Απάντηση σε μομφές σχετικώς με τον Χριστιανισμό και τη σχέση του με τον Ελληνισμό, την Παλαιά Διαθήκη και τον Σιωνισμό


(Ἡ ἱερά Εἰκών τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, βάσει τοῦ σχετικοῦ γεγονότος τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε μέ ὅλη τή λάμψη τῆς Θεότητός Του ἐνώπιον τῶν τριῶν ἐκλεκτῶν Μαθητῶν, καλώντας καί τόν Νομοδότη Μωϋσῆ καί τόν Προφήτη Ἠλία ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, γιά νά δείξει ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι Θεός νεκρῶν καί ζώντων, ἀλλά καί ὅτι εἶναι ὁ Θεός ὄχι μόνον τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλά καί τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς.)

 


 

«Ἑλλήνων χριστωνυμούμενον κλέος οὐ σβέννυται» 

 (Αὐτοκράτωρ Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις)

Ἀπάντηση σέ μομφές σχετικῶς μέ τόν Χριστιανισμό καί τή σχέση του μέ τόν Ἑλληνισμό, τήν Παλαιά Διαθήκη καί τόν Σιωνισμό

 

Ολοκληρωμένη απάντηση υπάρχει στο βιβλίο ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΩΝΥΜΗ ΔΟΞΑ

********

Ἐλάβαμε e-mail πού μᾶς ἔστειλε φίλος ἀναγνώστης σχετικά μέ τήν ἐσφαλμένη (κατ’ αὐτόν) ἀποδοχή σύνολης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπό τήν Ἐκκλησία μας καί τήν ὑποτιθέμενη εὔνοια τῆς Ἐκκλησίας μας πρός τόν Σιωνισμό, μαζί μέ ἄλλα ἥσσονα θέματα. Τήν ἀπάντησή μας τή δημοσιεύουμε, μέ ὅλες τίς ἐλλείψεις της, ὡς μία συνοπτική ἀπόκριση καί ἀντίσταση στίς μομφές πού ἐκτοξεύει ἡ - σκοτεινῆς προέλευσης – προπαγάνδα μιᾶς ὑποκινούμενης «ἑλληνολατρίας» ποικίλων διαβαθμίσεων, οἱ ὁποῖες κυμαίνονται ἀπό τήν τμηματική ἀπόρριψη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί μιά περισσότερο «ἑλληνο-κεντρική» ἑρμηνεία τοῦ Χριστιανισμοῦ (π.χ. «ὁ Χριστός ἦταν Ἕλληνας ἀπό τή Γαλιλαία») μέχρι τήν παντελῆ ἀπόρριψη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ὡς «ἑβραϊκῆς θρησκείας», ὑπεύθυνης γιά τήν καταστροφή τοῦ Ἑλληνισμοῦ ...   

Ἀγαπητέ.....,

 Κατ' ἀρχήν σέ εὐχαριστοῦμε γιά τήν εὐγένεια μέ τήν ὁποίαν γράφεις καί ἡ ὁποία σέ τιμᾷ ἰδιαιτέρως, δεδομένου ὅτι πολλοί ἀπό τούς συμπατριῶτες καί ἀδελφούς μας οἱ ὁποῖοι ἔχουν τούς ἴδιους μέ ἐσένα προβληματισμούς, πολλάκις διαπνέονται ἀπό ἕνα μικρό φανατισμό, ὁ ὁποῖος ἐκπηγάζει ἀπό τήν ἐσφαλμένη ἄποψή τους (λόγῳ ἀγνοίας, ἀλλά καί ἐπιπολαιότητος), ὅτι ὁ Χριστιανισμός διέπραξε νόθευση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ ἀνάμειξη ἑβραϊκῶν στοιχείων καί ὅτι ἀποτελεῖ δούρειο ἵππο τῶν Ἑβραίων στήν Ἑλλάδα (ἐπέπρωτο νά τό ἀκούσουμε κι αὐτό !!!

 Στό γράμμα σου (e-mail) ἐκφράζεις τήν ἀπορία σου γιά τά ἑξῆς θέματα:

(α) γιατί ὀνομάζουμε Προπάτορές μας τους Ἰουδαίους Πατριάρχες, Προφῆτες κ.λπ. τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, (β) γιατί ἡ Ἐκκλησία νά προβάλλει τήν ἑβραϊκή ἱστορία, δεδομένης τῆς προσπάθειας τοῦ διεθνοῦς ἑβραϊσμοῦ νά κατακτήσει τόν κόσμο, ἀπ' ὅπου καὶ ἐκδιώχθηκαν οἱ Ἑβραῖοι, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς προσπάθειας τους αὐτῆς· (γ) γιατί προβάλλουμε τόν Προπάτορα Ἀβραάμ, ἐνῷ αὐτός ἦταν μοιχός παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ· (δ) ὅτι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος σέ κείμενο πού δημοσιεύσαμε δέν ὀνομάζει τούς Μακεδόνες Ἕλληνες, καί (ε) γιατί μεταβάλλουμε διά τῆς μοναχικῆς κουρᾶς τά ὀνόματά μας σέ ἑβραϊκά, καταλείποντας τά αὐθεντικά ἑλληνικά.

Ὀφείλουμε νά διακρίνουμε ἐν πρώτοις τό λυπηρό φαινόμενο τῆς ἐλλιποῦς ἢ διαστρεβλωμένης πληροφόρησης πού παρέχουν συγκεκριμένες πηγές εἰδήσεων στό Διαδίκτυο, σέ sites καί blogs σχετικά μέ τό τί εἶναι ὁ Χριστιανισμός, μέ τήν ἱστορική του ἐξέλιξη καί τά «ἁμαρτήματά» του, ὅπως καί περί τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ ἑλληνισμοῦ. Πολλά τέτοια θέματα ἔχουν ἀπαντηθεῖ σέ ἱστοσελίδες πού ἀσχολήθηκαν εἰδικῶς μέ αὐτά καί κατέδειξαν τό μέγεθος τῆς ἀπάτης μερικῶν κακοπροαιρέτων φαλκιδευτῶν τῆς ἱστορίας. Τέτοιας παραπληροφόρησης ἔχεις πέσει καί ἐσύ προσωρινό θῦμα, ἀγαπητέ .....

 Ἀρχίζοντας πρῶτα ἀπό τά περισσότερο ἁπλᾶ καί εὐδιάκριτα θέματα, πρέπει ἐν πρώτοις νά τονίσουμε τό ἑξῆς: 
 

Τά ἑβραϊκῆς προελεύσεως ὀνόματα τῶν Μοναχῶν

(ε) Ἡ προέλευση τῶν ὀνομάτων πού λαμβάνουμε οἱ Μοναχοί (καί οἱ ἄγαμοι κληρικοί, ἐπειδή εἶναι Μοναχοί) δέν περιορίζεται καί δέν ὁριοθετεῖται σέ καμμία συγκεκριμένη ἐθνότητα ἤ γεωγραφικό χῶρο. Ὑπάρχουν ὀνόματα ἑβραϊκά, ἐπειδή τιμοῦμε ὡς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνα τά ἱερὰ πρόσωπα ἀπό τά ὁποῖα προέρχονται τά ὀνόματα στήν Παλαιά Διαθήκη (Δανιήλ, Συμεών, Ζαχαρίας, Ἠσαΐας, Ἰωάννης κ.ἄ.) ὅπως καί τούς Ἀγγέλους (Μιχαήλ, Ραφαήλ, Χερουβίμ, Σεραφίμ κ.ἄ.), ὅμως ὑπάρχουν καί μοναχικά ὀνόματα καθαρῶς ἑλληνικά (λ.χ. Καλλίνικος, Ἀρσένιος, Ἀθανάσιος, Νικόλαος, Νικόδημος, Βασίλειος, Γρηγόριος, Διονύσιος, Στέφανος, Νήφων, Θεόφιλος, Θεοδώρητος, Χαρίτων, Ἀγάπιος, Ἀλέξιος, Ἀναστάσιος, Ἄνθιμος καί σπανιότερα Πλάτων (4 Ἀπριλίου), Ἀπολλώ (25 Ἰανουαρίου), Ἀρκάδιος καί Ξενοφῶν (26 Ἰανουαρίου), κ.ἄ. πάμπολλα), ὑπάρχουν ἄλλα λατινικῆς προελεύσεως (Ἀντώνιος, Βενέδικτος, Αὐγουστίνος, Κωνσταντῖνος, Ἰγνάτιος  κ.ἄ.), καθώς καί κοπτικῆς προελεύσεως (Σισώης, Παμβώ, Παΐσιος κ.ἄ.) καί ἄλλης προελεύσεως (π.χ. Σάββας, Ἐφραίμ), ὅλα παρμένα ἀπό ἁγίους Μοναχούς τοῦ παρελθόντος, ἀπό ὁποιοδήποτε χῶρο καί ἄν προῆλθαν. Οἱ Ρῶσοι Μοναχοί ἔχουν καί ξένα, ἀλλά καί τά δικά τους ἐθνικά ὀνόματα, ἀπό τούς πρώτους ἁγίους Μάρτυρες καί Μοναχούς Ρώσους (Βλαδίμηρος, Βόρις, Γκλέμπ κ.λπ.) ὅπως καί τά ἄλλα ἔθνη, γιά νά μή ἐπεκτεινόμαστε. Στόν Χριστιανισμό δέν ὑπολογίζεται ἡ ἐθνική καταγωγή, ἀλλά ἡ - ἄσχετη μέ αὐτήν - ἁγιότητα τοῦ βίου, γι΄ αὐτό καί ὁ Χριστιανισμός  - ἢ καλύτερα - ἡ Ἐκκλησία πολεμήθηκε ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό, διότι ἄνοιξε τίς πύλες τῆς σωτηρίας σέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, διακηρύσσοντας ὅτι «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην» (Γαλ. 3, 28) καί ὅτι «οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεός, ἀλλ’ ἐν παντί ἔθνει ὁ φοβούμενος Αὐτόν καί ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αὐτῷ ἐστι» (Πράξεις 10, 34.35).

 Κανένα ὄνομα δέν ἀποκλείεται ἀπό τήν ἐπιλογή γιά τούς Μοναχούς, λόγῳ ἐθνικῆς προέλευσης, ἀλλά κατά παράδοσιν οἱ Μοναχοί ἑνός Μοναστηριοῦ λαμβάνουν ὀνόματα Ἁγίων σχετιζόμενα μέ τήν ἱστορία τῆς Μονῆς καί τοῦ ἱδρυτοῦ της, συνήθως δέ ὀνόματα παλαιοτέρων Μοναχῶν τῆς Μονῆς πού ἐκοιμήθησαν (ἀπέθαναν), ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει καί σέ μιά οἰκογένεια (ἀπό πάππο σέ ἐγγονό).

Ἡ Μακεδονία κατά τήν Ἁγία Γραφή

 (δ) Ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σαφής γιά τήν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας μας. Μάλιστα, ἔχουν ἐκπονηθεῖ ἱστορικές ἐργασίες, ὅπου καταδεικνύεται ὅτι γιὰ τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη οἱ Μακεδόνες ἦταν καὶ εἶναι πάντα Ἕλληνες καί αὐτό εἶναι ἕνα ἰσχυρότατο στοιχεῖο γιά τήν καταπολέμηση τῆς σκοπιανῆς προπαγάνδας.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, στὸ κείμενο ποὺ δημοσιεύσαμε, ἀναφέρεται στοὺς Μακεδόνες, ἐξειδικεύοντας χάριν τῆς ἱστορικῆς ἀκριβείας, καὶ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν τούς θεωρεῖ Ἕλληνες, ἀφοῦ μάλιστα ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρχε σκοπιανό, ψευτο-«μακεδονικό», πρόβλημα, ἀλλὰ οὔτε κἄν Σλάβοι στὰ Βαλκάνια. Καὶ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος μίλησε περί Μακεδόνων, ὅπως θὰ ἔλεγε κάποιος σήμερα, ὅτι οἱ Κρῆτες πολέμησαν τοὺς Γερμανούς, χωρὶς κανεὶς νὰ διανοεῖται ὅτι ἀμφισβητεῖται ἡ ἑλληνικότητα τῆς Κρήτης.

Τό ὄνομα «Μακεδονία» καί τά ὁμόῤῥιζά της ἀναφέρονται 26 φορές στήν Καινή Διαθήκη. Μάλιστα ἀναφέρεται σέ δύο περιπτώσεις ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Πράξεις 19,21 καί Α΄ Θεσσαλονικεῖς 1, 7.8 ) σέ στενή συνάφεια μέ τήν Ἀχαΐα (δηλ. τήν ρωμαϊκή ἐπαρχία τῆς κεντρικῆς καί νοτίου Ἑλλάδος) σάν οἱ δύο νά ἀποτελοῦν – καί βεβαίως ἀποτελοῦν – μιάν ἑνότητα, γεωγραφική καί πολιτική. Τὸ ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶδε σὲ ὅραμα ἄνδρα Μακεδόνα νά τόν παρακαλεῖ νά περάσει ἀπό τή Μικρά Ἀσία στή Μακεδονία γιά νά τούς βοηθήσει, «διαβάς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν» (Πράξεις 16, 8-10) (τό ὁποῖο βέβαια λέχθηκε ἑλληνικά καί ὄχι .... σλαβικά), δέν εἶναι ἕνα φοβερό τεκμήριο κατά τῆς ἐχθρικῆς προπαγάνδας προερχόμενο ἀπό περίπου 2.000 χρόνια πρίν; 

Ἀλλά καί στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι φανερό ὅτι οἱ Μακεδόνες θεωροῦνται Ἕλληνες, ἀφοῦ ἀκριβῶς οἱ Ἰουδαῖοι παρ’ ὀλίγον νὰ ἐξελληνισθοῦν (καί ὄχι νὰ ... ἐκσλαβισθοῦν) πλήρως στοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ ποὺ μετέφερε στὴν Παλαιστίνη ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος. Μάλιστα, στὸ ἐδάφιο Α΄ Μακκαβαίους 6, 2 ἔχουμε μία ἀκόμη ἀτράνταχτη ἀπόδειξη τῆς ἑλληνικότητος τῆς Μακεδονίας καὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου· λέγει ὁ στῖχος: «[...] ἃ κατέλιπεν ἐκεῖ Ἀλέξανδρος ὁ τοῦ Φιλίππου ὁ βασιλεὺς ὁ Μακεδών, ὃς ἐβασίλευσε πρῶτος ἐν τοῖς Ἕλλησιν» Ὄχι μόνον ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἱστορική εἴδηση ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν πρῶτος Βασιλεύς ὅλων τῶν Ἑλλήνων (τοὺς ὁποίους ἕνωσε), ἀλλὰ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἡ ἑλληνική του καταγωγή, διότι δὲν λέγει οὔτε κἂν ἐβασίλευσεν «ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας» (σὰν νὰ ἦταν ἐπικυρίαρχος, ὅπως στὸ Α΄ Μακκαβαίους 1, 16), ἀλλὰ «ἐν τοῖς Ἕλλησι» (δηλ. μεταξὺ τῶν [δικῶν του] Ἐλλήνων).

Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἄσχετο μέ τό γεγονός ὅτι - καθαρῶς γιά θρησκευτικούς λόγους - οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν πόλεμο μέ τούς Μακεδόνες (ἐπειδή οἱ Μακεδόνες τοῦ Ἀντιόχου Δ΄ τοῦ Ἐπιφανοῦς (175-164 π.Χ.) ξεκίνησαν τὸν διωγμό), τόν ἴδιο καιρό πού εἶχαν συμμαχία με τούς Σπαρτιάτες (Α΄ Μακκαβαίους, κεφ. 12), μὲ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπῆρχαν θρησκευτικὲς διαφορές οὔτε ἐκ μέρους τους διωγμοί. 

 Ὁ φόβος θανάτου τοῦ Πατριάρχου Ἀβραάμ 

(γ) Ὀνομάζεις στὸ e-mail σου τὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ μοιχό· ὑποθέτουμε ὅτι ἐννοεῖς ἐκεῖνο τό περιστατικό πού πρόσφατα προβλήθηκε - ὡς ἐπιχείρημα κατά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης - καί ἀπό ἕνα πολιτευόμενο πρόσωπο σέ σχετική ἐκπομπή στὸ Διαδίκτυο· ὅτι δηλαδὴ ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ, ὅταν ἀφίχθη στήν Αἴγυπτο μέ τή γυναῖκα του τή Σάρρα καὶ παρουσιάσθηκε στὸν Φαραώ, ἐπειδή ἦταν πολύ ὄμορφη τῆς εἶπε νὰ ἀποκρύψει ὅτι εἶναι ἡ γυναίκα του, γιὰ νὰ μὴ τὸν φονεύσουν καί τὴν κλέψουν, μέ ἀποτέλεσμα ὅτι παραδόθηκε ἡ Σάρρα στόν Φαραώ (Γένεσις 12, 11-20). Ἐπί τούτου, σέ παρακαλοῦμε πρόσεξε τά ἑξῆς:

1. Ὁ Ἀβραάμ δέν ἔλαβε ἐντολή ἀπό τόν Θεό νά παραβῇ τό θέλημά Του, παραδίνοντας τή γυναῖκα του στόν Φαραώ, οὔτε φαίνεται πουθενά αὐτό στό κείμενο. Τό ἀντίθετο ἐπιβεβαιώνεται, ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἵδιος ὁ Θεός παρενέβη στόν Φαραώ παιδευτικῶς, γιά νά ἀποτρέψει τή μοιχεία, ὅπως κι ἔγινε (Γέν. 12, 17). Πάντως δέν ὑπῆρχε κίνητρο μοιχείας καί ἠθικῆς ἀσυδοσίας τοῦ Ἀβραάμ, ἀλλά φόβος θανάτου.

2. Κάθε περιστατικό πού καταγράφεται στήν Ἁγία Γραφή, δέν σημαίνει ὅτι καταγράφεται πρός μίμηση· καταγράφεται ἡ ἀλήθεια, καί ἡ ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων, γιά νά μή ἀπελπιζόμαστε ἄν ἁμαρτήσουμε, ἀλλά νά ἔχουμε ὑπόδειγμα μετανοίας καί ὑπενθύμιση τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ, γιά νά μή ἀπελπιζόμαστε (ὅπως συνέβη μέ τόν ἴδιο τόν Ἀπόστολο Πέτρο πού ἀρνήθηκε τόν Χριστό). Ἄν πρόθεση τῶν Ἰουδαίων ἦταν νά παρακινοῦν στή μοιχεία, δέν θά τήν ἀπαγόρευαν μέ ποινή θανάτου (βλ. παρακάτω, καὶ ἀκόμη Μαλαχίας 2, 15.16)· ἄν πάλι δέν θεωροῦσαν τήν Ἁγία Γραφή θεόπνευστη ἤ θεωροῦσαν ὅτι ὁ Θεός φαίνεται νά συναινεῖ ἐδῶ στή μοιχεία τῆς Σάρρας, τότε καί γιατί νά μή διαγράψουν τό περιστατικό αὐτό, ὥστε νά μήν ἀντιφάσκει (δῆθεν) πρός τόν Μωσαϊκό Νόμο;

3. Ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι βιβλίο πού ἔπεσε ἀπό τόν οὐρανό, σάν ἐγχειρίδιο χειρισμοῦ μηχανήματος, ἀλλά εἶναι «ὑπόμνημα», ὑπενθύμιση τῆς ἱερᾶς ἱστορίας καί τῶν ἱερῶν προσώπων τό ὁποῖο ἀποκλειστικῶς ἑρμηνεύεται μέσα στήν κοινότητα τῶν πιστῶν ὅπου δημιουργήθηκε· γι’ αὐτό καί ἀπαγορευόταν νά ἑρμηνευθεῖ ἀπό ἰδιῶτες, γιά νά μή παρεξηγηθεῖ καί παρερμηνευθεῖ, ὅπως συνέβαινε μέ τούς αἱρετικούς. Γι΄ αὐτό καί «στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» δέν εἶναι ἀπροϋπόθετα ἡ Ἁγία Γραφή, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία (Α΄ Τιμόθεον 3,15), ἡ Ὁποία καί δημιούργησε τήν Ἁγία Γραφή καί εἶναι ἡ μόνη πού μπορεῖ καί δικαιοῦται νά τήν ἑρμηνεύει ὀρθῶς. 

4. Τόσο ἡ προχριστιανική Συναγωγή διά τοῦ Νόμου (Ἔξοδ. 20,13 καί Δευτ. 5, 17· «οὐ μοιχεύσεις») ὅσο καί ἡ Ἐκκλησία, ποτέ δέν ἔλαβαν τό παραπάνω περιστατικό ὡς πρότυπο συμπεριφορᾶς, ἀλλά καταδίκασαν τή μοιχεία αὐστηρότατα σέ σχετικές διατάξεις καί ἱερούς Κανόνες καί θεώρησαν αὐτό τό περιστατικό ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πνευματικῆς ἀτέλειας τοῦ Ἀβραάμ, διότι δέν ὑπῆρχε Χάρις, καί ὁ θάνατος δέν εἶχε νικηθῇ, ὅπως λέγει ἐν προκειμένῳ κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «ἵνα τόν θάνατον διαφύγῃ [ὁ Ἀβραάμ]. Ἔτι γὰρ φοβερὸν ἦν αὐτοῦ [τοῦ θανάτου] τὸ πρόσωπον» (Ὁμιλία εἰς τὴν Γένεσιν 32, 5) . Ἀπό τήν ἄλλη πρόβαλλαν ὡς πρότυπο τή Σωσάννα, ἡ ὁποία παρ’ ὀλίγο θά ἔχανε τὴ ζωή της γιὰ νὰ μὴ πέσῃ σὲ μοιχεία (Σωσάννα 8-44)

Οἰ ἐξ Ἑβραίων πνευματικοί Προπάτορες τῶν Χριστιανῶν

(α) Ὡς πρός τό γιατί ὀνομάζουμε Προπάτορές μας τούς Ἑβραίους Πατριάρχες, Προφῆτες καί Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, αὐτό δέν εἶναι δύσκολο, ἀγαπητέ φίλε, νά τό συμπεράνει κανείς, ἀρκεῖ νά ἔχει τήν ἀπαραίτητη ἐξοικείωση μέ τά ἐκκλησιαστικά κείμενα, ὥστε νά μή παρασύρεται ἀπό φαινομενική ταυτοσημία τῶν λέξεων.

Εἶναι ἐν πρώτοις ὁλοφάνερο, ὅτι δέν θεωρεῖ ἡ Ἐκκλησία κατά κανένα τρόπο τούς Ἑβραίους Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατά σάρκα Προπάτορες ὅλων τῶν Χριστιανῶν, παρά μόνον τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ (σύμφωνα καί μέ τίς γενεαλογίες στά πρῶτα κεφάλαια τῶν Εὐαγγελίων Κατὰ Ματθαῖον, κεφ. α΄ καὶ Κατὰ Λουκᾶν, κεφ. γ΄) καὶ ὅσων παλαιῶν Χριστιανῶν εἶχαν καταγωγή φυσική («κατά σάρκα») ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, ὅπως ἦταν οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ. 

Οἱ ἴδιοι Δίκαιοι, Πατριάρχες καὶ Προφῆτες εἶναι πνευματικῶς, χάρις στήν κοινή Πίστη μας, Προπάτορές μας – θά λέγαμε σήμερα κοσμικῶς «μέντορές» μας - μέ τήν ἔννοια ὅτι αὐτοί συνετέλεσαν στὸ νὰ ὁδηγηθεῖ ἡ ἱστορία στὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ, ὁ Ὁποῖος εἶναι πνευματικά «ἀδελφός πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς» (Ρωμαίους 8,29)· ἔτσι, συγγενεύουμε μέ αὐτούς πνευματικῶς. Τὴν πνευματικὴ αὐτὴ συγγένεια μᾶς τὴν ἐπιβεβαιώνει καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη, διά τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού ὀνομάζει τόν ἑαυτό του γονέα ἐν Χριστῷ, «τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Γαλάτας 4,19), καὶ ὁ ὁποῖος, βάσει τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὀνομάζει τόν Ἀβραάμ πατέρα πάντων τῶν ἐθνῶν: «... εἰς τὸ εἶναι βεβαίαν τὴν ἐπαγγελίαν παντὶ τῷ σπέρματι, οὐ τῷ ἐκ τοῦ νόμου μόνον, ἀλλὰ καὶ τῷ ἐκ πίστεως Ἀβραάμ, ὅς ἐστι πατὴρ πάντων ἡμῶν, καθὼς γέγραπται ὅτι “πατέρα πολλῶν ἐθνῶν τέθεικά σε”» (Ρωμαίους 4, 16.17).

Ἐπίτρεψέ μας, ἀγαπητέ ...., νά διορθώσουμε τήν ἄποψή σου, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι ἁγιοποιήθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὄχι μόνον δέν ἁγιοποιήθηκαν, ἀλλά καταπολεμήθηκε σφοδρά ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ αἱρετική ἄποψη ὅτι μπορεῖ ἡ ἑλληνική φιλοσοφία νά σώσει τόν ἄνθρωπο (αὐτό εἶναι ἡ οὐσία τῆς διαμάχης μεταξύ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ, ἀλλά καί ἄλλων προγενέστερων θεολογικῶν ἀντιπαραθέσεων). Ἡ Ἐκκλησία ἀναγνώρισε τήν κοσμική (γιά τόν πρόσκαιρο αὐτό κόσμο) ἀξία τῆς φιλοσοφίας, γι΄ αὐτό καί σχεδόν ὅλα τά ἀρχαῖα χειρόγραφα τῶν πλέον σημαντικῶν ἔργων τῆς ἀρχαίας γνώσεως καί φιλοσοφίας διασώθηκαν στά Μοναστήρια καί κανένα δέν διασώθηκε ἀπό (ἀνύπαρκτους τότε) ἑλληνολάτρες. Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνώρισε τόν ἀποκλειστικῶς παιδαγωγικό καί εἰσαγωγικό ρόλο τῆς φιλοσοφίας ὁρισμένων ἀρχαίων φιλοσόφων στήν εὕρεση τῆς σωτηρίας, γι΄ αὐτό καί τούς ζωγράφισε κοντά στήν εἴσοδο (στὴν «εἰσαγωγὴ») μερικῶν χριστιανικῶν Ναῶν, στόν νάρθηκα, καί ὄχι στόν κυρίως Ναό, διότι σαφῶς δέν εἶναι ἰσάξιοι σέ ἁγιότητα μέ τούς Ἁγίους τοῦ Χριστοῦ (ἄλλο ἡ ἁγιότητα καί ἄλλο ἡ εὐφυΐα καί διανόηση). Οἱ Ἕλληνες ζητοῦν τήν φιλοσοφία καί οἱ Ἰουδαῖοι τίς θαυματουργίες, ἀλλά ἡ ἀλήθεια εὑρίσκεται στόν Χριστό καί τό σταυρικό Του ὑπόδειγμα βίου, πού σκανδαλίζει καί τούς Ἕλληνες καί τούς Ἰουδαίους, ἄν δέν ἀκολουθήσουν τήν κλήση τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ἐνυπόστατη Δύναμις καί Σοφία τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀναφέρει ἡ Καινή Διαθήκη: «Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν͵ ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον͵ Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν͵ αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς͵ Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι͵ Χριστὸν θεοῦ δύναμιν καὶ θεοῦ σοφίαν» (Α΄ Κορινθίους 1, 22-24). Γιά πολλούς αἰῶνες ἑλληνισμός ὀνομαζόταν ἡ εἰδωλολατρική ἐθνική θρησκεία καί ὄχι αὐτό πού σήμερα ὀνομάζουμε ἑλληνισμό, πολιτιστικά, ἐθνικά, γεωγραφικά κ.λπ. καί Ἕλληνες οἱ ἐθνικοί εἰδωλολάτρες.

Ἐκκλησία καί (παν)Σιωνισμός

(β) Ἐρχόμαστε, τώρα, στό περισσότερο ἀπαιτητικό σημεῖο τοῦ γράμματός σου, στή σχέση Ἐκκλησίας, Ἑλληνισμοῦ, Καινής καί Παλαιᾶς Διαθήκης καί Σιωνισμοῦ. Ἐπειδή τό θέμα εἶναι τεράστιο, ἀλλά ὄχι μπερδεμένο, ἐπίτρεψέ μας νά διατυπώσουμε τίς ἑξῆς περιεκτικές θέσεις:

1. Ὁ Ἑλληνισμός εἶναι ἡ ἐθνική πολιτιστική κληρονομία τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, γιά τήν ὁποία εἶναι ὑπερήφανοι, καί τήν ὁποία διατήρησαν μέ τό αἷμα τους ἔναντι πολλῶν τυράννων πού ζητοῦσαν τήν ἐθνική ἀφομοίωσή τους, ὅπως λ.χ. συνέβη μέ τόν πανσλαβισμό καί τά σχετικά γεγονότα, ὅπως εἶναι ὁ Μακεδονικός Ἀγώνας· τήν κληρονομιά αὐτή δέν θά μποροῦσαν νά τή διατηρήσουν χωρίς τή βοήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ ὁποῖος πρωτύτερα εἶχε διασώσει καί τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο πού εἶχε ὁδηγηθεῖ πρό 2000 ἐτῶν σέ τελεία ἠθική παρακμή. Ὁ ἑλληνισμός ὡς γλῶσσα, ὡς φιλαλήθεια, ὡς καλαισθησία, ὡς τέχνη, ὡς καλῶς ἐννοούμενος φιλελευθερισμός, ὡς ἀγωνιστικότητα, διατηρήθηκε, ἀναδείχτηκε καί δυναμώθηκε ἁγιοπνευματικῶς ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὥστε ξένοι θεολόγοι, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ ἐπιφανέστατος Ρῶσος Καθηγητής π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, νά ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι ἀδιανόητη ἡ μύηση στή χριστιανική θεολογία χωρίς ἕνα μυστικό «ἑξελληνισμό» τοῦ μή Ἕλληνος Χριστιανοῦ. Ὁ Βασιλεύς τῆς Νικαίας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (1222-1258), σημαίνων ὀρθόδοξος Θεολόγος, ὁ ὁποῖος συνέγραψε καί τόν Μέγα Παρακλητικό Κανόνα πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, γράφει: «Ἁπασῶν τοίνυν γλωσσῶν τὸ ἑλληνικὸν ὑπέρκειται γένος, θέσει καί εὐκρασίᾳ καί διὰ τοῦτο εὐφυΐᾳ καὶ ἐπιστήμῃ ... Πᾶσα τοίνυν φιλοσοφία καὶ γνῶσις, ἵνα μὴ κατ’ ὄνομα λέγω τὰς ἐπιστήμας, Ἑλλήνων ἢ εὕρεμα ἢ πρὸς τὸ κρεῖττον ἔκ τινος ὂν ὑπάρχει μεταστοιχείωμα καὶ ὁ τὴν πεῖραν ζητῶν τὴν παμφιλόσοφον διερχόμενος μάθοιεν». Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ φιλοσοφία ἀνάγκασε τούς Ἕλληνες νά δεχθοῦν τήν ἀνωτερότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καί νά ὑποτάξουν τή φιλοσοφία στή θεολογία: «Ἑλλήνων γὰρ χριστωνυμούμενον κλέος οὐ σβέννυται. Ἡ γὰρ περὶ τὸ δόγμα τῆς ἑλληνικῆς μεγαλονοίας στερρότης, ἐκεῖνο μᾶλλον ἡμᾶς ἠνάγκασε λέγειν τό θειότερον ἢ τὸ ἰδιοῦν τὴν φιλοσοφίαν αὐτῇ ... Ἔστι μὲν ἐν τοῖς ἐπιστημονικοῖς ἡ φιλοσοφία, ἐν δὲ τοῖς δόγμασιν ἡ θεολογία ...». Κανείς ὅμως ἀπὸ τούς  τότε ἕλληνες μεγάλους θεολόγους δέν θά τολμοῦσε νά ἀμφισβητήσει τήν θεολογική ἀξία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

(ΘΕΟΔΩΡΟΥ Β΄ ΛΑΣΚΑΡΙ, Χριστιανικῆς Θεολογίας λόγος ἕβδομος, 3.7.16.18, ἐκδ. Κρικώνη, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 49, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 138.141.144.145).2.

2. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι ἐναντίον τοῦ τοῦ Σιωνισμοῦ, νοουμένου ὡς ἰμπεριαλισμοῦ, μιᾶς παγκόσμιας δικτατορίας (παν-σιωνισμοῦ), πού ἀποβλέπει στήν παγκόσμια κυριαρχία μιᾶς συγκεκριμένης ὁμάδας Ἑβραίων κεφαλαιοκρατῶν. Δέν εἶναι ἐναντίον τοῦ Σιωνισμοῦ νοουμένου ὡς τοῦ δικαιώματος ὑπάρξεως ἑβραϊκοῦ κράτους. Οἱ Ἰσραηλινοί ἐννοοῦν τό σιωνισμό ὡς πατριωτισμό, γιά τή δημιουργία ἑβραϊκῆς πατρίδας (“Zionist Movement”)· στό ἐξωτερικό, μεταξύ τῶν «ἀντι-σιωνιστῶν», ὁ σιωνισμός εἶναι γνωστός μέ τήν πρώτη του ἔννοια, ὡς ἐπεκτατισμός, καί γι΄ αὐτό καί πολεμεῖται. Ὁ Ὀργανισμός Ἡνωμένων Ἐθνῶν καταδίκασε τόν Σιωνισμό ὡς ρατσισμό τό 1975 (ἀπόφαση 3379), καί ἀνακάλεσε τήν ἀπόφαση αὐτή, ὅταν ἀποσύνδεσε τόν Σιωνισμό ἀπό τόν ρατσισμό τό 1991 (ἀπόφαση 46/86). Οἱ Ἄραβες Μουσουλμᾶνοι εἶναι ἐναντίον τοῦ σιωνισμοῦ καί μέ τή δεύτερή του ἔννοια, λόγῳ δικῶν τους θρησκευτικο-εδαφικῶν διαφορῶν περί τό Τέμενος τοῦ Βράχου καί τήν Παλαιά Πόλη τῶν Ἱεροσολύμων.

3. Δεδομένης τῆς διακρίσεως πού κάναμε παραπάνω, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἐπικρίνει τόν ἰμπεριαλιστικό Σιωνισμό (παν-σιωνισμό), ἀλλά δέν ταυτίζει τίς προθέσεις καί τίς τύχες αὐτοῦ τοῦ σιωνισμοῦ μέ τόν σύνολο ἑβραϊσμό καί τόν ἑβραϊκό λαό· ὁ ἑβραϊσμός διακρίνεται τοῦ παν-σιωνισμοῦ, ὅπως διακρίνεται ἡ Ρωσία ἀπό τό σοβιετισμό, ἡ Γερμανία ἀπό τόν Ναζισμό, ἡ Ἰταλία ἀπό τό φασισμό κ.ο.κ. Στό πλαίσιο αὐτό, ἀγαπητέ ...., οἱ κυριώτεροι ἀντίπαλοι τοῦ ἰμπεριαλιστικοῦ Σιωνισμοῦ (παν-σιωνισμοῦ) ὑπῆρξαν στήν Ἑλλάδα Χριστιανοί, καί μάλιστα κληρικοί. Νά θυμίσουμε μερικά ὀνόματα; Ἀρχιμανδρίτης π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, Μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων (Καρανικόλας), Μητροπολίτης Φλωρίνης Αὐγουστῖνος (Καντιώτης), Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, ὁ κ. Νικόλαος Ψαρουδάκης, ὁ Καθηγητής Κωνσταντῖνος Μουρατίδης καί πολλοί ἄλλοι. Ἡ σχετική γραμματεία εἶναι ἀτέλειωτη. Πῶς μπορεῖ κανείς νά ψεύδεται, ὅπως οἱ δικές σου πηγές, ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδή ἀποδέχεται τήν ἱερά ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, εὐνοεῖ τόν ἰμπεριαλιστικό Σιωνισμό (παν-σιωνισμό);   

4. Πέραν τοῦ θέματος τοῦ σιωνισμοῦ ἡ ἴδια Παλαιά Διαθήκη, ὀρθῶς ἑρμηνευόμενη, εἶναι ἐναντίον τοῦ σημερινοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, καί ὡς παν-σιωνισμοῦ καί ὡς θρησκείας. Διότι ἡ Παλαιά Διαθήκη διακηρύσσει ὅτι ὁ Μωσαϊκός Νόμος ἔχει ἡμερομηνία λήξεως, καί ὅτι θά καταργηθεῖ ἀπό τόν Μεσσία (Δευτερονόμιον 18,15.16), μέ νέα Διαθήκη (Ἱερεμίας 38, 31-36), ὄχι ἀπό τό Σινᾶ, ἀλλά τήν Ἱερουσαλήμ (Ἠσαΐας 2,3), μέ νέα παγκόσμια Θυσία (Μαλαχίας 1,11), καί ἐξάπλωση στά ἔθνη χωρίς διάκριση (Γένεσις 17,5 καί Ὡσηέ 2,25), τά ὁποῖα ὅλα ἐκπληρώθηκαν. Τά ἱερότερα, εὐφυέστερα καί πιό προβεβλημένα πρόσωπα τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ στά χρόνια τοῦ Χριστοῦ ἐγνώριζαν αὐτήν τήν ἀναμενόμενη (ὡς προφητευμένη) κοσμογονική ἀλλαγή καί ἀποδέχτηκαν τόν Χριστό (Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, Γαμαλιήλ ὁ Νομοδιδάσκαλος, Συμεών ὁ Θεοδόχος, Σαῦλος ὁ ἐπικληθείς Παῦλος καί χιλιάδες ἄλλοι). Κανείς ἀπό αὐτούς τούς πνευματικούς Προπάτορες τῶν Χριστιανῶν δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ σιωνιστής, διότι ὅλοι τους, ὡς Χριστιανοί, ἀπέρριψαν βασικές ἀρχές τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ σιωνισμοῦ, ὅτι δηλαδή δῆθεν ὁ Μεσσίας δέν ἦλθε (καί συνεπῶς τόν ἀναμένουν ἀκόμη), ὅτι ὁ Θεός πρέπει νά λατρεύεται μόνο στό Ναό τοῦ  Σολομῶντος (καί συνεπῶς ὁ ναός αὐτός πρέπει νά ξανακτισθεῖ), ὅτι ὁ Μωσαϊκός Νόμος θά μείνει εἰς τόν αἰῶνα καί ὅτι οἱ Ἑβραῖοι θά εἶναι πάντοτε ὁ έκλεκτός λαός τοῦ Θεοῦ, λόγῳ ἐθνοφυλετικῶν κριτηρίων τοῦ Γιαχβέ. Πῶς ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εὐνοεῖ τόν Σιωνισμό καί τόν Ἰουδαϊσμό, ἀγαπητέ φίλε, ἀφοῦ ἀπορρίπτει ὅλα τά παραπάνω στοιχεῖα; Δέν γνωρίζουν οἱ διαστροφεῖς τῆς ἱστορίας καί τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅτι ἡ ἀντι-ιουδαϊκή γραμματεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐξ ἀρχαιότητος τεράστια;

5. Σἐ ἀντίθεση μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οἱ ἑτερόδοξοι, αἱρετικοί, «χριστιανοί» ἔκαναν θεολογικές ὑποχωρήσεις στόν Ἰουδαϊσμό: (1) οἱ μέν παπικοί ἀποδεχόμενοι ὅτι τήν εὐθύνη γιά τή σταύρωση τοῦ Χριστοῦ τήν φέρουν οἱ Ρωμαῖοι, δηλ. ὁ Πιλᾶτος, καί ὄχι τό πλῆθος τῶν Ἰουδαίων (βατικάνειο κείμενο “Nostra Aetate”, 1965, καί βιβλίο τοῦ σημερινοῦ Πάπα “Jesus of Nazareth: Part Two”, 2011), θέση πού ἔρχεται σέ εὐθεῖα ἀντίθεση μέ τά Εὐαγγέλια, καί ὅτι ἴσως καί ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὑπῆρξε μέρος τοῦ θείου σχεδίου καί δέν εὐθύνεται γιά τήν προδοσία τοῦ Θεανθρώπου (Καρδινάλιος Walter Brandmüller, ὑπεύθυνος τῆς Ποντιφηκικῆς Ἑπιτροπῆς γιά τίς Ἱστορικές Ἐπιστῆμες, τό 2006) (2), οἱ δέ Εὐαγγελικοί Προτεστάντες δεχόμενοι, σέ μία ἰσχυρή τους μερίδα, τόν τωρινό Ἰσραἠλ ὡς ἐπίσης ἐκλεκτό λαό μαζί μέ τούς Χριστιανούς, καί δημιουργώντας τό κίνημα τοῦ “Christian Zionism” μέ ἀνάλογους σκοπούς καί μέ ἀποδοχή τῆς μεγάλης πλάνης, ὅτι μετά τήν «ἁρπαγή» (βλ. περί τῆς θεωρίας τῆς «rapture») καί τή Β΄ Παρουσία, ὁ Χριστός θά βασιλεύσει ἐπί γῆς ἐπί χίλια χρόνια ἐπί Ἰουδαίων καί Χριστιανῶν, μέχρι τήν τελική «Γ΄ Παρουσία» (αἵρεση τοῦ χιλιασμοῦ).

6. Ἡ Ἐκκλησία δεχόμενη τήν Παλαιά Διαθήκη ὡς θεόπνευστη, καί καταδικάζοντας ἀπό τήν ἀρχαιότητα ὡς αἱρετικούς «ἀντι-νομιστές» ὅσους δέν δέχονται τή θεοπνευστία τοῦ Νόμου καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, διευκρίνισε ὅτι δέχεται τήν Παλαιά Διαθήκη μέ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δηλαδή ἑρμηνευόμενη ἐν Χριστῷ, ὄχι ἐθνοφυλετικῶς – δηλ. ὄχι μέ αἰώνια ὑπεροχή τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ - καί καταργώντας τις νομικές διατάξεις, τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία ἑρμηνεύει καί δέχεται συμβολικῶς, καί δεχόμενη ὅτι τό πνεῦμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ἀναγκαστικῶς αὐστηρό, λόγῳ νηπιότητος τῶν ἀνθρώπων («οὔπω γάρ ἦν πνεῦμα ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» Κατά Ἰωάννην 7, 39) ἐνῷ τώρα ἄλλαξε, ὄχι ἐπειδή εἶναι ἄλλου Θεοῦ Διαθήκη, ἀλλά ἐπειδή ἄλλαξαν ἐν Χριστῷ οἱ πνευματικές προϋποθέσεις τῆς ἀνθρωπότητος (βλ. τήν ἐπιτίμηση τοῦ Χριστοῦ γιά νά μή ἐφαρμοσθεῖ τό παράδειγμα τοῦ Προφήτη Ἠλία: «οὐκ οἴδατε οἵου Πνεύματός ἐστε ὑμεῖς» Κατά Λουκᾶν 9, 55 ἐνῷ παραλλήλως ὁ Χριστός δέχεται τόν Ἠλία ὡς Προφήτη, Κατὰ Λουκᾶν 4, 25.26). Πῶς μποροῦμε νά ἀποδεχθοῦμε τήν Καινή Διαθήκη καί νά ἀπορρίψουμε τήν Παλαιά, ὅταν ἡ πρώτη (ἡ Καινή) ὑποστηρίζει ἀπόλυτα τό κῦρος τῆς δεύτερης; Δέν εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ὅτι «ἡ σωτηρία [δηλαδὴ ὁ Ἴδιος] ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν;» (Κατά Ἰωάννην 4, 22), καί ὅτι δέν ἦλθε γιά νά καταργήσει τόν Νόμο καί τούς Προφῆτες, ἀλλά νά τούς ἐκπληρώσει, καί ὅτι «ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται» (Κατά Ματθαῖον 5,17.18) λόγοι πού ἀποκλείουν κάθε ὑποψία λάθους στήν Παλαιά Διαθήκη;  

7. Ἡ Ἐκκλησία προτοῦ δημιουργηθεῖ ἡ Καινή Διαθήκη μέ τή συγγραφή καί συνένωση τῶν Εὐαγγελίων, τῶν Ἐπιστολῶν κ.λπ., εἶχε τήν Παλαιά Διαθήκη ὡς μοναδική Ἁγία Γραφή καί ἀνάγνωσμα. Παρά ταῦτα, δέν ἀπορροφήθηκε ἤ συμμάχησε μέ τόν (ἀντί-Χριστο) Ἰουδαϊσμό, γι’ αὐτό καί καταδιώχθηκε ἀπηνῶς, σέ σημεῖο πού νά ἀναφέρουν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί περί τῶν Ἰουδαίων, ὅτι εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι πού «ἀπέκτειναν τόν Κύριον Ἰησοῦν καί τούς δικούς τους Προφῆτες καί ἐμᾶς μᾶς κατεδίωξαν καί στό Θεό δέν ἀρέσουν καί εἶναι ἐνάντιοι σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί μᾶς παρεμποδίζουν νά μιλήσουμε στά ἔθνη γιά νά σωθοῦν καί ἔτσι πάντοτε γεμίζουν τό μέτρο τῶν ἁμαρτιῶν τους· ἀλλά ἔφθασε ἐπάνω τους ἡ ὀργή» Α΄ Θεσσαλονικεῖς 2, 15.16. Ἦταν δυνατόν ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία σέ τέτοιες καταστάσεις ἀντιπαραθέσεως νά υἱοθετήσει τήν Παλαιά Διαθήκη, ἄν πίστευε ὅτι ἡ Π.Δ. προωθεῖ ἕναν (ἀντί-Χριστο) Ἰουδαϊσμό καί παν-σιωνισμό; 

8. Ἐπειδή ἡ Παλαιά Διαθήκη μπορεῖ νά παρερμηνευθεῖ ἄν ἀντιμετωπιστεῖ μακριά ἀπό τό χριστοκεντρικό της σκοπό, μπορεῖ νά βλάψει. Γι αὐτό καί στούς νεοφώτιστους ἠ Ἐκκλησία ἀποτρέπει τήν ἀνάγνωση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρά μόνον ἀφοῦ θά ἔχουν πλήρως γαλουχηθεῖ στήν Καινή (ὅπως ἐξιστορεῖται στά Μοναστικά Γεροντικά), καί γιά τόν ἴδιο λόγο οἱ ἱεραπόστολοι ἅγιοι Κύριλλος καί Μεθόδιος κατά τήν ἱεραποστολή τους τόν 9ο αἰ. στούς ἀπολίτιστους (τότε) Σλάβους δέν μετέφρασαν τά (γεμάτα θαύματα, ἀλλά καί πολέμους) βιβλία τῶν Μακκαβαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

9. Ἡ Παλαιά καί ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένες μεταξύ τους, ὅπως τό δένδρο καί οἱ καρποί. Κι ἐπειδή τό δένδρο «γινώσκεται ἐκ τῶν καρπῶν» (Κατά Ματθαῖον 12,33), γι’  αὐτό γνωρίζουμε ὅτι ἡ παλαιο-διαθηκική εὐσέβεια ἦταν καλή, διότι ἀποσκοποῦσε καί ὁδήγησε στήν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἴδια ἡ Παλαιά Διαθήκη δέν ὑποστηρίζει τή φυλετική ἀξία καί τήν καλοκαγαθία τοῦ ἑβραϊκοῦ ἔθνους· ἀντίθετα παντοῦ τό ἐπικρίνει ὡς σκληροτράχηλο καί ἀνυπότακτο στό Θεό (Ἠσαΐας κεφ. 65). Παρά ταῦτα ξεχωρίζει τούς ἁγίους Προφῆτες, Πατριάρχες καί Δικαίους ἀπό αὐτήν τήν μομφή· ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ στούς Ἑβραίους, δικαιολογεῖται βάσει αὐτῶν τῶν στοιχείων: (α) γιά νά ἐκπληρωθοῦν οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ στούς Προπάτορες (Ἰεζεκιήλ. 36, 22 καί Δανιήλ 3, 34-36) καί τελικῶς (β) γιά νά ἀναδειχθεῖ ἀπό τούς Προπάτορες καί τήν Παναγία Θεοτόκο, ὀ ἀναμενόμενος Χριστός· ἄν δέν εἶχε προστατευθεῖ τό ἑβραϊκό ἔθνος ἀπό τόν ἐθνισμό, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λυτρωτοῦ δέν θά μποροῦσε νά εἶχε γίνει.  

10. Πιθανὴ ἄρνηση τῆς ἀξίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας, ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στά ἑξῆς ὀλέθρια ὀλισθήματα:

10α. Ἄρνηση τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τοῦ ἀλαθήτου τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφ’ ὅσον στήν ἴδια τήν Καινή Διαθήκη ὁ Κύριος καί οἱ μαθητές Του ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους ἀποδέχονται τήν θεοπνευστία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, χωρίς οὐδεμία ὑποψία μερικῆς, τμηματικῆς ἀπόρριψης τῆς Π.Δ., τότε ἄρνηση τῆς ἀξίας τῆς Π.Δ., ὁδηγεῖ σέ ἀμφισβήτηση καί ἄρνηση καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως καί ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας, ὅπου γίνονται παντοῦ ἀναφορές στά γεγονότα καί τίς διδαχές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐν συνόλῳ.

10β. Ἄγνοια τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Ἡ ἀμφισβήτηση τῆς θεοπνευστίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀποσυνδέει τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό ἀπό τό νόημα τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του, πού ἦταν ἡ σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητος, καί δημιουργεῖ σύγχυση γιά τό ποιοί εἴμαστε, πῶς ἤμασταν προπτωτικῶς, καί ποῦ κατευθυνόμαστε, διότι δημιουργεῖ «κενά» στήν κατανόηση τῆς εὐαγγελικῆς ἱστορίας καί τῆς σημασίας τῆς θείας Οἱκονομίας. Ἄν ἀρνηθοῦμε τήν Παλαιά Διαθήκη, σαφῶς κάποιοι θά ἀναζητήσουν τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ (τό σχέδιο τῆς σωτηρίας μας), στόν σύγχρονο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐθνισμό καί στή φρικτή εἰδωλολατρία.

10γ. Ὁ Χριστιανισμός θά θεωρεῖται καινοτομία. Ἄν ἀποσυνδεθεῖ ὁ Χριστιανισμός ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, τότε θεωρεῖται ἕνα καινούργιο, νεωτερικό «σύστημα», μιά ἀκόμη «αἱρετική» καί μονομερής ἑρμηνεία τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ (ὅπως οἱ Σαμαρεῖτες, πού ἐπίσης δέχθηκαν τμηματικά τήν Παλαιά Διαθήκη), ἡ ὁποία θά φαίνεται ἄσχετη μέ τή σύνολη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἕνα ἀκόμη παροδικό φαινόμενο, καί θά παρουσιάζεται νά ἀρνεῖται τήν ἀπ’ ἀρχῆς μέριμνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά τόν κόσμο.

11δ. Παρερμηνεία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἄρνηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί, κατά συνέπεια, καί τῆς χριστοκεντρικῆς κατανοήσεώς της, ἀνοίγει τόν δρόμο στό νά κατανοεῖται καί νά περιβάλλεται τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (ἀπογυμνωμένο ἔτσι ἀπό τήν προφητική περί Αὐτοῦ διδασκαλία) ἀπό διάφορες ποικίλες αἱρετικές καί ἄλλες ὁμάδες (νεο-γνωστικές, οὐφολογικές, θεοσοφιστικές, παγανιστικές) μέ τίς πιό παράδοξες θεωρίες καί πλάνες (π.χ. μαθητεία στό ... Θιβέτ !).

11ε. Παράδοση τῆς προφητικῆς σκυτάλης στόν Ἰουδαϊσμό. Τέλος, ἡ χειρότερη συνέπεια τῆς ἀπορρίψεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καί τῆς ἀποσυνδέσεώς της ἀπό τό θεῖο Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ «ἐπί πάντων Θεοῦ», εἶναι ὅτι ἀνοίγει τόν δρόμο στό νά ἑρμηνευθοῦν οἱ προφητεῖες μέ κέντρο ὄχι τόν ἐλθόντα Μεσσία Ἰησοῦ ἀπό τή Ναζαρέτ, Χριστοκεντρικῶς, ἀλλά μέ βάση τόν ἀναμενόμενο Μεσσία τῶν Ἰουδαίων, καί νά στηριχθεῖ πλήρως ὁ νέος μεσσιανισμός πού θέλει νά ὁδηγήσει στήν κατάργηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καί στήν ἀντίληψη ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, ἀλλά περιμένουμε τόν ἑπόμενο ... Ἀντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικό λάθος εἶναι αὐτό, τήν ἴδια στιγμή πού οἱ παλαιο-διαθηκικές προφητεῖες καθορίζουν μέχρι καί τά ἀκριβῆ ἔτη τῆς δράσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; (ἡ προφητεία τοῦ Δανιήλ (κεφ. 9,22-30) τῶν 70 ἑβδομάδων, δηλ. 490 ἐτῶν, προερχόμενη ἀπὸ τὸ ἔτος 538 π.Χ., διαγράφει τά γεγονότα ἀπὸ τό ἔτος 450 π.Χ. μέχρι τήν ὁλοκλήρωση τοῦ μεσσιακοῦ ἔργου· αὐτή ἐκπληρώνεται μόνο στόν Ἰησοῦ Χριστό).

 Θά καταρρίψουμε οἱ ἴδιοι τήν ἐκπλήρωση τῶν Προφητειῶν στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖες εἶναι πάμπολλες, διεσπαρμένες ἐντός τῆς Π.Δ. ἀνοίγοντας τό δρόμο γιά τήν ἀναμονή ἄλλου Μεσσία;

Βάσει τῶν ἀνωτέρω, ἀγαπητέ φίλε ...., σέ παρακαλοῦμε νά ἐξετάσεις καλύτερα τήν σχετική προβληματική. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διετήρησε τήν Παλαιά Διαθήκη, ὀρθῶς ἑρμηνευόμενη, καί ὅ,τι καλύτερο ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία, ἰδιαίτερα τήν πλουσιότατη γλῶσσα, ἀναγνωρίζοντας ὅτι καί στούς ἀρχαίους φιλοσόφους ὑπῆρχε ἡ ἀγαθή πρόθεση τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, μολονότι δέν ἐπέτυχαν τό ποθούμενο. Ἡ ἴδια ἡ ἀρχαιο-ελληνική παράδοση δέν ἦταν «ἑλληνολατρικά» κλειστή σέ ὅ,τι θεωροῦσε καλό, καί ἔτσι ἀποδέχτηκε ἀκόμη καί ξένες θεότητες, ὅπως τόν Μίθρα καί τήν Κυβέλη, μέχρι πού ἀνακάλυψε τήν Ἀλήθεια, τόν Χριστό. Στούς Ἕλληνες ὁ Χριστός βρῆκε αὐτό πού δέν βρῆκε στούς Ἑβραίους, ἕναν ἐκλεκτό λαό, ἀλλά ὄχι ἀποκλειστικό, κλεισμένο στόν ἑαυτό του καί γιά τόν ἑαυτό του, καί γι αὐτό μεγαλούργησε στήν ἀλλαγή τοῦ κόσμου· κανείς, ἐκτός ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες στήν οἰκουμενική τους διάσταση, ὡς Ὀρθοδόξων «Ρωμηῶν», δέν κατόρθωσε νά συντηρήσει αὐτοκρατορία 11 αἰώνων καί πνευματικό πολιτισμό μέ προεκτάσεις αἰώνιες καί ἀδιάφθορες.

Δύο τελευταῖες ἀφορμές προβληματισμοῦ θέτουμε: 

(1) Ὑπάρχουν  μυστικές ἑταιρεῖες καί θρησκεῖες, καταδικασμένες ἀπό τήν Ἐκκλησία, οἱ ὁποῖες εἶναι γεμάτες ἀπό σύμβολα, ὁρολογία, προσευχές, τελετές καί ἱερά (π.χ. «Ναό τοῦ Σολομῶντος») ἐξ ὁλοκλήρου μεταφερμένα ἀπό τόν ἰουδαϊσμό ἤ τήν ἑβραϊκή μαγεία, τήν «καββαλά», καί οἱ ὁποῖες θρησκεῖες κατευθύνονται ἐν πολλοῖς ἀπό τή λογική τῆς δημιουργίας μιᾶς παγκόσμιας ἀπολυταρχίας. Γιατί κανείς δέν στρέφεται ἐναντίον τους, ἀλλά τή λάσπη περί «σιωνισμοῦ» τή δέχεται ἀδίκως μόνον ἡ Ἐκκλησία; Γιατί; 

 (2) Σχεδόν ἅπαντες ὅσοι ἔχουν ἀσχοληθεῖ, γνωρίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας ἀνέδειξε καί περιφύλαξε τόν ἑλληνισμό, ὅπως λ.χ. τή γλῶσσα, ἀλλά μερικοί ἐνοχλοῦνται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι «πιό ἑλληνική, ἀπαλλαγμένη ἀπό ἑβραϊκά στοιχεῖα καί τελετουργικά». Μήπως ἐδῶ εὐρίσκεται κάποιος παράξενος ἐθνοκεντρισμός μεταφυσικῶν προεκτάσεων, περί φυλετικῆς ἀνωτερότητος καί θεϊκῆς, ὑπερφυσικῆς καταγωγῆς τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς καί γλώσσας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνάλογος ἐκείνης τῆς θωρίας περί «ἐκλεκτοῦ λαοῦ» τήν ὁποία θέλει νά πολεμήσει;

Μέ ἀγάπη Χριστοῦ,

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου




Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης