Μαρίνα  Γ.  Στραβάκου

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΚΑΤΑ  ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ  ΒΑΣΙΛΕΩΣ  ΣΤΗΛΙΤΕΥΤΙΚΟΣ  ΠΡΩΤΟΣ
(Α΄ μέρος)

 

       Απροσδοκήτως στις μέρες μας ακούγονται στην Ελλάδα φωνές υπερασπιστικές του προσώπου και του έργου του Ιουλιανού του Παραβάτου, που στοχεύουν στο να δημιουργήσουν μία νέα εικόνα γι' αυτόν, επιδοκιμαστική της πολιτικής του, ώστε, όσοι δεν γνωρίζουν καλώς τα πράγματα, να αποδεχθούν αυτή την εικόνα του «φιλοσόφου βασιλέως», του «μεγάλου μεταρρυθμιστού», που κατ' ουσίαν αμνηστεύει την προσπάθειά του να επαναφέρη την ειδωλολατρία με μία σειρά μέτρων και μεθόδων που αποτέλεσαν απηνή διωγμό των Χριστιανών της επικρατείας του κατά την εποχή του. Επίκαιρο λοιπόν και αναγκαίο είναι να έχομε μία πληρέστερη πληροφόρηση επί του θέματος από το αψευδές στόμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος, έχοντας ζήσει προσωπικά τα γεγονότα, συνέγραψε το 364 μ.Χ., μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Ιουλιανού(1), δύο στηλιτευτικούς λόγους, που αποτελούν, πέραν της παιδευτικής σημασίας των, αδιαμφισβήτητο ιστορικό ντοκουμέντο.


Α' Προοίμιο, κεφ. 1-4

       Πρόκειται για κήρυγμα οικουμενικής σημασίας, που υπερβαίνει τα χρονικά όρια της εποχής του αγίου και επεκτείνεται στον μέλλοντα χρόνο, εφόσον το κινούν αίτιο της εκάστοτε αποστασίας είναι ο νοητός δράκων, ο κοινός όλων εχθρός και πολέμιος. Γι' αυτό στην προσεκτική ακρόαση του λόγου καλούνται ο ουρανός και η γη: όλο το ανθρώπινο γένος, οι λαοί κάθε εποχής(2), σύγχρονοι του αγίου και μεταγενέστεροι, ανεξαρτήτως φυλής και γλώσσας, αλλά και οι ουράνιες δυνάμεις, όλοι οι άγγελοι, έργο των οποίων είναι η κατάλυση του κράτους του νοητού δράκοντος και προαιώνιου εχθρού του άνθρωπου.
Χρησιμοποιώντας ο νοητός δράκων ως όργανά του επίγειους δυνάστες σε διαφορετικές εποχές, εξαπολύει διωγμούς κατά της πίστεως και απειλεί και εκφοβίζει, αυτός που εξέπεσε από την ουράνια δόξα και μακαριότητα λόγω της αδικίας που με το νου του διέπραξε και με το λόγο του (τη λαλιά του) επεσφράγισε στον ουρανό(3). Συσχετίζει ο άγιος την αντίθεο δράση των επιγείων δυναστών με την αρχέγονον αποστασία του κοινού εχθρού της σωτηρίας όλων των ανθρώπων, που επέσυρε τη δίκαιη τιμωρία του. Με μία απλή αναφορά εις «τον νουν τον μέγαν», η θεολογική σκέψη του μυστικού Θεολόγου και Πατρός της Εκκλησίας μας διατρέχει τους αιώνες μεταφέροντάς μας από τον υπερβατικό χώρο της Δημιουργίας στον ορθό λόγο της εποχής των διαφωτιστών και της εποχής μας. Αλλά παράλληλα, πατρικά, αγαπητικά, μετριάζει το φόβο που γεννούν οι τύραννοι της γης, όσοι βλάπτουν τον Ισραήλ, το λαό του Θεού, υπομιμνήσκοντας το έργο των αγγέλων, που είναι η κατάλυση του νοητού τυράννου. Η αθέτηση του Θείου Νόμου συνεπάγεται πτώση, άξια της ασεβείας. Και εν προκειμένω η πτώση του Ιουλιανού δεν περιορίζεται στη θανάτωσή του από το εχθρικό ακόντιο.
       Ο λόγος ευχαριστίας που προσφέρει στο Θεό Λόγο είναι θυσία ιερή και καθαρή, γιατί σοφίζεται από την ευσέβεια και καταυγάζεται από το Φως της Αληθείας. Αναπόσπαστα δεμένος ο λόγος του αληθεύοντος θεολόγου πατρός με τη λογικότητα που απορρέει από τον Θεό Λόγο, ως δύναμη θείας σοφίας, ως ενέργεια της Χάριτος, πρωτίστως προσφέρεται ως θυσία αινέσεως(4), ως λογική λατρεία προς τον Θεό, και συγχρόνως αποβαίνει και λόγος ελεγκτικός, στηλιτευτικός της παρανομίας του αυτοκράτορος Ιουλιανού, αντιδιαστελλόμενος προς τους βδελυρούς λόγους και τις φλυαρίες εκείνου και τις ακόμη πιο βδελυρές ειδωλολατρικές θυσίες του. Από αυτές τις βδελυρές θυσίες λόγων και έργων, στις οποίες θα αναφερθή ειδικώτερα παρακάτω, παράγεται μία υπεροχή και μία δύναμη ασεβείας, η οποία διαπορεύεται στο σκότος(5), γι' αυτό και γρήγορα θα αποξηρανθή(6) και με πάταγο θα καταρρεύση(7). Και αυτή η παταγώδης κατάρρευση των ασεβών διασώζεται εντονώτερα στην ιστορική μνήμη από τα έργα της ασεβείας που επεχείρησαν.
        Ανάβει λοιπόν ο άγιος, κατά την έκφρασή του, την αναίμακτο τιμή των λόγων, ως άλλο πνευματικό θυμίαμα, κεκαθαρμένη διάνοια και συνειδότι, ανταποδίδοντας το χάρισμα σ' Εκείνον που το εχορήγησε, αλλά ανθρωπίνως διερωτάται ποιο θα είναι το γλωσσικό ένδυμα που θα επαρκέση για να εκφράση την Αλήθεια στο βαθμό που της αρμόζει. Θέτει ακόμη ένα ερώτημα, που αφορά όχι πλέον στον ομιλητή, αλλά στον ακροατή: «Τις θέατρον περιστήσει τη χάριτι παρισούμενον; Τις ακοή τω λόγω συμπροθυμηθήσεται;». Πόσο θα είναι σε θέση και οι ακροατές του λόγου του, τότε και τώρα, να κατανοήσουν, να προσεγγίσουν, όσα υψηλά θέλει να εκφράση, ώστε να αποκομίσουν πνευματική ωφέλεια; Πέρα όμως από τις όποιες δυσκολίες θέτει η ομιλητική στον ομιλητή και στον ακροατή, είναι δίκαιο και πρέπον συνάμα, μετά την πτώση του τυράννου, οι Χριστιανοί να προσφέρουν στο Θεό την οφειλομένη τιμή με λόγους, διότι αυτοί οι λόγοι -το κήρυγμα της Εκκλησίας- είναι προπάντων ευάρεστοι στο Θεό Λόγο, επειδή καρποφορούν πνευματικά, συντελούν δηλαδή στο να μετάσχουν της Χάριτος όσοι τους αποδέχονται. Και για ένα λόγο ακόμη: Ένδικος μισθαποδοσία είναι να τιμωρηθή ο Ιουλιανός με λόγο, γιατί η παρανομία του είχε να κάνη με «τους λόγους», μια και «αλογώτατα» θεωρούσε τον εαυτό του «λογιώτατον πάντων».
 

Πρόθεσις, κεφ. 5-6 (Σύντομη έκθεση τον θέματος)

       Σαν να ήταν το δικαίωμα λόγου ιδιοκτησία του, εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο αφαιρούσε από τους Χριστιανούς το δικαίωμα να διδάσκουν τα κλασικά γράμματα(8).
Το νομοθέτημα του Ιουλιανού, που καταργούσε κατ' ουσίαν την ελευθερία του λόγου για τους Χριστιανούς, πρέπει να ερμηνευθή σε σχέση με το θρησκευτικό συγκρητισμό που ο ίδιος ακολουθούσε.
       Η θρησκεία και φιλοσοφία της εποχής. Μύηση του Ιουλιανού στο Νεοπλατωνισμό
Στo σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμη μία σύντομη αναδρομή στη θρησκεία και φιλοσοφία της εποχής.
       Ο συγκερασμός των θεοτήτων, η σύνδεση των διαφόρων ειδωλολατρικών μυστηρίων είναι κύριο γνώρισμα του ιουλιάνειου συγκρητισμού.
Από τον 1ο μ.Χ. αιώνα είχε φανή καθαρά η ανάγκη της διαμόρφωσης μιας νέας θρησκείας ευρύτερης αποδοχής, μιας πανθρησκείας για τους διάφορους λαούς που περιλαμβάνονταν στους κόλπους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αρχικά επρόκειτο για ένα φιλοσοφικό κίνημα, που στηρίχθηκε στις διδασκαλίες του Πυθαγόρα, εμπλουτισμένες ιδιαίτερα με πλατωνικές και στωικές διδασκαλίες. Από τον αριθμολογικό μυστικισμό των Πυθαγορείων εύκολα έγινε αποδεκτή η αστρολογία των Χαλδαίων από το κίνημα. Ο φιλοσοφικός αυτός συγκρητισμός έγινε ο κύριος συντελεστής του θρησκευτικού συγκρητισμού, ο οποίος στηρίχθηκε σε μία ευρύτερη φιλοσοφική βάση, που περιείχε στοιχεία από όλη την ελληνική φιλοσοφία και από ξένες, ανατολικές, διδασκαλίες, όπως η αστρολογία.
        Τον 2ο μ.Χ. αι. παρατηρείται έντονη στροφή πολλών φιλοσοφικών σχολών, ιδιαίτερα της πλατωνικής και της στωικής, προς τη θρησκεία.
Η ιερατική φύση της φιλοσοφίας είναι πυθαγόρειο θέμα, στο οποίο έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση οι Νεοπλατωνικοί. Αυτό σημαίνει ότι η φιλοσοφία - και συγκεκριμένα ο Νεοπλατωνισμός - συνδέεται άρρηκτα με τη θεουργία(9).
       Ο Νεοπλατωνισμός του 3ου μ.Χ. αι. δέχεται ως σκοπό της φιλοσοφίας τη σωτηρία της ψυχής, που  τη συσχετίζει με την ηθική και θρησκευτική πράξη. «Παραλαμβάνει συν τω χρόνω ολονέν περισσότερα μυθολογικά στοιχεία και μεταβάλλεται εις θεολογίαν τινα του θνήσκοντος πολυθεϊσμού, μετά συνειδητής και σκοπίμου αντιθέσεως προς τον Χριστιανισμόν»(10).
       Ο Πορφύριος, μαθητής του Πλωτίνου και δάσκαλος του Ιαμβλίχου (±300), πολέμησε το Χριστιανισμό. ‘Εγραψε μάλιστα και έργο «Κατά Χριστιανών». Ο Ιάμβλιχος (πέθανε το 330 μ.Χ.), που εκφράζει αυτό το χαρακτήρα του Νεοπλατωνισμού, συνέδεσε με το μυστικισμό τη θεουργία, τις μυστικές λατρευτικές τελετές, πιστεύοντας ότι έτσι διευκολύνει την έ ν ω σ η  με τους θεούς. Παγίωσε τον τύπο του επιστήμονος θεουργού, τον οποίον όρθωσε απέναντι στο Χριστιανό άγιο. Αφ' ενός ανατρέχει στον Πλάτωνα και αφ' ετέρου δανείζεται πολλά στοιχεία από τα μυστικοπαθή και πλήρη μαγικής δεισιδαιμονίας θρησκεύματα της Ανατολής, συμπλέκοντας τη θεωρία των Ιδεών με τη μυστικιστική θεωρία περί αριθμών των Πυθαγορείων και Νεοπυθαγορείων. Ως δάσκαλος του Ιουλιανού άσκησε σ' αυτόν ισχυρή επίδραση. Ώστε η μύηση του Ιουλιανού στο Νεοπλατωνισμό είναι μύηση σε ένα συγκρητιστικό φιλοσοφικοθρησκευτικό ρεύμα των χρόνων του.
       Πράγματι ο Ιουλιανός, ήδη το 351, είχε μυηθή, σε ένα σπήλαιο της Εφέσου, στα Νεοπλατωνικά μυστήρια από τον Νεοπλατωνικό Μάξιμο, ο οποίος προκαλούσε επιφάνειες θεϊκών όντων. Είχε δεχθή ακόμη μια πρώτη μύηση στα μυστήρια του Μίθρα, κάτι που δεν   ήταν ασύμβατο με την πλατωνική του πίστη. Στις αρχές της δεκαετίας του 350 μ.Χ. μυήθηκε στα Μυστήρια της Μητέρας των Θεών Κυβέλης και του Άττη και με το αίμα του ταύρου που θυσίαζαν, «το ταυροβόλιον», «αίματι ουχ οσίω το λουτρόν απορρύπτεται» (Α' Στηλιτ., κεφ. 52,9) απέπλυνε το άγιο βάπτισμα, σύμφωνα με όσα αποκάλυψαν με καύχηση οι  έμπιστοί του, αντιπαραθέτοντας τη βδελυρή αυτή πράξη στην τελείωση του χριστιανικού μυστηρίου του Βαπτίσματος.
       Στην Αθήνα, το φθινόπωρο του 355, μυήθηκε στα Μεγάλα Μυστήρια, τα Ελευσίνια, που συνδέονταν με τα μυστήρια της φρυγικής θεάς Κυβέλης, και γενικά δεν άφησε ειδωλολατρικό μυστήριο που να μη μυηθή.
       Έναντι αυτού του συγκρητιστικού μοντέλου ίσταται η Χριστιανική διδασκαλία με τον καθαρό λόγο της Αληθείας.
       Οι συγκρητιστές πρόθυμα πα¬ραχωρούσαν στο Χριστό κάποια θέση δίπλα στα ονόματα των μεγάλων σοφών της ανθρωπότητας και των διαφόρων θεοτήτων. Ήδη ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος (222-235 μ.Χ.) είχε τοποθετήσει στο ιερό των ανακτόρων του το άγαλμα του Χριστού(!) πλάι στα αγάλματα του Απολ¬λώνιου του Τυανέως(11), του Αβραάμ και του Ορφέα!(12) Μια παραχώρηση που οι Χριστιανοί ουδέποτε ανά τους αιώνες συγκατένευσαν να δεχθούν.
       Κατάλαβε ο Ιουλιανός ότι από την αναμέτρηση των δύο κόσμων στο θεωρητικό πεδίο θα έβγαιναν ζημιωμένοι οι εθνικοί, γι' αυτό και «προ των άλλων» μέτρων αφήρεσε από τους Χριστιανούς το δικαίωμα της διδασκαλίας.
       Αποκλείοντας τους Έλληνες Χριστιανούς από τους Ελληνικούς λόγους, τον πολιτιστικό χώρο στον οποίο ανήκαν ιστορικά, επεδίωκε να αποτρέψη τον έλεγχο της ασεβείας, την αναμέτρηση στο ρητορικό στίβο επί θεμάτων θρησκευτικής πίστης. Και επειδή η αρχαία ελληνική σκέψη με την κατ' εξοχήν καλλιεργημένη γλώσσα, και δη την αττική διάλεκτο, είχε διατυπώσει ρητορικά, φιλοσοφικά, και όχι μόνο, κείμενα υψηλών ιδεών, παρέχοντας συγχρόνως και τις (επιστημονικές) μεθόδους, τα όπλα της λογικής, για την κατάδειξη της αλήθειας και την αναίρεση της πλάνης των εθνικών, θέλησε με την απαγόρευση αυτή να αφαι¬ρέση από τους Χριστιανούς το «κατ' εξοχήν» αποτελεσματικό όργανο απολογίας.
Με άλλο διάταγμά του επίσης ο Ιουλιανός επέβαλε στους Έλληνες Χριστιανούς την προσωνυμία «Γαλιλαίοι»(13), αφαιρώντας τους έτσι την προσηγορία που ιστορικά τους ανήκε, σαν να ήταν η ελληνική εθνικότητα συνάρτηση της ειδωλολατρικής θρησκείας και σα να μην είχαν οι Έλληνες το δικαίωμα σε κάποια στιγμή στην ιστορική τους πορεία να παύσουν να πιστεύουν στα είδωλα, εφόσον όχι μόνο οι ιστορικές συνθήκες, αλλά και η σκέψη τους είχε ωριμάσει προς τούτο. Είμαστε Έλληνες Χριστιανοί, διαμαρτύρεται ο άγιος, και έχουμε κάθε δικαίωμα να διατηρήσομε την εθνική μας προσηγορία.
       Τα νομοθετικά αυτά μέτρα αποτελούσαν σοβαρή απειλή για τους Χριστιανούς υπηκόους της αυτοκρατορίας.
       Όταν λοιπόν ανέλπιστα η φιλανθρωπία του Θεού απήλλαξε τους Χριστιανούς από την τυραννία του, ήταν από κάθε άποψη «καλόν» να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους προς τον Θεό «υπέρ των λόγων αυτών, την ελευθερίαν απολαβόντων» και με λόγους «προ των άλλων» και αυτοί με τη σειρά τους να τον τιμήσουν.


Β' Διήγησις, κεφ. 7-48

α΄  Η  συγκρότηση του  χορού, κεφ. 7-11

       Στον πνευματικό χορό του πανηγυρισμού καλούνται να μετάσχουν όλοι οι Χριστιανοί που δεν αρνήθηκαν την πίστη τους: Εκείνοι που στις δύσκολες περιστάσεις με νηστεία και δάκρυα και δεήσεις διέσωζαν την ελπίδα που δεν καταισχύνει(14). Εκείνοι που υπέμειναν μεγάλους αγώνες και κατά τους λόγους του Αποστόλου «θέατρον εγενήθησαν τω κόσμω και αγγέλοις και ανθρώποις»(15) από τις πολλές και χαλεπές δοκιμασίες στις οποίες υποβλήθηκαν, κατορθώνοντας με τη δύναμη του Χριστού(16) να διατηρήσουν ακατάβλητο το ορθόδοξο χριστιανικό τους φρόνημα. Ακόμη εκείνοι που, έχοντας κατορθώσει να αποβάλουν το κοσμικό φρόνημα, υπέστησαν με χαρά τα υπέρ Χριστού πάθη (δήμευση περιουσιών(17), εξορίες, διάλυση -πρόσκαιρη έστω- των οικογενειών τους) ενδυναμούμενοι με το αίμα του Χριστού. Όλοι αυτοί θα ψάλουν την ευχαριστήριο ωδή προς τον Θεό, στον οποίο και οφείλεται η χάρις για τον τερματισμό του σκληρού διωγμού, αλλά και για την εγκαρτέρηση, την αγωνιστικότητα, την εμμονή στην πίστη, που επέδειξαν κατά τη σκληρή δοκιμασία.
Καλούνται ακόμη να πανηγυρίσουν όσοι δεν αρνήθηκαν την πίστη τους και ομολογούν τον Θεό, αλλά επειδή δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους ενεργεί ούτως ή άλλως η Θεία Πρόνοια, σκανδαλίζονται όταν βλέπουν να επαίρεται ο ασεβής, «την ειρήνην αμαρτωλών ου φέροντες» κατά το ψαλμικό(18), και χάνουν την υπομονή(19) και δεν καρποφορούν μέχρι τέλους, επειδή παραμένουν δούλοι «των παρόντων και ορωμένων».    
       Παρ' όλες όμως αυτές τις αδυναμίες τους, τελικά και αυτοί, αντικρύζοντας θαύματα όπως αυτό της πτώσεως του Ιουλιανού, ενισχύονται στην αλήθεια, γι' αυτό και δεν αποκόπτονται από τον πανηγυρισμό. Κατά τον άγιο Γρηγόριο η Θεία Πρόνοια βγάζει από το πικρό γλυκό, αποκαθιστώντας τα πράγματα, εάν υπάρχη η προϋπόθεση της «χρηστότητος» των πιστών.
       Καλούνται ακόμη στον πανηγυρισμό και όσοι πτοήθηκαν αντικρύζοντας «το μέγα θέατρον» του κόσμου, την επίδειξη δυνάμεως της κοσμικής εξουσίας, να επιστρέψουν από την εξωτερική περιπλάνηση, κατά τους λόγους του Ησαΐα(20), και να αναγνωρίσουν ότι αυτός είναι ο Θεός ο ποιών θαυμάσια, ο οποίος τελικώς πάντοτε υψώνεται και δοξάζεται στη γη μεταξύ των εθνών(21).
       Τα μέσα του αγώνος κατά των αντιθέων δυνάμεων παραπέμπουν εις τον έσω άνθρωπον.
       Στην άσκηση της βίας οι Χριστιανοί απαντούν με τον εσωτερικό τους αγώνα για ηθική καθαρότητα, υπομένοντας με νηστεία και δάκρυα και δεήσεις τη δοκιμασία, μη προδίδοντας την Ελπίδα, η οποία και τελικά «εξήγαγεν αυτούς εις αναψυχήν». Η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν.
       Μια μερίδα πιστών ωστόσο, για λόγους που δεν διευκρινίζει ο άγιος, δεν μετέχει του γενικού πανηγυρισμού, αλλά αποφασίζει να εορτάση χωριστά, στήνοντας ένα δικό της χορό «ουκ εύρυθμον ουδέ εναρμόνιον». Προφανώς πρόκειται για τους λεγόμενους «ημιαρειανούς», «τους ομοιουσίους», από τους οποίους οι πιο μετριοπαθείς πλησίασαν τους οπαδούς της Νικαίας(22). Ο άγιος συγκρατείται προς το παρόν να καυτηριάση τη στάση τους, παραχωρώντας μεγαλύτερη θέση στην αγάπη που τους συνέδεε στο παρελθόν. Πόση αυτοσυγκράτηση, πόση ανοχή εν αγάπη, πόση ελπίδα για την επιστροφή τους!
Τους δίνει περιθώρια να μετανοήσουν και τους περιμένει. Εμμέ¬νει στην προαίρεση της αγάπης, αλλά η μακροθυμία που επιδεικνύει στην παρούσα περίσταση θα του δώση ένα παραπάνω δικαίωμα να τους επιτιμήση αυστηρότερα στο μέλλον, εάν εξακολουθήσουν να εμμένουν στην αποσχιστική στάση τους.
Επ' αυτού δεν πρέπει να μας διαφεύγη ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή εξαπλώσεως του Αρειανισμού. Η αίρεση απλώνει τα πλοκάμια της, πότε φανερά και πότε συγκεκαλυμμένα, ώστε πολλοί, ανώτατοι μάλιστα αξιωματούχοι της Εκκλησίας, να βρίσκονται μπλεγμένοι στα δίχτυα της, πριν προφθάσουν καλά-καλά να το καταλάβουν(23). «Αυτό έπαθε και ο πατέρας του Γρηγορίου... άνθρωπος απλός, που δεν μπορούσε να εισδύση στις λεπτές διακρίσεις των θεολόγων, υπέγραψε καλή τη πίστει το ημιαρειανικό σύμβολο της συνόδου του Αριμίνου»(24). Τα πράγματα αποκαταστάθηκαν όταν ο επίσκοπος πείστηκε από το γιο του και δημοσί¬ευσε ορθόδοξον ομολογίαν.
       Με βαθύ πόνο ψυχής είναι τέλος αναγκασμένος ο άγιος Γρηγόριος να αποδοκιμάση τρεις κατηγορίες ανθρώπων: 1) εκείνους που δεν συναισθάνονται ότι η όλη πορεία τους οδηγεί στην απώλεια, 2) εκείνους οι οποίοι προσήλθαν στην πίστη με επιπολαιότητα, κινούμενοι από ανθρωπαρέσκεια («ίνα τοις πλησίον αρέσωσιν») και, μη έχοντας οικοδομήσει το οικοδόμημα της πίστεως επί την πέτραν(25), «δια το μη έχειν βάθος», σε σύντομο διάστημα, μόλις τους προσέβαλαν πειρασμοί μικρής διάρκειας και μικρής εντάσεως, αρνήθηκαν το Χριστό με αποτέλεσμα τον πνευματικό τους θάνατο(26) και 3) προπάντων εκείνους που δεν άντεξαν καθόλου στις πιέσεις που ασκούσαν οι εχθροί της πίστεως και πούλησαν φθηνά τη σωτηρία τους, με αντάλλαγμα κάποιο πρόσκαιρο κέρδος ή εκδούλευση ή απόκτηση κάποιας μικρής εξουσίας. Χάρισαν τα πρωτοτόκια αντί πινακίου φακής. Υποδουλώθηκαν αμαχητί σε μια επαίσχυντη αιχμαλωσία που οδηγεί στην απώλεια, με το να αρνηθούν Εκείνον που ανέβηκε σε ύψος και αιχμαλώτισε τις καρδιές εκείνων που τον δέχθηκαν, για να τους συνανυψώση στη δόξα της βασιλείας Του(27). Επισημάνσεις πάντα επίκαιρες σχετικά με το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας - Κράτους.
       Ο χορός που θα ψάλη τη νικητήριο ωδή έχει πλέον απαρτισθή από αυτούς που δικαιούνται να μετέχουν, γιατί κατόρθωσαν να τηρήσουν τη δέουσα στάση στο μεγάλο ζήτημα της παραδοχής και επικροτήσεως ή μη της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουλιανού, δηλαδή της ασεβείας, από αυτούς που κατόρθωσαν να αντιπαρέλθουν την ασέβειά του «τάχει και ασφαλεία ποδός», τρέχοντας «τον προτεθέντα αυτοίς αγώνα». Ο άνθρωπος μέσα από τον προσωπικό του αγώνα να εναρμονίση τη ζωή του προς το θέλη¬μα του Θεού καθίσταται άξιος να εισέλθη στην περιοχή της Χάριτος, να γευθή το θαύμα, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η αποκατάσταση των δικαίων μετά τη συντριβή του ασεβούς δυνάστη.


β΄  Η  νικητήριος  ωδή,  κεφ. 12-19

       Ο άγιος συνθέτει τη νικητήριο ωδή με χωρία της Π. Διαθήκης, διατρανώνοντας για μία ακόμη φορά ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός και ο ίδιος ανά τους αιώνες και ότι «ενί Πνεύματι» συναρμόζεται η προς Αυτόν δοξολογία, τον Δημιουργό του παντός, που διευθύνει και κατευθύνει όλο τον κόσμο και τα δικά μας, τα ανθρώπινα. Αυτός «καθαιρεί δυνάστας από θρόνων(28) και ανυπονόητον κοσμεί διαδήματι», δίνει θάρρος στα αδύνατα γόνατα και «συντρίβει βραχίονας αμαρτωλού και πονηρού»(29). Αυτός παραχωρεί να γίνεται ορατή η έπαρση του ασεβούς, αλλά και η πτώση του στην ανυπαρξία.
       Με μια σειρά ερωτημάτων, που το περιεχόμενό τους παραπέμπει στη Θεία Γραφή και δη στους Ψαλμούς, υπομιμνήσκει τις αμέτρητες ευεργεσίες του Θεού, κάνοντας συσχετισμό της απαλλαγής του λαού του Θεού από το διωγμό του Ιουλιανού με τη σωτηρία του Ισραήλ της Π. Διαθήκης από τους διώκτες του. Η εικόνα της συντριβής της κεφαλής των νοητών δρακόντων κυριαρχεί εδώ.
       «Τις λαλήσει τας δυναστείας  του Κυρίου, ακουστάς ποιήσει πά¬σας τας αινέσεις αυτού;»(30).

Ποιος συνέτριψε τα όπλα και τη ρομφαία και τους πολέμους(31);
Ποιος συνέθλασε τις κεφαλές των δρακόντων εις το ύδωρ(32);
Ποιος μετέστρεψε την καταιγίδα σε αύρα(33);
Ποιος είπε στη θάλασσα «σιώπα, πεφίμωσο»(34) και «εν σοι συντριβήσεταί σου τα κύματα»(35);
Ποιος μας έδωσε το δώρο να πατούμε «επάνω όφεων και σκορ¬πίων»(36);
Ποιος είναι εκείνος που δεν άφησε την εξουσία των αμαρτωλών να καταδυναστεύη απεριόριστα τον κλήρο των δικαίων(37)
;

       Τα χωρία από τη «θεία Γραφή» παρατίθενται «όπως αν έκαστον επίη τη μνήμη» (όπως έρχεται το καθένα στη μνήμη) και είναι πράγματι αξιοθαύμαστη η γνώση της Γραφής σε τέτοιο βαθμό που να χρησιμοποιή σε ρέοντα λόγο απροσκόπτως τα κατάλληλα γραφικά χωρία για να απαρτίση τον ευχαριστήριο λόγο του.
       Ο Θεός δεν άφησε την εξουσία των αμαρτωλών να καταδυναστεύη τους δικαίους, ή καλύτερα, διορθώνει εκείνους που γνωρίζουν το άγιο θέλημά του, και αμέσως κατόπιν θα πη ότι «δεν παραδοθήκαμε» στα χέρια του Ιουλιανού «ως δίκαιοι, αλλά κατακριθήκαμε ως αμαρτωλοί και πάλι, αφού παιδαγωγηθήκαμε πατρικά από τον Θεό, όσο ήταν αναγκαίο για να σωφρονισθούμε, ελεηθήκαμε». Είναι φανερό ότι ο άγιος δεν εξαιρεί τον εαυτό του από το υπόλοιπο ποίμνιο (α' πληθυντικό) και θεωρεί ότι τόσο η δοκιμασία όσο και η απαλλαγή από τα δεινά φανερώνουν τη φιλανθρωπία του Θεού που «ήλεγξε μεν, ου τω θυμώ δε, και πεπαίδευκε μεν, ου τη οργή δε».
        Την τόσο μεγάλη ευεργεσία που δέχτηκαν από το Θεό, μια φωνή, ένα άσμα, βρίσκει κάπως άξιο να την υμνήση, το άσμα του Ησαΐου, που συμπεριλαμβάνει στον πανηγυρισμό ολόκληρη την κτίση.
        «Ευφραινέσθω ο ουρανός άνω¬θεν και αι νεφέλαι ρανάτωσαν δικαιοσύνην. ρηξάτω τα όρη ευφροσύνην και οι βουνοί αγαλλίασιν»(38).
       Η κτίση δεν «συστενάζει μό¬νον και συνωδίνει»(39) υπηρετώντας τη φθορά, αλλά και συναγάλλεται με τα τέκνα του Θεού, όταν ευφραίνονται. Η αποκατάσταση των πραγμάτων μετά την τιμωρία της ασεβείας και η άνεση που παρέχει στους πιστούς, οδηγούν στην έκφραση της προσδοκίας για την τελική αποκατάσταση όχι μόνον των πιστών που θα την αξιωθούν, αλλά και του αισθητού κόσμου, της κτίσεως, που αναμένει κι αυτή με τη σειρά της το τέλος όλων των δεινών που παρακολούθησαν την πτώση του Αδάμ, για να ανακτήση κι αυτή την ελευθερία της. Γιατί τώρα είναι υποταγμένη στη φθορά χωρίς τη θέλησή της, επειδή αυτό της επιβάλλει η δύναμη του Δημιουργού.
       Ένας χείμαρρος από γραφικά χωρία της Π.Δ., που τα ονομάζει θείες φωνές, έρχεται να ενωθή με λόγους του Αποστόλου Παύλου περί λυτρώσεως(40) και παρηγορίας. Η παράκλησις «των ταπεινών τη καρδία»(41) συντελείται δια του Παρακλήτου, τον οποίο κατέλιπε στους πιστούς ο Υιός του Πατρός.
       Η εντύπωση που δημιουργείται στον αναγνώστη είναι ότι η παλλομένη καρδία του αγίου Γρηγορίου από τον θείο έρωτα, μεταρ¬σιωμένη σε ουράνιες σφαίρες, αναλύεται εις δοξολογίαν.
       Ο άγιος από ταπείνωση θέλει να αποδώση «το κάλλος του φθέγματος» της ωδής στους θεόπνευστους προφήτες της Π.Δ., τον Ησαΐα, τον Δαβίδ, στη θεοκίνητη έμπνευση των οποίων αποδίδει όσα γράφει.
       Εγώ -λέει- δεν κάνω τίποτε άλλο παρά να συνταιριάζω όσα οφείλονται στο αυτό Πνεύμα, τονίζοντας έτσι την ενότητα στην αγιοπνευματική παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού. Θα διατρέξη τις θαυματουργικές επεμβάσεις του Θεού στην Π.Δ., αρχίζοντας από τη μετάθεση του Ενώχ, την ανάληψη του Ηλία και τη διάσωση του Νώε μέχρι την Έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο (κεφ. 18) και όσα θαυμάσια επακολούθησαν μέχρι την επιστροφή τους στη γη της Επαγγελίας. Τα φυσικά φαινόμενα στην Π.Δ. υπακούουν στο πρόσταγμα του Κυρίου: Η θάλασσα υποχωρεί με τη ράβδο του Μωυσή, ο στύλος της νεφέλης σκιάζει τους Εβραίους κατά την ημέρα και ο στύλος του πυρός τους φωτίζει κατά τη νύκτα, ο ήλιος ίσταται και η σελήνη συγκρατείται. Αλυσιδωτά θαύματα καθ' όλη την πορεία των Εβραίων προς τη Γη της Επαγγελίας εκτυλίσσονται ενώπιόν μας. Και μετά από αυτά, αναφέρεται στο αποκορύφωμα της ασυλλήπτου προνοίας του Θεού, στο ανεκλάλητον θαύμα της σαρκώσεως του μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού και σε όσα θαύματα τελέστηκαν από τον ίδιο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό κατά την επίγειο παρουσία του και σε όσα μετά την Ανάληψή του «δι' εκείνου» από τους αποστόλους και κήρυκας του λόγου του. Πού το παράδοξον, λοιπόν, να έχη ενεργήσει η δύναμη του Θεού και στην εποχή του θαυματουργικά και να έχη απαλλάξει από τον μεγάλο κίνδυνο της κυριαρχίας της ασεβείας τους Χριστιανούς;


γ'  Τα του Ιουλιανού, μέχρι της ανόδου του στο θρόνο, κεφ. 20-48

       Από το σημείο αυτό αρχίζει να ιστορή τα του Ιουλιανού. Και επειδή δεν είναι δυνατόν να παραστήση το μέγεθος του κινδύνου χωρίς να ελέγξη «το του τρόπου κακόηθες» (την κακοήθεια της συμπεριφοράς του) και να δείξη από ποιες ριζικές αιτίες, από ποια σπέρματα κακίας, ο Ιουλιανός ξέπεσε σε τέτοια κακοδαιμονία - να αρνηθή την πίστη στο Χριστό και να στραφή στη δαιμονολατρία με τις γνωστές συνέπειες - θα αναφερθή στο λόγο του στα κυριώτερα και πλέον σημαντικά από τα έργα (πράξεις, ενέργειες) εκείνου, αφήνοντας αυτή την εξιστόρηση σαν αναμνηστική στήλη στους μεταγενεστέρους -κάτι εξάλλου που δηλώθηκε και στην εισαγωγή του λόγου- προγιγνώσκοντας ότι και στο μέλλον η Εκκλησία θα βρεθή αντιμέτωπη με το πολυκέφαλο θηρίο της ειδωλολατρίας.
       Ξεκινά λοιπόν την εξιστόρηση των γεγονότων από την παιδική ηλικία του Ιουλιανού, ο οποίος, -σε ηλικία έξι ετών- μαζί με τον λίγο μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό του Γάλλο, σώθηκε χάρη στην παρέμβαση του αυτοκράτορα και θείου του Κωνσταντίου από βέβαιο θάνατο, όταν ο στρατός, λίγο μετά την άνοδο του Κωνσταντί¬ου στο θρόνο, προέβη σε εκκαθαρίσεις «των εν τέλει» από φόβο μή-πως στασιάσουν και αρπάσουν το θρόνο από το νόμιμο διάδοχο του Μεγ. Κωνσταντίνου(42).
       Αν και σώθηκε λοιπόν, δεν αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη ούτε προς το Θεό ούτε προς τον βασιλέα Κωνστάντιο, αλλά ανταπέδωσε κακό αντί καλού και στους δύο: αποστάτησε από την πίστη στον αληθινό Θεό και κατά του βασιλέως επαναστάτησε(43).
       Πληροφορούμεθα μάλιστα ότι οι δύο αδελφοί μεγάλωναν «βασιλικώ τω τρόπω», γιατί ο Κωνστάντιος, επιδεικνύοντας μεγαλοψυχία, επεδίωκε αφ' ενός να δείξη ότι όσα αποτολμήθηκαν στην αρχή της βασιλείας του έγιναν χωρίς τη δική του συγκατάθεση και αφ' ετέρου να καταστήση ασφαλέστερη τη βασιλική διαδοχή, εφόσον θα υπήρχαν εν ζωή διάδοχοί της που ανήκαν στη δυναστεία. Ενδιαφέρθηκε λοιπόν ο θείος τους και βασιλεύς να λάβουν οι δύο νέοι ολοκληρωμένη εγκύκλιο μόρφωση και κατά τη συνήθεια της εποχής διδάχθηκαν ιδιαίτερα τη χριστιανική φιλοσοφία, που δεν είναι μόνο φιλοσοφία των λόγων, αλλά αποβλέπει και στη μόρφωση ευσεβούς ήθους.
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο άγιος Γρηγόριος χρησιμοποιεί τον όρο «η καθ' ημάς φιλοσοφία», αντιδιαστέλλοντάς την από την ελληνική φιλοσοφία. Ήδη από την εποχή του Ιουστίνου(44), μάρτυρος και φιλοσόφου, είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται για το Χριστιανισμό ο ορός «αληθής φιλοσοφία». Ο Ιουστίνος δέχεται ότι πριν από την ενσάρκωση του Χριστού υπήρχε μία φυσική αποκάλυψη του Λόγου παγκόσμια, στηριζόμενος στον πρόλογο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου «εν αρχή ην ο Λόγος...» και ότι ο Λόγος «ην το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον, ερχόμενον εις τον κόσμον». Κατά το μέτρο συμμετοχής τους στον σπερματικό λόγο οι εθνικοί φιλόσοφοι έγιναν ικανοί «αμυδρώς οράν τα όντα» και να διδάξουν «σπέρματα αληθείας»(45). Ανοίγει έτσι ένα δρόμο στη σύνθεση και διαμόρφωση του ελληνοχριστιανικού πνεύματος. Κατά τον Ιουστίνο ο Χριστιανισμός είναι «η μόνη ασφαλής τε και σύμφορος φιλοσοφία»(46). Η σειρά αυτών των σκέψεων τον οδήγησε στον περίφημο αφορισμό «όσα ουν παρά πάσι καλώς είρηται ημών των Χριστιανών εστι» (Β' Απολ. 13, 4).
Στην εποχή του ιστορικού Ευσεβίου Καισαρείας(47) ο όρος «φιλόσοφος» έχει αρχίσει πλέον να ταυτίζεται με τον όρο «μοναχός». Ο άγιος Γρηγόριος όμως καθιέρωσε και συστηματοποίησε τη χρήση του όρου προκειμένου να περιγράψη τη ζωή του Χριστιανού. Γι' αυτόν η ζωή του μονάχου και γενικώς κάθε Χριστιανού είναι «η δι' έργων φιλοσοφία». Στο λόγο του «εις Ήρωνα τον φιλόσοφον» διαγράφει το πρότυπο του Χριστιανού φιλοσόφου, ερημίτου τον βίον και καρτερικού στα δεινά. Στον επικήδειο λόγο στον αδελφό του Καισάριο αναλύει την έννοια του «φιλοσοφείν» και ονομάζει φιλόσοφον εκείνον που αγωνίζεται να μιμηθή στη ζωή του τη ζωή των αγγέλων. Η χριστιανική σκέψη δίνει ένα νέο νόημα στον όρο φιλοσοφία, που μπορεί να ορισθή σαν την δια λόγου και θεωρίας πορεία προς τη σωτηρία μας. Αλλά το θέμα προσφέρεται προς ανάλυση από ειδικούς.
       Ωστόσο ο άγιος Γρηγόριος δεν αρνείται τη βοήθεια της ελληνικής φιλοσοφίας στην κατανόηση και ανάπτυξη και σύνθεση των αληθειών του Ευαγγελίου. Ο ίδιος είχε σπουδάσει, ως γνωστόν, τη θύραθεν σοφία, πρώτα στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και έπειτα κυρίως στην Αθήνα, όπου και ο Μέγας Βασίλειος. Γνωρίζει συνεπώς την ελληνική φιλοσοφία, από τις αρχές της με τους Ίωνες φιλοσόφους, από το Θαλή μέχρι τον Αναξαγόρα και από τον Αναξαγόρα μέχρι τη Στοά, της οποίας ο ιδρυτής Ζήνων ο Κιτιεύς αφορμάται από τους κυνικούς(48), γνωρίζει βέβαια τους σκεπτικούς μέχρι τους νεοπλατωνικούς. Γι' αυτό και ήταν σε θέση, όπως και οι άλλοι Καππαδόκες Πατέρες, να την αξιοποίηση κατά τη διαπιστωτική και αποδεικτική διαδικασία της διδασκαλίας του δόγματος.
       Ο λόγος της ελληνικής φιλοσοφίας και η λογική επιχειρηματολογία (η ορολογία και η αποδεικτική μέθοδος) χρησιμοποιήθηκαν όπου προσφερόταν, κατά κανένα τρόπο όμως δεν διαμόρφωσαν το πνευματικό περιεχόμενο της νέας θρησκείας. Οι Καππαδόκες Πατέρες αναγνώριζαν τη χρησιμότητα που έχουν οι λόγοι «προς την των νοουμένων δήλωσιν. κίνημα γαρ ναρκώντων εστί, νους ανεκλάλητος», αντιτίθενται όμως σε κάθε εξελληνισμό του δόγματος. Η στάση τους -και ειδικότερα του αγίου Γρηγορίου- απέναντι στην ελληνική παιδεία συνοψίζεται στο επιγραμματικό:

«Ελλάς εμή, νεότης τε φίλη, και όσσα πέπασμαι,
 και δέμας, ως Χριστώ είξατε προφρονέως!»(49)

«Σ' αγαπώ, Ελλάδα, ... είσαι δική μου,
μα σ' αγαπώ γιατί πρόθυμα υποχώρησες στο Χριστό!»

       Αλλά ας επιστρέψομε στα κατά Ιουλιανόν. Οι δύο νέοι, ο Ιουλιανός και ο αδελφός του Γάλλος, επιδεικνύοντας τη φιλόσοφο και φιλόχριστο διάθεσή τους, -πάλι οι δύο έννοιες βαίνουν παράλληλα για να δηλωθή ο άρρηκτος δεσμός τους, που διατηρείται επί αιώνες-συγκαταλέχθηκαν οικειοθελώς στην τάξη των κληρικών ως αναγνώστες των θείων Γραφών. Συναγωνίζονταν ακόμη με προσωπικό κόπο και έξοδα στην ανέγερση πολυτελέστατων μνημείων, αφιερωμένων σε μάρτυρες(50), και στην προσφορά γενναιόδωρων αφιερωμάτων. Πράγματι ο Ιουλιανός είχε περάσει έξι χρόνια στη νεανική ηλικία (341/2-347/8 ή 345-351 μ.Χ.) εξόριστος μαζί με τον αδελφό του Γάλλο στο Μάκελλο, βασιλικό κτήμα στα περίχωρα της Καισάρειας στην Καππαδοκία. Εδώ αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του Γάλλο να ανεγείρη «οίκον» προς τιμήν μάρτυρος(51).
       Η Άννα Μαραβά στη μελέτη της «ο Άγιος Μάμας» υποστηρίζει ότι ο οίκος θα ανεγείρετο προς τιμήν του νεαρού μάρτυρος Μάμαντος. Στο κείμενο βέβαια χρησιμοποιείται πληθυντικός αριθμός: «Ω της των μαρτύρων φιλαδελφίας! Ουκ εδέξαντο τιμήν... ου προσήκαντο δώρον... ουκ ήνεγκαν μόνοι μαρτύ-ρων υβρίζεσθαι...».
       Συνέβη όμως τούτο το παράδοξον. Ενώ το τμήμα του οικοδο¬μήματος που έχτιζε ο Γάλλος προχωρούσε, εκείνο που έχτιζε ο Ιουλιανός γκρεμιζόταν. Η ιστορική αυτή πληροφορία διασώζεται στο λόγο του αγίου Γρηγορίου που μελετούμε (κεφ. 25 και 26) με την παρατήρηση του αγίου ότι ο Θεός, που δεχόταν την αφιέρωση του ευσεβούς Γάλλου, όπως τη θυσία του Άβελ(52), απεποιείτο την αφιέρωση του ασεβούς Ιουλιανού, όπως αποποιήθηκε και τη θυσία του Κάιν. Αυτός ο εξευτελισμός που δεχόταν ο ασεβέστατος Ιουλιανός, μη κατορθώνοντας να θεμελίωση το οικοδόμημα που σχεδίαζε, περιποιούσε τιμή στους μάρτυρες, προς τους οποίους επρόκειτο αργότερα να ασεβήση και τους αγίους οίκους των να ατιμάση, και προανήγγελλε συνάμα την τιμωρία του διώκτη της πίστεως.
       Οι άγιοι μάρτυρες δεν δέχθηκαν την αφιέρωσή του. Απέρριψαν το δώρο εκείνου, ο οποίος με το διωγμό που θα ξεσήκωνε θα οδηγούσε πολλούς πιστούς στο μαρτύριο. Ούτε ανέχθηκαν οι Μάρτυρες, τους οποίους φαινομενικά ήθελε να τιμήση, μόνοι αυτοί μεταξύ των Μαρτύρων να ατιμάζονται, αφού η τιμή που απονέμεται από σκοπιμότητα λίγο διαφέρει από την αληθινή ατιμία. Καταδίκασαν συνεπώς τη διπρόσωπη στάση του Ιουλιανού, που χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα, φορώντας το προσωπείο της ευσεβοφάνειας, επεδίωκε να παραπλάνηση την κοινή γνώμη και να αποσπάση την κοινωνική συναίνεση για την πολιτική που σχεδίαζε να εφαρμόση. Αυτό το νόημα έχει και η φράση ότι ο άνθρωπος αυτός θα φθονούσε ακόμη και αυτή την άθληση των αθλητών της πίστεως. Όπως θα δούμε παρακάτω ήταν τόσο καμουφλαρισμένη και αποπροσανατολιστική η αντίθεη πολιτική του, που δύσκολα γινόταν αντιληπτή. Αλλά, Θεός ου μυκτηρίζεται. Δεν του επετράπη να καυχηθή ότι στο χέρι του ήταν να χτίζη και να γκρεμίζη μνημεία μαρτύρων ανεμπόδιστα. Ούτε να νομίση ότι είναι τόσο σοφός που μπορεί να εξαπατήση ακόμη και τον ίδιο το Θεό, όπως το πετυχαίνει με τους ανθρώπους. Η άρρητος σοφία και πρόνοια του Θεού αναχαιτίζει την ασέβεια και ξηραίνει και ανακό¬πτει την κακία, που καταστρώνει στα κρυφά τα επίβουλα σχέδιά της, «ένεκεν των πολλών». Αυτός που οικονόμησε έτσι τα πράγματα ώστε οι ανομίες των Αμορραίων(53) να πληρωθούν, επενέβη και σ' αυτή την περίπτωση και φανέρωσε καθαρά ότι δεν προσωποληπτεί υπέρ ουδενός, αλλά εκείνο που ζητάει είναι η εσωτερική καθαρότητα, χέρια καθαρά από κάθε ανομία και νου εξαγνισμένο, που να μπορή να πετάξη πάνω από τα γήινα. Διαφορετικά, βδέλυγμα είναι το θυμίαμα και η θυσία του άδικου, μοιάζει με βλασφημία το λιβάνι, και το συνάλλαγμα της πόρνης «εκβάλλεται», δεν γίνεται δεκτό στο ιερό. Ο κρυπτός άνθρωπος(54), ο έσω άνθρωπος, τα βαθύτερα αίτια που κινούν τις πράξεις μας, καλές ή κακές, έχουν αξία ενώπιον του Θεού.
       Όταν ενηλικιώθηκαν, είχαν πλέον οι δύο αδελφοί αποκτήσει γεύση της φιλοσοφίας και ρητορική ικανότητα, η οποία, κατά την έκφραση του αγίου, στους αγαθούς γίνεται «αρετής όπλον», ενώ στους φαύλους «κέντρον κακίας».
       Τότε πια ο Ιουλιανός δεν μπορούσε να συγκράτηση τη μανία της ασέβειας που φύλαγε μέσα του, που έμοιαζε με κρυφή φωτιά που από στιγμή σε στιγμή θα φουντώση και με νερό που τρέχει ορμητικά σε υπόγεια ρεύματα και αναζητώντας διέξοδο βουίζει δυνατά κάτω απ' τη γη. Κι αν δεν φανέρωνε ακόμα απροκάλυπτα τις ειδωλολατρικές του αντιλήψεις, αυτό συνέβαινε γιατί ακόμα οι περιστάσεις δεν το επέτρεπαν και γιατί βρισκόταν κάτω από την επαγρύπνηση του βασιλέως. Σε κάποιους όμως ομοϊδεάτες του, που ήταν πιο παρορμητικοί στο να εκδηλώνουν την ασέβειά τους, φανέρωνε τις κρυφές αντιλήψεις του. Ακόμα, στα ρητορικά γυμνάσματα που έκανε με τον αδελφό του υποστήριζε τους εθνικούς, προφασιζόμενος ότι ασκεί «τον ήττω λόγον», ότι κάνει, θα λέγαμε, το συνήγορο του διαβόλου, στην πραγματικότητα όμως γυμναζόταν εναντίον της αληθείας. Ο «ήττων λόγος» μας θυμίζει τους σοφιστές, που εισήγαγαν τα αντιθετικά ζεύγη των λόγων, διδάσκοντας τους μαθητές τους την ισοσθένεια των επιχειρημάτων, που σήμαινε ότι δεν τους ενδιέφερε η αλήθεια, αλλά η επίτευξη κάποιου στόχου, συνήθως πολιτικού. Εξάλλου λίγο παραπάνω (στο κεφ. 27) τον αποκαλεί σοφιστή της κακίας.
       Το 351 μ.Χ. αναγορεύθηκε Καίσαρ της Ανατολής ο Γάλλος, ως συνάρχοντας του Κωνσταντίου,  οπότε ο Ιουλιανός έχοντας επιστρέψει στη Νικομήδεια, όπου ζούσαν με τον αδελφό του, είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήση ανεμπόδιστα τους πιο καταστρεπτικούς για την ψυχή του λόγους και τους πιο ολέθριους διδασκάλους. Η Ασία απέβη για τον Ιουλιανό διδασκαλείο της ασεβείας, γιατί από εκεί εκπορεύονται τερατώδεις δοξασίες περί την αστρονομία και τις αρχές των όντων και τη μαντική τέχνη, που στηρίζεται στην ερμηνεία ονείρων και οραμάτων, και τη συνακόλουθή τους «γοητική», μαγεία.
       Μήπως και σήμερα από την Ασία δεν μας έρχονται αποκρυφιστικές μυστικιστικές λατρείες, ειδωλολατρικές στη βάση τους; Σήμερα η Ινδία δεν κάνει εξαγωγή της ειδωλολατρίας στις δυτικές χώρες;
Πράγματι εκείνη την περίοδο της ζωής του «τα ελληνικά αισθήματα του Ιουλιανού απεκρυσταλλώθησαν εις σύστημα ενιαίον υπό την επίδρασιν του Λιβανίου και των ακμαζόντων εν Ασία μυστικών θρησκευμάτων»(55).
       Το 352 μ.Χ. στην Έφεσο μυήθηκε εντός σπηλαίου στη λατρεία του Ηλίου από τον νεοπλατωνι-κό Μάξιμο τον Εφέσιο, εξακολουθούσε όμως κατ' επίφασιν να ασκή τα θρησκευτικά καθήκοντα του Χριστιανού. Η άνοδός του στο θρόνο το Δεκέμβριο του 361, μετά το θάνατο του Κωνσταντίου, του έδωσε τη δύναμη να επιβάλη «τη θρησκευτική του μεταρρύθμιση».
       ο άγιος Γρηγόριος θεωρεί αιτία της επικρατήσεως του Ιουλιανού «την πληθυνθείσαν των πολλών ανομίαν». Με μία σειρά νοηματικών αντιθέσεων οδηγεί το ακροατήριό του σε μια βαθειά συναίσθηση της αμέλειάς των να διατηρήσουν τα κεκτημένα πνευματικά αγαθά και «της ύβρεως» στην οποία περιέπεσαν, ώστε να επισύρουν τη δίκαιη τιμωρία του Θεού, κα¬τά τον Παροιμιαστή(56). Παιδαγωγικά τιμωρήθηκαν με το να ταπεινωθούν και με την ταπείνωση(57), που τοποθετείται μεταξύ αμαρτίας και διορθώσεως, μπήκαν στο δρόμο της επιστροφής. Όση δόξα και δύναμη απέκτησαν οι Χριστιανοί με τους διωγμούς και τις θλίψεις, τόση αδοξία και αποδυνάμωση όταν απέκτησαν ευημερία, υλικά αγαθά, κοσμική εξουσία. Είναι χαρακτηριστική η φράση «ηνίκα ελιπάνθημεν εσκιρτήσαμεν. και ηνίκα επλατύνθημεν εστενοχωρήθημεν». Από τον πλατυσμό των υλικών αγαθών προήλθε η στενοχωρία των θλίψεων(58).
       Το 354 μ.Χ. ο Ιουλιανός αποβαίνει ο μόνος συνάρχοντας του Κωνσταντίου μετά τη θανάτωση του αδελφού του Γάλλου. Ο Γάλλος με τη σκαιά διοίκησή του και ιδιαίτερα με τις σφαγές της Αντιό-χειας προκάλεσε την μήνιν του Κωνσταντίου που τον κάλεσε στην Ιταλία να απολογηθή και εκεί τον θανάτωσε(59). Λίγα χρόνια αργότερα (Νοέμβριος του 361) πεθαίνει ο Κωνστάντιος. Ο Ιουλιανός ανέρχεται στο θρόνο. Ο άγιος Γρηγόριος αποσιωπά τα σχετικά με τον Γάλλο, σεβόμενος, όπως λέει, την ευσέβεια και των δύο ανδρών (Γάλλου και Κωνσταντίου) και αποδίδοντας τα αμαρτήματα αμφοτέρων σε ανθρώπινη αδυναμία. Θεωρεί όμως τον Κωνστάντιο υπεύθυνο για την αναγόρευση του Ιουλιανού πρώτα σε καίσαρα, στη θέση του αδελφού του Γάλλου, και στη συνέχεια σε βασιλέα, γιατί υποχωρώντας στην πίεση των αρχόντων και αναθέτοντας τη βασιλεία στον Ιουλιανό επεσώρευσε δεινά στους Χριστιανούς υπηκόους του. Με μια σειρά ερωτημάτων προς τον Κωνστάντιο εκφράζει την απορία πώς ένας τόσο συνετός, ένδοξος, τροπαιοφόρος και ευσεβής βασιλεύς πήρε αυτή την απόφαση. Πώς δείχθηκε τόσο απερίσκεπτος, πώς παρέδωσε στα χέρια του ανθρωποκτόνου διαβόλου την κληρονομιά και το καλλώπισμα των πατέρων, το βασίλειον ιεράτευμα(60), που με αναρίθμητους κόπους και ιδρώτες αυξήθηκε, τους Χριστιανούς. Αξίζει ιδιαίτερης προσοχής η φράση «το πανταχού της οικουμένης εκλάμψαν έθνος». Συνεκτικός δεσμός των υπηκόων της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως εθνότητος, ήταν η πίστη στο Χριστό, σε βαθμό ώστε να αισθάνονται ότι αποτελούν ένα έθνος που έλαμψε με τη δόξα του, με τον πολιτισμό του σε όλη την οικουμένη. Και αυτές οι αιτιάσεις δεν είναι εκδήλωση ασεβείας προς τον Κων-στάντιο, τον οποίο φαίνεται ότι ο άγιος Γρηγόριος τιμούσε πολύ. Τον θεωρεί βασιλέα ευσεβή, που αγαπά το λαό του και μεριμνά για την ασφάλεια και σωτηρία του. Η απόκρουση και υποταγή των βαρβάρων εθνών, η καλή διακυβέρνηση του κράτους, η ανόρθωση των οικονομικών και γενικά η ευδαιμονία του λαού επιβεβαιώνουν τη φήμη του ως «βασιλέως των βασιλέων». εκτός όμως από αυτά, τον ενδιέφερε και η κατά Θεόν προκοπή του ιδίου και των υπηκόων του, κάτι που πραγματωνόταν με τη διατήρηση του ακατάλυτου δεσμού του λαού με τη δυναστεία του Κωνσταντίου του Χλωρού, που την είχε λαμπρύνει η βασιλεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Πράγματι ο Κωνστάντιος είχε υψηλή ιδέα περί των καθηκόντων ενός Χριστιανού βασιλέως, τον οποίο θεωρούσε αντιπρόσωπο επί γης του ουρανίου δεσπότου. Διότι, εκτός των άλλων, εγνώριζε ότι «τοις Χριστιανών πράγμασι τα Ρωμαίων συνηύξησε», πέτυχε την ανάπτυξη και ισχυροποίηση του Ρωμαϊκού κράτους με την επικράτηση της θρησκείας του Χριστού, και ότι χάρη σ' αυτή την πίστη εδραιώθηκε η μοναρχία. Γι' αυτό και φρόντιζε να ευεργετή περισσότερο τους Χριστιανούς από άλλους υπηκόους του, που πίστευ¬αν σε άλλες θρησκείες. Ως γνωστόν στους χρόνους του Κωνσταντίου διετηρείτο ακόμη η αρχαία θρησκεία, την οποία ο Κωνστάντιος δεν έπληξε οριστικώς, είτε διότι δεν θεωρούσε και αυτός, όπως ο πατέρας του, συνετή ενέργεια τη βίαιη εξολόθρευση της ειδωλολατρίας είτε διότι το θεωρούσε δύσκολο να το επιτυχή. Κατά τους χρόνους της βασιλείας του και των διαδόχων του επίσης εξακολουθούν με μεγάλη μάλιστα ένταση οι εκκλησιαστικοί αγώνες για τα Χριστολογικά ζητήματα.
       Πουθενά ωστόσο στο λόγο δεν υπάρχει νύξη για τη φιλοαρειανική θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίου, πιθανώς γιατί αυτή αντιμετωπίζεται ως εσωτερική υπόθεση της Εκκλησίας, η οποία εν τω συνόλω της αντιπαρατίθεται προς την ειδωλολατρία. Αντίθετα ενδελεχώς ο άγιος διαπραγματεύεται το θέμα της διαδοχής του Κωνσταντίου από τον Ιουλιανό, σχετικώς με το οποίο διατυπώνει τη γνώμη ότι ο Κωνστάντιος, σαν απλός και φιλάνθρωπος βασιλεύς, δεν αντελήφθη εγκαίρως τις πραγματικές διαθέσεις του Ιουλιανού, ο οποίος, μη μπορώντας να ξεπεράση τον προκάτοχό του στην αρετή, επεζήτησε να τον ξεπεράση επιδεικνύοντας υπέρμετρο ζήλο στην ασέβεια. «Αφύλακτον η απλότης και ήκιστα κακίαν υφοράται το της  κακίας ελεύθερον».
       Στο χωρίο το πορτραίτο του Ιουλιανού σκιαγραφείται ως ανδρός όχι ιδιαιτέρας ευφυΐας. Τι τέλος πάντων είχε να μεμφθή τους Χριστιανούς ο Ιουλιανός, ώστε να κινήση το διωγμό εναντίον τους, ή τι από τη χριστιανική πίστη δεν ήταν άξιο επαίνου και ποιο από τα δόγματα των Ελλήνων θεώρησε υπερφυσικό και «δυσκίνητον λόγω», μη ανασκευάσιμο με το λόγο, τη λογική επιχειρηματολογία, ώστε να ακολουθήση αυτή την «καινοτόμο» πορεία;
       Υπάρχουν ωστόσο μερικοί που βρίσκουν αστήρικτη την επιχειρηματολογία του αγίου προς υπεράσπισιν του Κωνσταντίου, μάλιστα κατηγορούν τον Κωνστάντιο «δια μωρίαν». Πώς είναι δυνατόν να κατέστησε ισχυρό τον άνθρωπο που είχε τις πιο δυσμενείς διαθέσεις απέναντί του παραχωρώντας του την εξουσία, τη στιγμή μάλιστα που έπρεπε να θεωρείται δεδομένη η εχθρότητα του Ιουλιανού μετά τη σφαγή του αδελφού του; Στο ερώτημα ο άγιος απαντά ότι ο Κωνστάντιος ενήργησε έτσι από φιλανθρωπία που συνοδεύει τη βασιλική μεγαλοψυχία και πρόνοια, ελπίζοντας ότι με τις τιμές θα τον κάνη ημερώτερο και με την εμπιστοσύνη που του έδειξε δικαιότερο. Η μεγαλόψυχη μεταχείριση του Ιουλιανού αποδεικνύει την αμεροληψία και δικαιοκρισία του βασιλέως, ο οποίος, και όταν τιμωρή και όταν τιμά, υπηρετεί τη δικαιοσύνη. Εξάλλου ο Κωνστάντιος είχε το θάρρος να ενεργήση έτσι από εμπιστοσύνη στη δική του δύναμη περισσότερο, παρά από εμπιστοσύνη στον Ιουλιανό, όπως άλλοτε και ο Μέγας Αλέξανδρος χάρισε από μεγαλοψυχία στον ηττημένο Πώρο όχι μόνο τη ζωή, αλλά και τη βασιλεία των Ινδών, γιατί θεωρούσε κατώτερο του Αλεξάνδρου να μη δειχθή μεγαλόψυχος από το να νικηθή στη μάχη(61).
       Αν όμως επικρίνεται ο Κωνστάντιος, διότι έδειξε εμπιστοσύνη, πώς πρέπει να χαρακτηρισθή αυτός που έκανε κατάχρηση της εμπιστοσύνης; Και αν είναι αξιοκατάκριτο να μην προβλέψη κανείς τη συμπεριφορά του άλλου, τι πρέπει να πούμε για τη μοχθηρία; Αλλά η πονηρία είναι κάτι το παράλογο, που δεν υπάγεται σε ορθό συλλογισμό, και «φύσιν πονηράν μεταβαλείν ου ράδιον». Η κακία αντιβαίνει στον λόγο (τη λογική και τον εξ αυτής απορρέοντα  λόγο), ενώ η αρετή εναρμονίζεται με αυτόν. Έτσι οι μεγάλες ευεργεσίες αντί να ανάψουν τη σπίθα της ευγνωμοσύνης στην καρδιά του Ιουλιανού, τον έκαναν να μισήση περισσότερο τον ευεργέτη του. Ο λόγος επανέρχεται στο θέμα της αχαριστίας που καταδίκασε και πιο πάνω στο κεφ. 21.
       Και έρχεται στο θέμα της επίδρασης που άσκησε στο χαρακτήρα του Ιουλιανού η φιλοσοφική του παιδεία. Θα περίμενε κανείς ένας άνθρωπος τέτοιας μορφώσεως να είναι σε θέση να ξεχωρίση το δίκαιο από το άδικο, το φως από το σκοτάδι, την ευσέβεια από την ασέβεια, την αλήθεια από την πλάνη. Αλλιώς τι ωφελεί να έχη διδαχθή τον Πλάτωνα και τον Χρύσιππο(62) και τους φιλοσόφους της Περιπατητικής Σχολής(63) και τους Στωικούς, που μάλιστα κήρυτταν μια άτεγκτη ηθική, και γενικά «τους τα κομψά λαρυγγίζοντας;» (αυτούς που κάνουν τους κομψούς λαρυγγισμούς). Σε τι τον ωφέλησε τον Ιουλιανό που διδάχθηκε την ισότητα της γεωμετρίας και τους λόγους περί δικαιοσύνης της Σωκρατικής διδασκαλίας ότι πρέπει να προτιμά κανείς να αδικείται παρά να αδική; Και το αυλικό του περιβάλλον, οι διδάσκαλοι και οι συνεργάτες του, και οι νομοθέτες αυτά του εδίδαξαν; Αυτό συνέβη γιατί δεν τον απασχόλησε η διαγωγή τους, αλλά τον εντυπωσίασε η ευγλωττία τους και ίσως ούτε καν αυτή, μια και το κυριώτερο κριτήριο επιλογής τους σ’ αυτές τις υψηλές θέσεις ήταν η ασέβειά τους, που τη θεωρούσε επαρκή σύμβουλο για τις πράξεις του (ασέβεια σημαίνει την πίστη στη θρησκεία των ειδώλων.) Και είναι απορίας άξιον να υπάρχουν φιλόσοφοι, διανοητές, που μιλάνε για ιδανικές πολιτείες, που ωστόσο δεν μπορούν να ιδρύσουν στην πράξη, και σχεδόν προσκυνούν τους αλαζονικούς τυράννους, αποδίδοντας στα χρήματα και στις θεωρίες του μυαλού τους μεγαλύτερη αξία από τους θεούς που πιστεύουν(64). Κι άλλοι απ' αυτούς (τους φιλοσόφους) αρνούνται εντελώς την ύπαρξη του Θεού, άλλοι δεν δέχονται την πρόνοιά του για τον παρόντα κόσμο, αλλά υποστηρίζουν ότι το σύμπαν φέρεται (κινείται) στην τύχη και κατά τύχη, άλλοι ότι κατευθύνεται στην πορεία του από τους αστερισμούς (τους σχηματισμούς των αστέρων) - την κίνηση των οποίων δεν γνωρίζω, λέγει ο άγιος, ποιος τη ρυθμίζει κατ' αυτούς - κι άλλοι, θέλοντας να απαντήσουν στο ερώτημα ποιος είναι ο σκοπός της ζωής, υποστηρίζουν ότι σκοπός του βίου είναι η ηδονή(65). Αυτοί πιστεύουν ότι όλα τελειώνουν με το θάνατο, άρα και η άσκηση της αρετής δεν έχει καμμιά αξία πέραν αυτής τής ζωής, εφόσον δεν υπάρχει μεταθανάτια κρίση και ανταπόδοση. Ο άγιος όμως δεν αρκείται σε διαπιστώσεις. Η σκέψη του προχωρεί στο βάθος των πραγμάτων. Γιατί η σκέψη των νομιζομένων σοφών έμεινε στο σκοτάδι της πλάνης και δεν μπόρεσε να φαντασθή τίποτε πιο πάνω από τους δαίμονες και να υψωθή στο Δημιουργό;
       Ο λόγος είναι ότι χρησιμοποίησαν σαν οδηγό την ανθρώπινη λογική τους, γι' αυτό και παρασύρθηκαν απ' αυτό που θεώρησαν πιο πιθανό να ισχύη και από εκείνο που έλκει τους περισσότερους «δι' εγγύτητα», γιατί είναι κοντά στον τρόπο σκέψης και ζωής τους. Και στο σημείο αυτό καταδικάζεται ο ορθολογισμός, που περιορίζει στα ανθρώπινα μέτρα θέματα που ξεπερνούν την ανθρώπινη δυνατότητα προς λογική κατανόηση και οδηγεί στην πλάνη.
       Με τέτοιους λοιπόν δασκάλους και τέτοιους συμβούλους δεν είναι παράδοξο που ο Ιουλιανός έδειξε τέτοια αχαριστία στον ευεργέτη του, ανταποδίδοντας κακό αντί καλού. Ίσως κάποιος, προσπαθώντας να ερμηνεύση τη συμπεριφορά του, θα απέδιδε την αντίθεσή του στον Κωνστάντιο στο ψυχολογικό τραύμα που του προκάλεσε η θανάτωση του αδελφού του Γάλλου. Ο άγιος δεν δέχεται αυτή την ερμηνεία για τον πρόσθετο λόγο ότι ο Ιουλιανός εγνώριζε τις εχθρικές διαθέσεις του Γάλλου απέναντί του, λόγω των διαφορετικών θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. (Θυμάται ο αναγνώστης ότι ο άγιος είχε επαινέσει την ευσέβεια του Γάλλου όταν εξιστορούσε τα σχετικά με την ανέγερση μνημείων προς τιμήν των μαρτύρων, κεφ. 25). Η  πραγματική αιτία της ανταρσίας του ήταν το μένος του κατά της πίστεως στο Χριστό. Και στο σημείο αυτό με πικρία ο άγιος παραφράζει τη ρήση του Πλάτωνα λέγοντας ότι «εάν οι βασιλείς φιλοσοφήσωσιν ή οι φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν», η πολιτεία, αντί να απαλλαγή από τα δεινά, θα γεμίση απ' αυτά. Εκείνος που θα προσπελάση την αρχαία ελληνική πνευματική δημιουργία είναι αναγκαίο να τη φωτίση πρώτα με το φως του Χριστού, ώστε να είναι σε θέση να επιλέξη τα ρόδα από τα αγκάθια, κατά τη γνωστή εικονιστική αλληγορία του Μ. Βασιλείου, και στη συνέχεια να τα αξιοποίηση προς ωφέλειαν του ιδίου και του συνόλου.
       Η πρώτη ενέργεια της αυθάδειας και της ανταρσίας του Ιουλιανού ήταν ότι φόρεσε το βασιλικό στέμμα και αποδέχθηκε την προσηγορία του Αυγούστου (τίτλο που απονέμεται σε κάποιον είτε σαν έπαθλο αρετής -ικανότητος και ανδρείας- είτε, όταν έρθη το πλήρωμα του χρόνου, τον απονέμει ο βασιλεύς ή η σύγκλητος με δική της απόφαση), χωρίς να ενημερώση τον βασιλέα για το μέγεθος της τιμής που του δόθηκε.
       Πράγματι, την άνοιξη του 360, ενώ ο Ιουλιανός ως καίσαρ της Γαλατίας βρισκόταν στη Λουτεκία (σημερινό Παρίσι), κατέφθασαν αλλεπάλληλες διαταγές του Κωνσταντίου να βοηθήση στους πολέμους του εναντίον των Περσών με μέρος των Γαλατικών στρατευμάτων.       
       Δυσαρεστημένοι οι στρατιώτες, που δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από τον τόπο τους, ανακήρυξαν Αύγουστο τον Ιουλιανό, που αμέσως ξεκίνησε εκστρατεία κατά του Κωνσταντίου προελαύνοντας μέχρι τη Ναϊσσό. Ο Κωνστάντιος, ετοιμοπόλεμος, ξεκίνησε από την Έδεσσα της Ασίας για να τον αντιμετωπίση, αλλά καθ' οδόν αρρώστησε και πέθανε το Νοέμβριο του 361 μ.Χ. εις Μόψου Κρήνην της Κιλικίας. Τότε ο Ιουλιανός διέβη με μεγάλη ταχύτητα το Δούναβη, διήλθε απαρατήρητος από τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, χωρίς να δώση μάχη, και έφτασε προ των ανακτόρων στην Κωνσταντινούπολη.
       Ας μη δυσανασχετούν οι ασθενείς κατά την πίστη από αυτή την ακώλυτη επιτυχία του Ιουλιανού, μη δυνάμενοι να συλλάβουν τους λόγους για τους οποίους ο Θεός κυβερνά τον κόσμο κατ' αυτόν ή τον άλλο τρόπο. Ο άγιος παραμένει ακλόνητος στην πεποίθησή του ότι η Θεία Πρόνοια κατευθύνει τα πράγματα προς την καλύτερη λύση για τον άνθρωπο και τη θεραπεία του. Πώς θα μπορούσε εξάλλου να μην ισχύη αυτό, εφόσον το θείον είναι εντελώς αναίτιο των κακών, διότι είναι εκ φύσεως αγαθόν, ενώ ό,τι σχετίζεται με την κακία ανήκει στη δική μας προαίρεση;
       Οι ομοϊδεάτες του Ιουλιανού ισχυρίστηκαν τότε ότι ανέλαβε την εκστρατεία, επειδή οι δαίμονες του προέβλεψαν το μέλλον και του υποσχέθηκαν ότι θα υπάρξη μια αλλαγή στο θρόνο66. Στην πραγματικότητα όμως προήλαυνε στην Κωνσταντινούπολη έχοντας προσχεδιάσει την ανατροπή του βασιλέως, τον οποίο σκόπευε να θανάτωση έχοντας δολίως προσεταιρισθή κάποιον από τους αυλικούς. Συνεπώς το εγχείρημά του δεν οφειλόταν σε πρόγνωση και εύνοια των δαιμόνων προς το πρόσωπό του, γιατί, αν ήταν έτσι τα πράγματα, δεν θα εύρισκε αργότερα το θάνατο στη χώρα των Περσών, εκτός αν θέλουν, αυτοί που τα λένε αυτά, στους δαίμονες να αποδώσουν και το θάνατό του. Αν λοιπόν ο θάνατος του Κωνσταντίου δεν ματαίωνε την έφοδο του τυράννου, ο θάνατος θα τον έβρισκε στα όρη των Ρωμαίων πολύ πριν τον βρη στην Περσία. Γιατί, όπως μαθεύτηκε αργότερα, είχε περικυκλωθή από το στρατό του γενναιοτάτου βασιλέως, ο οποίος του απέκοπτε και τη φυγή, αλλά την κρίσιμη στιγμή ο φιλάνθρωπος και ευσεβής βασιλεύς αποθνήσκει καθ' οδόν προς αντιμετώπιση του δόλιου υπονομευτή της εξουσίας του.
        Είναι γνωστό ότι ο Κωνστάντιος (337-361) υποστήριξε τον Αρειανισμό και ίσως κάπως μας ξενίζει ο έπαινος του αγίου Γρηγορίου περί ευσέβειας προς το πρόσωπό του. Ο φιλοαρειανισμός του Κωνσταντίου οφείλεται στη θρησκευτική αγωγή την οποία είχε λάβει κατά τα τελευταία έτη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν στην αυλή κυριαρχούσε η επιρροή του Ευσεβίου Νικομηδείας(67). Πάντως μετά το 358, υπό την επίδραση του επισκόπου Αγκύρας Βασιλείου, αποσπάσθηκε από τους ακραίους αρειανούς («τους ανομοίους») και μάλιστα εκίνησε διωγμόν εναντίον τους. Κατά τον 4ο μ.Χ. αι. η Εκκλησία ταράσσεται από τις Τριαδολογικές αιρέσεις και το δόγμα δεν έχει γίνει γενικά αποδεκτό στη διατύπωσή του από τη Σύνοδο της Νικαίας. Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, το 381 μ.Χ., ο μέγας Θεοδόσιος θα συγκαλέση στην Κωνσταντινούπολη τη Β' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία θα κυρώση τον όρο του «ομοουσίου». Σε μια τέτοια, ακόμη μεταβατική, εποχή -η αρχαία θρησκεία διατηρείται ακόμη - η άσκηση της βασιλείας από ένα πρόσωπο που υποστήριξε με πολλούς τρόπους το Χριστιανισμό και που στην προσωπική του ζωή, όπως την περιγράφουν όσοι τον βιογραφούν, αγωνι¬ζόταν να ζήση με ευσέβεια, παρέχει το δικαίωμα να χαρακτηρισθή ευσεβής. Και συγκεκριμένα: Από το 341 εκδίδει επανειλημμένα νόμους που διατάσσουν την κατάργηση των ειδωλολατρικών θυσιών, ακόμη και το κλείσιμο ειδωλολατρικών ναών και στις πόλεις και στην ύπαιθρο(68). Εκδίδει ακόμη νόμους κατά των μάντεων και των αστρολόγων. Αποπεράτωσε τον πρώτο ναό της Αγίας Σοφίας, που είχε αρχίσει ο πατέρας του, προσφέροντας σημαντικά δώρα και προνόμοια. Είχε υψηλή ιδέα περί των καθηκόντων ενός Χριστιανού βασιλέως, που τον θεωρούσε αντιπρόσωπο του Θεού επί της γης. Η πίστη του είχε ειλικρίνεια. Η ζωή του στο παλάτι ήταν ασκητική. Δεν αγαπούσε τα θέατρα και τους μίμους. Ήταν προσεκτικός σε θέματα ευσεβείας και ηθικής. Στις εκστρατείες του είχε πάντοτε μαζί του άγια λείψανα και συνοδευόταν από ευσεβείς κληρικούς που προσεύχονταν υπέρ της νίκης του. Γενικά τιμούσε τον κλήρο, την Εκκλησία, έτοιμος πάντοτε για αγαθοεργία. Πριν από το τέλος του ζήτησε να βαπτισθή, όπως και ο πατέρας του Μ. Κωνσταντίνος.
Ο άγιος αποφεύγει, όπως αναφέρθηκε ήδη, να κάνη κάποια νύξη για τη φιλοαρειανική πολι¬τική του Κωνσταντίου, γιατί ο λόγος αναφέρεται στον κίνδυνο που διέτρεξε η Εκκλησία τα δύσκολα χρόνια της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτη, που θέλησε να επαναφέρη την ειδωλολατρία.

(συνεχίζεται)


1.  Συνέβη, ενώ πολεμούσε εναντίον των Περσών, τον Ιούνιο του 363 μ.Χ.
2. Ψαλμ. 48,1: «Ακούσατε ταύτα, πάντα τα έθνη...».
3. Ψαλμ. 72,8: «διενοήθησαν και ελάλησαν εν πονηρία, αδικίαν  εις το ύψος ελάλησαν».
4. Ψαλμ. 49,23: «θυσία ανέσεως δοξάσει με».
5. Ψαλμ. 81, 5: «ουκ έγνωσαν, ουδέ συνήκαν, εν σκότει διαπορεύσονται».
6. Ψαλμ. 36,2: «ότι ωσεί χόρτος ταχύ αποξηρανθήσονται».
7. Ψαλμ. 9,7: «απώλετο το μνημόσυνον αυτού μετ' ήχου».
8. Εξεδόθη στις 17 Ιουνίου του 362 μ.
9. Πρακτική γνώση των θείων.
10. Ν. Ι. ΛΟΥΒΑΡΙ, Ιστορία της Φιλοσοφίας, τ. Α', εκδ. Ελευθερουδάκη, σελ. 138.
11. Απολλώνιος ο Τυανεύς: Κύριος εκπρόσωπος του θρησκευτικού συγκρητισμού, 10-96/97 μ.Χ.
12. Από τους ρωμαϊκούς χρόνους προέρχεται η κατασκευή αγαλμάτων στη λατρεία της Δυτικής Εκκλησίας.
13. Ο Ιουλιανός αποκαλούσε πάντοτε τους Χριστιανούς «Γαλιλαίους», γιατί ήθελε να τους χαρακτηρίζη σαν οπαδούς μιας θρησκευτικής αίρεσης, περιορισμένης εμβέλειας, «ούτε Έλληνας ούτε Ιουδαίους, αλλά της Γαλιλαίων όντας αιρέσεως»  ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ, Κατά Γαλιλαίων, Λόγος Α', 43α. Ολόκληρο το έργο του είναι διάσπαρτο με περιφρονητικές αναφορές στους «Γαλιλαίους». Το έργο του «Κατά Γαλιλαίων» απο¬τελεί δημόσια επίθεση στο χριστιανικό δόγμα. Διασώθηκαν αποσπάσματα, αποκλει¬στικά σχεδόν από το πρώτο από τα τρία βιβλία, στο έργο του Κυρίλλου Αλεξανδρείας που συνέταξε για να το αντικρούση.
14. Ρωμ. 5,5: «η δε ελπίς ου καταισχύνει».
15. Α' Κορ. 4,9.
16. Φιλιπ. 4,13: «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ».
17. Εβρ. 10,34: «την αρπαγήν των υπαρχόντων υμών μετά χαράς προσεδέξασθε».
18. Ψαλμ. 72, 3: «ότι εζήλωσα επί τοις ανόμοις ειρήνην αμαρτωλών θεωρών».
19. Ψαλμ. 105,13: «ουχ υπέμειναν την βουλήν αυτού».
20. Ησ. 27,11: «...Γυναίκες ερχόμεναι από θέας, δεύτε».
21. Ψαλμ. 45,11: «σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμί ο Θεός υψωθήσομαι εν τοις έθνεσιν, υψωθήσομαι εν τη γη».
22. Μετά τη σύνοδο της Σαρδικής (φθιν. 343 μ.Χ.) οι Αρειανοί διεσπάσθησαν σε δύο μερίδες: τους λεγόμενους «ημι-αρειανούς», που δεν δέχθηκαν το «ομοούσιον», αλλά το «ομοιούσιον» μεταξύ Πατρός και Υιού, και τους ριζοσπαστικούς οπαδούς του Ευνομίου, που εξακολουθούσαν να απορρίπτουν εντελώς το «ομοούσιον». Μετά τις συνόδους του Σιρμίου και του Ρίμινι (359 μ.Χ.) έγινε νέα διάσπαση των ημι-αρειανών. Οι μετριοπαθείς πλησίασαν τους οπαδούς της Νικαίας, ενώ οι υπόλοιποι συνεταιρίσθηκαν με τους Ευνομιανούς. GEORG OSTROGORSKY, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. Α', σελ. 108-109. Σχετική και η 128η επιστολή του Μ. Βασιλείου προς Ευσέβιον, επίσκοπον Σαμοσάτων, ΕΠΕ 1,3: «Ου μην ουδέ παντελώς μοι δοκεί των μη δε¬χόμενων την πίστιν αλλοτριούν εαυτούς, αλλά ποιήσασθαί τινα των ανδρών επιμέλειαν κατά τους παλαιούς θεσμούς της αγάπης, και επιστείλαι αυτοίς από μιας γνώ-μης πάσαν παράκλησιν μετ' ευσπλαγχνίας προσάγοντας και την των Πατέρων πίστιν προτεινομένους προκαλείσθαι αυτούς εις συνάφειαν. καν μεν πείσωμεν, κοινώς αυτοίς ενωθήναι, εάν δε αποτύχωμεν, αρκείσθαι ημάς αλλήλοις, τον δε επαμφοτερισμόν τούτον εξορίσαι του ήθους αναλαβόντας την ευαγγελικήν και άδολον πολιτείαν η συνέζων οι εξ αρχής προσελθόντες τω λόγω».
23. Β. ΤΑΤΑΚΗ, Η συμβολή της Καππαδοκίας στη Χριστιανική σκέψη, έκδ. Κ. Μικρ. Σπουδών, Αθήνα 1989, σελ. 147.
24. Του σημερινού Ρίμινι. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Επιστολή ΝΑ', 25, ΡG 32, 380c.
25. Ματθ. 7, 24: «...ομοιώσω αυτόν ανδρί φρονίμω, όστις ωκοδόμησε την οικίαν αυτού επί την πέτραν».
26. Ματθ. 13,5-6: «άλλα δε έπεσεν επί τα πετρώδη, όπου ουκ είχε γην πολλήν, και ευθέως εξανέτειλε δια το μη έχειν βάθος γης, ηλίου δε ανατείλαντος εκαυματίσθη και δια το μη έχειν ρίζαν εξηράνθη».
27. Ψαλμ. 67, 19: «ανέβης εις ύψος, ηχμαλώτευσας αιχμαλωσίαν, έλαβες δόματα εν ανθρώπω». Εφεσ. 4, 8: «αναβάς εις ύψος ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν και έδωκε δόματα τοις ανθρώποις».
28. Λουκ. 1,52: «Καθείλε δυνάστας από θρόνων και ύψωσε ταπεινούς».
29. Ψαλμ. 9,36: «Σύντριψον τον βραχίονα του αμαρτωλού και πονηρού».
30. Ψαλμ. 105,2.
31. Ψαλμ. 75,4: «εκεί συνέτριψε τα κράτη των τόξων, όπλον και ρομφαίαν και πό¬λεμον».
32. Ψαλμ. 73,13: «συ συνέτριψας τας κεφάλας των δρακόντων επί του ύδατος».
33. Ψαλμ. 106, 29: «και επέταξε τη καταιγίδι και έστη εις αύραν, και εσίγησε τα κύματα αυτής».
34. Μάρκ. 4,39: «και διεγερθείς επετίμησε τω ανέμω και είπε τη θαλάσση σιώπα, πεφίμωσο».
35. Ιώ6 38,11: «είπα δε αυτή, Μέχρι τούτου ελεύση και ουχ υπερβήση, αλλ' εν σεαυτή συντριβήσεταί σου τα κύματα».
36. Λουκ. 10,19: «ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορ¬πιών και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού».
37. Ψαλμ. 124, 3: «ότι ουκ αφήσει Κύριος την ράβδον των αμαρτωλών επί τον κλήρον των δικαίων».
38. Ησ. 45,8 και 49,13.
39. Ρωμ. 8,22: «οίδομεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν».
40. Γαλ. 1,15: «ότε δε ευδόκησεν ο Θεός».
41. Β' Κορ. 7, 6: «ο παρακαλών τους ταπεινούς».
42. Λίγο μετά το θάνατο του Μ. Κωνσταντίνου, το 337 μ.Χ., εφονεύθησαν από τους στρατιώτες ο ετεροθαλής αδελφός του Κωνσταντίου Ιούλιος Κωνστάντιος με τους υιούς του Δαλμάτιο Καίσαρα και Αννιβαλιανό, βασιλέα του Πόντου, και άλλους συγ¬γενείς. Τη δυναστική αυτή γενοκτονία, που αποσκοπούσε στην εξόντωση των πλα¬γίων απογόνων του Κωνσταντίου Χλωρού, ο Κωνστάντιος ή ανέχθηκε ή δε μπόρεσε να καταστείλη.
43. Το θέρος του 361 μ.Χ. ο Ιουλιανός προήλασε από το Ρήνο στη Ναϊσσό βαδίζοντας κατά του αυτοκράτορος Κωνσταντίου, αλλά η τελική σύγκρουση απεφεύχθη, διότι ο Κωνστάντιος απεβίωσε καθ' οδόν προς αντιμετώπισή του στις 3 Νοεμβρίου του ιδίου έτους εις Μόψου Κρήνην της Κιλικίας.
44. Β' αι. μ.Χ.
45. Β' Απολογία  8 και 13.
46. Δ ιάλογος  8.
47. Δ' αι. μ.Χ.
48. Στον λόγο του «εις Ήρωνα φιλόσοφον». Ηρών είναι ο κυνικός Μάξιμος.
49. ΡG 37,1449.
50. Πρόκειται για τα μαρτύρια, τάφους μαρτύρων που κτίζονταν σε σχήμα σταυ¬ρού, των οποίων το κεντρικό τετράγωνο στεγαζόταν είτε με ένα σταυροθόλιο είτε με μια πυραμιδοειδή στέγη είτε με μιαν ασπίδα. Στις κατασκευές αυτού του τύπου άρχισαν να εμφανίζονται κατά τα τέλη του 2ου μ.Χ. αι. τα σφαιρικά τρίγωνα ή λοφία, που εξασφάλιζαν τη μετάβαση από το τετραγωνικό σχήμα της βάσης στο κυκλικό του τρούλλου. Δείγματα από την εποχή αυτή έχομε στην Παλαιστίνη, στη Συρία καθώς και στην Καππαδοκία, στην περιοχή Bin-biz-kilisse, όχι ακριβώς χρονολογημένα. CHARLES DELVOYE, Βυζαντινή Τέχνη.
51. Βλ. σχετ. ΑΝΝΑΣ ΜΑΡΑΒΑ - ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ, «Ο Άγιος Μάμας».
52. Γέν. 4,4.
53. Αμορραίοι: Αρχαιότατη νομαδική φυλή ανήκουσα στους δυτικούς Σημίτας. Πριν κατακτήσουν οι Ισραηλίτες τη γη Χαναάν είχαν ιδρύσει δύο βασίλεια στην ανα¬τολικά του Ιορδάνου χώρα, το του Ωγ εν Βασάν και το του Σηών εν Εσεβών, και στην δυτικά του Ιορδάνου χώρα πέντε βασίλεια, της Ιερουσαλήμ, της Χεβρών, της Ιεριμούθ, της Λάχις και της Οδολλάμ. Οι Ισραηλίτες όταν επέστρεψαν από την Αίγυ¬πτο ήταν υποχρεωμένοι να διέλθουν από τη χώρα των Αμορραίων, γι' αυτό και ζήτη¬σαν άδεια από τον Σηών. Επειδή τους αρνήθηκε επακολούθησε σκληρή σύγκρουση κατά την οποία νικήθηκαν οι Αμορραίοι. Κατόπιν συγκρούσθηκαν και υπέταξαν και το βασίλειο του Ωγ. Μετά συνεχείς αγώνες κατόρθωσαν να καθυποτάξουν και να διαλύσουν τα κρατίδια στην εντεύθεν του Ιορδάνου χώρα των Αμορραίων.
54. Α' Πέτρ. 3,4.
55. Βλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 107.
56. Παροιμ. 16,18: «προ συντριβής ηγείται ύβρις, προ δε πτώματος κακοφροσύνη».
57. Παροιμ. 3,34: «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Ιακ. 4,6.
58. Δεύτερον. 32,15: «και έφαγεν Ιακώβ και ενεπλήσθη και απελάκτισεν ο ηγαπημένος ελιπάνθη, επαχύνθη, επλατύνθη• και εγκατέλιπεν Θεόν τον ποιήσαντα αυτόν...».
59. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 8, σελ. 121.
60. Α' Πετρ. 2,9: «υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λα¬ός εις περιποίησιν...».
61. Μετά την μάχη στον Υδάσπη το 326 π. Χ. ο Αλέξανδρος εχάρισε τη ζωή και αποκατέστησε στο θρόνο τον βασιλέα των Ινδών Πώρο.
62. Στωικός φιλόσοφος της ελληνιστικής περιόδου.
63. Η Αριστοτελική Σχολή.
64. Προφανώς αναφέρεται στον Πλάτωνα, ο οποίος προκειμένου να εφαρμόση την ιδανική Πολιτεία του ταξίδεψε τρεις φορές στην αυλή του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου του Α' και μετά του Διονυσίου του Β' για να επιτύχη τη χρηματοδότηση των οραμάτων του. Η φράση «υπέρ τους θεούς» στον πληθυντικό, γιατί σε πολλούς θεούς πίστευε ο Πλάτωνας.
65. Η φιλοσοφία του Επικούρου (342-271 π. Χ.) εδίδασκε ότι σκοπός του βίου είναι η ηδονή και συνδέεται με τον υλισμό του Δημοκρίτου, του οποίου η φιλοσοφία προσαρμόζεται άριστα στην ηθική του Επικούρου.
66. Σχετικά με την πρόγνωση αυτή αναφερόταν ότι δόθηκε κάποιος χρησμός στον Ιουλιανό, που προέβλεπε το χρόνο θανάτου του Κωνσταντίου.
67. Βλ. Μεγάλη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια.
68. ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΚΥΡΟΥ, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 7.
           
           
Πηγή: «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ» Τριμηνιαία Έκδοση Ορθοδόξου Διδαχής
Έτος Ε΄   .  Τεύχος  4  .  Οκτώβριος – Δεκέμβριος  2003

 


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης