Γνωστικισμός
Μέρος Η'

Από τον Γνωστικισμό στον Προτεσταντισμό

8.16 Jan Hus Μέρος Ε'

Ο Δονατισμός του Jan Hus - Τα Συγχωρητήρια.


Όπως έχουμε αναφέρει και στα προηγούμενα, το 1966 κυκλοφόρησε το έργο του Paul de Vooght, L'Hérésie de Jean Huss. Σε αυτό, ως κανονολόγος, εξέτασε την περίπτωση του Jan Hus υπό το πρίσμα του παπικού “φιλελευθερισμού”, ως συνέχεια των εργασιών και των συμπερασμάτων της Β' Βατικανής Συνόδου. Έχοντας μελετήσει τα έργα του “κατηγορουμένου” και τις κατηγορίες εναντίον του, όσες τού προσήφθησαν πριν και κατά τη διάρκεια της Συνόδου της Κωνσταντίας, ο de Vooght κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πολλές από τις ιδέες που του αποδίδονταν δεν ήταν καθόλου αιρετικές, άλλες δεν ήταν καν δικές του και δεν τις δίδασκε. Κατά τον Dom Paul de Vooght η μόνη αίρεση του Jan Hus ήταν η άρνηση της θεϊκά θεσμοθετημένης παπικής πρωτοκαθεδρίας στην Εκκλησία, η άρνηση του παπικού πρωτείου. Ωστόσο, γι' αυτήν την άρνηση δεν θα μπορούσε να έχει αθωωθεί στην Σύνοδο, οπότε κακώς καταδικάστηκε κατά τον Paul de Vooght:

Καταδικάστηκε εξαιτίας του δόγματός του για την Εκκλησία από ένα συμβούλιο που κατείχε για το ίδιο θέμα ένα δόγμα αναμφισβήτητα χειρότερο1”.

Πολλοί ήταν οι ακαδημαϊκοί που διαφώνησαν με την ετυμηγορία του Paul de Vooght, ο καθένας για τους δικούς του λόγους2. Στο παρόν Ε' Μέρος θα εξεταστεί ο Δονατισμός του Jan Hus, οπότε θα γίνει κατανοητό ότι η αίρεσή του δεν ήταν μόνο η άρνηση του παπικού πρωτείου, κάτι που ενδιαφέρει κατά μοναδικό τρόπο πλέον τους παπικούς, μετά την σύνθεση της δικής τους παναίρεσης με τις ιδέες του Οικουμενισμού. Θα φανεί, δηλαδή, ότι τα δόγματα του Jan Hus καταδικάστηκαν από την αρχαία Εκκλησία, από επίσημες εκκλησιαστικές Συνόδους.

Στη συνέχεια θα εξεταστεί και η αντίδραση των Ουσσιτών της Βοημίας στα παπικά συγχωρητήρια με την ιδεολογική καθοδήγηση του Jan Hus και τις ακαδημαϊκές αντιπαραθέσεις στην Πράγα.

8.16.1 Εισαγωγικά για τον Δονατισμό.

Λόγω έκτασης τα εισαγωγικά στον δονατισμό δημοσιεύονται σε ξεχωριστή σελίδα.

8.16.2 Απόψεις για τον Δονατισμό του Jan Hus.

Υπάρχει μία ισχυρή αντίφαση μεταξύ των κειμένων του Jan Hus και των όσων δήλωσε ενώπιον της συνόδου της Κωσταντίας, σχετικά με την εγκυρότητα των μυστηρίων αμαρτωλών ιερέων. Αυτή η αντίφαση έχει γίνει ήδη αντιληπτή από όσους ασχολούνται με την ιστορία του Jan Hus, όπως ο David Schaff3. Ο τελευταίος βλέπει τον Hus ως δονατιστή.

Από την πλευρά του ο Amedeo Molnar θεωρεί ότι ο Hus εξέφρασε μία δικής του επινόησης δονατιστική άποψη στα εκκλησιαστικά και πολιτικά ζητήματα. Ο Hus αμφισβήτησε ανοιχτά τους δύο στυλοβάτες του μεσαιωνικού φεουδαρχικού συστήματος, τον αυτοκράτορα και τον πάπα, όταν δήλωσε ενώπιον της συνόδου, ότι ένας βασιλιάς, πάπας ή επίσκοπος ευρισκόμενος σε θανάσιμη αμαρτία δεν είναι πλέον βασιλιάς, πάπας ή επίσκοπος4.

Στο θέμα του δονατισμού, ο Paul de Voogt δικαιώνει και πάλι τον Jan Hus, θεωρώντας ότι αυτός διδάσκει μια παραδοσιακή θέση της παπικής θεολογίας, όπου ο ιεράρχης είναι πραγματικός ιεράρχης, όταν φέρει ως κόσμημα του αξιώματός του τον φαινομενικά ευαγγελικό βίο5. Τον de Vooght συμπληρώνει ο Ernst Werner με μια οξύμωρη δήλωση, ότι, δηλαδή, για τον Hus ένας αμαρτωλός ιεράρχης δεν είναι μεν ιεράρχης, ωστόσο εξακολουθεί να τελεί τα ιερατικά καθήκοντα6.

O Matthew Spinka θεωρεί ότι η κατηγορία του δονατισμού ήταν άδικη εκ μέρους των αντιπάλων του Jan Hus7. Τον αναγνωρίζει ως γνήσιο παπικό, ο οποίος “πατούσε πάνω σε λεπτό πάγο στο θέμα του δονατισμού, αλλά τον έσωσε το ότι αναγνώρισε εγκυρότητα στις πράξεις ενός αμαρτωλού ιερέως αν και αναξίως8”. Συνεπώς, στους μελετητές του Jan Hus δεν υπάρχει ομοφωνία.

8.16.3 Η θέση του Jan Hus στα έργα του.

Ο Jan Hus αναγνωρίζει ήδη από τα πρώτα θεολογικά του κείμενα, ότι ο τελεστής των Μυστηρίων είναι ο ίδιος ο Θεός. Στο έργο του Super IV Sententiarum συζητά το ερώτημα, αν ένας αμαρτωλός ιερέας μπορεί να βαπτίζει. Το κύριο επιχείρημά του είναι, ότι ο εν λόγω ιερέας βαπτίζει non bene, και ότι ο Θεός είναι ο βασικός παράγοντας, με του οποίου την χάρη τελείται το βάπτισμα. Επίσης, λέει ότι η βαπτισματική χάρη δεν κατέρχεται μέσω του ιερέα, αλλά πηγάζει και κατεβαίνει απ' ευθείας από τον Θεό στον βαπτιζόμενο9.

Στο σημείο που ο Hus θεωρεί ότι ο ιερέας είναι όργανο της χάριτος του Θεού για την τέλεση των Μυστηρίων δεν υπάρχει δονατισμός. Αυτός αναφύεται στο σημείο που ο ίδιος θεωρεί ότι ο Θεός ο ίδιος αρνείται, να ενεργήσει η χάρις Του μέσω αμαρτωλού ιερέα. Αυτή την θέση εκφράζει στο De Decimis, όπου λέει:

Κι έτσι είναι ξεκάθαρο με ποια λογική είναι αλήθεια, ότι κανείς, όντας σε θανάσιμο αμάρτημα, δεν είναι ούτε άρχοντας, ούτε επίσκοπος ή ιεράρχης, εφόσον δεν είναι πραγματικά, δίκαια και επάξια τέτοιος, αλλά μόνο κατ' όνομα και κατ' αμφισημία επειδή ... ο Θεός δεν ευλογεί τέτοιον άρχοντα, εξουσία ή αξίωμα10”.

Η μέθοδος του Hus σε αυτό το έργο είναι, να παραλαμβάνει τις θέσεις και την επιχειρηματολογία του John Wyclif για την κοσμική εξουσία από το De Civili Dominio και να την μεταφέρει στην εκκλησιαστική, παραλληλίζοντας τις δύο εξουσίες αυθαίρετα, επειδή και οι δύο πηγάζουν από τον Θεό. Όταν διαβάζει κανείς στο De Decimis αποσπάσματα από τον άγιο Αυγουστίνο, τον οποίο επικαλείται ο Jan Hus, αγνοώντας ότι ο πρώτος ήταν ο κατεξοχήν αντιαιρετικός συγγραφέας ενάντια στην αίρεση του δονατισμού, έρχεται αμέσως στο νου το πόσο δίκιο έχουν εκείνοι που υποστηρίζουν, ότι ο Jan Hus γνώριζε τον άγιο Αυγουστίνο μόνο μέσα από τα αποσπάσματα που παραθέτει ο John Wyclif.

Αλλά, για να φανεί με πόση βία εξάγει ο Jan Hus τα συμπεράσματα που θέλει, θα ειπωθεί το εξής. Αμέσως παρακάτω στο συγκεκριμένο έργο επικαλείται το ένατο κεφάλαιο της Προς Ρωμαίους επιστολής του αποστόλου Παύλου, όπου ο απόστολος επικαλείται με την σειρά του τον προφήτη Ωσηέ. Ανάγει, λοιπόν, τον λόγο του Ωσηέ προς τους ανθρώπους, που ζουν σε θανάσιμη αμαρτία, για να δείξει, ότι χάριτι Θεού αυτοί καλούνται και λαός του Θεού, και ηγαπημένοι του Θεού, και βρίσκουν τόπο στην Εκκλησία, όπου καλούνται υιοί Θεού ζώντος. Καταλήγει, λοιπόν, στο:

είναι φανερό ότι μέσω του ανάξιου και ακάθαρτου έργου του ιερέως η δύναμη του Θεού τελειοποιεί ένα άξιο και καθαρό έργο, όπως το βάπτισμα, η άφεση, η χειροτονία και το κήρυγμα του Λόγου του Θεού11”,

και αμέσως παρακάτω δηλώνει, ότι

αν επίσκοπος ή ιερέας ζει σε θανάσιμο αμάρτημα, δεν χειροτονεί, δεν λειτουργεί, δεν καθαγιάζει ούτε βαπτίζει12”.

Προς το τέλος της ζωής του και όντας υπό εξέταση παρά της συνόδου της Κωνσταντίας, ο Hus εμφανίζεται πιο διαλλακτικός, ως προς τις δονατιστικές του θέσεις. Προσπάθησε να πείσει τους ανακριτές της συνόδου, ότι δεν ήταν ο αιρετικός, που διαπίστωναν ότι ήταν. Υποστήριξε, λοιπόν, ότι ένας φαύλος και ανήθικος ιερωμένος, αν και ανάξιος λειτουργός των μυστηρίων, μπορεί να βαπτίζει και να ιερουργεί λόγω του αξιώματός του13.

Για τον Hus ο πραγματικός ιερέας:

Ένας άνθρωπος είναι αληθινός βικάριος αυτού, του οποίου την θέση καταλαμβάνει και από τον οποίο αξιώνεται να λάβει αυθεντική εξουσία. Αλλά κανείς δεν λαμβάνει την θέση του Χριστού ή του Πέτρου πραγματικά και κατά αποδεκτό από τον Χριστό τρόπο, εκτός και αν τον ακολουθεί στην ζωή του, διότι καμιά άλλη προϋπόθεση δεν είναι τόσο σημαντική, ούτε και λαμβάνει αυθεντική εξουσία από τον Θεός, εκτός από αυτήν. Συνεπώς, για ένα τέτοιου είδους αξίωμα, όπως αυτό του βικάριου, είναι απαραίτητα αμφότερα, η συμμόρφωση του βίου του ανθρώπου και η αυθεντία του καθιδρύματος14”.

Η αντίληψη περί βικαριάτου είναι γνωστή αίρεση του παπισμού. Ο Hus ως προερχόμενος από τους κόλπους του παπισμού δανείζεται την πολεμική του από τις αιρετικές θέσεις των παπικών. Ο δονατισμός του βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την ιδέα, ότι ο ιερέας είναι βικάριος του Χριστού, αντιπρόσωπος, δηλαδή,του Υιού του Θεού στην γη, με υπέρτερο όλων τον πάπα. Είναι λογική συνέχεια αυτής της αντίληψης το ότι ο ιερέας οφείλει να είναι άμεμπτος στον βίο του, χωρίς ηθικό σπίλο, διότι σύμφωνα με τα παραπάνω ο ιερέας, ως αντιπρόσωπος του Χριστού, τελεί ο ίδιος, αυτοπροσώπως τα μυστήρια.

Για την Ορθοδοξία αυτά είναι πλάνη. Ο ιερέας δεν είναι αντιπρόσωπος του Χριστού· είναι λειτουργός Αυτού. Αντλεί την ιεροσύνη του από τον ίδιο τον Μέγα Αρχιερέα και “δανείζει” τον εαυτό του στον Θεό, ο οποίος τελειοποιεί τα Μυστήρια με την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο βίος του ιερέα δεν έχει άμεση επίπτωση στην τέλεση των Μυστηρίων, όσο αυτός δεν τίθεται σε αργία από την Εκκλησία. Τα Μυστήρια που τελούνται από ανάξιο ιερέα είναι έγκυρα.

Εδώ, λοιπόν, ο Hus θέτει δύο προϋποθέσεις για την εγκυρότητα της ιεροσύνης (verus vicarius)· αφενός την έγκυρη χειροτονία, αφετέρου την ενάρετη βιοτή (et morum conformitas et instituentis auctoritas). Σε επόμενο κεφάλαιο του ίδιου έργου ο συγγραφέας επαναλαμβάνει την παραπάνω θέση, προχωρά, όμως, ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι ο αληθινός ιερέας πρέπει να ζει πολύ ενάρετη ζωή, η οποία πρέπει να είναι φανερή τόσο στον Θεό, όσο και στους ανθρώπους. Αν αντίθετα η ζωή του δεν είναι ενάρετη, τότε δεν είναι ιερέας του Χριστού, αλλά του αντιχρίστου. Συνεπώς, ο ηθικός βίος του ιερέα, ενάρετος και φανερός, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι αυτός “verus”15.

O Hus χρησιμοποιεί το γνωστικό δόγμα του προορισμού και των εκλεκτών για να προσφέρει ένα δονατιστικό κριτήριο σχετικά με τον αληθινό ιερέα και ιεράρχη, λόγω αξιώματος και προσωπικής αρετής. Ο Hus χρησιμοποιεί την θεολογία του προορισμού σε πολλές περιπτώσεις αναφερόμενος στην ηθική αναμόρφωση των Χριστιανών. Γι΄ αυτόν, όσοι είναι στην Εκκλησία κατ' όνομα (nomine), είναι στην Εκκλησία εκ των πραγμάτων (re) εξαιτίας του προορισμού16.

Κατά παρόμοιο τρόπο και με την χρήση των ίδιων γνωστικών κριτηρίων, αρνείται την de iure εγκυρότητα των χειροτονιών ιερέων και ιεραρχών, καθώς θεωρεί ότι ο ιερέας ή ο ιεράρχης πρέπει να είναι εκλεκτός (προσοχή, όχι εκλεγμένος, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνεται ο λόγος του Hus από τους παπικούς) του Θεού, για να κατέχει έγκυρα την θέση του ιερέα ή ιεράρχη. Συνεκδοχικά και με πλήρη αντιστοιχία στους παπικούς θεσμούς, ο Hus ισχυρίζεται ότι ο πάπας και οι καρδινάλιοι πρέπει να είναι προορισμένοι για την αιώνιο ζωή, σύμφωνα με τις ιδέες του γνωστικού προορισμού, για να είναι αληθινός πάπας και αληθινοί καρδινάλιοι.

Ήδη, σε ένα από τα πρώιμα έργα του, το Super IV Sententiarum, κάνει την διάκριση μεταξύ της εκλογής στο αξίωμα, όπως στην περίπτωση του Ιούδα, και της εκλογής λόγω προορισμού στην αιώνια ζωή:

Αναρωτιέται, αν ο προορισμός και η εκλογή είναι κατά βάθος το ίδιο. Ας γνωρίζει, ότι δεν είναι, διότι κάποιος μπορεί να είναι εκλεκτός και όχι προορισμένος, και κατά συνέπεια άλλο καλείται εκλογή και όχι προορισμός. Συνεπώς δεν είναι κατά βάθος το ίδιο. Αυτό γίνεται φανερό με το παράδειγμα του Ιούδα Ισκαριώτη, ο οποίος ήταν εκλεκτός, αλλά όχι προορισμένος˙ το πρώτο γίνεται φανερό από αυτό που είπε ο Σωτήρ στο Ιωαν. 6:οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην; καὶ ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολός ἐστιν17. Το δεύτερο από αυτό που είπε ο ίδιος στο Ιωάν. 17: οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας18. Εν αντιθέσει, φαίνεται να είναι κοινός τόπους στους διδασκάλους και ειδικά στους καθηγητές, οι οποίοι διατυπώνουν την αρχή, ότι η εκλογή και ο προορισμός είναι το ίδιο19”.

Ο Hus θέτει το θέμα της θεϊκής εκλογής ως προϋπόθεση για όλες τις βαθμίδες της ιεροσύνης και ταυτόχρονα ως διακριτικό γνώρισμα του αληθινού ιερέα, το οποίο τον διακρίνει από τον ψευδο-ποιμένα. Και πάλι φέροντας το παράδειγμα του Ιούδα, θεωρεί ότι αυτός νόμιμα εκλέχθηκε στο αποστολικό αξίωμα, όντας εκλεγμένος από τον Χριστό20. Γι' αυτούς ωστόσο, που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας, πάπα και καρδιναλίους, ο ίδιος θέτει ως προαπαιτούμενο τον προορισμό τους για την αιώνια ζωή.

Στη γνωστική ελιτίστικη θεολογία του Hus η χειροτονία δεν λαμβάνει εγκυρότητα εντός της καθιδρυματικής Εκκλησίας παρά μόνο από την εκ Θεού εκλογή. Χρησιμοποιεί αυτήν την θεολογία ως μέσο, για να προσφέρει τα δονατιστικά κριτήρια περί του αληθώς χειροτονημένου ιερέα με την προσθήκη της προσωπικής αξίας του προσώπου, ταυτόχρονα με το αξίωμα. Δηλαδή, μετά την χειροτονία ο ιερέας χάνει την ιεροσύνη εξαιτίας της προσωπικής του απαξίας, ανεξάρτητα της κανονικότητας του αξιώματος.

Κατά συνέπεια, το εκ μέρους του κάλεσμα σε ηθική μεταρρύθμιση της Εκκλησίας κρύβει δονατιστικά δόγματα. Αυτή η θεολογία άπτεται και των Μυστηρίων, καθώς η εγκυρότητά τους εξαρτάται από την προσωπική αξία του τελούντος αυτά. Επίσης, άπτεται και της κανονικότητος των ιερατικών βαθμίδων, καθώς όσο ανεβαίνει η κλίμακα της ιεραρχίας, τόσο αυστηρότερη οφείλει να είναι, κατά την άποψή του, η ηθική του κατάσταση. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις η συμβολή για την επίτευξη της ηθικής καθαρότητας και συνάμα η ευθύνη για την αστοχία προς αυτή την κατεύθυνση επιβαρύνουν το πρόσωπο που φέρει το αξίωμα. Αγνοείται εντελώς η ενέργεια της θείας χάριτος.

Στο Super IV Sententiarum, ο Hus υποστηρίζει ότι ο Ιούδας έχασε το επισκοπικό (εννοεί το αποστολικό) αξίωμα, εξαιτίας της απροθυμίας του να προσαρμόσει την ζωή του στο θέλημα του Θεού:

Ο Ιούδας σίγουρα έχασε την επισκοπή του επειδή διέπραξε σιμωνία. Παρέδωσε σώμα και ψυχή στην καταδίκη, επειδή δεν συμμόρφωσε κατάλληλα το θέλημά του με το θέλημα του Κυρίου21”.

Στο De Ecclesia αναφέρεται στο τι σημαίνει να είναι ένας πάπας, ένας επίσκοπος, ένας ιερέας, ένας διάκονος αληθινός απόστολος του Χριστού – να ζει και να διδάσκει τον νόμο του Χριστού. Θέτει σημεία για την διάκριση του αληθινά εκ Θεού απεσταλμένου, λέγοντας ότι ο τοιούτος είναι αφενός μεν απεσταλμένος απευθείας από τον Θεό, αφετέρου ζει την ζωή ενός αποστόλου, διδάσκοντας την αποστολική διδασκαλία22.

Η απευθείας εκ Θεού αποστολή θέτει σε διαθεσιμότητα όλους τους χειροτονημένους από την Εκκλησία ιερείς. Η εν συνεχεία επάνοδός τους στην ιεροσύνη ή η αργία τους καθορίζεται από το γνωστικό κάλεσμα της μίμησης της ζωής των αποστόλων, με την παραγραφή ολόκληρης της Ιεράς Παράδοσης, κάτι το οποίο είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, ως διδασκαλία όλων των γνωστικών σεκτών. Αυτή την διδασκαλία παρέλαβε και εφάρμοσε ο Λούθηρος στην Μεταρρύθμιση, θέτοντας εαυτόν αποδέκτη της δονατιστικής κληρονομιάς. Ας μην εκπλήσσεται ο αναγνώστης αν διαπιστώνει ότι τελικά ο Λούθηρος δεν είπε κάτι καινούργιο. Ακόμα και το θέμα που ήγειρε με τα συγχωρητήρια, θα φανεί παρακάτω, ότι πρώτος ο Hus το ξεκίνησε και στην αντιρρητική του στηρίχθηκε. Γι' αυτό και θα το εξετάσουμε.

Όσον αφορά τον πάπα, ως βικάριο του Πέτρου, ο Hus περιγράφει τις αρετές του αποστόλου, οι οποίες είναι πίστη, ταπείνωση και αγάπη, για να καταλήξει ότι ο πραγματικός βικάριος πρέπει να έχει αποκτήσει αυτές τις αρετές23. Όποιος δεν φέρει τα εξωτερικά σημεία των αρετών, αυτός δεν είναι αληθινός βικάριος του Πέτρου και δεν είναι αποδεκτός από τον Θεό, ως τέτοιος, κατά την εκκλησιολογία του Hus. Εδώ υπάρχουν δύο επικίνδυνα σημεία, πρώτον ότι ο πάπας παύει να είναι πάπας, εάν δεν κατέχει τις αρετές του Πέτρου. Τα κριτήρια είναι στην πραγματικότητα ηθικιστικά και όχι θεολογικά (αίρεση). Το δεύτερο, ότι δεν αναγνωρίζεται ο πάπας από τον Θεό ακόμη και αν κατέχει την έδρα.

Εδώ ο Hus καταργεί το κανονικό δίκαιο. Για να δικαιολογήσει αυτή του την θέση, επικαλείται τα εξής από το κανονικό δίκαιο. Λέει ότι αυτός που αγιάζει το αξίωμα, ποιείται (facit) τιμή στο αξίωμα, την στιγμή που στο κανονικό δίκαιο (Decretum) αναφέρεται ότι δέχεται (accipit) τιμή από το αξίωμα24. Ό,τι ισχύει για τον πάπα, ισχύει και για τους καρδιναλίους. Για να είναι κάποιος αληθινός καρδινάλιος πρέπει να διάγει ενάρετο αποστολικό βίο25.

Στην τελική του απολογία προς την Σύνοδο της Κωνσταντίας στις 18 Ιουνίου του 1415 μ.Χ., ο Hus απαντά στις κατηγορίες που προέκυψαν από τα παραπάνω αποσπάσματα από το De Ecclesia με επιμονή στην άποψή του, ότι ο πραγματικός διάδοχος του Χριστού και του Πέτρου αναγνωρίζεται από αμφότερα, το αξίωμα και την αρετή (officio et merito):

Papa non est manifestus et verus succesor principis apostolorum Petri, si vivit moribus contrariis Petro26”.

Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΓΧΩΡΗΤΗΡΙΑ

8.16.4 Τα συγχωρητήρια στην Τσεχία πριν τη διαμάχη.

Τα συγχωρητήρια ήταν γνωστά στην Τσεχία ήδη από τις αρχές το ΙΓ' αι. μ.Χ.27. Από τα μέσα του ΙΔ' αι. μ.Χ. η πώλησή τους εξελίχθηκε σε μαζικό φαινόμενο. Την ίδια εποχή η κρίση του Μεγάλου Σχίσματος του παπισμού, καθώς και οι πολιτικο-οικονομικές αναταράξεις της γερμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίες ακολούθησαν τον θάνατο του Καρόλου Δ', ανέδειξαν την Τσεχία σε γόνιμο έδαφος για την υποδοχή των ιδεών του Wyclif και σε αυτό το ζήτημα.

O Wyclif είχε ασκήσει κριτική στην πώληση των συγχωρητηρίων28, τα οποία είχε εκδώσει ο πάπας Ουρβανός Στ' το 1383 μ.Χ. για να χρηματοδοτήσει την σταυροφορία του. Η διάδοση τον ιδεών του στην Βοημία μέσω του Πανεπιστημίου και στην συνέχεια των έργων του καθόρισε την διαμόρφωση της άποψης των Τσέχων ακαδημαϊκών και σε αυτό το ζήτημα. Ο Ματθαίος του Janov εκφράστηκε επ' αυτού στο έργο του Regulis Veteris et Novi Testamenti, το οποίο συντάχθηκε μεταξύ του 1387 και 1393 μ.Χ29. Εκεί άσκησε κριτική στην έκδοση και πώληση των συγχωρητηρίων, ως ανταμοιβή στην προσκύνηση των εικόνων, των αγαλμάτων και των λειψάνων των αγίων, διότι κατ' αυτό τον τρόπο ο Χριστιανός οδηγείται μακρυά από την αληθινή πίστη. Ωστόσο, δεν επέκρινε την θεολογία πίσω από τα συγχωρητήρια.

Το 1393 μ.Χ. ο πάπας Βονιφάτιος ΙΧ ανακήρυξε την χρονιά ως Ιωαβηλαίο για την Βοημία30 μετά από παρότρυνση του βασιλιά Wenceslaus IV. Ο τελευταίος, αν και ήταν ο Γερμανός Βασιλιάς των Ρωμαίων από το 1376 μ.Χ., δεν είχε στεφθεί ακόμη αυτοκράτορας, οπότε όφειλε να ταξιδέψει στην Ρώμη, όπου και θα γινόταν η στέψη. Το Έτος της Χάριτος είχε ως λόγο ανακήρυξης την προετοιμασία της χώρας για το εν λόγω ταξίδι και φυσικά ήταν μία θαυμάσια ευκαιρία για την πώληση συγχωρητήριων και την εξ αυτής άνοδο της στάθμης του θησαυροφυλακίου της Ρώμης, λόγω της συνοδής αθρόας αύξησης των προσκυνητών στην Αιώνια Πόλη.

Τα κέρδη από την πώληση των συγχωρητήριων μοιραζόταν, βάσει του δικαίου της εποχής, στον Βασιλιά και τον Πάπα, κατά το αναλογούν μερίδιο. Λόγω της μη συμμετοχής στα κέρδη ο Αρχιεπίσκοπος της Πράγας, δεν κράτησε απλώς απόσταση από την διενέργεια του όλου σχεδίου, αλλά ταυτόχρονα παρότρυνε τους θεολόγους του Πανεπιστημίου, να εκφραστούν ανοικτά ενάντια στην πρακτική της πώλησης, να συντάξουν διατριβές εναντίον της και να συμμετάσχουν σε δημόσιες αντιπαραθέσεις προς αντίκρουση της αμφίβολης θεολογικής της βάσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα της ρήξη των σχέσεών του με τον Wenceslaus IV.

To 1394 μ.Χ. κυκλοφόρησε μία διατριβή του Δομηνικανού Heinrich von Bitterfeld, η De largicione et virtute indulgenciarum anni iubilei31. Σε αυτό το έργο ο συγγραφέας άσκησε κριτική στις καταχρήσεις, οι οποίες γινόταν κατά την πώληση των συγχωρητήριων. Επειδή, όμως, δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θεολογικό υπόβαθρο αυτής της πρακτικής, η κριτική του δεν ήταν κάτι περισσότερο από έναν λαϊκισμό των ημερών.

Εξάλλου, ο συγγραφέας, ένας Γερμανός δομηνικανός, ήταν αντίθετος με τις απόψεις του Wyclif και απλά εξυπηρετούσε την θέση του αρχιεπισκόπου της Πράγας. Αυτή η μερίδα των ακαδημαϊκών που συμπαραστάθηκε στον Αρχιεπίσκοπο για το θέμα της πώλησης των συγχωρητήριων, δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να περιοριστεί σε κηρύγματα ηθικιστικού περιεχομένου και λαϊκίστικου ύφους, οπότε οι απόψεις τους δεν εκλαμβάνονται ως μεταρρυθμιστικές. Δεν τους απασχόλησε καθόλου η θέση των συγχωρητήριων στην χριστιανική πίστη και οι σωτηριολογικές προεκτάσεις των λεγομένων ευσεβών πράξεων, δηλαδή των προσκυνηματικών ταξιδιών και των σταυροφοριών, μεταξύ των οποίων πράξεων συγκαταλέγονται και τα συγχωρητήρια.

Η παπική βούλα του 1411 μ.Χ.

Το 1409 μ.Χ. η σύνοδος της Πίζα εξέλεξε τον Baldassare Cossa ως Πάπα Ιωάννη ΧΧΙΙΙ σε αντικατάσταση των δύο ανταγωνιστών παπών μέσα στα πλαίσια του Μεγάλου Σχίσματος της Δύσης. Ο ένας εκ των δύο καθηρημένων, ο πάπας Γρηγόριος ΧΙΙ προσέφυγε στον βασιλιά της Νάπολης Λαδισλάβο d'Angiò-Durazzo32. Ο τελευταίος εισέβαλε στην Ρώμη και απομάκρυνε τον Ιωάννη, ο οποίος κατέφυγε στην Μπολόνια.

Για να μπορέσει ο Ιωάννης ΧΧΙΙΙ να νομιμοποιηθεί στην Αγία Έδρα, έπρεπε να κάνει πόλεμο με την Νάπολη και μάλιστα με δικά του έξοδα. Οι στρατιωτικές του αποτυχίες τον ανάγκασαν να κηρύξει σταυροφορία τον Σεπτέμβριο του 1411 μ.Χ. ενάντια στο βασίλειο της Νάπολης. Στις 9 Σεπτεμβρίου εξέδωσε παπική βούλα33, με την οποία αφόρισε τον βασιλιά της Νάπολης. Στην συνέχεια, εξέδωσε βούλα, με την οποία κήρυξε την σταυροφορία, στις 2 Δεκεμβρίου του 1412 μ.Χ.34. Για την πραγματοποίηση της σταυροφορίας εξέδωσε συγχωρητήρια, για να τα απονείμει σε όσους συμμετείχαν ενεργά σε αυτήν και να τα πωλήσει σε όσους θα την χρηματοδοτούσαν οικονομικά.

Ταυτόχρονα, καλούσε όλους τους πατριάρχες, αρχιεπισκόπους, επισκόπους και λοιπούς ιεράρχες έναντι της ποινής του αφορισμού, “δημόσια, και με στεντόρεια φωνή”, να κηρύξουν τον Λαδισλάβο “αφορισμένο, ψευδομάρτυρα, σχισματικό, βλάσφημο, πεπτωκότα, προστάτη αιρετικών, ένοχο του εγκλήματος της εσχάτης προδοσίας (σ.σ. Lèse-majesté), συνωμότη εναντίον μας και κατά της Εκκλησίας35”. Μαζί με τον Λαδισλάβο αναθεματίζονταν και όλοι οι συνεργάτες του και όσοι τον ακολουθούσαν. Ακόμη και αν ζητούσε συγγνώμη και επεδείκνυε έμπρακτη μετάνοια, προβλεπόταν η άφεση να του δοθεί από τον πάπα στον νεκροκρέββατό του, με την προϋπόθεση να απέχει από ανάμειξη στα εκκλησιαστικά πράγματα.

Σε πολιτικό επίπεδο εξόρκιζε στο αίμα του Χριστού όλους τους άρχοντες και όλους τους πολίτες, “όλους τους αυτοκράτορες, βασιλείς, πρίγκιπες κοσμικούς, εκκλησιαστικούς, μοναστικούς, όπως και ιεράρχες, πανεπιστημιακούς και ιδιώτες και των δύο φύλων... να προστατεύσουν την κατάσταση και την τιμή της Εκκλησίας και την δική μας”, με το να θεωρούν τον Λαδισλάβο καταδικασμένο εχθρό και να τον διώκουν, τους δε υπηκόους του σε επανάσταση36.

Με την βούλα κήρυξης της σταυροφορία (Erectio Crucis), ζητούσε από τους ίδιους να τον εξολοθρεύσουν, υποσχόμενος άφεση αμαρτιών σε όσους με ειλικρίνεια μετανοούν και εξομολογούνται και αναλαμβάνουν τον σταυρό, δηλαδή συμμετέχουν στην σταυροφορία, είτε οι ίδιοι προσωπικά, είτε εξοπλίζοντας και συντηρώντας κάποιον στρατιώτη για ένα μήνα, είτε απλώς χρηματοδοτώντας. Σε αυτούς πρόσφερε άφεση των αμαρτιών τους, για τις οποίες είχαν μεταμεληθεί εκ καρδίας και είχαν εξομολογηθεί με το στόμα [illam peccatorum suorum, de quibus corde contriti et or confessi fuerint].

Ταυτόχρονα, εξουσιοδοτούσε δύο απεσταλμένους για τις πόλεις του Salzburg, της Πράγας και της Νυρεμβέργης. Ο πρώτος ήταν ο Wenceslaus Tiem de Mikulov (Nikolsburg), ένας Γερμανός με καταγωγή από την Μοραβία και ο δεύτερος, ο Pax de Fantuciis της Μπολόνια, διαπρεπής κανονολόγος. Καλούσε δε τις κοσμικές και εκκλησιαστικές κατά τόπους αρχές, να βοηθήσουν τους απεσταλμένους του με κάθε δυνατό τρόπο και μέσο.

Το κάλεσμα του Ιωάννη ΧΧΙΙΙ δεν βρήκε θερμή υποστήριξη και σε κάποιες χώρες ξεκίνησε ανοικτή αντιπαράθεση πάνω στο θέμα της πώλησης των συγχωρητήριων, κυρίως από υποστηρικτές του Γρηγορίου ΧΙΙ. Για παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο της Βιέννης αντιτάχθηκε σθεναρά, αν και καθ' όλα παπικό, και κατάφερε να πείσει τον δούκα της Αυστρίας Albrecht να απαγορεύσει την πώλησή τους37. Στην Γαλλία και την Βρετανία η βούλα αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία.

8.16.6 Η υποδοχή της παπικής βούλας στη Βοημία

Αντίθετα, ο βασιλιάς Wenceslaus IV υποστήριξε τον Ιωάννη ΧΧΙΙΙ, προώθησε την πώληση στα εδάφη του και μεσολάβησε στον Πολωνό βασιλιά, για να εξασφαλίσει και την δική του στήριξη38. Δεδομένης της στάσης του βασιλιά υπέρ των μεταρρυθμιστών στην διαμάχη τους με τον αρχιεπίσκοπο της Πράγας, Zbynĕk Zajíc, αυτή η μεταστροφή εξέπληξε τους πρώτους και αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης σε πολλά έργα39.

Ο Wenceslaus Tiem de Mikulov (Nikolsburg) έφθασε στην Πράγα στις 22 Μαΐου του 1412 μ.Χ. Η ημέρα αναγγελίας της πώλησης των συγχωρητηρίων πιθανολογείται ότι ήταν η ημέρα της Πεντηκοστής, η οποία την χρονιά εκείνη έπεσε στις 22 Μαΐου. Ο βασιλιάς, όμως, δεν είχε αναγγείλει δημόσια την συναίνεσή του σε αυτή την πώληση. Ως σημεία πώλησης ορίστηκαν οι πιο πολυσύχναστοι ναοί της πόλης, ο καθεδρικός ναός του αγίου Βίτου, ο ναός των αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο Vyšhrad, και ο ενοριακός ναός της Παναγίας του Τýn στην Παλαιά Πόλη, όπου ο ιερατικός προϊστάμενος, ο Hans του Wartenberg, ήταν Γερμανός και αντίπαλος των μεταρρυθμιστών40. Ταυτόχρονα, αυτά πωλούνταν και σε πολλούς ενοριακούς ναούς στις επαρχίες από τους ενοριακούς ιερείς.

Ωστόσο, σε αυτές τις επαρχιακές ενορίες εμφανίστηκαν και οι πρώτες αντιδράσεις στην πώλησή τους. Στο Kouřim της Κεντρικής Βοημίας ο ενοριακός ιερέας, υποστηρικτής της μεταρρύθμισης και φίλος των μεταρρυθμιστών, απαγόρευσε την πώληση των συγχωρητήριων41. Στο Jindřichův Hradec της Νότιας Βοημίας, οι πωλητές των συγχωρητήριων αντιμετωπίστηκαν με βάναυσο τρόπο από τον τοπικό πληθυσμό και εκδιώχθηκαν από την πόλη42.

Στην Πράγα την αντίδραση ενάντια στην πώληση των συγχωρητηρίων ξεκίνησε ο Ιερώνυμος με την βοήθεια των φοιτητών του. Αυτοί εμφανίστηκαν στους κεντρικούς δρόμους τη πόλης με πλαστά αντίγραφα συγχωρητήριων, τα οποία μοίραζαν στον κόσμο συνοδεύοντας την πράξη τους με άσεμνα και προσβλητικά αστεία. Μάλιστα, ένας εκ των φοιτητών είχε ντυθεί ως πόρνη και έκανε προκλητικές χειρονομίες. Η επίδειξη τελείωσε με το κάψιμο ενός πλαστού παπικού διατάγματος, μέσα σε αποδοκιμασίες και χαρακτηρισμούς για τον πάπα ως “ρουφιάνο” και “προαγωγό” στην σημερινή πλατεία του Καρόλου, που τότε γινόταν η εμποροπανήγυρη των βοοειδών43.

Η μη ανάμειξη των αρχών φανερώνει ότι ο βασιλιάς δεν είχε τοποθετηθεί ακόμη επί του θέματος. Αυτό εξόργισε τον αρχιεπίσκοπο της Πράγας, ο οποίος με την σειρά του απαίτησε την δημόσια τοποθέτηση του Wenceslaus. Αυτή έγινε μία εβδομάδα πριν τις 17 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς, ημέρα κατά την οποία ο Jan Hus εξέφρασε σε δημόσια τοποθέτηση στο Πανεπιστήμιο την αντίθεσή του στην έκδοση συγχωρητήριων για την οικονομική ενίσχυση σταυροφοριών. Η ημερομηνία αυτή είχε οριστεί για την δημόσια αντιπαράθεση πάνω στο εξής θέμα: ήταν θεμιτό να εγκριθεί το παπικό διάταγμα για την ανάληψη του σταυρού (σ.σ. δηλαδή να πάρουν τα όπλα, σταυροφορία) ενάντια στον Λαδισλάβο της Νάπολης και τους συμμάχους του, σύμφωνα με τον θείο νόμο, για τη σωτηρία του λαού και το όφελος του βασιλείου;

Η θεολογική σχολή έστειλε δύο μέλη της στον αρχιεπίσκοπο, να του ζητήσουν να απαγορεύσει την δημόσια αντιπαράθεση. Από την πλευρά του ο Στέφανος (Štĕpán) του Páleč, ως κοσμήτορας της σχολής, απαγόρευσε στους πτυχιούχους της σχολής, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ο Hus, να παραστούν.

- Η θέση του Hus για τα συγχωρητήρια

O Hus δεν έλαβε και πολύ στα σοβαρά τις προειδοποιήσεις και τις υπομνήσεις για την υποχρέωσή του να υπακούσει στον Wenceslaus. Η άποψή του ότι πρέπει να προτιμά να υπακούει κάποιος στην αλήθεια παρά στους φίλους του είναι ήδη γνωστή από τα προηγούμενα κεφάλαια. Έτσι, ανακοίνωσε την πραγματοποίηση της διάλεξης ενώπιον του κοινού την προκαθορισμένη ημέρα44. Η διάλεξη του Hus, αν και κατέληγε στην απόρριψη του παπικού διατάγματος, ενθουσίασε τον Ιερώνυμο της Πράγας, ο οποίος αμέσως μετά διοργάνωσε διαδήλωση διαμαρτυρίας μπροστά στο δημαρχείο της πόλης.

Η θέση του Hus για τα συγχωρητήρια εκφράστηκε στα δύο έργα του, το Questio de indulgenciis, το οποίο είναι η γραπτή μορφή της διάλεξης που έδωσε στις 17 Ιουνίου του 1412 μ.Χ45. και το Contra cruciatam46, το οποίο συντάχθηκε την ίδια χρονιά. O Hus δέχεται την παπική αίρεση του Πουργατορίου, αλλά θεωρεί ότι μόνο με την μετάνοια (poenitentia) και την εξομολόγηση (confessio) προκύπτει βελτίωση (emendatio) της κατάστασης του πιστού σε αυτό. Δεν δέχεται την επάρκεια των συγχωρητήριων, πολύ δε περισσότερο την αποτελεσματικότητα των “ευσεβών πράξεων”, όπως οι σταυροφορίες.

Η αντίδραση του Hus και των συντρόφων του μεταρρυθμιστών μπορεί να θεωρηθεί ως φυσική αντίδραση στις καταχρηστικές υπερβολές των ανταγωνισμών των παπών, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τους κοσμικούς άρχοντες. Αποτέλεσμα, ήταν η νόμιμη κριτική εκ μέρους του ακαδημαϊκού κόσμου, οι οποίοι σημειωτέον είχαν δικαίωμα λόγου στο δόγμα της πίστεως, καθώς αυτό δεν προκύπτει μόνο από την αποκάλυψη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, αλλά είναι αντικείμενο μελέτης, με την θεολογική σκέψη να δέχεται βελτίωση προϊόντος του χρόνου, σύμφωνα με την κακοδοξία των παπικών.

Το πρόβλημα για τους μεταρρυθμιστές δεν ήταν η καινοτομία της αίρεσης π.χ. η σύλληψη αυτή καθεαυτή της ιδέας του Πουργατορίου, αλλά η οικονομική εκμετάλλευση της ιδέας από τον πάπα και πιο ειδικά η υπερ-εκμετάλλευση της ιδέας. Γι' αυτό και βλέπουμε τους μεταρρυθμιστές να μην διαμαρτύρονται για την αλλοίωση του σωτηριολογικού δόγματος εκ μέρους του παπισμού, αλλά η διαμαρτυρία τους να κατευθύνεται ενάντια στα συγχωρητήρια, ενάντια στα προσκυνηματικά ταξίδια, ενάντια στην προσκύνηση των λειψάνων, ενάντια στις σταυροφορίες.

Αυτή η επιδερμική κριτική στις κακοδοξίες του παπισμού είναι εμφανής στο Contra octo doctores47, όπου απορρίπτει την κατάσταση του Πουργατορίου και μιλά για τέσσερα είδη συγχώρεσης: α) την υπερούσια (supersubstantialis), πηγή της οποίας είναι ο Θεός, β) την ουσιώδη (substantialis), φορέας της οποίας είναι ο Χριστός γ) την ποιμαντική (ministerialis), όπου μεσολαβεί ο ιερέας, και την τέταρτη (quarta), η οποία είναι κοινή μεταξύ των λαϊκών. Για τον Hus η τέταρτη είναι αναγκαία συνθήκη για την διενέργεια της υπερούσιας συγχώρεσης.

- Η ακαδημαϊκή αντιπαράθεση.

Απάντηση στις απόψεις του Jan Hus φαίνεται ότι αποτελεί το έργο του Φραγκισκανού μινορίτη Mařik (Μαυρίκιος), Tractatus de indugensiis48. Αυτός εξετάζει το θέμα των συγχωρητήριων περισσότερο συστηματικά και σύμφωνα με την παπική διδασκαλία. Ταυτόχρονα, τα συγκρίνει με τα μνημόσυνα (suffragia), θεωρεί δε ότι στο θέμα της κατάστασης της ψυχής στο Πουργατόριο, τα συγχωρητήρια είναι καταλληλότερα και ωφελιμότερα, διότι είναι προσωπικά σε αντίθεση με τα μνημόσυνα, τα οποία είναι συλλογικά.

Η διάλεξη του Hus στις 17 Ιουνίου του 1412 μ.Χ. έδωσε την ευκαιρία στους καθηγητές της θεολογικής σχολής να κατηγορήσουν τους αντιπάλους τους στον βασιλιά. Ο Στέφανος του Páleč, ως κοσμήτορας της σχολής, ζήτησε από τους φοιτητές του Jan Hus και Jacobellus του Stříbro, να ανακαλέσουν τις θέσεις τους πάνω στο θέμα των συγχωρητήριων και ειδικά στον δεύτερο, την θέση του για τον ερχομό του Αντιχρίστου (πάπα). Ο Jacobellus υπάκουσε. Ο Hus αντιτάχθηκε όχι μόνο στην διαταγή του κοσμήτορα, αλλά και των αυλικών συμβούλων.

Ο Wenceslaus κάλεσε τους καθηγητές σε συνάντηση ενώπιον του βασιλικού συμβουλίου. Στην ακρόαση, η οποία έγινε στο κάστρο Žebrák, ο Στέφανος διάβασε την πραγματεία του με τίτλο Gloriosus49, στην οποία επιχείρησε να καταδείξει τον Jan Hus, ως ανυπάκουο τέκνο του παπισμού και του βασιλιά. Ο τελευταίος ζήτησε μία ακαδημαϊκή αντιπαράθεση επί του θέματος με την προϋπόθεση, ο ηττημένος να καταδικαστεί σε θάνατο στην πυρά. Την πραγματοποίηση του αιτήματός του απέρριψαν οι αυλικοί σύμβουλοι.

Ο Wenceslaus ζήτησε από το συμβούλιο να κλείσει το θέμα το γρηγορότερο δυνατό, καθώς έφτασαν νέα, ότι στην Πράγα γινόταν συνεχείς διαδηλώσεις ενάντια στους πωλητές των συγχωρητήριων, τους οποίους ο λαός έβλεπε ως σιμωνιακούς. Οι μαθητές και λοιποί ακόλουθοι του Hus διένειμαν φυλλάδια με απειλητικό ή δυσφημιστικό περιεχόμενο εναντίον τους και πολλά βρέθηκαν μέσα στα κυτία πώλησης των συγχωρητήριων στον καθεδρικό ναό, στον ναό του Vyšehrad και στον ναό της Παναγίας του Týn. Σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξαν και συμπλοκές του κόσμου με τους πωλητές50.

- Τα επεισόδια στην Πράγα.

Ο βασιλιάς ζήτησε από το δημοτικό συμβούλιο της Πράγας να καταστείλει με την βία τις διαδηλώσεις και ζήτησε 2 δημοτικοί σύμβουλοι να μεταβούν στο κάστρο Žebrák. Η θεολογική σχολή προχώρησε σε εκ νέου καταδίκη των 45 άρθρων του Wyclif, καθ' υπόδειξη της αυλικής καγκελαρίας για χάρη του γενικού καλού του βασιλείου. Ταυτόχρονα, ζητήθηκε να κηρυχθούν αιρετικές οι σκανδαλώδεις θέσεις των Hus, Jacobellus και των ακολούθων τους. Ο βασιλιάς πρόσθεσε στα ανωτέρω την αφαίρεση της ελευθερίας του λόγου των ανώνυμων κηρύκων, οι οποίοι παρακινούσαν δημόσια τον λαό.

Στις 10 Ιουνίου συνέβησαν ταραχές σε πολλές ενορίες από ανθρώπους ενάντιους στην πώληση των συγχωρητήριων. Στην λαϊκή εξέγερση εκείνης της ημέρας συμμετείχαν πολλοί φοιτητές, τρεις εκ των οποίων συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στην φυλακή της Παλαιάς Πόλης. Στα ουσσιτικά χρονικά σώζονται μόνο τα ονόματά τους, Martin, Jan και Stašek. Την επομένη το πρωί ο Jan Hus προσέτρεξε στο δημαρχείο της πόλης, συνοδευόμενος από συναδέλφους του καθηγητές και πολλούς φοιτητές. Έξω από το δημαρχείο συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου. Οι δημοτικοί σύμβουλοι υποσχέθηκαν ότι τίποτα κακό δεν θα συμβεί στους νεαρούς συλληφθέντες, φοβούμενοι το συγκεντρωμένο πλήθος. Ωστόσο, και οι τρεις εκτελέστηκαν κοντά στο δημαρχείο.

Όταν διαδόθηκε το μαντάτο, πλήθος κόσμου, Τσέχων και Γερμανών, μεταρρυθμιστών και παπικών, συγκεντρώθηκε στον τόπο εκτέλεσης. Μία γυναίκα τύλιξε τα άψυχα σώματα με σεντόνια, ενώ ένας νέος, ο Jan του Jičin, κάλεσε τους συμπατριώτες του να αναλάβουν στους ώμους τούς νεκρούς. Ο κόσμος συνόδευσε την πομπή μέχρι το παρεκκλήσιο της Βηθλεέμ, ψάλλοντας το Isti sunt sancti (Αυτοί είναι άγιοι)51. Εκεί ετάφησαν και θεωρήθηκαν οι πρώτοι Ουσσίτες μάρτυρες52.

Οι Jan Hus, Jakoubek και Ιερώνυμος της Πράγας αποσύρθηκαν από το προσκήνιο συγκλονισμένοι από το γεγονός. Ωστόσο, το διαμαρτυρόμενο πλήθος συνέχισε να συγκεντρώνεται μπροστά στο δημαρχείο της πόλης. Οι συλλήψεις συνεχίστηκαν επίσης, αλλά η απουσία των ριζοσπαστών ηγετών βοήθησε στο να μην προχωρήσουν οι αρχές σε νέες εκτελέσεις. Σε συνέχεια της βασιλικής εντολής, διοργανώθηκε μια νέα συνάντηση στο δημαρχείο της Παλαιάς Πόλης στις 16 Ιουλίου. Εκπρόσωποι του βασιλιά ήταν ο αυλικός σύμβουλος Wenceslaus Králík του Buřenice και επίσκοπος Olomouc, Konrad της Vechta.

Μετά τις εισαγωγικές ομιλίες, τον λόγο έλαβε ο Ιεροεξεταστής Mikuláš. Αυτός τόνισε την ανάγκη να καθαρίσει το όνομα της βασιλείας από την κατηγορία της ατιμίας. Απείλησε, μάλιστα, με εξορία, όποιον έφερε αντίρρηση στα άρθρα, τα οποία επρόκειτο να διαβάσει. Τότε εκφώνησε τα άρθρα και τις βασιλικές εντολές και απαγορεύσεις. Επίσης, ανακοίνωσε την ποινή του αναθέματος σε δεν έπρατταν το καθήκον τους, δηλαδή να καταδείξουν και αποκηρύξουν αιρετικούς. Τέλος, διάβασε την απαγόρευση του αρχιεπισκόπου στις επιθέσεις εναντίον του παπικού διατάγματος. Την εποχή εκείνη αρχιεπίσκοπος στην Πράγα ήταν ο Albík του Uničov, ένας κατά τα άλλα μετριοπαθής άνθρωπος με ουδέτερη στάση στην όλη υπόθεση της πώλησης των συγχωρητήριων και των αντιδράσεων που αυτή προκάλεσε.

Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου, Marek του Hradec, επιφορτίστηκε το καθήκον να καταστήσει γνωστές τις αποφάσεις, σε όλες τις βαθμίδες των ακαδημαϊκών, και να επιτηρεί την συμμόρφωσή τους σε αυτές. Οι θεολόγοι διαμαρτυρήθηκαν άμεσα και, αν και οι μεταρρυθμιστές δεν ήταν παρόντες, ο πρύτανης υποστηρίχθηκε μόνο από τον Προκόπιο του Pilsen και τον Friedrich Epping, Γερμανό αντι-κομφορμιστή. Με τον τρόπο αυτό και μέσα σε δυο μήνες έληξε η διαμάχη για τα συγχωρητήρια.

Η διαμάχη σε ακαδημαϊκό επίπεδο- Η θέση του Jan Hus.

O Jan Hus δεν μπορούσε να σιωπήσει, όταν τού δινόταν η ευκαιρία να επιτεθεί στον πάπα σε σχέση με τις εξελίξεις σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Αν και η αντίρρησή του αρχικά δεν αφορούσε την παπική αίρεση των συγχωρητήριων, αντιτέθηκε στην πώλησή τους και στο κάλεσμα σε πόλεμο, το οποίο αφορούσαν οι παπικές βούλες. Στην αρχή περιορίστηκε στο να εκφράσει την διαφωνία του στο δικό του ακροατήριο και στην συνέχεια συμβουλεύθηκε τους συναδέλφους του για να πάει το ζήτημα παραπέρα, αναμένοντας, βέβαια, και την δική τους υποστήριξη53.

Σιγά-σιγά οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν και από κάποιο σημείο και μετά βρέθηκε αντιμέτωπος με κάποιους από αυτούς, όπως ο Στέφανος Páleč και ο καθηγητής του Στανισλάβος του Znojmo. Στο έργο του Contra Paletz υποστηρίζει ότι ήταν η διαμάχη για την πώληση των συγχωρητήριων και την σταυροφορία εναντίον Χριστιανών η αιτία, η οποία τον χώρισε από αυτόν. Ο ίδιος ο Στέφανος ήταν αυτός που του έδειξε για πρώτη φορά την φόρμα των συγχωρητήριων και για τον Hus, ο Στέφανος ήταν ο πρώτος που είχε αναγνωρίσει τα λάθη σε αυτή. Αν μιλά με μια δόση πικρίας για την απώλεια του φίλου παραδέχεται: “Ο Páleč είναι φίλος, και η αλήθεια είναι φίλη· όντας και οι δύο φίλοι, είναι άγιο να προτιμά κανείς την αλήθεια”54.

Ο Páleč δεν αρνήθηκε ποτέ ότι βρήκε λάθη, αλλά επέμενε ότι τα λάθη υπήρχαν στην φόρμα των συγχωρητήριων, την οποία έφεραν οι απεσταλμένοι, όχι στην παπική βούλα. Για τον λόγο αυτό ο Στέφανος δεν επέτρεψε να διαβαστεί η φόρμα στην ενορία του, χωρίς να θεωρεί ότι αυτό ήταν βλασφημία ενάντια στον πάπα55. Ωστόσο, ο Hus στο De Ecclesia αναφέρει ότι άκουσε ο ίδιος τον Páleč να ισχυρίζεται ότι η φόρμα είχε εξαχθεί από την βούλα, η οποία του είχε δοθεί από τους λεγάτους του πάπα αυτοπροσώπως. Επίσης, ότι περιείχε προφανή σφάλματα και με βάση τα όσα του παρήγγειλαν οι απεσταλμένοι, έπρεπε να αναγνωστούν στον λαό από ιεροκήρυκες56.

Στην κριτική του επί της βούλας ο Jan Hus αντιγράφει την φόρμα αυτολεξεί:

Στην φόρμουλα της άφεσης που δόθηκε στους παπικούς απεσταλμένους, μεταξύ άλλων είχε εισαχθεί αυτή η δήλωση:

'και επίσης βάσει της αποστολικής αυθεντίας που μού δόθηκε, σού δίνω άφεση από όλες τις αμαρτίες, αν έχεις μετανοιώσει ειλικρινά και τίς έχει εξομολογηθεί στον Θεό και σ' εμένα. Αν δεν μπορείς να αναλάβεις προσωπικά το εγχείρημα (σ.σ. Να συμμετέχεις στη σταυροφορία), αλλά επιθυμείς να φέρεις προσφορά κατά την δυνατότητά σου σύμφωνα μ' εμένα και τους όρους των κομισσάριων εις υπεράσπιση και βοήθεια του ανωτέρω αναφερθέντος εγχειρήματος, σού χορηγώ και παραχωρώ πλήρη απαλλαγή από τις αμαρτίες σου, συμπεριλαμβανομένης της ποινής και της ενοχής. Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος57”.

Οι δύο δηλώσεις, του Páleč και του Hus, είναι αντικρουόμενες. Το ερώτημα που τίθεται είναι, ποιος από τους δύο έχει δίκιο; Η παραπάνω φόρμα δεν υπάρχει στην βούλα. Ωστόσο, ο Hus είχε την βούλα μπροστά του, όταν συνέταξε το έργο του, καθώς σε άλλα σημεία δίνει αποσπάσματα, τα οποία υπάρχουν εντός αυτής. Εφόσον η παραπάνω φόρμα δεν υπάρχει στην βούλα, τότε ο Páleč έχει δίκιο, διότι καταφέρθηκε μόνο εναντίον της φόρμας, όχι εναντίον της βούλας, ενώ ο Hus ισχυριζόταν ότι η φόρμα είχε δοθεί στον Páleč από τους κομισσάριους και είχε εξαχθεί από την βούλα.

Από την άλλη, η ίδια η φόρμα δεν περιέχονταν στην βούλα, αλλά το νόημα αυτής υπήρχε. Δηλώνεται για παράδειγμα, ότι οι κομισσάριοι και οι πωλητές μπορούσαν να δίνουν άφεση αμαρτιών στους αγοραστές με το δικαίωμα, το οποίο τους παραχωρούσε ο πάπας. Επίσης, αναφέρεται ρητά, ότι σε όσους αγοράζουν τα συγχωρητήρια και μετανοιώνουν αληθινά και εξομολογούνται “δίνουμε άφεση αμαρτιών... συγχωρητήρια και ...αύξηση της αιωνίου ευλογίας58”. Είναι ξεκάθαρο ότι σκοπός της βούλας ήταν να πωλήσει συγχωρητήριο και απαλλαγή από το πουργατόριο σε όσους συμμετείχαν ή βοηθούσαν στη διενέργεια της σταυροφορίας. Γι' αυτό τον λόγο εκδόθηκε η παπική βούλα. Ο Hus είχε δίκιο και η αντιδικία του με τον Páleč ήταν παρελκυστική, ώστε να μην συζητείται η ουσία της βούλας, αλλά η διατύπωση.

- H Quaestio … de Indulgentiis.

Τον Ιούνιο του 1412 μ.Χ. ο Hus ανέλαβε να εκφωνήσει στο Πανεπιστήμιο μια κριτική επί της παπικής βούλας59. Η εξέταση του θέματος έγινε επί της κανονικής βάσης αυτής. Ο Hus χώρισε το θέμα του σε τρία μέρη· την άφεση αμαρτιών, την οικονομική ενίσχυση του πολέμου και την πώληση των συγχωρητήριων.

Για το πρώτο θέμα, ο Hus υποστήριξε ότι η άφεση των αμαρτιών είναι αποκλειστικό δικαίωμα του Θεού60. Οι ιερείς έχουν το δικαίωμα που τους παραχωρήθηκε από αυτόν61, να συγχωρούν αμαρτίες στους μετανοημένους μέσα στα πλαίσια του Μυστηρίου και υπό αυστηρά καθορισμένες συνθήκες62, δηλαδή, ο εις αμαρτία πεσών να εξομολογηθεί και να πάρει την απόφαση να μην αμαρτήσει ξανά. Έτσι, λαμβάνει συγχώρεση από τον ίδιο τον Θεό. Στην συνέχεια ο μετανοημένος οφείλει να τηρεί όλες τις εντολές του Θεού63. Έτσι δεν χρειάζεται το πουργατόριο, κατά τον λόγο του Θεού64.

Υπό αυτές τις προϋποθέσεις παρέχεται η άφεση των αμαρτιών. Κανείς δεν δύναται να συγχωρεί αμαρτίες με δική του εξουσία και αυθεντία· ούτε ο ίδιος ο πάπας65. Ο ρόλος του ιερέα είναι να αναγγείλει την άφεση που παραχωρεί ο ίδιος ο Θεός. Οι λειτουργοί του δεν μπορούν να παρέχουν συγχωρητήρια, πολύ δε περισσότερο να τα πωλούν και αυτά δεν έχουν καμία ισχύ, πολύ δε περισσότερο, χρονική διάρκεια. Η άφεση των αμαρτιών δεν δίδεται έναντι χρημάτων.

Στο δεύτερο μέρος ασχολείται με το θέμα του πολέμου. Θεωρεί ότι η κήρυξη πολέμου είναι μία πράξη που αρμόζει στους κοσμικούς άρχοντες και μόνο, όχι στους ιεράρχες της Εκκλησίας. Συνεπώς, μόνο οι πρώτοι μπορούν να απαιτούν οικονομική ενίσχυση για ένα τέτοιο σκοπό, διότι αυτό είναι καθήκον τους. Αναφέρει ότι η τέχνη του πολέμου είναι επικίνδυνη και δύσκολη (ars bellandi est periculosa, atque difficilis)· είναι υποκείμενη σε περιορισμούς, ως προς την αιτία του πολέμου, ως προς τον τρόπο που διεξάγεται, και ως προς τον στόχο που επιτυγχάνεται66.

Αναφορικά με το πρώτο, ο Hus θεωρεί ότι πρέπει ένας πόλεμος να διεξάγεται μόνο για την υπεράσπιση της πίστεως και όχι για κοσμικό κέρδος. Θα πρέπει να διεξάγεται με μετριοπάθεια και ως προς το τρίτο, θα πρέπει ο τελικός στόχος να είναι η αγάπη και η μεταβολή του εχθρού σε φίλο67.

Οι πάπες και ο κλήρος οφείλει να πολεμά με το πνευματικό ξίφος, δηλαδή με προσευχές και επιδίωξη την συναίνεση, μέσω παρακλήσεων68. Ο πάπας δεν πρέπει να διεξάγει πόλεμο για κοσμική κυριαρχία ή πολιτικές επιδιώξεις69. Εδώ ο Hus χρησιμοποιεί πολλά αποσπάσματα από το κανονικό δίκαιο και τους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως και από τους λατίνους. Το βιβλικό “ ἰδοὺ μάχαιραι ὧδε δύο” (Λουκ. 22,38), το οποίο οι πάπες επικαλούνται κατά κόρον για να στηρίξουν τις σταυροφορίες που διεξάγουν, ο Hus θεωρεί ότι η Εκκλησία κατέχει μόνο την πνευματική μάχαιρα˙ το πολεμικό ξίφος ανήκει στους κοσμικούς άρχοντες70. Δεν επιτρέπεται στον πάπα να διεξάγει σταυροφορίες71.

Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι, αν και ο πάπας κατέχει την πνευματική αυθεντία, δεν την χρησιμοποιεί σωστά πάντα. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαστικό να γίνεται υπακοή σε όλες τις εντολές του. Παραθέτει επί τούτου από τον σχολιαστή της Παλαιάς Διαθήκης Νικόλαο της Λύρα72, ότι εντολή που περιέχει προφανές σφάλμα, δεν πρέπει να εκτελείται73.

Στην συνέχεια παραθέτει από το κανονικό δίκαιο τον απαγόρευση που λέει, ότι “οποιαδήποτε εντολή είναι αντίθετη με τον νόμο του Θεού, δεν είναι καθολική αλλά αιρετική” (quòd quicquid à quocunque definitum fuerit contrarium legi Dei, non catholicum, sed hareticum est tenendum) και ως τέτοια δεν πρέπει να τηρείται. Ο πάπας θα πρέπει να κάνει υπακοή στο βιβλικό “ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου·” (Ιωαν. 18,36)74. Αντίθετα, όχι μόνο δεν κάνει, αλλά επιζητεί κοσμική εξουσία και αυτή είναι η τελική επιδίωξη της βούλας που εξέδωσε για την πώληση συγχωρητήριων. Άρα, καταλήγει στο δεύτερο θέμα ο Hus, στόχος του πάπα είναι να μαζέψει χρήματα75.

Στο τρίτο μέρος ο Hus ασχολείται με το ζήτημα της πώλησης των συγχωρητήριων και γι' αυτό είναι και το πιο μακροσκελές. Παραθέτει την φόρμα των συγχωρητήριων, το κείμενο της οποίας παρατέθηκε παραπάνω. Για τον Hus η φόρμα περιέχει τρία σφάλματα. Πρώτον, αρνείται ότι η συγχώρεση των αμαρτιών παραχωρείται από τον Θεό δωρεάν, και δωρεάν πρέπει να δίδεται και από τους λειτουργούς του76.

Η απαίτηση προς τον αγοραστή, να συμμετέχει στη σταυροφορία ή να υποστηρίξει το πολεμικό σχέδιο, είναι επίσης παράνομη, διότι θέτει προϋπόθεση στην δωρεάν χορήγηση της χάριτος του Θεού77. Το τρίτο σφάλμα, το οποίο συνιστά βλασφημία, είναι το ότι η άφεση των αμαρτιών χορηγείται στο όνομα του πάπα ή του πωλητή των συγχωρητήριων. Για τον Hus δηλώνει θράσος, ένας αμαρτωλός άνθρωπος να χορηγεί το Άγιο Πνεύμα78. Και είναι βλασφημία, οι ιερείς του Θεού να σφετερίζονται αυτά που είναι αρμόδια στο Θεό79.

Ο Hus διαμαρτύρεται και θεωρεί τα συγχωρητήρια άκυρα, διότι για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες ενός ανθρώπου πρέπει αυτός να μετανοήσει80. Εφόσον, ο πάπας δεν μπορεί να ξέρει αν κάποιος έχει μετανοήσει ειλικρινά, δεν μπορεί να του χορηγήσει με την δική του αυθεντία άφεση αμαρτιών81. Επίσης, η βούλα δεν συνυπολογίζει το παπικό δόγμα περί μετανοίας και ειδικά την προϋπόθεση της ικανοποίησης της θείας δικαιοσύνης, μέσω της αποκατάστασης του κακού που έχει γίνει82.

Ένας ακόμα λόγος, για τον οποίο τα συγχωρητήρια είναι άκυρα κατά τον Hus, είναι το ότι ο Θεός δεν συγχωρεί τον αμετανόητο. Η συγχώρεση του Θεού προηγείται οποιασδήποτε πράξης του ιερέως ή του πάπα΄ ο ιερέας την αναγγέλει δεν την χορηγεί. Ο Hus φέρνει το παράδειγμα ενός ανθρώπου του οποίου η καρδιά έχει πάθει σκλήρυνση. Έχει διαπράξει θανάσιμα αμαρτήματα, αλλά δεν έχει μετανοήσει. Κατά την βούλα του πάπα, αν αυτός ο άνθρωπος συμμετάσχει στη σταυροφορία ή συνεισφέρει οικονομικά για την πραγματοποίησή της, πεθαίνοντας θα πάει στον παράδεισο. Από την άλλη, άνθρωπος, ο οποίος έζησε με δικαιοσύνη την ζωή του και διέπραξε συγγνωστά αμαρτήματα, αλλά δεν αγόρασε συγχωρητήρια, πεθαίνοντας είναι καταδικασμένος να περάσει από το πουργατόριο. Και αναρωτιέται ο Hus· είναι αυτό θεία δικαιοσύνη83;

Ένα άλλο θέμα που τίθεται με βάση την λογική των παπικών υπέρ των συγχωρητήριων, είναι ότι αυτά θα μπορούσαν να αδειάσουν το πουργατόριο84. Αν ο πάπας έχεις τέτοια δύναμη, γιατί την περιορίζει μόνο στους αγοραστές των συγχωρητηρίων; Γιατί δεν τους σώζει όλους, αλλά το κάνει μόνο όταν χρειάζεται χρήματα85; Αυτό είναι παράλογο και ο πάπας δεν κατέχει τέτοια δύναμη. Από την άλλη, δεν είναι σίγουρο ότι ο πάπας θα έσωζε κάποιον χωρίς χρήματα86.

Επίσης, στρεφόμενος ο Hus σε αυτούς που δικαιολογούν τα συγχωρητήρια, ισχυριζόμενοι ότι ο πάπας είναι αλάθητος, δηλώνει ότι μια τέτοια δήλωση είναι βλασφημία. Αυτό θα σήμαινε ότι ο πάπας είναι επίσης και αναμάρτητος, αλλά αναμάρτητος είναι μόνο ο Χριστός. Οι πάπες, όχι μόνο έκαναν λάθη, αλλά και κάποιοι από αυτούς υπήρξαν αιρετικοί87.

Εκείνο που έχει ιδιαίτερη αξία να δούμε είναι τα όσα λέει ο Hus για την πολιτική σκοπιμότητα της βούλας. Αναγνωρίζει ότι κινητήριος δύναμη του πάπα στις αποφάσεις του είναι η επιδίωξη πολιτικής εξουσίας. Γράφει:

Σύμφωνα με την λογική, δεν είναι δυνατόν να πει κάποιος, ότι ο πάπας δεν έχει φιλοδοξία για κοσμική κυριαρχία, αλλά μάλλον ότι προτίθεται ελεύθερα και σιωπηρά, να βασιλεύσει στην Εκκλησία του Χριστού, καθ’ ομοίωση του Πέτρου, και ο αντίπαλος του Θεού και της Εκκλησίας να διωχθεί. Ο Θεός μόνο γνωρίζει, αν αυτός ο πάπας πρωτίστως ή κατά συνέπεια προτίθεται. Πάντως είναι σίγουρο ότι προτίθεται, είτε πρωτίστως είτε κατά συνέπεια, είτε κατηγορηματικά είτε σιωπηρά, κάτι το οποίο είναι ενάντιο στην θεία βούληση και τάξη, και επομένως διαπράττει βαρύ αμάρτημα, όταν προσπαθεί να εξασφαλίσει για τον εαυτό του κοσμική κυριαρχία αντίθετα με την πτωχεία του Χριστού. Είναι, λοιπόν, πρόδηλο, ότι αμαρτάνει γι’ αυτό, όπως και οι άνθρωποι που τον βοηθούν να το πετύχει88”.

Τέλος, ο Hus δεν θεωρεί λάθος το να ασκεί κριτική και να τίθεται ενάντια στην βούλα του πάπα, εφόσον τα κίνητρα της κριτικής είναι η ευσέβεια και η αγάπη για την πίστη. Για τον λόγο αυτό βρήκε απήχηση στον λαό της Πράγας. Ας δούμε πως το εκφράζει ο Paul de Vooght:

Στην πάλη του ενάντια στην ψευδο-σταυροφορία και τα συγχωρητήρια ο Hus δεν περιορίστηκε μόνο στις διατριβές του στα λατινικά. Κήρυξε στο λαό και μοιραία η πάλη επέστρεψε στις οδούς. Όταν ο Hus επιτέθηκε στη σιμωνιακή πρακτική των συγχωρητήριων, το έκανε από αγάπη για την πίστη. Ήθελε να αποτρέψει τους Χριστιανούς από το να χάσουν την ψυχή τους, δείχνοντας προληπτική εμπιστοσύνη στα συγχωρητήρια. Πολλοί πτωχοί ιερείς και λαϊκός κόσμος τον ακολούθησαν, επειδή έβλεπαν σ' αυτόν έναν υπερασπιστή για το πενιχρό πουγγί τους. Αν και ο Hus κήρυξε μόνο το πτωχό ευαγγέλιο, αυτό δεν ήταν αρκετό για ν' αποκαταστήσει πνεύμα ηρεμίας και ειρήνης· τούς ενθάρρυνε, ειδικά τους πτωχότερους, να υπερασπιστούν τα υλικά ενδιαφέροντά τους ενάντια στις εκβιαστικές αξιώσεις. Αυτόν, όμως, τον ενδιέφερε μόνο να οδηγήσει όλους τους Χριστιανούς στο ευαγγελικό απόσπασμα (Μακάριοι οι πτωχοί). Εξαιτίας της λογικής των προθέσεών του, έγινε δημαγωγός, ως επί το πλείστον ασυνείδητα, ο οποίος υποστήριξε άμετρα τα αιτήματα των λιγότερο ευνοημένων. Αποκήρυξε την απληστία και την πλεονεξία. Στο κάλεσμά του, οι απόκληροι ξεσηκώθηκαν, έτοιμοι ν' αποτινάξουν την καθεστηκυία τάξη, και να περιδρομιάσουν τα πολυπόθητα αγαθά, έχοντας απογυμνώσει αυτούς, τους οποίους ζήλευαν89”.

Όταν ο Paul de Vooght μιλά για τις διατριβές του Hus στα λατινικά, εννοεί, εκτός από thn Quaestio, στην οποία αναφερθήκαμε μέχρι τώρα, και την Replica Magistri Joannis Hus, Contra Bullam Papae Joan. XXIII, in quae erexit crucem adversus Ladislaum Regem Apuliae. Η δεύτερη ακολούθησε σε σύντομο χρόνο, είναι περιληπτική των παραπάνω θέσεων του Hus και δεν περιέχει κάτι καινούργιο, οπότε δεν θα την εξετάσουμε.

Στην συνέχεια ο Hus κλήθηκε στην Αρχιεπισκοπή, για να δώσει εξηγήσεις και κυρίως να του ζητηθεί να υπακούσει τον Πάπα. Παρόντες ήταν και δύο παπικοί λεγάτοι. Ένας εξ αυτών, τόν ρώτησε αν είναι έτοιμος να κάνει υπακοή στην “αποστολική” εντολή, χωρίς, όμως να καταλαβαίνει την διάκριση μεταξύ του επιθετικού προσδιορισμού “αποστολικός” και “παπικός”. Όπως ήταν φυσικό, ο Hus απάντησε ότι είναι διακαής του πόθος, να υπακούει την αποστολική διαταγή, διασκεδάζοντας και εκμεταλλευόμενος τον ευσεβίστικο βερμπαλισμό των λεγάτων. Αργότερα έγραψε:

Κύριοι, καταλάβετέ με. Είπα ότι είναι διακαής μου πόθος να εκπληρώνω τις αποστολικές διαταγές και να τις υπακούω σε όλα· αλλά καλώ αποστολικές διαταγές την διδασκαλία των του Χριστού αποστόλων. Όσο οι διαταγές του Ρωμαίου ποντίφικα είναι σε αρμονία με τις αποστολικές διαταγές και διδασκαλία... σε αυτό το βαθμό προθυμότατα να τις υπακούσω. Αλλά, αν βρω κάποια από αυτές αντίθετη, αυτή δεν θα την υπακούσω, ακόμη και αν δω μπροστά μου ν' ανάβει η φωτιά, η οποία θα κάψει το σώμα μου90”.

- Η Controversia inter M. J. Hus του Στέφανου Páleč

Στην συνέχεια, ο Páleč δημοσίευσε μία διαμαρτυρία εναντίον του Hus με τίτλο Controversiae inter M. J. Hus et doctores theologiae in universitate Pragensi de erectione crucis et venditione indulgentiarum91. Σε αυτήν κατηγορούσε τον Hus ότι στην πρόσφατη ακαδημαϊκή αντιπαράθεση (Quodlibet, Ιανουάριος 1412) είχε ισχυριστεί ότι ο πάπας είναι ο Αντίχριστος, και το τέλος του κόσμου είναι εγγύς92. Η αλήθεια είναι ότι αυτά ήταν λόγια του Jakoubek του Stříbro, και ο Στέφανος το γνώριζε, άρα συκοφαντούσε τον Hus στον βασιλιά. Επίσης, τόν κατηγόρησε, ότι κήρυσσε ενάντια στην βούλα της σταυροφορίας και των συγχωρητήριων, παραβαίνοντας την βασιλική εντολή93. Τέλος, ότι κήρυσσε σε δημόσιους χώρους, όπως σχολεία, με σκοπό να απομειώσει την αξία , την τιμή και την υπόληψη των καθηγητών του Πανεπιστημίου. Συνέπεια αυτών ήταν το ίδρυμα να απαγορεύσει στους σπουδαστές να παρακολουθούν αυτές τι δημόσιες ομιλίες94.

Για λογαριασμό του δήλωνε ότι “πιστεύουμε απλά, όπως και οι πατέρες μας πίστευαν και όλη η χριστιανοσύνη για εκατοντάδες χρόνια υποστήριζε, ότι ο πάπας μπορεί και δίνει πλήρη άφεση όλων των αμαρτιών,...· επίσης, πιστεύουμε ότι ο πάπας δύναται να καλέσει τους πιστούς του Χριστού, όποτε κρίνεται αναγκαίο, και να απαιτήσει από αυτούς κοσμική βοήθεια για την υπεράσπιση της πόλεως της Ρώμης και της Εκκλησίας95”.

Η απάντηση του Hus περιείχε μια ισχυρή δόση ειρωνείας96. Ανακοίνωσε τρεις παράλογες προτάσεις, με σκοπό να αντιμετωπίσει σκωπτικά τις συκοφαντίες εναντίον του. Πρώτον, σύμφωνα με τις διαταγές του βασιλιά Wenceslaus, θα πρέπει να ιδρυθεί φυλακή εντός του Πανεπιστημίου, για να κλειδώνονται οι ανυπάκουοι. Δεύτερον, οι ακαδημαϊκοί δεν θα μπορούν να φέρουν αντίρρηση στην ίδρυση της φυλακής. Τρίτον, η θεολογική σχολή έκανε λάθος ν' απαγορεύσει ν' άπτονται της παπικής βούλας, καθώς, πρώτος ο αρχιεπίσκοπος της έδωσε χείρα βοηθείας (λογοπαίγνιο), με το ν' αντικαταστήσει τις λέξεις “κήρυγμα του ζωοποιού σταυρού” με το “κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου” και στην συνέχεια με το να μη φορολογεί τους ανθρώπους στην εξομολόγηση97.

Η Tractatus Gloriosus

Όταν ο Jan Hus κλήθηκε στην συνάντηση στο κάστρο Žebrák να παρουσιάσει ενώπιον του βασιλιά την ομιλία του στην πρόσφατη ακαδημαϊκή αντιπαράθεση (Quodlibet), αυτός αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι, εφόσον αυτή είχε δοθεί σε δημόσια ομιλία, ήταν δημόσια περιουσία. Η στάση του Hus έδωσε στον Paleč την πολυπόθητη ευκαιρία, να τον κατηγορήσει για ανυπακοή. Δεδομένης της ευκαιρίας, συνέγραψε με την βοήθεια του Στανισλάβου τη διατριβή με τον πομπώδη τίτλο Tractatus Gloriosus98.

Η διατριβή χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος διατυπώνονται οι κατηγορίες εναντίον του Jan Hus, ενώ στο δεύτερο μέρος ο εκδότης του κειμένου Johann Loserth βλέπει την αναπαραγωγή του Probacio et fundacio doctorum probans indulgencias paparum’, το οποίο προσπαθεί να δώσει βιβλική και πατερική στήριξη στην παπική βούλα.

Το πρώτο μέρος ξεκινά με μια γενική διατύπωση. Ο συγγραφέας τονίζει ότι είναι καθήκον του κοσμήτορα κάθε θεολογικής σχολής να εξετάζει και να ελέγχει ποιος διδάσκει τι σε αυτές. Η υποχρέωση προκύπτει από το γεγονός της διάδοσης αιρέσεων μέσα σε αυτές, οπότε ο κοσμήτορας θα πρέπει να εξετάζει τα γραπτά όσων διδάσκουν ή φοιτούν στις σχολές και να ανακαλύπτει τυχόν κρυμμένες κακοδοξίες σε όσα δογματίζονται99. Από την άλλη, οι καθηγητές και οι φοιτητές των σχολών είναι υπόχρεοι υποβολής της διδασκαλίας και των γραπτών τους σε εξέταση100. Η άρνηση υποβολής επισύρει ανάλογη δίωξη για ανυπακοή101. Έχουμε, λοιπόν, το μανιφέστο της αξιωματικής λογοκρισίας, κάτι αναμενόμενο στα μεσαιωνικά πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Στην συνέχεια στοχοποιείται ο Jan Hus. Ο συγγραφέας τον κατηγορεί ότι εκ προθέσεως (ex anima) αρνήθηκε να υποβάλει σε εξέταση τις απόψεις του σχετικά με την παπική βούλα και αναφορικά με τα συγχωρητήρια. Η εξέταση υποτίθεται ότι θα γινόταν στην συνέλευση στο κάστρο Žebrák, παρουσία του βασιλιά και του αυλικού συμβουλίου102. Από την άρνησή του προκύπτει ότι είναι ύποπτος για κακοδοξίες, τις οποίες διασπείρει στους απλοϊκούς και αμόρφωτους ανθρώπους, παραπλανώντας αυτούς με την διδασκαλία του103. Ο κατήγορος θυμίζει ότι ήταν ο ίδιος ο Hus αυτός που διακήρυττε ότι δέχεται να υποβληθούν οι απόψεις του σε έλεγχο, όταν έδινε την διάλεξη κατά την διάρκεια της αντιπαράθεσης (quodlibet) και μάλιστα, ήταν διατεθειμένος να ακούσεις τις αντίθετες απόψεις των αντιπάλων του, ωστόσο εξακολουθούσε να αρνείται να το πράξει104.

Για τον συντάκτη της διατριβής αυτό είναι μονόδρομος. Μόνο έτσι μπορούν να εξεταστούν οι απόψεις και τα κίνητρα αυτών. Μόνο έτσι είναι δυνατόν να φανεί ποιας σχολής είναι οι πεποιθήσεις του. Ταυτόχρονα, είναι αναγκαίο να γίνει, ώστε, αφού εξεταστούν από τους καθηγητές της θεολογικής σχολής και βρεθεί η ταυτότητά τους, να ενημερωθεί ο κόσμος, ο οποίος τον άκουσε να κηρύττει, είτε αυτοί είναι οι φοιτητές, τους οποίους δίδαξε από την πανεπιστημιακή έδρα, είτε οι πιστοί, στους οποίους κήρυξε από τον άμβωνα105.

Στη συνέχεια, τίθεται μία ακόμη κατηγορία, ότι ο Hus δέχεται διόρθωση μόνο στην βάσει της Αγίας Γραφής. Αυτή η απαίτησή του δίνει την ευκαιρία στους κατηγόρους του, να του προσάψουν αίρεση, και μάλιστα παρόμοια με αυτή των Αρμενίων, καθώς οι τελευταίοι, κατά παρόμοιο τρόπο, δεν δέχονται παρατηρήσεις στις απόψεις τους παρά μόνο επί βιβλικής βάσεως (αυθεντία της Αγίας Γραφής- solis auctoritatibus biblie)106. Αυτοί δεν δέχονται καμία άλλη αυθεντία στην εκκλησία, ούτε των αγίων ούτε των πατέρων.

Επισημαίνεται στο κείμενο ότι οι καθηγητές του Πανεπιστημίου ήταν καθόλα προετοιμασμένοι ν’ αποδείξουν την ορθότητα των όσων αναφέρονται στην παπική βούλα, με την χρήση αγιογραφικών χωρίων, με πλήρη γνώση και ξεκάθαρη λογική, όχι μόνο ενώπιον του Hus, αλλά και ενώπιον του βασιλιά και του συμβουλίου και ταυτόχρονα να καταδείξουν την πλάνη των απόψεων του πρώτου107.

Οι καθηγητές, λοιπόν, του πανεπιστημίου δεν μπορούν να αφήσουν ασχολίαστες τις απόψεις του Hus, και δεν μπορούν να τις αφήσουν να επηρεάζουν την πίστη των απλών και αμόρφωτων ανθρώπων, πιστεύοντας ότι τα δόγματά του είναι λογικά και αληθινά108. Αυτός, όμως, δεν τολμά και αρνείται να τα υποβάλλει σε έλεγχο, για να φαίνεται ότι το αντίθετο κόμμα είναι πλανεμένο και παράλογο, και ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει να φανεί το δίκαιο της παπικής βούλας μέσα από λογική εξέταση.

Το πρώτο μέρος της διατριβής τελειώνει με μία βαριά κατηγορία, ότι όποιος δεν πιστεύει ότι ο πάπας δύναται να χορηγεί συγχωρητήρια και άφεση σε όλους τους αμαρτωλούς, ανήκει στην αίρεση των Βάλδιων, οι οποίοι αμφισβητούν την πίστης της ρωμαϊκής εκκλησία και έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα και συνάμα ακολουθούν την σέκτα των Αρμενίων109. Τα στοιχεία, τα οποία κατά την άποψη των καθηγητών επιβεβαιώνουν την ορθότητα του συμπεράσματός τους, εκτίθενται στο δεύτερο μέρος110. Από εμάς θα εξεταστούν κατ’ αντιπαράθεση της επιχειρηματολογίας του Hus στην δική του απάντηση, κατά την επιτυχημένη μεθοδολογία του Matthew Spinka111.


- Η Refutatio Contra Octo Doctores του Jan Hus

Η απάντηση του Jan Hus στην προηγούμενη διατριβή ήρθε με το έργο του Refutatio Scripti Octo Doctorum Theologie, per Magistrum Joannem Hus, το οποίο είναι πιο γνωστό με τον εύχρηστο τίτλο Contra Octo Doctores112. Στις πρώτες κατηγορίες, της ανυπακοής λόγω μη υποβολής των απόψεών του σε έλεγχο από τον κοσμήτορα της σχολής, της κακοδοξίας και της παραπλάνησης του αμόρφωτου λαού, ο Hus απαντά στο Contra Octo Doctores τα εξής:

Αν και το κείμενο φέρεται να είναι προϊόν εργασίας οκτώ καθηγητών της θεολογικής σχολής, στην πραγματικότητα προέρχεται από τα κεφάλια των Στανισλάβου και Páleč. Μάλιστα, λέει σκωπτικά ότι πρόκειται για “κρεατόζουμο” (brodium) στα κεφάλια αυτών και κρίνοντας ο ίδιος από την μακρηγορία και το στυλ που παραπέμπει σε αρχάριο, μάλλον πρόκειται για έργο του Στανισλάβου με μερικές περιστασιακές προσθήκες του Páleč113.

Υπενθυμίζει, ότι ο ίδιος ήταν πρόθυμος να συμμετάσχει στην αντιπαράθεση στο κάστρο Žebrák, έχοντας τόση αυτοπεποίθηση για το δίκαιο των απόψεών του, ώστε να θέσει ως προϋπόθεση την αποδοχή ενός στοιχήματος· ο χαμένος να καεί στην πυρά. Οι καθηγητές δεν ποδέχτηκαν την πρόκλησή του και αποτραβήχτηκαν σε σύσκεψη. Όταν επέστρεψαν, απάντησαν ότι μόνο όποιος αναλάμβανε να τον αντιμετωπίσει, έπρεπε να δεχτεί την ποινή, αν έχανε, κάτι το οποίο ο Hus δεν αποδέχτηκε με την σειρά του. Τότε, το συμβούλιο των αυλικών τούς προέτρεψε να έλθουν σε συμβιβασμό, ωστόσο ο Hus δεν αναφέρεται στην κατάληξη της υπόθεσης. Η αλήθεια είναι ότι δεν εμφανίστηκε, οπότε η αντιπαράθεση δεν έλαβε χώρα114.

Για τις υπόλοιπες δύο κατηγορίες ο Hus επικαλείται τα λόγια του Χριστού “ἐγὼ παρρησίᾳ ἐλάλησα τῷ κόσμῳ· ἐγὼ πάντοτε ἐδίδαξα ἐν συναγωγῇ καὶ ἐν τῷ ἱερῷ, ὅπου πάντοτε οἱ ᾿Ιουδαῖοι συνέρχονται, καὶ ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα οὐδέν. τί με ἐπερωτᾷς; ἐπερώτησον τοὺς ἀκηκοότας τί ἐλάλησα αὐτοῖς·” (Ιωαν. 18,20-21), οπότε και αυτός λέει κατά παρόμοιο τρόπο: “Με παρρησία μίλησα και δίδαξα σε σχολές και στο ναό της Βηθλεέμ, όπου καθηγητές, φοιτητές, μαθητές και ο απλός κόσμος συγκεντρώνονται, και δεν έχω πει τίποτα στα κρυφά, όπου θα μπορούσα να παραπλανήσω τον κόσμο από την αλήθεια. Ρώτα, λοιπόν, αυτούς, αν τους έχω πει κάτι κακό στα κρυφά115”. Αντίθετα, κατηγορεί τους καθηγητές ότι παραπλανούν τον κόσμο, διότι δεν μίλησαν ποτέ ανοιχτά κατά της παπικής βούλας, οπότε είναι αυτοί που δεν λένε στον κόσμο την αλήθεια.

Επόμενη κατηγορία κατά του Hus είναι, ότι δεν υπάκουσε την παπική εντολή να μην κηρύττει δημόσια κατά της βούλας, οπότε έδειξε περιφρόνηση προς την Αγία Έδρα. Ο Hus απαντάει, ότι δεν έδειξε περιφρόνηση προς την Αγία Έδρα, αλλά αγνόησε την απαγόρευση διδασκαλίας στο ναό της Βηθλεέμ, επειδή δεν μπορούσε να αφήσει τον κόσμο να πιστεύει ότι θα λάβει άφεση αμαρτιών χωρίς μετάνοια. Σκοπός του ήταν να προστατεύσει τον λαό από το να διαγουμιστεί116. Προσθέτει, ότι αρνείται να πιστέψει και να δεχθεί την βούλα, η οποία καλούσε σε σταυροφορία, ωσάν να είναι το ίδιο το Ευαγγέλιο, ακόμα και υπό την απειλή του αναθέματος, “να το πιστέψει υπό την απειλή της καταδίκης από τον Θεό, το ανάθεμα του αγίου Πέτρου και του Παύλου, όπως δηλώνει η βούλα”, αν δεν έβρισκε στην Αγία Γραφή να δει αν όντως είναι υποχρεωμένος να το κάνει117.

Δεν είναι επίσης σωστό, αυτό που ισχυρίζονται οι καθηγητές, ότι η βούλα του πάπα ισχύει για όλο τον κόσμο. Οι Φράγκοι και οι Άγγλοι δεν της έδωσαν καμιά σημασία, ενώ οι Ναπολιτάνοι την απέρριψαν, καθώς εκεί δεν μπορούν να πάνε οι νούντσιοι του Ιωάννη. Οι δε Έλληνες δεν πιστεύουν καθόλου σε αυτά τα συγχωρητήρια. Μόνο οι Βοημοί, ισχυρίζεται ότι τα δέχτηκαν, ομοιάζοντες με Βαλααμίτες118.

Κατηγορείται, ότι με το να αρνείται να υπακούσει την εντολή του πάπα, διαπράττει θανάσιμο αμάρτημα, σαν να αρνείται να υπακούσει εντολή των αποστόλων. Ο Hus απαντά ότι οι καθηγητές θεωρούν τις παπικές εντολές ότι είναι “της ίδιας αυθεντίας, προνομίου και ισχύος με τις αποστολικές εντολές και κατ’ επέκτασιν τις εντολές του Κυρίου Ιησού Χριστού, διότι οι αποστολικές εντολές δεν είναι τίποτα άλλο παρά εντολές του Κυρίου Ιησού Χριστού”. Απορρίπτει αυτήν την αναγνώριση. Ισχυρίζεται ότι είναι λάθος να ακολουθούνται πιστά οι παπικές εντολές, σαν να προέρχονται από τον ίδιο τον Κύριο. Οι παπικές βούλες ανακαλούνται, όταν αποκαλύπτεται ότι ο πάπας δεν ήταν σωστά ενημερωμένος και σε κάποιες περιπτώσεις μετά τον θάνατό του119.

Στο σημείο αυτό τους θυμίζει την σκηνή με τους παπικούς λεγάτους στην αρχιεπισκοπή, παρουσία του αρχιεπισκόπου Albik, την οποία περιγράψαμε παραπάνω. Το να θεωρεί κάποιος ότι οι παπικές εντολές είναι ισάξιες με τις αποστολικές, είναι σαν να θεωρεί ότι ο πάπας είναι αδύνατον να αμαρτήσει, ότι είναι αναμάρτητος (Impeccabilem), και αυτό το θεωρεί αδιανόητο120. Το ότι ο πάπας ισχυρίζεται ότι ομιλεί με αποστολική αυθεντία, δεν σημαίνει ότι οι εντολές του είναι σύμφωνες με την αποστολική διδασκαλία.

Στην Tractatus Gloriosus είδαμε ότι οι καθηγητές ψέγουν τον Hus, επειδή απαίτησε να αποδειχθεί η εγκυρότητα της βούλας με χρήση αγιογραφικών χωρίων. Για τον λόγο αυτό τόν κατηγορούν ότι ανήκει στην σέκτα των Αρμενίων, οι οποίοι αρνούνται να δεχθούν άλλη αυθεντία, όπως αυτή της Εκκλησίας, των αγίων, των θεολόγων, παρά μόνο την Αγία Γραφή. Στην ίδια κατηγορία προσθέτουν ότι αυτός ερμηνεύει την Αγία Γραφή αυθαίρετα, κατά την δική του κατανόηση, όπως κάνουν και οι Βάλδιοι. Έτι περισσότερο, ότι παρακινεί τον λαό να μην υπακούν στις εντολές του μονάρχη, των αρχόντων ή του πάπα, μέχρι να αποδεικνύεται ότι αυτές συμβαδίζουν, ως προς το πνεύμα τους, με την Αγία Γραφή.

Παραδέχεται, λοιπόν, ο Hus, ότι ζήτησε από τους θεολόγους, ν' αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους επί της παπικής βούλας “ex lege Dei et ex ratione efficaci”. Αυτό, όμως, δεν τον καθιστά μέλος της αρμένικης σέκτας, διότι σε αυτή την περίπτωση οι άγιοι Αυγουστίνος και Ιερώνυμος121 θα πρέπει να άνηκαν στην ίδια σέκτα· και οι δύο θεωρούσαν την Αγία Γραφή ως την ανώτερη αυθεντία σε δογματικά ζητήματα122. Παραθέτει επίσης αποσπάσματα από τους εξής λατίνους για ν’ αποδείξει ότι η συμφωνία με την Αγία Γραφή είναι ουσιώδης, όταν το θέμα άπτεται της πίστεως. Ούτε η κήρυξη σταυροφορίας, ούτε και η πώληση των συγχωρητήριων μπορούν να στηριχθούν αγιογραφικά, οπότε δεν μπορούν να θεωρούνται αποστολικές διδαχές. Επισημαίνει, λοιπόν, τα εξής:

Ομολογώ ότι δεν επιθυμώ κάτι άλλο πέρα του να πιστέψω, να υποστηρίξω, να διδάξω και να διαβεβαιώσω ως πίστη, αυτό που είναι απαραίτητο για την σωτηρία, εκτός και αν έχω την ακόλουθη θεολογική παρουσίαση: έτσι έχουν κηρύξει οι Γραφές αναλυτικά ή έμμεσα, συνεπώς πρέπει έτσι να πιστεύουμε, να υποστηρίζουμε και διαβεβαιώνουμε ως πίστη. Κατά συνέπεια, ταπεινά αποδέχομαι ως πίστη, δηλαδή, ως εμπιστοσύνη στις άγιες γραφές, επιθυμώντας να υποστηρίξω, να πιστέψω και να βεβαιώσω ο,τιδήποτε περιλαμβάνεται σε αυτές όσο ανασαίνω”.

Η Αγία Έδρα δεν μπορεί να υπερβεί ό,τι διδάσκεται στο νόμο του Θεού. Επιμένει ότι “οι οκτώ θεολόγοι μας δεν θα με απομακρύνουν από την αλήθεια του Χριστού με τα ψέματά τους, υπό την απειλή της κοσμικής εξουσίας”. Διότι αυτά είναι τα όπλα του αντίχριστου, όχι των υιών του Θεού. Είναι καθήκον των πιστών να επαγρυπνούν και να εντοπίζουν τις κακοδοξίες που κρύβονται στις παπικές βούλες και τα βασιλικά διατάγματα. Αυτή είναι μια εύστοχη απάντηση στο εισαγωγικό της tractatus gloriosus αίτημα περί της διαφύλαξης της διδασκαλίας των μαθημάτων της θεολογικής σχολής από υφέρπουσες κακοδοξίες.

Ωστόσο, σε αυτή την απάντηση κρύβεται ένας εκ διαμέτρου αντίθετος κίνδυνος. Ο Hus εμπιστεύεται την διαφύλαξη της ακεραιότητας της πίστεως στον πιστό ανεξαρτήτως προϋποθέσεων. Ο κάθε πιστός οφείλει να κάνει κρίση επί θεολογικών και εκκλησιαστικών θεμάτων και καλείται να ανατρέψει αποφάσεις και εντολές, εκκλησιαστικές και πολιτικές, χάριν αυτοδικίας. Επίσης, ο Hus κάνει επίκληση στο συναίσθημα, όταν ισχυρίζεται ότι, αν ο λαός οφείλει να υπακούει άκριτα στις εντολές του πάπα και των αρχών, τι θα γίνει αν διαταχθεί να εξολοθρεύσει όλους τους Εβραίους της Πράγας; Διότι έτσι ζητήθηκε με την βούλα της σταυροφορίας, να εξολοθρεύσουν όλους τους Ναπολιτάνους. Τι θα γινόταν, αν τους ζητούσαν να δολοφονήσουν τον ίδιο τον Hus;

Οι θεολόγοι κατηγόρησαν τον Hus, ότι δέχεται μόνο την Αγία Γραφή, απορρίπτοντας την παράδοση. Ο Hus απαντά, ότι δέχεται την παράδοση, αλλά την υποτάσσει στην Γραφή. Η παράδοση δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση με την Γραφή και το βιβλικό δόγμα. Αρχικά, δέχεται την αποστολική παράδοση, όπως έχει πει αρκετές φορές, διότι ο ίδιος ο Χριστός απέστειλε τους Αποστόλους, ως μάρτυρες Του και ως αγγελιοφόρους του Ευαγγελίου. Αυτοί έγραψαν το αποστολικό Σύμβολο, την αυθεντική σύνοψη της regula fidei. Κατά παρόμοιο τρόπο αναγνωρίζει και τα άλλα σύμβολα, όπως το Σύμβολο της Νίκαιας και το Quicunque. Παραδέχεται και ενίοτε χρησιμοποιεί την διδασκαλία των Πατέρων, ειδικά αυτών των πέντε πρώτων αιώνων – Αμβροσίου, Ιερωνύμου, Χρυσοστόμου, Βασιλείου, Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Αυγουστίνου και Γρηγορίου του Μεγάλου.

Αναφέρει, ότι η εξάρτησή του από τον άγιο Αυγουστίνο φαίνεται σε κάθε του έργο· για τον Hus o άγιος Αυγουστίνος είναι ο μεγάλος διδάσκαλος. Μετά τον Αυγουστίνο επικαλείται συχνά τον Χρυσόστομο. Κάνει, επίσης, αναφορά στους Βερνάρδο, Άνσελμο, Ακινάτη, Μποναβεντούρα και φυσικά στον Wyclif. Δηλώνει ότι αποδέχεται τις αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων, με περισσότερη έμφαση στις τέσσερις πρώτες, της Νίκαιας, της Κωνσταντινουπόλεως, της Εφέσου, της Χαλκηδόνος. Αναφορικά με τις παπικές βούλες, δείχνει σκεπτικισμό, εφόσον αυτές θεωρούνται δεσμευτικές για όλους τους Χριστιανούς, οποιασδήποτε εποχής. Συνοπτικά, λέει ο ίδιος για την στάση του έναντι της παράδοσης:

Πιστεύω στην αυθεντία των αγίων πατέρων της Εκκλησίας, αλλά όχι στην αυθεντία των οκτώ καθηγητών, παρά μόνο στο βαθμό που λένε την αλήθεια… Δεν βασίζομαι στο δικό μου κεφάλι, αλλά στην κεφαλή που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Δεν βασίζομαι στις γνώμες κάποιων αιρετικών, αλλά σε αυτές των αγίων αποστόλων και θεολόγων, τους οποίους ανέφερα προηγουμένως… Δεν βασίζομαι στην αίρεση των Βάλδιων, αλλά στην αλήθεια του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ούτε ακολουθώ την σέκτα των Αρμενίων, αλλά την σέκτα των αγίων αποστόλων, που δεν περηφανεύθηκαν για την εξουσία που τους χορήγησε ο Κύριος, όπως αυτοί οι οκτώ καθηγητές, ούτε τόλμησαν να ισχυρισθούν ότι πίστευαν κάτι που δεν είχε διδάξει ο Κύριος Ιησούς Χριστός μέσω αυτών. Έτσι ο Παύλος, το δοχείο της χάριτος παρέδωσε στους πιστούς το μεγαλύτερο μέρος του νόμου Του, λέγοντας στην προς Ρωμαίους 15 : “οὐ γὰρ τολμήσω λαλεῖν τι ὧν οὐ κατειργάσατο Χριστὸς δι᾿ ἐμοῦ εἰς ὑπακοὴν ἐθνῶν λόγῳ καὶ ἔργῳ” (Ρωμ. 15,18)

Για την προσπάθεια των καθηγητών να στηρίξουν την παπική βούλα σε βιβλικά χωρία, ο Hus σχολιάζει. Υποσχέθηκαν “ότι μπορούσαν να δώσουν από την Αγία Γραφή ξεκάθαρα και αποτελεσματικά επιχειρήματα, ότι η παπική βούλα κρύβει σε κάθε λέξη ξεκάθαρη και φανερή αλήθεια και λογική”. Δεν μπόρεσαν. Αντ' αυτού, κάλεσαν το βασιλικό συμβούλιο ν’ απαγορεύσει κάθε κριτική που ασκείται στην βούλα. Να διακηρύξει, ότι πρέπει να γίνει δεκτή χωρίς προϋποθέσεις και σύμφωνα με το Decretum, dist. 94123.

Ξεκινώντας με τα βιβλικά χωρία, τα οποία επικαλούνται οι καθηγητές προς στήριξη της παπικής βούλας, συναντάμε το Α' Κορ. 4,15: “ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα”. Μέσω αυτού οι καθηγητές θεωρούν ότι ο πάπας, προσφέροντας τα συγχωρητήρια στους πιστούς με αποστολική αυθεντία, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να γεννά υιούς στον Χριστό124.

Σε αυτό ο Hus απαντά ότι το επιχείρημα του Στανισλάβου περιέχει λογικό σφάλμα, διότι εφαρμόζει ασυνέπεια στην υπόθεση (conditionalis prima conditionali incogrue applicatur- ο Στανισλάβος προσπαθεί να εφαρμόσει argumentum ad consequentiam και ο Hus τον ελέγχει για άρνηση της συνέπειας). Επικαλούμενος το Α Πέτρου 1,3: “Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ κατὰ τὸ πολὺ αὐτοῦ ἔλεος ἀναγεννήσας ἡμᾶς εἰς ἐλπίδα ζῶσαν δι' ἀναστάσεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐκ νεκρῶν”, θυμίζει στους καθηγητές ότι είναι ο ίδιος ο Χριστός αυτός που αναγεννά του πιστούς125. Επίσης, και ο Παύλος στο επιχείρημα των καθηγητών αποδίδει την γέννηση στον Χριστό λέγοντας: “ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου”126.

Συνεχίζει ότι το επιχείρημα του Στανισλάβου σφάλει στο θέμα (materia) και την δομή (forma). Στην θέμα, διότι η αρχική υπόθεση ταυτίζει τα συγχωρητήρια του πάπα με την άφεση των αμαρτωλών και την πνευματική αναγέννηση εν Χριστώ δια του Ευαγγελίου. Η πλάνη βρίσκεται στο ότι δεν είναι το ίδιο. Συνοψίζει ο Hus το επιχείρημά του:

Το επιχείρημα σφάλει ως προς το θέμα και τη μορφή. Ως προς το θέμα, διότι λαμβάνει ως αρχική υπόθεση, ότι τα συγχωρητήρια και η άφεση όλων των αμαρτωλών είναι είτε ίσης είτε μεγαλύτερης αξίας, όπως του Αποστόλου, που είναι το ίδιο με το να γεννάει τον υιό του διαβόλου σε υιό του Θεού εν Χριστώ δια του Ευαγγελίου, κάτι που είναι μεγάλης ισχύος και μεγαλύτερης. Μόνο που είναι λάθος. Ο απόστολος μπορεί το πρώτο, αλλά δεν μπορεί το δεύτερο. Δηλαδή μπορεί να γεννά υιούς εν Χριστώ διά του Ευαγγελίου, αλλά δεν μπορεί να χορηγεί συγχωρητήρια και άφεση σε όλους τους αμαρτωλούς: διότι , όπως λέει και το συμπέρασμα στο προηγούμενο κεφάλαιο: δεν μπορεί ο απλός άνθρωπος να δίνει συγχώρεση στους δαίμονες και στους αναθεματισμένους, όπως και στους καταδικασμένους. Αναγνωρίζεται ωστόσο, ότι όπως ο Απόστολος γέννησε πνευματικά υιούς εν Χριστώ διά του Ευαγγελίου, σε αυτούς τους ίδιους παρείχε δια της χειροτονίας την άφεση των αμαρτωλών μυστηριακά. Συνάγεται ότι δεν είναι ούτε μικρότερης, ούτε ίσης, ούτε μεγαλύτερης αξίας, για τον Απόστολο ή τον πάπα να γεννήσει τον υιό του διαβόλου σε υιό του Θεού, και να δίνει συγχωρητήρια και άφεση όλων των αμαρτιών. Συνάγεται, επειδή είναι πρώτα και δεν είναι δεύτερα, ότι δεν είναι δυνατόν να ταυτίζουμε Απόστολο ή πάπα.127

Ως προς την δομή (λογική μορφή) σφάλλει το επιχείρημα διότι, από αρνητική υπόθεση εισάγεται ασύμμετρα κατάφαση (quia ex conditionali negativa infertur irregulariter affirmativa)128. Ελέγχοντας ο Hus το επιχείρημα, δέχεται ως αληθές το προκείμενο και εξ' αυτού συνάγεται συμπέρασμα ενάντιο στον λόγο του Θεού ο οποίος είναι αψευδής. Συνεπώς, ψευδές είναι το συμπέρασμα, άρα το επιχείρημα μη έγκυρο.

Εκ των οποίων συνάγεται για ποιο λόγο το επιχείρημα σφάλλει ως προς την μορφή: διότι από αρνητική υπόθεση εισάγεται ασύμμετρα κατάφαση, και με αυτό τον τρόπο επιχειρηματολογούν. Εάν, λοιπόν, είναι ελλάσον, το να γεννά τους υιούς του διαβόλου σε υιούς του Θεού εν Χριστώ δια του Ευαγγελίου, από το να παρέχει συγχωρητήρια και άφεση αμαρτιών σε όλους τους αμαρτωλούς, τους καταραμένους και τους καταδικασμένους εις τον αιώνα, και ο Απόστολος έκανε το πρώτο, άρα ο πάπας μπορεί να κάνει το δεύτερο. Η ηγουμένη (σ.τ.μ. η προκείμενη πρόταση στην λογική επιχειρηματολογία), λοιπόν, είναι αληθινή, οπότε το συμπέρασμα είναι ενάντιο στον λόγο του Θεού, ότι στην κόλαση δεν υπάρχει σωτηρία, το οποίο λέγεται στο αδιάψευστο Μαρκ. 3,29 ὃς δ᾿ ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ᾿ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως. Και από αυτό προκύπτει η ακυρότητα του επιχειρήματος129”.

Στον ισχυρισμό των καθηγητών, ότι το δόγμα σχετικά με τα συγχωρητήρια είναι πίστη των Χριστιανών εδώ και αιώνες, ο Hus απαντά ότι πίστη των Χριστιανών εδώ και αιώνες είναι η δωρεάν άφεση των αμαρτιών στον μετανοημένο. Η άφεση είναι τριπλή: η αυθεντική (αξιωματικώς), η ημι-αυθεντική (υπαξιωματικώς), και η μυστηριακή (υπηρετικώς). Κατά τον Hus πάντα, η πρώτη ανήκει στον Θεό, την δεύτερη εφάρμοσε ο Χριστός με την ανθρώπινη φύση του, επειδή είχε διπλή φύση, και μόνο την τρίτη μπορούν να χορηγούν οι ιερείς130. Γράφει:

Αυτή είναι η πίστη μου για την άφεση των αμαρτιών, όχι αβέβαιη αλλά σίγουρη: ότι πλήρης απαλλαγή από την τιμωρία και την ενοχή κατέχει κάθε άγιος, ο οποίος ήταν αμαρτωλός, αλλά μετά θάνατον έχει εισέλθει στην χαρά του ουρανού. Θα γίνει χαρά όλων των μελών της του Χριστού Εκκλησίας, οι οποίοι έζησαν στην αμαρτία, όταν μετά την γενική ανάσταση ο νυμφίος Χριστός την παρουσιάσει ένδοξη, χωρίς καμία κηλίδα ή κάτι παρόμοιο”.

Σύμφωνα με αυτά, ούτε ο πάπας ούτε κανείς άλλος έχει την εξουσία να χορηγεί άφεση όλων των αμαρτιών. Μόνο ο Χριστός “αίρει τις αμαρτίες του κόσμου”. Κανένας ιερέας δεν μπορεί να επαίρεται ότι μπορεί να το κάνει, διότι είναι απλός λειτουργός των Μυστηρίων, δεν είναι ο δημιουργός τους. Ο πάπας, ως απλός άνθρωπος δεν μπορεί να χορηγεί συγχωρητήρια όλων των αμαρτιών, πολύ δε περισσότερο στους καταδικασμένους, στους δαίμονες, στους αμετανόητους. Αυτό μπορεί να το κάνει, όπως και κάθε άλλος ιερέας, μόνο στους μετανοούντες.

Επί του βιβλικού χωρίου, ο Hus ερμηνεύει λέγοντας, ότι ο απόστολος Παύλος αναγέννησε μεν πνευματικώς του πιστούς, αλλά αυτό δεν το έπραξε αφ' εαυτού, με την δική του δύναμη, αλλά με την δύναμη του Θεού. Ο απόστολος ήταν όργανο της χάριτος του Θεού. Ο ίδιος ο Παύλος ομολογεί ότι μόνο ο Θεός μπορεί να υιοθετεί τους ανθρώπους ως υιούς του, μέσω του προορισμού, “καθὼς καὶ ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῷ πρὸ καταβολῆς κόσμου εἶναι ἡμᾶς ἁγίους καὶ ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπῃ, προορίσας ἡμᾶς εἰς υἱοθεσίαν διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτόν, κατὰ τὴν εὐδοκίαν τοῦ θελήματος αὐτοῦ” (Εφ. 1,4-5). Επίσης, ο Παύλος δεν μπορούσε να χορηγεί άφεση των αμαρτιών με την δική του δύναμη, παρά μόνο μυστηριακά. Επιπλέον πολλοί πάπες δεν έχουν την ικανότητα να οδηγήσουν ανθρώπους στην υιοθεσία του Θεού μέσω του Ευαγγελίου.

Στον ισχυρισμό των καθηγητών ότι, εφόσον ο Χριστός συγχωρούσε αμαρτίες, και ο πάπας ως βικάριος μπορεί επίσης να συγχωρεί αμαρτίες, ο Hus απαντά με ένα παράδειγμα. Ο Χριστός έδωσε επίσης στους αποστόλους την δύναμη να θεραπεύουν τους αρρώστους και να ανασταίνουν νεκρούς. Οι σημερινοί επίσκοποι, αν και διάδοχοι των αποστόλων, όχι μόνο δεν έχουν παρόμοια δύναμη, αλλά και αν την είχαν, θα την χρησιμοποιούσαν για να κερδίζουν χρήματα. Ο Θεός τους δίνει την δύναμη, για να ωφελούν την Εκκλησία, όχι τον εαυτό τους. Οι σημερινοί επίσκοποι καταχρώνται αυτήν την δύναμη, συνεπώς την έλαβαν μάταια.

Οι απόστολοι χρησιμοποιούσαν την δύναμή τους, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο. Οι πάπες, οι καρδινάλιοι και οι επίσκοποι δεν μπαίνουν καν στον κόπο να περιδιαβούν τον κόσμο και να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε κάθε πλάσμα. Απεχθάνονται την ταπείνωση και την εργασία. Τούς λείπει η [ποιμαντική] γνώση για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, πολύ δεν περισσότερο το μυστήριου του δεσμείν και λύειν. Δεν δίνουν άφεση αμαρτιών με το βάπτισμα, το κήρυγμα και την προσευχή, αλλά δεσμεύουν τους πιστούς για τα χρήματα. Κηρύσσουν αιρετικό οποιονδήποτε τους υπενθυμίζει το “δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε”.

Ο σύγχρονος πάπας είναι σκιά του αλλοτινού παναγιώτατου πατέρα. Καβαλάει περήφανο άτι, φορώντας αυτοκρατορικές ρόμπες, εστεμμένος χρυσή τιάρα. Αν και σκιά θεωρεί εαυτόν μεγαλύτερο του αποστόλου Πέτρου και λατρεύεται υπό των ανθρώπων, αντί γονατιστός να θεραπεύει αυτούς από τις ασθένειες. Ο Χριστός απαγόρευσε στους μαθητές Του να Τον λατρεύουν, και αυτοί με τις σειρά τους τους πιστούς. Ο πάπας, αντίθετα, το απαιτεί.

Ο Hus κατηγορεί τον Στανισλάβο ως υποκινητή της άθλιας λατρείας του πάπα. Σύμφωνα με τον Στανισλάβο, ο πάπας είναι η κεφαλή της στρατευομένης Εκκλησίας, η καρδιά της, η αστείρευτη πηγή της, και το πιο ασφαλές καταφύγιο capitaliter, fontaliter et alvealiter. Σε αυτό ο Hus επικαλείται ως απάντηση το ρητό του αποστόλου Παύλου “ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός” (Α' Κορ. 3,7). Και τι να πει κανείς για έναν πάπα, ο οποίος ούτε φυτεύει, ούτε ποτίζει. Το μόνο που κάνει είναι να κουνά τα χείλη του για να υπαγορεύσει στον γραμματέα την λέξη γένοιτο”(fiat), διατάσσοντας την βούλα των συγχωρητηρίων131.

Επόμενο βιβλικό απόσπασμα που φέρουν ως αποδεικτικό οι καθηγητές είναι το Β' Κορ. 2,10-11: “ᾧ δέ τι χαρίζεσθε, καὶ ἐγώ· καὶ γὰρ ἐγὼ εἴ τι κεχάρισμαι ᾧ κεχάρισμαι, δι᾿ ὑμᾶς ἐν προσώπῳ Χριστοῦ, 11 ἵνα μὴ πλεονεκτηθῶμεν ὑπὸ τοῦ σατανᾶ”. Ισχυρίζονται ότι εφόσον ο Παύλος μπορούσε να το κάνει, το ίδιο μπορούν να το κάνουν και οι επίσκοποι τοπικά στις επαρχίες τους, ενώ ο πάπας μπορεί να το κάνει οικουμενικά και απόλυτα132.

Ο Hus απαντά θυμίζοντας και πάλι τον διαχωρισμό μεταξύ αυθεντικής, ημι-αυθεντικής και μυστηριακής συγχώρεσης. Ρωτά, αν ο πάπας σταυρώθηκε για εμάς όπως ο Χριστός, αν αποκεφαλίστηκε για εμάς όπως ο Παύλος, αν σταυρώθηκε για εμάς όπως ο Πέτρος. Ρωτά, αν μαρτύρησε για την ομολογία του νόμου του υπέρτατου ποντίφικα, που είναι ο Χριστός. Επίσης, θυμίζει την απαγόρευση από αφρικανική σύνοδο στην χρήση του όρου “υπέρτατου ποντίφικας”, όπως και την αντίδραση του πάπα Γρηγορίου του Μέγα στην ίδια προσφώνηση133. Παραδέχεται, ότι ο πάπας μπορεί συγχωρεί αμαρτίες και να προσεύχεται για τους εχθρούς του, όπως ο Παύλος, αλλά δεν μπορεί να πουλά συγχωρητήρια όλων των αμαρτιών για χρήματα134.

Στην συνέχεια ο Pàleč παραθέτει στην Tractatus Gloriossus τα εξής χωρία:

Ιωαν. 20,22-23: “καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται”.

Ματθ. 16,19: “καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς”.

Ματθ. 18,18: “᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ”.

Επ’ αυτών ισχυρίζεται ότι οι φράσεις είναι χωρίς νόημα, “αν δεν ήταν στο χέρι του πάπα, η αυθεντία και η πλήρης εκκλησιαστική εξουσία να κρίνει δίκαια, να αθωώνει και να τιμωρεί τις υπερβολές και τις αμέλειες, τις αμαρτίες και τα εγκλήματα, τις προσβολές και τα παραπτώματα, εναντίον της βασιλείας του ουρανού˙ και από την άλλη, φιλεύσπλαχνα και ευγενικά να συγχωρεί και να μετριάζει τις προσβολές, τα παραπτώματα και μέσω τιμωρίας επί της γης, με το να χορηγεί συγχωρητήρια και άφεση αμαρτιών”. Στα κοσμικά βασίλεια η βασιλικοί βικάριοι έχουν αυτή την εξουσία, που τους δόθηκε από τους βασιλείς και ηγεμόνες τους. Πως αλλιώς θα μπορούσε να ισχύσει η αλήθεια των παραπάνω χωρίων, εάν ο πάπας δεν είχε την αυτή αυθεντία; Τι είδους κριτής θα ήταν τότε135;

Ο Hus ξεκινά την απάντησή του με τον ήδη αναφερθέντα ισχυρισμό, ότι ο πάπας δεν μπορεί να συγχωρήσει κανέναν, αν δεν τον συγχωρήσει πρώτα ο Θεός. Όσο για τα κλειδιά, ο Πέτρος έλαβε δύο, δηλαδή, το κλειδί της διορατικότητας και το κλειδί της αυθεντίας. Ο πάπας, όπως και κάθε άλλος ιερέας, θα πρέπει να κατέχει και τα δύο, για να μπορεί να διακρίνει την παράβαση του μετανοούντα και να εφαρμόζει την κατάλληλη απολύτρωση. Αν, όπως, ο πάπας ή κάποιος άλλος επίσκοπος ή ιερέας δεν γνωρίζει τον δεκάλογο των άρθρων της πίστεως, τότε του λείπει το κλειδί της διάκρισης136.

Για να ενισχύσει το επιχείρημά του, παραθέτει από τις Προτάσεις του Πέτρου του Λομβαρδού137, όπου λέγεται ότι πολλοί είναι αυτοί που δεν έχουν το κλειδί της γνώσεως, οπότε δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το κλειδί της αυθεντίας. Ο Πέτρος δεν χρησιμοποίησε το κλειδί της άφεσης των αμαρτιών για να βγάλει χρήματα, αλλά είπε στον Σίμωνα “τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν (Πραξ. 8,20). Καταλήγει, ότι όλοι οι βικάριοι του Πέτρου θα έπρεπε να πράττουν το ίδιο138.

Για να μην θεωρηθούν τα παραπάνω, ως αμφισβήτηση του ρόλου του πάπα στην εκκλησία εκ μέρους του Hus, αυτός επαναλαμβάνει ότι ο διάδοχος του Πέτρου έχει την εκκλησιαστική αρμοδιότητα να κρίνει δίκαια, να αναζητεί και να τιμωρεί τα παραπτώματα και να λειτουργεί κατά πως ορίζει ο Pàleč στην διατριβή του. Τότε, ποια είναι η διαφωνία του; Αρχικά στο πρόσωπο που κάθεται στην Αγία Έδρα, αλλά αυτό δεν το αναφέρει. Εδώ δίνει μια νέα ερμηνεία στο Α' Κορ. 2,15: ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται.

Με βάση την δική του ερμηνεία οι λαϊκοί έχουν την υποχρέωση να κρίνουν τις πράξεις των ιεραρχών, των επισκόπων και του πάπα και να αποφαίνονται αν αυτές είναι ορθές, όπως και ο απόστολος Παύλος έκρινε τον Πέτρο στην Αντιόχεια. Κατά την αυτή ερμηνεία, και οι ιεράρχες έχουν καθήκον να πράττουν το ίδιο, αρκεί και οι δύο λαϊκοί και ιερατείο να είναι “πνευματικοί”139. Για τον πάπα ισχύει το ότι μπορεί να κρίνει και τα κοσμικά πράγματα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι σφετερίζεται κοσμική εξουσία. Μπορεί να αφορίζει πρίγκιπες και βασιλείς, αλλά δεν μπορεί να ανακατεύεται στο πολιτικά τους καθήκοντα και δικαιώματα, αν τα ασκούν με δικαιοσύνη. Γράφει:

Και αν πουν οι ιερείς στους λαϊκούς: Τι σας ενδιαφέρει εσάς, να παρακολουθείτε την ζωή ή τα έργα μας; μπορούν οι λαϊκοί πολύ λογικά να πουν: διότι κι εσάς σας ενδιαφέρει να εισπράττετε δεκάτες και ελεημοσύνες, τόσες, όσες δεν εισπράττουν οι κοσμικοί άρχοντες ως φόρους από τους υπηκόους τους, ούτε για χάρη της διακυβέρνησης ή της υπεράσπισης από τον εχθρό140”.

Ο Hus δεν αμφισβητεί ούτε τον θεσμό του πάπα, ούτε τον θεσμικό του ρόλο. Αμφισβητεί την καταχρηστική άσκηση της εξουσίας εκ μέρους του, όπως και εκ μέρους κάθε ιεράρχη ή ιερέα, ο οποίος είναι ένοχος σιμωνίας. Αποδίδει ελεγκτικό ρόλο στον απλό πιστό.

Στη συνέχεια, οι καθηγητές ισχυρίζονται ότι ο πάπας έχει την εξουσία να ζητά την συνδρομή των πιστών για την υπεράσπιση της εκκλησίας, της Αγίας Έδρας, της πόλης της Ρώμης και των πατριμονίων. Επίσης, έχει την εξουσία να επιβάλει σωματικές ποινές, ακόμη και να εκτελεί τους αδιόρθωτους. Φέρνουν ως παράδειγμα τον Μωυσή, οποίος διέταξε τους υιούς Ισραήλ ἀποκτείνατε ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν πλησίον αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸ ἔγγιστα αὐτοῦ" (Εξ. 32,27) εναντίον όσων προσκύνησαν το χρυσό είδωλο. Εκθέτοντας και άλλα παρόμοια εδάφια από την Παλαιά Διαθήκη, οι καθηγητές καταλήγουν ότι ο πάπας, όχι μόνο μπορεί να καλεί τους πιστούς να πολεμήσουν τους εχθρούς του, αλλά και να απαιτεί οικονομική ενίσχυση για μια τέτοια εκστρατεία. Άρα, κανείς δεν έχει δικαίωμα να διαμαρτύρεται για την βούλα κήρυξης της σταυροφορίας141.

Αρχικά, στην απάντησή του ο Hus ξεκαθαρίζει κάποιες διακρίσεις:

Άλλο είναι να πολεμά κάποιος, άλλο να καλεί σε πόλεμο· άλλο είναι να πολεμούν οι κληρικοί, άλλο οι λαϊκοί· άλλο είναι για τον λευίτη και τον ιερέα της Παλαιάς Διαθήκης να πολεμά και να σκοτώνει ανθρώπους, άλλο στην Καινή· άλλο να πολεμά με απ’ ευθείας εντολή από τον Θεό, άλλο για την σκοπιμότητα κάποιου και με την δική του εξουσία142”.

Στην συνέχεια καθορίζει ότι ο “δίκαιος πόλεμος” εξαρτάται από τρεις συνθήκες· δίκαιη διεκδίκηση, νόμιμη εξουσιοδότηση, δίκαιη πρόθεση. Πρέπει να γίνεται για την επιβολή του νόμου του Θεού, όχι για κοσμικές κτήσεις, φιλοδοξίες, ματαιοδοξίες ή εκδικητικότητα. Κανείς δεν πρέπει να θέτει τον εαυτό του σε θανάσιμο κίνδυνο, παρά μόνο για την θεία δικαιοσύνη. Όσον αφορά την νόμιμη εξουσιοδότηση, αυτή δίδεται σε περιπτώσεις ανάγκης ή επιβολής της ειρήνης. Αναφορικά με την τρίτη συνθήκη, ο πόλεμος δικαιολογείται ως υπεράσπιση της θείας τάξης και να μη προέρχεται από την αγάπη για κυριαρχία και δήωση ή άλλη εγκληματική πράξη143.

Κατόπιν τούτων, είναι διαφορετικό να λέει κάποιος, όπως οι καθηγητές, ότι ο πάπας έχει την εξουσία να καλεί τους πιστούς να πολεμήσουν γι’ αυτόν και να ζητά οικονομική ενίσχυση, και διαφορετικό το να ασκεί την εξουσία του νόμιμα. Κατά τον Hus, ο πάπας διέπραξε τρία λάθη, εκδίδοντας την βούλα της σταυροφορίας: πρώτον, καταλόγισε αίρεση σε ανθρώπους καταδικάζοντάς τους στην πυρά· εκδίδοντας την ετυμηγορία εναντίον του Λαδισλάβου και των συνεργατών του, κηρύσσοντας αυτούς αφορισμένους, ψεύδορκους, σχισματικούς. Βλάσφημους, πεπτωκότες αιρετικούς, συνεργούς αιρετικών, εχθρούς της εκκλησίας, ενόχους προδοσίας, που θα έπρεπε να τιμωρηθούν· ανακηρύσσοντας τους εχθρούς της εκκλησίας, οι οποίοι στην πραγματικότητα εμποδίζουν την δικιά του απληστία και αρχομανία144.

Ο Hus αρνείται ότι ο πάπας έχει την ικανότητα να κρίνει σχετικά με την πρώτη συνθήκη, διότι η κήρυξη πολέμου εκ μέρους του δείχνει έλλειψη αγάπης, οπότε αμαρτάνει. Δεν έχει εξουσία εκ Θεού, για να κηρύξει τέτοιου είδους πόλεμο. Αλλά, ούτε και την σωστή πρόθεση έχει, διότι διατάζει όλους τους εκκλησιαστικούς ν' αποκηρύξουν τον Λαδισλάβο. Επιπροσθέτως, διατάζει όλους τους ανθρώπους της εκκλησίας και τους πιστούς να εξολοθρεύσουν τους εχθρούς του. Δεν ακολουθούν το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος υπέφερε την αδικία και την σταύρωση. Ούτε οι απόστολοι πολεμούσαν145.

Ο Hus παραπέμπει στον Βερνάρδο και στα δικά του λόγια146, ότι είναι παράνομο για έναν ιερέα να πολεμάει, και ειδικά για τον πάπα. Δεν μπορεί να συγχωρεί ανθρώπους για να εμπλακούν στην δολοφονία άλλων Χριστιανών, ακόμα κι αν αυτοί είναι εχθροί του. Ο Χριστός είπε στην παραβολή του δείπνου, “ανάγκασον εισελθείν” (Λουκ. 14,23), αλλά αυτό το “ανάγκασον” δεν σημαίνει να τους εξολοθρεύσει147.

Στην συνέχεια συνοψίζει λέγοντας, ότι ούτε ένα εδάφιο της Αγίας Γραφής ή του κανονικού δικαίου δεν δίνει το δικαίωμα στον πάπα, να κηρύσσει σταυροφορία, δηλαδή πόλεμο εναντίον Χριστιανών, να εγκρίνει την εξολόθρευση αυτών και μάλιστα να δίνει άφεση προκαταβολικά σε όσους δολοφονούν Χριστιανούς. Οι επίσκοποι θα πρέπει να υπερασπίζονται την εκκλησία, αλλά με όπλα πνευματικά, όχι υλικά, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του (6,13-18)148.

Σχετικά με το επιχείρημα των καθηγητών, ότι ο πάπας έχει δικαίωμα να ζητά την οικονομική ενίσχυση των πιστών, για να κάνει πόλεμο, συγχωρώντας ως αντάλλαγμα τις αμαρτίες τους, ο Hus το θεωρεί εντελώς λάθος. Η μετάνοια δεν μπορεί να είναι εμβόλιμη στον αμαρτωλών από την μεριά του ιερέα. Μόνο ο Θεός μπορεί να δώσει μετάνοια στον άνθρωπο και είναι αυτός που πραγματικά τον συγχωρεί. Η πώληση συγχωρητηρίων ως μέσα μετανοίας είναι υποκρισία, με μόνο στόχο την απόκτηση χρημάτων149.

Με την παρουσίαση του έργου αυτού του Hus κλείνει η μελέτη του θέματος των συγχωρητήριων. Η αντίδραση του τον οδήγησε στην εξορία, όπως είδαμε στην βιογραφία του. Να πούμε ότι τον ίδιο μήνα που έφυγε ο Hus από την Πράγα, έφθασαν τα νέα στην πόλη. Ο πάπας είχε έρθει σε συμβιβασμό με τον Λαδισλάβο ήδη εδώ και τέσσερις μήνες.

8.16.8 ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ – Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΤΟΥ JAN HUS ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΘΗΡΟ

Όταν ο Μαρτίνος Λούθηρος κάρφωσε τις 95 Θέσεις παρέλαβε την σκυτάλη του αγώνα κατά των συγχωρητήριων και της παπικής αυθαιρεσίας από τον Jan Hus. Στην συνέντευξη του πρώτου με τον καρδινάλιο Cajetan το 1518 μ.Χ. φάνηκε ότι η κριτική του Λούθηρου στα συγχωρητήρια οφειλόταν στην άρνησή του να αποδεχθεί μία πρακτική, η οποία δεν στηρίζονταν στην Αγία Γραφή ή την πατερική παράδοση. Ωστόσο, η κριτική του αυτή την εποχή ήταν περιορισμένη150.

Η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε κατά τον διάλογο του Λούθηρου με τον Johannes Eck στην Λειψία. Η δυο τους είχαν ήδη ξεκινήσει το 1518 μ.Χ. αλληλογραφία πάνω στο θέμα των συγχωρητήριων, η αλληλογραφία αυτή, όμως, παρέμενε ιδιωτική, μέχρι που ο συνεργάτης του Λούθηρου, Andreas Bodenstein von Karlstadt, υπερασπίστηκε 380 θέσεις αυτού με έντυπο φυλλάδιο που κυκλοφόρησε δημόσια. Στην συνέχεια συμφωνήθηκε η δημόσια αντιπαράθεση να λάβει χώρα στην Λειψία151. Οι δυο τους συναντήθηκαν γι’ αυτό τον σκοπό στις 4 Ιουλίου του 1519 μ.Χ.

Το αρχικό σημείο των ισχυρισμών του Eck ήταν, ότι ο θεσμός του πάπα αντιπροσώπευε “την μία και υπέρτατη μοναρχία, η οποία τέθηκε στην Εκκλησία του Θεού με τον θείο νόμο του Χριστού” από την εποχή του αποστόλου Πέτρου152. Ο Λούθηρος αρνήθηκε αυτό τον ισχυρισμό προτείνοντας, ότι στην Ρώμη δεν αναγνωριζόταν πρωτείο την αποστολική εποχή, ούτε ο Πέτρος είχε αναγνωριστεί ως πρώτος μεταξύ των αποστόλων από τον ίδιο τον Κύριο.

Σε απάντηση ο Eck κατηγόρησε τον Λούθηρο, ότι ακολουθεί την αίρεση του John Wyclif και του Jan Hus, οι οποίοι, επίσης, υποστήριζαν ότι ο Πέτρος δεν ήταν η κεφαλή της οικουμενικής εκκλησίας, ότι η παπική υπεροχή ήταν αποτέλεσμα πολιτικής ανάμειξης στα εκκλησιαστικά ζητήματα (σ.σ. εννοεί την Κωνσταντίνεια Δωρεά), και κατά συνέπεια δεν ήταν σωτηριολογικό ζήτημα η παπική υπεροχή153.

Αυτή η κατηγορία έπιασε τον Λούθηρο απροετοίμαστο. Αρχικά αποστασιοποιήθηκε από τους Wyclif και Hus, λέγοντας ότι δεν έχει σχέση με Βοημούς, αλλά αμέσως το ξανασκέφτηκε και ανακάλεσε την προηγούμενη δήλωσή του154. Κατά την διάρκεια του διαλείμματος της συζήτησης διάβασε τα πρακτικά της συνόδου της Κωνσταντίας, με αποτέλεσμα να συμπεράνει ότι “μεταξύ των άρθρων του Jan Hus και των Βοημών, πολλά είναι ξεκάθαρα χριστιανικά και ευαγγελικά155”.

Βρήκε ότι τα άρθρα αυτά είχαν μακρά γενεαλογία στην καθολική παράδοση κι έτσι επιβεβαίωσε την ορθότητα των απόψεων του Hus, θεωρώντας ότι αυτές βασιζόταν στα έργα του αγίου Αυγουστίνου και του Πέτρου Λομβαρδού156. Ο Eck με την σειρά του συμπέρανε ότι ο Λούθηρος ακολουθούσε την αίρεση των Βοημών157. Από το σημείο αυτό της γνωριμίας του με τον Hus, ο Λούθηρος ξεκίνησε να δίνει έμφαση στην μελέτη της Αγίας Γραφής και κατέληξε στην θεωρία της Sola Scriptura158.

Στη συνέχεια ο Λούθηρος έλαβε από την Βοημία ένα πακέτο με δύο επιστολές του Hus και ένα βιβλίο του, όπως αναφέρει σε επιστολή προς τον φίλο του Johannes Staupitz159. Τις επιστολές έστειλε στον Λούθηρο ο πάστορας της ενορίας του Týn της Πράγας, Jan Poduška, και τις μετέφερε ο βικάριός του, Václav Roždalovský. Μαζί έφερε και ένα αντίγραφο του De Ecclesia του Hus. Οι Ουσσίτες έμαθαν για τα όσα είπε ο Λούθηρος από τον Ιάκωβο, έναν Βοημό οργανοπαίχτη, ο οποίος παρίστατο στην συζήτηση της Λειψίας και στη συνέχεια συνομίλησε με τον Λούθηρο160.

Τα δώρα συνοδευόταν από μία επιστολή του Jan Poduška. Σε αυτήν ο συντάκτης εξήρε τις προσπάθειες του Λούθηρου. Τον αποκαλεί “ευγενή κυνηγό ψευδο-αποστόλων, που προσπαθεί να φέρει στο προσκήνιο τον λόγο του Θεού και τον διαβεβαίωσε, ότι ο λαός της Βοημίας “σέ στηρίζει με τις προσευχές του μέρα και νύχτα”. Ελπίζει “αυτό που ήταν ο Hus για τη Βοημία, εσύ, ώ Μαρτίνε, να γίνεις για την Σαξονία161”.

Επίσης, τον παροτρύνει να διαβάσει προσεκτικά το βιβλίο που του έστειλε, “ώστε να μπορέσεις να εξετάσεις και να κρίνεις, ποιος ήταν αυτός ο άντρας, όχι από τις φήμες των κακών αποφάσεων της συνόδου της Κωνσταντίας, αλλά από την πραγματική εικόνα της ψυχής του, δηλαδή, από τα βιβλία του162”.

Η αντίδραση του Λούθηρου στην γνωριμία του με τον Hus ήταν ενθουσιώδης. Σε επιστολή του προς τον Γεώργιο Spalatin , γραμμένη τον Φεβρουάριο του 1520, λέει το περίφημο “χωρίς να το ξέρουμε, είμαστε όλοι Ουσσίτες”. Με αυτή την δήλωση ο Λούθηρος ταυτίζεται με τον Hus, δηλαδή, αναγνωρίζει και ομολογεί την ταυτότητα της θεολογίας του με τον Βοημό γνωστικό.

Παράλληλα, την ίδια χρονιά εμφανίζονται δύο εκδόσεις του De Ecclesia με τη χρήση της άρτι εφευρεθείσας τυπογραφίας, στο Hagenau και την Βασιλεία163, με αποτέλεσμα την υιοθέτηση του συμπεράσματος του Λούθηρου και από άλλους οπαδούς της μεταρρύθμισης.

Δύο αποτελέσματα προέκυψαν από την ανάγνωση του έργου αυτού˙ ο Jan Hus έπαψε να είναι εχθρός του γερμανικού λαού και οι μεταρρυθμιστές υιοθέτησαν την αντι-παπική επιχειρηματολογία του, όπως την βρήκαν στο βιβλίο. Τον Ιούνιο του 1520 ο πάπας Λέοντας Ι' καταδίκασε με τη βούλα του Exsurge Domine 41 θέσεις του Λούθηρου, και τον κατηγόρησε ότι ακολουθεί την αίρεση “των Ελλήνων και των Βοημών”164.



Στο σημείο αυτό τελειώνει η εργασία μας για τον Jan Hus. Θα ακολουθήσει ένα Παράρτημα αφιερωμένο στις επαφές των ουσσιτών με την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί θα δοθούν τρεις σπάνιες πηγές, οι οποίες δίνουν τα στοιχεία για τις επαφές αυτές.

___________________________

1 Paul de Vooght, L' Hérésie de Jean Huss,στην σειρά Bibliothèque de la Revue d'histoire ecclésiastique 34, Universitaires de Louvain 1960, p. 481: “ il fut condamné á cause de sa doctrine sur l'Église par un concile qui professait sur le même point une doctrine sans doute pire”.

2 Μερικοί από τους οποίους είναι οι παρακάτω:

- H. Kaminsky, History of the Hussite Revolution, University of California Press 1967, pp.35-36.

- František Bartoš, Apologie de M.Jean Huss contra son apologiste, εν Communio Viatorum 8 (1965), pp. 65-74.

- Jaroslav Kadlec, Johannes Hus in neuem Licht, εν Theologisch- Praktische Quartalschrift 118 (1970), ss. 163-168.

- Roger Mols, Réhabiliationde Jean Hus?, εν Nouvelle Revue Théologique 83 (1961), pp. 960-966. (Η εξιλέωση του Jan Hus ως αίτημα συζητούνταν και σχεδιάζονταν πολύ πριν την κυκλοφορία του έργου του Paul de Vooght).,,

- Franz Machilek, ‘Ergebnisse und Aufgaben moderner Hus-Forschung: Zu einer neuen Biographie des Johannes Hus’, Zeitschrift für Ostforschung, 22, (1973), pp. 302–330,

- Milan Machovec, Bude katolické církev rehabilitovat Jana Hus?, 2nd ed, Prague, Nakladatelství politické literatury, 1965

3 David Schaff, John Hus, New York 1915, pp. 281-282.

4 Amedeo Molnar, Johannes Hus, der Wahrheitsverteidiger ( Ιωάννης Ούσιος, ο υπερασπιστής της αλήθειας), Herausgegeben der Zentralen Schulunsstätte der Cluistlich-Demokratischen Union (1961), p. 27.

“Einen sehr gefährlichen Zündstoff enthielt in den Augen des Konzils Hus' Schrift "über die Kirche". Die Aufmerksamkeit der Richter wurde besonders durch Thesen geweckt, in welchen Hus die wahre Kirche nur dort zu erkennen wagte, wo tatsächliche Nachfolge geübt, wo dem Sinn, dessen Träger Christus ist, Gehorsam geleistet wird, wo eine Lebenshaltung gemäß dem Gesetz Christi die Gemeinschaft mit Gott zur Darstellung bringt. In dieser Sicht verteidigte Hus auch den Artikel, daß, wenn ein König, Papst, Bischof in einer Todsünde ist, er weder König, Papst, noch Bischof sei. Die revolutionäre Tragweite des Satzes ist einleuchtend: Hus tastete die Allmacht der bei den Säulen der mittelalterlichen Gesellschaft, Papst und Kaiser, an. Und die Konzilsväter versäumten es nicht, König Sigismnud aufhorchen zu lassen. Indem Hus weiter behauptete, daß der Papst sich den Verornungen des Evangeliums zu fügen habe (Matth. 18, 15-20), protestIerte er gegen die allgemeine Praxis der Inquisition, Ketzer töten zu lassen”.

Στα μάτια της συνόδου το έργο του Hus De Ecclesia περιείχε ένα πολύ επικίνδυνο δυναμίτη. Την προσοχή των δικαστών τράβηξαν ιδιαιτέρως θέσεις, στις οποίες ο Hus τόλμησε να αναγνωρίσει την αληθινή Εκκλησία μόνο εκεί, όπου υπήρχε η πραγματική διαδοχή, όπου στον σκοπό, του οποίου φορέας είναι ο Χριστός, αποδίδεται υπακοή, όπου ένας τρόπος ζωής σύμφωνος με τον νόμο του Χριστού φέρνει την μαρτυρία της κοινωνίας με τον Θεό. Κατ' αυτή την άποψη ο Hus υπερασπίστηκε το άρθρο, ότι, όταν ένας βασιλιάς, πάπας ή επίσκοπος βρίσκεται σε θανάσιμη αμαρτία, δεν είναι πλέον βασιλιάς, πάπας ή επίσκοπος. Η επαναστατική σημασία της θέσεως είναι φανερή: ο Hus άπτεται της παντοδυναμίας των στυλοβατών της μεσαιωνικής κοινωνίας, του πάπα και του αυτοκράτορα. Και οι πατέρες της συνόδου δεν παρέλειψαν να αφήσουν τον Σιγισμούνδο να ακροασθεί. Ο Hus ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι ο πάπας έπρεπε να υποταχθεί στις προσταγές του Ευαγγελίου (Ματθ. 18,15-20) και διαμαρτυρήθηκε για την γενικευμένη πρακτική της Ιεράς Εξέταση, να εξοντώνει του αιρετικούς”.

5 Paul de Vooght, Hussiana , στην σειρά Bibliothèque de la Revue d'histoire ecclésiastique 35, Universitaires de Louvain 1960, p. 214 & 235.

6 Ernst Werner, Der Kirchenbegriff bei Jan Hus, Jakoubek von Mies, Jan Želivský und den linken Taboriten, Berlin: Akademie-Verlag, 1967. 73 s. Sitzungberichte der deutschen Akademie der Wissenschaften zu Berlin; Kl. 1. Jg. 1967. Nr. 10.

7 Matthew Spinka, John Hus's Concept of the Church, Princeton 1966, p. 74

Του ιδίου, John Hus and the Czech reform, Chicago 1941, p. 59.

8 Matthew Spinka, John Hus's Concept of the Church, Princeton 1966, p. 232.

9 Jan Hus, Super IV Sententiarum IV, distincio V, 1: “Ista est distincio quinta, tractans de baptismo, quantum ad ministros ipsum conferentes, et

1o, continet, quod baptismus verus dater bonis et malis, et a bonis et a malis, et eque sanctus est, et equale munus datur bonis et malis, quia non est munus hominis, sed Dei. Et hinc solum in nomine Dei vel Christi debet baptismus dari, ne servus in servo constituat spem;

2o, quod Christus potestatem baptisandi sibi retinuit et illam servis non dedit, sed ministerium eius concessit;

3o, quod si in heresi quamcunque, vel scismate quisquam in nomine Patris et Filii et Spiritus Sancti baptismum sacramenti acceperit, integrum sacramentum accepit, debet redire in ecclesiam, non ut sacramentum accipiat, sed rem sacramenti;

4o, quod Dominus dedit servis potestatem consanctificandi, quia Dominus dimittit peccata effective principaliter et sanctificat sed minister instrumentaliter”

Václav Flajšhans (ed), Praze 1904, p. 540.

10 Jan Hus, De Decimis: “Et potest jam patere ex dictis, ad quem sensum verum est, quod nullus existens in peccato mortali, est civilis Dominus, Episcopus vel Prelatus, quia non vere, juste, gratuisse, est talis, sed nominetenus, et satis quivove, quia protunc, ut supra dictum est, Deus non approbat tale dominium, dignitatem vel officium”,

εν Historia et Monumenta Ioannis Hus atque Hieronymi Pragensisconfessum Christi, Noribergensem (Νυρεμβέργη): τύποις Ioannis Montani et Ulrici Neuberi 1715, σελ. 166.

11 Jan Hus, De Decimis: “Patet secundo, Dei potentia, ex eo, quod per indignum et immundum ministrum perficit valde dignum et mundum opus, utpura baptismum, absolutionem, consecrationem et verbi Dei praedicationem”,

εν Historia et Monumenta Ioannis Hus atque Hieronymi Pragensisconfessum Christi, Noribergensem (Νυρεμβέργη): τύποις Ioannis Montani et Ulrici Neuberi 1715, σελ. 167.

12 Jan Hus, De Decimis: “Si Episcopus vel Sacerdos existat in peccato mortali, non ordinat, non conficit, non consecrat, nec baptisat”.

13 Στις 8 Ιουνίου εξετάστηκαν αποσπάσματά από το έργο του κατά του Στέφανου Palecz και ένα από προερχόταν από το κεφ.2, όπου έγραφε: “Si papa, episcopus vel praelatus est in peccato mortali, quod tunc non est papa, episcopus vel praelatus” και στην συνέχεια: “Si papa est malus et praesertim praescitus, tunc ut Judas apostolus est diabolus, fur et filius prditionis, et non caput sanctae ecclesiae militantis, cum nec sit membrum ecclesiae militantis”.

Υποστηρίζοντας ότι δεν είναι καν μέλος της στρατευομένης Εκκλησίας, δεν ήταν δύσκολο να συνεχίσει λέγοντας, ότι ο φαύλος και ανήθικος ιερέας δεν είναι αληθινός ιερέας. Για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που δημιούργησαν στην σύνοδο αυτές του οι θέσεις, δικαιολογήθηκε ότι: “ episcopos, praelatos vel sacerdotes malos et praescitos non esse vere, nec digne secundum praesentem justitiam, episcopos, praelatos vel sacerdotes, sed esse indignos ministros sacramentum dei, nisi ipsos non vere nec digne quoad meritum esse tales, sed quoad officium, ...”

Documenta Mag. Joannis Hus} ed. Frantisek PalackY (Prague, 1869), p. 302.

14 Magistri Johannis Hus, Tractatus De Ecclesia Capitulum Nonum (M.14): “Nam illius est homo verus vicarius, cuius vicem gerit, et a quo procuratoriam potestatem legitime accipit. Sed nemo vere et Christo acceptabiliter gerit vicem Christi vel Petri, nisi sequatu eum in moribus, cum nulla alia sequela est pertinens, nec aliter nisi sub illa condicione recipit a deo procuratoriam potestatem. Et ideo ad tale officium vicarium requiritur et morum conformitas et instituentis auctoritas”.

Magistri Johannis Hus, Tractatus De Ecclesia, S. Harrison Thompson (ed), Cambridge 1956, p. 70.

15 Magistri Johannis Hus, Tractatus De Ecclesia, Capitulum Decimumquartum (C,8): “...illius est homo vicarius, cuius vicem gerit et a quo procuratoriam potestatem legitime accipit. Sed nemo vere gerit vicem Christi vel Petri, nisi sequatur eum in moribus, cum nulla alia sequela est pertinencior nec aliter recipit a deo procuratoriam potestatem. Igitur ad illud officium vicarium requiritur et morum conformitas et instituentis auctoritas”

Μέχρι εδώ επαναλαμβάνει τα προηγούμενα. Συνεχίζει παρακάτω:

(D,6) “Unde Christus Petrum, dum fuit sibi in voluntate et verbo contrarius, Matt. XVI,23, post primissionem dacionis clavium, vocavit Sathanam,id est adversantem dicens: Vade post me, Sathana, scandalum mihi est, quia non sapis ea que dei sunt, sed ea que hominum. Si ergo Petrus, primus Christi vicarius ab ipso electus et ecclesie specialiter deputatus, vocatus est a Christo Sathanas, …, cur alius in vita Christo amplius contrarius non diceretur vere Sathanas et per consequens Antichristus vel eius vicarius vel minister precipuus Antichristi?”

Και συμπεραίνει:

(G,1) “Ecce ex hii et exs alibi positis ostenditur, quod non est papa manifestus et verus successor principis apostolorum Petri, si vivit moribus contrariis Petro; et si querit avariciam, tunc est vicarius Jude Scariothis, qui amavit mercedem iniquitatis, vendens dominum Ihesum Christum”.

Magistri Johannis Hus, Tractatus De Ecclesia, S. Harrison Thompson (ed), Cambridge 1956, pp. 112,113, 115.

Στο σημείο αυτό ο Hus επικαλείται 2 αποσπάσματά πατέρων του παπισμού. Το πρώτο είναι από τις Sermones super Cantica του Βερνάρδου του Κλαιρβώ και πιο συγκεκριμένα την ομιλία υπ' αριθμ. LXXVII:

“Egressa est iniquitas a senioribus tuis, domine, qui videntur regere populum tuum. Heu, heu, domine deus, quia isti sunt in persecucione tua primi, qui videntur in ecclesia tua primatum tenere et regere principatum”.

Και παρακάτω:

“Omnes amici et omnes inimici, omnes necesarii et omnes adversarii et omnes domestici et nulli pacifici, omnes proximi sunt et omnes que sua sunt querunt,ministri Christi sunt et serviunt Antichristo”. (PL 183,1155-1159)

Το δεύτερο απόσπασμα προέρχεται από τα υπομνήματα του αγίου Αυγουστίνου στο Κατά Ιωάννην και πιο συγκεκριμένα από το Υπόμνημα L, το οποίο σχολιάζει το Ιωάν. 12,1-11. Λόγω της έκτασης του αποσπάσματος δεν παραθέτουμε το κείμενο.

Οι αντίστοιχες θέσεις υπάρχουν και στο De Ecclesia του Wyclif και πιο συγκεκριμένα παραπέμπουμε στο Iohannis Wyclif Tractatus De Ecclesia, Johann Loserth (ed), London: The Wyclif Society 1886, pp. 47 & 429.

16 Magistri Johannis Hus, Tractatus De Ecclesia, Capitulum Secundum (F,29): “Quindam enim sunt in ecclesia nomine et re, ut predestinati obedientes Christo katholiki, quidam nec re nec nomine ut presciti pagani, quidam nomine tantum ut presciti ypocrite et quidam re, licet videantur nomine esse foris, ut predestinati christiani, quos Antichristi satrape videntur in facie ecclesie condmpnare” S. Harrison Thompson (ed), Cambridge 1956, p.16.

17 Ιωαν. 6.70

18 Ιωάν. 17,12.

19 Super IV Sententiarum I.51.3: “Queritur, utrum predestinacio et eleccio sint penitus idem. Videtur, quod non, quia aliquis est electus et non predestinatus, et per consequens alicui convenit eleccio et non predestinacio; igitur non sunt penitus idem. Antecedens patet de Iuda Scariothis, qui fuit electus et non predestinatus; 1 pars patet per illud Joh. 6, ubi dicit Salvator: Nonne duodecim vos elegi et unus ex vobis dyabolus est? 2 pars patet per illud Joh. 17: Nemo ex eiis periit, nisi filius perdicionis. In oppositum videtur communis usus doctorum et presertim magistri, qui ponit idem esse eleccionem et predestinacionem”, (ed) V. Flajšhans- Komínková, Praze 1904, p. 168.

20 Responsio Magistri Joannis Hus, ad Scripta M. Stephani Paletz, Theologiae Doctoris: “Nam Judas Iscarioth ritè et legitimè est electus à Deo Christo Jesu ad Episcopatum, ut dicit Christus Joan 6 (βλ. Προηγούμενη υποσημείωση), εν Monumenta et Historia Jonnis Hus atque Hieronymi Pragensis, Νυρεμβέργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, Tomus I.323.

21 Super IV Sententiarum I.XLVII.7: “Sed revera Iudas Scarioth voluit esse episcopus, quia Deo placuit, qui eum in episcopum elegit. Quid ergo boni obtinuit? Certe episcopatum perdidit, quia simoniam commisit; animam et corpus dampnacioni subdidit, quia non debite voluntatem suam cum voluntate Domini conformavit”, (ed) V. Flajšhans- Komínková, Praze 1904, p. 188.

22 Magistri Johannis Hus, Tractatus De Ecclesia,S. Harrison Thompson (ed), Cambridge 1956, pp. 15-158 συζητιέται εκτενώς. Μικρό απόσπασμα από σελ 158: “Habito quid sit apostolus, consequenter quid sit apostolicus haberi potest. Nam apostolicus dicitur viam apostoli custodiens. Sicut erg verus christianus dicitur, qui Christum in moribus imitatur, sic verus apostolicus est sacerdos, qui doctrinam apostolorum sequitur, vitam vivens apostoli et doctrinam docens. Unde quilibet papa, de quanto doctrinam apostolorum docet et opere exequitur, de tanto dicitur apostolicus. Sed si doctrinam apostolorum postponit, docens contrarium verbo vel opere, tunc dicitur vere pseudoapostolicus vel apostaticus”.

23 O Hus αφιερώνει στο θέμα το ένατο κεφάλαιο του DeEcclesia για να καταλήξει στο τέλος του κεφαλαίου:

Magistri Johannis Hus, Tractatus De Ecclesia,cap.Nonum: “Si iam dictis virtutum viis incedit vocatus Petri vicarius, credimus, quod sit verus eius vicarius et precipuus pontifex ecclesie quantam regit. Si vero vadit viis contrariis, tunc est Antichristi nuncius, contrarius Petro et domino Ihesu Christo. … Nam illius est homo verus vicarius, cuius vicem gerit, et a quo procuratoriam potestatem legitime accipit. Sed nemo vere et Christo acceptabiliter gerit vicem Christi vel Petri, nisi sequatur eum in moribus, cum nulla alia sequela est pertinens, nec aliter nisi sub illa condicione recipit a deo procurtoriam potestatem. Et ideo ad tale officium vicarium recuiritur et morum conformitas et instituentis auctoritas“ , S. Harrison Thompson (ed), Cambridge 1956, p. 70. Η έμφαση δική μου.

24 Παραθέτοντας από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο (Decretum Dist. 40,12, Friedberg I.147) λέει: Υπάρχουν πολλοί ιερείς, αλλά λίγοι˙ πολλοί κατ' όνομα, αλλά λίγοι στα έργα. Βλέπε, λοιπόν, πως κάθεσαι στην καθέδρα του αξιώματος, διότι δεν κάνει η καθέδρα τον ιερέα, αλλά ο ιερέας την καθέδρα˙ ο τόπος δεν αγιάζει τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος τον τόπο. Δεν είναι όλοι οι ιερείς άγιοι˙ αλλά κάθε άγιος είναι ιερέας. Αυτός που κάθεται σωστά στην καθέδρα, ποιείται τιμή στην καθέδρα˙ αυτός που κάθεται λάθος τής προκαλεί πλήγμα. Συνεπώς, ένας κακός ιερέας λαμβάνει κρίμα από την ιεροσύνη, όχι αξία”

Το λατινικό κείμενο στο De Ecclesia του Hus έχει ως εξής: “Multi sacerdotes, et pauci sacerdotes; multi nomine, et pauci in opere. Videte ergo quomodo super kathedram sedebilis, qui non kathedra facit sacerdotem,id est sacrum, sed sacerdos facit kathedram {sacram dignitatem}. Non locus sanctificat hominem sed homo locum. Non omnis sacerdos sanctus, sed omnis sanctus est sacerdos, {id est offerens Christum et se}. Qui bene sederit super kathedram honorem facit kathedre; qui male sederit iniuriam facit kathedre. Ideoque malus sacerdos, et de sacerdocio suc crimen aquirit, non dignitatem”, S. Harrison Thompson (ed), Cambridge 1956, p. 71. Η έμφαση δική μου. Μέσα στις αγκύλες οι παρεμβάσεις του Hus στο κείμενο του αγίου Χρυσοστόμου από το Decretum.

Οι εμφάσεις αφορούν την αλλοίωση του κειμένου του Decretum, που πρώτος παρατήρησε και έγραψε ο Philip Schaff στο έργο του Hus, On Church, (trans) Philip Schaff, New York 1915, p.89 υποσημείωση 1. Εκεί, λοιπόν, λέει ότι το πρωτότυπο στο Decretum δεν γράφει facit, αλλά accipit, ότι “έλαβε την τιμή της καθέδρας”.

To Decretum Gratiani είναι έργο του διδάσκαλου του κανονικού δικαίου Γρατιανού, ο οποίος έζησε στην Μπολόνια στο πρώτο μισό του ΙΒ' αι. μ. Χ. Αυτός τελείωσε το έργο του Concordia discordatium canonum (Αρμονία διιστάμενων κανόνων) το 1139 μ. Χ., έργο το οποίο αποτέλεσε το πρώτο μέρος του Decretum. Αυτό στην συνέχεια αποτέλεσε τον πρώτο τόμο του Corpus Iuris Canonici, το οποίο με την σειρά του εκδόθηκε από τον Emil Frideberg το 1879. Το απόσπασμα του αγίου Χρυσοστόμου βρίσκεται στη Distinctio XL cap. 12 και έχει ως εξής: “Qui bene sederit super cathedram, honorem accipit cathedrae;”. Decretum Gratiani Magistri, E. Friedberg- Ε. L. Richter, Lipsiae: τύποις Bernhardi Tauchnitz 1879, Col.148.

Για το κείμενο οι παπικοί χρησιμοποιούν ως πηγή τον ψευδο-Χρυσόστομο και το Opus Imperfectum, In Matthaeum Homilia XLIII (PG 56.876).

25 Magistri Johannis Hus, Tractatus De Ecclesia,cap.Decimumquartum: “Ecce ex hii et exs alibi postis ostenditur, quod non est papa manifestus et verus successor principis apostolorum Petri, si vivit moribus contrariis Petro; … Et pari evidencia cardinales non sunt manifest et veri successores colegii aliorum apostolorum Christi, nisi vixerint more apostolorum, servantes mandata et consilia domini nostri Ihesu Christi”. S. Harrison Thompson (ed), Cambridge 1956, p. 115.

26 Responsum M. Joannis Hus ultimum, ad articulos excerptos e libro de Ecclesia:

12. Nemo gerit vicem (officio et merito) Christi vel Petri, nisi sequatur eum in moribus, cum nulla alia sequela sit pertinentior nec aliter (sun alia conditione) recipiat a deo procuratoriam potestatem, quia ad illud officium vicarium (de congruentia) requitur et morum conformitas, et instituentis auctoritas.

13. Papa non est manifestus et verus (officio et merito) successor principis apostolorum Petri, si vivit moribus contrariis Petro. Et si quaerit avaritiam, tunc est vicarius Judae Scarioth secundum mutationem avaritiae.

Et pari evidentia cardinales non sunt manifesti et veri successores colegii aliorum apostolorum Christi, nisi vixerint more apostolorum, servantes mandata et consilia domini Jesu Christi”.

Εν Documenta Mag. Joannis Hus, Vitam, Doctrinam,Causam in Constantiensi Consilio Actam, F. Palacký, Pragae: τύποις Fr. Tempsky 1869. ss. 226-227.

27 Βλ. σχετ. Eva Doležalová, Jan Hrdina, František Šmahel, Zdeněk Uhlíř, The Receptionand Critisism of Indulgences in the Late Medieval Czech Lands, στο συλλογικό R. N. Swanson, Promissory Notes on the Treasury of Merits, Indulgences in Late Medieval Europe, στην σειρά Brill's Companions to the Cristian Tradition vol. 5, Leiden: Koninkijke Brill 2006, p. 120.

28 Πρόκειται για την διατριβή του Wyclif με τίτλο Cruciata, η οποία περιλαμβάνεται στο Johann Wiclifs Lateinische Streitschriften, (ed) Rudolf Budensieg, Leipzig 1883, ss.588-632.

29 Matěje z Janova, Mistra Pařížského Regulae Veteris et Novi testamenti, (ed) V. Kybal, Innsbruck 1913, pp. 390-1.

30 Το κανονικό Ιωβηλαίο ήταν το 1390 μ. Χ.

31 F. J. Worstbrock, Heinrich von Bitterfeld, εν Die deutsche Literatur des Mittelalters. Verfasserlexikon 3, Berlin-New York 1931, ss.699-703.

V. J. Koudelka, Heinrich von Bitterfeld (+1405), Profesor an der Universität Prag, εν Archivum Fratrum Praedicatorum 23 (1953), ss. 5-65.

32 Για την εκκλησιαστική πολιτική του Λαδισλάβου βλ. Alessandro Cutolo, Re Ladislao d' Angiò-Durazzo, Milan 1936, pp. 195 κ.ε.

33 Bulla indulgentiarum Pape Joannis XXIII, pro Subidio contra Ladislaum Regem Apuliae, εν Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σ.212-3.

34 De Erectione Crucis contra Ladislaum, continens Remissionem omnium peccatorum à poena et à culpa,εν Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σ.213-5.

35 Bulla indulgentiarum Pape Joannis XXIII, pro Subidio contra Ladislaum Regem Apuliae: “omnibus et singulis Patriarchis, Archiepiscopis et Episcopis, ac aliorum Ecclesiarum Prelatis, sub excommunicationis poena”... “dictum Ladislaum publice alta et intelligibilis voce fuisse et esse excommunicarum, perjurum, schismaticum et blasphemum, relapsum haereticum, haereticorum fautorem, reum criminis lese majestatis, conspiratorem etiam contra nos, et easdem Ecclesiam...”, ο.π. σ. 212 στήλη 1.

36 Bulla indulgentiarum Pape Joannis XXIII, pro Subidio contra Ladislaum Regem Apuliae: “omnes Imperatores, Reges et Principes Christianitatis, Ecclesiarum et Monasteriorum Prelatos, Universitates et singulares personas, utrisque sexus, ...pro defensione status et honore Ecclesia atque nostri, in persecutionem Ladislai ac sequacium prefatorum rebellium”, ο.π. σ. 213 στήλη 1

37 Joseph Aschbach, Geschichte der Universität Wien im ersten Jahrhundert ihres Bestehens, Vienna 1865, p.255.

Acta facultatis artium Universitatis Vindobonensis 1385-1416, (ed.) Paul Uilein, Graz-Vienna-Cologne 1968, pp. 373, 377.

38 Η επιστολή του Wenceslaus IV στο Codex epistolaris saeculi decimi quanti III, (ed) Anatol Lewicki, εν Monumenta Historiae Polonica XIV, Cracow 1894, p. 48. Ο εκδότης τοποθετεί την επιστολή μεταξύ 9 Σεπτεμβρίου 1411 και 15 Ιουνίου 1412. Ο Novotný διορθώνει σε 11 Ιουνίου 1412, M. Jan Hus,2:85 n.3.

39 Ο František Palacký θεωρεί ότι αυτό οφείλεται στο ότι ο βασιλιάς δεν θεωρούσε την πώληση των συγχωρητηρίων ως αντίθετη με την παπική πίστη. (Dĕjinny národu českého, 3/i, δεύτερη έκδοση Πράγα 1877, p. 142).

O Václav Vladivoj Tomek πιστεύει ότι ο βασιλιάς θέλησε να αποκαταστήσει την σαλευθείσα τάξη. (Dĕjepis mĕsta Prahy, Praha 1893, pp. 515-6).

O F. M. Bartoš ότι ο βασιλιάς ανέμενε ανάλογα πολιτικά ανταλλάγματα. (Paměti M. Jeronýma Pražského, Lumir 44 (1916), p.296 και Čechyv době Husově, Praha 1947, p. 353).

40 Staré letopisy české z vratislavského rukopisu (Αρχαία σλαβικά χρονικά από το χειρόγραφο της Βρατισλάβας-Wroclaw), (ed) František Šimek, Prague 1937, p.10.

41 Novotný, M. Jan Hus, 2,78.

42 Για το γεγονός αυτό θεωρήθηκε υπεύθυνος ο Ιερώνυμος της Πράγας από τις αρχές της συνόδου της Κωνσταντίας, Hermann von der Hardt, ed., Magnum oecumenicum Constantiense concilium 4, Frankfurt-Leipzig, 1699, col. 671.

43 Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της Κωνσταντίας η διαμαρτυρία έγινε το 1411 μ. Χ.: “fertia tertia infra octavas Pentecostes: (23 Ιουνίου), Hermann von der Hardt, ed., Magnum oecumenicum Constantiense concilium 4, Frankfurt-Leipzig, 1699, col. 672. Στην πραγματικότητα έγινε την ίδια ημερομηνία του 1412 μ. Χ.

44 Το Θέμα της διάλεξης “Utrum secundum legem Jesu Christi licet et expedit pro honore dei et salute populi ac pro commodo regni bullas pape de ereccione crucis contra Ladislaum regem Apulie et suos complices Christi fidelibus approbare” βρίσκεται στο Iohannis Hus et Hieronymi Pragensis confessorum Christi Historia et Monumenta I, Nuremberg 1558, fols 174r189r.

45 Το χειρόγραφο του κειμένου, Prague National Library, V.G. 11, fols 128r-137v. Για το κείμενο στο F, M. Bartoš-P. Spunar, Soupis pramenů k literání činosti M. Jana Husa a M. Jeronýma Pražského, Prague 1965, pp. 167-174.

46 Ioannes Hus, Contra cruciatam, εν Magistri Ioannis Hus, Opera Omnia XXII, Polemica, (ed) J. Eršil, Praha: Academia scientarum Bohemoslovaka 1966, pp.129-139

- F. M. Bartoš-P. Spunar, Soupis pramenů k literání činosti M. Jana Husa a M. Jeronýma Pražského, Prague 1965, pp. 103-5, nos. 53-55.

47 Ioannes Hus, Contra cruciatam, εν Magistri Ioannis Hus, Opera Omnia XXII, Polemica, (ed) J. Eršil, Prague 1966, pp. 369-488

- F. M. Bartoš-P. Spunar, Soupis pramenů k literání činosti M. Jana Husa a M. Jeronýma Pražského, Prague 1965, pp. 106-107, no 58.

48 J. Sedlák, Magistri Mauritii O. Min. Tractatus de indulgentiis, εν Miscelanea husitica Ioannis Sedlák, (eds) J. Polc-S. Přibyl, Katolická teologická fakulta Univerzity Karlovy 1996, pp. 544-561.

- Jaroslav Kadlec, Literárni činnost mistra Maříka Rvačky, εν Pocta Dr. Emmě Urbánkové. Spolupracovníci a přátelé k 70. narozeninám (Αφιερωμα στην δρ Εμμα Ουρμπανκοβα, συνεργάτες και φίλοι για τα 70α γενέθλια), ed. P. R. Pokorný, Prague 1979, pp. 150–51, no. 13.

49 Η πραγματεία εκδόθηκε από τον Johann Loserth, Beiträge zur Geschichte der hussitischen Bewegung IV, Die Streitschriften und Unionverhandlungen zwischen den Katholiken und Hussiten in dn Jahren 1412-1413, Archiv für Österreichische Geschichte 75 (1889), ss.333-9.

50 Ένα τέτοιο φυλλάδιο κατά των συγχωρητηρίων, το οποίο ξεκινά με την φράση “Vobis Asmodeistis, Belialistis, mamonistis et principaliter omnibus doctoribus...” στο Geschichtsschreiber der hussitischen Bewegung in Böhmen,(ed) Konstantin Höfler, Vienna 1865, Band 2 ss201-3 no32.

51 Isti sunt sancti, Αυτοί είναι οι άγιοι,

qui pro Christi amore οι οποίοι για την αγάπη του Θεού

minas hominum contempserunt. περιφρόνησαν τις απειλές των ανθρώπων.

sancti martyres in regno coelorum Άγιοι Μάρτυρες στην Βασιλεία των Ουρανών

exsultant cum angelis. Πανηγυρίζουν με τους αγγέλους.

Oquam pretiosa est mors sanctorum, Ω! Πόσο τίμιος είναι ο θάνατος των αγίων

qui assidue assistunt ante Dominum, οι οποίοι στέκονται αδιάκοπα ενώπιον του Κυρίου,

et ab invicem non sunt separati. Και δεν αποχωρίζονται αλλήλους.

(πηγή: The Liturgical Year: The Time after Pentecost, (ed) Dom Prosper Guéranger, (trans) Dom Laurence Shepherd, London 1800, vol. III p.355)

52 Πηγή θεωρείται ότι είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας, ένας από τους συγγραφεί του Staré letopisy české z vratislavského nikopisu, (Αρχαία σλαβικά χρονικά από το χειρόγραφο της Βρατισλάβας-Wroclaw), (ed) František Šimek, Prague 1937, p.10.

53 Matthew Spinka, Jan Hus: A Biography, p. 134.

54 Contra Paletz: “Nam indulgentiarum vendissio et crucis adversus Christianos erectio, me ab isto Doctore primum separavit. Si enim vult veritatem fateri, recognoscet, quia articulos absolutionem, quos ipse mihi primum manu sua praesentaverat, dicebat esse errores manu palpabiles, quos usque hodie reservo in testimonium. … Amicus Paletz, amica veritas, utrisque amicis existentibus, sanctum est prebonorare veritatem”, εν Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σ.330 στήλη 2.

-Magistri Ioannis Hus, Opera Omnia XXII, Polemica, (ed) J. Eršil, Praha: Academia scientarum Bohemoslovaka 1966, p. 266

55 Stefanus Paletz, De Ecclesia: “Sed ut ad convicia tua redeam, ne in illis eciam parvulis victor videaris, respondeo confitendo me tibi illos articulos presentasse et dixisse esse in illis articulis errores manu palpabiles, es eo quod illi articuli venacionem continerent pecuniarum et quod legati vel questores illos articulos confingentes rethe ad venandum pecunias extenderunt, et hoc adhuc hodie fateor. Sed illi articuli in bulla pape non continebantur nec extrahi poterant implicite vel expresse,quamquam questores ipsos ad promulgandum populo presentessent, quos eciam articulos in mea ecclesia publicare non permisi,...” (η έμφαση δική μας).

56 Magistri Johannis Hus, Tractatus de Ecclesia capitulum decimumsextum: “..., et presrtim audivi Palecz dicentem de articulis, qui erant sibi presentati a legatis pape, quod continerent manifestos errores manu palpabiles, qui tamen articuli erant de bulla extracti et ab ipsis legatis tamquam primis comissariis auctoritate ipsius pape ad promulgandum predicatoribus presentati”, έκδοση S. Harrison Thompson, Cambridge 1956, p. 135.

57 M. Johannis Hus, De indulgentiis sive de cruciata papae Joannis XXIII: “Item, in formis absolutionum datis à Commissariis Papae, inter alias ponitur ista forma: 'Et etiam autoritate Apostolica mihi concessa, absolvo te ab omnibus peccatis, Deo et mihi vere confessis et contritis. Ex quo personaliter praesens negotium non vales perficero, velisque facere juxta Commissariorum et meam ordinationem,praesidium et auxilium ad praedictum negotium exequendum, tuo pro posse fecisti, do et concedo tibi plenissimam remissionem omnium peccatorum tuorum, quae est à poena et à culpa, In nomine Pattris, et Filii, et Spiritus Sancti”, εν Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σ.223 στήλη 2.

58 Matthew Spinka, Jan Hus: A Biography, p. 136.

59 Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σσ. 215-235.

60 Quaestio Magistri Johannis Hus, Disputata ab eo Anno Domini M.CCCC.XII post Viti de Indulgentiis sive Cruciata Papae Joannis XXIII fulminata contra Ladislaum Apuliae Regem: “Sic autem lndulgere peccatoribus, est Deum propium, sic et peccata dimittere, prou omnes sancti Doctores dicunt concorditer ex Scriptura”, εν Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σ.216.

61 Ο.π,: “Quantum ergo ad indulgentiam omnium peccatorum dico primo, quuod Sacerdotes Christi habent potestatem vere poenitentes absolvere à poena et à culpa. Patet, quiahabent potestatem ligandi et solvendi indignos et dignos”.

62 Ο.π. : “Dico secundo, quod Sacerdotes Christi licet habeabt potestatem absolvendi subditos à poena et à culpa, non tamen debent absolvere sub hac forma, nec absolvendi debent illud expetere, nisi hoc specialiter fuerint revelatum.

Prima pars patet ex hoc, quod Sacerdos potest sacramentaliter ostendere sibi confitentem, taliter absolutum, qui ad tantm conteritus, quod statim decedens sine poena purgatorii ad patriam perveniret, et hoc est Sacerdotum absolvere”.

63 Ο. π. : “Unde sapientes Christi Sacerdotes non asserunt simpliciter, quod confittens à peccatis solutus,sed sub conditione ista: Si dolet, et nolit peccare amplius, et confidit de Dei misericordia, et vult imposterum mandata Dei observare. Fundat autem istam sententiam primo Ezech. 18. quia dicit Deus, qui absolvit vere poenitentiam à poena et à culpa: Si impius egerit poenitentiam ab omnibus peccatis suis, quae operatus est, et custodierit omnia praeceptamea, et fecerit judicium et justitimam,vita vivet, et non mrietur, omnium iniquiratum, quas operatum est non recordabor. (Εζεκιήλ 18: 21 καὶ ὁ ἄνομος ἐὰν ἀποστρέψῃ ἐκ πασῶν τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ, ὧν ἐποίησε, καὶ φυλάξηται πάσας τὰς ἐντολάς μου καὶ ποιήσῃ δικαιοσύνην καὶ ἔλεος, ζωῇ ζήσεται καὶ οὐ μὴ ἀποθάνῃ. 22 πάντα τὰ παραπτώματα αὐτοῦ, ὅσα ἐποίησεν, οὐ μνησθήσεται, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ αὐτοῦ, ᾗ ἐποίησε, ζήσεται). Σελ.217.

64 Ο. π.: “Et si sufficientem egerit poenitentiam, non puniam in purgatorio, sed cum jam Christus coelum aperuerit, illico ad patriam ipsum sumam”.

65 Ο. π.: “Dico septimo, quod Sacerdotes Christi non habent potestatem donandi indulgentias, secundum quantitatem temporis, nisi eis specialiteer fuerit revelatum. Patet ex illo Judith 8, Posuistis vos tempus miserationis Domini, et in arbitrio vestro diem constituistis ei. Ille ergo, cui non sit ad hoc revelatio, qui spondet indigno apud Deum ex sibis dubio, quod infra tantum tempus Deus miserebitur ejus, donando sibi plenam remissionem, stulta pangit, cum non habet evidentiam ex lege Christi vel revelatione, quod Deus illud concessit”. Σελ 217 στήλη 2.

66 Ο.π.: “Quia oportet ad causam, ad formam, et ad finem attendere”. Σελ 217 στήλη 2.

67 Ο. π.: “Ad causam, ut pro defensione fidei non pro stercore temporalium. Ad modum, ut siccum moderatione pugnatio. Primo cum ratione trahente ad concordiam, si potest fieri. Sed impossibilitato homine ad istud ex sua protervia, oportet finem, quae est charitas, modum agendi et patiendi discretive mensurare. Σελ 217 στήλη 2.

68 Ο.π.: “Via tamen securior foret pugnare spiritualiter, non cum gladio aërem verborando, sed Deum orando, ac in tracatatu hostes ad concordiam obsecrando, et in illa reputata vecordia mortem, si oporteat, patiendo”. Σελ 217 στήλη 2.

69 Ο.π.: “Dico secundo, quod non licet Romano Pontifici, nec expedit sibi, vel cuicunque Episcopo vel Clerico pro dominatione seculari, vel mundi divitiis pugnare”. Σελ 217 στήλη 2.

70 Ο. π.: “Unde Lucae 22. discipuli videntes invasionem Salvatoris sui proximam, dixerunt: Domine, si percutimus in gladio (σ.σ. οἱ δὲ εἶπον· Κύριε, ἰδοὺ μάχαιραι ὧδε δύο. )? Respodens autem Jesus ait: Sinite usque huc (σ.σ. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἱκανόν ἐστι.). Si ergo approbante ipso capitali Domino, non licuit omnibus simul nec alicui divisim ipsum invasum caput Ecclesiae materiali gladio defendere, et ejus hostes percutere, à fortior non licet Episcopo in persona propia, vel in persona Ecclesiae, ut glossant quindam, pro seculi dominio, vel mundi divitiis, hostiliter adversarios invadere”. Σελ. 218 στήλη 1.

71 Ο. π.: “Ex vita ergo Christi et doctrina, et ex vita Apostolorm eorum doctrina, et ex dictis istorum sanctorum Doctorum Augustini, Gregorii, Hieronymi, Ambrosii, Bernardi ostenditur, quod non licet Romano Pontifici pugnare corporaliter,nec autorisare bellum in causa propia ad finem, ut seculariter damnetur”. Σελ 219 στήλη 1.

72 O Nicolaus Lyranus ήταν Φραγκισκανός μοναχός, από τους πιο σημαντικούς βιβλικούς σχολιαστές τον Μεσαίωνα στη Δύση. Γεννήθηκε το 1270 μ. Χ. στο Lyre της Νορμανδίας. Το 1309 μ. Χ. είναι διδάκτωρ στη Σορβόννη και μία δεκαετία μετά καθίσταται επικεφαλής όλων των Φραγκισκανών της Γαλλίας. Κύριο έργο του το Postilia perpetuae in universam S. Scripturam, είναι σχολιασμός της Βίβλου και το πρώτο έργο αυτού του είδους που τυπώθηκε ποτέ. (Ρώμη 1471).

73 Ο.π.: “Ubi capiunt, quod omnis sententia Papae est tenenda, quod inquit Doctor de Lyra, est manifese falsum, quia sententia, inquit, nullius hominis, cujuscunque autoritatis tenenda est, si contineat manifestam falsitatem sive errorem, et hoc, inquam, patet per hoc, quod praemittitur in textu: judicabunt judicii veritatem et docuerint te juxta legem ejus” σελ. 219 στήλη 2.

74 Ο.π.: “Si ergo vult Papa inimicos vincere, sequatur Christum, cujus se dicit Vicarium, oret pro inimicis et pro Ecclesia, dicat: Regnum meum non est de hoc mundo; benefaciat illis, benedicat maledicentibus quia tunc dabitsibi Dominus juxta promisium os et sapentiam, cui non poterint resistere et contradicere omnes adversarii ejus” σελ. 220 στήλη 2.

75 Ο.π.: “Item, mirabile est, quare Papa non ponit in Bulla, pensam et qualitatem peccaminum, sicut ponit pecuniarum. Nam omnibus peccatis datur aequaliter remissio à poena et à culpa. Ut si unus intersicit mille homines injuste, et alius solum peccavit venialiter, ambo contriti à poena et à culpa solvuntur. Et tamen iste cum venialibus, si habet majorem divitiarum substantiam, quàm ille homicida, tunc ad plus dandum secundum Commissariorum arbitrium incitatur, nec superest ratio, nisi pecuniae appetitus”. Σελ. 229 στήλη 2.

“Και πάλι, είναι θαυμαστό το ότι ο πάπας δεν αναφέρει στην βούλα του το βάρος και την ποιότητα της αμαρτίας, όπως αναφέρει το χρηματικό ποσό. Διότι, για όλα τα αμαρτήματα υπάρχει ισάξια ποινή και ενοχή. Όπως, αν κάποιος καθαρίσει άδικα χίλιους ανθρώπους και κάποιος άλλος αμαρτήσει συγγνωστά, αμφότεροι μεταμεληθούν από την ποινή και την ενοχή, σώζονται; Όπως και να έχει, με τα συγγνωστά, αν κάποιος έχει περισσότερο πλούτο από έναν δολοφόνο, τότε τού ζητάνε να δώσει περισσότερα, σύμφωνα με την απόφαση των κομμισσάριων, στην οποία δεν υπάρχει λογική, αλλά όρεξη για χρήματα”.

76 Ο. π.: “Ecce, expressa ponitur adhuc pactationis in absoluione conditio, dum dicitur: Velisque facere juxtaCommissarium et meam ordinationem, praesidium et auxilium ad praedictum negotium exequendum”. Σελ 223 στήλη 2.

77 Ο. π.: “Etiam timendum est de mendacio inabsolutione, dum dicitur: Ex quopraesens negotium non vales personaliter perficere”, σελ. 223 στήλη 2.

78 Ο. π.: “

79 Ο. π.: “Blasphema tamen ruditas est, qua Sacerdotes debiliores usurpant sibi opus, quod est Deo proprium”, σελ. 224 στήλη 2.

80 Ο. π.: “...non potest homo salvari, qui peccaverit sine poenitentia competenti”, σελ. 225 στήλη 1.

81 Ο. π.: “Ex isto ulteriussequitur, quod quicumque rem alienam injuriore abstulit, quam potest reddere, si per indulgentias Papales absolutus esse fingitur, non minus ipsam restituere tenetur. Exquo ulterius sequitur, quod poenitentiarii recipientes pecunias vel res hujusmodi pro absolutione, non vere poenitere poterint, quamdiu possunt rem acceptam restituere, nisi reddant. Patet ex dictis”, σελ. 225 στήλη 1.

Επειδή: “Satisfat Domino per poenitentiae dolorem, per humilitatis gemitum, per contriti cordis sacreificium, cum cooperantibus eleemosynis et jejuniis ( 225 στήλη 2)

δεν είναι δυνατόν ο πάπας να συγχωρεί αμαρτίες μόνο με τη βούλα:

“Ex ista suppositione sequitur, quod non est pertinens Papae subducta revelatione cuilibet corde contrito, et ore confesso, dare et concedere plenissimam remissionem omnium peccaminum à poena et à culpa. Patet, quia requiruntur ultra contritionem et confessionem secundum qualitatem et quantitatem culpae, qualitas et quantitas poenae, et dispar fructus bonis operis” σελ 225 στήλη 2.

82 Ο.π: “Quantum ad tertium scilicet Donationis indulgentiarum modum, suppono, quod non potest homo salvari, qui pecaverit sine poenitentia competenti. … Nec solus fructus poenitentiaem sed dignos fructus poenitentiae admonet esse faciendos. Quisquis enim illicita commisit, huic conceditur, ut licitis utatur. At si quis lapsus est, tanto à se licita debet abscindere, quanto meminit illicita perpetrasse. Neue enim par fructus esse bonis operis debet ejus, qui minus, et ejus qui amplius deliquit, aut ejus, qui in nullis, et ejus, qui in quibusdam facinoribus cecidit. Per hoc igitur cujuslibet conscientia convenitur, ut tanto majora quaerat bonorum operum lucra per poenitentiam, quanto graviora intulit damna per culpam” σελ 225 στήλη 1.

83 Ο. π.: “Item, pono, quod sit unus homo in lege doctus, patricida, matricida, fur, adulter, latro, Symoniacus et blasphemus, à juventute sua lubricissimus, cui confesso et contrito quantumcunque remissa contritione danti ad crucis erectionem subsidium, Papa det indulgentiam à poena et à culpa. Et sit alius homo simplex in lege Dei, servans mandata Dei per totum tempus vitae suae, peccata habens venialia, cui contrito et confesso sine tamen satisfactione operis, non det Papa indulgentiam à poena et à culpa, et quod statim illi duo moriantur. Isto possibili posito, prior juxta Bullam evolat ad patriam, quia absolutus est à poena purgatorii, et à culpa, alius vero vadit ad purgatorii poenam” σελ. 228 στήλη 1.

84 Ο. π.: “Item, positis indulgentiis Papalibus à poena et à culpa, ut praemittitur, videtur, quod potest Papa purgatorium destruere.” σελ 229 στήλη 1.

85 Ο. π.: “Unde vel oportet eos negare habere potestatem hujusmodi ad dandum sic indulgentias, vel incidere in consequens jam inductum. Si autem dicitur, quod licet habet potestatem dre Papa sic indulgentias, non tamen debet nisi ex causa rationabili, scilicet, quando impugnarut, vel indiget pecuniis. σελ 229 στήλη 1-2.

86 Ο. π.: “sed nescio, an Papa vellet talem absolvere, sine pecuniae redditione” σελ. 230 στήλη 1.

87 Ο. π.: “Et patet ulterius, quòd tertia pars argumenti, scilicet ista: Ipse Papa non est errare, est non solum falsa, sed et blasphema, tun enim foret impeccabilis sicur Christus. Sed quid falsum patentius? Cum Petrus Apostolus erraverit etiam post missionem Spiritus sancti, ut testatur Apostolus ad Galat. 2 dicens: Cum autem venisset Cephas Antiochiam in faciem ei restiti, quia reprehensibilis erat. Et quomodo verificant illam partem antecedentis grossi Juristae? Miror quare non recolunt, quòd Leo Papa fuit haereticus, et quod quàm plures propter errores sunt depositi, et si non recolunt antiquorum facta, faltem Gregorii XII recolerent, quem habent adhuc prae oculis, quem etiam cum suo adversario tanquam haereticos in {isano Concilio damnaverunt” σελ 232 στήλη 2.

88 Ο. π.: “Nec habet secunda sophsticatio locum dicens, quod Papa non aspirat ad seculare dominium, sed potius intendit, quod libere et quiere ad instar Petri regat Christi Ecclesiam, et adversarius Dei et Ecclesiae deprimatur. Deus enim scit, quid ipse Papa principaliter vel consequenter intendit. Unde certum est, sive principaliter sive contrarie intendat, explicite vel implicite, quod est contra voluntatem et ordinationem divinam, peccat graviter, et sic cum intedit restaurare sibi secularem dominationem contra Christi pauperiem, manifestum est, quod peccat in isto, sicut et populus ad hoc jurvans. Quomodo ergo est laudabilis indulgentia, propter completionem peccati hujusmodi sic concessa?” σελ. 226 στήλη 2.

89 Paul de Vooght, L'hérésie de Jean Huss, στη σειρά Bibliothèque de la Revue d'Histoire Ecclésiastique 34, Louvain 1960, p. 198: "Dans sa lutte contre la pseudo-croisade indulgenciée, Huss ne s'en tint pas à ses traités latin. Il prêcha au peuple et, par une pente fatale, la lutte redescendit dans la rue. Lorsque Huss attaquait le trafic simoniaque des indulgences, il agissait par amour de la foi. Il voulait empêcher que des chrétiens ne perdissent leur âme en accordant une confiance superstitieuse aux indulgences. Beaucoup de prêtres pauvres et beaucoup de laïcs le suivirent avec d'autant plus d'enthusiasme qu'ils saluaient en lui un défenseur de leurs maigres bourses. Huss avait beau ne prêcher que le pur évangile, loin de rendreaux esprits le calme et la paix, il les encourageait, sutout les plus pauvres, à défendre leurs intérêts matériels contre les exactions. Il ne pensait qu'à conduire tous les chrétiens au détachement évangélique (Bienheureux les paupres).Par la logique de ses intentions, il devenaitun démagogue, largement inconsient, qui soutenait sans mesure les revendications des moins avantagés. Il dénonçait la cupidité et l'avarice. A sa voix, les déshérités se levaient, prêts à renverser l'ordre établi et à se gorger de biens qu'ils convoitaient, aprés en avoir dépouillé ceux dont ils étaient jaloux.

90 Refutatio Scripti Octo Doctorum Theologiae, per Magistrum Joannem Hus: “Domini, intelligatis me. Ego dixi, quòd affecto cordialiter implere mandata Apostolica, et ipsis omninò obedire, sed voco mandata Apostolica, doctrinas Apostolorum Christi, et de quanto mandata Romani Pontificis concorda verint cum mandatis et doctrinis Apostolicis, secundum regulam legis Christi, de tanto volo ipsis paratissimè obedire. Sed si quid adversi concepero,non obediam, etiam si ignem pro combustione mei corporis meis oculis praeponatis”, εν Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σ.367 στήλη 2.

91 Frantisek Palacký, Documenta Mag. Joannis Hus, Vitam Doctrinam, Causam, in Constantiensi Concilio Actam, Pragae: τύποις F. Tempsky 1869, pp. 448-50.

92 Frantisek Palacký, Documenta Mag. Joannis Hus, Vitam Doctrinam, Causam, in Constantiensi Concilio Actam, Pragae: τύποις F. Tempsky 1869, pp. 448-9: “Primo, quod publice in quodlibeto facultatis artium dictum fait, et postea in scriptis redactum, quod ille maximus Antichristus, qui secundum scripturam sacram, sententiam sanctorum doctorum et secundum fidem eccelsiae venturus est circa finem seculi,...”

93 Ο. π: “...opponeret se mandatis regiis domini nostri sermi regis, et bullis domini ostri papae de cruce et de indulgentia contradiceret, et se mandatum regium parvipenderet”. Σελ. 449.

94 Ο. π.: “... M. Joannes de Husinec ausus fuit publice in multis locis intimare, quomodo vellet in scholis tractare materias bullae domini papae de cruce et de indulgentia et audire opponentes. ...mandavit sub debito obedientiae et sub poena per ipsam facultatem infligenda, omnibus et singulis baccalaureis ejusdem facultatis, quatenus nullus eorum attentet determinando vel diffiniendo contra bullas D. Papae”, σελ. 449.

95 Ο. π.: “quia credimus simpliciter, sicut et patres nostri crediderunt, et sicut Christianitas per centenos annos tenuit et credidit, quod papa possit et potest dare plenam remissionem omnium peccatorum, prout in finem illum patres sancti annnos jubilaeos instituerunt et multimodas indulgentias pro diversis eclesiis contulerunt; credimus etiam, quod papa possit evocare Christi fideles in neccessitae et subsidia ab eis postulare temporalia pro Romanae urbis et ecclesiae defensione,...”, σελ. 449.

96 Paul de Vooght, L'hérésie de Jean Huss, στη σειρά Bibliothèque de la Revue d'Histoire Ecclésiastique 34, Louvain 1960, p. 193: "Huss accueillit cette protestation avec un mépris ironique. Il fit afficher trois propositions dérisoires qu'il se proposait, disait-il, de défendre publiquement: 1o Conformément aux ordres du roi Wenceslas, ilfaut établir à l'Université une prison pour y enfermer les désobéissants. 2o Les collegiati ne peuvent s' opposer à l'existance d'une prison. 3o La faculté de théologie a eu tort de défendre qu'on touche ux bulles papales. Car, déclarait Huss, l'archevêque luinême y a donné un coup de pouce. Il a remplacé les mots ''prédication de la croix vivifiante'' par ceux de ''prédication de la parole évangélique'' et il a supprimé la taxation de ceux qui s'approchent du sacrament de pénitence”.

97 Frantisek Palacký, Documenta Mag. Joannis Hus, Vitam Doctrinam, Causam, in Constantiensi Concilio Actam, Pragae: τύποις F. Tempsky 1869, pp. 450-1: “ Magistri Joannis Hus de Husinec sequitur replicatio contra materiam praescriptam.

Videtur mihi pro bono civitatis Pragensis nec non universitatis, magistrorum et scholarium, prout sermus princeps Wenceslaus rex Romanorum mandaverat, quod carcer fieret in collegio, ut quicumque magistrorum vel studens inobidiens in licitis domino rectori fuerit, secundum statuta ejusdem universitatis juxta culpae exigentiam puniatur.

Item, videtur mihi, quod collegiati non possunt licite contradicere, quin carcer in collegio non habeatur.

Item, videtur mihi, quod M. Stephanus Paleč cum facultate theologica non bene prohibuit, quod nullus baccalaureus quidquam attentet de bullis papae; cum tamen D. Archiepiscopus in suis literis ipsas limitavit, et in hoc: primo, quod non verbum crucis vivificae, sed verbum evangelii praedicetur; secundo in hoc,quod populus in confessionibus non taxetur.-

Haec sunt verba M. Hus contra M. Stephanum Paleč

98 J. Losserth (ed), Beiträge zur Geschichte der hussitischen Bewegung IV. Die Streitschriften und Unionsverhandlungen zwischen den Katholiken und Hussiten in den Jahren 1412 und 1413, στη σειρά Archiv für Oesterreichische Geschichte Band 75, Wien 1889, ss. 333-335.

99 J. Losserth (ed), Beiträge zur Geschichte der hussitischen Bewegung IV. Die Streitschriften und Unionsverhandlungen zwischen den Katholiken und Hussiten in den Jahren 1412 und 1413, στη σειρά Archiv für Oesterreichische Geschichte Band 75, Wien 1889, s. 333: “Cum in nullis scolis aliis quam in theologicis periculosius erratur in dogmatizando nec quicquam salubrius in docendo queritur et invenitur quam ibidem: ideo ad decanum facultatis theologice et ad ipsam facultatem pertinet diligenter attendere et videre, qui et tales, que et qualia in scolis theologicis dogmatizzent; propter quod decanus et facultas ipsa habent auctoritatem et ius debitum postulandi, recipiendi et videndi suorum baccalariorum dicta, dogmatizata et scripta in scolis suis theologicis. Alias nullus esset principatus, nulla auctoritas et potestas regiminis, disposicionis et ordinacionis ipsius decani et facultatis quoad suam scolam theologicam quod est inconveniens.

100 Ο.π.: “Ex isto sequitur, quod baccalarii theologie secundum iuramenta sua tenetur et debent ad postulacionem decani et facultatis dare et tradere sub debito obediencie dicta dogmatizata et scripta sua in scolis theologicis facta ipsi decano et facultati ad videndum”.

101. Ο.π.: “Ex quo sequitur ulterius quod baccalarius ad postulacionem e requisicionem decani aut facultatis recusans et nolens dare dicta dogmatizata et scripta in scolis theologicis per eum facta penam inobediencie incurrit et notam”.

102 Ο. π.: “Ex quo ulterius ad particularia descendendo patet, quod magister Johannes de Hussynecz, sacre theologie baccalarius formatus, incurrit penam et notam inobedience, tum quia ex animo recusavit et renuit dare ad videndum sua dicta, dogmatizata et scripta de bullis pape et indulgenciis ad postulationem decani et facultatis theologice, tum eciam quia consilium domini regis mandavit, quod dicta illa, dogmatizata et scripta magistris theologie daret, qui ulterius pro eo vel contra eum scribere deberent”.

103 Ο. π.: “Item, ex eodem incurrit notam suspicionis de decepcione simplicium in tali dogmatizacione, cum dicta sua dogmatizata et scripta non audet dare, sicut debet et quibus debet ad videndum, propter quod ad purgandum inobedienciam et notam duplicis suspicionis predicte tenetur et debet decano et facultati theologice dare sub iuramento fidei omnia illa dicta sua dogmatizata et scripta, tradere et presentare”.

104 Ο. π. Σελ. 334: “Item cum ipse scripserit in intimacione sua quod vellet libenter audire opponentes, quomodo non est suspectus de sinistra fide, cum non audet sed recusat dare ad videndum dicta sua que dicit concernere salutem animarum? Que, si talia sunt, omnibus essent publicanda et communicanda”

105 Ο. π. Σελ 334: “Item, quomodo potest humiliter et vere dicere, quod libenter velit in ista materia a facultate et magistris theologie informari, cum non audeat sed renuat eis dare dicta sua dogmatizata est scripta in quibus posset aliqualiter videre, si recte aut sinistre senctiat circa hanc materiam. Quamvet dicit salutem animarum respicere, et si recte vel sinistre in scolis dogmatizaverit vel in ambone predicaverit, presertim cum facultas et magistri alias non possent scire dicta et motiva sua in hac materia,...”

106 Ο. π. Σελ 334: “Item, quod postulat, ut magistri pro veritate illarum bullarum scribant responsiones, non quascunque persuasiones, sed ex textu biblie efficaciter ostensivas, videtur primo se innuere esse de secta Armenorum qui solis auctoritatibus biblie et non aliis auctoritatibus ecclesie sanctorum vel approbatorum doctorum, stare volunt, ubi eciam secundo”.

107 Ο.π. σελ 334: “Ideo dato (sicut tamen fieri non potest) quod facultas et magistri theologie possent et scirent efficacibus et claris racionibus ex textu scripture biblie ostendere bullas illas pape et in omnibus verbis et singulis continere claram et manifestam veritatem ac rationabilitatem, tamen ne errori predicto daretur ex hoc facto aut quali occasio succrescendi, nedum facultas et magistri, sed principaliter serenissimus noster princeps et dominus dominus noster rex et suum consilium debent fatuam illam et erroneam suberfugitivam et deceptivam postulacionem repellere”.

108 Ο.π. σελ. 334: “Cum enim facultas et magistri debeant non facere istam postulacionem, si admitterentur, quia cum sua postulacio non posset habere effectum in eternum, simplices decipientur, credentes quod dogmatizacio sua quam fecit esset racionabilis et vera; quam non audet, sed recusat dare ad videndum, et quod opposita pars esset falsa et irracionabilis, quia non possit, sicut nec debet, iuxta istam postulacionem pape bulla per reciones demonstrari, ...”

109 Ο.π. σσ. 334-5: “Si autem est dubius in fide, quod papa possit dare indulgenciam et remisionem plenam omnium peccatorum, satis est in reprehensionem et confusionem suam, quod in hac parte aut pocius voluit inniti suo et paucorum erroneorum capiti aut heresi Waldensium quam fidei Romane ecclesie et christianitatis per cetenos annos usque hodie conservate, et quia videtur in hac parte sectam sequi Armenorum, ...”

110 Δίνουμε εδώ και την εισαγωγή του εκδότη του κειμένου Johann Loserth σε γερμανικό κείμενο και μετάφραση:

Er schliesst aus der Weitschweifigkeit und den Fehlern gegen die Logik darauf, dass Stanislaus von Znaim der Verfasser der Schrift sei, zu der Stephan einige Zusätze beigegeben habe. Der Tractat enthält zwei Theile: der zweite ist mit der ‘Probacio et fundacio doctorum probans indulgencias paparum’ identisch. Der erste Theil beginnt mit einer allgemeinen Bemerkung: es sei Pflicht der theologischen Schulen, insbesondere des Decans, sorgsam darauf zu sehen, wer lehre und was gelehrt werde, da man nirgends mehr als in diesen Schulen in Bezug auf den Glauben irre. Daraus erwachse für den Decan die Pflicht, die Lehren und Schriften der Baccalaren einer Prüfung zu unterziehen; wer seine Schriften nicht vorweise, sei des Ungehorsams wegen zu belangen. Dies treffe bei Johannes von Hussynecz zu, der vorsätzlicher Weise (ex animo) sich geweigert habe, seine Lehren bezüglich der Bullen und Indulgenzen des Papstes dem Decan zur Einsichtnahme mitzutheilen, und zwar auch dann noch, als der königliche Rath auf des Königs Geheiss den auftrag hiezu ertheilt hatte. Hus gerathe in Folge seiner Weigerung in den Verdacht, Falsches zu lehren und einfältige Gemüther mit seiner Lehre zu täuschen. Wiewohl er in der Ankündigung seiner Disputation (vom 7. Juni) erklärt habe, dass er gerne die Widerrede seiner Opponenten anhören wolle, so weigere er sich trotzdem noch immer, zu gehorchen; und doch sei dies der einzige Weg, zu erkennen, welcher Art seine Lehrsätze und deren Motive seien, un ob man für oder gegen sie schreiben und jene belehren müsse, denen er auf Katheder und Kanzel seine Vorträge gehalten. Wenn er verlange, dass man ihn bezüglich seiner Ansicht über den Ablass aus der Bibel eines Besseren belehre, so zeige er nur, dass er der Seckte der Armenier zugehöre, insofern als diese einzig und allein an die Autorität der Bibel glauben. Hus selbst gebe nur dann auf die päpstlichen Bullen etwas, wenn ihr Inhalt vollkommen schriftgemäss sei. Wenn nun auch die theologische Facultät im Stande sei, das Beweismaterial aus der heiligen Schrift dafür beiubringen, dass der Inhalt der Bullen schriftgemäss und zweckmässig sei, so müssten doch sowohl sie selbst als auch der König sich dagegen aussprechen, weihl die ungebildete Menge sonst zu dem Glauben verleitet würde, Husens Begehren sei gerecht. Damit aber Niemand im Zweifel darüber sei, dass der Papst vollkommen berechtig sei, Ablässe zu verleihen, werden nunmehr, ganz im Widerspruche zu der eben gemachten Bemerkung, jene Bibelstellen zusammengesucht, welche für die Ansichten der Doctoren sprechen. Damit beginnt der zweite Theil des Schriftstückes”.

Από την μακρηγορία και τα λογικά σφάλματα συμπέρανε (σ. τ. μ. ο Hus), ότι Στανισλάβος του Ζνομο ήταν ο συγγραφέας του κειμένου, στο οποίο ο Στέφανος είχε κάνει μερικές προσθήκες. Η διατριβή περιελάμβανε 2 μέρη: το δεύτερο είναι ταυτόσημο με το ‘Probacio et fundacio doctorum probans indulgencias paparum’. Το πρώτο μέρος ξεκινά με μια γενική διατύπωση: είναι καθήκον των θεολογικών σχολών και ειδικά του κοσμήτορα, ως προς το ποιος διδάσκει και τι διδάσκεται, καθώς πουθενά δεν είναι πιο εύκολο να πλανηθεί κανείς στην πίστη από αυτές τις σχολές. Συνεπώς, προκύπτει ως καθήκον του κοσμήτορα, να υποβάλλει σε εξέταση τις διδασκαλίες και τα γραπτά των φοιτητών˙ όποιος δεν παρουσιάζει το γραπτό του, θα πρέπει να διώκεται για ανυπακοή. Αυτό ισχύει και για τον Ιωάννη από το Hussynecz, ο οποίος εκ προθέσεως (ex animo) έχει αρνηθεί, να θέσει στον κοσμήτορα υπό εξέταση, την διδασκαλία του σχετικά με την βούλα και τα συγχωρητήρια του πάπα, ακόμα και όταν του το ζήτησε το βασιλικό συμβούλιο σύμφωνα με τη διαταγή του βασιλιά. Αποτέλεσμα της άρνησής του είναι ο Hus να θεωρηθεί ύποπτος, ότι διδάσκει πλάνες και παραπλανά τους απλοϊκούς με την διδασκαλία του. Αν και διακήρυξε στην ανακοίνωση της αντιπαράθεσης (7 Ιουνίου) ότι είναι διατεθειμένος να ακούσει τις απόψεις των αντιπάλων του, εξακολουθεί να αρνείται να υπακούσει˙ κι όμως, αυτός είναι ο μόνος δρόμος, να καταστεί γνωστό, ποιας σχολής είναι οι πεποιθήσεις του και τα κίνητρά τους, και αν κάποιος οφείλει να γράψει υπέρ ή κατά αυτών, και να ενημερώσει αυτούς, στους οποίους έκανε ομιλίες από καθέδρα και άμβωνα. Όταν αυτός απαιτεί από κάποιον, να τον διορθώσει στις απόψεις του σχετικά με τα συγχωρητήρια, επί τη βάσει της Βίβλου και μόνο, δείχνει ότι ανήκει στη σέκτα των Αρμενίων, καθώς αυτοί πιστεύουν με μόνο και μοναδικό τρόπο στην αυθεντία της Βίβλου. Μόνο ο Hus νοιάζεται αναφορικά με τις παπικές βούλες, αν το περιεχόμενό τους είναι εξ ολοκλήρου βιβλικό. Όταν, λοιπόν, η θεολογική σχολή ήταν σε θέση, να προσκομίσει το αποδεικτικό υλικό από την Αγία Γραφή, με σκοπό να δείξει ότι το περιεχόμενο της βούλας ήταν κατάλληλο και αγιογραφικό, έπρεπε αυτοί να εκφραστούν αρνητικά, όπως και ο βασιλιάς, διότι ο απαίδευτος έπρεπε να παρασυρθεί να πιστέψει, ότι ο Hus είναι σωστός, Κατόπιν τούτου, κανένας να μην έχει αμφιβολία, ότι ο πάπας είναι ο πλέον κατάλληλος να χορηγεί συγχωρητήρια, και θα παρατεθούν τώρα, όλα εκείνα τα βιβλικά χωρία, τα οποία υποστηρίζουν την άποψη των καθηγητών, σε πλήρη αντίθεση με τις προηγούμενες παρατηρήσεις. Από εδώ ξεκινά το δεύτερο μέρος του χειρογράφου”.

111 Matthew Spinka, Jan Hus' Concept of the Church, pp.157 κ.ε.

112 Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σσ.366-407.

113 Ο. π.: “Undex ex verbis longis, et ex styli insipiditate confidero, quod totum illud quasi brodium de capite Stanislai, et cum adjunctione circumstantiarum de Paletz capite ebullivit” σελ, 366 στήλη 1.

114 Ο. π. Σελ 366 στήλη 1.

115 Ο. π.: “Ad secundum et ad tertium dico per illud Joan 18. Pontifex interrogavit Jesum de discipulis suis, et de doctrina ejus. Respondit ei Jesus: Ego palam locutus sum mundo, ego semper docui in Synagoga et in Templo, quo omnes Judaei conveniunt, et in occulto locutus sum nihil, quid me interrogatis? Interroga eos, qui audierunt, quid locutus sum ipsis. Ecce, hi sciunt, quae dixerim ego. Ego enim palam locutus sum, et docui in Scolis, et in Templo Bethlehem, ubi Magistri, Bccalurei, Scolares, et vulgates homines conveniunt, et in occulto locutus sum nihil, quo vellem homines à veritate seducere. Interrogent ergo illos, si male locutus sum, testimonio prehibeant de malo”. Σελ 366 στήλη 2.

116 O. π.: “…, Bullas hujusmodi sine renitentia susceperunt, Praelati admitterentes, sed remissionem peccatorum nescio, si ex animo curantes, et aliqui quae sua sunt querentes, pacto Bullis suspceptis populum mirabiliter spoliarunt. Nam sicut emerunt, sic vendiderunt, gratis non acceperunt, gratis non dederunt. Nam dicit vulgatum proverbium: Gratis dat nemo, quia gratis nemo accepit” (Η έμφαση δική μας). Σελ. 367 στήλη 1.

 

Η φράση “Gratis dat nemo, quia gratis nemo accepit” προέρχεται από την ελεγειακή κωμωδία του Gulielmus Blesensis (1130-1204), Alda:

“Gratia summorum merx est: nam gratia gratis.

Non datur: hanc solum prodigus emptor habet

Venditur introitus templi, prohibetque sacerdos

Antelevem vacuas munere ferre manus,

Dat nemo gratis, quia gratis nemo recepit”

(Πηγή: Alberti Fabricii, Bibliothecae Latinae, volumen tertium, Hamburgi: Cristophori Kisneri 1721. σελ. 330)

 

117 Ο. π.: “Nolui etiam credere Bullis Papae sicut Evangelio, vel sicut sacrae Scripturae alteri, sed volui per Scripturam scrutari, si tenerer illis sub poena damnationis credere, sub poena anathematis omnipotentis Dei, et beatorum Petri et Pauli, quae poena in fine Bullarum ponebatur”, σελ. 367 στήλη 1.

118 Ο. π.: “Sed quod dicunt Doctores, Bullis Papae publice per universum mundum missis: bonum esset, quod non sic late illas Bullas Doctores scripto tenus extendissent. Audivi enim quod Francigene et Anglici noluerunt eas admittere, et in regno Apuliae nuncii non erant ausi plenitudine potestatis comparere. Et Graeci illis non crederent, et multa regna ipsas deriderent, sed Bohemi inaudiciores asina Balaam,…” σελ. 367 στηλη 1.

119 Ο. π.: “Et cum addunt Doctores, sed incongrue dicentes, ubi non minus contemptus gravis Sedis Apostolicae incurritur, quam si mandatis Apostolicis parere recusetur. Hic Doctores inuunt, quod paris autoritatis, bonitatism et potestatis sunt Bullae Paparum singulae cum mandatis Apostolicis, et per consequens cum mandatis Domini Jesu Christi, eo quod mandata Apostolica non sunt alia, quam mandata Domini Jesu Christi. … Consequens falsum, cummultae Bullae Papales saepius revocantur, nunc, quia Papa fuit male informatus, nunc quia mortuo Papa, alius ejus Bullas revocat, et nunc, quia Papa mandata relaxat, Bullas priores per posteriores revocans” σελ 367 στήλη 1.

120 Ο. π.: “Sic enim asserere, foret, innuere, esse illum impeccabilem, qui dixit et facta sunt omnia” σελ. 367 στήλη 2.

121 Εδώ αναφέρεται στην επιστολή υπ' αριθμ. 82 του αγίου Αυγουστίνου προς τον άγιο Ιερώνυμο κεφ. 1 §3: “Υπό αυτές τις προϋποθέσεις θα μπορούσαμε να ψυχαγωγηθούμε* χωρίς τον φόβο να προσβάλουμε αλλήλους στο πεδίο της Γραφής, αλλά θα μπορούσαν να αναρωτηθώ, μήπως αυτή η ψυχαγωγία αποβεί εις βάρος μου. Διότι ομολογώ στην φιλανθρωπία σου, ότι έχω μάθει να αποτίω αυτόν τον σεβασμό και την τιμή μόνο στα κανονικά βιβλία της Γραφής˙ μόνο σε αυτά πιστεύω ακράδαντα ότι οι συγγραφείς δεν έσφαλαν καθόλου. Και αν σε αυτά τα κείμενα κάτι με προβληματίζει επειδή μου φαίνεται να είναι αντίθετο στην αλήθεια, δεν διστάζω να υποθέσω ότι είτε το χειρόγραφο είναι εσφαλμένο, είτε ο μεταφραστής δεν συνέλαβε το νόημα του τι λέγεται, είτε εγώ δεν μπορώ να το κατανοήσω. Όσον αφορά τα υπόλοιπα κείμενα, διαβάζοντας αυτά, όσο υπέρτερη και αν είναι η αγιότητα και η μόρφωση των συγγραφέων τους από την δική μου, δεν δέχομαι την διδασκαλία τους ως αληθινί μόνο και μόνο επειδή ειπώθηκε από αυτούς, αλλά μόνο επειδή κατάφεραν να με πείσουν για την αλήθεια τους, είτε μέσω των κανονικών κειμένων, είτε με επιχειρήματα που απευθύνονται στην λογική μου”.

* Στην προηγούμενη παράγραφο καθορίζει ως “ψυχαγωγία” (ludamus) την γνήσια ευγενική συζήτηση μεταξύ αγαπημένων φίλων, ακόμη και αν αυτή αφορά θέματα αντιπαράθεσης μεταξύ τους.

Tum vero sine ullo timore offensionis tamquam in campo luditur; sed mirum si nobis non illuditur. Ego enim fateor Caritati tuae, solis eis Scripturarum libris qui iam canonici appellantur, didici hunc timorem honoremque deferre, ut nullum eorum auctorem scribendo aliquid errasse firmissime credam. Ac si aliquid in eis offendero Litteris, quod videatur contrarium veritati; nihil aliud, quam vel mendosum esse codicem, vel interpretem non assecutum esse quod dictum est, vel me minime intellexisse, non ambigam. Alios autem ita lego, ut quantalibet sanctitate doctrinaque praepolleant, non ideo verum putem, quia ipsi ita senserunt; sed quia mihi vel per illos auctores canonicos, vel probabili ratione, quod a vero non abhorreat, persuadere potuerunt”.

122 Ο. π.: “Et patet, quod primum notabile vel Corollarium Doctorum est falsum. Si hoc verbum (videtur) dicit assertionem, cum dicunt: Videtur primo, se innuere esse de secta Armenorum. Sic enim dicerent de quolibet homine, qui ex lege Dei et ex ratione legi consona informationem in dubio postularet. Imo sancti Doctores Augustinus et Hieronymus juxta Doctorum Corollarium innuerent se esse de secta Armenorum. Nam dicit beatus Augustinus ad beatum Hieronymum in Epistola, et habetur distictione 9. Ego solis eis Scriptoribus, qui jam Canonici appellantur, didici hunc honorem, hunc timoremque referre, ut nullum eorum scribendo errasse, audeamque credere” σελ. 368 στήλη 2.

123 Gratian, Decretum distinctio 94, cap. 2: “Excommunicetur, qui legatum sedis apostolicae inpedire temptaverit.

Si quis autem legationem inpedit, non unius, sed multorum profectum auerit, et sicut multis nocet, ita a multis arguendus est, et bonorum societate privandus. Et quia Dei causam inpedit, et statum conturbat ecclesiae, ideo ab eius liminibus arceatur. Ab omnibus itaque talis est cavendus, et non in communione fidelium usque ad satisfactionem recipiendus.

Decretum Gratiani Magistri, E. Friedberg- Ε. L. Richter, Lipsiae: τύποις Bernhardi Tauchnitz 1879. s. 330.

Να αφορίζεται όποιος προσπαθεί να εμποδίσει λεγάτο της Αγίας Έδρας.

Όποιος τοιούτο λεγάτο εμποδίζει, όχι μίας, αλλά πολλών αποστολών αρνείται, και συνεπώς πολλές βλάπτει, οπότε πρέπει να επιτιμηθεί από πολλούς και να στερηθεί τη καλής κοινωνίας. Συνεπώς, από όλους πρέπει αυτός να αποκοπεί, και να μην γίνεται δεκτός στην κοινωνία των πιστών, μέχρι να μεταμεληθεί”.

124 J. Losserth (ed), Beiträge zur Geschichte der hussitischen Bewegung IV. Die Streitschriften und Unionsverhandlungen zwischen den Katholiken und Hussiten in den Jahren 1412 und 1413, στη σειρά Archiv für Oesterreichische Geschichte Band 75, Wien 1889, s. 336: “Si non minus est de diaboli filio generare filium Dei in Christo per evangelium quam dare indulgentiam et remissionem omnium peccatorum; si igitur Paulua primum fecit, igitur papa secundum auctoritatem Dei et apostolorm Petri et Pauli potest facere pluribus et plurimis”.

125 Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σ.380: “Petrus etiam regenerationem spiritualitem ipsi Deo attribuit, dicens I Epistola capite I: Benedictus Deus, et Pater Domini nostri Jesu Christi, qui secundum magnam misericordiam regeneravit nos in spem vivam, per resurrectionem Jesu Christi ex mortuis”

126 Ο. π.: “Et Paulus in allegatione Doctorum, praemittit Christum tanquam opificem principalem, dicens In Cristo Jesu per Evangelium”.

127 ο.π.: “Argumentum peccat in materia et in forma. In materia, quia in prima conditionali supponitur indulgentiam et remissionem omnium peccatorum esse aeque magnae vel majoris potestatis, quod Apostolum, sicut est de Diaboli filio generare filium Dei in Christo per Evangelium magnae potestatis et majoris. Modo hoc est falsum. Apostolus enim potuit primum, sed non potuit secundum. Nam genuit in Christo Jesu per Evangelium filios, sed non potuit dare indulgentiam et remissionem omnium peccatorum: quia ut dicit Conclusio in praedenti capitulo: Non potest purus homo dare indulgentiam diabolis et damnatis ac damnandis. Conceditur tamen, quod sicut Apostolus in Christo Jesu per Evangelium spiritualiter filios genuit, sic ipsis remissionem peccatorum ministerialiter ordinavit. Et patet, quod nec minoris, necae qualis, nec majoris potestatis est. Apostolum vel Papam de diaboli filio generare filium Dei in Christo per Evangelium, ac dare indulgentiam et remissionem omnium peccatorum. Patet, quia primum est et secundum nec est, nec potest competere Apostolo sive Papae” σελ. 380 στήλη 2.

128 Παραγωγικά επιχειρήματα με τέτοιες λογικές μορφές δίνουν την ψευδαίσθηση εγκυρότητας όταν είναι διατυπωμένα σε φυσική γλώσσα. Αυτό οφείλεται στην “κατά προσέγγιση ομοιότητα” της επιβεβαίωσης της επόμενης με το modus ponens και της άρνησης της ηγούμενης με το modus tollens. Έτσι η επιβεβαίωση της επόμενης και η άρνηση της ηγούμενης αποτελούν δυο από τις πλέον συνήθεις λογικές πλάνες της παραγωγικής λογικής.

129 ο.π.: “Ex quo ulterius patet, quod illud Argumentum peccat in forma: quia ex conditionali negativa infertur irregulariter affirmativa, ac si sic arguentur: Si non minus est, de diaboli filio generare filium Dei in Christo per Evangelium, quam dare indulgentiam et remissionem omnium peccatorum omnibus damnatis et damnandis perpetuo: et Paulus primum fecit, igitur Papa secundum potest facere. Antecedens enim est verum, et consequens verbo Dei contrarium: cum ex inferno nulla est redemptio, dicente eo quod non potest mentiri Marci 3. Qui blasphemavit in Spiritum sanctum, non habet remissionem in aeternum, sed reus erit aeterni delicti. Et patet deformitas Argumenti”, σσ. 380 στήλη 2-381 στήλη 1.: “

130 Εδώ μπορούμε να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από την λίβελλο πίστεως του Κωνσταντίνου Αγγλικού, ο οποίος ουσσίτης ων εστάλη από την Βοημία στην Κωνσταντινούπολη για να επαφή με την Εκκλησία των Ελλήνων. Το απόσπασμα δίνεται για να δούμε πως ακριβώς εκφράζει τα τρία είδη άφεσης στα ελληνικά:

“Ἁγίων κοινωνίαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν· ἀπὸ μὲν τῆς ἁγίας Τριάδος ἀξιωματιῶς· ἀπὸ δὲ τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Χριστοῦ ὑπαξιωματικῶς τε καὶ ἀποτελεστικῶς· καὶ ἀπὸ τοῦ ἱερέως ὑπηρετικῶς, εἴτουν μυστηριωδῶς γινομένην”.

Παραπέμπουμε στο Παράτημα, το οποίο έπεται.

131 Ο. π., σσ. 381-385.

132 J. Losserth (ed), Beiträge zur Geschichte der hussitischen Bewegung IV. Die Streitschriften und Unionsverhandlungen zwischen den Katholiken und Hussiten in den Jahren 1412 und 1413, στη σειρά Archiv für Oesterreichische Geschichte Band 75, Wien 1889, ss. 336-7: “Item, Apostolus II. Cor. II.10 dicit: “Cui autem aliquid donastis”, scilicet peccatis, iniuriis, offensis et penis debitis, “et ego. Nam et ego quod donavi, si quid donavi propter vos in persona Christi, ut non circumveniamini a sathana”. Ecce quod Paulus episcopus in persona Christi, auctoritate eius donavit indulgencias et remissione peccatorum: igitur episcopi habebtes vicarias veluti parciales et particulares indulgencias et remissiones peccatorum; summus autem pontifex habens Iesu Christi vicariam, omnino totalem et universalem potestatem ordinis et iudicii, potest donare indulgencias et remissiones omnium peccatorum a pena et a culpa”.

133 Το αντεπιχείρημα αυτό χρησιμοποιήθηκε ανά τους αιώνας εναντίον του πρωτείου του πάπα. Μεταφέρουμε απόσπασμα από το πονημάτιο του Στυλιανού Βλασόπουλου Κερκυραίου, Υπεράσπισις της Γραικικής Εκκλησία, εσχάτως προσβληθήσεις υπό Δομίνικου Τεϊξέϊρα, μετάφρασις εκ της Ιταλικής και σημειώσεις Χρίστου Φιλητα, Αθήναισι: τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως 1848, σσ. 79-80: “Θέλεις ἀκόμη σύνοδον ἀποδοκιμάζουσαν τήν γνώμην σου; Ἰδού ἡ ἐν Καρθαγένῃ τρίτῃ, ἐγκριθεῖσα ὑπό τῆς ἐν Τρούλῳ ἕκτης οἰκουμενικῆς, λέγει ἐν κανόνι 46 ῥητῶς οὕτως, “ὥστε τόν τῆς πρώτης καθέδρας Ἐπίσκοπον μή λέγεσθαι ἔξαρχον τῶν ἱερέων, ἤ ἄκρον ἱερέα, ἤ τοιουτότροπον τίποτε, ἀλλά μόνον Ἐπίσκοπον τῆς πρώτης καθέδρας. Θέλεις Πάπαν ἅγιον ἀποστρεφόμενον ὡς αὐθαιρέτους καί ἀπρεπεῖς εἰς τόν θρόνον αὐτοῦ τάς τιμάς, τάς ὁποίας ὁ κάλαμός σου ἀγωνίζεται νά τοῦ ἀποδώσῃ; Ἰδού Γρηγόριος ὁ μέγας ἅπαξ καί πολλάκις. Ὅταν Ἰωάννης ὁ Νηστευτής ἔλαβε τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τόν τίτλον (ὅστις δέν εἶναι ἔπειτα παρά ἁπλοῦς τίτλος τιμῆς) δὲν ὀνόμασεν ὁ ἱερὸς οὗτος Ποντίφεξ τὸν τίτλον ἐλκεῖνον ὑπερήφανον, νεοφανῆ, μάταιον, βλάσφημον, ἀνόητον, κενόν, δηλητήριον, αντιχριστιανικόν, πρόδρομον τοῦ Ἀντιχρίστου, λυμεῶνα τῆς Ἐκκλησίας; δὲν ἐπρόσθεσεν αὐτός ὅτι οὐδεὶς τῶν προκατόχων αὐτοῦ ἐτόλμησε νὰ μεταχειρισθ ποτὲ τὸ βέβηλον ἐκεῖνο ὄνομα, nullus unquam decessorum meorum hoc tam profano vocabulo uti consesit; Δὲν ἐδίδαξε ῥητῶς ὅτι ἐὰν ες ναι ὁ καθολικός Ἐπίσκοπος, οἵ ἄλλοι δὲν εναι πλεόν Ἐπίσκοποι;Si unus est universalis, restat ut vos Episcopi non sitis. Δὲν ἔγραψε πρὸς τὸν Ἀλεξανδρείας Εὐλόγιον ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι εναι ὅλοι ἶσοι, και εἷς ἐπ' ἄλλου δὲν δύνανται ἐξουσίαν νὰ ἔχωσι, καταδικάζων τὸ ὄνομα Καθολικός Πάπας μὲ τὸ ὁποῖον τὸν ἐκάλει ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος; Τὸ χωρίον εἶναι πολλὰ ὡραῖον, καὶ ὅθεν μεταφέρω αὐτὸ ἐνταῦθα ὁλόκληρομ, ἄν και διεξοδικόν, ( ο συγγραφέας παραθέτει κείμενο και μετάφραση, εδώ μόνο μετάφραση)

ἔκρινε δὲ καὶ ἡ ὑμετέρα Μακαριότης νὰ μὴ γράφῃ ἤδη πρός τινας τὰ ἀπὸ τῆς ῥίζης προελθόντα τῆς ματαιότητος ὑπερήφανα ὀνόματα, καὶ ὅμως λαλεῖ πρὀς ἐμὲ λέγουσα ''ὡς ἐπροστάξετε'', τὸ ὁποῖον τοῦτο ῥῆμα τῆς προσταγῆς παρακαλῶ νὰ μακρύνετε ἀπὸ τὰς ἀκοάς μου, ὅτι ἠξεύρω τίς ἐγὼ εἶμαι, καί τίνες ὑμεῖς· διότι τὴν θέσιν μὲ εἶσθε ἀδελφοί, τὰ ἤθη πατέρες· ἐγὼ δὲν ἐπρόσταξα, ἀλλ' ἐφρόντισα νὰ δείξω μόνον ὅσα εἰς ἐμὲ ἔδοξαν χρήσιμα. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω τὴν Μακαριότητά σας νὰ ἐκράτησεν ἐντελῶς ὅ,τι ἔφερα εἰς τὴν μνήμην σας, διότι εἶπα ὅτι οὔτε εἰς ἐμὲ οὐδ' εἰς ἄλλον τινὰ ἔπρεπε νὰ γράφεταί τι τοιοῦτον, καὶ ἰδοὺ εἰς τὸν πρόλογον τῆς ἐπιστολῆς τὴν ὁποίαν πρὸς ἐμὲ αὐτὸν τὸν διαγορεύσαντα ἐπέμψατε, ἐφροντίσατε νὰ προσπήξετε ὑπερηφάνου προσηγορίας ῥῆμα, καθολικόν λέγοντές με Ἐπίσκοπον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ μὴ πράξῃ πλέον ἡ γλυκυτάτη μοι Ἁγιωσύνη σας, διότι περιαιρεῖαι ἀπὸ ὑμᾶς, ὅ,τι εἰς ἄλλον προσφέρεται ὑπὲρ τὸ δίκαιον, ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ζητῶ διὰ τῶν ὀνομάτων νὰ εὐτυχήσω, ἀλλὰ διὰ τῶν ἠθῶν, οὔτε νομίζω τιμὴν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν γνωρίζω ὅτι οἱ ἀδελφοί μου ἀποβάλλουσι τὴν ἰδικών των. Διότι ἡ τιμὴ ἡ ἐμὴ εἶναι ἡ τῶν ἀδελφῶν μου στερεὰ δύναμις. Τότε ἐγὼ ἀληθῶς τιμῶμαι ὅταν ἀποδίδεται εἰς ἕνα ἕκαστον ἡ ὀφειλομένη εἰς αὐτόν τιμή, Διότι ἐὰν ἐμὲ ὀνομάζῃ ἡ Ἁγιωσύνη σας καθολικὸν Πάπαν, ἀπαναίνεται πλέον νὰ ἦναι αὐτὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁμολογεῖ περὶ ἐμοῦ. Ἀλλ' .απαγε τοῦτο! Μακρὰν ἀπὸ ἡμᾶς ὀνόματα τὰ ματαιότητα ἐμφυσῶντα καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπην τιτρώσκοντα, γνωρίζει δὲ ἡ Ἁγιωσύνη σας ὅτι εἰς τὴν ἐν Χαλκηδόνι ἁγίαν σύνοδον καὶ μετὰ ταῦτα ὑπὸ τῶν ἑξῆς πατέρων ἐπροσφέρθη τὸ ὄνομα εἰς τούς προκατόχους μου, ἀλλ' οὐδείς ἐξ αὐτῶν ἠθέλησε νὰ τὸ μεταχειρισθῇ, καθότι ἤθελαν ἀγαπῶντες ἐν τῷ παρόντι αἰῶνι τῆν τιμὴν τῶν ἱερέων ὅλων, τὴν ἰδίαν αὐτῶν νὰ φυλάξωσι παρά Θεῷ τῷ Παντοκράτορι”.

 

134 Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σελ. 386 στήλη 2: “Sed Doctor applaudens Romano Episcopo, vocat eum Summum Pontificem, contra Africanum Concilium, quod dist. 99 dicit: Primae Sedis Episcopus non appelletur Princeps Sacerdotum, aut summus Sacerdos, aut aliquie hujusmodi, sed tatnum primae Sedis Episcopus.Universalis autem nec etiam Romanis Pontifes appelletur. Ecce, istud Concilium est directe contra Doctorus stilum adulatorium. Similiter cum dicit: Habens omnimo totalem et universalem potestatem, loquitur contra illud dictum Gregorii dist. 99. (Βλ. Προηγουμενη υποσημείωση)

...Penset haec Doctor adulationis oleo Papam liniens. Et nos pensemus, quod non Papa pro nobis crucifixus est, nec Paulus, nec Petrus, quamvis ipse Paulus in Roma decollatus sit, et Petrus crucifixus pro legesummi Pontificis Domini Jesu Christi. Ergo non Paulum, nec Petrum nec alium Sanctum, et omnino nec Papam, vel alium Praelatum superstitem rogare debemus pro indulgentii et remissione omnium peccatorum”.

Σελ. 387 στήλη 2 “...Et tamen verum est, quod Rom. Pont. Vere consessum et contritum potet a culpa et poena damnationis absolvere, sed non ab omni poena purgationis, nisi poenitens satisfecerit pro peccato. Potestautem fieri illa satisfactio multipliciter, vel per magnam mentis compuctionem, per jejenium vel orationem, per eleymosynam, vel quemlibet effectum Deo placabilem, qui magis placeret offendo Domino, et plus prodesset Ecclesiae Sponsae fuae”.

135 J. Losserth (ed), Beiträge zur Geschichte der hussitischen Bewegung IV. Die Streitschriften und Unionsverhandlungen zwischen den Katholiken und Hussiten in den Jahren 1412 und 1413, στη σειρά Archiv für Oesterreichische Geschichte Band 75, Wien 1889, s. 337: “Si igitur papa succesor Petri, habens claves regni celorum Petro a Christo traditas, non habet in hoc auctoritatem et potestatem ecclesiasticam plenissimam iuste iudicandi, vindicandi et puniendi excessus et negligencias, peccata et crimina, iniurias et offensas in regno celorum super terras admissas et ab alia parte misericorditer et graciose parcendi et remittendi iniurias et offensas et penas debitas donando indulgencias et remissiones, cum in regno terrarum temporalium regum vicarii officiales habeant a regibus huiusmodi auctoritates et potestates, quomodo staret veritas illorum textuum iam allegatorum? Quales enim essent iudices ecclesiastici, Petrus et alii apostoli, papa et alii inferiores episcopi, si non possent circa delinquentes in regno celorum et iuste et misericorditer in exercio sui oficii agere, igitur etc”.

136 Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σελ. 389 στήλη 1: “Sicut ergo Petrus ex datione Christi duas claves habuit, scilicet potestatem et scientiam; sic Vicario Petri et cuilibet Presbytero necessariae sunt illa claves: Potestatet ut habeatm in quantum Sacerdos: et Scientiam, cognoscendo Decalogum. Quia impossibilem est quenquam contra Deum delinquere, nisi peccet in praevaricationem Decalogi, vel peccet venialiter contra illum. Quia hoc esset Proditorem Dei blaspheme defendere contra ipsum (Deum) sed consistit in sancta exhortatione non amplius sic peccandi, et in sancto consilio, per hoc remedia aptandi”.

137 Petrus Lombardus, Sententiarum Libri Quatuor liber IV dist. XVIII cap. II De Clavibus: “Claves iste non sunt corporales, sed spirituales, scilicet discernendi scientia, et potentia judicandi, id est ligandi et solvendi; qua dignos recipere, et indignos debet excludere a regno ecclesiasticus judex, qui sicut habet jus ligandi, ita solvendi” (PL 192 col. 885.1

138 Ο. π. Σελ. 389 στήλη 2: “Supposito ergo quod Romanus Pontifex habeat duas claves, scientiam et potentiam, ponat eas ad practisam, sicut Petrus, et praesertim dicat offerenti sibi pro potestate Episcopatus, vel alterius officii, sicut dixit Petrus Simoni: Pecunia tua tecum sit in perditionem”.

139 Ο. π. Σελ. 390 στήλη 2: “Et utrumque sit tambene, quam male, ut I Cor. 2. Spiritualis judicat omnia, id est, actu rationis discernit, et illo judicio oportet et Laicum judicare opera sui Praepositi, sicut et Paulus judicavit opera Petri corripiendo, ad Gal. Secundo: Cum vidissem, inquit quod non recte ambularet ad veritatem Evangelii, dixi Ciphae coram omnibus: Si tu, cum Judaeus sis, gentiliter vivis et non judaice, quomodo cogis gentes judaisare. Debet etiam secundo Laicus judicare perversum Praepositum ad fugiendum, cum Matt. 7. dixit Christus: ..Tertio etiam debet Laicus judicare ad spiritualiter proficiendum, et corporaliter benefaciendum.

140 Ο. π. Σελ. 391 στήλη 1: “Et si dixerint Sacerdotes Laicis: Quid vobis pertinet de vita vel operibus nostris discernere? Possunt Laici rationabiliter dicere: Quid ad nos pertinet decimas et alias eleymosynas a nobis recipere, cum nec seculares Domini recipiunt reditus a suis subditis, nisi propter regimen et defensionem ab hostibus, quae rependunt”

141 J. Losserth (ed), Beiträge zur Geschichte der hussitischen Bewegung IV. Die Streitschriften und Unionsverhandlungen zwischen den Katholiken und Hussiten in den Jahren 1412 und 1413, στη σειρά Archiv für Oesterreichische Geschichte Band 75, Wien 1889, s. 337-8: “Quod papa possit evocare personas fidelium et postulare subsidia temporalia ad defendendum statum militantis ecclesie, sedem apostolicam urbem Romam et partes adiacentes bona ecllesie et ad frenandum, compescendum et revocandum adversarios et inimicos christianos et eos corporaliter puniendum et incorrigibiles exterminandum et supplicio mortis torquendum patet, nam Moyses, qui cum Aaron est in sacerdotibus Domini, ut dicitur in Ex. XXXII. …Et ait Moyses. Consecrastis manus vestras hodie Domino unusquique in filio et fratre suo, ut detur vobis benedictio.

...Item, Finees filius Eleazari, filii Aaron sacerdotis arrepto pugione ingressus est pot virum Israelitam in lupanar ( σημ.τ.μετ. Αριθμ. 25,7,8,10,11,12,13)

...Item Elyas propheta Domini prophetas Baal quadrigentos quiquaginta viros interfecit circa torrentem Cison (σημ. τ. μ. Γ΄ Βασ. 3).

...Item, bis quiquaginta milites ignem faciens per oracionem descendere de celo (Δ’ Βας. 1)

...Item, Mathathias et filii ejus zelantes legem Dei et pugnantes bella Domini plurima eciam manibus occiderunt (Σημ. τ. Μετ. Στο χειρόγραφο υπάρχουν και άλλες αναφορές, οι οποίες αγνοήθηκαν από τον εκδότη Johann Loserth - werden noch zahlreiche Belegstellem aus dem alten und neuen Testamente angeführt, die hier übergangen werden können).

Ex his et pluribus locis sacre scripture et omnino sacrorum canonum patet, quod papa de plentitudine potestatis, quam habet, potest hec predicta in principio posita”

 

142 Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σελ. 393 στήλη 2: “Primo notandum est, aliud est pugnare, et aliud ad pugnandum consulere; aliud Clericum pugnare, et aliud Laicum; aliud Levitam vel Sacerdotem pugnare, et occidere hominem in veteri Testamento, et aliud in novo; aliud ex mandate Dei expresso, et aliud praeter Dei mandatum expressum; aliud in causa Dei, et aliud in causa et autoritate propria”.

143 Ο. π.: “Secundo noto et suppono, quod tres conditiones rectificant justum bellum, scilicet, justa vindicatio, licita autorisatio, et recta intentio. Patet suppositio, quia non nisi cum istis licet cuiquam proximum debellare. Oportet enim juxta primam conditionem bellarem esse in gratia, et habere justitiam ad Dominum vel injuriam vindicandam, etiam secundum jura humana, sed praesertim divina, quia aliter injuste facit, quicquid facit. …

σελ. 394 στήλη 1. Nemo enim debet se bello (quod est periculum mortis) exponere, nisi in causa, in quia mortuus foret Martyr, sed hujusmodi non sunt terrena possesio, arbitio, vana glorio, sive vindicta propria, ergo conclusio vera. …

Et quad secundam conditionem patet, quod non licet cuilibet personae de populo bella suscitare, imo nulli cuiadest facultas secundum legem humanam, vel divinam, habere aliunde justitiae complementum….

Ubi vult dicere, quod bellum non est per se bonum, sed mediare debet ad Pacem, sicut incsio vel amara potio ad corporis sanitatem.

Tertia conditio principaliter et finaliter bellum rectificat, sicut quodlibet opus justum. … Oporrtet ergo intentionem cujuscunque bellaris purgari a putredine vanae famae, a damnandi libidine, a zelo propriam injuram vindicandi,, et ire posttposita, a cupiditate temporalia perquirendi. Et indui intentionem divini honoris, intendendo ex utraque parte bonum virtutis, vindicationem divinae injuriae, et cum inturbata militia haberem intentionem merendi bona patriae.

144 Ο. π.: “tertio noto et suppono, quod aliud est dicere: Papa potest evocare personas fidelium et postulare subsidia, et caetera, ut dicunt verba Doctorum, et aliud est dicere, quod Papa licite evocat personas fidelium et postulat subsidia ad exterminum suorum hostium. …

σελ. 394 στήλη 2 ...Et haec tria, scilicet haeresim, hostilitatem Ecclesiae, et excommunicationem autorisat Papa in Bulla, esse in Ladislao et suis complicibus, dum districte praecipiendo mandat ipsum denunciare, esse ecommunicatum, perjurum, schismaticum et blasphemum, relapsum haereticum, haereticorum fautorem, reum criminis laesae Majestatis, conspirationem etiam contra nos et eandem Ecclesiam, ac reum perjuri, ac ipsum suosque complices adhaerentes et sequaces, tanquam haereticos puniendos.

145 Ο. π. Σελ 395 και στις 2 στήλες. Δεν παραθέτουμε αναλυτικά τα αποσπάσματα λόγω έκτασης.

146 Ο Hus αναφέρεται στην επιστολή του Βερνάρδου του Κλαιρβώ προς τον πάπα Ευγένιο Γ΄, πνευματικό του τέκνο, καθώς ο τελευταίος προέρχονταν από τις τάξεις των κιστερκιανών μοναχών. Στο τέταρτο βιβλίο της επιστολής κεφάλαιο Γ΄ παράγραφος 3, γράφει ο Βερνάρδος: “Με συμβουλεύεις”, λες, “να θρέψω δράκους και σκορπιούς, όχι αμνούς”. Γι’ αυτό το λόγο, απαντώ, να επιτεθείς σε αυτούς, αλλά με τον λόγο, όχι με τη μάχαιρα. Γιατί να προσπαθήσεις πάλι να χρησιμοποιήσεις τη μάχαιρα, την οποία εκλήθης μια και καλή να βάλεις στο θηκάρι; Και αν κάποιος αρνούνταν ότι έχεις τη μάχαιρα, μάλλον πως δεν δίνει αρκετή προσοχή στα λόγια του Κυρίου “βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην” (σημ. τ. μ. Ιωαν. 18,10). Σ’ εσένα, όμως, ανήκει η μάχαιρα, και αν έβγαινε από το θηκάρι, θα ήταν με την συναίνεση αλλά όχι με το χέρι σου. Διαφορετικά, αν δεν άνηκε σε εσένα, δεν θα έλεγαν οι απόστολοι “ἰδοὺ μάχαιραι ὧδε δύο” και ο Κύριος δεν θα είχε απαντήσει “ἱκανόν ἐστι” (σημ. τ. μ. Λουκ 22,38). Θα είχε πει “είναι πολλές”. Και οι δύο μάχαιρες ανήκουν στην Εκκλησία, η πνευματική και η υλική˙ η μία πρέπει να χρησιμοποιείται για την υπεράσπιση της Εκκλησίας, η άλλη πρέπει ακόμα και να εξοβελιστεί από την Εκκλησία˙ τη μία κραδαίνει ο ιερέας, την άλλη ο στρατιώτης, με την άδειά σου φυσικά, κατά την εντολή του αυτοκράτορα. Περισσότερα γι’ αυτά αλλού.

Saint Bernard, On Consideration, (trans) George Lewis, Oxfeord: Clarendon Press 1908, p. 104.

Από το Βιβλίο Γ’ κεφ.1 §1: Οι πρόγονοί σου ήταν προορισμένοι να νικήσουν όλον τον κόσμο, όχι μόνο κάποια τμήματα αυτού. “πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα” ήταν η εντολή που τους δόθηκε. Πραγματικά πούλησαν τα υπάρχοντά τους και αγόρασαν μάχαιρες, την φλογερή ευφράδεια, και το ενθουσιώδες πνεύμα, όπλα πανίσχυρα στα μάτια του Θεού. Και πού δεν πήγαν αυτοί οι φωτεινοί κατακτητές, αυτοί οι υιοί του δυνατού*; Και που δεν έστειλαν τα βέλη τους τα ἠκονημένα, σὺν τοῖς ἄνθραξι τοῖς ἐρημικοῖς (σημ. τ. μ. Ψαλμ. 119,4); Πράγματι, “εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν” (σημ. τ. μ. Ψαλμ. 18,5). Αυτά τα πύρινα λόγια, τα οποία ο Κύριος έστειλε στη γη, έκαναν τις καρδιές των ανθρώπων να καίνε κατάβαθα. Αυτοί οι ακάματοι στρατιώτες έπεσν στο πεδίο της μάχης, αλλά ανίκητοι· θριάμβευσαν ακόμη και στον θάνατο. Η κυριαρχία τους επί πάσα την γη, κατεστάθησαν “ἄρχοντας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν” (Σημ. τ. μ. Ψαλμ. 44,17).

*Η αναφορά γίνεται στον Ψαλμ 126,4 : “ὡσεὶ βέλη ἐν χειρὶ δυνατοῦ, οὕτως οἱ υἱοὶ τῶν ἐκτετιναγμένων”, αλλά ο Βερνάρδος χρησιμοποιεί το εβραϊκό κείμενο, όπου γράφει “οι υιοί της νεότητος”, διότι θεωρεί ότι οι εβδομήκοντα παρεξήγησαν την ερμηνεία και μετάφρασαν “εκτετιναγμένων” στα λατινικά “filii excussorum”. Ο άγιος Ιερώνυμος στην επιστολή του προς την Μαρκέλλα δεν θεωρεί τους αποστόλους ως “εκτετιναγμένους”, αλλά ως αυτοί που τινάζουν την σκόνη από τα ιμάτιά τους, στα λατινικά excutientes.

Στην συνέχεια ο Hus αναλύει ποιες είναι αυτές οι δύο μάχαιρες.

Εδώ να πούμε ότι το πρώτο απόσπασμα του Βερνάρδου του Κλαιρβώ, το οποίο μιλάει για τις δύο μάχαιρες, ο πάπας Βονιφάτιος Η’ το ενσωμάτωσε αυτούσιο στην περίφημη βούλα του Unam Sanctam το 1302 μ. Χ. Αλλά ο πάπας ξεπερνά κατά πολύ τον Βερνάρδο, όταν λέει: “Η μία μάχαιρα οφείλει να είναι υποδεέστερη της άλλης, και η κοσμική εξουσία να είναι υπήκοη στην πνευματική” (Opertet autem gladium esse sub gladio, et temporalem spirituali subici potestati). Ο Roberto Bellarmino στο έργο του De Romano Pontifice δεν βρίσκει καμία σχέση μεταξύ της ερμηνείας του Βερνάρδου ή του Βονιφάτιου με αυτό που είπε ο ευαγγελιστής Λουκάς . Προσθέτει: “ο άγιος Βερνάρδος και ο πάπας Βονιφάτιος ερμήνευσαν με μυστικιστικό τρόπο το εδάφιο· δεν εννοούσαν με κανέναν τρόπο, ότι ο πάπας είχε και τις δύο μάχαιρες κατά τον ίδιο τρόπο, αλλά με διαφορετικό τρόπο, όπως θα εξηγήσουμε αργότερα” (Lib. V cap 5).

 

147 Ο. π. Σελ 397 στήλη 2: “Mitte gladium tuum in vaginam, fundantur dicte Bernhardi et aliorum, quod illicitum est Clerico, et specialiter Papae, pugnare. Dicit enim lib. 4 ad Eugenium, quod Papa nedum debet oves pascere, sed dracones et scorpiones aggredi, sed verbo, non ferro. …

σελ. 399 Στηλη 2: “Ideo docet Lucae 14 Dominus, ut compellatunt intrare ad coenam, sed aliud est compellere, aliud exterminare, vel occider, ut dicit notabile primum cap. 12”

148 Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σελ. 405 στήλη 2: “Et quad principium istiuslongae conclusionis dicitur, quod ex nullis locis scripturae Sacraadductis, nec ex Canonibus allegatis, patet clare,quod Papa de plenitudine potestatis, quam habet, potest licite crucem in Christianos ertgere, et ipsorum exterminium sub obtentu remissionis omnium peccatorum a poena et a culpa autenticare, ut est superius, et in materia de Indulgentiis plenius declararum. …

Non enim Episcopi tantum debent esse chartarum, sed etiam defensores Ecclesiarum,...Nam, armamilitia nostra non sunt carnalia, … Arma autem spiritualia tangit Apostolus Ephes. 6, dicens...”

149 Historia et Monumena Joannis Hus atque Hieronymi Pragensis, confessorum Christi, Νυρεμβεργη: τύποις Joannis Montani & Ulrici Neuberi 1715, σελ. 408 στήλη 2: “Sed nec vetus lex, nec nova docet, ur Sacerdos imponat homini onus poenitentiae quodcunque voluerint, et quod pro data pecunia det sibi remissionem plenissimam omnium peccatorum a poena et a culpa”

150 Scott Hendrix, Luther and the Papacy: Stages in a Reformation Conflict, Philadelphia: Fortress Press 1981, pp. 68-69

151 Τα γεγονότα πριν την αντιπαράθεση στο David Bagchi, Luther’s Catholic Opponents, εν The Reformation World, (ed) A. Pettegree, New York: Routledge 2000, pp. 97-108.

152 Disputatio Iohannis Eccii et Martini Lutheri Lipsiae habita 1519, εν Martin Luther’s Werke, Kritische Gesamtausgabe 2 (WA 2, σειρά Schriften 4.1.2), Weimar: Hermann Böhlau 2003, ss. 255-256

Η εκκλησιολογία του Eck στο Remigius Bäumer, Die Ekklesiologie bei Johannes Eck, εν Johannes Eck (1486-1543) im Streit der Jahrhunderte, (ed) E. Iserloh, Münster: Aschendorff 1988, ss. 129-154.

153 Disputatio Lipsiae habita, s. 275 Ο Eck παρέθεσε ως αποδεικτικά στοιχεία, τα πρακτικά των συνόδων της Κωνσταντίας και της Βασιλείας, καθώς και κείμενα των Ιωάννη της Ραγούσα, Nicolas Cusa και Giovanni da Capistrano. O. π. s. 283.

154 S. Harrison Thompson, Luther and Bohemia, εν Archiv für Reformationsgeschichte 44 (1953), ss. 160-181.

155 Disputatio Lipsiae habita, s. 279.

156 Disputatio Lipsiae habita, s. 287.

157 Disputatio Lipsiae habita, s. 294.

158 Scott Hendrix, Luther and the Papacy: Stages in a Reformation Conflict, Philadelphia: Fortress Press 1981, pp.88-89.

159 Martin Luther, Briefe an Johannes Staupitz (Oct. 3, 1519), εν Martin Luther’s Werke, Kritische Gesamtausgabe - Briefwechsel (WABr 1, σειρά 3.1), Weimar: Hermann Böhlau 2002 s. 514.

160 S. Harrison Thompson, Luther and Bohemia, εν Archiv für Reformationsgeschichte 44 (1953), s. 170.

161 Václav Roždalovský, Briefe an Luther (Juli 17,1519), εν Martin Luther’s Werke, Kritische Gesamtausgabe - Briefwechsel (WABr 1, σειρά 3.1), Weimar: Hermann Böhlau 2002 s. 418.

162 Václav Roždalovský, Briefe an Luther (Juli 17,1519), εν Martin Luther’s Werke, Kritische Gesamtausgabe - Briefwechsel (WABr 1, σειρά 3.1), Weimar: Hermann Böhlau 2002 s. 419.

163 M. Iohannis Huss, De Causa Bohemica, Hagenau: Thomas Anshelm 1520.

M. Iohannis Huss, Liber Egregius de unitate Ecclesiae, Cuius autor periit in consilio Constantiniensi, Basel: Adam Petri 1520.

Ο Λούθηρος στην επιστολή του προς τον Γεώργιο Spalatin δηλώνει ότι η έκδοση του Hagenau είχε τιράζ 2000 αντίτυπα, γεγονός που φανερώνει ότι υπήρχε προσδοκία για ευρεία κυκλοφορία του βιβλίου.

Martin Luther, Briefe an Georg Spalatin (Feb.,1520), εν Martin Luther’s Werke, Kritische Gesamtausgabe - Briefwechsel (WABr 2, σειρά 3.2), Weimar: Hermann Böhlau 2004, s. 60.

Και στις δύο εκδόσεις δεν αναφέρεται το όνομα του Hus στις σελίδες του τίτλου, αλλά υπάρχει η εξής προτροπή: “Σε παρακαλώ ευγενικέ αναγνώστη να δώσεις προσοχή, όχι στο ποιος μιλάει, αλλά στο τί λέγεται”.

Για τον λόγο αυτό λείπουν οι συνηθισμένες σε αυτές περιπτώσεις εισαγωγές και πρόλογοι.

164 Το κείμενο της βούλας στο Quellen zur Geschichte des Papsttums, Band 1, ss. 504-513. Η αναφορά στη σελίδα 505.

 

  © 2022 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου,
κατόπιν αδείας του διαχειριστή του ιστοχώρου,
αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές, που πιθανόν να το αλλοιώνουν, για μη εμπορικούς σκοπούς,
με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:
https://www.impantokratoros.gr/C1AD3E05.el.aspx

 





Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.4 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης