία, όπως γίνεται πάντα που ο λαός σηκώνει το μεγαλύτερο μέ­ρος του αγώνα, αυτή όμως η αντί­σταση δεν τον απεθάρρυνε, αλλ' αντίθετα, στηρίζοντας την ελπίδα στην επιθυμία του, θεωρούσε βέ­βαιη την επικράτηση.
      
Έχοντας μυηθή στη λατρεία του Ηλίου στην Έφεσο από τον Μάξιμο τον Εφέσιο87, λατρεία που στη Μ. Ασία την εποχή εκείνη ταυτιζόταν με τη λατρεία του Μί­θρα88, κατήργησε, μετά το θάνα­το του Κωνσταντίου, το μεγάλο λάβαρο που έφερε το Σταυρό και το μονόγραμμα του Χριστού με τη φράση ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ, όπως είχε αποκαλυφθεί σε όραμα στον Μέγα Κωνσταντίνο, όταν το 321 μ.Χ. βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου στη Μουλβία γέφυρα του Τίβερη, και έκτοτε υψούμενο οδηγούσε στις μάχες τα στρατεύ­ματα της αυτοκρατορίας. Το αντι­κατέστησε με ένα άλλο που έφερε την παράσταση του Ηλίου με την επιγραφή SOLIINVICTO (στον αήτ­τητο Ήλιο). Ο ασεβής Ιουλια­νός δεν σεβάστηκε το λάβαρο με το Σταυρό που οι ίδιοι οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν «καμάτων λυτήριον», ανακουφιστικό των κόπων της εκστρατείας και του πολέμου, και «βασιλεύον», που είχε την προεξάρχουσα και πλέον τιμητι­κή θέση μεταξύ των άλλων λαβά­ρων που έφεραν διάφορες παραστάσεις, είτε πρόσωπα βασιλέων είτε δαιμονικές μορφές δρακό­ντων, αποτρόπαιων - κατά την αρχαία αντίληψη - της ήττας που έφερνε θάνατο. Τέτοια ανίερη επέμβαση στη σημαία - θα λέγα­με σήμερα - έκανε ο Ιουλιανός, για να προχωρήση στη συνέχεια σε διώξεις κατά του κλήρου και της Εκκλησίας, που είχε ήδη απλωθή στα πέρατα της τότε γνω­στής οικουμένης («κατά της οικου­μενικής καρποφορίας, της πάντα διαλαβούσης τα πέρατα»).


δ'  Επιτίμηση του Ιουλιανού, κεφ. 67-73

       «Ευηθέστατε (μωρότατε) και ασεβέστατε και απαιδευτότατε τα μεγάλα»· ο άγιος επιτιμά τον Ιουλι­ανό για τον μανιασμένο διωγμό που κίνησε κατά της μεγάλης κλη­ρονομιάς του Χριστού, η οποία δεν θα πάψη να υφίσταται και τε­λικά θα αρθή στο ύψος που της αρμόζει, όσο κι αν λυσσούν εναντίον της κατά καιρούς οι εχθροί της πίστεως. Ο λόγος καθίσταται καθαρά ελεγκτικός με έναν καταιγι­σμό ερωτήσεων σε β' ενικό πρόσω­πο: «Στρέφεσαι εναντίον της θυσί­ας του Χριστού με τα μιάσματά σου; Στρέφεσαι εναντίον του αίμα­τος, που καθάρισε τον κόσμο, με τα δικά σου αίματα;» Ήταν τόση η παραφορά, ο δαιμονικός οίστρος που κατελάμβανε τον Ιουλιανό, ώστε ο ίδιος προσωπικά, με το χέ­ρι του, θυσίαζε τα ζώα προς τιμήν των διαφόρων θεών, ακόμη και ο­λόκληρες εκατόμβες, γι' αυτό και επέστρεφε από τις θυσίες βουτη­γμένος στα αίματα, ώστε και σύγ­χρονοί μας βιογράφοι του να τον αποκαλούν χασάπη89.
      
Ως νέος Ηρώδης και προδό­της μετά τον Ιούδα, γίνεται χριστοκτόνος μετά τον Πιλάτο και μισόθεος μετά τους Ιουδαίους. Και εφόσον «ουδείς δούλος μείζων του Κυρίου αυτού», η ατίμωση στρέφε­ται και προς τους μεγάλους αγω­νιστές της πίστεως των πρώτων χριστιανικών χρόνων, τον Ιωάν­νη, τον Πέτρο, τον Παύλο, τον Ιάκωβο, το Στέφανο, το Λουκά, τον Ανδρέα, τη Θέκλα και σε όσους πριν απ' αυτούς και μετά απ' αυτούς αγωνίσθηκαν ως ασώμα­τοι για να μην προδώσουν ούτε με μία λέξη την ευσέβεια. Ο Ιουλια­νός ασεβούσε προς τους μάρτυρες με κάθε τρόπο. Όταν ήταν στην Αντιόχεια (Ιούλιος 362- Μάρτιος 363) διέταξε να απομακρύνουν το λείψανο του αγίου Βαβύλα, επισκό­που Αντιοχείας, από το ιερό που είχαν ανεγείρει οι Χριστιανοί προς τιμήν του στη Δάφνη, το προάστιο της Αντιοχείας, για να μη μολύνη το χώρο όπου υπήρχε το ιερό του Απόλλωνα και να μην εμποδίζη το «θεό» να δώση χρησμό! Ασε­βούσε και προς τα σώματα των αγίων, τα οποία έχουν την ίδια δύναμη με τις άγιες ψυχές τους να φυγαδεύουν δαίμονες και αναβλύζουν ιάσεις για όσους απλώς τα εγγίζουν ή τα τιμούν. Στους αγί­ους ανήκουν οι μεγάλες τιμές και πανηγύρεις και όχι στα άψυχα αγάλματα των θεών της ειδωλολα­τρίας που τιμούσε ο Ιουλιανός.
      
Ατίμωση των Χριστιανών μαρ­τύρων από τη μια, θαυμασμός από την άλλη για μυθικά κατά το πλεί­στον κατορθώματα μυθικών κα­τά το πλείστον προσώπων της αρ­χαιότητος.
      
Με θαυμασμό αποδέχεσαι τους μύθους για την πυρά του Ηρακλή90 και τη σφαγή του Πέλοπος, από τους ώμους του οποίου και του ε­λέφαντα προήλθαν οι Πελοπίδαι91 και για τις εκτομές των Φρυγών κάτω από τους ήχους της φλογέ­ρας92 και για τα βασανιστήρια και τις καύσεις που τελούνταν στα μυ­στήρια του Μίθρα93 και για το έθι­μο της ανθρωποθυσίας των ξένων στην Ταυρίδα94 και για τη θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα και για τη θυσία του Μενοικέως95, που προσφέρθηκε να χύση το αίμα του στο βωμό υπέρ της πατρίδας του, της Θήβας, και για το αίμα των θυγατέρων του Σκεδάσου στα Λεύκτρα96. Συ, Ιουλιανέ, επαινείς τους Λάκωνες εφήβους που δέρονται με μαστίγια και ραντίζουν με το αίμα τους το βωμό της Αρτέ­μιδος. Εσύ εξυψώνεις το θάνατο του Σωκράτη με το κώνειο και θαυμάζεις τον Επίκτητο97, που καρτερικά υπέμενε το στρίψιμο του σκέλους του και τον Ανάξαρχο98, για το μαρτύριό του μέσα στον όλμο (γουδί). μάλιστα, σχολιάζει ο άγιος, τα βάσανα τα οποία υπέμειναν οι δύο τελευταίοι δεν οφείλον­ταν σε δική τους επιλογή, αλλά τους τα επέβαλε η ανάγκη.
      
Θαυμάζεις ακόμα, Ιουλιανέ, το πήδημα του Κλεομβρότου99 και την ένσταση του Πυθαγόρα για τα κουκιά100 και την περιφρονητική στάση της Θεανώς101 απέναντι στο θάνατο ή των διαφόρων άλλων οπαδών της φιλοσοφίας του Πυθα­γόρα. Κι ακόμα τους γενναίους στρατηγούς σαν τον Επαμεινώνδα102 ή τον Σκιπίωνα103 που θέλεις να τους μοιάσης στην καρτερία με το να συμμερίζεσαι τους κόπους των στρατιωτών σου και το λιτό φαγητό τους κατά τις εκστρατείες, οδηγώντας τους ο ίδιος στη μά­χη. Εσύ, λοιπόν, που αναγνωρίζεις τη γενναιότητα των εχθρών σου και κατακρίνεις τη μαλθακότητα και δειλία, όταν τη συναντάς ακόμη και σε ανθρώπους του στενού σου περιβάλλοντος, πώς δεν αναγνωρίζεις και δεν σέβεσαι τον ηρωικό και υπεράνθρωπο όντως αγώνα των Χριστιανών αγωνι­στών, των αθλητών εκείνων της πίστεως, που έχοντας απαρνηθή τα εγκόσμια κέρδισαν όλα τα υπερκόσμια, που έχοντας νεκρώσει τις επιθυμίες ανέβηκαν την ουράνια κλίμακα προς τον Θεό;
      
Όλο το 71ο κεφάλαιο αποτελεί έναν εξαίσιο ύμνο στην ασκητική ζωή μέσα από αντιθέσεις που εκ­φράζονται υπό μορφήν ερωτήσε­ων: Περιφρόνηση τιμών και θρόνοι. γυμνότητα και ένδυμα αφθαρσίας· ερημία και πανήγυρις· τιθάσσευση των παθών και ανέκφρα­στη απόλαυση. Αυτοί οι ουράνι­οι πολίτες της γης ξεπλένουν τις αμαρτίες του κόσμου με τα δάκρυά τους και η θαυματουργική τους δύναμη σβήνει τη φωτιά, ημερώνει τα θηρία, αμβλύνει τα ξίφη, τρέ­πει σε φυγή τις τάξεις του εχθρού και να ξέρης καλά, βασιλιά, ότι θα φιμώση και τη δική σου ασέ­βεια, έστω κι αν φανή προς στι­γμήν ότι υψώθηκες παίζοντας το δράμα της ασεβείας μαζί με τους δαίμονές σου.
       
Ο Ιουλιανός έχει ήδη φονευθή από ένα εχθρικό δόρυ στη Μεσο­ποταμία, αλλά ο άγιος τον επιτιμά σαν να τον έχη μπροστά του, όχι γιατί παρασύρεται από τη ρύμη του λόγου, κάτι που θα μπορούσε να επικαλεσθή η λογοτεχνική ανά­λυση, αλλά γιατί για τους αγίους ο χρόνος είναι ενιαίος. παρελθόν, παρόν και μέλλον υπάρχουν εν τω Θεώ. Το παρελθόν του Ιουλιανού, που αφρόνως διαχειρίστηκε, καθό­ρισε το μέλλον του, που είναι το παρόν της αιώνιας κατάκρισής του. Πώς δεν φοβάσαι το Θεό, Ιου­λιανέ, πώς δεν φοβάσαι τη δίκαιη κρίση του, εσύ που σαν κοσμικός βασιλιάς τιμωρούσες περισσότερο από κάθε άλλον με θανατική ποινή την παράβαση των νομοθετημάτων σου;
      
Η σωρεία των παραπομπών στην αρχαιότητα που αναφέρθηκαν παραπάνω (κεφ. 70) και αυτών που ακολουθούν φανερώνουν τη μεγάλη αρχαιομάθεια του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος «έπαιζε στα δάχτυλα» την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και μυθολογία, κάτι που δείχνει πόσο ενσυνείδητη και στερεά θεμελιωμένη ήταν η πίστη του στην αλήθεια του Χριστού. Γι' αυτό και ο ίδιος και οι άλλοι Καππαδόκες πατέρες δεν αρνούνται να χρησιμοποιήσουν και να αξιοποιήσουν τις αξίες της ελληνικής παιδείας στον εκχριστιανισμό του ανθρώπου επιχειρώντας «μια γενναία ανθρωπιστική κίνηση στους κόλπους της ορθοδοξίας»104. Όσο όμως κι αν καταφάσκη στην ελληνική παιδεία δεν παύει πάντοτε άγρυπνα να διαστέλλη τους δύο κόσμους: Η αγιότητα των ασκητών και αγίων της πίστεως είναι πολύ ανώτερη από τη σοφία του νομοθέτη Σόλωνα που επισκέφθηκε το χρυσοφόρο Κροίσο105 και από τον έρωτα του σαρκικού κάλλους, «αι­δούμαι γαρ ειπείν παιδεραστίας», και από τη λαιμαργία του Πλάτω­να, που εξ αιτίας της κανένας Έλ­ληνας δεν τον αγόραζε για δούλο στη Σικελία106, και από τη γαστριμαργία του Ξενοκράτη107 και από τη φλυαρία του Διογένη και από τη φιλοσοφία του Επικούρου, που δεχόταν ως ύψιστο αγαθό την ηδο­νή. Κανένα ηθικό ψεγάδι δεν σκιάζει την προσωπικότητα των αγίων της Εκκλησίας, ενώ αντίθετα συ­χνά βλέπει κανείς να συμβαδίζουν με την ανθρώπινη σοφία, με την υψηλή διανόηση ή επιστημοσύ­νη, με την καλλιτεχνική δημιουργί­α, μεγάλα πάθη. Απ' αυτό τον κανόνα δεν εξαιρούνται και τα μεγά­λα ονόματα της αρχαιότητας.
      
Το θαυμασμό του Ιουλιανού και των ομοϊδεατών του κέρδισαν επίσης επιφανείς κυνικοί φιλόσο­φοι, όπως ο Κράτης108 και ο Αντι­σθένης109.
      
Ο Κράτης, μολονότι είχε ακτημοσύνη και αφιλοχρηματία, κήρυτ­τε, όπως και οι άλλοι κυνικοί, ότι μόνο η απαλλαγή του ανθρώπου από τα εξωτερικά αγαθά εξασφα­λίζει τον κατ' αρετήν βίον, χλευά­ζοντας έτσι την ελευθερία του αν­θρώπου. Ο άγιος προφανώς δια­στέλλει τη Χριστιανική αντίληψη για τη διαχείριση των αγαθών από τον άνθρωπο «εν ελευθερία», από την υπαγορευμένη στάση ζωής των κυνικών, που κατ' ουσίαν δουλαγωγούσε την ανθρώπινη ελευθε­ρία. (Οι Κυνικοί κήρυτταν την περιφρόνηση σε κάθε κοινωνικό και εθνικό καθήκον, σε κάθε αγαθό  και κάθε τιμή, και την αδιαφορία σε κάθε φιλικό ή συγγενικό δεσμό).  Η αυτάρκεια και η λιτότητα των κυνικών δεν αρκούν για την πραγμάτωση της αρετής, αν δεν αποτελούν τα μέσα στον πνευματικό αγώνα για την απαλλαγή από τα πάθη, και αυτό δηλώνεται στο κείμενο με το παράδειγμα εκείνου που, ενώ το πλοίο στο οποίο επέβαινε κινδύνευε να καταποντισθή από μεγάλη τρικυμία και όλοι οι επιβαίνοντες ρίχνονταν στη θάλασσα, αυτός ευχαριστούσε την τύχη του που ήταν τυλιγμένος στο παλιό του ιμάτιο! Ούτε ο Αντισθένης μπόρεσε να απαλλαγή από τη μνησικακία και την εκδικητικότητα, γιατί, όπως αναφέρεται στο εδώ χωρίο, όταν κάποιος που ήθελε να τον προσβάλη, τον χτύπησε στο πρόσωπο, χάραξε στο μέτωπό  του το όνομα του εχθρού του, σαν να ήθελε να απαθανατίση το γεγο­νός για να επισύρη μεγαλύτερη κατηγορία εναντίον του δράστη.
      
Επαινεί ο Ιουλιανός και κάποι­ον που έζησε στο κοντινότερο παρελθόν («τινά των ου πολύ προ ημών») που όρθιος ολόκληρη μέ­ρα προσευχήθηκε στον ήλιο μέ­χρι τη δύση και εκείνον που ολό­κληρη νύχτα στάθηκε όρθιος χειμώ­να καιρό στην Ποτίδαια απορροφη­μένος από το φιλοσοφικό στοχα­σμό, χωρίς να αισθάνεται το κρύο, επειδή βρισκόταν σε έκσταση.
      
Επαινεί ακόμη τη φιλομάθεια του Ομήρου σχετικά με το Αρκα­δικό ζήτημα110, τη φιλοσοφική ενα­σχόληση του Αριστοτέλη με το φυσικό φαινόμενο της μεταβολής των θαλασσίων ρευμάτων στο στε­νό του Ευρίπου, όπου και πέθανε111. Το φρέαρ του Κλεάνθους112 και ο ιμάς του Αναξαγόρα113 και η κατήφεια του Ηρακλείτου αποσπούν επίσης το θαυμασμό του Ιουλιανού. Αν λοιπόν ο Ιουλιανός θαυμάζη κάποιους φιλοσόφους της αρχαι­ότητας που περιφρόνησαν τα υλι­κά αγαθά, πώς δεν προκαλεί το θαυμασμό του το δια βίου «δυσπαθείν δια την Χριστού μίμησιν» όχι ευαρίθμων, αλλά χιλιάδων και μυ­ριάδων ανθρώπων, απανταχού της οικουμένης, ανδρών και γυναι­κών, όχι μόνον ασήμων αλλά και επιφανών λόγω περιουσίας και καταγωγής και αξιωμάτων; Για­τί αν οι άσημοι είναι συνηθισμέ­νοι στις ταλαιπωρίες, πώς εξηγεί­ται πρόθυμα να υπομένουν τα πα­θήματα άνθρωποι αβροδίαιτοι και εντελώς ασυνήθιστοι στην κακοπάθεια; Οι Χριστιανοί αγωνιστές λησμονούν τη φύση τους, όπου χρειάζεται, ώστε να οικειωθούν τον Θεό, «κανταύθα μόνον επιλανθανομένων της φύσεως, ου δει Θεόν οικειούσθαι δι' αγνείας και καρτερίας». Τα μέσα σ' αυτό τον αγώνα είναι η αγνεία και η καρτε­ρία. Δεν πρόκειται λοιπόν για έναν χωρίς διάκριση εξοντωτικό καταναγκασμό της ανθρώπινης φύ­σης, που βγάζει τον άνθρωπο έξω από τους κανόνες του κοινωνικού βίου, όπως δίδασκαν οι κυνικοί, αλλά για μια πορεία με επίγνωση του τελικού στόχου σε μία οδό με διάκριση. Όλοι αυτοί που πο­ρεύονται την οδό προς το Χριστό πείθουν με τη ζωή τους, ακόμη κι αν δεν διδάσκουν με το λόγο τους, γιατί η ευσέβεια δεν είναι θέμα συζητήσεως, αλλά μεγαλύτερη παιδευτική αξία έχει η εφαρμογή της θεωρίας στην πράξη.

(συνεχίζεται)

 

 

 

Πηγή: «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ» Τριμηνιαία Έκδοση Ορθοδόξου Διδαχής
Έτος ΣΤ΄   . Τεύχος  1  Ιανουάριος - Μάρτιος  2004

 


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:

Σημειώσεις - αρχείο pdf.
Σημειώσεις - Γρηγορίου του Θεολόγου - Κατά Ιουλιανού Βασιλέως στηλιτευτικός πρώτος


Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης