Η έκφανση μιας διχαστικής ρητορικής αντιθέσεως στον εκκλησιαστικό χώρο

Προβληματισμοί επί του άρθρου του Διευθυντού Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου
κ. Βασιλείου «Οι πένθιμες καμπάνες του Θανάτου και οι καμπανάρηδες της ζωής»

του Χρήστου Μπονατάκη
[email protected]

Πρόσφατα ήρθε στη δημοσιότητα άρθρο του Διευθυντού Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος κ. Βασιλείου, με τίτλο «Οι πένθιμες καμπάνες του Θανάτου και οι καμπανάρηδες της ζωής», το οποίο προκάλεσε ποικίλους σχολιασμούς εντός και εκτός του εκκλησιαστικού χώρου. Εννοείται ότι το να εκφέρει κάποιος άποψη για το αν συμφωνεί ή όχι με τις πένθιμες καμπάνες ως αντίδραση για τις εξελίξεις στη ‘Συμφωνία’ των Πρεσπών, αυτό από μόνο του δεν αποτελεί φυσικά κάτι το μεμπτό. Ο καθένας έχει κάποια θέση και οπτική. Και ανεξάρτητα από το πού κλίνουν οι διάφορες απόψεις, παραπλανημένοι ίσως και πολλοί περί των πραγματικών διαστάσεων και συνεπειών της ‘Συμφωνίας’, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι και οι μεν και οι δε, ενδέχεται να ενεργούν και να εκφράζονται εξ’ ίσου προς δόξαν Θεού.

Δεν αμφισβητείται δηλαδή ότι πράγματι ο αρθρογράφος καθώς και πολλοί άλλοι που διατυπώνουν την ίδια άποψη -έστω με μια εσφαλμένη ενδεχομένως προσέγγιση- αποσκοπεί όπως και ο ίδιος διευκρίνισε «στην καταλλαγή των παθών» και την αποφυγή του διαφαινόμενου «εθνικού διχασμού». Είναι άλλωστε λογικό στα πλαίσια μιας κοινωνικοπολιτικής αναταραχής και ενός εγειρόμενου ζητήματος, να υπάρχουν ποικίλες απόψεις, αντιδράσεις, ενίοτε συγχύσεις, πολώσεις, ‘τάσεις’ για απολυτοποιήσεις, φυσικά όλα αυτά να ‘αρδεύουν’ το δημόσιο λόγο κοκ. ‘Κοινωνούμε’ όμως ανθρωπίνως τις ίδιες αγωνίες ενώπιον της όξυνσης των παθών, της επαπειλούμενης αποσταθεροποίησης, του κινδύνου του διχασμού και εν γένει των ακροτήτων· συμπάσχουμε.

Ο προβληματισμός από τον οποίο προέκυψε το παρόν κείμενο (μέσα βεβαίως από την οπτική ενός απλού πιστού και πολίτη) εστιάζεται κυρίως στην εκτίμηση ότι στην επιχειρηματολογία, την προσέγγιση και στα διατυπωθέντα ή ‘απηχούμενα’ συμπεράσματα, ‘συμπυκνώνεται’ μία ολόκληρη διαλεκτική αντίθεση και σύγκρουση στη χώρα μας (κι όχι μόνο), αναπτυσσόμενη και εντός του εκκλησιαστικού χώρου και που στο βαθμό στον οποίο αυτή διατηρείται και οξύνεται, τόσο εγγύτερα ευρισκόμαστε ή ‘εγκλωβιζόμαστε’ σε συγκρουσιακά φαινόμενα, μη ‘αρδευόμενα’ φυσικά από ενότητα, αγάπη, σύνεση και αλήθεια· προοπτική από την οποία θέλουμε όλοι -κι ο σεβαστός αρθρογράφος κ. Βασιλείου φυσικά- να αποφύγουμε.

Επίσης, το άρθρο φαίνεται ότι δεν περιορίζεται απλά στην κριτική, ή σε μια θεολογική-εκκλησιολογική προσέγγιση για τις καμπάνες που ήχησαν πένθιμα. Αναφέροντας ότι «η Εκκλησία χτυπά πένθιμα τις καμπάνες εκεί όπου κυριαρχεί ο Θάνατος και όχι εκεί όπου επιτυγχάνεται, έστω και μέσω αντιθέσεων, η Ειρήνη», στο σημείο αυτό αντανακλάται ότι προχωρεί σε αποτίμηση της ίδιας της επετειακώς και συμβολικώς υπογραφείσης στις Πρέσπες Συμφωνίας,[1] εκλαμβάνοντάς τη προφανώς ως μία, μέσω αντιθέσεων, επιτευχθείσα ειρήνη(;)[2] για την οποία και ευελπιστεί να είναι «μια νέα υπόθεση για όλους μας». (σε κάθε περίπτωση αυτό, είναι και το μόνο σίγουρο...) Ακριβώς από τις θέσεις αυτές φαίνεται να διέπεται το κείμενο στα επί μέρους σημεία του.

Α. Απουσία διακρίσεως εννοιών και πραγμάτων

Οφείλει εδώ να παρατηρηθεί ότι πολλές φορές κεντρικά μηνύματα ή το υπόβαθρο ενός κειμένου, ενός λόγου ή μίας ενέργειας, δεν είναι απαραίτητο να εντοπίζονται μόνο σε φανερές, σαφείς και ρητές αναφορές, αλλά πολύ συχνά, τα όποια μηνύματα ‘απηχούνται’ σε όσα δεν διατυπώνονται και δεν εντοπίζονται, εκεί όπου θα όφειλαν εξ’ ορισμού να υπάρχουν. Εκφράζονται δηλαδή, δια της ‘κραυγαλέας αποσιώπησής τους καθ’ ότι «το πιο δύσκολο πράγμα να κρυφτεί είναι κάτι που δεν υπάρχει». (EricH·ffer, Αμερικανός συγγραφέας & φιλόσοφος)

Εν προκειμένω επισημαίνεται ότι στο άρθρο απουσιάζει η οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ τυφλού-υπέρμετρου πατριωτισμού (εθνικισμού) και υγιούς πατριωτισμού (εθνισμού) ο οποίος και δικαιούται να διεκδικεί τα δίκαια-αυτονόητα ή να αντιστέκεται στην αδικία και τις επιβουλές, στην παραχάραξη της αλήθειας, στην υφαρπαγή της ταυτότητάς του και ο οποίος εθνισμός βέβαια σέβεται τις χώρες και τα δίκαια των ξένων, επιθυμεί να συνεργαστεί εποικοδομητικά και αδελφικά μαζί τους. Το γεγονός όμως ότι μεταξύ υγιούς εθνισμού-πατριωτισμού και ακραίων εθνικιστικών αντιλήψεων (ή νεοναζιστικών μορφωμάτων), κάποιες εστιάσεις περί έθνους-πατρίδας κτλ. τυγχάνουν παρόμοιες, αυτό βεβαίως δεν συνιστά ταύτιση ιδεών, υποβάθρου ή προοπτικής. Τόσο μόνο μοιάζουν, όπως κι ένα άλογο με μία αλεπού που έχουν μεν τέσσερα πόδια και τα δύο, όμως ...το άλογο είναι όχι μόνο ‘άδικο’ αλλά και παραλογισμός το να ταυτίζεται με την αλεπού...

Εκείνο που επίσης ‘ηχεί’ δια της απουσίας του είναι η οποιαδήποτε αναφορά ή συσχέτιση των αντιδράσεων της πλειοψηφίας των Ελλήνων και των της Εκκλησίας πιστών, με τα πρωτοφανή επί του ζητήματος δεδομένα, γεγονότα και παραμέτρους. Δημιουργεί δηλαδή ερωτήματα από μόνο του το γεγονός ότι πολλοί δείχνουν να απορούν για τη δημιουργηθείσα (καθολική ίσως) αντίδραση. Με άλλα λόγια, τι ακριβώς προσδοκά άραγε κανείς από την ελληνική κοινωνία όταν η προώθηση της «Συμφωνίας» -όπως είδαμε όλο το τελευταίο διάστημα- θεμελιώνεται σ’ ένα οπωσδήποτε ύπουλο και στα όρια της φαιδρότητας πολιτικό σκηνικό και παρασκήνιο, σε πρωτοφανείς μηχανορραφίες, σε ‘κουρέλιασμα’-καταστρατήγηση θεσμών, δημοκρατικών διαδικασιών, του Συντάγματος, της λαϊκής βούλησης (αμφοτέρων των Ελλήνων και των Σκοπιανών[3]), κάθε ήθους ή αξιοπρέπειας στην πολιτική ζωή, της κοινής ακόμα λογικής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· στην παραχάραξη (και φυσικά την παραχώρηση) εννοιών και πραγμάτων, ιστορικών-επιστημονικών δεδομένων; Όταν επίσης θεμελιώνεται σε ‘γκεμπελική’ θα λέγαμε προπαγάνδα, στην άγνοια και βεβαίως, σε εκβιαστικά προς την κοινωνία διλήμματα, στην εξύβριση και κατασυκοφάντηση κάθε πηγής αντίδρασης και ‘επενδυόμενη’ τελικά και με μια εθνοδιχαστική ρητορική;;

Παράλληλα, δεν θα πρέπει να αγνοείται και η εξής παράμετρος: ότι εν προκειμένω η όλη προβληματική της ‘Συμφωνίας’ των Πρεσπών επί της οποίας προέκυψαν έντονες αντιδράσεις και εντός της Εκκλησίας, αφορά μια περιοχή απ’ τις πλέον ‘ταλαιπωρημένες’ και μαρτυρικές που επί μακροτάτη ιστορική περίοδο ‘πότισε’ αίμα, δάκρυα, επιβουλές και δόλιες διεκδικήσεις και που έπειτα απ’ όλα αυτά -κατά πολλούς έγκριτους αναλυτές- φαίνεται να δημιουργούνται ξανά, προϋποθέσεις τουλάχιστον προς την ίδια κατεύθυνση. Κύριος δε ‘μοχλός’ αυτής της εξέλιξης ...το ίδιο το ελληνικό κράτος! Tα παραπάνω στο σύνολό τους, δεν θα ήταν συνετό και δίκαιο να αποσιωπούνταν κατά την ερμηνεία και κριτική προσέγγιση των διαφόρων αντιδράσεων.

Τα συμπεράσματα -όπως τουλάχιστο αποτυπώνονται στο άρθρο- μοιάζουν τελικά, μεταξύ άλλων, να είναι ουσιαστικά και ένα ...‘κατηγορητήριο’ (έως και υβρεολόγιο), αδιακρίτως εναντίον όλων όσων διαφωνούν και αντιστέκονται (ως οφείλουν ίσως) στην εν λόγω ‘Συμφωνία’ και υποστηρίζουν την (αποκλειστική) ελληνικότητα της Μακεδονίας. Στο δε ‘κατηγορητήριο’ ούτε λίγο-ούτε πολύ, φαίνεται επίσης μεταξύ άλλων να τους προσάπτονται τρόπον τινά ...‘όλα’ τα εγκλήματα που είδε η ανθρωπότητα τους τελευταίους 2 αιώνες! Παρουσιάζονται δηλαδή ως εμφορούμενοι από: «ιδεολογήματα μίσους των εθνικιστικών διαχωριστικών γραμμών». Από «εμμονή στον υπέρμετρα αρρωστημένο πατριωτισμό από τους κάθε λογής πατριδοκάπηλους» ο οποίος «δεν οδηγεί πουθενά παρά μόνον στην επανάληψη λαθών του παρελθόντος τα οποία οδήγησαν Έθνη ολόκληρα σε Ολοκαυτώματα». Δεν αγωνίζονται «για την επικράτηση της Ειρήνης» αλλά καταλήγουν ουσιαστικά να γίνονται «υμνητές τού πολέμου». Ακόμα και ως υποδαυλίζοντες το ενδεχόμενο να ξαναζήσει «και πάλι ο κόσμος νέα Ολοκαυτώματα Εθνών»!

