Καινή Διαθήκη και Μετενσάρκωση


Π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δρ. θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗΣ


α) Η εν Χριστώ ελπίδα

Αν πάρουμε σαν βάση, πως η σύνδεση της ψυχής με το σώμα αξιολογείται αρνητικά, πρέπει να απορρίψουμε ολόκληρο το έργο του Χριστού.

Οι χριστιανοί πιστεύουν πως στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε ο άνθρωπος με το Θεό. Αυτή η ένωση στο ένα και μοναδικό πρόσωπο του Χριστού αποτελεί σωτηρία για την ανθρωπότητα· σωτηρία, όχι πτώση!

Ο Χριστός ενίκησε το θάνατο, όχι με την έννοια της εκμηδένισης του σώματος ή της "απελευθέρωσης", αλλά με την έννοια της ανάστασης του σώματος. Όχι με την έννοια του τελικού χωρισμού ή της "απαλλαγής" από το σώμα, αλλά με την έννοια της αφθαρσίας και της αθανα­σίας του σώματος.

Η δική μας ελπίδα είναι η ανάσταση του σώματος κατά την παρουσία του Κυρίου και η ολοκλήρωση του ανθρώπου με την επανένωση της ψυχής με το σώμα, σε κατάσταση αφθαρσίας και αθανασίας. Ο Χριστός ανελήφθη με το άφθαρτο σώμα Του και το οδήγησε μέχρι το ύψος της δό­ξης του Θεού. Έτσι έδειξε και σε μάς πως η πορεία μας δεν είναι από τον ουρανό στη γη, αλλά από τη γη στην ουράνια δόξα.

Ο Χριστός βεβαίωσε: "Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή" (Ιωάν. ια' 25). Αν η διδαχή του Χριστού περιελάμβανε τη δοξασία της μετενσάρκωσης δε θα μπορούσε ποτέ ο Χρι­στός να πει αυτό το λόγο. Όπως ορθά παρατηρεί ο J. Aagard, θα έλεγε: «Είμαι ο αιώνιος Εαυτός και η τελική απελευθέρωση»! (Areopagus3/1989, σ. 23).

Η ανάσταση είναι το θεμέλιο της πίστης μας, και ο χριστιανός δεν μπορεί να το αγνοήσει αυτό. Σ' αυτή στηρίζε­ται ολόκληρη η ελπίδα μας. Η προσμονή των πιστών είναι η ανάσταση· όχι η εξουδετέρωση του σώματος και η επι­στροφή της ψυχής στην "άμορφη Ουσία". Ο απόστολος Παύλος ταυτίζει τη χριστιανική ελπίδα με την ανάσταση και την αφθαρσία του σώματος:

«Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών· έτι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών» (Α' Κορ. ιε' 17). Στόχος του χριστιανού είναι η κατάργηση του "έσχατου εχθρού", του θανάτου, δηλαδή η ανάσταση των σωμάτων (Α' Κορ. ιε' 26). «Ει νεκροί ουκ εγείρονται, φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν. Μη πλανάσθε...»! (Α' Κορ. 22-23).

Η ελπίδα του χριστιανού αποτελεί μυστήριο· η σωτηρία του ταυτίζεται με το μεγάλο μυστήριο της ενανθρώπησης του Θεού (Α' Τιμ. γ' 16). Ο απόστολος Παύλος διασαφη­νίζει:

«Ιδού μυστήριον υμίν λέγω· πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλ­μού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι· σαλπίσει γαρ, και νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα. Δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν, τότε γενήσεται ο Λόγος ο γεγραμμένος· κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος· πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, Άδη, το νίκος;» (Α' Κορ. ιε' 51-55).

Το μήνυμα αυτό δεν ήταν δυνατό να το δεχθούν οι άνθρωποι που ήσαν επηρεασμένοι από τη φιλοσοφία της εποχής, ιδιαίτερα οι Έλληνες. Έτσι κατανοούμε τις δυσκολίες του αποστόλου Παύλου στην Αθήνα. Μεταξύ των ακροατών του υπήρχαν και επικούρειοι και στωϊκοί φιλόσοφοι, που ήθελαν να ακούσουν τι είχε να πει «ο σπερμολόγος ούτος». Ο απόστολος κατηγορήθηκε ως «ξένων δαιμονίων καταγγελεύς», επειδή «τον Ιησούν και την ανάστασιν ευηγγελίζετο αυτοίς» (Πράξ. ιζ' 31-33).

Αυτοί άκουσαν την ομιλία του αποστόλου στον Άρειο Πάγο, η οποία κατέληξε με τη διακήρυξη της ανάστασης του Χριστού. Η αντίδραση των ακροατών περιγράφεται με τα λόγια: «ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου. Και ούτως ο Παύλος εξήλθεν εκ μέσου αυτών» (Πράξ. ιζ' 31-33)

Η πίστη στην ανάσταση αποκλείει τη δοξασία της μετενσάρκωσης· βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση. Η "αλλα­γή", η είσοδός μας στη ζωή της αφθαρσίας και της αθανα­σίας δεν περνάει μέσα από διαδοχικές γεννήσεις και θανά­τους, αλλά συντελείται «σε μια στιγμή, σε μια ματιά, κατά την τελευταία σάλπιγγα»! (Α' Κορ. ιε' 51).

Για τον πιστό η ανάσταση είναι ήδη από αυτή τη ζωή πραγματικότητα, γιατί στη θεία ευχαριστία μετέχει αυτού του ανεστημένου και άφθαρτου σώματος του Χριστού. Στη θεία ευχαριστία ο πιστός ενώνεται με τον αναστάντα Κύ­ριο. Αν αφαιρέσουμε αυτή την ελπίδα, αν την αντικαταστήσουμε με την πίστη στην μετενσάρκωση, η όλη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας χάνει το νόημά της.

Ο ίδιος ο Χριστός βεβαιώνει. «Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιωάν. στ' 53-54). Φυσικά ο Χριστός δεν μιλούσε εδώ για νεκρές σάρ­κες, αλλά για το αναστημένο και αφθαρτοποιημένο Σώμα Του, που ήταν ενωμένο με το Πνεύμα. «Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν, η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα εστί και ζωή εστίν», υπογραμμίζει ο Κύ­ριος (Ιω. στ' 63).

Αυτού του αναστημένου Σώματος του Κυρίου αποτελεί κοινωνία η θεία ευχαριστία (πρβλ. Α' Κορ. Γ 16-21). Αν απορρίψουμε την ελπίδα της ανάστασης και εγκολπωθούμε τις δοξασίες του κάρμα και της μετενσάρκωσης, ακυρώνου­με το νόημα της λατρευτικής μας ζωής, που κορυφώνεται στη θεία ευχαριστία.

Οι ομάδες που δέχονται τις δοξασίες του κάρμα και της μετενσάρκωσης υποστηρίζουν πως η τύχη του ανθρώπου κρίνεται σε κάθε ζωή. Κάθε ζωή, υστέρα από μία νέα γέν­νηση, προσδιορίζεται, λένε, ανάλογα με το κάρμα από προηγούμενες ζωές. Αυτό είναι αντίθετο με τη χριστιανική πίστη. Οι χριστιανοί πιστεύουν πως ο άνθρωπος δεν υφί­σταται τις συνέπειες των πράξεων του, με το να ενσαρκωθεί και πάλι ανάλογα μ' αυτές, αλλά τις υφίσταται κατά την τε­λική κρίση μπροστά στο βήμα του Χριστού. Αυτό βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος: «Θαρρούμεν δε και ευδοκούμεν μάλλον εκδημήσαι εκ του σώματος και ενδημήσαι προς τον Κύριον. Διο και φιλοτιμούμεθα, είτε ενδημούντες είτε εκδημούντες, ευάρεστοι αυτώ είναι. Τους γαρ πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται έκα­στος προς α έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν» (Β' Κορ. ε' 8-10).

Όχι στα πλαίσια αναρίθμητων μετενσαρκώσεων, αλλά σε ένα συγκεκριμένο χρόνο, μπροστά στο βήμα του Χριστού, θα λάβουμε αυτό που αρμόζει στον καθένα· όταν αναστηθεί το σώμα μας, με το όποιο πράξαμε αυτά που πράξαμε. Τότε θα λογοδοτήσει ο άνθρωπος ως ολότητα, όχι μόνο σαν ψυχή!

Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει σωματικά πολλές φορές, ούτε ενσαρκώνεται κάθε φορά σε άλλο σώμα. Ο απόστολος Παύλος υπογραμμίζει ακριβώς το αντίθετο, «καθ' όσον α­πόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις»(Εβρ. θ' 27). Δεν πεθαίνει ο άνθρωπος πολλές φο­ρές, αλλά μόνο μία. Και μετά από αυτό το θάνατο, τον ανα­μένει η κρίση· όχι αλλεπάλληλες κρίσεις, αλλά μία! Αυτό το "άπαξ αποθανείν" και η μία κρίση, αποκλείουν τη διδαχή του κάρμα και της μετενσάρκωσης.

Όλα αυτά αποδεικνύουν πως η δοξασία της μετενσάρκωσης ακυρώνει την εν Χριστώ ελπίδα, που αποβλέπει στην ανάσταση και την αφθαρσία του σώματος, όχι στην εξουδετέρωση του. (αναλυτικά για την έννοια της εν Χρι­στώ σωτηρίας βλ. βιβλία μας "Η Ορθόδοξη Εκκλησία. Πίστη-Λατρεία-Ζωή", Πρέβεζα 1991 και "Αυτογνωσία, Αυτοεξέλιξη, Σωτηρία", Πρέβεζα 1991).

 

β) "Ευαγγέλιο" του όφεως.

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο " κατ' εικόνα Του" και με προορισμό το "καθ' ομοίωσιν". Όμως αυτό θα γινόταν όταν ο άνθρωπος ακολουθούσε το δρόμο που προσδιόρι­σε ο Θεός, όχι με τη δική του συνταγή, ή με τη συνταγή του "όφεως", που παρέσυρε τον άνθρωπο στο δρόμο της αυτονομίας και της αυτοσωτηρίας.

Οι οπαδοί της μετενσάρκωσης ακολουθούν αυτό το "ευαγγέλιο" του όφεως, γιατί υπερτονίζουν και απολυτοποιούν την αξία των έργων του ανθρώπου, κηρύττοντας την "αυτοεξέλιξη" και την "αυτοσωτηρία". Οι πράξεις του ανθρώπου είναι εκείνες που προσδιορίζουν το μέλλον του και την επίτευξη της επιθυμητής "απελευθέρωσης". Βέβαια στη χριστιανική πίστη ο όρος αυτός με την έννοια που του δίδουν οι ομάδες που πρεσβεύουν τη μετενσάρκωση, απορρίπτεται. Ο χριστιανός δεν επιδιώκει την "απελευθέ­ρωση" από τη ζωή μέσα στο σώμα, αλλά την ελευθερία από την αμαρτία και από το θάνατο. Αυτή η ελευθερία, που ταυ­τίζεται με τη σωτηρία μας, δεν αποκτάται με ανθρώπινες προσπάθειες, αλλά είναι δώρο του Θεού.

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει αμαρτήσει, λέγει ο απόστολος Ιωάννης· «εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ εστίν εν ημίν» (Α' Ιω. α' 8). Κανένας δεν μπορεί μόνος του να απαλλαγεί από την αμαρτία, και να εισέλθει στην «ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. η' 21). Αυτό που έχει να κάνει ο άνθρωπος, είναι να αναγνωρίσει και να ομολογήσει την αποτυχία του. Μόνο τότε ο Χριστός μάς συγχωρεί τις αμαρτίες και μάς καθαρίζει «από πάσης αδικίας» (Α' Ιωάν. α' 9). Οι πράξεις του ανθρώπου δεν έχουν εξιλεωτικό χαρακτήρα. Αποτελούν έκφραση της βούλησης του ανθρώπου, έμπρακτη μετάνοια και στροφή προς την αγάπη του Θεού. Η ταύτιση του θελήματος του ανθρώπου με το θέλημα του Θεού αποτελεί απόδειξη πως ο άνθρωπος επιθυμεί να δε­χθεί την αγάπη του Θεού και να ανταποκριθεί σ' αυτήν με τη δική του αγάπη. Αυτό που ακολουθεί είναι καρπός της αγάπης του Θεού, όχι αποτέλεσμα της ανθρώπινης προ­σπάθειας. Η επιλογή του ανθρώπου να εκτελέσει το θέλη­μα του Θεού, όπως διατυπώνεται στο νόμο του Θεού, δεν έχει εξιλεωτικό χαρακτήρα, γιατί καμία "σάρκα" δεν δικαι­ώνεται με τα έργα του νόμου (Ρωμ. γ' 20). Η δικαίωση είναι καρπός της πίστης και της εμπιστοσύνης σ' "Εκείνον, από τον όποιον προέρχεται η δικαίωση (Ρωμ. γ' 28. Γαλ. β' 16)· είναι δηλαδή δώρο του Θεού (Εφεσ. β' 9).

Αυτό λοιπόν που οδηγεί στην ελευθερία από την αμαρ­τία δεν είναι η προσπάθεια του ανθρώπου, αλλά η αγάπη του Θεού. Μόνο που ο άνθρωπος πρέπει να ομολογήσει την αποτυχία του και την ολοκληρωτική αδυναμία του να ελευθερωθεί από τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου. Ακριβώς το αντίθετο κηρύττουν οι οπαδοί της μετενσάρ­κωσης. Η βοήθεια δεν αναμένεται από κάποιο θεό έξω από τον άνθρωπο, αλλά από τον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτό ήταν εκείνο που συνέστησε και ο αρχαίος όφις στους πρω­τόπλαστους: Θα γίνετε θεοί, όχι με τον τρόπο που σας υπέδειξε ο Θεός, αλλά μόνοι σας· ορθώνοντας το δικό σας θέλημα εναντίον του θελήματος του Θεού!

 

γ). Μνήμη - παιδαγωγία

Η Καινή Διαθήκη διδάσκει πως οι ψυχές ενθυμούνται εκείνα που διέπραξαν σ' αυτή τη ζωή, όταν ήταν συνδεδεμένες με το σώμα (Λουκ. στ' 19-31). Αν εκλάβουμε στα σοβαρά το δόγμα της μετενσάρκωσης, θα έπρεπε να συμ­βαίνει και το αντίθετο. Ο άνθρωπος θα έπρεπε να θυμάται τις πράξεις που διέπραξε σε προηγούμενη ζωή η ψυχή μαζί με το σώμα. Γι' αυτές ακριβώς τις πράξεις τιμωρείται τώρα, μάς λέγουν οι οπαδοί του κάρμα και της μετενσάρκωσης!

Όμως οι άνθρωποι που υποφέρουν σ' αυτή τη ζωή δεν θυμούνται κάποια άλλη, προηγούμενη ζωή, ούτε κάποιες πράξεις τους, που τους ανάγκασαν δήθεν να ξανάρθουν στη ζωή, για να ξεπληρώνουν το "κάρμα " τους. Τα διάφο­ρα αποκρυφιστικά "πειράματα" με τις ονομαζόμενες "ανα­δρομές" που προβάλλουν οι αποκρυφιστές, δεν αποτελούν απάντηση στο ερώτημά μας, γιατί κινούνται σε "θρησκευτι­κό χώρο", αντίθετο με τη χριστιανική πίστη. Επομένως έχουν μόνο θρησκευτική αξία και ισχύουν μόνο για όσους εγκολπωθούν τον αποκρυφισμό και δεχθούν τα πνευματιστικά και άλλα πειράματα. Ο χριστιανός γνωρίζει πως τα "φαινόμενα" που συνοδεύουν τις αποκρυφιστικές πρακτι­κές δεν προέρχονται από το πνεύμα της αληθείας, αλλά από το πνεύμα της πλάνης.

Στην αγία Γραφή οι ψυχές θυμούνται όσα διέπραξαν με το σώμα. Αν δεν μπορεί να γίνει το αντίθετο, αν δηλαδή, ο άνθρωπος, με σώμα και ψυχή, δεν θυμάται όσα η ψυχή διέπραξε χωρίς το σώμα, τότε πρέπει να συμπεράνουμε πως το σώμα είναι ανώτερο από την ψυχή, αφού, όπως μάς λέει η Γραφή, η ψυχή θυμάται τις πράξεις του σώματος, ενώ, αν παραδεχθούμε τη διδαχή του κάρμα, δεν θυμάται τις πράξεις που διέπραξε μόνη, πριν από την ενσάρκωσή της και για τις οποίες τιμωρήθηκε με την ένωση με το σώμα. Και εδώ αποδεικνύεται ανυπόστατη Γραφικά η δοξασία του κάρμα και της μετενσάρκωσης.

Αλλά, όπως αναφέραμε, η έλλειψη της "μνήμης" ακυρώνει βασικό κανόνα του δικαίου. Δεν υπάρχει τιμωρία εκεί που δεν υπάρχει η συναίσθηση της παράβασης. Και εκεί που δεν υπάρχει η "μνήμη" της παράβασης, δεν υπάρχει και διαπαιδαγώγηση. Για να δεχθούμε τη δοξασία του κάρμα και ταυτόχρονα τη δικαιοσύνη του Θεού, έπρεπε να θυμό­μαστε την αιτία της καταδίκης μας. Χωρίς απαγγελία του κατηγορητηρίου, δεν υπάρχει καταδίκη. Έκτος εάν καταλύ­σουμε την έννοια της δικαιοσύνης.

Αλλά ας πούμε πως δεν έχει σημασία το αν θυμάται κανείς η όχι την αιτία της τιμωρίας του, και πως οι ψυχές σαρκώνονται για να διαπαιδαγωγηθούν σ' αυτή τη ζωή. Αν αυτό είναι ορθό, τότε πρέπει αυτή η ζωή να σημαίνει για τον άνθρωπο παιδαγωγία σε κάθε περίπτωση. Όμως πολ­λές φορές βλέπουμε ακριβώς το αντίθετο. Σ' αυτή τη ζωή πολλοί άνθρωποι, όχι μόνο δεν παιδαγωγούνται, αλλά αμαρτάνουν ρέπουν περισσότερο προς το κακό και όχι προς το καλό.

Η άποψη πως οι ψυχές δεν παιδαγωγούνται οπωσδή­ποτε με διαδοχικές ζωές σε νέα σώματα αποτελεί θεμέλιο για τη δοξασία πολλών ομάδων, που πρεσβεύουν την μετενσάρκωση και κηρύττουν πως αν κανείς δεν προσέξει στη ζωή του, ιδιαίτερα στις σκέψεις και στις επιθυμίες του, υπάρχει κίνδυνος να "πέσει" σε κατώτερο εξελικτικό επίπεδο· να ξαναγεννηθεί ως ζώο ή και ως έντομο! Μια τέτοια ομάδα είναι λόγου χάρη οι "Χάρε Κρίσνα".

Η αντίληψη πως οι ψυχές "αμάρτησαν" και τιμωρήθη­καν με "φυλάκιση" σ' αυτή τη βιολογική ζωή δεν είναι χριστιανική. Η αγία Γραφή βεβαιώνει πως η ψυχή αμαρτάνει όσο μένει ενωμένη με το σώμα, δηλαδή στη διάρκεια της βιολογικής ζωής του ανθρώπου. Αντίθετα, όταν η ψυχή χωρισθεί από το σώμα, δεν αμαρτάνει, γιατί δεν υπάρχει το όργανο της αμαρτίας, το σώμα «ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας», λέγει ο απόστολος (Ρωμ. στ' 7).

Η έλλειψη λοιπόν της "μνήμης" και το γεγονός ότι αυτή η ζωή δεν σημαίνει αναγκαστικά παιδαγωγία, απο­κλείουν τις δοξασίες του κάρμα και της μετενσάρκωσης και τις αποδεικνύουν αντίθετες με τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης.

 

δ) Το άλλο ήθος

Αυτός που πιστεύει στην ανάσταση ως δώρο του Θεού Πατέρα, δέχεται με ευγνωμοσύνη τις ευλογίες του Θεού και αναζητάει Εκείνον που αποτελεί την πηγή των ευλο­γιών αυτών. Γι' αυτόν η ζωή έχει βαθύτερο νόημα, που ξε­περνάει τα όρια αυτής της βιολογικής ύπαρξης.

Αλλά για τον άνθρωπο που πιστεύει στη μετενσάρκω­ση, δεν υπάρχει ελπίδα έξω από τον εαυτό του. Όλες τις ευλογίες τις αποδίδει στον εαυτό του και δεν αναζητάει κανένα θεό έξω από τον ίδιο τον εαυτό του. Είναι βυθισμέ­νος σε τρομακτική μοναξιά, γιατί πιστεύει πως δεν οφείλει σε κανένα τίποτε. Επομένως το συναίσθημα της ευγνωμο­σύνης, η ευχαριστία, είναι καταστάσεις ξένες γι' αυτόν.

Όμως το αίσθημα της ευγνωμοσύνης και η ευχαριστία αποτελεί κεντρικό στοιχείο στο φρόνημα που προβάλλεται στην Καινή Διαθήκη:

«Ευχαριστώ τω Θεώ μου πάντοτε περί υμών επί τη χάριτι του Θεού, τη δοθείση υμίν εν Χριστώ Ιησού» (Α' Κορ. α' 4), υπογραμμίζει ο απόστολος Παύλος. Σε άλλο σημείο αναφέρει: «Διά τούτο και ημείς ευχαριστούμεν τω Θεώ αδιαλείπτως, ότι παραλαβόντες λόγον ακοής παρ' ημών του Θεού εδέξασθε ου λόγον ανθρώπων, αλλά καθώς εστιν αληθώς, λόγον Θεού, ος και ενεργείται εν υμίν τοις πιστεύουσιν» (Α' Θεσ. β' 13).

Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του "κατ' εικόνα" του Τριαδικού Θεού και, επομένως, κοινωνία προσώπων. Γι' αυτό και από τη φύση του, ενστικτωδώς, αισθάνεται πως κάτι χρωστάει στους άλλους. Γι' αυτό και διψάει για κοινω­νία αγάπης με τους άλλους. Και αν αυτό δεν επιδιώκεται ή δεν επιτυγχάνεται, ο άνθρωπος νοιώθει εσωτερικό κενό. Έτσι η διδαχή της μετενσάρκωσης που χαρακτηρίζει συνή­θως τη στροφή προς τον άλλο "προσκόλληση", αντιτίθεται στην ίδια τη φύση του ανθρώπου και στη βασική αίσθηση ευγνωμοσύνης. Το ήθος λοιπόν που διαμορφώνεται με τη διδαχή του κάρμα και της μετενσάρκωσης αποδεικνύεται ανήθικο και καταστροφικό για την κοινωνία.

Όταν κανείς ευτυχεί, νοιώθει υπερβολική αυτοικανοποίηση και αυτοσιγουριά, αφού το παν οφείλεται στις δικές του πράξεις, έστω σε προηγούμενη ζωή. Αντίθετα, όταν υποφέρει, οδηγείται σε παθητική αποδοχή της δυστυχίας του.

Ανάλογα με τη στάση που θα πάρει ο άνθρωπος στη μετενσάρκωση ή στην ανάσταση, προσδιορίζεται και ο τρόπος της ζωής του. Η πίστη στην ανάσταση προσδιορί­ζει μια άλλη συμπεριφορά απέναντι στη ζωή, διαφορετική από τη συμπεριφορά του ανθρώπου που πιστεύει στα δόγματα του κάρμα και της μετενσάρκωσης.

Δεν θέλει να αναζητήσει λύση στο πρόβλημά του, αλλά πρέπει να παραδοθεί στη "μοίρα" του. Ούτε μπορεί να ελπίσει στην παρουσία και στην βοήθεια ενός Θεού, γιατί έξω από τον εαυτό του δεν παραδέχεται κανένα άλλο δια­μορφωτή της "μοίρας" του.

Ακόμη και αν δεχθεί κανείς το λεγόμενο "νόμο της χάριτος" που διακηρύττει ο Κέϋση, μένει και πάλι μόνος του, με τις δικές του ατομικές προσπάθειες. «Ο νόμος της χάρι­τος είναι μια διαρκώς διαθέσιμη εναλλακτική λύση για την ψυχή - η εκπλήρωση συσσωρευμένων χρεών, με ανιδιο­τελή αφοσίωση στην ευημερία των άλλων που είναι λιγώτερο τυχεροί από αυτή...» (Λάνγκλεϋ, σ. 45-46).

Εδώ δεν πρόκειται για το δώρο του Θεού, που είναι αποτέλεσμα της θείας βουλήσεως, αλλά για καρπό μηχανιστικής διαδικασίας του ίδιου του ανθρώπου, που δεν μπο­ρεί να δημιουργήσει μέσα του το συναίσθημα της ευγνωμοσύνης. Αλλά η ευγνωμοσύνη που νοιώθει ο πιστός, αναζητάει αντικείμενο για να εκφρασθεί. Ο πιστός γνωρί­ζει από ποιόν μπορεί να περιμένει ανακούφιση και νόημα στη ζωή του, ακόμη κι αν η ζωή του, εξωτερικά, φαίνεται να μην έχει νόημα. Πιστεύει πως ο Θεός δεν μας εγκαταλείπει ποτέ και βρίσκεται σε κάθε τι που μας αφορά, ακόμη κι αν νομίζουμε πως βρισκόμαστε μπροστά σε αδιέξοδα.

Για τον πιστό υπάρχει βέβαια το κακό, η αμαρτία και ο θάνατος. Αλλά ο συνειδητός χριστιανός πιστεύει πως ακόμη και όταν τον κτυπά η κακοτυχία, ο Θεός δεν είναι απών. Θα επέμβει στην πιο κρίσιμη στιγμή· θα σηκώσει Εκείνος το βάρος που δεν μπορεί να σηκώσει ο άνθρω­πος. Γι' αυτό ο πιστός μπορεί να λέει στην προσευχή του: «Μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν», όπως επίσης, «γενηθήτω το θέλημά Σου».

Αντίθετα μ' αυτή τη θέση, η διδαχή της μετενσάρκωσης υπογραμμίζει πως ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις προσωπικές του δυστυχίες και πρέπει να υποστεί το βάρος μόνος του.

Κατά την αντίληψη αυτή ο Θεός είναι έξω από τον κύ­κλο της μετενσάρκωσης και δεν γνωρίζει τίποτε από ταλαιπωρίες. Ούτε ο Θεός, ούτε κανένας άλλος μπορεί να επέμ­βει ή να συμμετέχει στην προσωπική δυστυχία ενός ανθρώπου. Αυτός θερίζει τη δική του σπορά, ενώ οι άλλοι θερίζουν τη δική τους· αυτά που έσπειραν στο παρελθόν!

Δεν υπάρχουν εδώ εξαιρέσεις: οι άρρωστοι, οι αδικημέ­νοι, οι πτωχοί, εκείνοι που πεινούν, οι άστεγοι, οι γυμνοί, πρέπει μόνοι τους να υποστούν τις συνέπειες των πράξεων που έκαναν σε προηγούμενες ζωές. Και όπως ορθά παρατη­ρεί ο Aagard, η λύπη μένει χωρίς ανακούφιση. Αυτό είναι το άμεσο αποτέλεσμα της διδαχής του κάρμα, με την οποία σή­μερα είναι συνδεδεμένη η πίστη στη μετενσάρκωση.

Οι οπαδοί της μετενσάρκωσης δεν μπορούν να δουν ένα βαθύτερο νόημα στη θλίψη. Γι’ αυτούς το θείο πάθος αποτελεί μωρία. Η ιδέα της μετενσάρκωσης απαλλάσσει τον άνθρωπο από τη σχέση του με ένα Θεό, γιατί η όποια κατάσταση του είναι αποτέλεσμα των δικών του προσπα­θειών ή παραλείψεων. Η έννοια της υπευθυνότητας για τον πλησίον και το κοινωνικό σύνολο, αυτό που ονομά­ζουμε συνείδηση ή συναίσθηση ευθύνης, βρίσκει θεμελίω­ση και δικαίωση μόνο στο χώρο της χριστιανικής πίστης.

Για το χριστιανό δεν υπάρχει αμετάβλητη "μοίρα", που προσδιορίζει τη ζωή του. Υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα της αλλαγής. Μπορεί να αντισταθεί στο κακό, και αποβλέ­πει στην παρουσία του Θεού, που κάνει τα πάντα καινούρ­για. Αντίθετα, όπου υπάρχει η πίστη στη δοξασία του κάρ­μα και της μετενσάρκωσης, ο άνθρωπος γίνεται παθητικός και αποβάλλει τη συναίσθηση της ευθύνης και της υπευθυ­νότητας μέσα στον κόσμο. Στόχος του ανθρώπου δεν είναι πλέον η αλλαγή και μεταβολή, αλλά ακριβώς το αντίθετο: παθητικότητα!

Αυτό τουλάχιστον μπορούμε να υποστηρίξουμε για την ασιατική αντίληψη περί μετενσαρκώσεως.

Η Nellie Kostling αναφέρεται στην αξιολόγηση του προσώπου με βάση τη δοξασία της μετενσάρκωσης και υπογραμμίζει:

«Το ζήτημα είναι ότι ο άνθρωπος που πιστεύει στο κάρ­μα και στη μετενσάρκωση δεν παίρνει στα σοβαρά ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους ανθρώπους, αφού πρόκειται για μια από τις χιλιάδες ενσαρκώσεις του καθενός.

Εάν ο γιατρός σκοτώσει τον ασθενή με λάθος θερα­πεία, δεν φταίει ο γιατρός, διότι το κάρμα του ασθενούς προκάλεσε το θάνατο. Ο Ινδός που ζει τις τελευταίες του στιγμές σκουληκιασμένος σε κάποιο υπόνομο της Ινδίας, δεν πρέπει να βοηθηθεί με την περίθαλψη των πληγών του, γιατί πληρώνει το κάρμα του· η βοήθεια θα παρεμπόδιζε την τελική πληρωμή!

Έτσι ο άνθρωπος σαν πρόσωπο δεν μετράει τίποτα. Η οντολογική και πνευματική εξαφάνιση του ανθρώπου-προσώπου, ο ουσιαστικός θάνατος, έχει ήδη συντελεστεί από τον ίδιο τον άνθρωπο, με την αποδοχή του δόγματος της μετενσάρκωσης. Αντίθετα η αποδοχή του ελέους του Θεού-Πατέρα και η πίστη στην ανάσταση του σώματος κατα­ξιώνει, καθολικά το ανθρώπινο πρόσωπο, που αποκτά ανυ­πολόγιστη αξία».

Π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δρ. θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας

ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:




Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Powered by active³ CMS - 9/12/2021 7:27:16 πμ