Στις 23 Απριλίου 1752,
Μαρτύρησε στην πόλη της  Πτολεμαΐδας ο Άγιος Γεώργιος
(Από το νέο Μαρτυρολόγιο του Αγ. Νικοδήμου).

Αυτός ο Μάρτυρας του Χριστού Γεώργιος, ήταν Κύπριος στην καταγωγή, νέος στην ηλικία, ωραίος στην εμφάνιση, φρόνιμος στον νου και συνετός στα ήθη. Αφού έφυγε από την πατρίδα του, πήγε στην Πτολεμαΐδα, που τώρα λέγεται Άκρι, και βρέθηκε υπηρέτης κοντά σε κάποιον Κόνσουλα Ευρωπαίο. Είχε λοιπόν τη συνήθεια να πηγαίνει σε μία φτωχή γυναίκα τουρκάλα, για να αγοράζει από αυτήν αυγά για το σπίτι του αφέντη του. Αυτή λοιπόν είχε μια κόρη σε ηλικία γάμου. Και καθώς περνούσε ο καιρός και ο νέος συχνά πήγαινε εκεί για αυγά, τον ακολουθούσε πολλές φορές και έβγαινε και συνομιλούσε μαζί του ελεύθερα, ακόμα κι αν απουσίαζε η μητέρα της. Μερικές όμως άλλες γειτόνισσες τουρκάλες βλέπουν ότι ο νέος αγοράζει αυγά μόνο από εκείνη (επειδή αυτή είχε αρκετά), ενώ από εκείνες δεν αγοράζει, ζήλεψαν και συμφώνησαν μεταξύ τους, για να του προξενήσουν κακό. Λοιπόν, μια μέρα πήγε ο νέος, όπως συνήθιζε, να πάρει πάλι αυγά, ενώ απουσίαζε η μητέρα του κοριτσιού, και αμέσως μόλις τον είδαν και μπήκε μέσα στο σπίτι, έτρεξαν οι μιαρές και έπιασαν τον νέο φωνάζοντας δυνατά ότι είπε πως θα τουρκέψει και θα πάρει τη νέα για γυναίκα του, κατηγορώντας άδικα τον αθώο. 

Μαζεύτηκε αμέσως μεγάλο πλήθος Αγαρηνών και αφού άρπαξαν τον νέο, τον πήγαν στο δικαστήριο φωνάζοντας και αυτοί τα ίδια και ψευδομαρτυρώντας ενάντια στον Άγιο. Ρώτησε ο δικαστής τον Άγιο αν ίσως είναι αληθινά όσα λέγονται. Και αυτός με θάρρος απάντησε ότι ποτέ δεν είπε τέτοια λόγια, ούτε τα υπονόησε, αλλά αυτοί από κακία τον συκοφάντησαν και ότι αυτός Χριστιανός γεννήθηκε και Χριστιανός θα πεθάνει. Έταζαν να του δώσουν δώρα υπερβολικά και δόξες και αξιώματα, αλλά δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν τίποτα. Μεταχειρίστηκαν διάφορες τυραννίες, αλλά ούτε με αυτές μπόρεσαν να πείσουν τον νέο, καθώς έστεκε σταθερός στην πίστη του Χριστού. Έτσι, ο δικαστής αποφάσισε να τον καταδικάσει σε θάνατο. Και ήταν μέρα Παρασκευή και αφού οι Τούρκοι βγήκαν από το τζαμί τους, το οποίο είναι κοντά στην θάλασσα, στάθηκαν όλοι έξω στην μεγάλη πεδιάδα που βρίσκεται εκεί, και αφού έκαναν συμβούλιο, οδηγούν εκεί τον Μάρτυρα σιδηροδέσμιο και αφού τον έστησαν στη μέση της πεδιάδας εκείνης, διαβάζουν την απόφαση του θανάτου εναντίον του για να την ακούσουν όλοι, και έτσι αρχίζουν όλοι να κολακεύουν τον νέο και να τον παρακινούν να τουρκέψει. Ο νέος στάθηκε και τους επέπληξε με ανδρεία και αφού είδαν ότι η γνώμη του δεν αλλάζει, κάνουν όλοι έναν κύκλο γύρω από τον Μάρτυρα και κρατούν τα πιστόλια τους έτοιμα στα χέρια και του λένε, ή θα υπακούσει σε όσα του λένε, ή αμέσως θα τον σκοτώσουν. Ο γενναιότατος όμως Μάρτυρας του Χριστού, αφού ύψωσε τα χέρια του, έτσι όπως ήταν δεμένα με τις αλυσίδες, στον ουρανό, είπε με δυνατή φωνή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξου το πνεύμα μου και αξίωσέ με της Βασιλείας σου». Και αφού τα είπε αυτά, έριξαν όλοι μαζί με τα πιστόλια τους καταπάνω στον Μάρτυρα. Και καθώς εκείνος έπεσε στη γη, έτρεξαν όλοι με τα μαχαίρια και έκαναν σαν κόσκινο το μαρτυρικότατο εκείνο σώμα από τις μαχαιριές.

Ακόμα δεν είχαν χορτάσει την κακία τους, και να ο Θεός των θαυμάτων και των μαρτύρων ενεργεί ένα τέτοιο θαύμα. Εκεί που ήταν γαλήνη μεγάλη, την ίδια στιγμή γίνεται ένας αναβρασμός της θάλασσας μεγάλος, και παρόλο που από τη θάλασσα ως τον τόπο εκείνο όπου κείτονταν το λείψανο του Μάρτυρα ήταν μεγάλη απόσταση, περίπου ίση με τη βολή ενός τουφεκιού και ακόμα πιο μακριά, η θάλασσα έγινε τόσο άγρια, σαν ένα θηρίο  ανήμερο, ώστε βγήκε από τον φυσικό της τόπο και αφού ήρθε ως εκεί που βρισκόταν το λείψανο (αυτό φαίνονταν πως το τιμά και το σέβεται), έπλυνε το Μαρτυρικό αίμα που έτρεχε από αυτό, με τρόπο που έγινε ολόκληρη σαν ένας κόκκινος αφρός από κιννάβαρι. Και καθώς ανέβαινε από τους τοίχους του τζαμιού των Αγαρηνών και του κουμερκίου τους, ζητούσε να τα γκρεμίσει και τα δύο με τα κύματά της. Βλέποντας αυτό το φοβερό θαύμα οι Οθωμανοί και φοβούμενοι μήπως καταποντισθεί ολόκληρη η πόλη τους, έτρεξαν αμέσως και εξανάγκασαν τους Χριστιανούς να έρθουν και πήραν με τιμή και θάρρος το ιερό εκείνο σώμα και φέρνοντάς το στην Εκκλησία το έθαψαν εκεί, όπου και σήμερα βρίσκεται, και αμέσως ησύχασε η θάλασσα και ειρήνευσε πάλι, αφού καθάρισε σαν δούλη το αγιότατο αίμα του Μάρτυρα.

Μετά το θάνατο του σώματος, δοξάζοντας ο Θεός τον Μάρτυρα και την θεία πίστη του, ενήργησε ένα τέτοιο θαύμα: τρεις ολόκληρες νύχτες φαίνονταν ένας στύλος φωτιάς από τον ουρανό ως τον τάφο του Αγίου και όλη η πόλη έφεγγε από ένα γλυκύτατο φως που χύνονταν τριγύρω από εκείνο τον πύρινο στύλο. Από τότε, εις παντοτινή μνήμη εκείνου του αρρήτου φωτός και του θαύματος, μέχρι σήμερα, κάθε Παρασκευή απόγευμα, οι Χριστιανοί της περιοχής συνηθίζουν να πηγαίνουν στον τάφο του Μάρτυρα, πλήθος ανδρών, γυναικών, παιδιών και μάλιστα αρρώστων και ασθενών και προσφέροντας κεριά και λαμπάδες και θυμιάματα, κάνουν μια μεγάλη φωτοχυσία και γίνονται άπειρα θαύματα εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιας Θεότητος και βασιλείας. Η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απόδοση στην Νεοελληνική: Τέζας Γεώργιος Φιλόλογος

Συναξαριστής Νεομαρτύρων
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Print-icon 

Login-iconLogin