29 Μαΐου


«Ο αυτοκράτορας:...Ναι, επιθυμώ να πεθάνω εδώ μαζί σας».
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης



Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Ομιλία που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που οργάνωσε την Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010, ο Σύνδεσμος Εφέδρων Αξιωματικών Ν. Θεσσαλονίκης, στη Λέσχη Αξιωματικών Θεσσαλονίκης.
 

1. Λαμπρό ηλιοβασίλεμα. Το Βυζάντιο δεν πέθανε

Στις 29 Μαΐου του 1453, ημέρα της εβδομάδος Τρίτη, τις πρώτες πρωινές ώρες η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων. Η υπερχιλιετής ένδοξη χριστιανική αυτοκρατορία, την οποία με ένα μεγαλοφυές, μεγαλόπνοο, θεϊκό σχέδιο εθεμελίωσε ο Μ. Κωνσταντίνος, εξέπνευσε πολιτικά μαζί με την τελευταία πνοή ενός άλλου Κωνσταντίνου, του Παλαιολόγου, ο οποίος με μεγαλειώδη γενναιότητα υπερασπίσθηκε την βασιλεύουσα, την τιμή ενός μεγαλειώδους πολιτισμού, σε ένα άνισο και απέλπιδα αγώνα. Δεν ήθελε η στρατιωτικά καταδικασμένη ένδοξη αυτοκρατορία να έχει άδοξο τέλος· έπρεπε να σβήσει όχι εξευτελισμένη και ταπεινωμένη, νεκρή και στο πνεύμα, στην αρετή, αλλά να παραμείνει ηθικά όρθια, ζωντανή, με αντιφέγγισμα λάμψης και μεγαλείου στο ηλιοβασίλεμά της. Η απάντηση του γενναίου αυτοκράτορος στην πρόταση του Μωάμεθ να εγκαταλείψει την πόλη και να εγκατασταθεί με τους άρχοντες και τις περιουσίες τους όπου θέλει, να αποφευχθούν δε έτσι οι σφαγές, οι λεηλασίες και οι αιχμαλωσίες, αφού στην αρχή του επισημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα, και μπορεί τελικά να βγει αυτός χαμένος, προσθέτει όσα γνωρίζουμε οι παλαιότεροι, όσα παραπέμπουν στο «Μολών λαβέ» του Λεωνίδα και των άλλων μεγάλων ηγετών της ελληνικής ιστορίας, αλλά και δυστυχώς όσα σήμερα η ισοπεδωτική και εθνομηδενιστική κατεύθυνση της καταστροφικής ιστοριογραφίας του Υπουργείου Παιδείας, με εκφραστές τις γνωστές κυρίες Ρεπούση και Δραγώνα, έχει απαλείψει μαζί με πολλά άλλα εθνοσυντηρητικά στοιχεία από τα σχολικά βιβλία της στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως. Την απάντηση παραδίδει ο ιστορικός Δούκας: «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ' εμόν εστι ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη· κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών» . 

Στον τελευταίο επίσης συγκλονιστικό λόγο του προς τους στρατηγούς και στρατιώτες, που θα μπορούσε να αποτελεί υπόδειγμα διδασκόμενο στις στρατιωτικές σχολές, για το πώς πρέπει να ενθαρρύνει το στράτευμα ένας στρατιωτικός ηγέτης πριν από μία κρίσιμη αναμέτρηση, μεταξύ πολλών άλλων τους είπε, όπως παραδίδει άλλος ιστορικός της αλώσεως, ο Γεώργιος Σφραντζής: «Καλώς ουν οίδατε, αδελφοί, ότι διά τέσσαρά τινα οφειλέται κοινώς εσμέν πάντες, ίνα προτιμήσωμεν αποθανείν μάλλον ή ζην, πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως, ως Χριστού Κυρίου, και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων. Λοιπόν, αδελφοί, εάν χρεώσταί εσμεν υπέρ ενός εκ των τεσσάρων αγωνίζεσθαι έως θανάτου, πολλώ μάλλον υπέρ πάντων τούτων». 

Δεν είναι δύσκολο να παρασυρθεί κανείς από τις ιστορικές πηγές και το μεγαλείο της θυσίας του αυτοκράτορος και των ολιγαρίθμων λεοντόψυχων υπερασπιστών της Πόλης και να παρουσιάσει εκτενέστερα τον επικό αλλά άνισο εκείνο αγώνα. Βρίσκονται όμως και αυτά μέσα στα πλαίσια του θέματος, διότι καθιστούν σαφές ότι στα θέματα της φιλοπατρίας και της μέχρι θανάτου υπερασπίσεως των ηθικών και πνευματικών αξιών, που είναι μεγαλειώδες και επαινετό γνώρισμα των Ελλήνων, υπάρχει αδιάκοπη συνέχεια ελληνικής παραδόσεως από τα αρχαιοελληνικά «πατρός τε και μητρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστιν η πατρίς», μάχου «υπέρ βωμών και εστιών», «ή ταν ή επί τας», μέχρι τα συνθήματα της εθνεγερσίας του 1821 «για του Χριστού την πίστη την Αγία, για της πατρίδος την ελευθερία», «Ελευθερία ή θάνατος», ακόμη και μέχρι το ηρωικό όχι του Ιωάννη Μεταξά το 1940 στους Ιταλούς του Μουσολίνι. Αυτό επίσης εξηγεί γιατί η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ήταν απλώς μία πολιτική και στρατιωτική άλωση, δεν ήταν αληθινή και ουσιαστική άλωση της ψυχής, του φρονήματος των Ελλήνων. 

Το Βυζάντιο δεν πέθανε το 1453. Υπάρχει «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο» κατά τον τίτλο βιβλίου του Ρουμάνου ιστορικού Iorga. Είναι βασικό ιστορικό αξίωμα ότι τα έθνη χάνονται όχι όταν χάσουν την κρατική τους οντότητα, αλλά όταν χάσουν τον πολιτισμό τους, την ψυχή τους. Ο Ελληνισμός έχει πολλές φορές επιβεβαιώσει αυτό το αξίωμα. Υπάρχει μόνον τώρα έκδηλη και δικαιολογημένη ανησυχία ότι αφού αποκτήσαμε μετά το 1821 κρατική οντότητα, έστω και μικρή, ενώ μέχρι τότε το Βυζάντιο στα βασικά δομικά του στοιχεία επεβίωνε, σήμερα σβήνει και χάνεται, υπάρχει συστηματική προσπάθεια αφελληνισμού και αποχριστιανισμού του κράτους, της κοινωνίας, της παιδείας, που σημαίνουν αποβυζαντινοποίηση, αφού όπως θα δούμε οι τρεις βασικοί δομικοί συντελεστές, που αποτελούν την βυζαντινή σύνθεση, εκτός από την ρωμαϊκή νομική παράδοση, είναι η ελληνική γλώσσα και παιδεία, καθώς και η Χριστιανική πίστη.

Θλίβεται όντως κανείς, όταν βλέπει όχι μόνο την έλλειψη αξιοπρεπείας και γενναιότητος εκ μέρους των πολιτικών μας ηγετών, που μας υποδούλωσαν χωρίς κανένα όρο στους Φράγκους της Ενωμένης Ευρώπης, σε μία νέα Φραγκοκρατία, όπου η αντιπάθεια, ιδιαίτερα των Γερμανών, υπενθυμίζει τις παλαιές σταυροφορίες και την εξασθένηση του Βυζαντίου με την πρώτη άλωση από τους Φράγκους το 1204, που οδήγησε νομοτελειακά στο να γίνουμε κατ’ αρχήν υποτελείς στους Τούρκους και τελικά να υποκύψουμε, αλλά προ παντός θλίβεται, γιατί εμείς οι ίδιοι από μέσα γκρεμίζουμε τα πνευματικά τείχη, τις πνευματικές αντιστάσεις, τις αρχές και τις αξίες μας, την πολιτιστική μας ταυτότητα, καθιστούμε τους νέους μας, μέσα σε συνθήκες ύπουλης και παραπλανητικής, κρυφοδαγκανιάρας ειρήνης, δήθεν Ευρωπαίους, ουσιαστικώς όμως τους εκλατινίζουμε και τους εξισλαμίζουμε, τους φραγκεύουμε και τους τουρκεύουμε, τους καθιστούμε νέους Γραικολατίνους και Γενιτσάρους, με ένα πιο ύπουλο παιδομάζωμα, με μία ολοφάνερη γενοκτονία της ιστορικής μνήμης . 

 

2. Προκατειλημμένη και άδικη κριτική για το Βυζάντιο 

Το πιο εξοργιστικό μάλιστα είναι ότι δεν φτάνει που οι δυτικοί φίλοι μας κατέκτησαν πρώτοι στρατιωτικά το 1204 και προκάλεσαν ουσιαστικά και την δεύτερη άλωση του 1453, συνέχισαν και μετά ταύτα με την ίδια ιστορική προκατάληψη να δυσφημούν, να συκοφαντούν και να υβρίζουν το Βυζάντιο, με μία σχεδόν στο σύνολό της εχθρική ιστοριογραφία, από την εποχή της Αναγεννήσεως, τον 14ο αιώνα, μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού, τον 18ο και επέκεινα.

Επηρέασαν μάλιστα και αρκετούς εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ανάμεσά τους και τον ακαταλλήλως ονομασθέντα διδάσκαλο του Γένους Αδαμάντιο Κοραή, και μετ' αυτού και μετά από αυτόν πολλούς άλλους λογίους από τον χώρο της αρχαιολατρείας και του κλασσικισμού, αλλά και για ιδεολογικούς λόγους από τον χώρο της αθεϊστικής Αριστεράς, λόγω του θεοκεντρικού χαρακτήρος του Βυζαντίου. 

Ερχόμαστε έτσι ειδικώτερα να προσεγγίσουμε το θέμα μας για το μεγαλείο του Βυζαντίου, που ως χαρακτηρισμός ίσως να φαίνεται υπερβολικός ή τουλάχιστον μεροληπτικός. Υπάρχει άραγε κάτι υψηλό και μεγαλειώδες στο Βυζάντιο, για το οποίο στην Δύση έχει περάσει και στον λαό η εκτίμηση από τους ιστοριογράφους του Παπισμού, της Αναγεννήσεως και του Διαφωτισμού ότι είναι μία σκοτεινή χιλιόχρονη περίοδος δολοπλοκιών και ανοήτων συζητήσεων, με μηδενική πρόοδο και προσφορά στον πολιτισμό, ανάξια της ιστορικής μνήμης; Η παντελώς άδικη και ιστορικά προκατειλημμένη αυτή εκτίμηση κυριάρχησε επί αιώνες στην δυτική ιστοριογραφία και σε μέρος της δικής μας διανόησης. Συνετέλεσε μάλιστα στο να μην υπάρχουν ή να είναι υπανάπτυκτες οι βυζαντινές σπουδές στην Δύση μέχρι και τον 19ο αιώνα, και μόνον μετά ταύτα, ιδιαίτερα τον 20ό αιώνα, να αρχίσουν αρκετοί επιστήμονες να ασχολούνται με το αδικημένο και συκοφαντημένο Βυζάντιο. Η ρετσινιά του «βυζαντινισμού», που, δυστυχώς, πέρασε άκριτα και στον δικό μας επιστημονικό και κοινωνικό περίγυρο, απέτρεπε νέους επιστήμονες να ασχοληθούν με τον απορριπτόμενο αυτό ιστορικό και πολιτιστικό χώρο. Σύγχρονοι βυζαντινολόγοι στην Ευρώπη ομολογούν ότι, όταν ερωτώμενοι αποκαλύπτουν το γνωστικό τους αντικείμενο, π.χ. «βυζαντινή ιστορία», αναγκάζονται να απολογηθούν, για να δικαιολογήσουν το πώς επέλεξαν αυτήν την κακόφημη ιστορική περίοδο. 

Θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο η έστω και σύντομη παρουσίαση της άδικης και απαξιωτικής αυτής στάσης απέναντι στο Βυζάντιο, και ίσως θα έπρεπε να αποτελέσει αυτό αντικείμενο ειδικής έρευνας με την συλλογή, ταξινόμηση και αξιολόγηση όλων των αρνητικών κρίσεων. Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρουμε μερικές, από τις οποίες προκύπτουν δύο ασφαλή συμπεράσματα· εν πρώτοις η με τόσο πάθος και σκληρότητα καταδίκη του Βυζαντίου δείχνει έλλειψη νηφαλιότητος, αντικειμενικής κρίσεως, και επιβεβαιώνει ότι κίνητρο δεν είναι η εύρεση της αλήθειας, αλλά κάποια φυλετική ή θρησκευτική ή ιδεολογική προκατάληψη. Και δεύτερον ότι αυτή ακριβώς η ολοφάνερη αδικία και έλλειψη αντικειμενικότητος, οδήγησε πολλούς αμερόληπτους ερευνητάς να ψάξουν και να βρουν την αλήθεια, και να πληθαίνουν τώρα οι φωνές, τα άρθρα, τα συγγράμματα, τα συνέδρια, οι εκθέσεις, τα ερευνητικά κέντρα που παρουσιάζουν τους πολυποίκιλους θησαυρούς, την παντοδαπή γνώση, την μεγαλειώδη προσφορά του Βυζαντίου στον παγκόσμιο πολιτισμό, και που αποδεικνύουν όσους εξακολουθούν να βλέπουν το Βυζάντιο με τα γυαλιά του Βολταίρου ή του Γίββωνος (Gibbon) ότι είναι οπισθοδρομικοί, αδιάβαστοι και ασυγχρόνιστοι ή ιδεολογικά προκατειλημμένοι όπως εκείνοι. 

Ο γνωστός λοιπόν άθεος Γάλλος Διαφωτιστής Βολταίρος του 18ου αιώνος, που απέρριπτε περιφρονητικά και με θράσος ό,τι είχε σχέση με τη θρησκεία, κατεδίκασε με πολύ σκληρούς λόγους το Βυζάντιο. Υπάρχει, λέγει, «μια ιστορία πολύ περισσότερο γελοία από τη ρωμαϊκή ιστορία από την εποχή του Τακίτου· η βυζαντινή ιστορία. Αυτή η ανάξια λόγου συλλογή δεν περιέχει τίποτε άλλο, παρά μόνο πομπώδεις διακηρύξεις και θαύματα. Είναι το βδέλυγμα του ανθρωπίνου πνεύματος, όπως η ελληνική αυτοκρατορία υπήρξε το βδέλυγμα της οικουμένης. Οι Τούρκοι τουλάχιστον ήσαν πιο σωστοί· νίκησαν χάρηκαν και έγραψαν ελάχιστα...» . 

Η ναυαρχίδα του αντιβυζαντινισμού, ο Άγγλος ιστορικός Γίββων, στον χώρο της ιστοριογραφίας έδωσε και δίνει σε μερικούς μέχρι σήμερα επιχειρήματα εναντίον του Βυζαντίου. Στο έργο του «Η ιστορία της παρακμής και της πτώσεως της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» (Λονδίνο 1776-88), παρουσιάζει την χιλιόχρονη αυτοκρατορία του Βυζαντίου συνολικά ως παρακμιακή, ως τραγικό επίλογο της ένδοξης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας των Λατίνων και όπως δήλωσε ο ίδιος ο Γίββων, στο έργο του περιέγραψε «το θρίαμβο της βαρβαρότητας και της θρησκείας». Στην ίδια γραμμή ακριβώς κινείται και ο Γάλλος ιστορικός Κάρολος Lebeau στο γνωστό έργο του «Ιστορία της παρακμάζουσας αυτοκρατορίας» (Παρίσι 1767-86). Την χειρότερη απαξίωση του Βυζαντίου μνημονεύει η Αγγλίδα βυζαντινολόγος Τζούντιθ Χέριν στο μεταφρασμένο και στα ελληνικά αξιόλογο και αντικειμενικό έργο της «Τι είναι το Βυζάντιο»· ανήκει αυτή η απαξίωση, όπως λέγει η Χέριν, πιθανότητα στον Ιρλανδό ιστορικό του 19ου αιώνα Ουίλλιαμ Λέκι, ο οποίος ισχυρίζεται ότι: «Σύμφωνα με την ετυμηγορία της παγκόσμιας ιστορίας, αυτή η αυτοκρατορία, που λέγεται Βυζαντινή, αποτελεί -δίχως καμία απολύτως εξαίρεση- την πιο ακραία μορφή ποταπότητας και αχρειοσύνης που γνώρισε ποτέ πολιτισμός. Δεν υπήρξε άλλος μακραίωνος πολιτισμός τόσο απόλυτα αποστερημένος από κάθε μορφή και είδος μεγαλείου και τόσο απόλυτα ταυτόσημος με το επίθετο «αγνώμων»... Η ιστορία της αυτοκρατορίας είναι μια μονότονη διαδοχή γεγονότων, γεμάτη με ραδιουργίες ιερέων, ευνούχων και γυναικών, γεμάτη με δηλητηριάσεις, συνωμοσίες και απαράλλακτη αγνωμοσύνη».

Απέναντι σ' αυτήν την σκληρή προκατάληψη και εμπάθεια υπάρχουν πάμπολλες γνώμες, που αναιρούν την αρνητική κριτική του Βυζαντίου συγχρόνων μεγάλων βυζαντινολόγων. Αναφέρουμε, και πάλιν ενδεικτικά, τον μεγάλο Ρώσσο ιστορικό του Βυζαντίου Γεώργιο Ostrogorsky, ο οποίος στο κλασσικό και μοναδικό για την πληρότητα δίτομο έργο του, που μεταφράσθηκε και στα ελληνικά «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους» λέγει σχετικά: «Σήμερα δεν υπάρχει πια ανάγκη να αποδείξουμε πόσο ιστορικά αστήρικτες είναι οι θεωρίες του Lebeau και του Gibbon. Πέρασε ευτυχώς ανεπανάληπτα η εποχή, που όσοι έγραφαν βιβλία για το Βυζάντιο βρίσκονταν στην ανάγκη να απολογηθούν, γιατί προτίμησαν ένα τέτοιο θέμα και να καταπολεμήσουν με πομπώδεις εκφράσεις και συχνά εξεζητημένο τρόπο τους ισχυρισμούς του Gibbon». Σημειώνει πάντως ότι το έργο του αυτό «με την εντυπωσιακή αφηγηματική του ποιότητα επηρέασε πολύ και για μεγάλο χρονικό διάστημα τα πνεύματα και παρέλυσε το ζήλο για την έρευνα του Βυζαντίου ένα ολόκληρο σχεδόν αιώνα. Ακόμη και σήμερα πολλοί ερευνητές βλέπουν την θρησκευτική ζωή του Βυζαντίου με τις διόπτρες του Gibbon».

Ο Αγγλος ιστορικός John Norwich στο επίσης μεταφρασθέν και στα ελληνικά έργο του «Σύντομη ιστορία του Βυζαντίου», γράφει τα εξής αναφερόμενος μόνο σε ένα από τα πάμπολλα στοιχεία που συνθέτουν το μεγαλείο του Βυζαντίου: «Ο πολιτισμός μας δεν αναγνώρισε ποτέ επαρκώς το χρέος του προς την Ανατολική Αυτοκρατορία. Αν δεν υπήρχε αυτό το μεγάλο ανατολικό οχυρό της Χριστιανοσύνης, ποια τύχη θα είχε η Ευρώπη ενάντια στις στρατιές του βασιλιά της Περσίας τον 7ο αιώνα ή ενάντια σε αυτές του χαλίφη της Βαγδάτης τον 8ο αιώνα. Ποια γλώσσα θα μιλούσαμε σήμερα και ποιο Θεό θα λατρεύαμε;» . Προσθέτουμε και την πιο πρόσφατη εκτίμηση της μνημονευθείσης Τζούντιθ Χέριν που υπάρχει ως περίληψη των θέσεών της στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της «Τι είναι το Βυζάντιο». Εκεί παρουσιάζοντας περισσότερα στοιχεία από την πολυποίκιλη προσφορά του Βυζαντίου γράφει: «Όταν στην Δυτική Ευρώπη τα απομεινάρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν ήταν παρά μικρά αδύναμα κρατίδια, η Κωνσταντινούπολη παρέμενε πρωτεύουσα ενός ισχυρού οργανωμένου κράτους. Υπήρξε ένα κράτος με διοικητικές δομές, με νομοθεσία που εκσυγχρονιζόταν και προσαρμοζόταν στις ανάγκες του, με νόμισμα το οποίο κυκλοφορούσε σε ολόκληρο τον κόσμο, από τη Μεσόγειο ως την Άπω Ανατολή, με εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο διατήρησε την καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας και παιδείας. Ήταν μια αυτοκρατορία που στηρίχθηκε σε μια ιεραρχημένη κοινωνία, η οποία κληροδότησε στους μεταγενέστερους, εκτός από την δική της αντίληψη για τον Χριστιανισμό και ορισμένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης. Σε αυτή την αυτοκρατορία οφείλει η σημερινή Ευρώπη την ύπαρξή της: αν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν είχε αναχαιτίσει για τόσους αιώνες τους Άραβες, τους Σελτζούκους και τους Οθωμανούς, η Δύση δεν θα είχε προλάβει να ορθοποδήσει». 

Ως επιστέγασμα των ελάχιστων αυτών μέσα από πολλές άλλες θετικές εκτιμήσεις του Βυζαντίου παραθέτουμε τρεις εξαιρετικές γνώμες που ακούσθηκαν στο 16ο Διεθνές Βυζαντινολογικό Συνέδριο της Βιέννης (4-9 Οκτωβρίου 1981), στο οποίο μετείχε ο ομιλών μαζί με χίλιους άλλους συνέδρους από όλες τις χώρες που καλλιεργούν τις βυζαντινές σπουδές. Κατά την επίσημη έναρξη των εργασιών του συνεδρίου ο τότε πρόεδρος της δημοκρατίας της Αυστρίας δόκτωρ Rudolf Kirschläger, συνεχάρη τον κύριο οργανωτή και μεγάλο βυζαντινολόγο καθηγητή Herbert Hunger για την επιτυχία του επιστημονικού του έργου, η οποία όπως είπε, «συνίσταται εις το ότι όχι μόνο διδάσκει, αλλά αφήνει και διά της πείρας να μάθουμε, ότι η λέξη "βυζαντινισμός" δεν έχει καμμία σχέση με την βυζαντινή πραγματικότητα, αλλά προήλθε από ελλιπή κατανόηση του Βυζαντίου εκ μέρους των ιστοριογράφων της Αναγεννήσεως. Θα ήμασταν πολύ πιο φτωχοί σήμερα, αν οι πλούσιοι θησαυροί αυτής της περιόδου, οι ιστορικές εμπειρίες, οι θρησκευτικές και φιλοσοφικές αλήθειες δεν είχαν φθάσει μέχρι των ημερών μας και δεν είχαν αξιολογηθή αναλόγως». Οι δυο άλλες γνώμες ευρίσκονται διατυπωμένες στον μνημειώδη κατάλογο χειρογράφων της Εκθέσεως που οργανώθηκε στα πλαίσια του συνεδρίου τον οποίο συνέταξε ο βυζαντινολόγος Otto Mazal και φέρει τον τίτλο «Buzanz und das Abendland». Προλογίζοντας τον κατάλογο ο γενικός διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αυστρίας Joseph Spitzenberg γράφει: «η προσφορά της σύγχρονης βυζαντινολογίας ευρίσκεται εις το ότι φωτίζει σωστά τον ιστορικό ρόλο του Βυζαντίου, το οποίο επί μακρό χρόνο είχε πολλές σκιές στην ιστορική συνείδηση της Δύσεως». Ο συγγραφεύς του καταλόγου Otto Mazal διευκρινίζει περισσότερο όσα είπε ο πρόεδρος της Αυστριακής Δημοκρατίας για ελλιπή κατανόηση του Βυζαντίου και διαπιστώνει εσκεμμένη και σχεδιασμένη παραποίηση των πραγμάτων. Γράφει: «Το γεγονός ότι στους νεώτερους χρόνους η σημασία του Βυζαντίου δεν έτυχε προσοχής στη Δύση, ο δε βυζαντινός πολιτισμός καταλαμβάνει μικρό μέρος στην ιστορική εικόνα του παρόντος, οφείλεται στην αρνητική θεώρηση της ιστορίας του εκ μέρους των δυτικών που ήθελαν να βλέπουν την βυζαντινή περίοδο μόνον ως μία διαρκή πορεία καταπτώσεως μετά από την ένδοξη εποχή της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητος. Οι ρίζες αυτής της αρνητικής τοποθέτησης υπάρχουν ήδη στους χρονογράφους του Μεσαίωνος, για τους οποίους οι δυτικοί Φράγκοι αυτοκράτορες ήσαν οι νόμιμοι συνεχισταί της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ το κατά την αντίληψη της Δύσεως αιρετικό ανατολικό κράτος ως "βασίλειο των Γραικών" (Regnum Graecorum) είχε χάσει την οικουμενικότητά του και είχε αποκλεισθή από την σκηνή της ιστορίας. Για πρώτη φορά η βυζαντινολογία του παρόντος δείχνει και πάλι με σαφήνεια την μεγάλη κοσμοϊστορική σημασία του Βυζαντίου και δίνει ώθηση για μία αναθεώρηση». 

Με βάση λοιπόν όχι την προκατειλημμένη και ελλιπή, αλλά την αντικειμενική και ολοκληρωμένη κατανόηση του Βυζαντίου, θα πρέπει να παύσει να είναι «σημείον αντιλεγόμενον» όπως λέγει σε ομότιτλο άρθρο του ο Φώτης Κόντογλου. Ο μεγάλος αυτός και γνήσιος Ρωμηός (=βυζαντινός), ο νέος άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων μετά τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, που ανακαίνισε επίσης την βυζαντινή ζωγραφική και την έφερε στο προσκήνιο, αφού στο άρθρο του αυτό αλλά και σε πολλά άλλα άρθρα υποδεικνύει την μοναδικότητα του Βυζαντίου που πρέπει να κρίνεται με διαφορετικά μέτρα, συμπεραίνει: «Το Βυζάντιο είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι, που μέσα σ' αυτό πέσανε και λυώσανε μυριάδες ψυχές, σαν λογής-λογής μεταλλεύματα, λογής-λογής έθνη, και από εκεί βγήκε χρυσάφι λαμπερό μαζί με μαύρη σκουριά. Αυτό το μάλαμα είναι το πιο καθαρό από κάθε χρυσάφι που βγήκε από χωνευτήρι. Κι απ' αυτό γίνηκε η επτάφωτος λυχνία που θα φωτίζει τον κόσμο στον αιώνα του αιώνος».

 

3. Το Μεγαλείο του Βυζαντίου 

Μερικές λοιπόν λάμψεις από το καθαρό χρυσάφι του Βυζαντίου και την επτάφωτη λυχνία της Νέας Ιερουσαλήμ θα προσπαθήσω σύντομα να σάς προσφέρω στον εναπομένοντα χρόνο, μετά από την αξιολογική βιβλιογραφική περιπλάνηση που επιχειρήσαμε.

α) Μεγάλη ιστορική διάρκεια
Κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει την μεγάλη διάρκεια της ιστορικής ζωής του Βυζαντίου, που διήρκεσε χίλια εκατόν είκοσι τρία έτη, αν ως αρχή του Βυζαντίου θεωρήσουμε τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως που έκανε ο Μ. Κωνσταντίνος στις 11 Μαΐου του 330, όπως κάνουν οι περισσότεροι από τους βυζαντινολόγους. Η μακραίων αυτή ιστορική ύπαρξη, μοναδική στην παγκόσμια ιστορία, είναι συνάρτηση της καλής και σταθερής διοικητικής οργάνωσης με την βοήθεια του ρωμαϊκού δικαίου, και της εσωτερικής ενότητας της κοινωνίας που στηριζόταν σε σταθερό κώδικα αξιών που προσέφεραν η ελληνική παιδεία και η χριστιανική πίστη, αλλά και στην ισχυρή οικονομική και στρατιωτική της παρουσία.

Άλλες αυτοκρατορίες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια ιστορία άντεξαν λίγους μόνον αιώνες και διαλύθηκαν, όπως και η πρώτη ελληνική αυτοκρατορία του Μ. Αλεξάνδρου, της οποίας διάδοχος θεωρείται η δεύτερη ελληνική αυτοκρατορία, η χριστιανική αυτοκρατορία του Μ. Κωνσταντίνου. Σημερινά μεγάλα κράτη, που διεκδικούν παγκόσμια ηγεμονία, όπως οι ΗΠΑ, μόλις έχουν περάσει τους δύο αιώνες ζωής, και έχει ήδη αρχίσει η εσωτερική τους διάβρωση και παρακμή, η αμφισβήτηση της οικονομικής και στρατιωτικής τους ηγεμονίας. Το δικό μας μικρό νεοελληνικό κράτος, που ξεκίνησε με την Μεγάλη Ιδέα της παλινόρθωσης του Βυζαντίου κινδυνεύει ήδη πολύ σοβαρά, εκτός από την κρατική και εθνική του ανεξαρτησία, να χάσει και την πολιτιστική του ταυτότητα μέσα στο χωνευτήρι του Συγκρητισμού και της Παγκοσμιοποίησης, ενώ δεν έχει συμπληρώσει ακόμη δύο αιώνες ελεύθερου πολιτικού βίου.

β) Η τριπλή σύνθεση
Όλοι οι ειδικοί αναγνωρίζουν ότι στο Βυζάντιο επιτελέσθηκε κατά μοναδικό και μεγαλειώδη τρόπο το συνταίριασμα, η συγχώνευση τριών μεγάλων παραγόντων: της ρωμαϊκής νομικής και διοικητικής παράδοσης, της ελληνικής παιδείας και της Χριστιανικής πίστης. Αν ο καθένας από αυτούς τους παράγοντες έχει καθ' εαυτόν την αξία και την μεγαλωσύνη του, όχι μόνο τριπλασιάζεται προσθετικά η αξία τους, αλλά πολλαπλασιάζεται από την δυναμική της συνθέσεως, όπως δείχνει το αποτέλεσμα στον πολυποίκιλο και πολύπτυχο πολιτιστικό βίο του Βυζαντίου, στην εξ αιτίας της συνθέσεως αυτής καρποφορία του. 

Είναι βέβαια γνωστό ότι κατά τους τρεις πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες το Ρωμαϊκό κράτος και η ελληνική διανόηση κατεδίωξαν σκληρά τον Χριστιανισμό με τους οργανωθέντες από την ρωμαϊκή διοίκηση διωγμούς και με την απορριπτική και σκωπτική πολεμική των Ελλήνων διανοουμένων. Στην σύγκρουση αυτή νικητής βγήκε ο Χριστιανισμός, διότι απέδειξε μέσα στους διωγμούς, και στη συκοφάντηση ότι διαθέτει ασυνήθιστη για τα ανθρώπινα μέτρα πνευματική αντοχή και επίδραση, ότι καλλιεργεί και αναπτύσσει μεγάλες αρετές και αξίες, συνεκτικές της ανθρώπινης κοινωνίας, την αγάπη, την φιλανθρωπία, την ταπείνωση, την αξία κάθε ανθρωπίνου προσώπου, την ταπείνωση, την ειρήνη, την συμφιλίωση, την καταλλαγή. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο μεγάλος θεολόγος και ρήτωρ του 4ου αιώνος, ο νέος αυτός Δημοσθένης και Κικέρων της χριστιανικής αρχαιότητος, ο οποίος προσφυώς ονομάσθηκε Χρυσόστομος, λέγει ότι η μεγαλύτερη απόδειξη της θεϊκής προελεύσεως του Χριστιανισμού είναι η καταπληκτική του διάδοση σε όλο τον κόσμο μέσα σε λίγες δεκαετίες, όχι από μορφωμένους και πειστικούς φιλοσόφους και διδασκάλους, αλλά από μία μικρή ομάδα αγραμμάτων και πτωχών αλιέων της Γαλιλαίας, μέσα σε ένα εχθρικό για την νέα πίστη περιβάλλον, και με μία διδασκαλία που δεν κολάκευε τα ανθρώπινα πάθη, όπως αργότερα το Ισλάμ, αλλά που ήλεγχε και απέρριπτε τις ανθρώπινες αδυναμίες και παρουσίαζε τον δρόμο προς την πνευματική τελείωση ως «στενή και τεθλιμμένη οδό», ως «εσταυρωμένο βίο», κατά το πρότυπο του Θεανθρώπου Χριστού. 

Ήταν λοιπόν πολύ φυσικό στην βυζαντινή αυτή σύνθεση των τριών δομικών παραγόντων που μνημονεύσαμε η χριστιανική πίστη, ο νικητής Χριστιανισμός, να αποτυπώσει εντονώτερα τη σφραγίδα του, γιατί ήταν αποδεδειγμένα η νέα ανακαινιστική δύναμη της ιστορίας, ο νέος έφηβος της ιστορίας, κατά την πολύ ωραία εικόνα του μεγάλου πολιτικού και διανοητού Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ο Χριστιανισμός λοιπόν έγινε η κολυμβήθρα, μέσα στην οποία το ρωμαϊκό δίκαιο και η ρωμαϊκή διοίκηση μεταμορφώθηκαν επί το φιλανθρωπότερο, και η ελληνική παιδεία υιοθετήθηκε σε όλες της τις μορφές, αφού αποκαθάρθηκε από όσα μειονεκτήματα ως ανθρώπινο δημιούργημα παρουσίαζε, ιδιαίτερα ως προς την αξία του κάθε ανθρωπίνου προσώπου, των γυναικών, των δούλων, των ασθενών και αδυνάτων, και προ παντός από τις ηθικές αδυναμίες του Δωδεκαθέου, όπως καθόρισε υποδειγματικά αυτήν την αξιολόγηση ο Μ. Βασίλειος στο έργο του «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων».
 

Ο ιδιαίτερος αυτός ρόλος της Χριστιανικής πίστεως στην βυζαντινή σύνθεση δεν καθιστά το Βυζάντιο θεοκρατικό, όπως υποτιμητικά γράφουν και ισχυρίζονται ορισμένοι, παραπέμποντες συνειρμικά στα ισλαμικά θεοκρατικά καθεστώτα. Θεοκρατία υπάρχει εκεί, όπου την πολιτική διοίκηση ασκούν οι κληρικοί, το ιερατείο, το χαλιφάτο. Στο Βυζάντιο η βασιλεία, η πολιτική διοίκηση, είναι ξεχωριστή από την Εκκλησία και πολλές φορές αντίθετη προς όσα η Εκκλησία υποδεικνύει. Πολιτεία και Εκκλησία, βασιλεία και ιερωσύνη, αποτελούν δυο ξεχωριστούς θεσμούς με διακριτούς ρόλους, που λειτουργούσαν αρμονικά στα πλαίσια του θεσμού της συναλληλίας, τον οποίο συχνά παραβίαζε η πολιτεία και όχι η Εκκλησία, η οποία συχνά διά μεγάλων Πατέρων διαμαρτύρεται για τις επεμβάσεις της Πολιτείας στα εσωτερικά δικά της θέματα. Επομένως, όπως σωστά παρατηρήθηκε, το Βυζάντιο δεν είναι θεοκρατικό, αλλά θεοκεντρικό, θέτει σε προτεραιότητα την διδασκαλία του Ευαγγελίου, δεν είναι ανθρωποκεντρικό, όπως τα σύγχρονα δυτικά κράτη, τα οποία όμως επειδή εξόρισαν τον Θεό και το Ευαγγέλιο και αποχριστιάνισαν τις κοινωνίες, ευρίσκονται τώρα σε σύγχυση, αναρχία, αταξία και πνευματικό αδιέξοδο.
 

Η αναφορά στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και στην ωραία του εικόνα για τον Χριστιανισμό ως τον νέο έφηβο της ιστορίας, που παρέλαβε τον γηρασμένο Ελληνισμό και του έδωσε σφρίγος και δύναμη, εισάγει σε καλύτερο δρόμο την προβληματική για το αν ο Ελληνισμός ωφελήθηκε ή ζημιώθηκε από την συνάντηση και συνύπαρξή του με τον Χριστιανισμό. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Κανελλόπουλου υπήρξε μεγάλη παρακμή και διαφθορά στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, διότι οι ηδονιστικές, υλιστικές και σαρκολατρικές ιδέες είχαν πλήξει την κλασσική συμμετρία και αρμονία και «το κορμί, το ελληνικό σώμα με τις αισθητικές και ερωτικές συμμετρίες του είχε αρχίσει να γίνεται σάρκα, πολτός ύλης, ένα άμορφο όργανο ηδονής» όπως δυστυχώς και σήμερα. «Αν δεν ερχόταν ο Χριστιανισμός - κι ο λόγος που τον έκανε να 'ρθεί ήταν πολύ μεγάλος- δεν αποκλείεται να είχε χαθή ό,τι είχε ως τότε γίνει στη Δύση. Ίσως ολόκληρος ο ελληνορωμαϊκός κόσμος ν' άφηνε πίσω του μόνο το μύθο μιας νέας Ατλαντίδος. Πώς θα μπορούσε να γίνει η αφομοίωση των βαρβάρων του βορρά, αν τους υποδέχονταν Έλληνες και Ρωμαίοι που θα είχαν πάψει να πιστεύουν στον εαυτό τους; Μόνον οι Χριστιανοί μπορούσαν να αφομοιώσουν τους βαρβάρους, οι Χριστιανοί που πίστευαν τόσο στον άνθρωπο, ώστε αναζητούσαν τον άνθρωπο και μέσ' την ψυχή των βαρβάρων. Και αφομοιώνοντας τους βαρβάρους, οι Χριστιανοί, τους έμπασαν ομαλά -χωρίς να είναι τέτοια η συνειδητή τους πρόθεση- και στην κληρονομιά του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Το θαύμα που σήμανε η επικράτηση του Χριστιανισμού έσωσε και το ελληνικό πνεύμα. Χωρίς το πνεύμα της Ελλάδος, δεν θα μπορούσε να διαμορφωθεί ο κόσμος, όπως ξέρουμε· ας πούμε ο δυτικός κόσμος. Αλλά και χωρίς τον Χριστιανισμό το ελληνικό πνεύμα θα είχε ταφεί και χαθεί κάτω από τα ερείπια του ρωμαϊκού κόσμου».
 

Στη συνάφεια αυτή θα μπορούσαμε να επιμείνουμε περισσότερο στο πόσο το Βυζάντιο συνέχισε και προήγαγε την ελληνική παιδεία, όχι μόνο με τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσης και των συγγραμμάτων των αρχαίων Ελλήνων σοφών, αλλά και με την δημιουργική παραγωγή της νέας γραμματείας των Πατέρων της Εκκλησίας, των νέων εξαιρετικών υμνογραφικών συνθέσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως π.χ. του Ακαθίστου Ύμνου, των Κανόνων, της Θ. Λειτουργίας και τόσων άλλων. Και μόνο το ότι το Βυζάντιο διέσωσε και εδίδαξε την αρχαία σοφία, και μετέφερε την ελληνική σκέψη κατ' αρχήν στους Άραβες με την Αριστοτελική Φιλοσοφία και κατόπιν στη Δύση με τους φυγάδες Έλληνες λογίους, πριν και μετά την άλωση, ενισχύοντας αποφασιστικά την Αναγέννηση, καταξιώνει τον ιστορικό του ρόλο.

γ) Η μεγαλειώδης αρχή του με την νέα πρωτεύουσα
Η μεγαλειώδης πορεία του Βυζαντίου οφείλεται εν πολλοίς στην θαυμαστή και μοναδική όντως θεμελίωση και αρχή του από τον Μ. Κωνσταντίνο. Συχνά συζητείται στην έρευνα αν η μεταστροφή του Μ. Κωνσταντίνου στον Χριστιανισμό ήταν συνειδητή εσωτερική απόφαση, εσωτερική αλλαγή, ή πολιτική πράξη που υπελόγισε απλά στον Χριστιανισμό ως την μόνη τότε συνεκτική πνευματική δύναμη. Από τις πηγές προκύπτει μάλλον ότι πρόκειται για εσωτερική αλλαγή, η οποία είχε αρχίσει ενωρίτερα, όταν έφηβος στην Νικομήδεια στο περιβάλλον του Διοκλητιανού εβίωσε την αδικία των διωγμών εναντίον των Χριστιανών και προ παντός την μεγάλη τους πίστη που έφθανε μέχρι το μαρτύριο. Επηρεάσθηκε σίγουρα και από την ανεξίθρησκη στάση του πατέρα του Κωνσταντίου Χλωρού, ο οποίος απέφυγε ως καίσαρ στη Δύση να εγείρει διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Το αποφασιστικό πάντως αίτιο της μεταστροφής του ήταν, κατά τις ιστορικές πηγές και κατά την πίστη της Εκκλησίας, η εμφάνιση του Τιμίου Σταυρού ολοφώτεινου έξω από την Ρώμη στην αναμέτρησή του με τον Μαξέντιο με την επιγραφή «Εν τούτω νίκα». Το απολυτίκιο του Αγίου Κωνσταντίνου σαφώς εκφράζει αυτήν την θέση, αλλά και την εξ αιτίας αυτού του θαυμαστού σημείου αφιέρωση της Κωνσταντινούπολης και όλης της αυτοκρατορίας στα χέρια του Θεού και της Υπεραγίας Θεοτόκου.
 

Ούτως ή άλλως όλοι αναγνωρίζουν ότι η απόφαση του Μ. Κωνσταντίνου να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από την λατινική Δύση στην ελληνική Ανατολή, σε μία μικρή ελληνική πολίχνη, το Βυζάντιο, αρχαία αποικία των Μεγαρέων, με εξαιρετική και μοναδική γεωγραφική θέση και στρατιωτικοεμπορικά πλεονεκτήματα, ήταν μία μεγαλοφυής και μεγαλόπνοη κίνηση με κοσμοϊστορικές συνέπειες. Άλλαξε την μορφή του κόσμου, γιατί μετέφερε το κέντρο βάρους από την Δύση στην Ανατολή, από την Ιταλία στην Ελλάδα, στο ακρότατο σημείο της Θράκης· διέσωσε έτσι την αυτοκρατορία από την καταστροφή που υπέστη το δυτικό τμήμα της από τα γερμανικά βαρβαρικά φύλα, που εβύθισαν επί αιώνες την Ευρώπη στο σκότος της αμαθείας και της απαιδευσίας μέχρι τον 12 αιώνα· όρθωσε ένα ισχυρότατο απόρθητο οχυρό που προφύλαξε και τα Βαλκάνια και την Ευρώπη από τις μετά ταύτα επιθέσεις των Περσών, των Αράβων, των Σελτζούκων και των Οθωμανών Τούρκων. Και προ παντός έστησε το πρώτο στην ιστορία χριστιανικό κράτος, την Ρωμανία, με ρωμαϊκή και ελληνική υποδομή, καύχημα και χαρά των κατοίκων του, που ονομάζονταν Ρωμαίοι (=Ρωμηοί), αλλά ήταν Έλληνες και Ορθόδοξοι στην πολιτιστική τους ταυτότητα. Ο Μ. Κωνσταντίνος για την τολμηρή του απόφαση να αποσυνδέσει την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία από την ειδωλολατρική Ρώμη και να ανανεώσει και μεταμορφώσει την αυτοκρατορία σε νέο χριστιανικό κράτος (Renovatio Imperii) ονομάσθηκε από την ιστορία Μέγας και από την Εκκλησία ισαπόστολος. Κανένας άλλος μετά τους Αποστόλους δεν βοήθησε στη στερέωση, διάδοση και ανάπτυξη του Χριστιανισμού όσο ο Μ. Κωνσταντίνος.

δ) Άλλες πλευρές του μεγαλείου του
Δεν προλαβαίνουμε όμως να αναπτύξουμε όσες άλλες πλευρές του μεγαλείου του Βυζαντίου εσημειώσαμε, γι' αυτό και θα τις αναφέρουμε καταλογάδην. Επί πολλούς αιώνες ήταν το μοναδικό κέντρο πολιτισμού και παιδείας. Ήσκησε μεγάλη εκπολιτιστική επίδραση στους σλαβικούς και άλλους λαούς του βορρά και της νοτιανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι άλλωστε γι' αυτό εστράφησαν προς την Κωνσταντινούπολη, από το δέος και τον θαυμασμό που προκαλούσε ο πολιτισμός τους. Στην Δύση μέχρι τον 12 αιώνα δεν υπήρχαν σχολεία ούτε λαϊκοί μορφωμένοι· η μόρφωση ήταν αποκλειστικό προνόμιο των κληρικών, ο δε τρόπος ζωής υποβαθμισμένος και πρωτόγονος. Η Δύση ακόμη και στη Θεολογία ήταν μαθήτρια της Ανατολής, όπου συγκλήθηκαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι, εμφανίσθηκαν μεγάλα θεολογικά αναστήματα, διαμορφώθηκε η λατρεία, άνθησε ο Μοναχισμός, που από την Ανατολή μεταφέρθηκε και στη Δύση. Σε ένα θαυμάσιο τελευταίο βιβλίο με τίτλο «Σαλπάροντας απ' το Βυζάντιο» ο Αμερικανός ιστορικός Collin Wells, μαθητής του Έλληνα Βυζαντινολόγου Σπύρου Βρυώνη, μας δίνει σε τρεις ενότητες την επίδραση του Βυζαντίου α) στη Δύση, β) στον Ισλαμικό κόσμο και γ) στον Σλαβικό κόσμο, αποδεικνύοντας, όπως επισημαίνει και ο υπότιτλος του έργου «Πώς μια χαμένη αυτοκρατορία διαμόρφωσε τον κόσμο» . 

Παρήγαγε μεγάλα μνημεία πολιτισμού, λόγου και τέχνης. Το μεγαλούργημα της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη θαυμάζεται μέχρι σήμερα, όπως και τα ψηφιδωτά της Ραβέννας και της Μονής της χώρας, οι τοιχογραφίες του Μυστρά, του Αγίου Όρους κ.ά. Η Θεολογία, η Φιλοσοφία, το Δίκαιο, άλλες επιστήμες, εγνώρισαν καταπληκτική άνθηση, η ποίηση, η υμνογραφία. Αναπτύχθηκαν μεγάλα μοναστικά κέντρα, εμφανίσθηκαν μεγάλες μορφές Αγίων Πατέρων. Αναπτύχθηκε υψηλή κοινωνική πρόνοια και φιλανθρωπία για πρώτη φορά σε οργανωμένη μορφή. Ακόμη και σε δύσκολες ιστορικές συνθήκες, όπως μετά την άλωση από τους Φράγκους το 1204, ενώ η αυτοκρατορία έφθινε και παρήκμαζε πολιτικά και κατέρρεε οικονομικά και στρατιωτικά, παρουσιάσθηκε ένας αξιοσημείωτος πνευματικός δυναμισμός, με θαυμαστές αναλαμπές σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού γνωστός ως «Παλαιολόγεια Αναγέννηση», με χαρακτηριστικώτερη και δυναμικώτερη παρουσία τον Ησυχασμό του ΙΔ' αιώνος, του οποίου ο κύριος εκπρόσωπος και διαμορφωτής Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς εκωδικοποίησε την προηγούμενη πατερική παράδοση, οριοθέτησε την ανατολική πνευματικότητα σε σχέση με την Δύση, και ενίσχυσε ουσιαστικά πριν από ένα αιώνα την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία για να αντέξει στην λαίλαπα της Τουρκοκρατίας. Με αυτήν την τελευταία περίοδο ασχολείται ο γνωστός Άγγλος βυζαντινολόγος Steven Runciman στο βιβλίο του με τίτλο «Η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση» . 

Το τελευταίο μεγαλειώδες επίσης στοιχείο, το οποίο απλώς μνημονεύουμε είναι ότι eπεβίωσε το Βυζάντιο και μετά την άλωση· δεν χάθηκε ούτε στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο ούτε στους άλλους ορθοδόξους λαούς.
 

Επίλογος
Ζητώ συγγνώμη, διότι δεν επρόλαβα να αναπτύξω το δεύτερο σκέλος του ορισθέντος θέματος για τις συνέπειες της άλωσης της Κωνσταντινούπολης. Ήταν πολύ δύσκολο να αναπτυχθούν και τα δύο σκέλη στον προσμετρηθέντα χρόνο· θέλεις πολύ περισσότερο χρόνο για να γράψεις και να πεις ολίγα και περιεκτικά. Ακόμη και το πρώτο σκέλος για το μεγαλείο του Βυζαντίου το αδίκησα σημαντικά. Κρατώ για τον εαυτό μου τη δέσμευση να ολοκληρώσω το πρώτο και να αναπτύξω με άλλη αφορμή το δεύτερο.
 

Θα τελειώσω διατυπώνοντας στον επίλογο μερικές σύντομες σκέψεις. Για τους Δυτικούς το Βυζάντιο, ίσως δικαιολογημένα, ήταν και είναι «σημείο αντιλεγόμενο», αφού δεν το ζουν, ούτε το γνωρίζουν. 

Για μας τους Έλληνες και τους άλλους ορθοδόξους λαούς το Βυζάντιο ζη, μέσα στους θόλους των Εκκλησιών, στον τρόπο της ζωής μας, στα ήθη και στις παραδόσεις μας, στους θρύλους και στα τραγούδια μας. Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς περιμένουμε να ζωντανέψει, να ψηθούν και από την άλλη πλευρά τα μισοτηγανισμένα ψάρια να τελειώσει ο παπάς την λειτουργία στην Αγία Σοφία, που την άφησε ατελείωτη. Όσο και αν συστηματικά απωθούν πολλοί την Μεγάλη Ιδέα της παλινόρθωσης του Βυζαντίου, τίποτε δεν μπορεί να σβήσει από τα πολιτιστικά μας κύτταρα την μεταμορφωμένη Μεγάλη Ιδέα του να κρατήσουμε τουλάχιστον την ψυχή, το πνεύμα του Βυζαντίου, που είναι συγχρόνως και το πνεύμα της Ελλάδος, να κρατήσουμε Χριστό και Ελλάδα, όπως συνιστούσε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Εκπλήσσονται ευχάριστα νέοι Ευρωπαίοι βυζαντινολόγοι, όταν επισκέπτονται την Ελλάδα και διαπιστώνουν πόσο ζωντανό είναι ακόμη μεταξύ του λαού το Βυζάντιο, πόσο πλήθος ανθρώπων σπεύδει να ασπασθεί θαυματουργές άγιες εικόνες και ιερά λείψανα, πόσο γεμίζουν οι εκκλησίες στις εορτές και στις πανηγύρεις.

Δακρύζουν πολλοί, όταν ακούν το καινούργιο άσμα «Στου Βοσπόρου τ' Αγιονέρια κατ' απ' την Αγιά Σοφιά», που λέγει για το σμυρνιό καράβι και την συμφορά της Μικρασιατικής καταστροφής, και σαν πολεμική ιαχή από τους αιώνες ακούν την παρήγορη διαβεβαίωση: «Θάρθουν πάλι στους αιώνες τ' Αλεξάνδρου οι Μακεδόνες».
 

Δυστυχώς στον καιρό μας δεν φαίνονται στον ορίζοντα Μεγαλέξανδροι και Μεγακωνσταντίνοι, αλλά εδώ και δεκαετίες είναι εμφανής και συστηματική η προσπάθεια να διώξουμε από την χώρα τον Χριστό και την Ελλάδα, να σβήσουμε ό,τι θυμίζει Βυζάντιο. Κατήργησαν το Χριστιανός Ορθόδοξος από τις ταυτότητες, ανέχονται να ξεσκίζονται και να καίγονται οι σημαίες μας, κατήργησαν τα εθνόσημα με τον σταυρό στις στολές των αξιωματικών της Αστυνομίας, και τον σταυρό στις στολές των νοσοκόμων του Ερυθρού Σταυρού, βγάζουν διαρκώς από τα σχολικά βιβλία εκκλησιαστικά και εθνικά κείμενα, θα καταργήσουν τα θρησκευτικά σύμβολα στις αίθουσες των δικαστηρίων και των σχολείων, θα μεταβάλουν το μάθημα των Θρησκευτικών σε μάθημα Θρησκειολογίας· μας διδάσκουν ήδη φανερά, κατά το παράδειγμα της Θ. Δραγώνα, ότι δεν είμαστε Έλληνες, αλλά ένα συνονθύλευμα εθνοτήτων, για να δικαιολογήσουν την μεταναστευτική Βαβέλ που ξένοι εσχεδίασαν, για να μας εμφανίσουν ως ένα πολυπολιτισμικό, πολυεθνικό κράτος. Τι άλλο να σημειώσουμε, υπάρχει άλλο κατώτερο σκαλοπάτι στου κακού τη σκάλα; Ένα τελευταίο βυζαντινό απομεινάρι, οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας στο θεσμό της συναλληλίας, της συνεργασίας, θα καταστραφεί με τη σχεδιαζόμενη συνταγματική μεταρρύθμιση, για να παύσει η αναγραφή της Αγίας Τριάδος στην αρχή του Συντάγματος, να καταργηθεί ο θρησκευτικός όρκος του προέδρου της Δημοκρατίας, των βουλευτών και άλλων, να παύσει η απαίτηση να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ορθόδοξος Χριστιανός. Αν ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς είχε επισημάνει παρόμοια φαινόμενα στην εποχή του, πριν από 80-90 χρόνια, τι θα έλεγε σήμερα; Παραθέτω τους στίχους του από τον Προφητικό, όπου απευθυνόμενος στο Βυζάντιο, στη Ρωμιοσύνη, λέγει για το ελληνικό κράτος, για το ψέμμα κράτος-βασίλειο ότι δεν πήρε τίποτε από το μεγα¬λείο του Βυζαντίου, αλλά μόνο από τα κακά του.
 

Ο δικέφαλος αητός σου να! μακριά
μακριά πέταξε με τ' άξια και με τ' άγια
και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά
λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.
Προς τη Δύση και προς το Βοριά,
την κορώνα φέρνει, και κρατά
-και τα νύχια του είν' αρπάγια-
και τη δόξα και τη δύναμη κρατά·
και το γέλιο, και το ψέμμα το Βασίλειο
που γεννήθηκε από σένα μέσ' στον ήλιο.
κοίτα Θεέ! Θα σέρνεται μπροστά
σε μπαλσαμωμένη κουκουβάγια.
Μ' όλα σου θα ζη τα χαμηλά,
με καμιά σου δε θα ζη μεγαλωσύνη,
κ' οι προφήτες που θα προσκυνά,
νάνοι και αρλεκίνοι.
Και σοφοί του και κριτάδες
του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,
και διαφεντευτάδες
κυβερνήτες του οι ευνούχοι.

 

  1. ΔΟΥΚΑ-ΚΡΙΤΟΒΟΥΛΟΥ-ΣΦΡΑΝΤΖΗ-ΧΑΛΚΟΚΟΝΔΥΛΗ Περί Αλώσεως της Κωνσταντι-νουπόλεως (1453). Συναγωγή κειμενων μετά προλόγου και βιβλιογραφικών μελετημάτων περί των τεσσάρων ιστοριογράφων υπό ΝΙΚΟΛΑΟΥ Β. ΤΩΜΑΔΑΚΗ, Τακτικού καθηγητού της Βυζαντινής Φιλολογίας εν τω Αθήνησι Πανεπιστημίω, Αθήναι 1953, σ. 60. 
  2. Αυτόθι, σ. 187. 
  3. Ν. ΙORGA, Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, εκδόσεις Gutenberg,  Αθήναι 1985. Τί¬τλος πρωτοτύπου: Byzance après Byzance, Βουκουρέστι 1971. 
  4. Για την αληθινή αυτή άλωση που συντελείται σταδιακά βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ,  Ορθοδοξία και Ελληνισμός. Νέα αιχμαλωσία και αντίσταση, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 36 εε. 
  5. Το παράθεμα στο βιβλίο του ΒΛΑΣΙΟΥ ΦΕΙΔΑ, Βυζάντιο. Βίος-Θεσμοί-Κοινωνία- Εκκλησία-Παιδεία-Τέχνη, Δ' έκδοση, Αθήναι 1997, σ. 7. 
  6. ΤΖΟΥΝΤΙΘ ΧΕΡΙΝ, Τι είναι το Βυζάντιο, εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2008, σ. 598¬-599 
  7. G. OSTROGORSKY, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα 1978, τόμ. 1, σελ. 52-53. 
  8. Βλ. βιβλιοπαρουσίαση στην εφημερίδα «Το Βήμα», 10 Μαρτίου 2000, σελ. 19, ένθετο «Βιβλιοθήκη». 
  9. Βλ. σχετικώς περισσότερο για το 16ο Βυζαντινολογικό Συνέδριο της Βιέννης εις Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι. Αρχές και Κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 93 ε. Οι παρατεθείσες γνώμες στις σελ. 95-96 και 99-100. 
  10. ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, Η πονεμένη Ρωμιοσύνη, Στ', έκδοση, Αθήνα 1984, σελ. 9-13. 
  11. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Προς τε Ιουδαίους και Έλληνας απόδειξις ότι εστί Θεός ο Χριστός 1, ΡG 48, 813-814
  12.  ΒΛΑΣΙΟΥ ΦΕΙΔΑ, ένθ' ανωτ., σελ. 48. Για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στο Βυζάντιο βλ. μεταξύ άλλων και Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, Εκκλησία και Πολιτεία στην Ορθόδοξη Παράδοση, εκδ. Αρμός Αθήνα 2000 και Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Εκκλησία και Πολιτεία. Χωρισμός ή συναλληλία;, Θεσσαλονίκη 2006. 
  13. ΠΑΝΑΓ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, Ο Χριστιανισμός και η εποχή μας. Από την ιστορία στην αιωνιότητα Αθήναι 1953, σελ. 22 και 39. Περισσότερα βλ. εις Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Από την Νίκαια της Βιθυνίας στη Νίκαια της Γαλλίας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι μικροί των καιρών μας, Θεσσαλονίκη 2001. 
  14. COLIN WELLS, Σαλπάροντας  απ' το Βυζάντιο. Πώς μια χαμένη αυτοκρατορία διαμόρφωσε τον κόσμο, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006. 
  15. STEVEN RANCIMAN, Η Τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση, Εκδόσεις Δόμος, Αθήναι 1991.


Print-icon 

Login-iconLogin