Bertrand Russell - Αθεϊστική παιδεία, η απάνθρωπος, και το νέο Παγκόσμιο Κράτος


Αναφορά στον αποδομητή Μπέρτραντ Ράσσελ (B. Russell)

«Αυτοί που εξουσιάζουν τα έθνη ονομάζονται ευεργέτες τους·
όμως σ’ εσάς να μή είναι έτσι»  (Λουκ. 22,25ε.)

Ακολουθούν: (Α) Εισαγωγή και σχόλια, (Β) λίγα στοιχεία περί του Bertrand Russell, βιογραφικά κ.α. και (Γ) αποσπάσματα έργων του ενδεικτικά της προσχεδιασμένης αριστεριστικής αποδομήσεως προς μια Νέα Τάξη Πραγμάτων, σχετικώς με (Γ1) την εκπαίδευση του μελλοντικού πολίτη, το διεθνισμό, και το σοβιετισμό ως πείραμα του Παγκοσμίου Κράτους, (Γ2) τον καλλιεργούμενο αγνωστικισμό-αθεΐα και ηθικό σχετικισμό, (Γ3) τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και την πορνογραφία, (Γ4) την κατάργηση των δογμάτων των εκκλησιών, (Γ5) τη διανομή της εκκλησιαστικής περιουσίας (Γ6) την περιστολή της κληρικής μισθοδοσίας ώστε να γίνει η Εκκλησία πιο προσαρμοστική στο πνεύμα της εποχής, (Γ7) την αποτέφρωση των νεκρών και (Γ8) την καταστροφή της πατριαρχικής οικογενείας με την αντικατάσταση των γονέων από το κράτος· σχετικώς και με την ευγονική, τη μείωση του παγκοσμίου πληθυσμού και τη μισθοδοτούμενη μητρότητα.

Προκύπτει ότι «παραδόξως» πριν από πολλές δεκαετίες κάποιοι σκεπτόμενοι «πριν από μας για μας», αποφαίνονταν και αποφάσιζαν για τα δόγματα της Εκκλησίας μας, τα ήθη και την εκπαίδευση των παιδιών μας, την πληρωμή του εφημερίου μας, την περιουσία της Ενορίας μας, την εξάπλωση της πορνογραφίας, τη δημιουργία ενός απολυταρχικού Παγκοσμίου Κράτους, τη διάλυση της οικογενείας  και πολλά άλλα χείριστα.

Η έλευση της Νέας Εποχής και Νέας Τάξεως Πραγμάτων, με την αποδόμηση της παραδοσιακής κοινωνίας των σταθερών κι ευεργετικών θεσμών χιλιετιών, αποδεικνύεται ότι δεν είναι φυσιολογική και αβίαστη, αλλ’ επιμελώς σχεδιασμένη και μεθοδευμένη!

Α.

Εισαγωγή

Στο άρθρο μας αυτό, παρουσιάζουμε ακροθιγώς επιλεγμένα στοιχεία, μερικά ελαχίστως προβαλλόμενα, που καθιστούν ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα την πολιτική σκέψη και το κοινωνικό όραμα του μεγάλου αθέου φιλοσόφου Μπέρτραντ Ράσσελ (Bertrand Russell), όραμα που βρίσκει την απόλυτη ταυτότητά του και εκπλήρωση στα σχέδια της Νέας Παγκοσμίου Τάξεως Πραγμάτων για τη νέα κοινωνία που αυτή θέλει να διαμορφώσει.

Προκαλεί, λόγου χάριν, αποτροπαιασμό η δικαιολόγηση εκ μέρους του Ράσσελ της εξοντώσεως όσων εκπαιδευομένων πολιτών θα μπορούσαν να αποτελέσουν απειλή για το μελλοντικό Παγκόσμιο Κράτος (βλ. παράγραφο Γ1ιβ του παρόντος). Και μολονότι ως διήκουσα γραμμή της σκέψεως του Ράσσελ προβάλλεται συνήθως η πρόταξη της ελευθερίας και της πρωτοβουλίας του μαθητή έναντι των εκπαιδευτικών επιδιώξεων του Κράτους, όμως ο Ράσσελ προχώρησε αφ’ ενός στη διαπίστωση ότι η παιδεία του ατόμου-προσώπου (individual) δεν μπορεί να ταυτίζεται με την παιδεία του πολίτη (citizen), αφ’ ετέρου δε και περαιτέρω στην ανάγκη, όπως προεγράφη, της πρώιμης φυσικής εξοντώσεως όσων ιδιοφυϊών θα απειλούσαν το Παγκόσμιο Κράτος.

Προκύπτει σαφώς εκ των γραφομένων, ότι, ενώ η εκπαιδευτική φιλοσοφία του Ράσσελ προέκρινε την πρωτοβουλία και την ελευθερία των μαθητών, όταν επρόκειτο να αποδομήσει τη «συντηρητική» εθνοκεντρική και χριστιανική παιδεία του δυτικού κόσμου, παρά ταύτα προέτασσε άλλους μηχανισμούς λειτουργίας για τη νέα επιστημονική κοινωνία του - κατά Ράσσελ ιδανικού (μάλλον δε δυστοπικού) - Παγκοσμίου Κράτους, όταν η τεχνολογία του υπερ-ανθρώπου της νέας εποχής θα έχει υποκαταστήσει τις συντηρητικές κατευθύνσεις της παλαιάς παιδείας [1].

Χωρίς αμφιβολία ο κυνισμός με τον οποίον ο Russell αναπτύσσει τα σχέδια για την εκπαίδευση στο μελλοντικό αυτό Κράτος, της Νέας Παγκοσμίου Τάξεως Πραγμάτων, κυνισμός χαρακτηριστικός του αριστερού αθεϊσμού (όπως αυτός εκδηλώθηκε par excellence στη σταλινική Ρωσσία, τη μαοϊκή - ακόμη και σήμερα  - Κίνα και την Καμπότζη των Ερυθρών Χμέρ) αποδεικνύει όσα έγραψε ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς για την ουσιαστική, “από πυρήνος”,  απανθρωπία του ανθρωποκεντρισμού-ουμανισμού.

«Δια τον ευρωπαϊκόν δαρβινοφαουστικόν άνθρωπον το κύριον εις την ζωήν είναι η αυτοσυντήρησις. Δια τον άνθρωπον του Χριστού η αυτοθυσία. Ο πρώτος λέγει: θυσίαζε τον άλλον χάριν του εαυτού σου! ο δε δεύτερος: θυσίαζε εαυτόν χάριν των άλλων! ... Εκτός του Θεανθρώπου δεν υπάρχει άνθρωπος, αλλά πάντοτε υπάνθρωπος ή ημιάνθρωπος ή μη άνθρωπος. Εδώ πρέπει να προστεθή και η εξής αλήθεια: άνευ του Θεανθρώπου ο άνθρωπος είναι πάντοτε δούλος του θανάτου, δούλος της αμαρτίας, δούλος του διαβόλου... Εν τελευταία αναλύσει, όλοι οι ουμανισμοί φονεύουν τον αμαρτωλόν λόγω της αμαρτίας, εξοντώνουν τον άνθρωπον μαζί με την αμαρτίαν. Διότι δεν θέλουν τον Θεάνθρωπον, ο Οποίος είναι η μόνη σωτηρία του ανθρώπου και από την αμαρτίαν, και από τον θάνατον, και από τον διάβολον. Εκείνος που δεν είναι υπέρ του Θεανθρώπου είναι ως εκ τούτου κατά του ανθρώπου και είναι ως εκ τούτου δολοφόνος του ανθρώπου. Και ακόμη είναι ως εκ τούτου και αυτόχειρ. Διότι αφήνει τον άνθρωπον εις την πλήρη εξουσίαν της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, εκ των οποίων μόνον ο Θεάνθρωπος δύναται να τον σώση και κανείς άλλος υπό τον ουρανόν» [2].

Τα αποσπάσματα έργων του Ράσσελ που παραθέτουμε αποδεικνύουν γενικώς (βάσει όσων έως τώρα έχουν έλθει στο φως) πόση επίδραση ασκήθηκε από τη σκέψη του στους παράγοντες αποφάσεων της παγκοσμίου σκηνής τις τελευταίες δεκαετίες ή μάλλον πόσον ο ίδιος ήταν φερέφωνο και «πολλαπλασιαστής γνώμης» των παραγόντων αυτών. Όπως πρωτύτερα το φουτουριστικό έργο του Aldous Huxley, «Brave New World» (1931), υπήρξε - κατά την ομολογία του ιδίου του Χάξλεϋ (σε ομιλία του στο University of California, Berkeley, 1962) - το σχέδιο για μια μελλοντική παγκόσμια κοινωνία απολυταρχικής δομής, έτσι και οι γραμμές της αθεϊστικής φιλοσοφικής σκέψεως του Ράσσελ – πανομοιότυπες ενίοτε με του Χάξλεϋ, κατά την ομολογία του Ράσσελ [3] - διαμόρφωσαν πολλές από τις εξελίξεις που βλέπουμε σήμερα. Όπως άλλωστε και ο Χάξλεϋ, ο Ράσσελ στα έργα του είναι περισσότερο περιγραφικός της μελλούσης καταστάσεως, παρά δεοντολογεί (ώστε να τηρούνται και τα προσχήματα ... ).

Είναι προφανές εκ τούτων ότι ο αθεϊσμός της αριστεράς στα έσχατα θα ενωθεί με το δυτικό καπιταλιστικό κρυπτο-αθεϊσμό για τη δημιουργία ενός αντιχρίστου ουμανιστικού επιγείου - “hier und jetzt” - παραδείσου της υποτεταγμένης πλειοψηφίας και κυρίως, βέβαια, της κυβερνώσης «διανοητικής ολιγαρχίας». Ο Ράσσελ, φυσικά, σκόπευε να είναι με το μέρος των ολίγων κυβερνώντων διανοουμένων, ως διανοούμενος.

Η ζωή του άλλως ιδιοφυούς Ράσσελ υπήρξε άστατη υπό τα πάθη, δεν ήταν όμως παράδοξο τούτο για ένα άνθρωπο με τις αρχές ζωής που θα δούμε εκτιθέμενες παρακάτω, στον οποίον αρμόζει το αγιογραφικόν «υπόσχεται σ’ αυτούς την ελευθερία, ενώ ο ίδιος είναι δούλος της φθοράς» [4].

Β.

Ολίγα στοιχεία για τον Bertrand Russell

Ο αριστοκρατικής καταγωγής Ουαλλός φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσσελ (1882-1970), γνωστός μαθηματικός, ιστορικός, κοινωνικός κριτικός, συγγραφεύς, διανοούμενος και εισηγητής της αναλυτικής φιλοσοφίας (μαζί με τον Gottlob Frege, τον Ludwig Wittgenstein και τον George Edward Moore), υπερασπιστής του λογικισμού (ή λογικοκρατίας, logicism) και του ουδετέρου μονισμού (της απόψεως ότι ο κόσμος αποτελείται από ένα μόνον είδος ουσίας που δεν είναι ούτε αποκλειστικώς πνευματική ούτε αποκλειστικώς φυσική) υπήρξε πρόσωπο με πολύ μεγάλη επίδραση στην παγκόσμια ουμανιστική σκέψη. Αποδέκτης του Order of Merit το 1949 και του Νόμπελ Φιλολογίας το 1950, χάρις στον ουμανισμό του και την «υποστήριξη της ελευθερίας της σκέψεως», προβλήθηκε ως ενεργός υπέρμαχος του ελευθέρου εμπορίου, πολέμιος του ιμπεριαλισμού, των πυρηνικών εξοπλισμών, γενικώς ειπείν ως πασιφιστής και επώνυμος αριστερός «προοδευτικός» διανοούμενος.

Η προσωρινή στα τέλη του 19ου αι. ένταξή του στη νεοϊδρυθείσα «Φαβιανή Εταιρεία» (The Fabian Society), μια ομάδα προσωπικοτήτων με αριστερή ιδεολογία μετριοπαθών τάσεων, η οποία υπήρξε πρόδρομος του βρεττανικού Εργατικού Κόμματος (Labour Party), έφερε το Ράσσελ σε ένωση ιδεών και προσπαθειών με σημαίνοντα μέλη της σοσιαλιστικής ιντελιγκέντσια και όχι μόνον· μερικοί εξ αυτών είναι οι συγγραφείς George Bernard Shaw, οπαδός μεταξύ άλλων της φοβεράς «ευγονικής» (eugenics) και συνεκδότης του περιοδικού “The New Age” (από το 1907), και Herbert George Wells, θιασώτης ενός παγκοσμίου κράτους - όπως άλλωστε κι ο Ράσσελ - επίσης η φεμινιστικών τάσεων συγγραφεύς Virginia Woolf, η φεμινίστρια και δεύτερη ηγέτιδα της παγκοσμιοποιητικής Θεοσοφικής Εταιρείας Annie Besant, συνιδρύτρια δε και πολλών τεκτονικών στοών της μεικτής Μασονικής Στοάς «Le Droit Humain» («Το ανθρώπινο δίκαιο»), η Emmeline Pankhurst, επίσης ενεργητική “σουφραζέτα”  φεμινίστρια, κ.α. Μια επίσκεψη του Ράσσελ πάντως στη μπολσεβικική Ρωσσία του Λένιν το 1920 μετρίασε κάπως τον ενθουσιασμό του υπέρ του «υπαρκτού σοσιαλισμού-κομμουνισμού» ως απολυταρχισμού, χωρίς όμως ποτέ να εγκαταλείψει τελείως τις αριστερές και φιλο-σοβιετικές του ιδέες.

(Επισημαίνουμε εδώ, απλώς, τις επίσης παγκοσμιοποιητικές επιδιώξεις της Θεοσοφικής Εταιρείας, της «μήτρας» της New Aquarian Age, η οποία υφαίνει το θρησκευτικό μέρος της Νέας Τάξεως Πραγμάτων.)

Ο ριζοσπαστισμός του Ράσσελ σε θέματα θεωρίας της ηθικής έγινε αφορμή να διωχθεί από το τότε παραδοσιακό περιβάλλον. Το βιβλίο του «Γάμος και Ήθη» (Marriage and Morals, 1929) προπαγάνδιζε την αποσύνδεση των γενετησίων σχέσεων από την τεκνογονία, χάρις στην εφεύρεση της αντισυλλήψεως και στην υπέρβαση της «βικτωριανής ηθικής»· επειδή δε κύριος σκοπός της οικογενείας είναι – κατά τον Ράσσσελ - η ευζωΐα των παιδιών, θεωρούσε ότι ο άνδρας και η γυναίκα πρέπει να θεωρούνται ολοληρωμένο ζεύγος μόνον εάν υπάρχει προοπτική τεκνογονίας (ένα πρώιμο «σύμφωνο ελευθέρας συμβιώσεως») [5]. Οι θέσεις του αυτές του εκόστισαν το διορισμό του ως Καθηγητού στο City College of New York δέκα χρόνια αργότερα.

Tό 1945 με το έργο του «Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας» που έγινε best seller, έγινε παγκοσμίως γνωστός και εξασφάλισε οικονομική άνεση μέχρι το θάνατό του. Το 1943 ο μέχρι τότε ακλινής πασιφισμός του έλαβε την ηπιότερη μορφή του “Relative Political Pacifism”, σύμφωνα με τον οποίον ο πόλεμος είναι κακός, αλλά μικρότερο κακό από την επικράτηση του απολυταρχισμού του Hitler. Το 1963 ο Ράσσελ ήταν ο πρώτος που έλαβε το «Βραβείο των Ιεροσολύμων για την Ελευθερία του Ατόμου στην Κοινωνία» (“Jerusalem Prize for the Freedom of the Individual in Society”).

(Είναι βεβαίως τραγική ειρωνία και εμπαιγμός το ποιοί βραβεύονται και με ποιό πρόσχημα. Προφανώς το βραβείο αυτό δεν επιβράβευε την ελευθερία εκείνων των ευφυών νέων που θα ήταν φιλόδημοι και αντι-κομφορμιστές, αλλά των - ως ο Ράσσελ - υποτεταγμένων ελιτιστών, σύμφωνα με όσα θα παραθέσουμε παρακάτω περί της μελλοντικής εκπαιδεύσεως του Παγκοσμίου Κράτους, §Γ1.)

Το συχνότερα αναφερόμενο και χρησιμοποιούμενο στοιχείο της υπάρξεως του Ράσσελ ήταν και είναι ο αθεϊσμός του· γράφει χαρακτηριστικώς μεταξύ πολλών άλλων και με τη χαρακτηριστική των αθέων προχειρότητα [6] φιλοσοφικής προσεγγίσεως· «Θα προσκαλούσα οποιονδήποτε χριστιανό να με συνοδεύσει στις πτέρυγες παίδων οποιουδήποτε νοσοκομείου για να δεί τον πόνο που υπάρχει εκεί και τότε να συνεχίσει να στηρίζει τη θέση του, ότι αυτά τα παιδιά είναι τόσο ηθικώς εγκαταλελειμμένα που αξίζουν αυτά που υποφέρουν. Για να πεί ένας άνθρωπος κάτι τέτοιο θα πρέπει να έχει καταστρέψει μέσα του κάθε συναίσθημα ελέους και συμπόνοιας. Πρέπει, εν συντομία, να γίνει τόσο κακός, όσο ο Θεός στον οποίον πιστεύει. Κανένας που πιστεύει ότι αξίζει να υπάρχει αυτή η οδύνη στον κόσμο δεν μπορεί να κρατήσει τις ηθικές του αξίες αλώβητες αφού πάντα θα πρέπει να βρίσκει δικαιολογίες για τον πόνο και τη δυστυχία» [7].

(Βεβαίως, ο Ράσσελ, επειδή ανάλωσε τη ζωή του στη ... διακονία των αρρώστων στα νοσοκομεία, αντίθετα με πολλούς ... Χριστιανούς, δεν είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι τα νοσοκομεία ιδρύθηκαν πρώτη φορά σε χριστιανικά κράτη, σε αντίθεση με τον Καιάδα· όσον αφορά στην ηθική απαξία των παιδιών από θεολογικής απόψεως, μάλλον ο Ράσσελ είχε συμβουλευθεί είτε τον Καλβίνο είτε τον μέγα ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκι).

Σύμφωνα με την πρόσφατα επικρατούσα άποψη των ερευνητών, η θρησκευτικο-φιλοσοφική σκέψη του Ράσσελ ξεκίνησε ως πλατωνική - θεϊστική και εξελίχθηκε σε δεϊστική με κατάληξη τον αγνωστικισμό και την αθεΐα [8]. Ο Bertrand Russell OM συνέγραψε περί τά 70 βιβλία, υπέρ τις 30,000 επιστολές. Τα αναρίθμητα άλλα μικρότερα κείμενά του (άρθρα, φυλλάδια κ.ά.)  εκδίδονται από το 1983 από το McMaster University ("The Collected Papers of Bertrand Russell"), έχουν δε ήδη φθάσει τους 16 τόμους.

Ο Μπέρτραντ Ράσσελ απέθανε, αλλά δεν ετάφη, το 1970. Δεν υπήρξε, βεβαίως, κατά τη διαθήκη του, καμμία θρησκευτική τελετή  στην καύση του νεκρού του. Η στάχτη του διεσκορπίσθη παρά τα βουνά της Ουαλλίας αργότερα το ίδιο έτος.

Γ.

Αποσπάσματα έργων του Ράσσελ

Πολλά από τα ενδιαφέροντα χωρία του Ράσσελ, πέραν της αρχικής προ καιρού επισημάνσεώς τους, εντοπίσαμε χάρις στις ιστοσελίδες α.α. 1-3 που παρατίθενται στο τέλος προ των σημειώσεων τέλους. Ψηφιακή μορφή μερικών εκ των βιβλίων του μπορεί κάποιος να βρει σε ψηφιακές βιβλιοθήκες (βλ. λ.χ. τις 4-5) . Επίσης, σε ιστοσελίδες αθεϊστικού περιεχομένου ή υποστηρικτικές του Ράσσελ, εντοπίσαμε πολλά χωρία έργων του, αλλά συχνά με ελλιπείς παραπομπές, τις οποίες όμως εντοπίσαμε.

Θέλουμε να πληροφορήσουμε τον αναγώστη, ότι λόγοι πολλοί μάς παρεμπόδισαν από μια εκτενέστερη έρευνα και «αλιεία» των τρομερών απόψεων που ο Μπέρτραντ Ράσσελ διαβίβασε στο ευρύ κοινό και, ακόμη χειρότερα, στους επιστήμονες και τους άρχοντες, απόψεις που - κι από μια πρόχειρη μόνο ματιά - είναι απίστευτα «προφητικές» της τωρινής και της σχεδιαζομένης - από τη διεθνή Νέα Τάξη Πραγμάτων - μελλοντικής καταστάσεως και φοβερά απροκάλυπτες στις διατυπώσεις τους. Ελπίζουμε ότι το παρόν δείγμα αρκεί για να κατανοήσει κανείς ποιοί κύκλοι και ποιές προοπτικές κρύπτονται όπισθεν των σκοτεινών σημερινών εξελίξεων. Τα εδώ αποσπάσματα, δεν είναι τα χειρότερα από αυτά που διήλθαμε, αλλά καθώς νομίζουμε, πολύ αντιπροσωπευτικά και συμπυκνωμένα σε νοήματα.

Γ1.

Περί του μελλοντικού Παγκοσμίου Κράτους, της εν αυτώ εκπαιδεύσεως,
 του διεθνισμού, αντι-πατριωτισμού και φιλο-σοβιετισμού

Γ1α. «Τα πλεονεκτήματα που μπορούν να συλλεγούν από ένα οργανωμένο Παγκόσμιο Κράτος είναι σπουδαία και προφανή. Θα υπάρξει εν πρώτοις ασφάλεια εναντίον του πολέμου και αποφυγή του συνόλου σχεδόν της προσπαθείας και των εξόδων που τώρα αφιερώνονται σε ανταγωνιστικούς εξοπλισμούς: θα υπάρχει, κάποιος πρέπει να υποθέσει, μια μόνη υψηλά αποδοτική πολεμική μηχανή, που θα απασχολεί κυρίως αεροπλάνα και χημικές μεθόδους πολέμου, που θα είναι πολύ εμφανώς ακαταμάχητη, και γι’ αυτό το λόγο δεν θα συναντά αντίσταση» [9].

Γ1β. «Σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις, θα είναι ένας κόσμος, όπου θα είναι αδύνατη μια επιτυχής επανάσταση. Μολονότι, φυσικά, σποραδικές δολοφονίες θα είναι ακόμη δυνατόν να λαμβάνουν χώρα, όμως η συγκέντρωση όλων των σημαντικών όπλων στα χέρια των νικητών θα τούς κάνει ακατανίκητους και για το λόγο αυτό θα υπάρξει ασφαλής ειρήνη. Ακόμη κι αν το κυρίαρχο έθνος είναι εντελώς άμοιρο αλτρουϊσμού, οι ηγετικοί κάτοικοί του, τουλάχιστον, θα επιτύχουν ένα πολύ υψηλό επίπεδο υλικής ανέσεως, και θα είναι απελευθερωμένοι από την τυραννία του φόβου. Είναι πιθανόν, ως εκ τούτου, να γίνουν σταδιακώς πιο καλόβολοι και λιγότερο επιρρεπείς στη δίωξη. Σαν τους Ρωμαίους, πρόκειται, με την πάροδο του χρόνου, να επεκτείνουν την υπηκοότητα στους ηττημένους. Τότε θα υπάρξει ένα αληθές Παγκόσμιο Κράτος, και θα καταστή δυνατόν να λησμονηθεί ότι θα οφείλεται η απαρχή του στην κατάκτηση. Ποιός από εμάς, κατά τη διάρκεια της εξουσίας του Λλόϋδ Τζώρτζ, ένιωσε εξευτελισμένος από την αντίθεση με τις μέρες του Εδουάρδου Α΄; Μια παγκόσμια αυτοκρατορία είτε των Η.Π.Α. είτε της Ε.Σ.Σ.Δ. είναι γι’ αυτό το λόγο προτιμητέα από τα αποτελέσματα της συνέχισης της παρούσης διεθνούς αναρχίας» [10].

Γ1γ. «Αν πρόκειται να δικαιώσουμε μια οποιαδήποτε συγκεκριμένη μορφή ατομικής ελευθερίας στην επιστημονική κοινωνία του μέλλοντος, θα πρέπει να το κάνουμε επί της βάσεως ότι αυτή η συγκεκριμένη μορφή ελευθερίας είναι για το καλό της κοινωνίας ως συνόλου, αλλά όχι στις περισσότερες περιπτώσεις επί της βάσεως ότι οι σχετικές ενέργειες δεν επηρεάζουν κανένα εκτός από αυτόν που τις ενεργεί» [11].

Γ1δ. «Πρέπει, νομίζω, να γίνει παραδεκτό, ότι ένα συγκεκριμένο ποσοστό άμισθης προπαγάνδας είναι αναγκαίο για μια ελάχιστη κοινωνική συνοχή. Ενώ μπορεί να υπάρξουν περιστάσεις όταν η παράβαση του νόμου είναι καθήκον, είναι όμως λίγες, και από γενικής απόψεως ο σεβασμός για το νόμο είναι επιθυμητός. Αν πρόκειται ποτέ να αποφευχθούν οι πόλεμοι, θα πρέπει να υπάρξει ένας διεθνής μηχανισμός που να επιλύει τις διαμάχες, και θα είναι αναγκαίο να διδαχθεί ο σεβασμός για τον οργανισμό που θα κάνει τις επιλύσεις» [12].

Γ1ε. «Νομίζω ότι το θέμα που θα είναι μεγίστης σημασίας πολιτικώς είναι το της ψυχολογίας της μάζας [...] Η σημασία του έχει μεγεθυνθεί σε τεράστιο βαθμό από την ανάπτυξη των συγχρόνων μεθόδων της προπαγάνδας.  Από αυτές εκείνη με τη μεγαλύτερη επίδραση είναι αυτή που ονομάζουμε “εκπαίδευση”. Η θρησκεία παίζει κάποιο ρόλο, αλλά που διαρκώς σμικρύνεται· ο τύπος, ο κινηματογράφος και το ραδιόφωνο παίζουν ένα αυξανόμενο ρόλο [...] Μπορεί να ελπίζει κανείς ότι με την πάροδο του χρόνου θα μπορεί οποιοσδήποτε να πείσει οποιονδήποτε για ο,τιδήποτε, αν μπορεί να πιάσει τον ασθενή σε νεαρή ηλικία και αν του παρέχει το Κράτος χρήματα και εξοπλισμό [...] Σύντομα θα εξαχθούν διάφορα συμπεράσματα. Πρώτον, ότι η επίδραση της οικογενείας είναι παρακωλυτική. Δεύτερον, ότι δεν μπορούν να γίνουν πολλά, αν δεν αρχίσει η πολιτική κατήχηση προ της ηλικίας των δέκα ετών. Τρίτον, ότι στίχοι που επενδύονται με μουσική και επανειλημμένως μελωδούνται είναι πολύ αποτελεσματικοί. Tέταρτον, ότι η άποψη πως το χιόνι είναι λευκό, πρέπει να πιστευθεί ότι δείχνει μια νοσηρή προτίμηση για εκκεντρικότητα. Αλλά περιμένω. Είναι οι μελλοντικοί επιστήμονες που θα κάνουν αυτά τα αξιώματα ακριβή και θα ανακαλύψουν ακριβώς πόσο κοστίζει κατά κεφαλήν το να κάνει κάποιος τα παιδιά να πιστεύσουν ότι το χιόνι είναι μαύρο, και πόσο λιγότερο θα κόστιζε να τα κάνουμε να πιστεύσουν ότι είναι σκούρο γκρί» [13].

Γ1στ. «Αν και η επιστήμη αυτή θα μελετηθεί με επιμέλεια, όμως θα περιορισθεί άκαμπτα στην κυβερνώσα τάξη. Στο πλήθος δεν θα επιτραπεί να μάθει το πώς παράχθηκαν οι πεποιθήσεις του. Όταν η τεχνική θα έχει τελειοποιηθεί, κάθε κυβέρνηση που θα έχει την ευθύνη της εκπαιδεύσεως για μια γενεά, θα είναι σε θέση να ελέγχει τους υποκειμένους της με ασφάλεια, άνευ της ανάγκης στρατών ή αστυνομικών» [14].

Γ1ζ. «Οι επιστημονικές κοινωνίες είναι ακόμη στη βρεφική τους ηλικία [...] Πρέπει να αναμένεται ότι οι πρόοδοι στη φυσιολογία και την ψυχολογία θα δώσουν στις κυβερνήσεις πολύ περισσότερο έλεγχο επί της διανοήσεως του ατόμου, απ’ όσον έχουν τώρα στις απολυταρχικές χώρες. Ο Φίχτε το κατέγραψε καθαρά, ότι η εκπαίδευση θα έπρεπε να στοχεύει στην καταστροφή της ελευθέρας βουλήσεως, ούτως ώστε, αφού οι μαθητές θα έχουν τελειώσει το σχολείο, να είναι ανίκανοι για το υπόλοιπο της ζωής τους να σκεφθούν ή να ενεργήσουν διαφορετικά απ’ ό,τι θα επιθυμούσαν οι Σχολάρχες τους» [15].

Γ1η. «Η διατροφή, οι ενέσεις και οι αποτροπές θα συνδυαστούν, από πολύ νεαρή ηλικία, για να παραγάγουν το είδος του χαρακτήρος και το είδος των φρονημάτων που οι αρχές θεωρούν επιθυμητό, και οποιαδήποτε κριτική των εξουσιών που θα υπάρχουν θα γίνει ψυχολογικώς αδύνατη» [16].

Γ1θ. «Βαθμιαίως, μέσω επιλεκτικής αναπαραγωγής, οι εγγενείς διαφορές μεταξύ αρχόντων και αρχομένων θα αυξάνονται, έως ότου γίνουν σχεδόν διαφορετικά είδη. Μια επανάσταση των “πληβείων” θα καταντούσε τόσο αδιανόητη, όσο μια οργανωμένη ανταρσία των προβάτων κατά της πρακτικής της καταναλώσεως πρόβειου κρέατος» [17].

Γ1ι. «Με παρόμοιο τρόπο οι επιστημονικοί άρχοντες θα παρέχουν ένα άλλο είδος εκπαιδεύσεως για συνήθεις άνδρες και γυναίκες και άλλο είδος για αυτούς που πρόκειται να γίνουν κάτοχοι επιστημονικής  εξουσίας. Οι συνήθεις άνδρες και γυναίκες θα αναμένεται να είναι πειθήνιοι, εργατικοί, ακριβείς στα ωράρια, χωρίς πολλή περίσκεψη και συμβιβασμένοι. Από αυτά τα προσόντα, πιθανώς θα θεωρείται ως πιο σημαντική η συμβιβαστικότητα. Για  τη δημιουργία της θα ενταχθούν στο παιχνίδι  όλοι οι ερευνητές της ψυχαναλύσεως, του μπιχεβιορισμού και της βιοχημείας [...] Σχεδόν όλα θα είναι αγόρια και κορίτσια φυσιολογικά, χαρούμενα, υγιή. Η διατροφή τους δεν θα αφήνεται στα καπρίτσια των γονέων, αλλά θα είναι εκείνη που θα συνιστάται από τους καλύτερους βιοχημικούς. Θα ξοδεύουν πολύ χρόνο σε ανοικτό χώρο, και δεν θα τους δίδεται περισσότερη ανάγνωση βιβλίων, απ’ όση θα τους είναι απολύτως αναγκαία. Πάνω σε ιδιοσυγκρασία έτσι διαμορφωμένη, το να είναι πειθήνιοι θα επιβάλλεται με τις μεθόδους του «λοχία των ασκήσεων», ή ίσως με τις πιο απαλές μεθόδους που εφαρμόζονται πάνω στους Προσκόπους.  Όλα τα αγόρια και τα κορίτσια θα μαθαίνουν από  πρώιμη ηλικία να είναι αυτό που ονομάζεται «συνεργάσιμα», δηλαδή να κάνουν ακριβώς ό,τι κάνουν όλοι. Η πρωτοβουλία θα  αποθαρρύνεται σ’ αυτά τα παιδιά και η ανυποταξία, χωρίς να τιμωρείται, δια της εκπαιδεύσεως θα αφαιρείται από αυτά επιστημονικώς» [18].

Γ1ια. «Εκτός μόνον από το θέμα της αφοσιώσεως στο Παγκόσμιο Κράτος και στη δική τους τάξη, τα μέλη της κυβερνώσης τάξεως θα ενθαρρύνονται να είναι περιπετειώδη και γέμοντα από πρωτοβουλία. Θα αναγνωρισθεί ότι είναι δουλειά τους να βελτιώνουν την επιστημονική τεχνική και να κρατούν τους χειρώνακτες ικανοποιημένους μέσω συνεχών νέων διασκεδάσεων. Ως εκείνοι από τους οποίους εξαρτάται όλη η πρόοδος, δεν πρέπει να είναι ανοίκεια ήμεροι, ούτε και τόσο εξασκημένοι, ώστε να καταστούν ανίκανοι για νέες ιδέες. Σε αντίθεση με τα παιδιά που προορίζονται για χειρώνακτες, θα έχουν προσωπική επαφή με το δάσκαλό τους, και θα ενθαρρύνονται να επιχειρηματολογούν με εκείνον» [19].

Γ1ιβ. «Σε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ένα αγόρι η κορίτσι  - που έχει περάσει την ηλικία εκείνη στην οποία συνηθίζεται να καθορίζεται η κοινωνική θέση – δείχνει τέτοια αξιοσημείωτη ικανότητα ώστε να φαίνεται διανοητικώς ίσο με τους άρχοντες, μια δύσκολη κατάσταση θα προκύψει, η οποία απαιτεί σοβαρή περίσκεψη. Αν το νέο άτομο είναι σύμφωνο να εγκαταλείψει τους προηγουμένους φίλους του και να ποντάρει τη μοίρα του ολοκαρδίως με τους άρχοντες, θα μπορεί, μετά από κατάλληλα tests, να προαχθεί· αν όμως δείξει οποιαδήποτε λυπηρή αλληλεγγύη προς τους προηγουμένους φίλους του, οι άρχοντες θα συμπεράνουν διστακτικώς, ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο μ’ αυτό, παρά να το στείλουν στο θάλαμο του θανάτου, προτού η κακο-πειθαρχημένη ευφυΐα του βρει χρόνο να διασπείρει την επανάσταση. Αυτό θα είναι ένα επίπονο καθήκον για τους άρχοντες, αλλά νομίζω ότι δεν θα αποτραβηχτούν από την επιτέλεσή του» [20].

Γ1ιγ. «Οι πιο πεφωτισμένοι [εκπαιδευτικοί] επίσης αποδέχονται ταξινόμηση μέσω tests νοημοσύνης. Αλλ’ ακόμη και οι πιο πεφωτισμένοι θέλουν τα πάντα κομμένα και ραμμένα, και ξεχνούν εκείνη την ιδιότητα της ατομικής ζωής που κάνει κάθε ανθρώπινο ον διαφορετικό από κάθε άλλο. Για το λόγο αυτό υπάρχει ένας κίνδυνος στην περίπτωση που οι αξιωματούχοι της εκπαιδεύσεως θα ενθάρρυναν μία ομοιομορφία, προς την οποία, σε κάθε περίπτωση, τείνει ο κόσμος. Αυτό είναι ένα διοικητικό πρόβλημα και έχει μια διοικητική λύση, δηλαδή την αποκέντρωση. Αν υπήρχε παγκόσμια κυβέρνηση, αναμφιβόλως θα εξασκούσε ένα συγκεκριμένο βαθμό εποπτείας επί ολόκληρης της εκπαιδεύσεως: θα απαγόρευε υπερβολική διδασκαλία του τοπικού πατριωτισμού και μπορεί να απαγόρευε διδασκαλίες που θα τις θεωρούσε ανατρεπτικές. Αλλά σε όλα τα άλλα πεδία θα άφηνε, χωρίς αμφιβολία, την εκπαίδευση να οργανωθεί τοπικά. Αν εμπνεόταν από επιστημονικό πνεύμα, θα επέτρεπε επίσης διάφορα πειράματα σε νέες μεθόδους [...] Προς το σκοπό της ανάπτυξης του πειραματικού πνεύματος είναι που πρέπει να φροντίσουμε για την ανοχή στα “παραθυράκια” και τις εξαιρέσεις στο επιστημονικό Κράτος. Δίχως “παραθυράκια” και εξαιρέσεις, θα υπάρχει λίγη πρόοδος και ανεπαρκής διαφορότητα· αλλ’ αυτό, νομίζω, μπορεί να φθάσει να γίνει πιστευτό από τους αξιωματούχους, όταν θα έχουν όλοι αποκτήσει μία ακέραια επιστημονική εκπαίδευση, όχι μόνο στη φυσική και τη χημεία, αλλ’ επίσης και στη βιολογία. Ο ατομοκεντρισμός [individualism], αν και είναι σημαντικό να μη λησμονούμε τα δίκαια αιτήματά του,  χρειάζεται, μέσα σε ένα πυκνο-κατοικημένο βιομηχανικό κόσμο, να ελέγχεται περισσότερο - ακόμη και στην ατομική ψυχολογία -από ό,τι σε περασμένους καιρούς. Πολύ λίγοι άνθρωποι σε μια βιομηχανική κοινωνία είναι ανεξάρτητες μονάδες στην εργασία τους· η μεγάλη πλειονότητά τους ανήκουν σε οργανισμούς, και πρέπει να επιτελέσουν το μερίδιό τους μιας συλλογικής προσπαθείας. Μια αίσθηση της πολιτικής ιδιότητος [citizenship], της κοινωνικής συνεργασίας, είναι, ως εκ τούτου, πιο αναγκαία απ’ όσο ήταν· αλλά παραμένει σημαντικό να διασφαλισθεί αυτό χωρίς πάρα πολλή σμίκρυνση της ατομικής κρίσεως και ιδιωτικής πρωτοβουλίας» [21].

Γ1ιδ. «Το [σοβιετικό] πείραμα είναι ακόμη εν εξελίξει και μόνον ένας επιπόλαιος άνθρωπος θα αποτολμούσε να προβλέψει εάν θα επιτύχει ή θα αποτύχει· η συμπεριφορά τόσο των εχθρών όσο και των φίλων έναντι αυτού, είναι μέχρι τώρα μοναδικώς αντι-επιστημονική. Εγώ πάντως, δεν έχω βιασύνη να επαινέσω ή το καλό ή το κακό στο σοβιετικό σύστημα, αλλά μόνο να καταδείξω εκείνα τα στοιχεία επιμελούς σχεδιασμού που το καθιστούν μέχρι  τώρα το πιο πλήρες υπόδειγμα μιας επιστημονικής κοινωνίας. Πρωτίστως, όλοι οι πρωταρχικοί παράγοντες παραγωγής και διανομής ελέγχονται από το Κράτος· δεύτερον, όλη η εκπαίδευση είναι σχεδιασμένη να διεγείρει τη δραστηριότητα προς υποστήριξη του επισήμου πειράματος. Τρίτον, το Κράτος κάνει ό,τι μπορεί να αντικαταστήσει τις διάφορες παραδοσιακές πίστεις που έχουν υπάρξει μέσα στην επικράτεια της Ε.Σ.Σ.Δ. με τη δική του θρησκεία· τέταρτον, φιλολογία και Τύπος ελέγχονται από την Κυβέρνηση και είναι τέτοια που έχει θεωρηθεί πιθανόν ότι θα βοηθήσουν στους εποικοδομητικούς σκοπούς της· πέμπτον, η οικογένεια, στο βαθμό που αντιπροσωπεύει μια πιστότητα ανταγωνιστική στην πιστότητα προς το Κράτος, σταδιακώς αποδυναμώνεται· έκτον, το Πενταετές Σχέδιο στρέφει όλες τις οικοδομητικές ενέργειες του έθνους στην πραγματοποίηση μιας συγκεκριμένης οικονομικής ισορροπίας και παραγωγικής επάρκειας, χάρις στην οποία ελπίζεται ότι ένας επαρκής βαθμός υλικής ανέσεως θα εξασφαλισθεί για όλους» [22].

Γ1ιε. «Σε χώρες από πολλού συνηθισμένες στη δημοκρατία, η αυτοκρατορία αυτών των ολιγαρχιών μπορεί να κρυβεί πίσω από δημοκρατικές μορφές, όπως ήταν αυτή του Αυγούστου στη Ρώμη, αλλά αλλού η διακυβέρνησή τους θα είναι άνευ μεταμφιέσεως. Αν πρόκειται να υπάρξει επιστημονικός πειραματισμός στην κατασκευή νέων ειδών κοινωνιών, η κυριαρχία της γνώμης της ολιγαρχίας είναι ουσιώδης. Μπορεί να αναμένεται ότι θα υπάρξουν συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών ολιγαρχιών, αλλ’ ότι τελικώς κάποια ολιγαρχία μόνη θα αποκτήσει παγκόσμια κυριαρχία, και θα παραγάγει ένα παγκόσμιο οργανισμό τόσο πλήρη και λεπτομερή, όσο αυτός που τώρα υπάρχει στην Ε.Σ.Σ.Δ.» [23].

Γ1ιστ. «Προφανώς δεν συνειδητοποίησε κανείς ότι ένας “καλός Αμερικανός”, όπως κι ένας “καλός Γερμανός” ή ένας “καλός Ιάπωνας” πρέπει να είναι, ωστόσο, ένα κακό ανθρώπινο ον. Ένας “καλός Αμερικανός” είναι ένας άνδρας ή γυναίκα ποτισμένος με την πεποίθηση ότι η Αμερική είναι η καλύτερη χώρα στη Γη και ότι πρέπει πάντοτε αυτή να υποστηρίζεται με ενθουσιασμό σε κάθε αντιπαράθεση. Είναι βεβαίως πιθανόν ότι όλες αυτές οι προτάσεις είναι αληθείς · κι αν είναι έτσι, ένας λογικός άνθρωπος δεν θα έχει αντιπαράθεση με αυτούς. Αλλά αν είναι αληθείς, πρέπει να διδάσκονται παντού, κι όχι μόνο στην Αμερική. Είναι ύποπτη περίσταση, το ότι τέτοιες προτάσεις ποτέ δεν είναι πιστευτές έξω από τη συγκεκριμένη χώρα την οποία δοξάζουν. Εν τω μεταξύ, όλος ο μηχανισμός του Κράτους, σε όλες τις διαφορετικές χώρες, είναι ενεργοποιημένος στο να κάνει απροστάτευτα παιδιά να πιστεύουν παράδοξες προτάσεις, η επίδραση των οποίων είναι το να τα κάνουν πρόθυμα να πεθάνουν υπερασπιζόμενα αρρωστημένα ενδιαφέροντα υπό την εντύπωση ότι μάχονται υπέρ της αληθείας και του δικαίου» [24]. Περί του διεθνισμού βλ. και Γ8β.

Γ1ιζ. «Όσο επιμένει αυτή η μορφή της δυσαρμονίας, ο κόσμος δεν μπορεί να απολαύσει τα προτερήματα που η επιστήμη και η τεχνική δεξιότητα έχουν καταστήσει δυνατά. Η δυσαρμονία μεταξύ εθνών ενθαρρύνεται από την εκπαίδευση κατά το παρόν και θα μπορούσε να διακοπεί από την εισαγωγή διεθνικιστικής προπαγάνδας στα σχολεία. Αυτό, βέβαια, είναι πολύ απίθανο αν δεν προηγηθεί μια νίκη του πολιτικού διεθνισμού. Η εκπαίδευση μπορεί να σταθεροποιήσει τα πολιτικά επιτεύγματα, αλλά δεν είναι πιθανό να τα προκαλέσει, όσο ελέγχεται από εθνικά Κράτη» [25].

Γ1ιη. «Για να είναι η ζωή ενός ανθρώπου ικανοποιητική, είτε από τη δική του οπτική είτε από αυτήν του κόσμου γενικώς, απαιτούνται δύο είδη αρμονίας: μια εσωτερική αρμονία νοημοσύνης, συναισθήματος και βούλησης και μια εξωτερική αρμονία με τις θελήσεις των άλλων. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, η υπάρχουσα εκπαίδευση είναι ελαττωματική. Η εσωτερική αρμονία εμποδίζεται από τη θρησκευτική και ηθική διδασκαλία που δίνεται στη νηπιότητα και τη νεότητα, η οποία συνήθως συνεχίζει να κυβερνά τα συναισθήματα, αλλά όχι τη νοημοσύνη στη μετέπειτα ζωή [...] Αυτό μπορεί να γίνει σε ιδιωτικά σχολεία σε μικρή κλίμακα, αλλά δίχως τη συνεργασία του Κράτους, δεν μπορεί να γίνει σε μια επαρκώς μεγάλη κλίμακα για να αποδώσει αποτελέσματα με σημασία διάφορη της πειραματικής» [26].

Γ1ιθ. «Όλα αυτά τα κακά εκπηδούν από μία πηγή, το ότι, ενώ η τεχνική μας απαιτεί συνεργασία όλης της ανθρώπινης φυλής, ως ενιαίας παραγωγικής και καταναλωτικής μονάδος, τα πάθη μας και οι πολιτικές πεποιθήσεις μας εμμένουν στο να απαιτούν ανταγωνισμό. Ο κόσμος μας είναι ένας τρελλός κόσμος. Από το 1914 έχει παύσει να είναι δημιουργικός, διότι οι άνθρωποι δεν θα ακολουθήσουν τη νοημοσύνη τους προς δημιουργία διεθνούς συνεργασίας, αλλά θα εμμείνουν στη διατήρηση του διχασμού του ανθρωπίνου γένους σε εχθρικές ομάδες» [27].

Γ1κ. «Η αίσθηση υποχρεώσεώς μας στην κοινότητα είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν πρωτύτερα· αυτό οφείλεται σε διάφορες αιτίες, εκ των οποίων όλες έχουν τη ρίζα τους στην επιστήμη. Η εξουσία του Κράτους επί του ατόμου είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν, εξ αιτίας της πιο στενής οργανώσεως της κοινωνίας και των καλυτέρων μηχανημάτων προς εντοπισμό του εγκλήματος. Η εκπαίδευση είναι ένα αποτελεσματικό μέσο προπαγάνδας για το Κράτος, δίνοντας στους ανθρώπους τη δυνατότητα στη μετέπειτα ζωή να διαβάζουν τις εφημερίδες και έτσι να γίνονται δεκτικοί οποιασδήποτε απόψεως οι κάτοχοι της εξουσίας επιθυμούν να προωθήσουν. Η κοινωνία είναι, με μια λέξη, περισσότερο οργανική απ’ ό,τι ήταν, και οι επαγγελματικές δραστηριότητες κάποιου ανθρώπου είναι συνεπώς λιγότερο αθέμιτες απ’ όσο στο παρελθόν. Προς το παρόν δεν συλλέγουμε το πλήρες κέρδος από αυτό, λόγω της διαιρέσεως των δυνατών τμημάτων του ανθρωπίνου γένους σε αμοιβαίως φιλύποπτα έθνη, αλλά αν, όπως φαίνεται πιθανόν, μια παγκόσμια κυβέρνηση τελικώς θα επιτευχθεί, οι αυξημένες πιθανότητες να καθοδηγεί το κέντρο, θα γίνουν πάρα πολύ προσοδοφόρες. Νομίζω ότι κάποιος πρέπει να αναμένει ότι η Κυβέρνηση θα συνεχίσει να αποκτά ένα αυξανόμενο έλεγχο επάνω στις ζωές των ιδιωτών, όπως έχει κάνει διαρκούντος του περασμένου αιώνος. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πιθανώς το να υπολείπεται ο ιδιώτης σε σύγκριση με την κοινότητα. Αυτό είναι καθ’ εαυτό λυπηρό, αλλ’ η επιστημονική τεχνική αναμφιβόλως καθιστά την αθέμιτη συμπεριφορά πιο επικίνδυνη για την κοινότητα απ’ όσο ήταν, κι ως εκ τούτου κάνει κάποια σμίκρυνση της ιδιωτικής ελευθερίας αναπόφευκτη» [28].

Γ2.

Περί αγνωστικισμού,  αθεΐας και ηθικού σχετικισμού

Γ2α. «Η θρησκεία είναι ένα σύνολο πεποιθήσεων που τηρούνται ως δόγματα, κυριαρχώντας στη διαγωγή του βίου, και που βαίνουν πέραν ή αντίθετα προς τα τεκμήρια, εμπεδώνονται δε με μεθόδους που είναι συναισθηματικές ή απολυταρχικές, όχι διανοητικές [29]. Η θρησκεία βασίζεται [...] πρωταρχικώς και κυρίως επί του φόβου. Ο φόβος είναι η βάση του όλου πράγματος – φόβος του μυστηριώδους, φόβος της ήττας, φόβος του θανάτου. Ο φόβος είναι ο γονεύς της σκληρότητος, και για το λόγο αυτό δεν είναι παράξενο που η σκληρότης και η θρησκεία πορεύονται χεράκι-χεράκι [...] Όσο εντονότερη έχει δειχθεί η θρησκεία οποιασδήποτε περιόδου και όσο πιο βαθεία η δογματική πίστη, τόσο μεγαλύτερη έχει δειχθεί η σκληρότητα και χειρότερη η γενική κατάσταση» [30].

Γ2β. «Εγώ ο ίδιος είμαι αρνητής όλων των γνωστών θρησκειών και ελπίζω κάθε είδος θρησκευτικής πίστεως να εκλείψει. Δεν πιστεύω, αν ζυγίσουμε τα πράγματα, ότι η θρησκευτική πίστη υπήρξε δύναμη υπέρ του καλού. Μολονότι είμαι έτοιμος να παραδεχθώ ότι σε συγκεκριμένες περιόδους και τόπους είχε κάποιες καλές επιπτώσεις, τη θεωρώ ως ανήκουσα στη νηπιότητα της ανθρώπινης λογικής και σε στάδιο προόδου που τώρα αναπτυσσόμενοι το ξεπερνάμε» [31].

Γ2γ. «[...] ότι ο άνθρωπος είναι το παράγωγο αιτιών οι οποίες δεν είχαν καμμία πρόβλεψη για το τέλος το οποίο θα επετύγχαναν· ότι η προέλευσή του, η ανάπτυξή του, οι ελπίδες και οι φόβοι του, οι αγάπες και τα πιστεύω του, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα τυχαίας συναντήσεως ατόμων· ότι καμμία φωτιά ή ηρωισμός ή ένταση σκέψεως και αισθήματος δεν μπορεί να διατηρήσει την ατομική ζωή πέραν του τάφου· ότι όλη η εργασία των αιώνων, όλη η έμπνευση, όλη η μεσημεριάτικη λαμπρότητα της ανθρώπινης ευφυΐας είναι προορισμένα να εξαφανισθούν στο μεγάλο θάνατο του ηλιακού συστήματος· ότι όλος ο ναός των ανθρωπίνων κατορθωμάτων πρέπει αναπόφευκτα να ταφεί κάτω από τα μπάζα ενός σύμπαντος σε ερείπια - όλα αυτά τα πράγματα, αν όχι πέραν πάσης αμφισβητήσεως, είναι τόσο σχεδόν βέβαια, ώστε καμμία φιλοσοφία που τα αμφισβητεί δεν έχει ελπίδα να σταθεί. Μόνον εντός της «σκαλωσιάς» αυτών των αληθειών, μόνο μέσα στο σταθερό θεμέλιο της ανυποχώρητης απογνώσεως μπορεί από εδώ και στο εξής να κτισθεί ασφαλώς το καταφύγιο της ψυχής » [32].

Γ2δ. «Αν μια θρησκευτική αντίληψη της ζωής και του κόσμου πρόκειται ποτέ να επανακτήσει τις σκέψεις και τα αισθήματα των ελευθέρως σκεπτομένων ανδρών και γυναικών, θα πρέπει να εγκαταλειφθούν πολλά από αυτά που είμαστε συνηθισμένοι να συνδέουμε με τη θρησκεία. Η πρώτη και μεγαλύτερη αλλαγή που απαιτείται είναι η καθιέρωση μιας ηθικής της πρωτοβουλίας, όχι ηθικής της υποταγής· μιας ηθικής της ελπίδος παρά του φόβου, των πραγμάτων που είναι να γίνουν, παρά των πραγμάτων που είναι να μείνουν ανενέργητα. Δεν είναι όλο το καθήκον του ανθρώπου να ξεγλιστρήσει από τον κόσμο, ώστε να διαφύγει την οργή του Θεού [...] Η θρησκευτική ζωή που πρέπει να αναζητήσουμε δεν θα είναι αυτή της περιστασιακής αξιοπρεπείας και των από προκατάληψη απαγορεύσεων, δεν θα είναι λυπηρή ή ασκητική, θα ασχολείται λίγο με κανόνες συμπεριφοράς. Θα εμπνέεται από ένα όραμα του τί μπορεί να είναι η ανθρώπινη ζωή, και θα είναι χαρούμενη με τη χαρά της δημιουργίας, ζώντας σε ένα μεγάλο ελεύθερο κόσμο πρωτοβουλίας και ελπίδος. Θα αγαπά τους ανθρώπους, όχι για το τί φαίνονται στον εξωτερικό οφθαλμό, αλλά για το τί η φαντασία δείχνει ότι έχουν μέσα τους για να γίνουν» [33].

Γ2ε. «Η θρησκεία έχει τρεις κύριες παραμέτρους. Στην πρώτη θέση, υπάρχουν τα σοβαρά προσωπικά πιστεύω κάποιου ανθρώπου, εφ’ όσον έχουν να κάνουν με τη φύση του κόσμου και τον τρόπο ζωής. Στη δεύτερη θέση είναι η θεολογία. Στην τρίτη θέση είναι η θεσμοποιημένη θρησκεία, δηλ. οι εκκλησίες. Η πρώτη από αυτές τις παραμέτρους είναι κάπως ασαφής, αλλά η λέξη «θρησκεία» όλο και περισσότερο χρησιμοποιείται με αυτή την έννοια [...] Αυτό που κάνει περίπλοκη τη στάση μου έναντι της θρησκείας είναι το ότι - μολονότι θεωρώ πολύ επιθυμητή κάποια μορφή προσωπικής θρησκείας, και αισθάνομαι πολλούς ανθρώπους ως μη ικανοποιητικούς λόγω της ελλείψεώς της - ωστόσο δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θεολογία καμμιάς περιφήμου θρησκείας, και τείνω να σκέπτομαι ότι οι περισσότερες εκκλησίες τις περισσότερες φορές έχουν κάνει περισσότερο κακό παρά καλό» [34].

Γ2στ. «Στον κόσμο αυτό της ρευστότητος οι άνθρωποι φέρουν το μερίδιό τους ως αιτίες αλλαγής, με τη συνείδηση δε των εαυτών τους ως αιτιών, εξασκούν βούληση και συνειδητοποιούν τη δύναμη. Γνώση, συναίσθημα, και δύναμη, όλα αυτά θα έπρεπε να πλατυνθούν στο έπακρο κατά την αναζήτηση της τελειότητος του ανθρωπίνου όντος. Δύναμη, Σοφία και Αγάπη, σύμφωνα με την παραδοσιακή θεολογία, είναι οι αντίστοιχες ιδιότητες των Τριών Προσώπων της Τριάδος, και υπ’ αυτήν την έννοια αν μή τι άλλο, ο άνθρωπος έφτιαξε το Θεό κατ’ εικόνα του. Έτσι σκεπτόμαστε τον άνθρωπο ως άτομο. Τον αντιλαμβανόμαστε, όπως έχει γίνει αντιληπτός από τους Βουδδιστές, τους Στωικούς, τους Χριστιανούς αγίους και όλους τους μυστικούς» [35].

Γ3.

Περί σεξ, σεξουαλικής διαπαιδαγωγήσεως και πορνογραφίας

Σύμφωνα με τον Al Seckel σε εισαγωγή του στο έργο του Ράσσελ, Περί των εθών, του σεξ και του γάμου, «ο Ράσσελ δεν έβλεπε τίποτε κακό στις σεξουαλικές σχέσεις προ του γάμου, και υποστήριζε προσωρινούς χωρίς παιδιά γάμους για τους περισσοτέρους φοιτητές πανεπιστημίων. Είναι λάθος να θεωρείται ο Ράσσελ εχθρός του θεσμού του γάμου, μολονότι πράγματι εναντιωνόταν στη συνέχιση της έγγαμης σχέσης, όταν δεν θα είχε απομείνει πια αγάπη [έρωτας] [36]. Αυτό που σόκαρε πολύ τους ανθρώπους ήταν το σχόλιό του, ότι ένας μόνιμος γάμος δεν απέκλειε αναγκαστικά και μερικές προσωρινές εξώγαμες σχέσεις» [37].

Γ3α. «Θα ασχολούμουν με το θέμα της σεξουαλικής ηθικής, ακριβώς όπως θα έκανα και με όλα τα άλλα. Θα έλεγα, ότι αν αυτό που κάνεις δεν κάνει κακό σε κανένα, δεν υπάρχει λόγος να το καταδικάσεις. Και δεν θα έπρεπε να το καταδικάσεις απλώς και μόνο επειδή κάποιο αρχαίο ταμπού έχει πεί ότι αυτό είναι εσφαλμένο. Θα έπρεπε να ερευνήσεις αν αυτό κάνει κακό ή όχι, και αυτό είναι η βάση της σεξουαλικής ηθικής, όπως και όλων των άλλων» [38].

(Σημείωση: αυτή είναι και η αρχή του νεο-σατανισμού, κατά τον Aleister Crowley: «Κάνε ό,τι θέλεις, αρκεί να μη βλάπτει τους άλλους» [39]).

Γ3β. «Δεν είναι μόνον η αντιμετώπιση των χριστιανών απέναντι στη σεξουαλική συμπεριφορά που είναι επικίνδυνη για τους ανθρώπους, αλλά και η αντιμετώπιση της γνώσεως των σεξουαλικών θεμάτων. Καθένας που έχει κάνει τον κόπο να μελετήσει το θέμα αμερόληπτα γνωρίζει ότι η τεχνητή άγνοια που προσπαθούν να επιβάλλουν στα παιδιά οι χριστιανοί είναι υπερβολικά επικίνδυνη για τη σωματική και την ψυχική υγεία, και δημιουργεί – σε αυτούς που αντλούν τη γνώση τους από «κακές» συζητήσεις, όπως τα περισσότερα παιδιά - μια αντίληψη που θεωρεί το σεξ βρώμικο και γελοίο. Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να υπεραμυνθεί της θέσεως ότι η γνώση είναι ανεπιθύμητη. Δεν θα έβαζα όρια στον τρόπο αυξήσεως της γνώσεως σε κανέναν και σε καμμία ηλικία. Αλλά ειδικά στην περίπτωση της σεξουαλικής γνώσεως υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά επιχειρήματα υπέρ αυτής, παρά για οποιαδήποτε άλλη γνώση. Ένα άτομο είναι πολύ πιο απίθανο να συμπεριφερθεί σοφώς όταν έχει άγνοια για ένα θέμα, παρά όταν το έχει μελετήσει, και είναι γελοίο να αποδίδουμε στους νέους μια αίσθηση αμαρτίας επειδή έχουν μια φυσική περιέργεια για ένα σημαντικό ζήτημα» [40].

Γ3γ. «Σχεδόν κάθε ενήλικας στις χριστιανικές κοινότητες είναι λίγο ή πολύ νευρικώς άρρωστος ως αποτέλεσμα του ταμπού στη σεξουαλική γνώση κατά τα παιδικά του χρόνια. Και η αίσθηση της αμαρτίας που εμφυτεύεται με αυτόν τον τρόπο προκαλεί κακία, νευρικότητα και ηλιθιότητα στη συνέχεια της ζωής του. Δεν υπάρχει καμμία λογική βάση για να κρατούμε ένα παιδί στην άγνοια για ο,τιδήποτε επιθυμεί να γνωρίζει, είτε για το σεξ είτε για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Και ποτέ δεν θα έχουμε ένα πνευματικώς υγιή πληθυσμό, μέχρι να αναγνωρισθεί αυτό το γεγονός κι εφαρμοστεί στην εκπαίδευση των παιδιών, πράγμα το οποίον είναι αδύνατον όσο οι Εκκλησίες έχουν τον έλεγχο της εκπαιδευτικής πολιτικής» [41].

Αυτά έλεγε ο Ράσσελ, που συνέβη «από φυσική περιέργεια» και «νευρική υγεία» να διατηρεί μοιχικούς δεσμούς παραλλήλως με τον πρώτο από τους επισήμους (τέσσαρες κατά σειράν) [42] γάμους του· βλέπετε, στο σοσιαλισμό όλα είναι «κοινά», συνεπώς και ο γάμος. Άραγε ο Ράσσελ θα ενεθάρρυνε και την άνευ ορίων γνώση των παιδιών στα εκρηκτικά, στα τυχερά παίγνια κ.λπ.;

Γ3δ. « [...] Δεν πρέπει να υπάρχει κανένας νόμος γενικώς επί του θέματος των προκλητικών εκδόσεων. [...] Η «Νομοθεσία του Λόρδου Campbell», όπως καθένας μπορεί να διαπιστώσει διαβάζοντας τις λογομαχίες γι’ αυτήν, στόχευε αποκλειστικώς στην πάταξη της πορνογραφίας, και εθεωρείτο τότε, ότι είχε έτσι σχεδιασθεί, ώστε να είναι ανίκανη για χρήση εναντίον άλλων ειδών φιλολογίας. Αυτή η πίστη, όμως, βασιζόταν σε ανεπαρκή εκτίμηση της εξυπνάδας των αστυνομικών και της ηλιθιότητος των δικαστών [...] Γι’ αυτό μπορούμε, βασιζόμενοι σε πληθύ ιστορικών αποδείξεων, να γράψουμε καθαρά, ότι η λογοκρισία θα χρησιμοποιηθεί εναντίον έργων σημαίνουσας καλλιτεχνικής ή επιστημονικής αξίας, ενώ πρόσωπα των οποίων ο σκοπός είναι καθαρώς ανήθικος, πάντοτε θα βρίσκουν τρόπους να ξεγλυστρούν μέσα από τα παραθυράκια του νόμου [...] ... εκδόσεις που είναι αναμφιβόλως και φανερώς πορνογραφικές, θα έκαναν πολλή μικρή ζημία, αν η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση ήταν λογική [...] Η φανερή πορνογραφία θα έκανε μικρότερη ζημία αν ήταν ανοικτή και αναίσχυντη, παρ’ όση ζημία κάνει όταν καθίσταται ενδιαφέρουσα χάρις στη μυστικότητα και την αφάνεια. Παρά τον νόμο, σχεδόν κάθε άνδρας κάπως ευκατάστατος έχει στην νεότητά του δεί άσεμνες φωτογραφίες όντας υπερήφανος για το ότι τις απόκτησε, επειδή ήταν δύσκολο να τις εξασφαλίσει» [43].

Γ4.

Περί εκκλησιαστικών δογμάτων

«Δεν είναι τόσο ότι το σύμβολον πίστεως της Εκκλησίας είναι εσφαλμένο. Αυτό που δεν πάει καλά είναι η ίδια η ύπαρξη συμβόλου πίστεως. Από τη στιγμή που το εισόδημα, η θέση και η εξουσία εξαρτώνται από την αποδοχή οποιουδήποτε δόγματος, η διανοητική ειλικρίνεια είναι σε κίνδυνο. Οι άνθρωποι θα λένε στον εαυτό τους ότι η επίσημη κατάφαση είναι δικαιολογημένη, χάρις στο καλό που θα τούς επιτρέψει να κάνουν. Αποτυγχάνουν να συνειδητοποιήσουν, ότι γι’ αυτούς που η πνευματική ζωή έχει κάποια ενεργητικότητα, η απώλεια της πλήρους διανοητικής ακεραιότητος, θέτει τέλος στη δύναμη να κάνει κανείς το καλό, δημιουργώντας σταδιακώς σε όλες τις κατευθύνσεις αδυναμία να δεί την αλήθεια απλώς. Η αυστηρότητα της κομματικής πειθαρχίας έχει εισαγάγει το ίδιο κακό στην πολιτική· εκεί, επειδή το κακό είναι συγκριτικώς νέο, είναι ορατό σε πολλούς που νομίζουν ότι είναι άνευ σημασίας ως προς την Εκκλησία. Αλλά το κακό είναι μεγαλύτερο όσον αφορά στην Εκκλησία, διότι η θρησκεία είναι μεγαλύτερης σημασίας από την πολιτική, και επειδή είναι περισσότερο αναγκαίο οι υπερασπιστές της θρησκείας να είναι εντελώς άνευ μώμου» [44].

Γ5.

Περί εκκλησιαστικής περιουσίας

«Η περιουσία που είναι διαθέσιμη μόνο για εκείνους που θα υποστηρίξουν ένα καθιερωμένο θεσμό, έχει την τάση να αλλοιώνει τις κρίσεις των ανθρώπων όσον αφορά στο εξαίρετον του θεσμού. Η τάση χειροτερεύει, όταν η περιουσία συνδέεται με την κοινωνική εκτίμηση και ευκαιρίες για ποταπή εξουσία. Είναι το χειρότερο, όταν ο θεσμός είναι δεμένος δια νόμου με ένα αρχαίο δόγμα, το οποίο είναι σχεδόν αδύνατο να αλλάξει, κι όμως είναι εκτός επαφής με την ελεύθερη από χειροπέδες σκέψη της σήμερον. Όλες αυτές οι αιτίες συνδυάζονται για να βλάψουν την ηθική δύναμη της Εκκλησίας» [45].

Γ6.

Περί μισθοδοτουμένης Ιερωσύνης

«Για να μη είναι η θρησκεία βλαπτική σε ένα κόσμο ταχύτατων αλλαγών, πρέπει, όπως η Κοινωνία των Φίλων, να διευθύνεται από ανθρώπους που έχουν άλλες απασχολήσεις κατά τη διάρκεια της εβδομάδος, που κάνουν τη θρησκευτική τους εργασία από ενθουσιασμό, χωρίς να λαμβάνουν καμμία αμοιβή [...] Εκτός από την περίπτωση μιας αρκετά στατικής κοινωνίας, καμμιά θρησκευτική ζωή δεν μπορεί να είναι ζώσα ή αληθινή υποστήριξη στο πνεύμα, εκτός εάν είναι απελευθερωμένη από τον ονειρικό δαίμονα της επαγγελματικής ιερωσύνης» [46].

Βεβαίως πρόθεση του Ράσσελ δεν ήταν η αποκατάσταση του αισθήματος διακονίας του Ιερέως και η εξαφάνιση της επαγγελματικής χρήσεως της Ιερωσύνης, αλλά το να κάνει τον Ιερέα περισσότερο προσαρμοστικό στις απαιτήσεις της καθημερινότητος. Γράφει σχετικώς, ερμηνεύοντας τον Ράσσελ, ο Jack Pitt: «Είναι η άποψη του Ράσσελ, ότι με τη διάλυση της επαγγελματικής ιερωσύνης θα ανέρχονταν θρησκευτικοί ηγέτες που θα ήταν πολύ πιο κοντά στην κοινή ζωή και λιγότερο ασχολούμενοι με κοινωνικές ασχετοσύνες. Θα ήταν πιο ελεύθεροι από θεσμικές και ιστορικές προκαταλήψεις όσον αφορά στα ηθικά και θρησκευτικά θέματα, και θα υπήρχε μικρότερη τάση σ’ αυτούς να απομονώνονται από τους οπαδούς τους. Εάν αυτές οι επιπτώσεις πράγματι θα επακολουθούσαν, υπάρχουν μάλλον ασαφείς αποδείξεις για να το μάθουμε, αλλά η πρότασή του είναι πιο αρμονική με τις ηθικές διδασκαλίες της θρησκείας παρά με μια οργανωτική αλυσσίδα διοικήσεως, που η πλησιέστερη αναλογία της μπορεί να βρεθεί στις κοσμικές στρατιωτικές δυνάμεις» [47].

Γ7.

Περί αποτεφρώσεως

«Σ’ αυτήν τη συνάφεια οι ορθόδοξοι έχουν μια περίεργη αντίρρηση στην αποτέφρωση, που φαίνεται να δείχνει μια ανεπαρκή συνειδητοποίηση της παντοδυναμίας του Θεού. Υπάρχει η σκέψη ότι ένα σώμα που έχει αποτεφρωθεί θα είναι πιο δύσκολο γι’ Αυτόν να το ξανα-συναρμολογήσει απ’ ότι ένα που έχει τοποθετηθεί υπογείως και έχει μεταμορφωθεί σε σκουλήκια. Αναμφιβόλως, η συλλογή των σωματιδίων από τον αέρα και η αναστροφή του χημικού έργου της καύσεως θα ήταν κάτι εργώδες, αλλά είναι σίγουρα βλάσφημο να υποθέσει κανείς ότι ένα τέτοιο έργο είναι αδύνατο για τη Θεότητα. Συμπεραίνω, ότι αντίρρηση στην αποτέφρωση συνεπάγεται φοβερή αίρεση. Αλλ’ αμφιβάλλω αν η άποψή μου θα έχει αρκετή βαρύτητα για τους ορθοδόξους. Ήταν μόνον με μεγάλη αργοπορία και δισταγμό που η Εκκλησία επέτρεψε τον τεμαχισμό των πτωμάτων σε αναφορά προς τη μελέτη της ιατρικής» [48].

Γ8.

Περί της αντικαταστάσεως των γονέων από το Παγκόσμιο Κράτος, περί ευγονικής,
περί μειώσεως του παγκοσμίου πληθυσμού και μισθοδοτουμένης μητρότητος

Γ8α. «Είναι ξεκάθαρο ότι ο γάμος, ως θεσμός, θα έπρεπε να ενδιαφέρει το Κράτος μόνο λόγω των παιδιών· και θα έπρεπε, ενόσω είναι χωρίς παιδιά, να αντιμετωπίζεται ως καθαρώς ιδιωτικό θέμα. Είναι επίσης ξεκάθαρο, ότι, ακόμη κι όταν υπάρχουν παιδιά, το Κράτος εμπλέκεται μόνο μέσω των καθηκόντων του πατέρα, τα οποία είναι πρωταρχικώς οικονομικά. Όπου είναι εύκολο το διαζύγιο, όπως στη Σκανδιναυία, συνήθως τα παιδιά πηγαίνουν με τη μητέρα, ώστε η πατριαρχική οικογένεια τείνει να εξαφανισθεί. Εάν, όπως συμβαίνει όλο και περισσότερο όσον αφορά στους έμμισθους, το Κράτος αναλάβει τα καθήκοντα που μέχρι τώρα έπιπταν επάνω στους πατέρες, ο γάμος θα παύσει να έχει λόγο υπάρξεως και πιθανώς δεν θα είναι πια συνήθης, εκτός μόνο μεταξύ των πλουσίων και των θρησκευομένων» [49].

Γ8β. «’Eν όσω ο κόσμος παραμένει διαιρεμένος σε ανταγωνιζόμενα μιλιταριστικά κράτη, η υποκατάσταση των γονέων από δημόσιους οργανισμούς στην εκπαίδευση σημαίνει εντατικοποίηση αυτού που λέγεται πατριωτισμός, δηλαδή μιας προθυμίας να ενδώσουμε σε αμοιβαία εξολόθρευση, χωρίς μιας στιγμής ενδοιασμό, όποτε οι κυβερνήσεις έχουν τέτοια ροπή. Αναμφιβόλως ο πατριωτισμός, όπως λέγεται, είναι ο φοβερότερος κίνδυνος στον οποίον είναι τώρα εκτεθειμένος ο πολιτισμός, και ο,τιδήποτε αυξάνει τη μολυσματικότητά του πρέπει να το φοβόμαστε παραπάνω από την πανώλη, το λοιμό και την ασιτία. Στο παρόν οι νέοι άνθρωποι έχουν μια μοιρασμένη αφοσίωση, από τη μια μεριά στους γονείς τους και από την άλλη στο Κράτος. Αν θα συνέβαινε να είναι στο Κράτος η μοναδική τους αφοσίωση, τότε υπάρχει σοβαρότατος λόγος να φοβόμαστε ότι ο κόσμος θα γινόταν ακόμη πιο αιμοδιψής από ό,τι είναι τώρα. Γι’ αυτό νομίζω, ότι εν όσω παραμένει άλυτο το πρόβλημα του διεθνισμού, η αυξανόμενη συμμετοχή του Κράτους στην εκπαίδευση και φροντίδα των παιδιών έχει τόσο μεγάλους κινδύνους, που ξεπερνούν σε βάρος τα αναμφίβολα προτερήματά της [...] Η οικογένεια αποσυντίθεται γρήγορα και ο διεθνισμός αναπτύσσεται αργά. Η κατάσταση, λοιπόν, είναι τέτοια που δικαιολογεί σοβαρές ανησυχίες. Παρά ταύτα, δεν είναι άνευ ελπίδος, διότι ο διεθνισμός μπορεί να αναπτυχθεί γρηγορότερα απ’ ό,τι στο παρελθόν» [50].

Γ8γ. «Μέχρι τα πρόσφατα χρόνια, οι γυναίκες είχαν λίγες ευκαιρίες να κάνουν ζωή ανεξάρτητη, και γι’ αυτό το λόγο αναγκάζονταν να εξαρτώνται από τους συζύγους ή άνδρες συγγενείς. Η πατριαρχική οικογένεια, που περιελάμβανε υποστήριξη των συζύγων γυναικών και καταγωγή από την ανδρική γραμμή, οδηγούσε φυσιολογικώς στην επιμονή για αρετή στις συζύγους, η οποία επιβαλλόταν με πολύ αυστηρές εθιμικές και θρησκευτικές ποινές, και συνήθως, στους πρώιμους πολιτισμούς, με τη θανατική ποινή για γυναίκες ένοχες για μοιχεία. Ενώ η νομική ποινή έγινε ελαφρότερη και τελικώς εξαφανίστηκε εκτός από μερικές διακεκριμένες περιοχές, όπως η Πολιτεία της Νέας Υόρκης, η εθιμική και θρησκευτική κατακραυγή παρέμεινε. Αυτό το μέρος του καθιερωμένου κώδικα, όπως είδαμε, είναι ασύμβατο, πρακτικώς και όχι θεωρητικώς, με την επιδίωξη ισότητος των γυναικών προς τους άνδρες. Όπου οι γυναίκες μπορούν μόνες τους να κερδίσουν τα προς το ζήν, η διεκδίκηση της ισότητός τους είναι ακαταμάχητη. Έντονες προσπάθειες καταβάλλονται να παρεμποδίσουν έγγαμες γυναίκες από την απόκτηση εργασίας, αλλά δεν μπορεί κανείς να υποθέσει ότι αυτές οι προσπάθειες μπορούν να έχουν πολύ μόνιμη επιτυχία. Επίσης θα  υπάρξει ένας αυξανόμενος αριθμός τρόπων με τους οποίους η γυναίκα θα  μπορεί να κερδίσει τα προς το ζήν χωρίς να είναι αναμάρτητης αρετής από μια συμβατική οπτική. Ο υφιστάμενος ηθικός κώδικας, ως εκ τούτου, βρίσκεται στη διαδικασία καταρρεύσεως από οικονομικές αιτίες. Πτωτικοί ρυθμοί γεννήσεων, συνδυασμένοι με το μιλιταρισμό, δίνουν στο Κράτος ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ευζωΐα των παιδιών, διότι είναι επιζήμιο, από την οπτική της Κυβερνήσεως, να πεθάνει ένας άρρην πριν να είναι αρκετά ενήλιξ για να σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης. Όπου οικονομικά αίτια συνδυάζονται για να μειώσουν τη γυναικεία αρετή, και να αυξήσουν το μερίδιο του Κράτους στη συντήρηση των παιδιών, είναι ξεκάθαρο ότι η σημασία των πατέρων πρέπει να μειωθεί, και μαζί με αυτήν όλα εκείνα τα συναισθήματα και οι ηθικές επιταγές που είναι συνδεδεμένα με την πατριαρχική οικογένεια. Στο παρόν, γονείς και Κράτος συνεργούν στη σκέψη ότι είναι καλό για τα παιδιά να διδάσκονται μια οπτική πάνω στα σεξουαλικά θέματα η οποία έρχεται από το παρελθόν, και δεν είναι καλά προσαρμοσμένη στον κόσμο του παρόντος. Αυτό είναι ένα παράδειγμα του συντηρητισμού του συναισθήματος, αναφορικώς προς το σεξ και την οικογένεια. Αυτός ο συντηρητισμός είναι ιδιαιτέρως δυνατός όσον αφορά στην εκπαίδευση, αφού οι περισσότεροι άνθρωποι είναι της γνώμης ότι δεν βλάπτει τους νέους να διδάσκονται μια πολύ αυστηρή ηθική. Η εκπαίδευση, ως εκ τούτου, τείνει να εμποδίζει τις κοινωνίες από την προσαρμογή τους στις ανάγκες όσο γρήγορα θα έπρεπε και κάνει πολλούς ενήλικες άνδρες και γυναίκες να νιώθουν ένα τρόμο, προερχόμενο από την πρώιμη εκπαίδευσή τους, για πράγματα που θα ήταν καλό να αποδέχονται ως φυσιολογικά» [51].

Γ8δ. «Συμπεραίνοντας τη διάλυση της οικογενείας και την ίδρυση λογικώς διοικουμένων κρατικών ιδρυμάτων για παιδιά, πιθανώς θα διαπιστωθεί αναγκαίο να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα στην αντικατάσταση του ενστίκτου από τον κανονισμό. Οι γυναίκες, συνηθισμένες στον περιορισμό των γεννήσεων και χωρίς άδεια να κρατούν τα παιδιά τους, θα είχαν μικρό κίνητρο να υπομένουν τις ταλαιπωρίες της εγκυμοσύνης και τον πόνο του τοκετού. Κατά συνέπεια για να διατηρήσουν τον πληθυσμό, πιθανώς θα ήταν αναγκαίο να κάνουν την ανατροφή του παιδιού ένα καλο-πληρωμένο επάγγελμα, όχι βεβαίως που να εξασκείται από όλες τις γυναίκες ή ακόμη και μια πλειοψηφία, αλλά μόνον από συγκεκριμένο ποσοστό, που θα έπρεπε να περάσει tests καταλληλότητος, εξ επόψεως κτηνοτροφικής. Τί tests θα έπρεπε να επιβάλλονται στους γεννήτορες και τί ποσοστό του ανδρικού πληθυσμού θα έπρεπε να αποτελούν, είναι ερωτήματα που δεν καλούμαστε ακόμη να απαντήσουμε» [52].

Γ8ε. «Δεδομένης μιας μεγαλύτερης γνώσης της κληρονομικότητας, απ’ όση κατέχουμε στο παρόν, θα ήταν, βεβαίως, δυνατόν να βελτιώσουμε τη ράτσα [μας] σχεδόν επ’ άπειρον. Το καλύτερο 25% κάθε γενεάς γυναικών μπορεί να ξεχωρισθεί για μητρότητα και το καλύτερο 1% κάθε γενεάς ανδρών· αυτό θα απαιτούσε, φυσικά, μια ολοκληρωτική επανάσταση σε όλες τις ηθικές μας ιδέες που αφορούν στο γάμο και την οικογένεια. Δεν φαίνεται πιθανό ότι τα δυτικά έθνη θα υιοθετούσαν οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο, εκτός σε κάποια πολύ επείγουσα κατάσταση, αλλά κάποιος θα μπορούσε να το φαντασθεί υιοθετούμενο στην Ιαπωνία, με το αποτέλεσμα ότι σε έναν αιώνα η ιαπωνική φυλή θα γινόταν φυσικώς και διανοητικώς τόσο κολοσσιαίως υπέρτερη απ’ όλους τους άλλους, ώστε να είναι ικανή να αποκτήσει παγκόσμια κυριαρχία. Ο φόβος, τότε, θα μπορούσε να τρομοκρατήσει τα δυτικά έθνη στο να τη μιμηθούν» [53].

Γ8στ. «Τα έθνη που τώρα αυξάνονται αλματωδώς θα έπρεπε να ενθαρρυνθούν να υιοθετήσουν τις μεθόδους με τις οποίες, στη Δύση, η αύξηση του πληθυσμού έχει μειωθεί. Η εκπαιδευτική προπαγάνδα, με κυβερνητική βοήθεια, θα μπορούσε να επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα σε μια γενεά. Υπάρχουν, ωστόσο, δύο ισχυρές δυνάμεις που αντιτίθενται σε μια τέτοια πολιτική: η μια είναι η θρησκεία, η άλλη ο εθνικισμός. Νομίζω ότι όλων εκείνων που μπορούν να αντιμετωπίσουν τα γεγονότα, είναι καθήκον να συνειδητοποιήσουν και να διακηρύξουν, ότι η αντίθεση στην εξάπλωση του περιορισμού των γεννήσεων, αν επιτύχει, οπωσδήποτε θα επιβάλει στο ανθρώπινο γένος το πλέον τρομερό βάθος μιζέριας και υποβαθμίσεως, και μάλιστα εντός περίπου πενήντα ετών ακόμη» [54].

Γ8ζ. «Δεν υποκρίνομαι ότι ο περιορισμός των γεννήσεων είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίον μπορεί να παρεμποδισθεί η αύξηση του πληθυσμού. Υπάρχουν κι άλλοι, τους οποίους, κάποιος πρέπει να υποθέσει, οι αντίπαλοι του περιορισμού των γεννήσεων θα προτιμούσαν. Ο πόλεμος, καθώς σχολίασα προ ολίγου, μέχρι τώρα ήταν απογοητευτικός σ’ αυτό το θέμα, αλλ’ ίσως ο βακτηριολογικός πόλεμος αποδειχθεί περισσότερο αποτελεσματικός. Αν ο Μαύρος Θάνατος [πανώλη] μπορούσε να διαδίδεται σ’ όλον τον κόσμο μια φορά σε κάθε γενεά, οι επιζώντες θα μπορούσαν να αναπαράγονται ελευθέρως, δίχως να γεμίζουν τον κόσμο πάρα πολύ. Δεν θα υπήρχε τίποτε σε τούτο που να προσβάλλει τη συνείδηση των ευλαβεστάτων ή να περιορίσει τη φιλοδοξία των εθνικιστών. Οι περιστάσεις θα ήταν κάπως δυσάρεστες, αλλά και τί μ’ αυτό; Οι πραγματικώς υψηλόφρονες άνθρωποι είναι αδιάφοροι για την ευτυχία, ιδιαιτέρως των άλλων [...] Αυτοί οι προβληματισμοί αποδεικνύουν ότι μια επιστημονική παγκόσμια κοινωνία δεν μπορεί να είναι σταθερή, αν δεν υπάρχει μια παγκόσμια κυβέρνηση» [55].

1.http://infowars.wikia.com/wiki/The_Scientific_Outlook
2.http://infowars.wikia.com/wiki/The_Impact_Of_Science_On_Society  
3.http://www.informationliberation.com/?id=22599
4.http://www.archive.org/search.php?query=Bertrand%20Russell%20AND%20collection%3Auniversallibrary
5.http://www.google.com/search?tbo=p&tbm=bks&q=inauthor:Bertrand+inauthor:Russell&num=40&lr=lang_en

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

Για διευκόλυνση των αναγνωστών και ερευνητών δεν χρησιμοποιήσαμε τις συνήθεις μεθόδους βιβλιογραφικής παραπομπής (αυτόθι, ένθ’ ανωτ. κ.λπ.), αλλά σε κάθε υποσημείωση επαναλάβαμε πλήρη τα στοιχεία της παραπομπής.

1. Την κατά Ράσσελ διαφορετικότητα της εκπαίδευσης στο τωρινό και το Παγκόσμιο Κράτος επισημαίνει και ο William Bruneau λέγοντας τα εξής, θέση που όμως νομίζουμε μερικώς εσφαλμένη :  “Russell thought that the ‘education of the citizen’ must take priority over education of the “individual” until such time as there is a world government and a world-wide system of schooling, as free as possible of parochial, dogmatic, and propagandistic teaching” (W. BRUNEAU, Review: CHRIS SHUTE, Bertrand Russell: “Education as the Power of Independent Thought”, Russell: the Journal of Bertrand Russell Studies 23 (summer 2003) 72, υποσημ.4). Αντιθέτως, ο ίδιος ο Ράσσελ επισημαίνει ότι στο Παγκόσμιο Κράτος η παιδεία θα είναι αυστηρώς ελεγχόμενη και μόνο κατά τόπους ομοιόμορφη, και όχι εξατομικευμένη, «individualistic»· έτσι θα υπάρξει παγκόσμια ειρήνη. Βλ. την εδώ παράγραφο §Γ1 και τα εκεί χωρία.

2.  Αποσπάσματα συλλεγμένα από το έργο του Αγίου, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, άνευ ακριβούς παραπομπής, εκ του διαδικτύου.

3. Ο Ράσσελ στον πρόλογο της εκδόσεως του έργου του The Scientific Outlook, εκδόσως των Allen and Unwin, Woking και London του έτους 1954, σημειώνει ότι έχει κάνει αλλαγές σε σχέση με την αρχική έκδοση (1931) και επισημαίνει την ομοιότητα των προβλέψεών του με αυτές των βιβλίων του A. Huxley (Brave New World, 1931) αλλά και του James Burnham (The Managerial Revolution, 1941)· ομιλεί δε περί «των φόβων του» (;). Γράφει στη σελ. 7 τα εξής : “The material of the last few chapters may seem now more familiar than at the time of the first edition, since it has been popularized in two widely read books [...] I do not suggest that my book had any influence on either of these, but the parallels are interesting, and will, I hope, persuade the reader that my fears are more than an individual phantasy.” Πάντως, εμείς δεν διαπιστώσαμε κανένα ... «φόβο» σε όσα (αντιθέτως) υποστηρικτικά ενός νέου απολυταρχικού κράτους γράφει με άνεση ο Ράσσελ, σαν να επρόκειτο περί φυσιολογικής εξελίξεως της ιστορίας, όπως φαινεται και στα εδώ γραφόμενα.

4. Β΄ Πετρ. 2, 18.19· «... υπέρογκα γαρ ματαιότητος φθεγγόμενοι δελεάζουσιν εν επιθυμίαις σαρκός ασελγείαις τους όντως αποφυγόντας τους εν πλάνη αναστρεφομένους, ελευθερίαν αυτοίς επαγγελλόμενοι, αυτοί δούλοι υπάρχοντες  της φθοράς· ω γαρ τις ήττηται, τούτω και δεδούλωται».

5. Κατά τον Ράσσελ τα παιδιά και όχι οι σαρκικές σχέσεις, "are the true purpose of marriage, which should therefore be not regarded as consummated until such time as there is a prospect of children." Marriage and Morals, Routledge, London and New York 2009 (Taylor and Francis e-Library 2009), σελ. 102. Ευρεθέν στο STANLEY HAUERWAS, “Sex and Politics: Bertrand Russell and ‘Human Sexuality’”, Christian Century, April 19, 1978, σελ. 417-422.

6. Ο φίλος του Ράσσελ συγγραφεύς T.S. Eliot (1888-1965) έγραψε το 1927 στο Ράσσελ χαρακτηριστικά για το βιβλίο του Ράσσελ,  “Why I’ m not a Christian”  τα εξής: «Μόλις διάβασα το μικρό φυλλάδιό σου για το Χριστιανισμό. Με κάποια λύπη. Όλοι οι λόγοι που προτάσσεις ήταν γνωστοί σ’ εμένα, νομίζω, στην ηλικία των έξι η οκτώ ετών· και ομολογώ ότι το φυλλάδιό σου μου φαίνεται έργο παιδιάστικης γκάφας. Αλλ’ εγώ ανατράφηκα ως Αθεϊστής και εσύ τεκμηριωμένα ανατράφηκες – κι ακόμη παραμένεις - ένας Ευαγγελικός. Γιατί δεν προσκολλάσαι στα μαθηματικά;». Letter from Eliot to Russell, dated June 22, I927; Original in the Russell Archive, McMaster University.  Εμμέσως από το JACK PITT, “Russell on Religion”, International Journal for Philosophy of Religion, vol. 6, n. 1 (1975) 41.

7. B. RUSSELL, Why I am not a Christian, and other essays on religion and related subjects, Simon and Schuster, New York 1957, σελ. 30.

8. Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Φιλοσοφική και Θεολογική Βιβλιοθήκη 6, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1997[6], σελ. 405: «Άλλωστε η εμμονή του [του Russell] στην αποσπασματική θεώρηση των προβλημάτων του κόσμου και της ζωής με βάση τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες δεν τού έδιναν μεγάλα περιθώρια άλλων πτήσεων ή δημιουργίας ενός φιλοσοφικού συστήματος. Πάντως στη νεότητά του ήταν πλατωνικός, δεχόμενος πως οι καθολικές ιδέες και οι μαθηματικοί τύποι είναι ανεξάρτητοι από την εμπειρία. Αργότερα απέρριψε τις θέσεις αυτές κι έγινε αυστηρός θετικιστής». M. KOHL, “Russell on the utility of religion: Copleston's critique”, Philosophy of Religion 22 (1987) 69: “Contra Copleston, I will show that Russell did systematically dissociate what he regarded as valuable in religion. In addition I will suggest that - although he became famous in his later years as the great patron of non-theistic humanism - Russell once did have a profound Platonic philosophy of religion, a philosophy eloquently expressed in ‘The Essence of Religion’”. Περί της μεταβάσεως του Ράσσελ από το θεϊσμό στο δεϊσμό, βλ. αυτόθι, σελ. 70ε.

9. BERTRAND RUSSELL, The Scientific Outlook, Unwin Brothers Ltd, Woking and London, 1954[3], σελ. 219· "The advantages to be derived from an organized world State are great and obvious. There will be, in the first place, security against war and a saving of almost the whole effort and expense now devoted to competitive armaments: there will be, one must suppose, a single highly efficient fighting machine, employing mainly aeroplanes and chemical methods of warfare, which will be quite obviously irresistible, and will therefore not be resisted."

10. Unpopular Essays, Routledge, Oxon and New York 2009 (Taylor and Francis e-Library 2009), σελ. 37· “In either case, it will be a world in which successful rebellion will be impossible. Although, of course, sporadic assassination will still be liable to occur, the concentration of all important weapons in the hands of the victors will make them irresistible, and there will therefore be secure peace. Even if the dominant nation is completely devoid of altruism, its leading inhabitants, at least, will achieve a very high level of material comfort, and will be frees from the tyranny of fear. They are likely, therefore, to become gradually more good-natured and less inclined to persecute. Like the Romans, they will, in the course of time, extend citizenship to the vanquished. There will then be a true world state, and it will be possible to forget that it will have owed its origin to conquest. Which of us, during the reign of Lloyd George, felt humiliated by the contrast with the days of Edward I? A world empire of either the US or the USSR is therefore preferable to the results of a continuation of the present international anarchy.”

11. The Scientific Outlook, Unwin Brothers Ltd, Woking and London, 1954[3], σελ. 225· “If we are to justify any particular form of individual liberty in the scientific society of the future, we shall have to do it on the ground, that that form of liberty is for the good of society as a whole, but not in most cases on the ground that the acts concerned affect nobody but the agent.”

12. Education and the Social Order, Routledge, London and New York 2002 (digital printing 2004), σελ. 140· “It must, I think, be admitted that a certain amount of uncompensated propaganda is necessary for the minimum of social cohesion. While there may be occasions when law-breaking is a duty, they are a few, and on the whole respect for the law is desirable. If wars are ever to be avoided, there will have to be international machinery to settle disputes, and it will be necessary to teach respect for the body that makes the settlements.”

13. The Impact of Science on Society, Routledge, London-New York 1998, σελ. 40ε.· “I think the subject which will be of most importance politically is mass psychology [...] Its importance has been enormously increased by the growth of modern methods of propaganda. Of these the most influential is what is called 'education.' Religion plays a part, though a diminishing one; the press, the cinema, and the radio play an increasing part [...] It may be hoped that in time anybody will be able to persuade anybody of anything if he can  catch the patient young and is provided by the State with money and equipment [...] Various results will soon be arrived at. First that the influence of home is obstructive. Second, that not much can be done unless indoctrination begins before the age of ten. Third, that verses set to music and repeatedly intoned are very effective. Fourth, that the opinion that snow is white must be held to show a morbid taste for eccentricity. But I anticipate. It is for future scientists to make these maxims precise and discover exactly how much it costs per head to make children believe that snow is black, and how much less it would cost to make them believe it is dark grey.”

14. The Impact of Science on Society, Routledge, London-New York 1998, σελ. 41· "Although this science will be diligently studied, it will be rigidly confined to the governing class. The populace will not be allowed to know how its convictions were generated. When the technique has been perfected, every government that has been in charge of education for a generation will be able to control its subjects securely without the need of armies or policemen.”

15. The Impact of Science on Society, Routledge, London-New York 1998, σελ. 61· "Scientific societies are as yet in their infancy [...] It is to be expected that advances in physiology and psychology will give governments much more control over individual mentality than they now have even in totalitarian countries. Fichte laid it down that education should aim at destroying free will, so that, after pupils have left school, they shall be incapable, throughout the rest of their lives, of thinking or acting otherwise than as their schoolmasters would have wished”.

16. The Impact of Science on Society, Routledge, London-New York 1998, σελ. 62· "Diet, injections, and injunctions will combine, from a very early age, to produce the sort of character and the sort of beliefs that the authorities consider desirable, and any serious criticism of the powers that be will become psychologically impossible."

17. The Impact of Science on Society, Routledge, London-New York 1998, σελ. 63· "Gradually, by selective breeding, the congenital differences between rulers and ruled will increase until they become almost different species. A revolt of the plebs would become as unthinkable as an organized insurrection of sheep against the practice of eating mutton."

18. Scientific Outlook, Unwin Brothers Ltd, Woking and London, 1954[3], σελ. 251ε.· "In like manner, the scientific rulers will provide one kind of education for ordinary men and women, and another for those who are to become holders of scientific power. Ordinary men and women will be expected to be docile, industrious, punctual, thoughtless, and contented. Of these qualities, probably contentment will be considered the most important. In order to produce it, all the researches of psycho-analysis, behaviourism, and biochemistry will be brought into play [...] Almost all will be normal, happy, healthy boys and girls. Their diet will not be left to the caprices of parents, but will be such as the best biochemists recommend. They will spend much time in the open air, and will be given no more book-learning than is absolutely necessary. Upon the temperament so formed, docility will be imposed by the methods of the drill-sergeant, or perhaps by the softer methods employed upon Boy Scouts. All the boys and girls will learn from an early age to be what is called 'co-operative,' i.e., to do exactly what everybody is doing. Initiative will be discouraged in these children, and insubordination, without being punished, will be scientifically trained out of them."

19. Scientific Outlook, Unwin Brothers Ltd, Woking and London, 1954[3], σελ. 251· "Except for the one matter of loyalty to the World State and to their own order, members of the governing class will be encouraged to be adventurous and full of initiative. It will be recognized that it is their business to improve scientific technique, and to keep the manual workers contented by means of continual new amusements. As those upon whom all progress depends, they must not be unduly tame, nor so drilled as to be incapable of new ideas. Unlike the children destined to be manual workers, they will have personal contact with their teacher, and will be encouraged to argue with him."

20. Scientific Outlook, Unwin Brothers Ltd, Woking and London, 1954[3], σελ. 257· "On those rare occasions, when a boy or girl who has passed the age at which it is usual to determine social status shows such marked ability as to seem the intellectual equal of the rulers, a difficult situation will arise, requiring serious consideration. If the youth is content to abandon his previous associates and to throw in his lot whole-heartedly with the rulers, he may, after suitable tests, be promoted, but if he shows any regrettable solidarity with his previous associates, the rulers will reluctantly conclude that there is nothing to be done with him except to send him to the lethal chamber before his ill-disciplined intelligence has had time to spread revolt. This will be a painful duty to the rulers, but I think they will not shrink from performing it."

21. Education and the Social Order, Routledge, London and New York 2002 (digital printing 2004), σελ. 150ε.· “The most enlightened also admit classification by intelligence tests. But even the most enlightened like everything cut and dried, and forget the quality of individual life which makes each human being different from every other. For this reason there is a danger lest education officials should encourage a uniformity towards which, in any case, the world is tending. This is an administrative problem, and it has an administrative solution, namely, devolution. If there were a world-government, it would no doubt exercise a certain degree of supervision over all education: it would forbid excessive teaching of local patriotism, and it might prohibit doctrines which it considered subversive. But in all other respects it would, no doubt, leave education to be organised locally. If it were inspired by a scientific spirit, it would also permit various experiments in new methods [...] It is to the growth of the experimental spirit that we must look for the toleration of loopholes and exceptions in the scientific State. Without loopholes and exceptions, there will be little progress and insufficient diversity; but this, I think, may come to be believed by officials when they have all had a  sound scientific education, not only in in physics and chemistry, but also in biology. Individualism, although it is important not to forget its just claims, needs, in a densely populated industrial world, to be more controlled, even in individual psychology, than in former times. Very few men in an industrial society are independent units in their work; the vast majority belong to organisations, and have to carry out their portion of a collective undertaking. A sense of citizenship, of social co-operation, is therefore more necessary than it used to be; but it remains important that this should be secured without too great a diminution of individual judgement and individual initiative.”

22. Scientific Outlook, Unwin Brothers Ltd, Woking and London, 1954[3], σελ. 215ε.· “The experiment is still in progress, and only a rash man would venture to predict whether it will succeed or fail; the attitude both of friends and enemies towards it has been singularly unscientific. For my part, I am not anxious to appraise the good or evil in the Soviet system, but merely to point out those elements of deliberate planning which make it so far the most complete example of a scientific society. In the first place, all the major factors of production and distribution are controlled by the State; in the second place, all education is designed to stimulate activity in support of the official experiment; in the third place, the State does what it can to substitute its religion for the various traditional beliefs which have existed within the territory of the U.S.S.R.; in the fourth place, literature and the Press are controlled by the Government, and are such as are thought likely to help it in its constructive purposes; in the fifth place, the family, in so far as it represents a loyalty which competes with loyalty to the State, is being gradually weakened; in the sixth place, the Five Year Plan is bending the whole constructive energies of the nation to the realization of a certain economic balance and productive efficiency, by means of which it is hoped that a sufficient degree of material comfort will be secured for everyone."

23. Scientific Outlook, Unwin Brothers Ltd, Woking and London, 1954[3], σελ. 217ε.· “In countries long accustomed to democracy, the empire of these oligarchies may be concealed behind democratic forms, as was that of Augustus in Rome, but elsewhere their rule will be undisguised. If there is to be scientific experimentation in the construction of new kinds of societies, the rule of an oligarchy of opinion is essential. It may be expected that there will be conflicts between different oligarchies, but that ultimately some one oligarchy will acquire world dominion, and will produce a world-wide organization as complete and elaborate as that now existing in the U.S.S.R.”

24. Free Thought and Official Propaganda, Watts & Co, London 1922, σελ. 23· “Apparently it has not occurred to any one that a “good American,” like a "good German" or a "good Japanese," must be, pro tanto, a bad human being. A "good American" is a man or woman imbued with the belief that America is the finest country on earth, and ought always to be enthusiastically supported in any quarrel. It is just possible that these propositions are true ; if so, a rational man will have no quarrel with them. But if they are true, they ought to be taught everywhere, not only in America. It is a suspicious circumstance that such propositions are never believed outside the particular country which they glorify. Meanwhile the whole machinery of the State, in all the different countries, is turned on to making defenceless children believe absurd propositions the effect of which is to make them willing to die in defence of sinister interests under the impression that they are fighting for truth and right.”

25. Education and the Social Order, Routledge, London and New York 2002 (digital printing 2004), σελ. 152· “So long as this form of disharmony persists, the world cannot enjoy the advantages which science and technical skill have made possible. The disharmony between nations is encouraged by education in the present day, and could be brought to an end by the introduction of internationalist propaganda in schools. This, however, is hardly possible without a previous victory of political internationalism. Education can consolidate political achievements, but is not likely to cause them so long as it is controlled by national States.”

26. Education and the Social Order, Routledge, London and New York 2002 (digital printing 2004), σελ. 151· “If a man’s life is to be satisfactory, whether from his own point of view or from that of the world at large, it requires two kinds of harmony: an internal harmony of intelligence, emotion, and will, and an external harmony with the wills of the others. In both these respects, existing education is defective. Internal harmony is prevented by the religious and moral teaching given in infancy and youth, which usually continues to govern the emotions but not the intelligence in later life [...] This can be done in private schools on a small scale, but without the co-operation of the State it cannot be done on a sufficient large scale to produce results having other than experimental importance.”

27.  Education and the Social Order, Routledge, London and New York 2002 (digital printing 2004), σελ. 152· “All these evils arise from one source, that, while our technique demands co-operation of the whole human race as a single producing and consuming unit, our passions and our political beliefs persist in demanding competition. Our world is a mad world. Ever since 1914 it has ceased to be constructive, because men will not follow their intelligence in creating international co-operation, but persist in retaining the division of mankind into hostile groups.”

28. A fresh look at empiricism: 1927-42 (Collected Papers of Bertrand Russell), ed. by John Greer Slater and Peter Köllner, Routledge, London and New York, σελ. 387·  “Our sense of obligation to the community is enormously greater than it formerly was; this is due to various causes, all of which have their root in science. The power of the State over the individual is greater than it used to be owing to the closer organization of society and the better machinery fοr the detection of crime. Education is a potent means of propaganda for the State, enabling people in later life to read the newspapers and thus become susceptible to any point of view which the holders of power desire to promote. Society is, in a word, more organic than it used to be, and a man’s professional activities are consequently less anarchic than they were in former times. For the moment we do not reap the full benefit of this owing to the division of the powerful sections of mankind into mutually suspicious nations, but if, as seems probable, a world government is ultimately achieved the increased possibilities of direction from the centre will become highly beneficial. I think one must expect that the Government will continue to acquire an increasing control over the lives of inidividuals as it has done during the past century. The result may possibly be a dwarfing of the individual in comparison with the community. This in itself might be regrettable, but scientific technique undoubtedly makes anarchic conduct more dangerous to the community than it used to be, and therefore makes some diminution of individual liberty inevitable”.

29. The Practice and Theory of Bolshevism, Allen & Unwin, London 1949, σελ. 74· “Religion is a set of beliefs held as dogmas, dominating the conduct of life, going beyond or contrary to evidence, and inculcated by methods which are emotional or authoritarian, not intellectual.”

30. Why I am not a Christian, ed. Paul Edwards, Allen & Unwin, London 1957, σελ. 29.27· “Religion is based [...] primarily and mainly upon fear. Fear is the basis of the whole thing - fear of the mysterious, fear of defeat, fear of death. Fear is the parent of cruelty, and therefore it is no wonder if cruelty and religion go hand in hand [...] The more intense has been the religion of any period and the more profound has been the dogmatic belief, the greater has been the cruelty and the worse has been the state of affairs.”

31. Free Thought and Official Propaganda, Watts & Co, London 1922, σελ. 10· “I am myself a dissenter from all known religions, and I hope that every kind of religious belief will die out. I do not believe that, on the balance, religious belief has been a force for good. Although I am prepared to admit that in certain times and places it has had some good effects, I regard it as belonging to the infancy of human reason, and to a stage of development which we are now outgrowing.”

32. The basic writings of Bertrand Russell, Routledge, London and New York 2003, σελ. 67· ”... that man is the product of causes which had no prevision of the end they were achieving; that his origin, his growth, his hopes and fears, his loves and his beliefs, are but the outcome of accidental collocations of atoms; that no fire, no heroism, no intensity of thought and feeling, can preserve an individual life beyond the grave; that all the labors of the ages, all the inspiration, all the noonday brightness of human genius are destined to extinction in the vast death of the solar system; that the whole temple of man's achievement must inevitably be buried beneath the debris of a universe in ruins - all these things, if not quite beyond dispute, are so nearly certain, that no philosophy which rejects them can hope to stand. Only within the scaffolding of these truths, only on the firm foundation of unyielding despair, can the soul’s habitation henceforth be safely built.” Ευρεθέν μέσω του L. L. CLOVER, Evil Spirits Intellectualism and Logic, Louisiana Missionary Baptist Institute and Seminary, Minden-Louisiana 1974, σελ. 55.

33. Principles of Social Reconstruction, Allen and Unwin, London 1916, σελ. 141· “If a religious view of life and the world is ever to reconquer the thoughts and feelings of free-minded men and women, much that we are accustomed to associate with religion will have to be discarded. The first and greatest change that is required is to establish a morality of initiative, not a morality of submission, a morality of hope rather than fear, of things to be done rather than of things to be left undone. It is not the whole duty of man to slip through the world so as to escape the wrath of God [...] The religious life that we must seek will not be one of occasional solemnity and superstitious prohibitions, it will not be sad or ascetic, it will concern itself little with rules of conduct. It will be inspired by a vision of what human life may be, and will be happy with the joy of creation living in a large free world of initiative and hope. It will love mankind, not for what they are to the outward eye, but for what imagination shows that they have it in them to become.”

34. Russell on religion: selections from the writings of Bertrand Russell, ed. By Louis Greenspan and Stefan Andersson, Routledge, London and New York 1999(Taylor and Francis e-Library 2002), σελ. 28ε.· “Religion has three main aspects. In the first place, there are a man's serious personal beliefs, insofar as they have to do with the nature of the world and the conduct of life. In the second place there is theology. In the third place there is institutionalized religion, i.e., the churches. The first of these aspects is somewhat vague, but the word "religion" is coming more and more to be used in this sense [...] What makes my attitude towards religion complex is that, although I consider some form of personal religion highly desirable, and feel many people unsatisfactory through the lack of it, I cannot accept the theology of any well known religion, and I incline to think that most churches at most times have done more harm than good.”

35. Education and the Social Order, Routledge, London and New York 2002 (digital printing 2004), σελ. 10· “In this world of flux men bear their part as causes of change, and in the consciousness of themselves as causes they exercise will and become aware of power. Knowledge, emotion, and power, all these should be widened to the utmost in seeking the perfection of the human being. Power, Wisdom, and Love, according to traditional theology, are the respective attributes of the Three Persons of the Trinity, and in this respect at any rate man made God in his own image. In this we are thinking of man as an individual. We are considering him as he has been considered by Buddhists, Stoics, Christian saints, and all mystics.”

36. Μια από τις πολλές ελλείψεις της αγγλικής γλώσσας είναι και η έλλειψη διακεκριμένων λέξεων για τις δύο διαφορετικές έννοιες της αγάπης και του έρωτος (σημ. επιμελητού).

37. B. RUSSELL, On Ethics, Sex, and Marriage, ed. Al Seckel, Prometheus Books, New York 1987 , σελ. iv · “Russell could see nothing wrong in sexual relations before marriage, and he advocated temporery childless marriages for most university students. It is wrong to regard Russell as an enemy of the institution of marriage, though he did object to continuing a marital relationship when no love was left. What shocked people a great deal was his remark that a permanent marriage need not exclude a few temporary extramarital affairs.”

38. Bertrand Russell speaks his mind, World Publishing Co., Cleveland and New York 1960, σελ. 66· “I should deal with sexual morality exactly as I would deal with everything else. I should say that if what you are doing does no harm to anybody there’s no reason to condemn it. And you shouldn’t condemn it merely because some ancient taboo has said that this is wrong. You should look into whether it does harm or not, and that’s the basis of sexual morality as of all others.”

39. Πρβλ. σχετικώς ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΒΛΙΑΓΚΟΦΤΗ, Οικουμενισμός, Νεοειδωλολατρία και Νέα Εποχή, εκδ. Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 13. Την αρχή αυτή υποστήριξε δημοσίως και εμφαντικώς, επαινώντας τον αρχι-σατανιστή μάγο Aleister Crowley, στην εκπομπή  Late Night America, στο κανάλι PBS των Η.Π.Α. προ 35 περίπου ετών ο γνωστός ψυχεδελικός επίκουρος Καθηγητής της Ψυχολογίας στο UC Berkeley, ο Timothy Leary.

40. Why I am not a Christian, and other essays on religion and related subjects, Simon and Schuster, New York 1957, σελ. 28.

41. Why I am not a Christian, and other essays on religion and related subjects, Simon and Schuster, New York 1957, σελ. 29.

42. Με τις Alys Pearsall Smith (1894-1901), Dora Black (1921-1932), Patricia Spence (1936-1952) και Edith Finch (1952-1970). Παραλλήλως με τον πρώτο γάμο του διατηρούσε και άλλους δεσμούς, μεταξύ των οποίων με τις Ottoline Morrell και Constance Malleson.

43. Marriage and Morals, George Allen and Unwin, London 1929, σελ. 54.91ε.92.91.92ε.· “... there ought to be no law whatsoever on the subject of obscene publications [...] Lord Campbell's Act, as anyone may discover by reading the debates on it, was directed solely to the suppression of pornography, and it was thought at the time that it had been so drafted as to be incapable of use against other types of literature. This belief, however, was based upon an insufficient appreciation of the cleverness of policemen and the stupidity of magistrates [...] We may therefore, basing ourselves on a mass of historical evidence, lay it down that censorship will be used against works of serious artistic or scientific merit, while persons whose purpose is purely salacious will always find ways of slipping through the meshes of the law [...] ... publications which are undoubtedly and frankly pornographic would do very little harm if sex education were rational [...] ... frank pornography would do less harm if it were open and unashamed than it does when it is rendered interesting by secrecy and stealth. In spite of the law, nearly every fairly well-to-do man has in adolescence seen indecent photographs, and has been proud of obtaining possession of them because they were difficult to procure.” Ευρεθέντα μέσω του FRANK LYNCH, HUGH MCLACHLAN AND CHRISTOPHER NOTTINGHAM, “Bertrand Russell on Pornography”, The Philosopher, vol. 85, n.2 (1997).

44. Principles of Social Reconstruction, Allen and Unwin, London 1916, σελ. 139· “It is not so much that the creed of the Church is the wrong one. What is amiss is the mere existence of a creed. As soon as income, position, and power are dependent upon acceptance of no matter what creed, intellectual honesty is imperilled. Men will tell themselves that a formal assent is justified by the good which it will enable them to do. They fail to realize that, in those whose mental life has any vigour, loss of complete intellectual integrity puts an end to the power of doing good, by producing gradually in all directions an inability to see truth simply. The strictness of party discipline has introduced the same evil in politics; there, because the evil is comparatively new, it is visible to many who think it unimportant as regards the Church. But the evil is greater as regards the Church, because religion is of more importance than politics, and because it is more necessary that the exponents of religion should be wholly free from taint.”

45. Principles of Social Reconstruction, Allen and Unwin, London 1916, σελ. 139· “Property which is only available for those who will support an established institution has a tendency to warp men's judgments as to the excellence of the institution. The tendency is aggravated when the property is associated with social consideration and opportunities for petty power. It is at its worst when the institution is tied by law to an ancient creed, almost impossible to change, and yet quite out of touch with the unfettered thought of the present day. All these causes combine to damage the moral force of the Church.”

46. Principles of Social Reconstruction, Allen and Unwin, London 1916, σελ. 140· “If religion is not to be harmful in a world of rapid change, it must, like the Society of Friends, be carried on by men who have other occupations during the week, who do their religious work from enthusiasm, without receiving any payment [...] Except in a quite stationary society, no religious life can be living or a real support to the spirit unless it is freed from the incubus of a professional priesthood.”

47. JACK PITT, “Russell on Religion”, International Journal for Philosophy of Religion, vol. 6, n. 1 (1975) 44· “It is Russell's view that with the dissolution of the professional priesthood there would arise religious leaders who would be much closer to common life and less concerned with social irrelevancies. They would be freer of institutional or historical preconceptions concerning moral and religious questions, and there would be less tendency for them to be isolated from their followers. Whether these consequences would in fact follow, there is probably insufficient evidence to know, but his proposal is more harmonious with the moral teachings of religion than an organizational chain of command whose closest analog is to be found in the world's military forces.”

48. Unpopular Essays, Routledge, Oxon and New York 2009 (Taylor and Francis e-Library 2009), σελ. 75· “In this connection the orthodox have a curious objection to cremation, which seems to show an insufficient realisation of God’s omnipotence. It is thought that a body which has been burnt will be more difficult for Him to collect together again than one which has been put underground and transformed into worms. No doubt collecting the particles from the air and undoing the chemical work of combustion would be somewhat laborious, but it is surely blasphemous to suppose such a work impossible for the Deity. I conclude that the objection to cremation implies grave heresy. But I doubt whether my opinion will carry much weight with the orthodox. It was only very slowly and reluctantly that the Church sanctioned the dissection of corpses in connection with the study of medicine.”

49. Why I am not a Christian, and other essays on religion and related subjects, Simon and Schuster, New York 1957, σελ. 178· “It is clear that marriage, as an institution, should only interest the State because of children, and should be viewed as a purely private matter so long as it is childless. It is clear, also, that, even where there are children, the State is only interested through the duties of fathers, which are chiefly financial. Where divorce is easy, as in Scandinavia, the children usually go with the mother, so that the patriarchal family tends to disappear. If, as is increasingly happening where wage-earners are concerned, the State takes over the duties that have hitherto fallen upon fathers, marriage will cease to have any raison d'être, and will probably be no longer customary except among the rich and the religious”.

50. Marriage and Morals, Routledge, London and New York 2009 (Taylor and Francis e-Library 2009), σελ.133.134· “So long as the world remains divided into competing militaristic states, the substitution of public bodies for parents in education means an intensification of what is called patriotism, i.e., a willingness to indulge in mutual extermination without a moment’s hesitation, whenever the governments feel so inclined. Undoubtedly patriotism, so called, is the gravest danger to which civilization is at present exposed, and anything that increases its virulence is more to be dreaded than plague, pestilence and famine. At present young people have a divided loyalty, on the one hand to their parents, on the other to the State. If it should happen that their sole loyalty was to the State, there is grave reason to fear that the world would become even more bloodthirsty than it is at present. I think, therefore, that so long as the problem of internationalism remains unsolved, the increasing share of the State in the education and care of children has dangers so grave as to outweigh its undoubted advantages [...] Τhe family is decaying fast, and internationalism is growing slowly. The situation, therefore, is one which justifies grave apprehensions. Nevertheless, it is not hopeless, since internationalism may grow more quickly in the future than it has done in the past."

51. Education and the Social Order, Routledge, London and New York 2002 (digital printing 2004), σελ. 131· “Until recent times women had little opportunity of making an independent living, and were therefore forced to be dependent upon husbands or male relatives. The patriarchal family, involving support of wives and descent in the male line, led naturally to insistence on virtue in wives, enforced by very severe ethical and religious sanctions, and usually, in early civilisations, by the death penalty for women guilty of adultery. While the legal penalty became lighter, and finally disappeared except in a few outlying regions such as New York State, the ethical and religious censure remained. This part of the conventional code, as we saw, is incompatible, in practice though not in theory, with the claim for the equality of women with men. Where women can earn their own living, their claim to equality is irresistible. Frantic efforts are made to prevent married women from obtaining employment, but it is not to be supposed that these efforts can have much permanent success. There will also be an increasing number of ways in which a woman can make a living without being of impeccable virtue from a conventional standpoint. The existing moral code, therefore, is in process of breaking down from economic causes. Falling birth-rates, combined with militarism, are giving to the State an increasing interest in the welfare of children, since it is wasteful, from the governmental point of view, for a male to die before he is old enough to to be killed on the battle field. Where economic causes combine to diminish the virtue of women, and to increase the share of the State in the maintenance of children, it is clear that the importance of fathers must diminish, and with it all those sentiments and moral precepts that are bound with the patriarchal family. At present, parents and the State combine in thinking it good for children to be taught an outlook on sexuαl matters which comes from the past, and is not well adapted to the world of the present. This is an example of the conservatism of sentiment where sex and family are concerned. This conservatism is especially strong as regards education, since most people are of opinion that it can do the young no harm to be taught a very strict morality. Education, therefore, tends to prevent societies from adapting themselves to ne needs as quickly as they ought, and causes many adult men and women to feel a horror, derived from their early training, in regard to things which it would be well to accept as a matter of course.”

52. Why I am not a Christian, ed. Paul Edwards, Allen & Unwin, London 1957, σελ. 121· “Assuming the break-up of the family and the establishment of rationally conducted State institutions for children, it will probably be found necessary to go a step further in the substitution of regulation for instinct. Women accustomed to birth control and not allowed to keep their own children would have little motive for enduring the discomfort of gestation and the pain of child-birth. Consequently in order to keep up the population it would probably be necessary to make child-bearing a well-paid profession, not of course to be undertaken by all women or even by a majority, but only by a certain percentage who would have to pass tests as to their fitness from a stockbreeding point of view. What tests should be imposed upon sires and what proportion they should form of the male population are questions which we are not yet called upon to decide.”

53. A fresh look at empiricism: 1927-42 (Collected Papers of Bertrand Russell), ed. by John Greer Slater and Peter Köllner, Routledge, London and New York, σελ. 387· “Given a greater knowledge of heredity than we at present possess, it would, of course, be possible to improve the breed almost indefinitely. The best twenty-five per cent of each generation of women might be set apart for maternity, and the best one per cent of each generation of men; this would require, of course, a complete revolution in all our moral ideas as regards marriage and the family. It does not seem likely that the western nations would adopt any such plan except in some great emergency, but one could imagine it adopted by Japan, with the result that in a century the Japanese race would become physically and intellectually so enormously superior to all others as to be able to acquire world dominion, Fear then might terrify the western nations into imitation.”

54. The Impact of Science on Society, Routledge, London-New York 1998, σελ. 116· “The nations which at present increase rapidly should be encouraged to adopt the methods by which, in the West, the increase of population has been checked. Educational propaganda, with government help, could achieve this result in a generation. There are, however, two powerful forces opposed to such a policy: one is religion, the other is nationalism. I think it is the duty of all who are capable of facing facts to realise, and to proclaim, that opposition to the spread of birth control, if successful, must inflict upon mankind the most appalling depth of misery and degradation, and that within another fifty years or so.”

55. The Impact of Science on Society, Routledge, London-New York 1998, σελ. 116ε.· “I do not pretend that birth control is the only way in which population can be kept from increasing. There are others, which, one must suppose, opponents of birth control would prefer. War, as I remarked a moment ago, has hitherto been disappointing in this respect, but perhaps bacteriological war may prove more effective. If a Black Death could be spread throughout the world once in every generation survivors could procreate freely without making the world too full. There would be nothing in this to offend the conscience of the devout or to restrain the ambition of nationalists. The state of affairs might be somewhat unpleasant, but what of it? Really high-minded people are indifferent to happiness, especially other people's [...] These considerations prove that a scientific world society cannot be stable unless there is a world government.”

© Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:




Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Powered by active³ CMS - 28/1/2022 10:30:38 μμ