Στο σημείο αυτό ακριβώς όμως, αγνοείται επίσης ολοκληρωτικά στο εν λόγω άρθρο ότι οι φασιστοειδείς αντιλήψεις και πρακτικές δεν περιορίζονται στις ακραίες ιδεολογίες με εθνικό μόνο πρόσημο (που φυσικά είναι καταδικαστέες), αλλά δύνανται να υπάρχουν εξ’ ίσου και στις έχοντες, όπως και η σημερινή μας κυβέρνηση, ταξικό πρόσημο-‘μανδύα’(ή «αριστερόστροφο», όπως επεσήμανε ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης), από τους ιδεοληπτισμούς άλλωστε των οποίων κατά τον τελευταίο αιώνα ...‘χόρτασε’ εξ’ ίσου ο πλανήτης ολοκληρωτισμό, εγκλήματα σε ‘ημερήσια διάταξη’, τρομοκρατία, διχασμούς, δυστυχία και μάλιστα, με μεγάλη ‘συνέπεια’ όπου και όποτε κι αν αμφότερα τα ιδεολογικά αυτά προτάγματα αξίωσαν την ‘πιστή’ εφαρμογή τους.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι η ελληνική Πολιτεία δια της σημερινής κυβερνήσεως, εκτός από το ότι μέσα σε μόλις 4 χρόνια διακυβέρνησης κατάφερε να ‘αναστήσει’ στη χώρα μας αντιλήψεις, πρακτικές και τάσεις που θεωρούσαμε δεκαετίες τώρα σχεδόν ‘ενταφιασμένες’, μοιάζει να έχει απροκάλυπτα πλέον καταστεί ‘εχθρός’ του ελληνικού έθνους και των ιδίων της των πολιτών. Μια πραγματικότητα, η αποκορύφωση της οποίας αντανακλάται και στη σύντομη, γνωστή και στα όρια του εθνικού διασυρμού, πρόσφατη συνομιλία μεταξύ του Πρωθυπουργού μας κ. Τσίπρα και άλλων ηγετών στην Ευρώπη, όπου μεταξύ άλλων, ερωτηθείς εάν η πλειοψηφία των Ελλήνων είναι μαζί του για το «μακεδονικό» ζήτημα, ο ίδιος απάντησε, υποδεικνύοντας μάλιστα με το δείκτη του χεριού, ότι: «Nομίζω ναι, η πλειοψηφία των ανθρώπων που μπορούν να σκέφτονται και να ασκούν κριτική ...με το μυαλό τους»!! (Οποίος ...‘ηγέτης’! Οποία διαστρέβλωση... Οποία απαξίωση των πολιτών, των οποίων τα συμφέροντα και την αξιοπρέπεια υποτίθεται ότι υπερασπίζεται...)

Φαίνεται να συμβαίνει δηλαδή, ό,τι επισημαίνει ο καθηγητής-πολιτικός επιστήμονας κ. Γ. Κοντογιώργης. Ουσιαστικά δηλαδή «εχθρεύονται τόσο πολύ την κοινωνία ως πολιτισμική συνεκτικά κοινωνία με εθνικό προσδιορισμό και τις κληρονομιές της και την ιστορία της». Η επιχειρούμενη αποδόμηση της ιστορικής μνήμης των νεοελλήνων, αποσκοπεί ακριβώς στη διάρρηξη της σχέσης τους από αυτά ακριβώς τα στοιχεία. Το ανησυχητικό είναι ότι και ο ίδιος ο λαός μοιάζει να διακατέχεται από αδυναμία έως απροθυμία να γνωρίσει και να διδαχτεί από την ιστορική αλήθεια, ειδικά την πρόσφατη, γεγονός που θα επέτρεπε να κατανοείται και να προσεγγίζεται η σύγχρονη πραγματικότητα με περισσότερη αυτογνωσία, σύνεση, όσο και ασφάλεια.

Απορίες κατά τη γνώμη μου, ίσως και κάποια σύγχυση, δημιουργούν στο άρθρο και οι περί ‘φωτός-σκοταδιού’ αναφορές, καθ’ ότι -τουλάχιστο στο βαθμό που αυτές χρησιμοποιούνται εν σχέση με το υπό του άρθρου, εξεταζόμενο ζήτημα- είναι ενδεχομένως ασύνδετες, αν όχι εσφαλμένως χρησιμοποιηθείσες. Αναφέρεται δηλαδή στο κείμενο μεταξύ άλλων ότι «θα πρέπει όλοι μας να καταλάβουμε ότι ο κόσμος μας θα γίνει καλλίτερος όταν όλοι μαζί αγωνιστούμε και καταφέρουμε να καταργήσουμε το σκοτάδι και να δώσουμε στον κόσμο, το Φως της ζωής». Αναρωτιέται όμως εδώ εύλογα κανείς: Πώς εν προκειμένω θα εφαρμοστεί αυτό και θα επιτευχθεί η έλευση του Φωτός και κατάργηση του σκοταδιού; Δια της συσκοτίσεως; Δια της παραχαράξεως και της αδικίας; Δια των μηχανορραφιών; Δι’ αντιδημοκρατικών διαδικασιών; Με επιλεκτική έως ιδεοληπτικώς περιορισμένη στον ...«ξένο», διάθεση αδελφοσύνης, αγάπης και καταλλαγής; Δια του άκρατου υβρεολογίου των ‘αντιφρονούντων’; Στην περίπτωσή μας πάντως φαίνεται πως τείνει να επικρατήσει το ‘σκοτάδι’ στο οποίο και αντιστέκεται το σύνολο σχεδόν του κλήρου και του λαού (όχι βεβαίως ότι δεν οφείλεται εγρήγορση ώστε να μην διολισθήσει κανείς στο αντίθετο άκρο). Σε κάθε περίπτωση, γεγονός είναι ότι το Φως δεν φαίνεται έως τώρα τουλάχιστο να έχει καμία θέση κατά τη διαδικασία προώθησης, υπερψήφισης και έκβασης της εν λόγω ‘Συμφωνίας’! Αυτήν ακριβώς τη διάσταση έθεσαν και οι εκπρόσωποι της Ι. Κ. Αγ. Όρους στο συλλαλητήριο του Συντάγματος (20/1/19), οι οποίοι επεσήμαναν με έμφαση ότι για το «μακεδονικό»:

«Καμία λύση δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει, εάν δεν στηρίζεται επί της αληθείας»

Ένα άλλο σημείο που δημιουργεί επίσης κάποια ερωτήματα είναι μια επισήμανση η οποία και διατυπώνεται γενικά από μερικούς ανθρώπους, άλλοτε βέβαια εύστοχα, ενίοτε άστοχα ώστε τελικά να απομειώνεται και να αδικείται νομίζω και η πραγματική της διάσταση. Αναφέρεται στο κείμενο: «Χρέος μας είναι να αποβάλλουμε από την ζωή μας τα ιδεολογήματα μίσους των εθνικιστικών διαχωριστικών γραμμών, ότι, δηλαδή, ο ‘ξένος’ είναι η κόλασή μας...» Εδώ πάλι φαίνεται τουλάχιστο να απουσιάζει οποιαδήποτε διάκριση στις έννοιες που συνδέονται επί της επισημάνσεως. Ουσιαστικά έως και να εκβιάζονται οι όποιες αντίθετες απόψεις και αντιδράσεις. Είναι όμως ο «άλλος» ή ο «ξένος», παράδεισος ή κόλαση; Καταρχάς, όχι μόνο ο «ξένος», αλλά και ο οικείος ακόμη μπορεί ανθρωπίνως να αποτελέσει ‘κόλαση’ για κάποιον: «και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού»(Ματθ. ι΄ 36). Ταυτόχρονα φυσικά, ο «ξένος» δύναται όντως να λεχθεί ότι και «είναι ο Παράδεισός μας», με την έννοια ακριβώς που λέγεται και το «είδες τον αδελφό σου; Είδες τον Θεό σου!». Δηλαδή το να διακρίνει κανείς στο πρόσωπο του άλλου τον αδελφό του, το κατ’ εικόνα αλλά και καθ’ ομοίωσιν Θεού πλάσμα· τον άνθρωπο που αξίζει να αγαπηθεί όποιος κι απ’ όπου είναι, που έχει ασφαλώς τις ίδιες ανθρωπίνως ανάγκες, αγωνίζεται για την επιβίωση τη δική του και της οικογενείας του.

Μήπως όμως κάτι τέτοιο σημαίνει ότι δεν οφείλουν να διακρίνονται καταστάσεις, όπως εν προκειμένω για τη ‘συνθηκολόγηση’ των Πρεσπών και τις άδικες, επιζήμιες, μακροπρόθεσμα έως καταστροφικές για τα εθνικά συμφέροντα, απορρέουσες συνέπειες; Η αναγνώριση-‘κατανόηση’ από κάθε λογικό άνθρωπο (και ειδικά πολιτικό) ότι υπάρχουν γραμμές των συνόρων μεταξύ των δημιουργηθέντων κρατών και εξ’ αυτής της πραγματικότητας πλήθος κοινωνικοπολιτικών, εθνικών κ.α. δεδομένων, συσχετισμών αλλά φυσικά και υποχρεώσεων (πχ. η διασφάλιση των δίκαιων συμφερόντων των πολιτών, της σταθερότητας, η άμυνα σε οποιαδήποτε επιβουλή), μπορεί άραγε κάτι τέτοιο να φαίνεται ότι ταυτίζεται αυτομάτως με ...«ιδεολογήματα μίσους των εθνικιστικών διαχωριστικών γραμμών, ότι, δηλαδή, ο ‘ξένος’ είναι η κόλασή μας...»;; Ή με αδυναμία δήθεν των πιστών και των πολιτών να «καταλάβουν ότι είναι Δημιουργήματα τού ενός Θεού, χωρίς χρώμα και ...σύνορα»;;[4] Θα όφειλαν δηλαδή άραγε στο εξής πχ. οι εκπροσώποι μας (οι πολιτικοί γενικά), να προσέρχονταν στις διακρατικές ή διεθνείς διαπραγματεύσεις (π.χ. με την Τουρκία ή την Αλβανία), εφαρμόζοντας ‘τυφλά’ το ...«μακάριον εστί μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν»; (Πραξ. κ΄ 34) Ή ακόμα και το ««όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα ...στρέψον αυτώ και την άλλην. Και τω θέλοντι σοι κριθήναι και τον χιτώνα σου λαβείν ...άφες αυτώ και το ιμάτιον»; (Ματθ. ε΄ 39-40) [5]

Συμπερασματικά, η αγάπη, η υποχωρητικότητα και η καταλλαγή δεν εφαρμόζονται απροϋπόθετα και άνευ οποιασδήποτε διακρίσεως των περιστάσεων. Και αντιστρόφως, όταν διακρίνονται καταστάσεις ή προκύπτουν αντιδράσεις σε οποιασδήποτε φύσεως πρακτικά ζητήματα, αυτό δεν συνιστά -έτσι αδιάκριτα- και απουσία αγάπης, διάθεσης καταλλαγής και αδελφοσύνης. Οφείλει πάντοτε να μην αγνοείται και η του Χριστού προτροπή: «Αδελφοί, μη παιδία γίνεσθε ταις φρεσίν, αλλά τη κακία νηπιάζετε, ταις δε φρεσί τέλειοι γίνεσθε» (Α΄ Κορ. δ΄20) Οι δε ηγέτες (ή και πολίτες που διαφωνούν-αντιδρούν) όταν υπερασπίζονται τα δίκαια συμφέροντα του έθνους και (εν προκειμένω) διεκδικούν μια επωφελή και δίκαιη Συμφωνία, αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι .....θεωρούν τον ‘ξένο’ «κόλαση», ότι έχουν «ιδεολογήματα μίσους», ότι είναι «πατριδοκάπηλοι»...

Β. Όταν η Διεύθυνση της «υπηρεσίας επικοινωνίας της Αρχιεπισκοπής» τοποθετείται

Πέραν τούτων όμως, είναι η διακεκριμένη ασφαλώς ιδιότητα του Διευθυντού Γραφείου τύπου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος που προσδίδει και ένα ειδικότερο βάρος στα γραφόμενα εντός του άρθρου, το οποίο και υπογράφεται με την λόγω ιδιότητα. Και ναι μεν δεν χωρεί αμφιβολία ότι αποτελούν προσωπικές θέσεις (δεν διατυπώθηκαν φυσικά στα πλαίσια κάποιου ανακοινωθέντος της Ιεράς Συνόδου), πλην όμως είναι δικαιολογημένο λόγω της ιδιότητας και της δεδομένης στιγμής, τα όσα διατυπώνονται (η επιχειρηματολογία, οι αντιλήψεις και τα συμπεράσματα) να παραπέμπουν ‘συνειρμικά’ και να συνδέονται από πολλούς, εύλογα με αντιλήψεις και θέσεις που ενδεχομένως υπάρχουν εντός των κόλπων της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Εκ του αντιθέτου δηλαδή, στην κοινή γνώμη αυτή τη στιγμή, κάθε άλλο παρά εξάγεται ως συμπέρασμα ότι π.χ. η Αρχιεπισκοπή τάσσεται με το μέρος των Ελλήνων, ότι συμμερίζεται την αγωνία και συμπαρίσταται στη δίκαιη αντίδραση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού έθνους ανά τον κόσμο. Αυτά φυσικά, δεν συνιστούν προσπάθεια ‘τεχνητής’ δημιουργίας εντυπώσεων, αλλά μία προσεχτικότερη και δικαιότερη ερμηνεία και προσέγγιση περί τη δημιουργηθείσα σύγχυση.

Ο δε προβληματισμόςτων περί του άρθρου δημιουργηθέντων αντιδράσεων, οφείλειίσως να ‘εντοπιστεί’ κυρίως στο γεγονός ότι το χριστεπώνυμο πλήρωμα -οι Έλληνες- αισθάνονται θλίψη ...στην πιθανότητα και μόνο η τροφός του γένους Εκκλησία, σε αντίθεση με τα μέλη-τέκνα της και τα αυτονόητα, δίκαια αιτήματα ή αντιδράσεις τους απέναντι στη καταλήστευση και παραχάραξη της ιστορίας τους, της ταυτότητάς τους, της ιδίας της αλήθειας, μάλιστα με απρόβλεπτες συνέπειες, να φαίνεται ότι υιοθετεί την επιχειρηματολογία και την ακραία ρητορική των δια πάσης ραδιουργίας προωθούντων τη «Συμφωνία εθνικής μειοδοσίας», η οποία κατά τους εκπροσώπους της Ι.Κ. Αγ. Όρους στο συλλαλητήριο του Συντάγματος ...«παρά τις διάφορες συμβιβαστικές ερμηνείες που προτάθηκαν και σοφιστείες», «επιτρέπει το σφετερισμό ευαισθήτων ιστορικών δεδομένων από τη γείτονα χώρα και παραποιεί την ιστορία της Μακεδονίας μας». Και μάλιστα, συντασσόμενη εν προκειμένω με τα επιχειρήματα και τη ρητορική μιας κυβέρνησης ...‘ολετήρα’ των χρηστών και πολιτικών ηθών στη χώρα, του θεσμού της οικογένειας, της Παιδείας και δη της Ορθοδόξου χριστιανικής αγωγής, της ίδιας της επιστημονικής προσεγγίσεως και γνώσεως κατά την προώθηση των υπ’ αυτής κατατιθέντων νομοσχεδίων.

Οι Έλληνες (ακόμα και εκείνοι που ενδεχομένως δεν φαίνεται να έχουν μια ιδιαίτερα ‘πνευματική’ ζωή) έχουν ‘ριζωμένη’ τη συνείδηση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυτή κάτω από τη σκέπη της οποίας το ελληνικό έθνος δύναται πάλι και ξανά να διέλθει τις όποιες δοκιμασίες του· πραγματικότητα που όπως αποδεικνύεται και στις πρόσφατες λαοσυνάξεις για τη Μακεδονία, είναι εναργέστατη, βροντοφωνάζοντας μάλιστα σύσσωμοι στα συλλαλητήρια, τη βεβαιότητά τους ότι:

«Όταν το ράσο γίνεται σημαία ...τότε η νίκη είναι βεβαία»!

Όταν λοιπόν εκφράζονται χαρακτηρισμοί ως τους προαναφερθέντες από πηγή τόσο στενά συνυφασμένη με την ηγεσία της Εκκλησίας (μάλιστα, τη Διεύθυνση «υπηρεσίας πληροφόρησης και επικοινωνίας της Αρχιεπισκοπής»), τότε ακριβώς, δεν θα μπορούσε να μην δικαιολογείται και καθόλου, το να αναρωτιούνται τουλάχιστο οι Έλληνες και χριστιανοί, εάν η συγκεκριμένη προσέγγιση, ρητορική και τα συμπεράσματα εκφράζουν τελικά και τη ‘Μητέρα’ τους Εκκλησία. Με την απορία τους αυτή, δε συγχέουν οπωσδήποτε απόψεις, αδιακρίτως και «εκ του πονηρού». Πολύ περισσότερο, δεν ενεργούν στα πλαίσια ...«προσπάθειας αποδόμησης του θεοσύστατου θεσμού της Εκκλησίας»!!

Γ. Πένθιμες καμπάνες: Έκφραση ποιμαντικής ευθύνης, ή εκτροπή;

Τελικά όμως οι ‘πένθιμες καμπάνες’ στην περίπτωσή μας τι συνιστούν; Έκφραση ποιμαντικής ευθύνης και διακονίας, ή ποιμαντική εκτροπή; Σε κάθε περίπτωση, οι αφορμές και οι εκδηλώσεις πένθους μπορεί να ποικίλουν, δεν αναφέρονται αποκλειστικά σε πραγματικούς-σωματικά νεκρούς, αλλά και σε διάφορες ενίοτε περιστάσεις οι οποίες λαμβάνουν μία τρόπον τινά πένθιμηδιάσταση, και προοπτική. Χαρακτηριστική επ’ αυτού π.χ. είναι μεταξύ άλλων και η περίπτωση στην Παλαιά Διαθήκη κατά την οποία πραγματοποιούνται στο λαό επισήμως από το ιερατείο[6] και σαφώς εντός λατρευτικών πλαισίων[7] εκδηλώσεις πένθους, ενώπιον ενός επερχομένου κινδύνου: «και εταπεινούσαν τας ψυχάς αυτών εν εκτενία μεγάλη» προκειμένου να ζητήσουν απ’ το Θεό να μην επιτρέψει να πραγματοποιηθεί ο διαφαινόμενος κίνδυνος: «και το θυσιαστήριον σάκκω περιέβαλον και εβόησαν προς τον Θεόν Ισραήλ ομοθυμαδόν εκτενώς του μη δούναι εις διαρπαγήν τα νήπια αυτών και τας γυναίκας εις προνομην και τας πόλεις της κληρονομίας αυτών εις αφανισμόν και τα άγια εις βεβήλωσιν και ονειδισμόν, επίχαρμα τοις έθνεσι». (Ιουδίθ δ΄1-15)

Τηρουμένων αυστηρά των αναλογιών και με διάκριση φυσικά των δύο περιστάσεων, στο περιστατικό αυτό αντανακλάται το ζήτημα των εν λόγω αντιδράσεων του ιερού μας κλήρου στις σωστές (ποιμαντικές) του διαστάσεις. Όσοι ποιμένες μας χτύπησαν πένθιμα τις καμπάνες, ουσιαστικά ενήργησαν τρόπον τινά παρόμοια και αντιστοίχως με το ιερατείο της περικοπής, δηλ. «και το θυσιαστήριον σάκκω περιέβαλον και εβόησαν προς τον Θεόν Ισραήλ ομοθυμαδόν εκτενώς του μη δούναι.... (τη Μακεδονία μας) ...εις βεβήλωσιν και ονειδισμόν, επίχαρμα τοις έθνεσι». Προκειμένου να ζητήσουν απ’ το Θεό, ανεξάρτητα από τον οφειλόμενο αγώνα εκάστου πιστού προς ευχαριστιακή-πνευματική αντιμετώπιση των υπό του Θεού παραχωρηθέντων πειρασμών, να μην επιτρέψει να πραγματοποιηθούν οι -κατά πολλούς έγκριτους αναλυτές- διαφαινόμενοι κίνδυνοι· δηλαδή, το ‘άνοιγμα της Πανδώρας’ των επιβουλών και των διεκδικήσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και τις κοινωνίες όπου κατοικεί το ποίμνιο, που «το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους» τους ιδίους (Πραξ. κ΄ 28). Και εκτός φυσικά από τη βαθύτατη απογοήτευση που ούτως ή άλλως προκαλείται στους ποιμένες από την τραγικότητα του γεγονότος της δόλιας υφαρπαγής του πολιτισμού και της ταυτότητας (γλώσσας, εθνότητας κτλ) των Μακεδόνων τέκνων τους.

Ομοίως και όταν μία μάνα λαμβάνει γνώση για τη δραματική εξέλιξη της υγείας του παιδιού της, ή για την (άδικη και) καταδικαστική απόφαση εναντίον του, οι εκδηλώσεις της δεν απέχουν πολύ από εκείνες σε περίπτωση αναγγελίας θανάτου. Σχεδόν ‘πενθεί’ για το ζωντανό ακόμα παιδί της ακόμα και τότε που δεν έχει παρά να περιμένει την προοιωνιζόμενη έκβαση, με τελευταία ελπίδα φυσικά τη διάψευση όλων των δεδομένων. Μακάρι να κάνουν όλοι λάθος... ακόμα και η ίδια! Όμως αυτή αγωνιά· όπως και η Μητέρα μας Εκκλησία η οποία όχι μόνο εκκλησιοποιεί και αγιάζει τον κόσμο δια των Μυστηρίων και του κηρύγματος, αλλά και ‘συμπάσχει’, κατά την ιστορική της έκφανση, με τους ανθρώπους και τα μέλη της. Οι ποιμένες της συμμετέχουν, ενίοτε τοποθετούνται στους σύγχρονους προβληματισμούς του κατά τόπους ποιμνίου της (οι οποίοι προβληματισμοί και δεν τους αφήνουν στωικά αδιάφορους) και φυσικά προσεύχονται, όπως είδαμε παραπάνω, στα πλαίσια της τοπικής τους εκκλησιαστικής συγκροτήσεως και ευθύνης. Στα πλαίσια αυτά άλλωστε γενικότερα, πάντοτε και η Εκκλησία μας και εκπροσώποι της έχουν συμμετάσχει στους αγώνες του έθνους.

Εν γένει, κατά την ποιμαντική διακονία της η Εκκλησία δεν περιορίζεται σε μια μονοδιάστατη ποιμαντική προσέγγιση, στο να ενσκήπτει και να θεραπεύει μονάχα τις ανάγκες και τα πάθη της ψυχής. Γνωρίζει ότι θεραπεία οφείλεται στον όλο άνθρωπο, στις ανάγκες δηλαδή και τα πάθη του σώματος και της καθημερινής ζωής των τέκνων της: «εάν δε αδελφός ή αδελφή γυμνοί υπάρχωσι και λειπόμεν οιώσι της εφημέρου τροφής, είπη δε τις αυτοίς εξ υμών, υπάγετε εν ειρήνη, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε, μη δώτε δε αυτοίς τα επιτήδεια του σώματος, τι το όφελος; (Ιακ. β΄ 15-16) Αυτή τη διάσταση η Ορθόδοξη Εκκλησία φυσικά, κατά την ποιμαντική της διακονία προσεγγίζει με ισορροπία, μη συγχέοντας ή υποβαθμίζοντας το κατεξοχήν έργο της. (Πραξ. στ΄ 2)

Συμπερασματικά: όταν σύσσωμοι οι Μητροπολίτες της Μακεδονίας, της Κρήτης, η Ιερά Κοινότητα του Αγ. Όρους και η πλειοψηφία των λοιπών Μητροπολιτών και φυσικά των ιερέων τοποθετούνται, εν προκειμένω αντιδρούν, πολλοί εξ’ αυτών χτυπούν ίσως πένθιμα και τις καμπάνες για μια τόσο σοβαρή και δυσοίωνη εξέλιξη, ακόμα και όταν κανείς διαφωνεί με τη συγκεκριμένη ενέργεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί συνετό το να αμφισβητείται αβίαστα ότι κατ’ αρχάς και οι προαναφερθέντες ενεργούν αποσκοπώντας «στην καταλλαγή των παθών», την αποφυγή του διαφαινόμενου «εθνικού διχασμού» κι ότι αγωνίζονται για την «επικράτηση της Ειρήνης, για την ειρηνική συνύπαρξη με τον ‘ξένο’». Ανεξάρτητα από το εάν τυγχάνει να υπάρχουν και εξαιρέσεις, από αυτές ακριβώς τις αξίες άγονται και ενεργούν επισημαίνοντας κατά διαφόρους τρόπους και εκφάνσεις τον προβληματισμό τους. Ταυτόχρονα βεβαίως (όπως διατυπώνεται στο άρθρο και σε αντιδιαστολή ακριβώς με την κατάφαση στις πένθιμες καμπάνες), δεν είναι δυνατόν να προσάπτεται αδιακρίτως ότι έτσι μετατρέπουν την Εκκλησία σε ...«μοχλό δύναμης της εργαλειοποίησης για την δυναμική της Ιστορίας».[8] Ότι ενήργησαν ενδεχομένως εμφορούμενοι, ‘εγκλωβιζόμενοι’ ή απλά καταφάσκοντας σε «ιδεολογήματα μίσους των εθνικιστικών διαχωριστικών γραμμών», ή «αβασάνιστα σε έναν αρρωστημένο πατριωτισμό» που ουσιαστικά οδηγεί στο να γίνονται ...«υμνητές τού πολέμου και της πένθιμης καμπάνας»!!

Δ. ‘Ακροτήτων’ επίλογος...

Το οξύμωρο αυτής της γνωστής πλέον εξουθενωτικής προσεγγίσεως και ρητορικής, αδιακρίτως κατά όλων των ‘αντιφρονούντων’, είναι ότι εκφράζεται κατά κόρον ταυτόχρονα με μια ‘ειρηνιστική αθωότητα’ και μια οπωσδήποτε πολύ επιλεκτική -ως προς τον αποδέκτη- διάθεση κατανόησης, αγάπης και καταλλαγής. Όχι άδικα, αναρωτιούνται πλέον πολλοί: Άραγε, όσοι προβαίνουν αβίαστα σε παρόμοιες πρακτικές και ρητορική (η οποία φυσικά δεν προσδοκά να διαλεχθεί), μήπως έχουν τελικά ‘ανάγκη’ αυτές τις αρρωστημένες ιδεολογίες, ώστε απάνω τους να θεμελιώνουν όλη την ιδεολογική (εν προκειμένω εθνομηδενιστική και αποδομητική) τους προπαγάνδα; Μόλις που χρειάζεται να επισημανθεί ότι προκειμένου να μην τροφοδοτείται-υποδαυλίζεται η όξυνση των παθών και δηλητηριάζεται έτσι κι άλλο η ‘ατμόσφαιρα’ της δημόσιας ζωής αλλά και του ενδοεκκλησιαστικού χώρου και διαλόγου, χρειάζεται πολύ προσοχή σε αυτές τις πρακτικές και να μην συνεχιστούν οι εν λόγω ακρότητες. Είναι γνωστό άλλωστε ότι σε πολλές περιπτώσεις, μία επαναλαμβανόμενη ακρότητα κατά ενός ανθρώπου ή κοινωνίας, αργά ή γρήγορα ‘ωθεί’ ή καλλιεργεί τις προϋποθέσεις για τη διολίσθηση ή ανάπτυξη-είτε σε προσωπικό είτε σε συλλογικό επίπεδο- και του ...‘απέναντι’ άκρου (η επισήμανση αυτή βεβαίως, ουδόλως ‘αμνηστεύει’ και την ίδια τη διολίσθηση).

Εδώ ακριβώς όμως τίθεται και το εξής ερώτημα: Μήπως εκ του αντιθέτου αυτές οι πρακτικές δεν οφείλουν εξ’ ίσου να προσεχτούν και έναντι όσων τις αναπαράγουν; Όταν δηλαδή κι εκείνοι ενδεχομένως σφάλλουν κάπου, μήπως αντί να τους επισημανθεί αυτό το σημείο με επιχειρήματα και αγάπη, αντιθέτως τους απαγγέλλεται κάποιες φορές, επίσης απλά ένα ‘κατηγορητήριο’ και «επιθετικά συνθήματα»;[9] «ο λέγων εν τω φωτί είναι, και τον αδελφόν αυτού μισών, εν τη σκοτία εστίν έως άρτι». (Α΄ Ιωαν. β΄ 9) Η επισήμανση αυτή βεβαίως, παρέλκει να αναφερθεί ότι δεν συνιστά ούτε άκριτη ‘αγαπολογία’ και απουσία ενίοτε οφειλόμενου ελέγχου, ούτε προτροπή για αδιάκριτη απραξία ενώπιον καταστάσεων.

Εν κατακλείδι, στη χώρα μας και σε διάφορες εκφάνσεις της δημόσιας ζωής, ένα ‘πνεύμα’ γενικότερα ακροτήτων (έως και ολοκληρωτισμού) φαίνεται να ‘επωάζεται’. Και βεβαίως αυτό κυρίως συμβαίνει, αν μη τι άλλο όταν ένας Πρωθυπουργός, μια ολόκληρη κυβέρνηση (και όσοι από την κοινωνία εγκολπώνονται τις πρακτικές τους), αγνοώντας επιδεικτικά και στοχοποιώντας κάθε αντίθετη εκδοχή-άποψη αποκαλεί αβίαστα και αδιάκριτα ‘ακροδεξιούς’, φασίστες,[10] οπισθοδρομικούς, πατριδοκάπηλους, «ετερόκλητο όχλο» και ...περίπου ηλίθιους (μη σκεπτόμενους ...«με το μυαλό τους»), την πλειοψηφία των πολιτών που εκπροσωπεί και που διαφωνεί έναντι μιας συγκεκριμένης πολιτικής της, ή έναντι των ακραίων τρόπων που μετέρχεται προς εφαρμογή της.

«φανατισμός: τυφλή προσήλωση σε ιδέα, πίστη ή πρόσωπο, η οποία οδηγεί στην άρνηση κάθε κριτικής και στο μίσος για όποιον πιστεύει το αντίθετο» (Λεξικό Μπαμπινιώτη)

Οι ακραίες ρητορικές και εν γένει προσεγγίσεις που θίγονται γενικότερα στο παρόν κείμενο (όπως άλλωστε και ο ίδιος ο φασισμός-ολοκληρωτισμός ως φαινόμενο), συνίστανται κυρίως στον τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης της ίδιας της κοινωνίας ή των επί μέρους συλλογικοτήτων της. Δεδομένου δε ότι η επίδρασή τους -αφορμής δοθείσης από το υπό εξέταση άρθρο- γίνεται εμφαντικότερη εντός του εκκλησιαστικού χώρου[11] ή διαλόγου και οξύνεται αντί να αμβλύνεται, αναντιρρήτως οφείλει στο εξής να αποτραπεί όσο δύναται η συντήρηση και ‘γιγάντωση’ αυτής της ρητορικής και των τάσεων που ‘εκβάλουν’ στους κόλπους της μόνης Αγίας, Καθολικής, Ορθοδόξου Εκκλησίας, διότι προϊόντος του χρόνου κάτι τέτοιο, θα συνιστούσε μια ανησυχητικά διχαστική προοπτική μεταξύ των μελών Της. «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί έστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωαν. ιγ΄35)

Ρέθυμνο, 12 Φεβρουαρίου 2019

____________________________

[1]5ηΟλομέλεια ΚΚΕ, Πρέσπες 1949: «Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι σαν αποτέλεσμα της νίκης του ΔΣΕ (στρατός προσκείμενος στο ΚΚΕ) και της λαϊκής επανάστασης, ο ‘Μακεδόνικος λαός’ θα βρει την πλήρη εθνική αποκατάστασή του»!

[2] Παρέλκει να επισημανθεί ότι και όσοι διαφωνούν ή αντιδρούν αισθάνονται ότι, ακριβώς η σταθερότητα είναι αυτή που δεν διασφαλίζεται μέσω της ‘Συμφωνίας’ καθ’ ότι ο προσφάτως δημιουργηθείς ‘ψευδοαλυτρωτισμός’ των Σκοπιανών τόσο επιβεβαιώνεται, όσο και ‘ανανεώνεται’.

[3] Στα Σκόπια βέβαια έγινε μεν δημοψήφισμα, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι η προσέλευση ήταν μόλις ...36%!! Γεγονός που απονομιμοποιεί κάθε αναφορά σε ...εκφρασθείσα ‘λαϊκή βούληση’ δια του δημοψηφίσματος. Ή μάλλον, η αδιαφορία αυτή συνιστά και την πραγματική βούληση του λαού!

[4] Το γεγονός ότι τα σύνορα καταργούνται στην εκκλησιαστική-αγιοπνευματική εμπειρία και ζωή, η προσδοκία ενός κόσμου χωρίς σύνορα, αλλά και η οφειλόμενη προσπάθεια προς όσο το δυνατόν περισσότερη συνεργασία και αδελφοσύνη μεταξύ λαών και κρατών, αυτά οφείλουν να μην συγχέονται με το άλλο επίσης γεγονός: ότι σύνορα υπάρχουν. Το Αιγαίο πχ. σε διακρατικό επίπεδο, δεν ..«ανήκει στα ψάρια του» όπως ατυχώς ακούστηκε στο δημόσιο λόγο πριν λίγα χρόνια!

[5] Εάν τυγχάνει μάλιστα κάποιος πολιτικός που διαφωνεί με αυτές τις προϋποθέσεις και τα δεδομένα, οι ψηφοφόροι οφείλουν να το γνωρίζουν οπωσδήποτε προτού προσέλθουν στην κάλπη!

[6]«ιωακείμ ο ιερεύς ο μέγας και πάντες οι παρεστηκότες ενώπιον Κυρίου, ιερείς και οι λειτουργούντες Κυρίω...»

[7]«έπεσον κατά πρόσωπον του ναού».........«και το θυσιαστήριον σάκκω περιέβαλον και εβόησαν προς τον Θεον Ισραήλ ομοθυμαδόν».......... «προσέφερον την ολοκαύτωσιν του ενδελεχισμού και τας ευχάς και τα εκούσια δόματα του λαού»

[8] Πάντως, την εξ’ ορισμού ιδεολογική-ιδεοληπτική εργαλειοποίηση της Ιστορίας άλλωστε, ο ελληνικός λαός την έζησε για τα καλά ακριβώς κατά τις τελευταίες εξελίξεις στο «μακεδονικό».

[9]Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, «Όχι στην ιδεολογικοποίηση της Μεγάλης Συνόδου»

[10]Δεδομένου ότι εδώ στην Κρήτη συνηθίζεται να εκφράζονται πολλές φορές με μαντινάδες, ‘κομίζεται’ επ’ ευκαιρίας για την περίσταση η παρακάτω:
Φασίστες όλοι μας λοιπόν, νέοι και παντρεμένοι,
πολύτεκνοι, έφηβοι, παιδιά και ηλικιωμένοι...

[11] Δεν θα ήταν υπερβολή εάν διαπιστώναμε σαφείς αναλογίες αυτών των ‘τάσεων’ ή ρητορικής πχ. και κατά την διαδικασία προώθησης του υπό του ΣτΕ καταδικασθέντος (ως αντισυνταγματικού, αντιπαιδαγωγικού κ΄αντορθοδόξου), Νέου Προγράμ. Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών. Ή επίσης και έναντι κάποιου-ων που τυχόν αντιδρούν ή διατυπώνουν διαφωνίες ευπρεπώς πχ. επί ενός κειμένου ή δηλώσεων, που φαίνεται να εκφράζουν μια περιεκτική εκκλησιολογία.

 



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης