ΓΝΩΣΤΙΚΟΙ - ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ

ΜΕΡΟΣ Ζ' - ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ

 7.3 Οι Καθαροί γ’ - Οι Καθαροί της Languedoc.

  • 7.3.1 Ιστορικο-γεωγραφικά της Languedoc.  
  • 7.3.2. Η αριστοκρατία της Languedoc.  
  • 7.3.3 Ποια η σχέση της πολιτικής ιδεολογίας της αριστοκρατίας, της κακοδοξίας των Καθαρών και του Νίκου Καζαντζάκη[5];  
  • 7.3.4. Οι Καθαροί της Languedoc μέχρι την αλβιγηνική εκστρατεία.  
  • 7.3.5 Η Αλβιγινική εκστρατεία[42]. 
  • 7.3.6 Η κατάπνιξη του Καθαρισμού μετά την Αλβιγηνική εκστρατεία. Η Ιερά Εξέταση. 
  • 7.3.7 Η φθίνουσα πορεία του Καθαρισμού. 
  • 7.3.8 Επίλογος Γ’ Μέρους.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

Ο Καθαρισμός γνώρισε μια αξιοσημείωτη ανάπτυξη στην περιοχή της Νότιας Γαλλίας. Στο κεφάλαιο αυτό θα προσπαθήσουμε ν’ ανιχνεύσουμε τους λόγους, την πορεία των ιστορικών γεγονότων. Εξαιτίας της εξέλιξης του φαινομένου η παπική εκκλησία έδειξε ιδιαίτερη σκληρότητα στην αντιμετώπισή του. Θα περιγράψουμε τα μέτρα που πήρε καθώς και τα γεγονότα που αποτελούν μέρος της αντίδρασης αυτής. Τέλος, θα παρακολουθήσουμε την κατάπνιξη των Καθαρών που ήρθε ως αποτέλεσμα της αντίδρασης του παπισμού.  

Τα τρία πρώτα κεφάλαια παρέχουν γενικές γνώσεις γι’ αυτό και αποφεύχθηκαν οι παραπομπές. Παρέχεται βιβλιογραφία. Στο πρώτο δίνονται γενικές γνώσεις για την Languedoc με έμφαση στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής που βοήθησαν στην ανάπτυξη της αίρεσης. Στο ίδιο κεφάλαιο θα βρει ο αναγνώστης την ρίζα του σύγχρονου φεμινισμού. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την ιστορία της τοπικής αριστοκρατίας με σκοπό την εξοικείωση με μερικούς από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας των Καθαρών. Στο τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η πολιτική θεωρία της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, ώστε να μπορέσει ν’ αντιληφθεί ο αναγνώστης το πώς την εκμεταλλεύτηκαν οι Καθαροί για να προβάλλουν τους γνωστικούς μύθους τους για την Αγία Μαρία την Μαγδαληνή, μύθοι που επαναλαμβάνονται από την Νέα Εποχή μέσω των έργων του Νίκου Καζαντζάκη και των θεωριών συνομωσίας του Dan Brown και σχετίζονται με το νεοεποχίτικο  κίνημα Sang Real.  

Τα επόμενα κεφάλαια είναι καθαρά ιστορικά. Αρχικά εξετάζεται η εμφάνιση των Καθαρών στην περιοχή. Σημαντικά στοιχεία καθορίζουν την αντίδραση της παπικής "εκκλησίας" και διαμορφώνουν ακόμη περισσότερο τις εξελίξεις στους κόλπους της με την διαμόρφωση των μοναχικών ταγμάτων των Δομινικανών και των Φραγκισκανών. Κεντρική θέση στην ιστορία των Καθαρών κατέχει η Αλβηγινική εκστρατεία, η οποία, όπως αποδεικνύεται από τα γεγονότα, ήταν ουσιαστικά η κατάκτηση της Languedoc από τους Φράγκους και η υπαγωγή της στο κράτος τους. Με την φραγκοκρατία έρχεται και ο επίλογος μιας περιοχής, η οποία ήταν η μοναδική συνέχεια της Ρωμηοσύνης στη Δύση. Μάλιστα η Γαλλική Επανάσταση χαρακτηρίστηκε από τους πρώτους Γάλλους δημοκρατικούς ιστορικούς, ως η ρεβάνς των Γαλατο-Ρωμαίων, άποψη που έφθασε και στην ελληνική διανόηση από το περισπούδαστο έργο του καθηγητή Ι. Ρωμανίδη. Η εκ νέου επιβολή της φραγκοκρατίας στην Γαλλία από τον Βοναπάρτη, έθεσε την άποψη αυτή στο περιθώριο, χωρίς ωστόσο να την αναιρέσει ποτέ.  

Σημαντικό και αναπόσπαστο κεφάλαιο στην ιστορία των Καθαρών είναι η δημιουργία της Ιεράς Εξέτασης. Παρακολουθούμε τα πρώτα βήματά της, τις μεθόδους της, τις αντιδράσεις εναντίον της, τις ζυμώσεις που οδήγησαν στην επικράτησή της, τα αποτελέσματα που έφερε. Συνάρτηση της δράσης της είναι το πέρασμα των Καθαρών στην σκιά της κοινωνίας. Θα δούμε τον τρόπο της μετάβαση και της δράσης μιας σκοτεινής κοινωνίας, που προϊδεάζει την ίδρυση των μυστικών εταιρειών. Δεν πρόκειται για μια ακόμη θεωρία συνομωσίας. Δεν προχωράμε σε υποθέσεις. Εξετάζουμε αναμφισβήτητα ιστορικά στοιχεία και μέσω αυτών καταρρίπτονται οι θεωρίες συνομωσίας και οι σχετικοί μύθοι. Ταυτόχρονα εξετάζονται προεκτάσεις της σκοτεινής δράσης στη σύγχρονη εποχή, καταρρίπτονται σύγχρονοι μύθοι, όπως τα έργα του Καζαντζάκη και του Dan Brown. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι οι δυο αυτοί παραμυθολόγοι δεν δημιούργησαν νέες ιδέες, αλλά μετέφεραν μεσαιωνικές αιρετικές απόψεις στην σύγχρονη εποχή κατά το πνεύμα και τις επιταγές της Νέας Εποχής.  

Οι σχετικές μαρτυρίες στο τέλος του ιστορικού τμήματος δεν μαρτυρούν το τέλος του Καθαρισμού, αλλά την μετάβασή του σε μια νέα underground κατάσταση, με σκοπό την επιβίωσή του. Τι ακριβώς είναι αυτή η κατάσταση και πως μπορεί να εξιχνιαστεί θα είναι το αντικείμενο επόμενων ενοτήτων αυτής της έρευνας.
 
7.3.1 Ιστορικο-γεωγραφικά της Languedoc[1].  

Η Languedoc ήταν γνωστή ως Νότια Γαλατία ήδη από την εποχή των Ρωμαίων το 200 π.Χ. Τον ΙΒ’ αι. κάλυπτε την περιοχή από τις Άλπεις στα ανατολικά, μέχρι τα Πυρηναία στα δυτικά και την Γασκώνη μέχρι τις ακτές του Ατλαντικού. Περιελάμβανε έτσι και την Προβηγκία, περιοχή που σήμερα θεωρείτε εκτός συνόρων.  Η Languedoc γνωστή και ως Οξιτανία (Occitania) δεν ήταν διοικητική περιφέρεια. Τα όριά της καθορίζονται μόνο από γλωσσολογικά κριτήρια, είναι η χώρα του Oc σε αντιδιαστολή με τον Βορρά, την χώρα του Oil.  

Στις δυτικές ακτές της Μεσογείου υπήρχε εγκατεστημένη πολυπληθής ιουδαϊκή κοινότητα, στην περιοχή που ονομάστηκε Σεπτιμανία, ήδη από την εποχή της ρωμαϊκής διοίκησης. Η περιοχή αυτή εκτείνονταν στα βόρεια μέχρι την Béziers και νότια μέχρι την Βαρκελώνη. Η Ναρβόννη  λιμάνι με πυκνή εμπορική κίνηση εντός των ορίων της Σεπτιμανίας εξελίχθηκε από νωρίς σε εμπορικό κέντρο. Οι Ιουδαίοι έφθασαν ως πρόσφυγες στην περιοχή μετά την καταστροφή του δεύτερου ναού το 70 μ.Χ. Στον τόπο αυτό βρήκαν μοναδικές ευκαιρίες για την ανάπτυξη του εμπορίου. Η Σεπτιμανία παρέμενε ανεξάρτητη μέχρι τον Ι’ αι. οπότε και εντάχθηκε στα φέουδα της τοπικής αριστοκρατίας, αποτελώντας έτσι μέρος της Languedoc.   

Με την διάλυση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Σεπτιμανία περιήλθε στην κυριαρχία των Βησιγότθων, την στιγμή που στην υπόλοιπη Languedoc, αναδείχθηκαν τοπικοί ρωμαίοι ηγεμόνες, οι οποίοι κατάφεραν να διατηρήσουν κάποιες περιφέρειες ανεξάρτητες από τα βαρβαρικά βασίλεια που προέκυψαν. Ισορροπώντας μεταξύ Βησιγότθων και Φράγκων κατάφεραν να κρατήσουν την ανεξαρτησία τους μέχρι την εποχή της μουσουλμανικής κατάκτησης της Ισπανίας. Στην συνέχεια, εκμεταλλευόμενοι την νέα κατάσταση που προέκυψε πέρασαν σε μια κατάσταση ημιαυτονομίας, διατηρώντας σχέσεις εξάρτησης με τους Καρολίδες. Όταν και αυτή η δυναστεία κατέρρευσε δεν αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να δηλώσουν υποταγή στους νέους βασιλείς της Φραγκίας (Καπετίδες), πολύ δε περισσότερο στην Ρώμη, μετά την κατάληψη του πατριαρχείου από τους Φράγκους. Ούτε ο βασιλιάς των Φράγκων, ούτε ο πάπας είχαν δικαίωμα λόγου στα τεκταινόμενα της περιοχής.  

Οι Ιουδαίοι της Σεπτιμανίας είχαν ιδιαίτερα προνόμια, από την εποχή των Βησιγότθων. Ενδεχομένως, ο πλούτος των εμπορικών δραστηριοτήτων τους ήταν αρκετός για να πείσει τους Βησιγότθους βασιλείς, ότι δεν έπρεπε να διώκουν μια ακμάζουσα οικονομική κοινότητα. Το ίδιο συνεχίσθηκε και από την διάδοχη κατάσταση. Την στιγμή που οι Ιουδαίοι διώκονταν σε οποιαδήποτε περιοχή της Ευρώπης, στην Σεπτιμανία παρέμεναν στο απυρόβλητο. Εκτός αυτού, είχαν εξασφαλίσει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Το θέμα αυτό ήταν αγκάθι στις σχέσεις των τοπικών ηγεμόνων με την Ρώμη. Ο Καρολίδης Πεπίνος ο Βραχύς (752-768) έδωσε μεγάλες δωρεές σε γη, στους Ιουδαίους της Σεπτιμανίας, επειδή αυτοί τον βοήθησαν στην κατάκτηση της Ναρβόννης και την απόσπαση της από τους Μουσουλμάνους το 759.  

Δεν υπάρχει κάποια ημερομηνία  για το πότε δημιουργήθηκε η περιφέρεια της Languedoc. Διαμορφώθηκε σταδιακά μέσα από τις σχέσεις και την δραστηριότητα, όλων των τοπικών φορέων, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών. Ενώ στον Βορρά η Φραγκία, δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα του αυστηρού πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου, που ονομάζεται φεουδαρχία, με την τήρηση κάποιων μιλιταριστικών κωδίκων υποχρέωσης και δεσποτικών δικαιωμάτων, σε ένα πυραμιδικό ιεραρχικό σύστημα με ακρογωνιαίο λίθο τον βασιλιά, στον Νότο οι επαρχίες εξελίχθηκαν μέσα από τις σχέσεις καλής γειτονίας και αμοιβαίου συμφέροντος μεταξύ των μελών της τοπικής ηγεμονίας για την διατήρηση του υπάρχοντος status quo, και τις παραγωγικές-εμπορικές και συναφείς οικονομικές δραστηριότητες που καθόρισαν τις σχέσεις με τους γείτονες. Αναγκαστικά η ευμάρεια γέννησε μια ευκατάστατη αστική τάξη που συμμετείχε στην πολιτική του ΙΑ’& ΙΒ’ αι. παράλληλα με την αριστοκρατία που συνέχιζε να έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.  

Ο όρος Languedoc ως σημαντικός της περιφέρειας αυτής χρονολογείται μετά την Αλβιγηνική εκστρατεία, δηλ. από το 1229 και μετά. Τον χρησιμοποίησαν οι αξιωματούχοι του Φράγκου βασιλιά για να καθορίσουν την περιοχή που κατέκτησαν, η οποία ήταν, βέβαια, μικρότερη από την χώρα που κάλυπτε η γλωσσολογική διαφοροποίηση. Από τους λογοτέχνες της περιόδου πρώτος χρησιμοποιεί αυτό το όνομα ο Δάντης (1265-1321). Ο όρος «Προβηγκία» ήταν σε χρήση ήδη από την ρωμαϊκή περίοδο. Ωστόσο αναφέρονταν σε μικρότερο τμήμα, το ανατολικό της χώρας. Οι Ρωμαίοι καλούσαν την επαρχία αυτή Provincia Narbonnenese. Ο όρος Provençal ως σημαντικός της γλώσσας ανάγεται στον ΙΣΤ’ αι. Οι ίδιοι οι κάτοικοι πίστευαν ότι μιλούσαν ρωμαίικα όχι Provençal. Διαχώριζαν τον εαυτό τους από την υπόλοιπη επικράτεια όπου κυριαρχούσαν τα λατινικά. Άλλα ονόματα της περιοχής ήταν «Οξιτανία» (Occitania) ή Midi.  

Η καθομιλουμένη ήταν τα ρωμαίικα, κατά την ομολογία των ίδιων των κατοίκων. Ήταν συγγενέστερη στη γλώσσα των Καταλανών και την καθομιλουμένη της Καστίλλης. Δεν είχε σχέση με τα φράγκικα που χρησιμοποιούνταν στον Βορρά. Ένας έμπορος από την Ναρβόννη μπορούσε άνετα να δραστηριοποιείται και να επικοινωνεί στην Βαρκελώνη. Στο Παρίσι θα χρειαζόταν διερμηνέα. Η γλωσσική διαφοροποίηση, αν και δεν ήταν απαγορευτική, δημιούργησε σύνορα Βορρά και Νότου.  

Η Languedoc δεν είχε βασιλιά και η αριστοκρατία της δεν ήταν υποταγμένη στον βασιλιά της Φραγκίας. Διοικητικά χωριζόταν σε τρία μεγάλα φέουδα. Η κομητεία της Τουλούζης ήταν το μεγαλύτερο φέουδο. Ο κόμης είχε την αυλή του στον Saint Gilles (Άγιος Αιγίδιος), ανατολικά της Τουλούζης. Η δεύτερη μεγαλύτερη χωροδεσποτεία ανήκε στην οικογένεια των Trencavel. Το όνομα στην Οξιτανική σημαίνει καρυοθραύστης και ενδεχομένως να ήταν αρχικά υποκοριστικό. Η οικογένεια αυτή κατείχε τις πόλεις Carcassonne και Ναρβόννη με την περικείμενη χώρα. Σε κάποιες περιόδους είχαν την κυριότητα (lordship) των Albi, Béziers, Nîmes και Agde, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να λάβουν τον τίτλο του κόμη. Οι ιδιοκτησία τους αν και μικρότερη σε έκταση από αυτήν του κόμη της Τουλούζης, είχε στρατηγικότερη σημασία, καθώς ήταν τοποθετημένη στο κέντρο της χώρας. Αφενός, είχαν περισσότερους γείτονες να προσέχουν, αφετέρου, είχαν περισσότερες ευκαιρίες για συμμαχία. Στα δυτικά της Carcassonne υπήρχε η κομητεία της Foix, η οποία εκτείνονταν μέχρι τις νότιες επαρχίες των Πυρηναίων. Εκεί συναντούσε το βασίλειο της Αραγονίας, το οποίο είχε συσταθεί από την ένωση της κομητείας της Βαρκελώνης και το πριγκιπάτο της Αραγονίας, ως αποτέλεσμα δυναστικού γάμου του Ramon Berenguer III και της ανήλικης Πετρονίλας της Αραγονίας, το 1137. Έκτοτε υπήρχε μια συνεχής διαμάχη με την κομητεία της Τουλούζης για τον έλεγχο ολόκληρης της Προβηγκίας. Όλες αυτές οι οικογένειες ενεπλάκησαν στην Αλβιγηνική εκστρατεία, έναν αιματηρό πόλεμο για την κατάκτηση γης και τίτλων, για την επέκταση της επιρροής κοσμικών και εκκλησιαστικών αρχών σε μια περιοχή, που μέχρι τότε ήταν αυτόνομη. Τα περί εξάλειψης της αίρεσης δεν ήταν τίποτα παραπάνω από τους συνηθισμένους φανφαρονισμούς, τα προσχήματα για την κάλυψη της βαρβαρικής δίψας για την επέκταση της εξουσίας, για την κατάκτηση νέας γης, για τον ίδιο τον πόλεμο.  

Δύο ακόμη χαρακτηριστικά του φεουδαρχικού συστήματος συντελούσαν στην διαμόρφωση της ιδιομορφίας της Languedoc. Το πρώτο είναι ότι οι επίσκοποι των πόλεων ήταν μέλη της άρχουσας οικογένειας, συνήθως κάποιος μικρότερος αδερφός. Για παράδειγμα στην επικράτεια του οίκου των Trencavel, από την εποχή του Ato II υποκόμη της Albi (Ι’ αι.), ο μικρότερος γιος της οικογένειας ονομαζόταν πάντα Φροτάριος (Frotaire) και διορίζονταν επίσκοπος της ίδιας πόλης. Έτσι οι επίσκοποι των τοπικών εκκλησιών της Languedoc, μεγαλοϊδιοκτήτες και οι ίδιοι, ένιωθαν περισσότερο δεμένοι με τους δικούς τους οίκους παρά με την Ρώμη. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε με ασφάλεια, ότι ο πάπας δεν είχε καμιά επιρροή στα εκεί εκκλησιαστικά θέματα. Υπήρχε, φυσικά συνεργασία εκκλησιαστικών και κοσμικών αρχών, αλλά όχι με την Ρώμη. Όσο οι πάπες ήταν απασχολημένοι με την επιβολή της εξουσίας τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, η Languedoc διήγε εκκλησιαστικό βίο ήσυχο. Κάποια στιγμή, όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, οι πάπες αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα, ν’ ασχοληθούν με τις ανυπότακτες επισκοπές της νότιας Γαλλίας, δεδομένου ότι στον Βορρά ο βασιλιάς της Φραγκίας ήταν ο απόλυτα πιστός συνεργάτης, το υπάκουο τέκνο της Ρώμης.  

Το δεύτερο τοπικό χαρακτηριστικό είχε σχέση με το εθιμικό δίκαιο της περιοχής. Ενώ στην υπόλοιπη φεουδαρχική Ευρώπη, μόνος κληρονόμος της ιδιοκτησίας της οικογένειας ήταν ο πρωτότοκος (primogeniture), γεγονός που οδηγούσε τους υπόλοιπους απογόνους στο κυνήγι και την κατάκτηση νέων εδαφών για την απόκτηση τίτλων, με αποτέλεσμα την ιμπεριαλιστική μιλιταριστική πολιτική της Δύσης, στην Languedoc η κληρονομιά μοιραζόταν σε όλα τα παιδιά της οικογένειας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στα εδάφη ενός οίκου να δημιουργούνται συνεχώς νέες κυριότητες και συνεπώς τα φέουδα να διασπώνται. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε και στις γαίες της εκκλησίας. Ο επίσκοπος ως ουσιαστικός ιδιοκτήτης της εκκλησιαστικής περιουσίας είχε απογόνους σε πολλές περιπτώσεις. Η ιδιοκτησία του, δηλ. η εκκλησιαστική περιουσία μοιραζόταν σε αυτούς και αυτό εξόργιζε ακόμη περισσότερο την Ρώμη. Βέβαια, οι απώλειες αυτές αντισταθμίζονταν από νέες δωρεές, αλλά το αντίκτυπο στον ψυχισμό των πιστών ήταν αρνητικό. Έτσι οι αντικληρικαλιστικές αιρέσεις έβρισκαν γόνιμο έδαφος για ν’ αναπτυχθούν, σε επίπεδο ρητορείας τουλάχιστον. Ωστόσο, σε επίπεδο ακτιβισμού ενάντια στην τοπική εκκλησία, δεν υπήρξαν αντιδραστικές ενέργειες για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω.  

Το τοπικό εθιμικό κληρονομικό δίκαιο είχε μία ακόμη παράμετρο. Δικαιώματα επί της κληρονομιάς είχαν και οι θηλυκοί απόγονοι, σε αντίθεση και πάλι με την υπόλοιπη φεουδαρχική Ευρώπη, όπου οι σύζυγοι και οι κόρες δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να κληρονομήσουν τον θανόντα, ακόμη και αν δεν υπήρχαν άρρενες απόγονοι. Ο αποκλεισμός των θηλυκών απογόνων από την κληρονομιά (agnatic primogeniture) είχε την νομική βάση του στον Σαλικό Νόμο των Φράγκων και εφαρμόζονταν στις περιοχές που ίσχυε ο νόμος αυτός, ακόμη και μετά την Νορμανδική κατάκτηση. Μάλιστα και οι Νορμανδοί είχαν το ίδιο κληρονομικό δίκαιο.  

Η διαφορά αυτή στο κληρονομικό δίκαιο καθόρισε σε κάποιες περιπτώσεις τα πολιτικά ζητήματα, αλλά κυρίως διαμόρφωσε νέες κοινωνικές συμπεριφορές, σχηματοποίησε κοινωνικές νόρμες, τις οποίες εκμεταλλεύτηκαν έξυπνα οι αιρετικοί, τις ενσωμάτωσαν στις πρακτικές τους, και θα μπορούσε να πει κανείς ότι μονοπώλησαν την μετέπειτα διάδοσή τους. Σε επίπεδο πολιτικής, η δυνατότητα των θηλυκών τέκνων των ευγενών οίκων να κληρονομούν μέρος της περιουσίας εντατικοποίησε την πολυδιάσπαση των φέουδων, αλλά στην εξέλιξη της τοπικής πολιτικής δεν ήταν τίποτα αξεπέραστα, παρά μόνο ένας κανόνας παραπάνω, τον οποίο έπρεπε να έχει υπόψη του ο επικυρίαρχος. Τα κληρονομικά ήταν εμπράγματα δικαιώματα και μπορούσαν να τεθούν σε αγοραπωλησία.  

Σημαντικότερη συνέπεια είχε ο νόμος στην διαμόρφωση της κοινωνίας. Οι αστικές κοινωνίες της Languedoc ήταν κοινωνίες εμπόρων. Με τον θάνατο του άνδρα, τόσο την περιουσία του όσο και την επιχείρηση μπορούσε να τα κληρονομήσει η χήρα ή η κόρη και να ασκήσουν αυτές τις εμπορικές δραστηριότητες, όταν δεν υπήρχε άρρεν απόγονος. Το φαινόμενο αυτό βρέθηκε σε έξαρση την περίοδο της αλβιγηνικής εκστρατείας, με την χώρα να έχει γεμίσει χήρες εξαιτίας του πολέμου, οι οποίες είχαν την κηδεμονία των ορφανών και την επιστασία της επιχείρησης. Η ιδεολογία των Καθαρών με την ελευθεριότητά της, έδωσε επιλογές στις γυναίκες αυτές, που η "εκκλησία" δεν παρείχε. Έτσι, πολλές χήρες που δεν ήθελαν να ξαναπαντρευτούν, διότι προτιμούσαν την ελευθερία στην άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, δραστηριότητες που δεν περιορίζονταν μόνο στο εμπόριο, αλλά επεκτείνονταν και στον καλλιτεχνικό τομέα, αν πιστέψουμε τα τραγούδια των τροβαδούρων, αυτές λοιπόν, οι χήρες, οι ιδιοκτήτριες επιχειρήσεων και περιουσιών προτιμούσαν να στραφούν στην αίρεση, συνήθως όταν μεγάλωναν τα παιδιά. Μπορούσαν ακόμη και να γίνουν Καθαρές perfectae, με όλες τις αρμοδιότητες του τίτλου,  μοναδικό χαρακτηριστικό των Καθαρών της Languedoc.  

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις των Blanche de Laurac και Guillelme de Tonneins. Η πρώτη ήταν αδερφή του Sicard de Laurac, ενός απ’ τους ισχυρότερους άνδρες της περιοχής. Η οικία της είχε γίνει εστία Καθαρισμού, καθώς φιλοξενούσε πολλούς Τελείους της αίρεσης. Στο Laurac συγκεντρώνονταν η αριστοκρατία της περιοχής, διότι εκεί είχε την κατοικία του και ο κόμης Bernard Raymond. Όλοι έκαναν συχνές επισκέψεις στο σπίτι της Μπλανς για ν’ ακούσουν τους κήρυκες της αίρεσης. Η δεύτερη, η Guillelme de Tonneins ζούσε σε κοινότητα γυναικών Τελείων. Από την ομολογία του Bernard Gasc φαίνεται ότι η Guillelme συγκαταλέγονταν ήδη στην τάξη των Τελείων του Fanjeaux το 1175, ενώ από την ομολογία της εγγονής της, εξακολουθούσε να δραστηριοποιείται το 1193. Σκοπός της να δημιουργηθεί ένας σύνδεσμος με την τοπική αριστοκρατία ώστε η σέκτα να αποκτήσει ισχυρούς πατρόνους. Πράγματι κάποιος γαμπρός της ήταν ισχυρός αξιωματούχος της αυλής της Carcassonne, ενώ κάποιος άλλος, ο Pierre-Roger de Mirepoix le Vieux ήταν τιτλούχος στο Mirepoix και πατέρας του υπερασπιστή του Montségur στην πολιορκία του 1243-4[2]. 

Έτσι, είναι φανερό ότι ο φεμινισμός γεννήθηκε στους Καθαρούς της Languedoc. Η κακώς λεγόμενη και νοούμενη σεξουαλική επανάσταση, καλύτερα αποστασία, που εμφανίστηκε στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, δεν ήταν τίποτα παραπάνω παρά η εκπλήρωση των σχεδίων των νεο-μανιχαίων απογόνων των Καθαρών και σχετίζεται με την στάση των Καθαρών απέναντι στην γυναίκα, την οποία ήθελαν «κοινή».

Κανένα φεμινιστικό κίνημα του ίδιου αιώνα δεν ήταν αυθόρμητο. Αυθόρμητη ήταν η αφέλεια όσων πίστεψαν ότι ο φεμινισμός είναι φυσική εξέλιξη της κοινωνίας. Μα δεν είναι καθόλου φυσική και αυτό μπορεί κάποιος να το καταλάβει από τις σχέσεις των αρχηγών του κινήματος με τις μυστικές εταιρείες. Αρκετά ως προς αυτό. Υπάρχει άλλο ένα θέμα που σχετίζεται με τους Καθαρούς της Languedoc, το θέμα της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνή και θα συζητηθεί στο επόμενο κεφάλαιο.
 

 

7.3.2. Η αριστοκρατία της Languedoc[3]. 

Μέχρι τον ΙΒ’ αι. οι κύριοι θεσμοί της φεουδαρχίας είχαν πια σχηματοποιηθεί, καθορίζοντας το πλαίσιο των κανόνων, βάσει του οποίου ο φεουδάρχης θα μπορούσε να οριοθετήσει την περιοχή του, ν’ ασφαλίσει την κυριότητά του και να προσπαθήσει να την επεκτείνει κατά τις ικανότητές του, εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που θα παρουσιάζονταν. Στην δυτική Ευρώπη η επικράτεια έτεινε να συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια και οι πρωταγωνιστές μέχρι το τέλος του αιώνα ήταν οι δυναστικοί οίκοι της Φραγκίας, της Αγγλίας και της Αραγονίας. Αυτοί κυριαρχούσαν στην πολιτική ζωή, με τους μικρότερους ευγενείς να προσπαθούν να επιβιώσουν αλλά και να κερδοσκοπήσουν στο πολιτικό παιχνίδι των μεγάλων οίκων.  

Στις αρχές του ΙΒ’ αι. η Τουλούζη και η γύρω περιοχή η Toulousain, έμοιαζε να είναι το έπαθλο του ανταγωνισμού των μεγάλων. Οι κόμηδες είχαν λάβει μέρος στην Α’ Σταυροφορία και είχαν αποκτήσει φέουδα στην Μέση Ανατολή. Το 1098 ο Ραϋμόνδος Δ’ της Τουλούζης (1094-1098)  είχε αναχωρήσει για τους Αγίους Τόπους, αφήνοντας τον γιο του Βερτράνδο επικεφαλή του οίκου. Ο Γουλιέλμος Θ’, Δούκας της Ακουϊτανίας (Guillaume de Poitiers, 1071-1126) άδραξε την ευκαιρία να καταλάβει την πόλη, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τις αξιώσεις της γυναίκας του Φιλίππας. Ο Ραϋμόνδος  είχε σφετεριστεί την κομητεία της Τουλούζης από την Φιλίππα, όντας νόμιμος κηδεμόνας της, μετά τον θάνατο του πατέρα της Γουλιέλμου Δ’ (1061-1094), του οίκου των Rouergue. Το 1100 ο Γουλιέλμος της Ακουϊτανίας παρέδωσε την πόλη ύστερα από την απειλή του αφορισμού, που εκτόξευσε εναντίον του ο πάπας Πασχάλης Β’ (1099-1118). Η κομητεία πέρασε το 1105 στον Βερτράνδο και το 1112 στο Αλφόνσο-Ιορδάνη. Το 1114 την ανακατέλαβε ο δούκας της Ακουϊτανίας από τον ενδεκάχρονο Αλφόνσο.  

Ο Αλφόνσος αποτραβήχτηκε στο μαρκήσιό του στην Προβηγκία, στο δέλτα του Ροδανού. Εκεί αντιμετώπισε νέα απειλή από τους κόμηδες της Βαρκελώνης. Το 1112 ο Ramon Berenguer ο Γ’, του οίκου των Sunifred, παντρεύτηκε την Douce A’ (1112-1127, τρίτη σύζυγος), νόμιμη διάδοχο της κομητείας της Προβηγκίας. Από τον πόλεμο αυτό βγήκε κερδισμένος, έχοντας αποκομίσει την κυριότητα των παραλιακών περιοχών από τον Ροδανό μέχρι τις Άλπεις, συμπεριλαμβανομένης και της Μασσαλίας.  

Το 1119 έμπλεξε σε πόλεμο με τους Καταλανούς κι εγκλωβίστηκε στην Οράγγη. Τελικά σώθηκε από τους κατοίκους της Τουλούζης, οι οποίοι έδιωξαν τον Γουλιέλμο Θ’ και ήραν την πολιορκία της πόλης που είχε κλειστεί ο Αλφόνσο. Το 1125 τελείωσε ο πόλεμος με τον Ramon Berenguer και του εξασφάλισε τον έλεγχο της βόρειας Προβηγκίας. Το 1130 πέθανε ο Bernard Aton IV του οίκου των Trencavel και η γη του μοιράστηκε ανάμεσα στα παιδιά του. Το 1131 πέθανε ο Ramon Berenguer και η κυριότητα της Προβηγκίας πέρασε στον δεύτερο γιο του Ramon Berenguer Ι της Προβηγκίας (1115-1144). Το 1134 ο υποκόμης της Ναρβόννης Aymeric II (1105- 1134) σκοτώθηκε στη πολιορκία της Fraga, πόλης που βρίσκονταν υπό μουσουλμανικό έλεγχο. Κληρονόμος του ήταν η νεαρή κόρη του Ermengarde (1127-1197).  

Ο Αλφόνσος της Τουλούζης όντας ιεραρχικά ανώτερος διεκδίκησε την πατρωνία, προτείνοντας αρχικά γάμο με την Ermengarde. Ούτε ο θείος της Berenguer, ηγούμενος στο αβαείο του Lagrasse, ούτε ο κόμης της Βαρκελώνης και ξάδερφός της ήθελαν να δουν την επέκταση της επιρροής του κόμη της Τουλούζης στα εδάφη της Ναρβόννης. Έτσι η πρόταση γάμου απορρίφθηκε και το 1139 ο Αλφόνσος εκστράτευσε με την βοήθεια του Αρχιεπισκόπου της Ναρβόννης, Arnaud de Lévezou (1121-1149), γόνου του οίκου των Rouergue.  

Ως στρατηγική κίνηση ο Αλφόνσος έπεισε τους κατοίκους (Bourgeoisie) του Montpellier να επαναστατήσουν εναντίον του κυρίου τους. Οι κυρίαρχοι του Montpellier έφεραν τον τίτλο του λόρδου και ήταν σύμμαχοι της Βαρκελώνης. Την εποχή αυτή αρχηγός του οίκου ήταν ο Γουίλλιαμ ο VI (1121-1149). Αρχηγός των επαναστατών κάποιος Aimon, βασιλικός δικαστής (viguier), θέση με επιρροή την οποία κατείχε ως οικογενειακό προνόμιο. Αρχικά ο Γουίλλιαμ εξορίστηκε από την πόλη και κατέφυγε στην Lattes. Στην συνέχεια όμως αναδιοργανώθηκε και την ανακατέλαβε με πολιορκία, συνεπικουρούμενος από τον Ramon Berenguer IV της Βαρκελώνης. Η διαμάχη κράτησε δύο χρόνια (1141-1143).  

Στην διαμάχη αυτή βρήκε την ευκαιρία να ανακατευτεί και ο Λουδοβίκος VII (1137-1180) του οίκου των Καπετίδων. Την ίδια χρονιά που στέφθηκε βασιλιάς, παντρεύτηκε την Ελεονόρα, δούκισσα της Ακουϊτανίας, κληρονόμο του δούκα Γουίλλιαμ X. Μέσω της γιαγιάς της Φιλίππας,  Ελεονόρας είχε κυριαρχικά δικαιώματα στην Τουλούζη. Ο Λουδοβίκος έστειλε στρατό να πολιορκήσει την πόλη, αλλά δεν κατόρθωσε να την καταλάβει. Έφερε, όμως, σε δυσχερή θέση τον Αλφόνσο, ο οποίος τελικά έχασε τον πόλεμο και αναγκάστηκε να παραδώσει την Ναρβόννη το 1143. Το 1147 έχασε την τελική μάχη με τον Ramon Berenguer στην πεδιάδα του Ροδανού και αναγκάστηκε ν’ αποσυρθεί στην Τρίπολη, φέουδο που κληρονόμησε από τον σταυροφόρο πατέρα του.  

Ο κερδισμένος της όλης υπόθεσης ήταν ο κόμης της Βαρκελώνης, ο οποίος αναδείχθηκε σε μείζονα πολιτική δύναμη της περιοχής. Το 1137 λογοδόθηκε με την Πετρονίλλα της Αραγονίας. Επειδή ήταν ανήλικη έπρεπε να περιμένει να έρθει σε ηλικία γάμου. Μέσω αυτού έγινε βασιλιάς της Αραγονίας και η κομητεία ενώθηκε με το βασίλειο και παρέμειναν ενωμένα, με ξεχωριστή, όμως διοίκηση.  

Ο Raymond V (1134-1194), γιός του Αλφόνσου, ήταν μόλις 14 ετών όταν κληρονόμησε την κομητεία της Τουλούζης (1148).  Το 1149 ο Raymond II των Trencavel ενοποίησε την Béziers και την Carcassonne, και δήλωσε υποτέλεια στον βασιλιά της Αραγονίας Ramon Berenguer IV. Την ίδια χρονιά ο λόρδος Γουίλλιαμ VI του Montpellier αποσύρθηκε στην μονή του Grandselve και ο διάδοχός του Γουίλλιαμ VII (1149-1172) δέχθηκε την υποτέλεια των λόρδων του Castries, του Clermont l’ Hérault και του Santeyrargues. Στα έσοδά του πρόσθεσε τους φόρους από το ορυχείο του Melgueil. Δήλωσε επίσης υποτέλεια στον βασιλιά της Αραγονίας. Αποτέλεσμα όλων αυτών των κινήσεων ήταν οι κόμηδες της Τουλούζης να χάσουν τα παράλια εδάφη τους και ν’ αποκλειστούν από την Μεσόγειο. Αυτή ήταν η χειρότερη εξέλιξη για το εμπόριο των πόλεών τους με άμεσο αντίκτυπο στα έσοδα από τους φόρους.  

Ως λύση, ο Ραϋμούνδος ζήτησε την συμμαχία του βασιλιά της Φραγκίας Λουδοβίκου. Είχε γνωρίσει τον Λουδοβίκο κατά την διάρκεια της Β’ Σταυροφορίας (1145-1149)και φρόντισε να συνδεθεί μαζί του μέσω επιγαμίας. Νυμφεύθηκε την αδελφή του βασιλιά Constance (1126-1176), χήρα του Eustace IV, κόμη της Βουλώνης και γιού του βασιλιά της Αγγλίας, Στέφανου (1135-1154), εγγονού του Γουλιέλμου του Κατακτητή. Ο γάμος έγινε το 1154. Μέσω αυτού του γάμου συνδέθηκε με τους οίκους των Καπετίδων της Φραγκίας και των Πλανταγενέτων της Αγγλίας. Έτσι μπόρεσε να επανέλθει στο παιχνίδι εξουσίας μέσω των ισχυρών συμμάχων του.

 Η Ελεονόρα και ο Λουδοβίκος προχώρησαν σε συναινετικό διαζύγιο το 1152. Η Ελεονόρα είχε χαρίσει μόνο δυο κόρες στον άντρα της και δεν ήταν δύσκολο να τον πείσει να χωρίσουν, στηριζόμενη στην επιθυμία του για διάδοχο. Όντας η πλέον ισχυρή γυναίκα της δυτικής Ευρώπης και περιζήτητη νύμφη, παντρεύτηκε το 1152 τον Ερρίκο Β’, δούκα της Νορμανδίας (ένας από τους πολλούς τίτλους του). Ο Ερρίκος ανήλθε στον θρόνο της Αγγλίας το 1154 κι έτσι η Ελεονόρα έγινε βασίλισσα της Αγγλίας, όντας και βασίλισσα της Φραγκίας, ένας μοναδικός συνδυασμός. Χάρισε στον Ερρίκο οκτώ παιδιά, μεταξύ αυτών και τον Ριχάρδο Α’ τον Λεοντόκαρδο (1189-1199).  

Ο Ερρίκος εκμεταλλεύτηκε την συνεχιζόμενη διαμάχη μεταξύ του κόμη  της Τουλούζης και του βασιλιά της Αραγονίας. Εισέβαλε στην περιοχή το 1159, δήωσε την Toulousain, την περικείμενη της πόλης χώρα, αλλά δεν τόλμησε να πολιορκήσει την ίδια την πόλη, διότι μέσα βρισκόταν ο επικυρίαρχός του Λουδοβίκος VII.  

Η κατάσταση αυτή των συμμαχιών παρέμεινε πάγια για αρκετά χρόνια. Το 1164 η Constance παραπονέθηκε στον αδελφό της βασιλιά της Φραγκίας, για την συμπεριφορά του συζύγου της, κόμη της Τουλούζης. Το 1165 τον εγκατέλειψε κι επέστρεψε στην φράγκικη αυλή. Προφανώς, ο Ραϋμόνδος δεν έμεινε ικανοποιημένος από τα οφέλη που είχε αποκομίσει από την συμμαχία του με τον Λουδοβίκο, οφέλη που του επέτρεψαν μεν να σταθεροποιήσει την θέση του στην περιοχή, αλλά όχι να την επεκτείνει. Το 1166 πέτυχε την λύση του γάμου του από τον αντι-πάπα Πασχάλη Γ’ (1164-1168),  ανταγωνιστή του πάπα Αλεξάνδρου Γ’ (1159-1181), όργανο του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Α’ Βαρβαρόσσα (1159-1190). Πήρε ως δεύτερη σύζυγο την Richilde της Σιλεσίας (Πολωνία), χήρα του Ramon Berenguer II, κόμη της Προβηγκίας. Αυτή ήταν κόρη του βασιλιά Βλαδισλάβου Β’ του Εξόριστου (1138-1146, ημερομηνία που εξορίστηκε), Μεγάλου Δούκα της Πολωνίας και της Σιλεσίας. Από την μητέρα της Αγνή των Babenberg ήταν ανιψιά του Κορράδου Γ’ της Γερμανίας (1138-1152), ιδρυτή της δυναστείας των Hohenstaufen. Συνεπώς ήταν εξαδέλφη του Φρειδερίκου. Από τον άνδρα της ήταν κόμισσα της Προβηγκίας. Η Προβηγκία ήταν νομικά φέουδο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας των Γερμανών. Με τον γάμο λοιπόν, αυτό ο Ραϋμόνδος, αποκήρυσσε την προηγούμενη υποτέλειά του στον Λουδοβίκο και συνδέονταν με τον πανίσχυρο οίκο των Hohenstaufen αποκτώντας ταυτόχρονα δικαιώματα στο φέουδο που είχε χάσει ο πατέρας του με το δίκαιο του πολέμου. Όπως ήταν φυσικό το θέμα ήρθε γι’ ακόμη μια φορά στην διαιτησία των όπλων, εκεί που ισχύει το δίκαιο του ισχυρότερου, εκεί που ελέγχεται η ικανοποιητική ή μη, απόδοση των προηγούμενων προετοιμασιών και η αντοχή των συμμαχιών.  

Ο Ραϋμόνδος επιτέθηκε αρχικά στους ασθενέστερους των ηγεμόνων της Langedoc, τους Trencavel. Υποκίνησε εξέγερση των κατοίκων της Nîmes και της Béziers. Ο Raimond I Trencavel δεν πρόλαβε να διαφύγει και κρεμάστηκε από τους υπηκόους του στην Béziers το 1167. Ο γιος του Ρογήρος ΙΙ (1167-1194) δήλωσε υποτέλεια στον Αλφόνσο ΙΙ της Αραγονίας. Με την βοήθειά του ανακατέλαβε την Béziers το 1169, χωρίς, όμως, την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει τους στρατιώτες επέτρεψε να λεηλατήσουν την πόλη και σκοτώσουν τους κατοίκους. Στο ενδιάμεσο διάστημα ο Raymond V της Τουλούζης, υποστήριξε τον ανταγωνιστή των Trencavel, Ρογήρο-Βερνάρδο Ι υποκόμη του Foix (1148-1188). Η συμμαχία του Ραϋμόνδου με τον Φρειδερίκο αποδείχθηκε αποτελεσματική. Ο Ρογήρος αναγκάστηκε να κλείσει ειρήνη με τον Ραϋμόνδο το 1171 και να αποκηρύξει την εξάρτησή του από τον Αλφόνσο. Ως αντάλλαγμα έλαβε από τον πρώτο τιμαριοδοσίες. Ο Ραϋμόνδος με την σειρά του αποστέρησε τον κόμη του Foix Ρογήρο-Βερνάρδο Ι (1148-1188) από τους τίτλους που του είχε παραχωρήσει. Ο κόμης του Foix προσπαθούσε απελπισμένα να κρατήσει την ουδετερότητα.  

Ο Ρογήρος αντιλαμβάνονταν ότι η ειρήνη δεν επρόκειτο να κρατήσει, όσο η δίψα για επεκτασιμότητα των γειτόνων του παρέμενε ασίγαστη. Το 1171 σύναψε συμμαχία με την υποκόμισσα Ermengarde της Ναρβόννης (1134-1192), την κόρη του Aimery, την οποία γνωρίσαμε παραπάνω. Αυτή είχε νυμφευθεί το 1143 έναν υποτελή του Ρογήρου, τον Bernard της Anduze. To 1177 σχηματίστηκε μια συμμαχία, στην οποία συμμετείχαν οι Ρογήρος ΙΙ, η Ermengarde, o Bernard-Aton V των Trencavel, υποκόμης της Nîmes και της Agde, o William VIII[4] λόρδος του Montpellier (1172-1202), ο Gui Guerrejat, πέμπτος γιος του William VI λόρδου του Montpellier, με την ιδιότητα του προστάτη του ανιψιού του William VIII και του αδελφού του Gui Burgundion. Η συμμαχία είχε ως στόχο ν’ αντιμετωπίσει την επέκταση της κυριαρχίας του Raymond VI της Τουλούζης (1194-1222), γιου του Ραϋμόνδου, ο οποίος είχε παντρευτεί το 1172 την κόμισσα του Melgueil, Ermessende και με τον ξαφνικό θάνατό της το 1176 είχε αναδειχθεί σε κόμη της περιοχής, ως Raymond IV. Η συμμαχία αυτή απέδωσε καρπούς, αποτρέποντας την άλωση της Ναρβόννης από του κόμηδες της Τουλούζης.  

Ο Ρογήρος ΙΙ ήρθε σε σύγκρουση το 1175 με τον επίσκοπο Albi, Γεράρδο, τον οποίο και απομάκρυνε από την θέση του.  Αιτία της διαμάχης ήταν η αντίθετη θέση του επισκόπου στην διατήρηση της κυριότητας (lordship) της πόλης. Στην θέση του ο Ρογήρος τοποθέτησε έναν δικό του άνθρωπο, τον Pierre Raimond d’ Hauptul (1175- 1177). Έτσι, όμως, ήρθε σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της Ρώμης στην περιοχή. Το 1178 ο Henry d’ Marcy ηγήθηκε παπικής αποστολής εναντίον του και ο Ρογήρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Albi. O Henry d’  Marcy ορίστηκε τον επόμενο χρόνο ηγούμενος στο Clairvaux και το 1179 έγινε καρδινάλιος του Albano και με αυτήν την ιδιότητα συμμετείχε στην Γ’ Σύνοδο του Λατερανού το 1179. Αλλά τα γεγονότα αυτά συνδέονται με την αντιμετώπιση των Καθαρών της Languedoc και θα αναλυθούν παρακάτω.  

Το 1179 ο Ρογήρος αποκήρυξε την υποτέλειά του στον Ραϋμόνδο και επανήλθε στην σφαίρα επιρροής του Αλφόνσο της Αραγονίας. Αναγνώρισε ότι κρατούσε τα φέουδά του από τον βασιλιά της Αραγονίας και όχι από τον βασιλιά τα Φραγκίας. Η αλλαγή αυτή στην στάση του ίσως να ήταν αποτέλεσμα της Γ’ Συνόδου του Λατερανού, όπου και αναθεματίστηκε ως αιρετικός. Ήδη έβλεπε την πολιτική των Φράγκων να στρέφεται εναντίον του και αναζήτησε έναν ισχυρό προστάτη, για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει την επερχόμενη θύελλα. Το αν η πολιτική του ήταν συνάρτηση της στάσης του απέναντι στους αιρετικούς, δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί διότι οι ανταγωνιστές του χρησιμοποιούσαν τους αιρετικούς ως αφορμή για να τον εξουθενώσουν. Ακόμη και αν δεν ήταν στην μέση οι Καθαροί, ο Ρογήρος όφειλε να υπερασπιστεί την επικράτειά του. Αν τώρα οι κατηγορίες ξεκινούν από το γεγονός αυτό – στην διπλωματία αυτή των Φράγκων είμαστε εξοικειωμένοι, εφόσον δεν έχουν αλλάξει και πολλά από τότε στην αιτιολόγηση των εγκληματικών πρακτικών τους – ότι δηλαδή υπερασπίστηκε την τιμή και την περιουσία του ή αν ξεκινούν από μια πραγματικά φιλική προς τους Καθαρούς πολιτική, θα φανεί στα επόμενα κεφάλαια. 

Για να συμπληρωθεί η εισαγωγή του αναγνώστη στην ατμόσφαιρα της εποχής και η γνωριμία του με τους πρωταγωνιστές του δράματος, πρέπει να δοθούν κάποιες εξηγήσεις για τα έθιμα και την πολιτική θεωρία της αριστοκρατίας της εποχής. 

Στην εποχή που ακολούθησε την πτώση του δυτικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προέκυψε ένα περίεργο νομικό κλίμα. Η ομοιομορφία του ρωμαϊκού νόμου σε όλη την οικουμενική διάσταση της αυτοκρατορίας έπαψε να υφίσταται και ανεφύησαν τα βαρβαρικά δίκαια  των νέων κυρίαρχων. Ως αποτέλεσμα, ο κάθε κάτοικος της δυτικής Ευρώπης να κρίνεται με βάσει το πατρογονικό του δίκαιο. Με την σχηματοποίηση του φεουδαρχικού καθεστώτος, ο γραπτός νόμος εξέλειπε στη Δύση. Αυτό οφείλονταν σε δύο παράγοντες. Αφ’ ενός στην κατάργηση της παρουσίας συνηγόρων στις δίκες και αφετέρου στην αγραμματοσύνη των νέων ηγεμόνων-κριτών. Ακόμη και αν ο ηγεμόνας-κριτής έβαζε κάποιον μορφωμένο να του διαβάσει τον νόμο πάλι θα του ήταν ακατανόητος, διότι ήταν γραμμένος σε νομική λατινική γλώσσα. Μόνο στην Ιταλία, υπό την βυζαντινή επίδραση διατηρήθηκε γραπτός νόμος και στην Αγγλία, πριν την νορμανδική κατάκτηση, διότι εκεί οι νόμοι δεν γράφονταν στα λατινικά αλλά στην τοπική διάλεκτο. Συνεπώς, οι Νορμανδοί κατακτητές μπορούσαν να διαβάσουν τον νόμο, να τον κατανοήσουν και να τον εφαρμόσουν. Σε όλες τις άλλες περιοχές της Ευρώπης κυριάρχησε το εθιμικό δίκαιο.
 
7.3.3 Ποια η σχέση της πολιτικής ιδεολογίας της αριστοκρατίας, της κακοδοξίας των Καθαρών και του Νίκου Καζαντζάκη[5]; 

Θεμελιώδης κανόνας του εθιμικού δικαίου είναι ο εξής: ορθόν είναι το αεί γινόμενον. Με βάση αυτή την αρχή ό,τι έχει υπάρξει λαμβάνει εξ αυτού του γεγονότος και μόνο το δικαίωμα ύπαρξης. Πάνω σε αυτή την ιδέα στηρίχθηκε ο μεσαιωνικός πολιτισμός της Δύσης. Δεν επρόκειτο για καινοτομία. Την άποψη αυτή σέβονταν ακόμη και οι Ρωμαίοι, λαός με ιδιαίτερη επίδοση στον γραπτό νόμο. Για παράδειγμα, οι Ρωμαίοι μπορούσαν να ανεχθούν τον Ιουδαϊσμό, μόνο και μόνο επειδή ήταν η θρησκεία των πατέρων των Εβραίων, για κανένα άλλο λόγο. Ομοίως και τον Χριστιανισμό, μέχρι την στιγμή που οι Εβραίοι ενημέρωσαν τον Νέρωνα, ότι δεν επρόκειτο για την πατρογονική τους θρησκεία, αλλά για κάτι νέο. Όσο και αν αυτό φαίνεται παράξενο στον σύγχρονο άνθρωπο, που διψά για καινοτομίες ικανές να ταράξουν τα λιμνάζοντα ύδατα της ρηχότητάς του, στην ύστερη αρχαιότητα, όπως και στον Μεσαίωνα κάθε τι καινοτόμο ήταν αξιοκατάκριτο.  

Σε έναν κόσμο όπου τον σύνολο δικαϊικό καθεστώς στηρίζεται στον άγραφο νόμο, κυριαρχεί το κύρος του παρελθόντος. Αυτό το κύρος μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί μόνο αν του αντιπαρέθεταν ένα παρελθόν ακόμη αρχαιότερο. Εξαίρεση αποτελούσε η Εκκλησία. Το κανονικό δίκαιο ήταν το μόνο καταγεγραμμένο στην Δύση. Και βέβαια, το ορθό για την Εκκλησία δεν ήταν το παλαιό, αλλά το σύμφωνο με το θέλημα του Θεού, ακόμη κι αν εκφράζονταν από μόνο τον πάπα. Ο Hincmar της Ρεμ διακήρυσσε ότι ο βασιλιάς δεν μπορεί να κρίνει με βάση το έθιμο, αν αυτό ήταν αντίθετο με την χριστιανική δικαιοσύνη[6]. Στο τέλος του ΙΑ’ αι. ο πάπας Ουρβάνος ο Β’ (1088-1099), επαναλαμβάνοντας την άποψη του Τερτυλλιανού είπε στον κόμη της Φλάνδρας:

«Ισχυρίζεσαι ότι μέχρι τώρα δεν έκανες τίποτα από το να συμμορφώνεσαι με την πανάρχαια συνήθεια του τόπου; Πρέπει να ξέρεις όμως ότι ο Πλάστης σου είπε: το όνομά μου είναι Αλήθεια. Δεν είπε: το όνομά μου είναι Συνήθεια[7]». 

Η μεγάλη αντίφαση της άποψης του πάπα Ουρβάνου είναι ότι γράφοντας τα παραπάνω μέσα στην παραζάλη της γρηγοριανής μεταρρύθμισης, επιτίθεται στην αρχαία παράδοση της Εκκλησίας στην προσπάθεια των Φράγκων παπών να επιβάλλουν το παπικό δίκαιο, καταργώντας ουσιαστικά μαζί με την εκκλησιαστική παράδοση και το γραπτό κανονικό δίκαιο. Και αυτά σε μια εποχή κατά την οποία αναβιώνει το γραπτό δίκαιο, τουλάχιστον στην Ιταλία. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.  

Το εθιμικό δίκαιο του Μεσαίωνα, μιας εποχής όπου η έννοια της ιδιοκτησίας είναι ανύπαρκτη, προσπαθεί να καθορίσει και να κανονίσει το δικαίωμα της κατοχής και της χρήσης. Μέσα από αυτό αναφύεται το φεουδαρχικό καθεστώς. Γαίες και αξιώματα παραχωρούνται μέσα από μια τελετή που σκοπό έχει να εντυπώσει στην συλλογική μνήμη την, ας πούμε, νομική πράξη δια της οποίας το αγαθό περνά στα χέρια του κατόχου. Γιατί; Διότι τίτλοι ιδιοκτησίας ούτε νοούνται ούτε υφίστανται. Αν και όταν εγερθεί απαίτηση, το δικαστήριο κρίνει με βάση την μαρτυρία περί της κατοχής. Αν ο αντίδικος αποδείξει με την χρήση της συλλογικής μνήμης ότι κατέχει το αγαθό από παλιά, πολύ δε περισσότερο αν αποδείξει ότι το κατείχαν και οι πρόγονοί του, τότε, ακόμη και αν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας είναι άκυροι. Εξ αυτής της συλλογικής μνήμης προέκυψε η λεγόμενη «κοινή γνώμη», την οποία οι αντίδικοι ή οι εμπόλεμοι έπρεπε να έχουν με το μέρος τους, για να είναι η διαμάχη του δίκαιη, νομικά καλυμμένη. Γίνεται κατανοητό γιατί ακόμη και σήμερα οι απόγονοι των Φράγκων προσπαθούν να έχουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους, διαμορφώνοντάς την ανάλογα, ακόμη και όταν οι πράξεις τους δεν δικαιολογούνται από το διεθνές δίκαιο. Σε περίπτωση, βέβαια που η μνήμη αδυνατούσε να στηρίξει μια αξίωση και η ανάμνηση είχε ξεθωριάσει, δύο λύσης υπήρχαν: η θεοδικία και η δικανική μονομαχία. 

Ο σεβασμός του γεγενημένου επέδρασε στο σύστημα των πραγματικών δικαιωμάτων. Σε όλη την Δύση, εκτός από την Ιταλία, δίκες δεν γίνονταν για την ιδιοκτησία, αλλά για την Gewere, όπως αναφέρεται στο γερμανικό δίκαιο της εποχής, την κατοχή, δηλαδή, που έγινε σεβαστή δια της διάρκειας. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι οι τίτλοι ευγενείας (λόρδοι, μαρκήσιοι, κόμηδες) δεν ήταν άμεσα εξαρτημένοι από την γαιοκατοχή. Έχουν, βέβαια, τοπικό χαρακτήρα. Δεν εννοείται τίτλος ευγενείας «άνευ χαρτοφυλακίου», εκτός από τον κατώτερο βαθμό του ιππότη. Ο τίτλος αντλεί το δικαίωμα ύπαρξης από την περιφέρεια στην οποία αναφέρεται. Δεν συνεπάγεται, όμως, αυτόματα την κατοχή της περιφέρειας, την ιδιοκτησία της θα λέγαμε σήμερα. Συνεπάγεται το δικαίωμα επί της οικονομικής εκμετάλλευσης της περιοχής. Σημαντική προϋπόθεση για την άντληση του δικαιώματος ήταν το αδιαίρετο της επικράτειας, εκ της οποίας ο τίτλος λάμβανε την ύπαρξη. Έτσι, τα φέουδα δεν έπρεπε να διαιρούνται. Πρακτικά, η μόνη διαίρεση της γης ήταν αυτή που προέκυπτε από την παραχώρηση τμημάτων αυτής στης ιεραρχικά κατώτερες βαθμίδες. Αυτό επηρέασε άμεσα το δίκαιο της κληρονομιάς.  

Αρχικά, η παραχώρηση της γης δεν γεννούσε κληρονομικό δικαίωμα. Ένας φεουδάρχης μπορούσε ν’ ανακαλέσει οποιαδήποτε στιγμή ήθελε το δικαίωμα της παραχώρησης και να το δώσει σε όποιον άλλο ήθελε. Από την στιγμή που ο δικαιούχος πέθαινε, οι κληρονόμοι δεν είχαν κανένα δικαίωμα. Στην πράξη αυτό αποδείχθηκε ανώφελο. Η κάθετη ιεράρχηση στηρίζονταν στην οριζόντια. Ο φεουδάρχης καλό ήταν να έχει τους δικούς του ανθρώπους, τους πιστούς υποτελείς, με τους οποίους τον συνέδεε η υποτέλεια, το ομάζ (hommage). Ωστόσο, αν ένας από τους «ανθρώπους» του πέθαινε, ήταν δύσκολο, όχι ακατόρθωτο, να αντικατασταθεί. Έτσι, προέκυψε η προτίμηση. Ο κληρονόμοι του θανόντος εξασφάλιζαν την πιστή συνέχεια της υποτέλειας. Αυτό, σε συνδυασμό με την ανάγκη για την διατήρηση του αδιαίρετου, οδήγησε στην ανάγκη για περιορισμό των κληρονόμων σε κληρονόμο. Στις περισσότερες των περιπτώσεων εφαρμόζονταν η πρωτοτοκία. Έτσι, γεννήθηκε η κληρονομικότητα. Έτσι, γεννήθηκαν οι μακροσκελείς γενεαλογικοί κατάλογοι της φεουδαρχικής αριστοκρατίας. Το εθιμικό αυτό δίκαιο, όπως είναι φυσικό εφαρμόζονταν με την ελαστικότητα που αναλογούσε στις τοπικές και χρονικές διαφοροποιήσεις και διαμορφώσεις.  

Η συγγένεια του αίματος είχε την τιμητική της στον μεσαιωνικό βίο. Είτε το θέμα αφορούσε βεντέτες, είτε αξιώσεις και δικαιώματα, ο μεσαιωνικός άνθρωπος έβρισκε τον φυσικό σύμμαχό του στον συγγενή του, όμαιμο ή εξ αγχιστείας. Μεταφρασμένο αυτό στο αριστοκρατικό λεξιλόγιο του ΙΒ’ αι. γέννησε τους γαλαζοαίματους (ο όρος είναι πολύ μεταγενέστερος). Οι γαλαζοαίματοι αριστοκράτες, γόνοι ευγενικής καταγωγής που βαστούσε από οίκους που άπλωναν τις ρίζες τους όσο μακριά έφτανε η καταγεγραμμένη ιστορία, γόνοι γενεών και γενεών ηγεμόνων, θεωρούσαν εαυτούς ανώτερους από τους απλούς ανθρώπους, τους λαϊκούς. Ακόμη και αν οι δεύτεροι μπορούσαν να εξασφαλίσουν την είσοδό τους στην αριστοκρατία με την απόκτηση κάποιου τίτλου, εκμεταλλευόμενοι τις οικονομικές συγκυρίες, εξακολουθούσαν να θεωρούνται κατώτεροι. Η αριστοκρατία περιχαράκωσε την κοινωνική τάξη της, την έκανε απροσπέλαστη.  

Σε κάποιες εξεζητημένες περιπτώσεις, το αριστοκρατικό αίμα θεωρούνταν ότι έχει θαυματουργικές ιδιότητες. Ξεκινώντας από τον Εδουάρδο τον Ομολογητή (1042-1066), επικράτησε ένα βασιλικό έθιμο στην Αγγλία οι γαλαζοαίματοι να αγγίζουν τους αρρώστους για να τους θεραπεύσουν. Παρόμοιες ιδιότητες αξίωναν οι Ροβερτος ΙΙ της Φραγκίας (996-1131), Ερρίκος Ι της Αγγλίας (1100-1131), Φίλιππος Ι (1060-1108) και Λουδοβίκος VI (1108-1137) της Γαλλίας[8]. Αν και στην περίπτωση του Εδουάρδου του Ομολογητή η εκκλησία διατείνονταν ότι οι θαυματουργικές θεραπείες οφείλονταν στην αγιότητά του, o William του Malmesbury ομολογεί ότι στην εποχή του πίστευαν ότι οφείλονταν στο βασιλικό του αίμα, εκφράζοντας έτσι το λαϊκό αίσθημα[9].  

Οι Καθαροί της Languedoc εκμεταλλεύτηκαν την γενεσιουργό αιτία τέτοιων πεποιθήσεων, την αλαζονεία, για να πετύχουν την εύνοια των ευγενών της περιοχής τους. Εφόσον οι κοσμικές αρχές ήταν αυτές που επέβαλαν την θανατική ποινή, ο προσεταιρισμός τους θα τους γλίτωνε από πολλά προβλήματα. Στην Languedoc το κατάφεραν δίνοντας μια θρησκευτική χροιά στην έπαρση της αριστοκρατίας λόγω καταγωγής.  

Στην Νότια Γαλλία σέβονταν ιδιαίτερα την Αγία Μαρία την Μαγδαληνή. Υπήρχαν αρκετοί τοπικοί θρύλοι, προφορικές παραδόσεις που ήθελαν την Αγία να έχει ταξιδέψει στην περιοχή μετά την Σταύρωση. Συμμετέχοντας με τον δικό τους τρόπο οι Καθαροί της Languedoc στην εξέλιξη αυτών των θρύλων ισχυρίζονταν τα εξής: 

«Επίσης, διδάσκουν στις μυστικές τους συναντήσεις ότι η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν η σύζυγος του Χριστού. Ήταν η Σαμαρίτιδα στην οποία είπε “Κάλεσε τον άντρα σου[10]”. Ήταν η γυναίκα που καταδικάστηκε για μοιχεία, την οποία θα είχαν λιθοβολήσει οι Εβραίοι, αν δεν την είχε ελευθερώσει ο Χριστός, και ήταν μαζί του σε τρία μέρη, στον ναό, στο πηγάδι, και στον κήπο. Μετά την Ανάσταση, εμφανίστηκε πρώτα σ’ αυτήν[11]».  

Το παραπάνω απόσπασμα περιλαμβάνεται σε ένα ανώνυμο μανιφέστο των πεποιθήσεων των Καθαρών και των Βάλδιων. Βρίσκεται σε ένα μόνο χειρόγραφο, το οποίο περιλαμβάνει επίσης ένα αντίγραφο του Contra haereticos του Ermengarde της Béziers, φίλου του Durand de Huesca. Αυτό σε συνδυασμό με την ομολογία του ανώνυμου συγγραφέα ότι ήταν εξοικειωμένος με τους Βάλδιους, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Emrengarde είναι ο συγγραφέας. Το κείμενο έχει εκδοθεί από τον Antoine Dondaine, Durand de Huesca et la polémique anti-cathare, Archivum Fratrum praedicatorum 29 (1959), 268-271.  

Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του αποσπάσματος η διδασκαλία περί της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής ήταν μια εσωτερική διδασκαλία, ένα μυστικό δόγμα (secret doctrine). Διδάσκονταν στις μυστικές τους συναντήσεις. Το δόγμα αυτό έχει δύο σκέλη. Το πρώτο είναι ότι η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή ταυτίζονταν με την μοιχαλίδα του Ευαγγελίου. Την άποψη αυτή ασπάστηκαν και οι παπικοί, ίσως επηρεασμένοι από την παράδοση του Καθαρισμού. Στην Ορθόδοξη παράδοση πρόκειται για διαφορετικά πρόσωπα. Στην Αγία Γραφή δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνδέει την Αγία Μαρία την Μαγδαληνή με την μοιχαλίδα.  

Το δεύτερο σκέλος αφορά την γνωστή βλασφημία που επαναλαμβάνεται και στις μέρες μας, ότι η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή ήταν η σύζυγος του Χριστού. Αυτή η πεποίθηση ήταν μοναδική στους Καθαρούς της Languedoc. Δεν υπήρχε ούτε σε κάποια άλλη δυαρχική αίρεση, στους Παυλικιανούς ή τους Βογομίλους, όπως βεβαιώνει ο Yuri Stoyanof, αλλά ούτε και στους Καθαρούς κάποιας άλλης περιοχής. Ωστόσο υπήρχε στο απόκρυφο Ευαγγέλιο του Φιλίππου. Ο συγγραφέας του παραπάνω μανιφέστου ξεκαθαρίζει από την αρχή του κειμένου ότι αναφέρεται 

«Η ομάδα των αιρετικών που κατοικούν στην περιοχή μας, δηλαδή, στις επαρχίες της Ναρβόννης, της Béziers, Carcassonne, Τουλούζης, Albi, Rodez, Cahors, Agen και Périgueux…[12]».  

Η ύπαρξη αυτού του δόγματος στους Καθαρούς της Languedoc επιβεβαιώνεται και από μια άλλη πηγή, τον Pierre de Vaux-de-Cernay : 

«Οι αιρετικοί ακόμη βεβαιώνουν στις μυστικές τους συγκεντρώσεις ότι ο Χριστός που γεννήθηκε στην επίγεια και ορατή Βηθλεέμ και σταυρώθηκε στην Ιερουσαλήμ ήταν κακός, και ότι η Μαρία Μαγδαληνή ήταν ερωμένη του και η γυναίκα που κυνηγήθηκε ως μοιχαλίδα και για την οποία διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο΄ διότι ο καλός Χριστός, λένε, ποτέ δεν έφαγε ούτε ήπιε ούτε έλαβε πραγματική σάρκα, και δεν ήρθε ποτέ σ’ αυτόν τον κόσμο, εκτός με πνευματική έννοια στο σώμα του Παύλου. Γι’ αυτό λένε “που γεννήθηκε στην επίγεια και ορατή Βηθλεέμ”, επειδή υποστηρίζουν οι αιρετικοί ότι υπάρχει άλλη, νέα και αόρατη χώρα, στην οποία, σύμφωνα με μερικούς από αυτούς, ο καλός Χριστός γεννήθηκε και σταυρώθηκε. Οι αιρετικοί επίσης υποστηρίζουν ότι ο καλός Θεός είχε δύο γυναίκες, την Oolla και την Ooliba[13], από τις οποίες απόκτησε γιους και κόρες[14]». 

Ο συγγραφέας της Hystoria Albigensis[15], ο Πέτρος ήταν μοναχός στο αβαείο του Vaux-de-Cerney εικοσιπέντε μίλια περίπου νοτιοδυτικά του Παρισιού. Ο θείος του Guy ήταν ηγούμενος στο ίδιο αβαείο και συμμετείχε στην αλβιγηνική εκστρατεία. Ο Πέτρος ακολούθησε τον θείο του και παρακολούθησε τις επιχειρήσεις εναντίον των Καθαρών της Languedoc. Το παραπάνω απόσπασμα ανήκε στο πρώτο μέρος της ιστορίας, γραμμένο το 1213.  

Μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του δόγματος περί της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής από την εποχή του προηγούμενου μανιφέστου μέχρι την ιστορία του Πέτρου. Το δόγμα επηρεάζεται από τον δοκητισμό, τον συνηθισμένο στις δυαρχικές ομάδες. Αναφέρονται ένας επίγειος Χριστός, κακός, και ένας πνευματικός και καλός. Επαναλαμβάνεται η άποψη ότι η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν η μοιχαλίδα και σύζυγος του επίγειου Χριστού. Επίσης εμφανίζεται η άποψη ότι ο καλός θεός είχε απογόνους, άποψη που στο τέλος αποδίδεται στην σχέση του επίγειου Χριστού με την Μαγδαληνή, ώστε να συνδεθεί η επίγεια πραγματικότητα με την επουράνια. Από τον γάμο του Χριστού με την Μαγδαληνή ξεκίνησε μια γενεαλογία (Bloodline) απογόνων, η οποία κατέληξε στην Languedoc. 

Αυτή η γραμμή του αίματος, του “Sang Réal” (= βασιλικό αίμα, το ποτό σαγκριά οφείλει εδώ την ονομασία του), ήταν στους τοπικούς θρύλους το san graal (παλαιογαλλικό), το γνωστό από τον μύθο του Αρθούρου, Holy Grail (grail από το λατινικό gradale=δισκάριο), το Άγιο Δισκοπότηρο. Να σημειωθεί ότι ο μύθος του Αρθούρου, ο οποίος έφθασε στις μέρες μας είναι μεσαιωνικής έκδοσης και έχει αλλοιωθεί σημαντικά σε σχέση με τον αρχαίο μύθο.  

Οι Καθαροί επενέβησαν στην τοπική παράδοση. Όταν η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή ήλθε στην Νότια Γαλατία είχε μαζί και τα παιδιά της. Απόγονοι των παιδιών της ήταν οι ντόπιοι αριστοκράτες. Μάλιστα, στην δική τους έκδοση η Αγία Μαρία ήταν το μυθικό Άγιο Δισκοπότηρο, διότι έφερε στην κοιλιά της το αίμα του Χριστού. Αυτή η άποψη, η διδασκαλία των Καθαρών έγινε αμέσως ανάρπαστη από την ντόπια αριστοκρατία. Το να κατάγονται από τον Χριστό εξηγούσε την ευγένεια του αίματός τους και ανέβαζε το κύρος τους στα ύψη, επιβεβαίωνε την ανωτερότητά τους. Δέχθηκαν ευμενώς τους Καθαρούς στις επαρχίες τους κι έγιναν προστάτες τους. Οι τελευταίοι έγιναν όργανα προπαγάνδας της πολιτικής ιδεολογίας των πρώτων. Για τους Καθαρούς, βέβαια, δεν προέκυψε συνειδησιακό πρόβλημα. Ο υλικός κόσμος εξακολουθούσε να παραμένει κακός, και οι άρχοντές του κακοί, απόγονοι ενός κακού Χριστού. Δεν άλλαξε κάτι στην κοσμοθεωρία τους.  

Κατόπιν όλων αυτών γίνεται ξεκάθαρο γιατί η πτώση της Béziers στις 22 Ιουλίου του 1209, την ημέρα της εορτής της Αγίας, και η σφαγή των Καθαρών που ζήτησαν άσυλο στον ομώνυμο ναό, θεωρήθηκε από τους παπικούς ως ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης. 

Οι απόψεις αυτές δεν εξαφανίστηκαν, αλλά πέρασαν μαζί με τον Καθαρισμό στην σκιά μετά την πάταξη του Καθαρισμού. Επανεμφανίστηκαν στην νεώτερη εποχή κι έγιναν γνωστές μέσω των έργων του δικού μας Νίκου Καζαντζάκη (Τελευταίος πειρασμός) και του Dan Brown (The Da Vinci Code).  

Ο πρώτος εμφανίστηκε ως ένας ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος, ένας άνθρωπος με ελεύθερο πνεύμα. Βέβαια, αν κάποιος ισχυρίζονταν τον ΙΓ’ αι ότι είναι «ελεύθερο πνεύμα» όλοι θα καταλάβαιναν ότι είναι αιρετικός, μέλος της ομώνυμης αίρεσης, για την οποία θα μιλήσουμε σε άλλη ενότητα. Αλλά την εποχή που έζησε κι έγραψε ο Καζαντζάκης, αυτή η γνώση είχε ξεχαστεί. Κανένας τότε δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ο Καζαντζάκης αναβίωνε στα έργα του τις αιρετικές απόψεις των Καθαρών, εκτός, φυσικά, και αν ήταν μυημένος σε αυτές της απόψεις και τις γνώριζε. Ο Καζαντζάκης δηλαδή, δεν ήταν καθόλου ελεύθερο πνεύμα. Δεν ήταν ελεύθερα σκεπτόμενος. Ήταν αιρετικός και βλάσφημος. Θα ήταν αφέλεια να πιστέψουμε ότι ήταν ο μόνος, αλλά από πού έλαβε αυτή την απόκρυφη γνώση δεν είναι του παρόντος. Ως προς αυτές τις απόψεις του ο Καζαντζάκης ήταν μεσαιωνιστής, εκφράζοντας ταυτόχρονα το ίδιο αντι-εκκλησιαστικό πνεύμα και επαναλαμβάνοντας τις κατηγορίες των μεσαιωνικών αιρετικών, εναντίον της Εκκλησίας. Οι βλασφημίες του επαναλήφθηκαν από τον Μίμη Ανδρουλάκη στο βιβλίο του Μν, από έναν πολιτικό της αριστεράς. Τι σχέση μπορεί να έχει η αριστερή ιδεολογία με την ιδεολογία των Καθαρών; Ίσως το ανακαλύψουμε στην συνέχεια της έρευνας.  

Υποθέτουμε, βέβαια, ότι ο Καζαντζάκης δεν είχε υπόψη του το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Φιλίππου, διότι ήταν απολεσθέν και ανακαλύφθηκε με τα υπόλοιπα κείμενα της βιβλιοθήκης του Nag-Hammadi. Εκτός και αν το είχε βρει καταχωνιασμένο σε καμιά βιβλιοθήκη του Παρισιού, πριν το φέρει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, αλλά αυτή είναι μια υπόθεση που δεν στηρίζεται πουθενά. Να θυμίσουμε ότι ο Καζαντζάκης ήταν δηλωμένος φίλος της Οκτωβριανής Επανάστασης Είχε διατελέσει ιδιαίτερος του Ελ. Βενιζέλου το 1912, και από το 1919 Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Περιθάλψεως με αποστολή τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του Καυκάσου. Εκμεταλλεύτηκε την θέση αυτή για να διαδώσει τις ιδέες του κομμουνισμού στους δυστυχείς και άπορους επαναπατρισθέντες. Το 1924 φυλακίστηκε γιατί ανέλαβε τον ρόλο του καθοδηγητή σε μια κομμουνιστική οργάνωση δυσαρεστημένων προσφύγων στο Ηράκλειο[16]. Αυτά για να θυμηθούμε έναν από τους πρωτεργάτες της διάδοσης του κουμμουνισμού στην Ελλάδα και για να συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε για την σχέση αριστερής ιδεολογίας και Καθαρισμού.  

O Dan Brown πλασάρισε τις ίδιες απόψεις με έναν διαφορετικό τρόπο, ως θεωρία συνομωσίας. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να περάσει ιδέες που ως παλαιό ψέμα είναι αναπόδεικτες, δίνοντάς τους την γοητεία του μυστηρίου, την σαγήνη της καλά φυλαγμένης γνώσης. Έτσι έγιναν ελκυστικές στην αφέλεια, η οποία αφέλεια δεν γνωρίζει ότι οι υποτιθέμενες μυστικές αδελφότητες στις ημέρες μας δεν είναι καθόλου μυστικές, αλλά δημόσια δραστηριοποιούνται ασκούν προσηλυτισμό, ως καταστροφικές λατρείες[17].
 

 

7.3.4. Οι Καθαροί της Languedoc μέχρι την αλβιγηνική εκστρατεία. 

Η περίπτωση της εμφάνισης του Καθαρισμού στην Languedoc είναι ένα έξοχο παράδειγμα του τρόπου σύζευξης του αυτόχθονος δυαρχικού στοιχείου με την οργανωτική δομή των Βογομίλων. Για την διάδοση της αίρεσης έχουμε ήδη μελετήσει την δράση του Ερρίκου της Le Mans και του Πέτρου de Bruys. Η αύξηση του αριθμού των αιρετικών, η οποία ευνοήθηκε από την ανοχή των αρχών και την αδύναμη παρουσία του παπισμού, επιχειρήθηκε ν’ αντιμετωπισθεί ήδη από την αποστολή του Βερνάρδου του Κλαιρβώ το 1145. Τα σχετικά κείμενα μελετήθηκαν στο 6.2.16.  

Δυο δεκαετίες μετά ο τέταρτος κανόνας της συνόδου στην Τουρώνη το 1163 φανερώνει ότι η αίρεση δεν καταπνίγηκε στην Τουλούζη. Αποκαλεί τους αιρετικούς Αλβιγήνους[18]. Δυο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1165, ο επίσκοπος της πόλης από την οποία πήραν το όνομά τους οι αιρετικοί, δηλαδή της Albi, μαζί με άλλους εκπροσώπους της παπικής εκκλησίας, έκανε δημόσιο διάλογο με εκπροσώπους των Αλβιγήνων στην Lombers, μια οχυρωμένη πόλη η οποία διέθετε και κάστρο, δέκα μίλια νότια της Albi. Η αριστοκρατία της πόλης προστάτευε τους αιρετικούς, οπότε δεν μπορούσε να γίνει δημόσια δίκη. Τα πρακτικά της συζήτησης δεν ήταν δικαστικά αρχεία, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από το ύφος του κειμένου. Η προσδοκία του επισκόπου ήταν να κηρυχθεί η αίρεση και μέσα από την διάσταση με τον Χριστιανισμό να μεταστραφεί το ευνοϊκό για τους αιρετικούς κλίμα. Οι ανοικτές συζητήσεις έγιναν τα μετέπειτα χρόνια συχνό φαινόμενο στην Languedoc.  

Παρότι στο κείμενο οι αιρετικοί δεν αποκαλούνται Καθαροί (πως θα μπορούσαν άλλωστε, αφού την ίδια χρονιά έγραφε ο Eckbert του Schönau τις ομιλίες του), ονομάζονται «καλοί άνθρωποι». Οι πεποιθήσεις τους μοιάζουν με αυτές του Ερρίκου της Le Mans και του Πέτρου de Bruys. Θέμα δυαρχίας δεν τέθηκε στην συζήτηση. Το λατινικό κείμενο υπάρχει στο Acta concilii Lumbardiensis, ed. Martin Bouquet, Recueil des historiens des Gaules et de la France, XIV 431-434. Αγγλική μετάφραση, W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, 190-194[19]. Παραθέτουμε την εισαγωγή που δίνει κάποια ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία: 

«Την χρονιά του Κυρίου 1165, αυτή η ετυμηγορία βγήκε για μια υπόθεση που αφορούσε αντιπαράθεση, κατηγορία και επίθεση εναντίον της Καθολικής πίστης, την οποία κάποια άτομα που επιλέγουν να ονομάζονται “Καλοί Άνθρωποι” και που έχουν την υποστήριξη των ιπποτών της Lombers, επιθυμούν να ανατρέψουν. Αυτή η ετυμηγορία βγήκε από τον επίσκοπο Γουλιέλμο της Albi, από κριτές που επιλέχθηκαν και επικυρώθηκαν και από τις δύο πλευρές, που εξέτασαν το θέμα και συνεπικούρησαν τον προαναφερθέντα επίσκοπο – δηλαδή, ο επίσκοπος Gaucelin της Lodève, ο ηγούμενος [Rigaud] της Castres, ο ηγούμενος [Πέτρος] της Ardorel, ο ηγούμενος Gausbert της Candeil, και ο Arnold Beben -  παρουσία έντιμων ανθρώπων, κλήρου και λαού, δηλαδή, ο Αρχιεπίσκοπος Pons της Ναρβόννης˙ ο επίσκοπος Adelbert της Nîmes΄ ο επίσκοπος Γεράδος της Τουλούζης΄ ο επίσκοπος Γουλιέλμος της Agde΄ ο ηγουμενος Ραϋμόνδος του Saint-Pons΄ ο ηγούμενος Πέτρος του Cendras΄[Vidal], ηγούμενος Fontfroide΄ [Ερρίκος], ηγούμενος Gaillac΄ [Maurin], ιερατικός προϊστάμενος του καθεδρικού της Τουλούζης΄ Γουλιέλμος, ιερατικός προϊστάμενος του καθεδρικού της Albi΄ οι αρχιδιάκονοι Ναρβόννης και Albi: Guy προϊστάμενος του Sant-Mary του Montpellier΄ ο Βερνάρδος, προϊστάμενος του Goudarges΄ οι άρχοντες Blanc και Hugh de Vereiras΄ και από τους λαϊκούς, ο υποκόμης [Ραϋμόνδος] Trencavel της Béziers΄ η Κωνσταντία, σύζυγος του κόμη Ραϋμόνδου της Τουλούζης΄ ο υποκόμης Sicard de Lautrec΄ Isarn de Dourgne΄ και πολλοί άλλοι, σχεδόν όλος ο πληθυσμός της Albi και της Lombers, όπως και άτομα από άλλες πόλεις[20]». 

Στο παραπάνω κείμενο υπάρχει η πρώτη χρήση του όρου “Boni Homines”. Ως Καλούς Ανθρώπους ανέφεραν οι Καθαροί όσους είχαν λάβει το consolamentum. “Perfecti” ονομάζονταν από τους αντιπάλους τους, ενώ οι ίδιοι δεν χρησιμοποιούσαν αυτή την λέξη. Καλούς ανθρώπους επίσης αποκαλούσαν όσους αξιωματούχους συμμετείχαν στην ακροαματική διαδικασία κάποιας δίκης στον Μεσαίωνα, για να τονίσουν την εντιμότητά τους. Στο κείμενο γίνεται χρήση και των δύο εννοιών. Τα ονόματα των εκκλησιαστικών αξιωματούχων που συμμετείχαν, δεν υπάρχουν στα αρχικά χειρόγραφα. Έχουν προστεθεί από τους εκδότες κι έχουν μπει σε αγκύλες στη μετάφραση. 

Οι αιρετικοί στην Lombers πίστευαν τα εξής,
- απέρριπταν την Παλαιά Διαθήκη,
- πίστευαν ότι το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας μπορεί να τελεστεί από κληρικούς και λαϊκούς, αρκεί να είναι καλοί άνθρωποι. Οι ανάξιοι δεν μπορούν να το τελέσουν και όσοι συμμετείχαν αναξίως επέσυραν καταδίκη στον εαυτό τους.
- αρνούνταν να ορκιστούν.
Αρνήθηκαν επίσης ν’ απαντήσουν σε ερωτήσεις που αφορούσαν την πίστη τους, τις πεποιθήσεις του για τα Μυστήρια και ειδικά τον νηπιοβαπτισμό, τον γάμο και την εξομολόγηση. Κατηγόρησαν τους παρόντες επισκόπους ότι ήταν λύκοι και υποκριτές. Όταν πλέον ο αρχιεπίσκοπος Pons τους κατηγόρησε ως αιρετικούς, αυτοί έκαναν μία δήλωση πίστης, η οποία αφήνει πολλά ερωτηματικά. Ωστόσο, αρνήθηκαν να την επικυρώσουν με όρκο. Προς υπεράσπισή τους επικαλέστηκαν την συμφωνία που είχαν κάνει από πριν με τον επίσκοπο της Albi. Συμφώνησαν δηλαδή, πριν συναινέσουν να συμμετάσχουν στην συζήτηση ότι δεν θα χρειαστεί να ορκισθούν. Ο επίσκοπος Albi αρνήθηκε ότι είχε κάνει τέτοια συμφωνία. Ο αρχιεπίσκοπος δήλωσε τους διαφωνούντες ως αιρετικούς και κάλεσε τους ευγενείς να απόσχουν από την προστασία τους. Επίσης προκάλεσε τους αιρετικούς ν’ αντιπαρατεθούν μαζί του σε κάποιο αυλικό δικαστήριο, αλλά δεν έπεσαν στην παγίδα. 

Αυτό που μένει από την παραπάνω διήγηση είναι το θάρρος τον αιρετικών στην Languedoc να κηρύττουν δημόσια την διαφωνία τους και μάλιστα να καταφέρονται εναντίον της παπικής "εκκλησίας". Η άνεση σ’ αυτό πήγαζε από την ανέχεια των τοπικών αρχών. Η ανοχή επέτρεψε την σύγκληση της συνόδου των Καθαρών στο χωριό Saint-Félix de Caraman στην Lauragais νότια της Τουλούζης. Τα σχετικά με την προβληματική του πρακτικού[21] της συνόδου έχουν συζητηθεί στο 5.3.3δ. Επίσης στο ίδιο κεφάλαιο έχουν συζητηθεί τα απορρέοντα συμπεράσματα για την σχέση Βογομίλων-Καθαρών. Εδώ θα εξεταστεί το θέμα από την οπτική των Καθαρών μόνο.  

Την εποχή σύγκλησης της συνόδου ο μόνος επισκοπικός βαθμός στην Languedoc ήταν αυτός του Καθαρού επισκόπου στην Albi, Sicard de Cellarer. Ο δεύτερος επίσκοπος που συμμετείχε στην σύνοδο ήταν ο Robert d’  Epernon με έδρα στην Βόρεια Γαλλία. Συμμετείχαν εκπρόσωποι των συναθροίσεων της Carcassonne της Τουλούζης και της Agen[22]. Αποτέλεσμα της συνόδου ήταν η δημιουργία νέων επισκοπών στην αναπτυσσόμενη εκκλησία των Καθαρών της Languedoc, εκτός από την υπαγωγή της στην ordo Drugunthia. Οι νέες επισκοπές με τους επισκόπους τους ήταν α) στην Τουλούζη με προκαθήμενο τον Bernard Raymond, b) στην Carcassonne με προκαθήμενο τον Guiraud Mercier, γ) στην Agen με προκαθήμενο τον Raymond de Casals.  

Θέμα τέθηκε για την οριοθέτηση των περιφερειών των δύο νέων επισκοπών, της Τουλούζης και της Carcassonne. Εκλέχτηκαν εκπρόσωποι και από τις δύο πλευρές και αποφάσισαν η οριοθέτηση να γίνει σύμφωνα με το πρότυπο των επισκοπών της παπικής εκκλησίας. Στην ίδια σύνοδο ο Μάρκος ορίστηκε επίσκοπος της Λομβαρδίας. Όλοι μαζί, ακόμη και οι προϋπάρχοντες επίσκοποι της Βόρειας Γαλλίας και της Albi, έλαβαν το consolamentum από τον Νικήτα. Αποδέχθηκαν δηλαδή την εγκυρότητα  της ordo Drugunthia, χωρίς να καταγραφεί κάποια συζήτηση επί του θέματος.  

Η επιβίωση του εγγράφου οφείλεται σε μια αναγκαία αναδρομή σε αυτό. Το 1223 ο Καθαρός επίσκοπος Pierre Isarn αναγκάστηκε να το συμβουλευτεί για τον επανακαθορισμό της επαρχίας του μετά την καταστροφή της αλβιγηνικής εκστρατείας. Έστειλε, λοιπόν, τον Pierre Polhan στην Τουλούζη για ν’ αντιγράψει το αρχειακό υλικό τριών εγγράφων΄ το πρακτικό της συνόδου του Saint-Félix, την ομιλία του Νικήτα και το συμφωνητικό καθορισμού των ορίων των επισκοπών μαζί με τα ονόματα των υπογραφόντων. Η σύνθεση των τριών κειμένων που προέκυψε, είναι το κείμενο που σώθηκε κι έφτασε ως εμάς[23]. O Pierre Isarn δεν ολοκλήρωσε το έργο του, διότι εκτελέστηκε το 1226. Τα προβλήματα δικαιοδοσίας οδήγησαν σε σύγκληση νέας συνόδου στο Pieusse το 1226 και λύθηκαν με απόφαση του Καθαρού επισκόπου της Τουλούζης, Guilhabert de Castres. Με τις αποφάσεις της συνόδου αυτής λύθηκαν τα ερωτήματα που ήγειρε η σέκτα της Razès, η οποία δεν ήξερε αν υπάγονταν στην επισκοπή της Τουλούζης ή της Carcassonne. Η λύση ήταν η δημιουργία νέας επισκοπής στην Razès την ίδια χρονιά. Το χειρόγραφο του Pierre Pohlan έφθασε στην κατοχή εντός παλαιοπώλη, του Guillaume Besse, ο οποίος εξέδωσε αποσπάσματα το 1660. Η σύνθεση της ιστορίας και της έκδοσης των αποσπασμάτων οφείλεται στον B. Hamilton[24]. 

Η πτώση του Νικήτα ή του Συμεών δεν είχε στην Languedoc τον αντίκτυπο που είχε στην Ιταλία. Οι διοικητικές διασπάσεις που συνέβησαν στην Λομβαρδία οφείλονταν εν μέρει στο εριστικό χαρακτήρα των Ιταλών. Αντίθετα στην Νότια Γαλλία οι επιπτώσεις του ταξιδιού του Νικήτα, η ενότητα και η νέα οργανωτική δομή, διατηρήθηκαν αναλλοίωτα, ακόμη και μετά την μεταφορά της είδησης από τον Πετράκιο. Βέβαια, ο Πετράκιος δεν πέρασε τις Άλπεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η είδηση για την πτώση του Συμεών ή του Νικήτα δεν έφτασε στις άλλες συναθροίσεις. Μάλλον οι αντιδράσεις ήταν ηπιότερες. Ακόμη και το σοβαρότατο δογματικό θέμα της μορφής της δυαρχίας, δεν στάθηκε ικανό να λειτουργήσει διασπαστικά και να δημιουργήσει ανταγωνιστική κατάσταση, μια δεύτερη εκκλησία Καθαρών.  

Το 1222-3 ο Durand de Huesca, πρώην Βάλδιος, έγραψε στο πολεμικό έργο του Liber Contra Manicheos, ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές απόψεις μεταξύ των Καθαρών της Languedoc. Η πρώτη ήταν αυτών, τους οποίους ονομάζει Γραικούς Μανιχαίους, η δεύτερη των Βουλγάρων και η τρίτη των “Drogoveti”. Οι ομάδες που αντιστοιχούσαν στις τρεις απόψεις, κατά τον Durand de Huesca, διαφωνούσαν μεταξύ τους και καταδίκαζαν η μια την άλλη. Ο Durand είχε εργαστεί στην Ιταλία, και δίκαια κάποιος θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι επηρεάστηκε από όσα γνώρισε εκεί. Πάντως από το κείμενο γίνεται φανερό ότι αναφέρεται στους Καθαρούς που βρίσκονται στην Carcassonne, στην Τουλούζη, στην Albi[25]. Κάποια εσωτερικά προβλήματα προέκυψαν το 1206 αλλά θα συζητηθούν στην χρονική σειρά τους.  

Όπως ειπώθηκε στην ιστορική αναδρομή των πεπραγμένων της αριστοκρατίας της Languedoc, το 1176-7 ήταν μια δύσκολη διετία για τον κόμη Ραϋμόνδο V της Τουλούζης. Εκτός του ότι είχε χάσει από καιρό την επιρροή του στις επαρχίες του, μια νέα συμμαχία σχηματίζονταν εναντίον του, με σκοπό να τον εμποδίσουν να την ξανακερδίσει. Ο προστάτης του Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσα έδειχνε να χάνει τον ανταγωνισμό του με τον πάπα Αλέξανδρο τον Γ’. Ο Ραϋμόνδος, βέβαια, δεν ήταν ηττημένος, αλλά μπορούσε να καταλάβει ότι η τροπή των πραγμάτων τον οδηγούσαν σε συνεργασία με την παπική εκκλησία. Και για να το κάνει αυτό έπρεπε ν’ αποκαταστήσει το όνομά του ως υπέρμαχου την πίστης. Μπορεί όταν έγινε η σύνοδος των Καθαρών μια δεκαετία πριν, να μην είχε την δύναμη να την εμποδίσει, αλλά το πήγαινε-έλα τόσων αιρετικών μέσα στην επαρχία του ούτε απαρατήρητο περνούσε, ούτε καλή εντύπωση έκανε στους εκπροσώπους τους παπισμού. Έτσι, η έκκληση για βοήθεια, την οποία έκανε το 1177 στον εκπρόσωπο του τάγματος των Κιστερκιανών, έγινε κατά το παράδειγμα του πατέρα του Αλφόνσου. Ο τελευταίος είχε απευθυνθεί στον ηγούμενο του Κλαιρβώ Βερνάρδο για το ίδιο θέμα και είχε προκαλέσει την αποστολή του 1145. Ο νέος ηγούμενος του Κλαιρώ, Ερρίκος de Marcy, ζήτησε από τον πάπα Αλέξανδρο να εξουσιοδοτήσει άμεσα τον παπικό λεγάτο  στην Φραγκία, ώστε να έχει την απαραίτητη ελευθερία κινήσεων και να δράσει. Την ίδια χρονιά οι ηγεμόνες της Φραγκίας, Λουδοβίκος VII και της Αγγλίας, Ερρίκος II συζήτησαν την λήψη μέτρων. Κατέληξαν στο να υποστηρίξουν από κοινού μια αποστολή, χωρίς όμως να συμμετάσχουν οι ίδιοι, για να μην προκαλέσουν ίσως την αντίδραση της Αραγονίας.

 Την αποστολή διηύθυναν οι Ερρίκος de Marcy[26], ηγούμενος του Κλαιρβώ, σε αντιγραφή της ανάλογης του 1145, και ο Πέτρος της Παβία[27], καρδινάλιος στο San Chrisogono, ως παπικός λεγάτος. Αφίχθησαν στην Τουλούζη το 1148 κι έδρασαν για τρεις μήνες, συνεπικουρούμενοι από διαφόρους ιεράρχες[28] και στρατιωτικούς αξιωματούχους[29]. Ο Ερρίκος κατέγραψε αμέσως σε εγκύκλιες επιστολές την κατάσταση στην περιοχή και την πορεία των εργασιών. Σε μια επιστολή του δίνει μια ζοφερή εικόνα΄ η περιοχή είχε κατακλυσθεί από αιρετικούς: 

«Πραγματικά, δεν μας είχαν πει το τρίτο μέρος από όλα τα διαβολικά βδελύγματα, τα οποία αυτή η ευγενής πόλη έτρεφε στο στήθος της απιστίας της. Τόπος του βδελύγματος της ερημώσεως είχε γίνει, και το ομοίωμα των ερπετών των προφητών[30] είχε στήσει την φωλιά του στα απόμερα της πόλης. Εκεί οι αιρετικοί κυβερνούσαν τον λαό και βασίλευαν ανάμεσα στον κλήρο, ώστε όπως ο λαός έτσι και ο κλήρος[31] και ο βίος του ποιμένα είχε διαμορφωθεί από τα υπολείμματα του ποιμνίου. Μιλούσαν οι αιρετικοί και όλοι χειροκροτούσαν. Μιλούσε κάποιος καθολικός κι έλεγαν “Τι λέει;”, κάνοντάς το να φανεί παράξενο και τερατώδες, αν κάποιος βρίσκονταν ανάμεσά τους, που θα τολμούσε έστω να ψιθυρίσει  μια λέξη πίστης. Τόσο πολύ είχε απλωθεί η επιδημία στην χώρα, ώστε όχι μόνο είχαν φτιάξει ιερείς και ποντίφικες από τον κύκλο τους, αλλά είχαν κι ευαγγελιστές, οι οποίοι, αναιρώντας και ακυρώνοντας το Ευαγγέλιο, χάλκευσαν ένα καινούργιο γι’ τους εαυτούς τους και από τις καρδιές τους κήρυτταν με κακία μια καινοτόμα διδασκαλία στους απατημένους ανθρώπους… Με την άφιξή μας εκεί τόση ήταν η ελευθερία των αιρετικών παντού, ώστε καθώς ακολουθούσαμε την πορεία μας στους δρόμους και τις πλατείες μας κατσάδιαζαν, δείχνοντάς μας με το δάκτυλό τους, και φώναζαν ότι είμαστε υποκριτές, αγύρτες και αιρετικοί[32]». 

Από τις πρώτες υποθέσεις που εξετάστηκαν ήταν αυτή του Pierre Maurand[33], ενός ευκατάστατου έμπορου που κατείχε δύο καστέλα, ένα στην πόλη και ένα στην εξοχή. Θεωρούνταν ένας από τους δέκα πλουσιότερους κατοίκους της πόλης, και ο οίκος του ήταν αναμεμειγμένος στις ταραχές που είχαν ξεσπάσει[34]. O Pierre συνηθισμένος από την μέχρι τότε ανοχή των αρχών και με την έπαρση του φουσκωμένου πουγκιού του αρνήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον της επιτροπής. Στο τέλος πείσθηκε από τον κόμη της Τουλούζης να το κάνει. Αρχικά αρνήθηκε την κατηγορία της αίρεσης, αλλά οι πληροφορίες που είχαν στα χέρια του οι ανακριτές, τον ήθελαν να αυτοαποκαλείτε Ιωάννης Ευαγγελιστής. Μάλιστα τον ανέφεραν ως πρίγκιπα. Του πρότειναν, λοιπόν, να ορκιστεί για να δοκιμαστεί η αθωότητά του. Την στιγμή του όρκου έσπασε και ομολόγησε ότι είχε αρνηθεί την πραγματικότητα της θυσίας στην Θεία Ευχαριστία. Φαίνεται ότι καταδικάστηκε μόνο γι’ αυτό[35]. Η ποινή ήταν αφορισμός και κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων. Τα καστέλα του θα κατεδαφίζονταν. Όταν άκουσε την ποινή κατέρρευσε. Έπεσε στα πόδια του καρδινάλιου και παρακαλούσε για συγχώρεση. Τότε κανονίστηκε να φύγει προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, όπου θα έμενε εν μετανοία για διάστημα τριών χρόνων. Αν ολοκλήρωνε τον κανόνα του. μπορούσε να επιστρέψει και η περιουσία θα του επιστρέφονταν, εκτός από τους πύργους, οι οποίοι θα κατεδαφίζονταν έτσι κι αλλιώς. Τότε θα πλήρωνε κι ένα πρόστιμο 500 αργυρών νομισμάτων στον άρχοντά του Ραϋμόνδο. Τα Χρονικά του Ρογήρου του Hovenden δεν αναφέρουν τι απέγινε. Από άλλη πηγή είναι γνωστό ότι κάποιος Pierre Maurand, είτε ο ίδιος, είτε ο γιος του, έγινε δημοτικός σύμβουος της Τουλούζης την περίοδο 1183-4[36].  

Η ποινή είχε το αναμενόμενο αντίκτυπο. Ο τρόμος που προκλήθηκε ανάγκασε πολλούς αιρετικούς να σπεύσουν και να δηλώσουν μετάνοια, πετυχαίνοντας ηπιότερες ποινές.  

Ο Ραϋμόνδος είχε φροντίσει να κάνει συγκεκριμένες καταγγελίες εναντίον των αριστοκρατών (nobiliores) της περιοχής, όχι άδικα. Έτσι από τις πρώτες ενέργειες του Ερρίκου de Marcy ήταν να διατάξει την απελευθέρωση του παπικού επισκόπου της Albi, Γεράρδου, τον οποίο είχε φυλακίσει ο Ρογήρος ΙΙ των Trencavel, ίσως κατόπιν επιθυμίας των Καθαρών, ίσως για την ανάμειξή του στις διαμάχες για την κυριότητα της Albi. Στην επισκοπική έδρα είχε στείλει δικό του λεγάτο τον Pierre Raimond d’ Hautpoul. Ο Ερρίκος de Marcy κάλεσε τον Ρογήρο σε απολογία. Ο τελευταίος αρνήθηκε να παρουσιαστεί και αφορίστηκε. Η γυναίκα του Ρογήρου και δυο ακόμη άτομα, γνωστά από τα πρακτικά της συνόδου του Saint-Félix, οδηγήθηκαν στην Τουλούζη για ανάκριση. Πρόκειται για τους Bernard Raymond, ο οποίος στην σύνοδο είχε αναδειχθεί επίσκοπος των αιρετικών στην πόλη, και ο Raymond de Baimiac, ο οποίος είχε οριστεί από την σύνοδο ως εκπρόσωπος της συνάθροισης της Τουλούζης για τον καθορισμό των ορίων αρμοδιότητας της καθαρής εκκλησίας της πόλης. Με την πάροδο των χρόνων είχε φθάσει στον βαθμό του filius major, του πρεσβύτερου υιού, του βοηθού επισκόπου που προορίζονταν να τον αντικαταστήσει. Η ανάκριση έγινε στον καθεδρικό του Αγ. Στεφάνου από τον παπικό λεγάτο Πέτρο της Παβία.  

Στην αρχή οι αιρετικοί διάβασαν ένα κείμενο, μια ομολογία πίστης, στην καθομιλουμένη. Κάποια σημεία του κειμένου φάνηκαν διφορούμενα στους ανακριτές και ζήτησαν εξηγήσεις στα Λατινικά. Κανένας από τους αιρετικούς δεν μπορούσε να το κάνει διότι κανείς δεν ήταν μορφωμένος και δεν γνώριζε αυτή την γλώσσα. Η ομολογία που διαβάστηκε φαινόταν να είναι σε όλα σύμφωνη με την πίστη των παπικών. Ακόμη και στο σημείο της Θείας Ευχαριστίας, ομολογούσαν ότι πίστευαν στην μετουσίωση των Τιμίων Δώρων[37]. Τότε σηκώθηκαν ο Ραϋμόνδος και κάποιοι άλλοι γεμάτοι αγανάκτηση και τους κατηγόρησαν ότι ψεύδονταν. Ο ίδιος προσωπικά τους είχε ακούσει να διδάσκουν τις αιρετικές πεποιθήσεις τους΄ ότι πίστευαν σε δύο θεούς, έναν καλό που δημιούργησε τον πνευματικό κόσμο, έναν κακό, ο οποίος δημιούργησε τον υλικό΄ ότι η Θεία Ευχαριστία δεν μπορούσε να λειτουργηθεί από ανάξιους και αμαρτωλούς ιερείς΄ ότι ο άνδρας και η γυναίκα δεν μπορούν να σωθούν όσο είναι σε γάμο΄ ότι ο νηπιοβαπτισμός δεν ωφελεί τα παιδιά κ.α. Οι αιρετικοί ακολουθούσαν την απόλυτη δυαρχία, όπως την δίδασκε η ordo Drugunthia, σε ακολουθία της συνόδου του Saint-Félix.  

Ο καρδινάλιος και οι λοιποί εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι ζήτησαν τότε από τους κατηγορούμενους να ορκιστούν. Αρνήθηκαν με τα γνωστά επιχειρήματα. Ο κόσμος, όμως συνέρρεε συνέχεια και πολλοί μάρτυρες δήλωναν ότι τους είχαν ακούσει να λένε διεστραμμένες διδασκαλίες. Έτσι φάνηκε ότι ο όρκος δεν ήταν αναγκαίος. Υπό το βάρος του πλήθους των μαρτύρων δεν υπήρχε αμφιβολία για το ποιόν των κατηγορουμένων. Οι αρχές δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι περισσότερο από το να τους αφορίσουν με την ελπίδα ότι στο εξής ο κόσμος θα γνώριζε την αλήθεια γι’ αυτούς. Οι δύο Καθαροί αρχηγοί κατέφυγαν στην Lavaur, 35 χιλιόμετρα από την Τουλούζη. Εκεί βρήκαν ασφαλές καταφύγιο. 

Η πρώτη αυτή αποστολή έληξε αναίμακτα. Ωστόσο, όλη αυτή η διαφωνία με τον παπισμό δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητη. Το 1179 έγινε η Γ’ Σύνοδος του Λατερανού με την έκκληση του πάπα Αλεξάνδρου του Γ’. Σ’ αυτήν καταδικάστηκε η διαστροφή των «Παταιδασκαλία τους στην Γασκώνη, στην περιοχή της Albi (Albigeoisρηνών», δηλαδή των Καθαρών, οι οποίοι διέδιδαν την αξιοκατάκριτη δ) και της Τουλούζης (Toulousain). Αναθεματίστηκαν οι αιρετικοί και αυτοί που τους πρόσφεραν καταφύγιο ή τους προστάτευαν. Δεν αρκέστηκε μόνο σ’ αυτά αλλά διέταξε την κοσμική εξουσία ν’ αναλάβει δράση, για να εξαναγκάσει τους ανθρώπους να επιστρέψουν στην σωτηρία τους, και μ’ αυτό βέβαια, εννοούσε την παπική εκκλησία. Έτσι ανακήρυξε νέα «σταυροφορία» κατά την συνήθεια της εποχής εναντίον των εχθρών της Εκκλησίας. Όσοι συμμετείχαν σ’ αυτήν θα λάμβαναν συγχωροχάρτι για δύο χρόνια. Αν τυχόν σκοτώνονταν θα τους δίνονταν συνολική άφεση και βεβαίωση για την αιώνια σωτηρία[38]. Όσο και αν φαίνεται σήμερα περίεργο με τέτοιες υποσχέσεις οι παπικοί συγκέντρωναν εύκολα στρατό χωρίς να πληρώσουν τίποτα.  

Έτσι δύο χρόνια μετά, το 1181, ο Ερρίκος de Marcy, καρδινάλιος πια και παπικός λεγάτος στην Φραγκία, ηγήθηκε μιας «σταυροφορίας», που θεωρείται και η πρώτη εντός χριστιανικού εδάφους, εναντίον των αιρετικών και του κοσμικού προστάτη τους, υποκόμη της Béziers, Ρογήρου. Το οχυρό της Lavaur, στο οποίο είχαν καταφύγει οι αρχηγοί των καθαρών έπεσε ύστερα από πολιορκία. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν οι Bernard Raymond και Raymond de Baimiac[39]. Μπροστά στον επικείμενο αφανισμό τους ομολόγησαν την αίρεση, δήλωσαν μετάνοια και ζήτησαν άφεση. Όχι μόνο συγχωρέθηκαν αλλά έγιναν κληρικοί στην Τουλούζη. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν η κόμισσα Αδελαΐδα, κόρη του Ραϋμόνδου της Τουλούζης και ο Ρογήρος. Ο τελευταίος δήλωσε υποτέλεια και ορκίστηκε να μην παράσχει ξανά βοήθεια και καταφύγιο στους αιρετικούς. Από τον απλό λαό δήλωσαν πολλοί μετάνοια. Μόλις, όμως, ο κίνδυνος πέρασε και ο στρατός του Ερρίκου διαλύθηκε, ξαναγύρισαν στις παλιές τους συνήθειες. Ο Ραϋμόνδος ήταν απασχολημένος με την αντιπαράθεση του με τον βασιλιά της Αραγονίας. Δεν είχε την δυνατότητα ν’ ασχοληθεί περισσότερο με τους Καθαρούς. Ζήτησε την βοήθεια του Λουδοβίκου, αλλά ο βασιλιάς της Φραγκίας δεν ήταν σε θέση να του την παράσχει.  

Εξαιτίας των μακροχρόνιων διενέξεων των αριστοκρατών τις περιοχής, μεγάλα τμήματα της χώρας είτε είχαν ερημωθεί, είτε ήταν ανασφαλή. Ο κόσμος είχε περιπέσει σε ανέχεια και ληστοσυμμορίτες λυμαίνονταν την ύπαιθρο. Ήδη οι συμμορίες αυτές είχαν καταδικαστεί από τον ίδιο κανόνα της Γ’ Συνόδου του Λατερανού, μαζί με τους Καθαρούς. Παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι σε όποιον εργοδότη είχε την άνεση να τους μισθώσει. Σε περιπτώσεις ανεργίας παρασιτούσαν στις επαρχίες. Οι συμμορίες αυτές αποτέλεσαν την μαγιά των μετέπειτα μισθοφορικών εταιρειών, όπως για παράδειγμα η Καταλανική Εταιρεία, της οποίας την λύμη γνώρισε η φραγκοκρατούμενη Ελλάδα.  

Ο Καθαρισμός συνέχισε να διαδίδεται, εξαιτίας αφενός της αδυναμίας του Ραϋμόνδου να επιβάλλει την εκκλησιαστική τάξη και αφετέρου της υποστήριξης που παρείχε ο οίκος των Trencavel. Ναι με ο Ρογήρος είχε δηλώσει υποταγή στον Παπισμό, αλλά το περιβάλλον του δείχνει ότι δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα στην πολιτική του. Ο οικονόμος του, ο Guilhem Peyre de Brens, ήταν ο άνθρωπος που κατά το ανέκδοτο του Guillaume de Puylaurens είχε αψηφήσει τον οικείο επίσκοπο και κατά την επιθανάτια επιθυμία του ζήτησε να ταφεί με τους “Bonomios”, εννοώντας τους Καθαρούς. Όταν ο Ρογήρος πέθανε το 1194, άφησε επίτροπο του γιού του τον Bertrand de Saissac, γνωστό οπαδό του Καθαρισμού. Ο επίσκοπος Béziers του απέσπασε όρκο, ότι δεν θα εκμεταλλεύονταν την θέση του για να επιτρέψει την είσοδο τον Καθαρών και των Βάλδιων στην πόλη. Δεν άργησε, όμως να δείξει τα πραγματικά του αισθήματα απέναντι στην παπική εκκλησία. Όταν οι μοναχοί του αβαείου St. Mary εξέλεξαν ηγούμενο χωρίς να τον ενημερώσουν, ακύρωσε τις εκλογές, ξέθαψε το νεκρό του προηγούμενου επισκόπου και το τοποθέτησε προκαθήμενο σε μια παράσταση νέων εκλογών για την ανάδειξη ηγουμένου. Φυσικά ο νέος  ηγούμενος ήταν άνθρωπος της αρεσκείας του[40].  

Ο οίκος των κόμηδων του Foix ήταν περισσότερο μπλεγμένος με την αίρεση. Ο Berengar de Lavelanet θυμάται σαράντα χρόνια μετά, ότι το 1204 συμμετείχε σε μια λαμπρή δεξίωση στο Fanjaux, όπου η Esclarmonde (éclair du monde σημαίνει φως του κόσμου), χήρα αδερφή του κόμη του Foix Ρογήρου-Ραϋμόνδου Ι (1188-1223), έλαβε το consolamentum από τα χέρια του Καθαρού filius major του επισκόπου της Τουλούζης, Guilhabert de Castres. Μαζί της έλαβαν τον consolamentum τρεις ακόμα γυναίκες αριστοκρατικής καταγωγής, η Aude de Fanjeux, η Fays de Dunfort και η Raymonde de Saint-Germain. Η πρώτη ανήκε στις κυρίαρχες δυναστείες της αριστοκρατίας του Fanjeux τους de Tonneins. Ήταν χήρα υψηλόβαθμου αξιωματούχου του οίκου των Trencavel, του Isarn-Bernard. O Berengar θυμόταν τα ονόματα 56 αριστοκρατών οι οποίοι παραβρέθηκαν στην τελετή μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο κόμης του Foix. O Guilhabert είχε στενές γνωριμίες και διασυνδέσεις με την ντόπια αριστοκρατία και ήταν φημισμένος κήρυκας[41].  

Η Esclarmonde δρούσε στον Νότο. Στα Πυρηναία είχε ιδρύσει έναν οίκο ευγηρίας για τους ηλικιωμένους Καθαρούς Τελείους, κι ένα Παρθεναγωγείο. Ωστόσο επέλεξε να έρθει στο Fanjeux για να λάβει το consolamentum από τα χέρια του Guilhabet. Στα 1206 η γυναίκα του κόμη του Foix, Φιλίππα αποσύρθηκε επίσης στα Πυρηναία, στο Dun, για να διευθύνει έναν οίκο για γυναίκες Τέλειες. Για τον ίδιο τον κόμη του Foix δεν αναφέρθηκε ότι έλαβε το consolamentum. Επέδειξε μια ανεκτική αντικληρικαλιστική στάση, τίποτα περισσότερο. 

Πιο έντονη αντικληρικαλιστική και αντιεκκλησιαστική δράση επέδειξε ο γιος του Ραϋμόνδου V, Ραϋμόνδος VI. Φυλάκισε τους ηγουμένους των μονών του Moissac και του Montauban, έδιωξε τους επισκόπους της Vaidon και της Agen, λεηλάτησε ναούς. Πάντως, δεν επέδειξε φιλική στάση προς τους Καθαρούς, εκτός ίσως από το γεγονός του 1215, όταν κατά την αλβιγινική εκστρατεία αναγκάστηκε να παραδώσει την Τουλούζη, κατέφυγε στην φιλο-καθαρή οικογένεια των Roaix. Αλλά αυτό μπορεί να ήταν η μόνη βολική λύση την δεδομένη στιγμή, αναγκαστική επιλογή, χωρίς ένδειξη φιλικής προς τον Καθαρισμό διάθεσης.

 

7.3.5 Η Αλβιγινική εκστρατεία[42]. 

α. Η νομική αντιμετώπιση των αιρέσεων-η δημιουργία των ταγμάτων των Δομινικανών και των Φραγκισκανών. Η προσωρινότητα των πενιχρών αποτελεσμάτων της αποστολής του 1177 έδειξε ότι χρειαζόταν δραστικότερες και μονιμότερες λύσεις. Η αρχή έγινε με την Γ’ Σύνοδο του Λατερανού, αλλά ο 27ος Κανόνας της Συνόδου, ο σχετικός με τους Καθαρούς, είχε τοπικό χαρακτήρα. Αφορούσε την Languedoc και επαφίονταν στην διακριτική ευχέρεια των τοπικών αρχών να τον εφαρμόσουν. Από την στιγμή που οι κοσμικές αρχές δεν είχαν την βούληση ή την δυνατότητα να επιβάλλουν τα προβλεπόμενα μέτρα, οι παπικοί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα παραπάνω από το ν’ αφορίζουν. Χρειαζόταν λύσεις δραστικότερες και τέτοιες που να μπορούσαν να εφαρμοστούν από τις εκκλησιαστικές αρχές. Η ευκαιρία που παρείχαν οι αιρετικοί στους παπικούς να πείσουν τους κοσμικούς άρχοντες να τους μεταβιβάσουν μέρος της εκτελεστικής εξουσίας ήταν  μοναδική και δεν πέρασε ανεκμετάλλευτη. Έτσι, το 1184, μέσα στον κολοφώνα της διαμάχης του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσα με τον πάπα, ο Λούκιος Γ’ (1181-1185), ο δεύτερος εξέδωσε ένα διάταγμα, το Ad Abolendam, με το οποίο απειλούσε όλους τους κοσμικούς ηγεμόνες και άρχοντες με αφορισμό, ενώ η επικράτειά τους θ’ αποκόπτονταν από την κοινωνία με την Ρώμη, αν δεν συμμετείχαν ενεργά στην καταπολέμηση των αιρέσεων.  

Οι δραστήριες λύσεις απαιτούν δραστήριους ανθρώπους. Το 1198 έγινε πάπας Ρώμης ο Ιννοκέντιος Γ’ (1198-1216). Ο Ιννοκέντιος ήταν άνθρωπος με πολεμικό ζήλο. Αρέσκονταν να δοκιμάζει την ξηρότητα της ακμής του ξίφους της εκκλησιαστικής εξουσίας στο σβέρκο των αιρετικών. Ακόμη περισσότερο αρέσκονταν να εξουδετερώνει τους αντιπάλους του με πολεμικές επιχειρήσεις, τις οποίες ονόμαζε «σταυροφορίες». Ήδη η πρώτη τέτοιου είδους σταυροφορία του Ιννοκέντιου είχε λάβει χώρα στην Σικελία το 1199, όπου, ως επίτροπος του ανήλικου Φρειδερίκου Β’ της Σικελίας είχε αντιπαράθεση με τον Markward von Anweiler, άνθρωπο των Hohenstaufen. Στην περίπτωση εκείνη αποκαλούσε τον Markward, Σαλαντίν, συνεργάτη των Σαρακηνών. Η επόμενη ήταν η Δ’ Σταυροφορία που κατέληξε  στην άλωση της Κωνσταντινούπολης. Με τα χέρια του βουτηγμένα στο χριστιανικό αίμα ο Ιννοκέντιος ένιωθε παντοδύναμος. Φαντασιώνονταν ότι ο Θεός του είχε παραδώσει τους εχθρούς του. Οι δύο αγαπημένες του φράσεις “exterminare” και “animadversio debita” όταν αφορούσαν αιρετικούς ένα μόνο πράγμα σήμαιναν΄ την θανατική καταδίκη.  

Ωστόσο οι κινήσεις του δεν ήταν ευκαιριακές. Αντίθετα, ήταν καλά μελετημένες. Αρχικά φρόντισε να δημιουργήσει το απαραίτητο νομικό πλαίσιο για να στηρίξει τον αναβαθμισμένο ρόλο των λεγάτων του. Το 1199 εξέδωσε το Vergentis,  ένα διάταγμα σχεδιασμένο ν’ ασκεί πίεση σε όσους εμπλέκονταν με οποιοδήποτε τρόπο σε κάποια αίρεση. Όσοι, παρά τις συστάσεις επέμεναν να εμπλέκονται με την αίρεση, ήταν ένοχοι της κατηγορίας της infamia[43]. Οι προβλεπόμενες ποινές ήταν στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και καθαίρεση, αν κατείχαν κάποιο δημόσιο αξίωμα. Σε περίπτωση ιερέως, στέρηση εκκλησιαστικών αξιωμάτων. Σε περίπτωση δικηγόρου, αφαίρεση της δυνατότητας να παρίσταται ως κριτής, συνήγορος ή γραμματέας. Ταυτόχρονα επιβάλλονταν στέρηση κληρονομικών δικαιωμάτων, κατάσχεση περιουσίας. Οι ποινές ήταν παρόμοιες με αυτές που επιβάλλονταν στο έγκλημα της lèse-majestè, της συνομωσίας κατά του αυτοκράτορα[44]. Το Vergentis αποτέλεσε αργότερα την νομική βάση για την δημιουργία της Ιεράς Εξέτασης.  

Ο Ιννοκέντιος αντιλαμβάνονταν πολύ καλά ότι η στροφή του κόσμου στην αίρεση ήταν σε μεγάλο βαθμό μια αντίδραση στον μονολιθικό χαρακτήρα του παπισμού. Καταλάβαινε ότι για να ξανακερδίσει το εκκλησίασμα έπρεπε ν’ αντιπαρατεθεί με τους αιρετικούς κυρίως με τους δικούς τους όρους. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποίησε δύο κατάλληλους ανθρώπους, τον Δομίνικο της Οσμα, ιδρυτή του τάγματος των Ιεροκηρύκων (Ordo Praedicatorum, Δομινικανοί μετά τον ΙΕ’ αι.) και τον Φραγκίσκο της Ασίζης, ιδρυτή του τάγματος των Φραγκισκανών.  

Στην Languedoc το 1206, μια αποστολή Κιστερκιανών μοναχών έληξε άδοξα, χωρίς το κήρυγμά τους να φέρει τα ποθούμενα αποτελέσματα. Τότε ο Καστιλλιάνος επίσκοπος Diego της Όσμα μαζί με τον ακόλουθό του Δομίνικο, είχαν την ιδέα του κηρύγματος σε συνθήκες απόλυτης φτώχιας, κατά τα πρότυπα των αιρετικών. Η ιδέα εφαρμόστηκε το 1206-7. Ο Ντιέγκο πέθανε τον Δεκέμβριο του 1207 και την θέση του ανέλαβε ο Δομίνικος συνεχίζοντας το έργο του ειρηνικού κηρύγματος, το οποίο κατέληξε σε λουτρό αίματος, την αλβιγινική εκστρατεία. Το 1215 μετακόμισε στην Τουλούζη και την επόμενη χρονιά ίδρυσε το τάγμα των Δομινικανών με σκοπό το κήρυγμα και βασισμένο στους κανόνες του Αγίου Αυγουστίνου. Επειδή ο Καθαρισμός δεν ήταν η μόνη αίρεση που έπρεπε να αντιμετωπιστεί, ούτε το πρόβλημα περιορίζονταν μόνο στην Midi, το τάγμα γρήγορα επέκτεινε τις δραστηριότητές του σε όλη την Δύση[45].  

Το 1210 τέθηκε στον Ιννοκέντιο ένα σοβαρό δίλημμα. Μπορούσε να δεχτεί η παπική εκκλησία στους κόλπους της, ομάδες διαφωνούντων με την επίσημη και προβαλλόμενη εκκλησιαστική ζωή, όταν αυτές ζητούσαν την επιβεβαίωσή της; Ο Φραγκίσκος της Ασίζης, άνθρωπος με βίο που δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τον αντίστοιχο των αιρετικών της εποχής του, μαζί με 11 ακόμη συνοδούς ζήτησε την αποδοχή του τρόπου ζωής του από την Ρώμη. Ο πάπας συμφώνησε, δεν είχε σημασία πόσο ακραίος ήταν αυτός ο τρόπος ζωής ή πόσο ασύμφωνος με τον χριστιανικό βίο. Αρκούσε το γεγονός της αναγνώρισης της εκκλησιαστικής του αυθεντίας. Έτσι ο Φραγκίσκος της Ασίζης, ο οποίος θα κατηγορούνταν ως αιρετικός, αν ο ίδιος δεν είχε απευθυνθεί στην Ρώμη ή αν η στιγμή του δισταγμού του Ιννοκέντιου κρατούσε λίγο παραπάνω, έγινε άγιος (για τους παπικούς). Μαζί με την αναγνώριση του δόθηκε και η άδεια να κηρύττει. Το κήρυγμά του δεν ήταν επικίνδυνο. Περιορίζονταν στην μετάνοια, την έκκληση για ηθικισμό, καμιά αναφορά σε δόγμα κανένας ψόγος των κακώς εκκλησιαστικών κείμενων, ούτε καν καταδίκη της αίρεσης. Η εντυπωσιακή, για την φτώχια της, εμφάνιση των Φραγκισκανών είχε επιτυχία στον ανταγωνισμό της αντίστοιχης των αιρετικών, αλλά δεν κράτησε για πολύ το αρχικό πνεύμα. Όταν ο Ιννοκέντιος συγκατατέθηκε στην ιδιοτροπία τους είχε ήδη κατά νου πως θα τους απορροφήσει μέσα στο παπικό σύστημα και πως θα τους εντάξει ως τάγμα σε ένα πιο εύχρηστο σχήμα δίπλα στους Δομινικανούς, μέσα από μια διαδρομή που έφερε την διάσπαση στους κόλπους των Φραγκισκανών, με αποτέλεσμα να στιγματιστούν οι διαφωνούντες ως αιρετικοί. 
 

β. Τα γεγονότα πριν την εκστρατεία-η δολοφονία του Pierre de Castelnau. Η αποστολή παπικών λεγάτων στην Languedoc εφαρμόστηκε από τον Ιννοκέντιο ήδη από το 1198. Το 1200 έστειλε τον Ιωάννη του Αγίου Παύλου για να επιβάλλει την Vergentis. Το 1203 έστειλε τους Ralph de Fontfroide και Pierre de Castelnau. Το 1204 έστειλε τον Arnaud Amaury, ηγούμενο του Citeaux, για να βοηθήσει τους δύο προηγούμενους. Παρότι η παρουσία των λεγάτων δεν ήταν επιθυμητή ούτε από τους ιεράρχες, ούτε από τους αριστοκράτες της περιοχής, αυτοί κατάφεραν να επιβάλλουν κλίμα εχθρικό προς τους αιρετικούς, στις περιοχές του Montpellier, της Αρελάτης και της Carcassonne. Στην Τουλούζη συμφωνήθηκε η απόδοση διευρυμένων δικαιωμάτων στην κομμούνα της πόλης, ως αντάλλαγμα για την βοήθεια αντιμετώπισης της αίρεσης. Αυτή, όμως η κίνηση περιόριζε τα δικαιώματα του κόμη Ραϋμόνδου VI. Το 1204 έγινε μια δημόσια αντιπαράθεση στην Carcassonne, παρουσία του Πέτρου ΙΙ της Αραγονίας (1196-1213). Η μεγαλύτερη επιτυχία των λεγάτων σημειώθηκε στην Προβηγκία. Εκεί όλες οι άρχουσες δυνάμεις του τόπου ορκίστηκαν πίστη και αφοσίωση στον σκοπό της παπικής πίστης το 1207. Ωστόσο, ο Ραϋμόνδος VI, ως μαρκήσιος της Προβηγκίας βρήκε την ευκαιρία να εκφράσει την δυσαρέσκειά του απέναντι στον Pierre de Castelnau και αρνήθηκε να ορκιστεί. Ο Pierre αφόρισε τον Ραϋμόνδο και ο πάπας επικύρωσε τον αφορισμό με μια παπική βούλα τον Μάιο του 1207, επί τη βάσει των κατηγοριών της υποστήριξης του Ραϋμόνδου προς τους Αραγωνέζους ληστοσυμμορίτες, που λυμαίνονταν την περιοχή, της κατάσχεσης των πατριμονίων του επισκόπου της Carpentras και της προστασίας του προς τους αιρετικούς.  

Οι κατηγορίες ήταν άδικες. Ο Ραϋμόνδος δεν είχε τα μέσα να καταπολεμήσει ούτε τους ληστοσυμμορίτες, ούτε τους αιρετικούς, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι είχε την θέληση. Οι διενέξεις του με κάποιους από τους ιεράρχες αφορούσαν θέματα γαιοκτησίας και δικαιωμάτων, δεν ήταν δογματικές. Εκείνο για το οποίο θα μπορούσε κάποιος να τον κατηγορήσει ήταν η απροθυμία του να συνεργαστεί με τους παπικούς, αλλά αυτό ήταν θέμα που προέκυπτε από την συμπεριφορά των δεύτερων. Παρότι και οι δυο ήταν άνθρωποι του Νότου, έδειχναν πρωτοφανή δυστοκία στο να κατανοήσουν τα προβλήματα της περιοχής και την θέση του Ραϋμόνδου. Ο πάπας στηρίζονταν αποκλειστικά σ’ αυτούς για την ενημέρωσή του και από την ενημέρωση αυτή έλειπε η πληροφόρηση για τα έργα και τις ημέρες των τοπικών επισκόπων, των οποίων οι κοσμικές βλέψεις δημιουργούσαν τα προβλήματα με την αριστοκρατία και ο κοσμικός βίος έδινε τροφή στους αιρετικούς να κατηγορούν την εκκλησία. Όταν αυτό έγινε κατανοητό, ότι δηλαδή οι εκπρόσωποι της εκκλησίας, στους οποίους θα έπρεπε να πέσει κανονικά το βάρος του αντιαιρετικού αγώνα, υστερούσαν σε όλα τα πεδία, αυτοί αντικαταστάθηκαν μέχρι το 1212, αλλά το 1207 το φταίξιμο έπεσε όλο στον Ραϋμόνδο. Ο Ιννοκέντιος είχε την «λύση» έτοιμη΄ μια νέα «σταυροφορία» υπό την ηγεσία του Φίλιππου ΙΙ της Φραγκίας (1180-1223). Όταν η απειλή έφτασε στα αυτιά του Ραϋμόνδου προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με τον Pierre, αλλά η συνάντηση δεν πήγε όπως περίμενε. Λίγο καιρό αργότερα ο Pierre δολοφονήθηκε από έναν ιππότη του Ραϋμόνδου.
 

γ. Η κήρυξη της εκστρατείας. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη που να βεβαιώνει ότι ο κόμης έδωσε την διαταγή.  Το γεγονός ότι δεν κυνήγησε τον δολοφόνο έπεισε τον πάπα για την ανάμειξή του. Μετά από αυτό το γεγονός οι λεγάτοι κήρυτταν μια νέα «σταυροφορία» στην Δύση. Ο πάπας και πάλι απευθύνθηκε στον βασιλιά της Φραγκίας Φίλιππο Αύγουστο[46]. Ο Φίλιππος δικαιολογήθηκε επικαλούμενος τα προβλήματα στις σχέσεις του με τον Ιωάννη της Αγγλίας και τον Όθωνα της Γερμανίας. Τόνισε ωστόσο ότι δεν επιθυμούσε να εμπλακεί στις υποθέσεις υποτελών του, όπως, ο Ραϋμόνδος.  

Η εκστρατεία αυτή είχε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν κατευθύνονταν απλώς κατά των αιρετικών, αλλά κατά των fautores, αυτών δηλ. που παρείχαν προστασία στην αίρεση με οποιονδήποτε άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Ο Ραϋμόνδος ήταν ύποπτος. Όχι μόνο είχε ως σημαντικό σύμβουλο στην αυλή του έναν Τέλειο Καθαρό, αλλά είχε επιτρέψει στην πρώην σύζυγό του (την δεύτερη) Βεατρίκη της Béziers, αδελφή του Ρογήρου ΙΙ των Trencavel, να γίνει και αυτή μια Τέλεια. Το ζητούμενο για τον πάπα ήταν η ταχύτητα της επιστράτευσης. Για τον λόγο αυτό πρόσφερε τις ίδιες υποσχέσεις και τα ίδια συγχωροχάρτια, τα οποία θα ελάμβανε κάποιος σε μια σταυροφορία στους Αγίους Τόπους. Για ν’ αποφευχθούν οι χρονοβόρες προετοιμασίες όρισε ως χρόνο στράτευσης τις 40 ημέρες. Έτσι κατάφερε να συγκεντρώσει γρήγορα ένα εντυπωσιακό εκστρατευτικό σώμα. Η κήρυξη της εκστρατείας έγινε στις 10 Μαρτίου του 1208 και ξεκίνησε νωρίς το καλοκαίρι του 1209. Αρχηγός ορίστηκε ο Simon IV de Montford, άρχοντας του Montford-l’ Amaury (1181-1218) και πέμπτος Eρλ[47] του Leicester. Πνευματικός καθοδηγητής της εκστρατείας ορίστηκε ο  Arnaud Amaury.
 

δ. Η σφαγή της Béziers. Ο Ραϋμόνδος επέδειξε άφθαστο καιροσκοπισμό. Βιάστηκε να κλείσει ειρήνη με τους εισβολείς και να δηλώσει υποταγή με μια ταπεινωτική τελετή στις 18 Ιουνίου του 1208. Εμφανίστηκε γυμνός στον καθεδρικό του Saint-Gilles στην Τουλούζη, ορκίστηκε πίστη[48] κι έλαβε την άφεση από τον παπικό λεγάτο. Ενώθηκε με το εκστρατευτικό σώμα, στο οποίο υπηρετούσαν δύο συγγενείς του, ο Pierre, κόμης της Auxerre και ο Robert  de Courtenay, γιοι του Pierre II de Courtenay, αδελφού της μητέρας του Ραϋμόνδου, Constance. Αποτέλεσμα της στάσης του Ραϋμόνδου ήταν να στραφεί το εκστρατευτικό σώμα ενάντια στους Trencavel και να εμφανιστεί αναπάντεχα κάτω από τα τείχη της Béziers. Ο υποκόμης Ραϋμόνδος-Ρογήρος θέλησε να συνδιαλλαγεί με τους εισβολείς, αλλά η προσπάθειά του δεν είχε αποτέλεσμα. Ο Arnaud Amaury αρνήθηκε επειδή σκέφτηκε ότι με την αποδοχή της υποταγής του υποκόμη, η σταυροφορία έχανε τον στόχο της. Είχε ξοδέψει αρκετό χρόνο από την ζωή του για να προετοιμάσει την εκστρατεία, ώστε δεν επιθυμούσε να την δει να διαλύεται από την μετάνοια του εργάτη της ενδεκάτης ώρας. Έτσι ο υποκόμης επέστρεψε στην Béziers για να φέρει τα δυσάρεστα νέα. Το συμβούλιο της πόλης συσκέφτηκε κι αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να δεχθεί ξανά τους αριστοκράτες και τους παπικούς, ύστερα από τόσους αγώνες που είχαν κάνει για τα δικαιώματά τους. Αποφάσισαν ν’ αντισταθούν. Ο υποκόμης εγκατέλειψε την πόλη, διότι ήξερε ότι η υπεράσπισή της ήταν άδικος κόπος. Μαζί του πήρε και τους Εβραίους της Beziers, δεδομένου ότι ο Βαΐλος του στην πόλη ήταν Εβραίος. Κατευθύνθηκε στην Carcassonne για να οργανώσει στρατό.  

Η πολιορκία, άλωση και σφαγή των κατοίκων της Béziers, είναι γραμμένη στις μαύρες σελίδες του παπισμού. Ανατρέχουμε σε δυο πηγές για την περιγραφή των γεγονότων, το Χρονικό του Guillaume de Puylarens[49] και τον Dialogus Miraculorum του Καισάριου του Heisterbach. 

«Μετά την εισβολή τους στην περιοχή, ο πρώτος αντικειμενικός στόχος των σταυροφόρων ήταν να πολιορκήσουν την Béziers. Οι κάτοικοι της πόλης στερήθηκαν την θεία καθοδήγηση εξαιτίας των αμαρτιών τους΄ αντί να καλωσορίσουν τους σταυροφόρους, όπως θα έπρεπε να είχαν κάνει, μέσα στην αλαζονεία τους αποφάσισαν να τους αντισταθούν, αλλά ήταν ανήμποροι να αντέξουν στην πρώτη επίθεση του πλήθους που επέλαυνε εναντίον τους. Καθώς οι επιτιθέμενοι σκαρφάλωσαν και κατέλαβαν τα τείχη, οι κάτοικοι υποχώρησαν και ζήτησαν άσυλο στις εκκλησίες τους. Οι επιτιθέμενοι τους καταδίωξαν στην εκκλησία της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, της οποίας ήταν ημέρα εορτής, κι έσφαξαν χιλιάδες από αυτούς. Αυτό έγινε το 1209. 

Ήταν κοινά αποδεκτό τον καιρό εκείνο, ότι ο Κύριος είχε στείλει την εκδίκησή του σ’ αυτούς, διότι είχαν δολοφονήσει με δόλο τον λόρδο τους Trencavel[50] την ίδια εορτάσιμη ημέρα, αν και είχαν επίσης κατηγορηθεί με ανείπωτες προσβολές κατά τις αιρετικές τους πεποιθήσεις και βλασφημίες[51]».  

Έγινε μια προσπάθεια ν’ αμβλυνθούν οι εντυπώσεις από την σφαγή των κατοίκων της Béziers. Ο Guillaume ισχυρίζεται ότι ήταν το πλήθος (vulgus) που επιτέθηκε στην πόλη, όχι οι ιππότες. Ποιους εννοεί ως πλήθος; Η λέξη αναφέρεται στους ακολούθους των ιπποτών, το βοηθητικό προσωπικό του στρατοπέδου. Στην αναφορά των λεγάτων Arnaud και Milo προς τον πάπα γράφει: «οι ribaldi και άλλα πρόσωπα χαμηλής τάξης και άοπλοι, επιτέθηκαν στην πόλη χωρίς να περιμένουν οδηγίες από τους αρχηγούς[52]». Άοπλοι σημαίνει χωρίς τον κατάλληλο οπλισμό. Σε chanson του τροβαδούρου Guillaume de Tudela αναφέρεται ότι κρατούσαν “masseta”, ρόπαλα. Οι λεγάτοι ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών σε 22.000, ενώ ο τροβαδούρος τραγουδά για 7.000 σκοτωμένους. 

Η αποποίηση της ευθύνης της σφαγής των κατοίκων της Béziers από τους παπικούς ίσως να είχε πετύχει αν δεν υπήρχε μια ακόμη αναφορά  στο γεγονός, του Καισάριου του Heisterbach:
«Όταν ήρθαν στην μεγάλη πόλη της Béziers, στην οποία λέγεται ότι υπήρχαν 100.000 άνθρωποι, την πολιόρκησαν˙ στο αντίκρισμα τους οι αιρετικοί κακοποίησαν με ανείπωτο τρόπο το βιβλίο του ιερού Ευαγγελίου, και το πέταξαν από το τείχος προς τους Χριστιανούς, και πετώντας βέλη από πίσω του, φώναξαν: “Ιδού ο νόμος σας, άθλιοι!” Αλλά ο Χριστός, ο συγγραφέας του Ευαγγελίου, δεν ανέχτηκε τέτοια προσβολή να μείνει ατιμώρητη. Διότι μερικοί από τους ακολούθους Του, φλεγόμενοι από ζήλο για την πίστη, τοποθέτησαν σκάλες στο τείχος, και σαν λιοντάρια, κατά το παράδειγμα αυτών που διαβάζουμε στο βιβλίο των Μακκαβαίων, άφοβα σκαρφάλωσαν στα τείχη και καθώς οι αιρετικοί καταλήφθηκαν από πανικό που έρχονταν άνωθεν και έφυγαν, άνοιξαν τις πύλες για τους άλλους, και κατέλαβαν την πόλη. 

Όταν ανακάλυψαν, από την παραδοχή μερικών, ότι οι Καθολικοί ήταν αναμεμιγμένοι με τους αιρετικούς, είπαν στον ηγούμενο, “Κύριε, τι να πράξουμε, διότι δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε μεταξύ των καλών και των κακών”. Ο ηγούμενος, όπως και άλλοι, φοβήθηκε ότι από τον φόβο του θανάτου, πολλοί θα υποκρίνονταν ότι είναι Καθολικοί, και μετά την αναχώρησή [του στρατού], θα επέστρεφαν στην αίρεση.

Λέγεται ότι αποκρίθηκε:
“Κάψτε τους όλους. Ο Κύριος γνωρίζει τους δικούς του[53]”».
Από το παραπάνω απόσπασμα φαίνεται ότι ήταν ο ίδιος ο Arnaud Amaury, αυτός που έδωσε την διαταγή της γενικής σφαγής, ο ίδιος ο οποίος στην δική του αναφορά προσπάθησε να πείσει τον πάπα ότι έφταιγαν οι ribaldi. Η ευθύνη της σφαγής ανήκει αποκλειστικά στους παπικούς. Ακόμη και αν οι αριθμοί φαίνονται υπερβολικοί, δεν είναι μακράν της αλήθειας. Ο τροβαδούρος Guillaume de Tudela αναφέρει πόσοι εσφάγησαν μέσα στην εκκλησία, όταν λέει 7.000. Ο Arnaud όταν αναφέρει 20.000 εννοεί πόσοι εσφάγησαν μέσα στην πόλη, όχι μόνο στην εκκλησία. Δεν υπάρχει διαφωνία. Ο γενικός πληθυσμός της πόλης ίσως να ήταν μικρότερος, αλλά σ’ αυτές τις περιπτώσεις συρρέουν και οι κάτοικοι της υπαίθρου για να προστατευθούν εντός των τειχών.  Επίσης είναι ψέμα, το ότι οι αρχηγοί της εκστρατείας δεν διέταξαν την εξόντωση όλων των κατοίκων. Τα άρρωστα στρατηγικά τους μυαλά σκέφτηκαν ότι έπρεπε να κάνουν την Béziers παράδειγμα προς αποφυγή, να καταδείξουν μάταιη την αντίσταση, τρομοκρατώντας με το γενικό ξεκλήρισμα, όσους θα είχαν την πρόθεση ν’ αντισταθούν.  

Η σφαγή στην Béziers είχε άμεσο αντίκτυπο στην επιθυμία των άλλων πόλεων ν’ αντισταθούν. Η Carcassonne παραδόθηκε αμαχητί στις 15 Αυγούστου και όλοι οι κάτοικοι έλαβαν την άδεια να την εγκαταλείψουν, ανεξαρτήτου θρησκευτικής τοποθέτησης. Ο μόνος που συνελήφθη ήταν ο υποκόμης Raymond- Roger Trencavel. Πέθανε στην φυλακή δυο μήνες αργότερα, αφήνοντας την υποψία ότι ο θάνατός του μπορεί να οφείλονταν σε δολοφονία. Ως δολοφονημένος, έγινε εθνικός ήρωας στα χείλη των τροβαδούρων της Occitania. O Simon de Montford έγινε κύριος της κατακτημένης χώρας. Δεν προχώρησε σε ανακρίσεις για να διαπιστώσει την εκκλησιαστική νομιμοφροσύνη των υποτελών των Trencavel. Όσοι δήλωσαν homage σ’ αυτόν παρέμειναν στις γαίες τους. Όσοι δραπέτευσαν έχασαν τα δικαιώματά τους και οι γαίες τους δόθηκαν σε δικούς του ανθρώπους. Η επιχειρήσεις του 1209 έληξαν μετά την πάροδο των σαράντα ημερών και οι «σταυροφόροι» επέστρεψαν στα κάστρα τους. 

ε. Η συνέχεια των επιχειρήσεων. Μετά την κατάληψη της περιοχής των Trencavel, ο Ραϋμόνδος φοβήθηκε ότι η εκστρατεία την επόμενη χρονιά θα στρέφονταν εναντίον του, γι’ αυτό έκανε έκκληση στον πάπα. Ο Ιννοκέντιος διέταξε να διερευνηθούν δύο κατηγορίες. Η κατηγορία για αίρεση και η κατηγορία για τον φόνο του Pierre de Castelnau. Αν βρίσκονταν ένοχος γα κάποια από αυτές τις κατηγορίες θα έπρεπε να παρουσιαστεί στην Ρώμη.  

Οι γρήγορες επιτυχίες του 1209 έλκυσαν περισσότερους τυχοδιώκτες το 1210. Στις επιχειρήσεις της δεύτερης χρονιάς καταλήφθηκαν οι εναπομείνασες περιοχές των Trencavel. Ο Πέτρος ΙΙ της Αραγονίας δεν ήθελε να εμπλακεί στην πολιτική της Languedoc διότι επείγονταν να επιτεθεί κατά των μουσουλμάνων. Έτσι δεν έφερε αντίρρηση στην αναγνώριση των νέων κυριαρχικών δικαιωμάτων. Τον Ιανουάριο του 1211 περιέβαλε τον νέο κύριο Simon de Montfort.  

Οι Καθαροί και οι επιζήσαντες ιππότες των Trencavel ζήτησαν καταφύγιο στους ομόγνωμους της Τουλούζης. Έτσι έφεραν σε δύσκολη θέση τον Ραϋμόνδο. Οι λεγάτοι του πάπα αρνήθηκαν να διεξάγουν την έρευνα μέχρι να εκπληρώσει ο κόμης μια σειρά ταπεινωτικών ενδείξεων καλής πίστης. Όταν ο κόμης αρνήθηκε οι λεγάτοι το εξέλαβαν ως σημάδι ενοχής και τον αφόρισαν. Οι τυχοδιώκτες του Simon εισέβαλαν στην Toulousain χωρίς να περιμένουν την έγκριση του πάπα ή την επικύρωση του αφορισμού του Ραϋμόνδου, την τρίτη χρονιά, το 1211. Επιτέθηκαν πρώτα στην Laivur, μια πόλη της οποίας η υπαγωγή μεταξύ των Trencavel και του Ραϋμόνδου ήταν αμφισβητήσιμη. Με την πτώση της έκαψαν περί τους 400 Καθαρούς. Όταν ο πάπας επικύρωσε τον αφορισμό, το εκστρατευτικό σώμα έπεσε πάνω στην περιοχή του οίκου των Melgueil. Στην συνέχεια έφθασαν στην Τουλούζη στα μέσα Ιουνίου. Την πόλη υπερασπίζονταν ο κόμης και οι σύμμαχοί του από τα Πυρηναία. Η κομμούνα της Τουλούζης παρείχε πλήρη υποστήριξη στον Ραϋμόνδο. Επειδή η πόλη έφθανε μέχρι τον ποταμό Garonne και μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ελεύθερη δίοδο που παρείχε, ο αποκλεισμός δεν ήταν πλήρης και το εκστρατευτικό σώμα προτίμησε ν’ απεμπλακεί από την μακρόχρονη πολιορκία, προτιμώντας γρήγορες επιτυχίες. Σε δυο βδομάδες η πολιορκία λύθηκε.   

Η μοναδική μάχη  ανοιχτού πεδίου δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1211 στο Saint-Martin-Lalande, με αποτέλεσμα την ήττα των τοπικών δυνάμεων από τους ιππότες του Simon, αν και οι πρώτοι υπερτερούσαν αριθμητικά. Έκτοτε οι Languedociens δεν ξαναπροσπάθησαν να εμπλακούν σε παρόμοιες επιχειρήσεις. Η υποταγή των εδαφών της Τουλούζης ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του επόμενου χρόνου, το 1212. Μόνο η πόλη της Τουλούζης και τo Montauban παρέμεναν στην κυριαρχία του Ραϋμόνδου. Ο Simon de Montfort είχε καταλάβει επίσης την Comminges και το μεγαλύτερο μέρος της Foix. Το Νοέμβριο του 1212 επικύρωσε έναν νομικό κώδικα στην Pamiers, ο οποίος θα ίσχυε για τις κατακτημένες περιοχές.  

Στις 16 Ιουλίου του 1212 ο Πέτρος της Αραγονίας κατήγαγε σημαντική νίκη κατά των μουσουλμάνων στην Las Navas de Tolosa, σημείο καμπής της αραβικής κυριαρχίας στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνεπώς, από την στιγμή εκείνη είχε τον χρόνο και την άνεση ν’ ασχοληθεί με την κατάσταση των υποτελών του στα Πυρηναία. Εξαιτίας της νίκης του είχε ανέβει στην εκτίμηση του πάπα. Απευθύνθηκε, λοιπόν, στον Ιννοκέντιο παραπονούμενος ότι οι πράξεις του Simon συγκρούονταν με τα συμφέροντα του στέμματος της Αραγονίας. Ο πάπας ανέστειλε την στράτευση των «σταυροφόρων» για την περίοδο του χειμώνα του 1212-1213 και υποσχέθηκε ότι θα εξετάσει το ζήτημα. Ο Πέτρος της Αραγονίας πρότεινε την αντικατάσταση του κόμη της Τουλούζης από τον γαμπρό του Ραϋμόνδο VII, του οποίου το όνομα δεν είχε εμπλακεί σε θέματα αιρέσεως. Μπήκε μάλιστα εγγυητής της εκκλησιαστικής νομιμοφροσύνης στην κομητεία.  

Ο Arnaud Amaury έφερε για άλλη μια φορά πρόσκομμα στην επίτευξη μιας συμβιβαστικής λύσης. Έπεισε τον πάπα ότι η εξάλειψη της αίρεσης απείχε πολύ από την ολοκλήρωσή της και κατάφερε ν’ αλλάξει την απόφασή του για την αναστολή της εκστρατείας. Ο Ιννοκέντιος απέρριψε την μεσολαβητική πρόταση του Πέτρου. Η σύγκρουση της Αραγονίας με τους Φράγκους ήταν αναπόφευκτη. Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1213 οι συνδυασμένες δυνάμεις του Πέτρου και του Ραϋμόνδου συνεπλάκησαν με τους άνδρες του Simon στο Muret. Ο Πέτρος σκοτώθηκε στην αρχή της μάχης σε μια προσπάθεια επίδειξης παράτολμης γενναιότητας. Αποτέλεσμα ήταν οι άνδρες του να σκορπίσουν. Άλλη μια νίκη κατά υπέρτερων δυνάμεων προστέθηκε στο ενεργητικό του de Montfort.
 

στ. Η Δ’ Σύνοδος του Λατερανού και οι επιπτώσεις της στην Languedoc. Την άνοιξη του 1214 ο Ιννοκέντιος έστειλε στην Languedoc τον καρδινάλιο Πέτρο του Benevento[54], για να παγώσει τις επιχειρήσεις μέχρι την σύγκληση της Δ’ Συνόδου του Λατερανού. Αναγνώρισε τον Simon de Montfort ως κύριο των κατακτημένων περιοχών, ενώ έθεσε τις υπόλοιπες υπό την προστασία της εκκλησίας. Ο Simon δεν συμβιβάστηκε με αυτή την εξέλιξη και στρατολόγησε ο ίδιος δικούς του «σταυροφόρους». Κατέπνιξε μια επανάσταση στην περιοχή της Agen και κατέλαβε τις γαίες του Ραϋμόνδου στην κοιλάδα του Ροδανού. Ο πάπας, βρισκόμενος προ της άρνησης του αρχηγού της εκστρατείας να συμμορφωθεί, τον όρισε ως διοικητή και των υπόλοιπων περιοχών, στο όνομα της εκκλησίας.  

Οι εργασίες της Δ’ Συνόδου του Λατερανού ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 1215. Ο Ραϋμόνδος VI ήταν παρών μαζί με τον γιο του Ραϋμόνδο VII. H Σύνοδος αποφάσισε ότι όλες οι περιοχές των Trencavel καθώς και η κομητεία  της Τουλούζης θα περνούσαν στον Φράγκο πολέμαρχο. Το μαρκήσιο της Προβηγκίας θα περνούσε στον Ραϋμόνδο VII, αλλά θα παρέμενε υπό επιτροπή μέχρι ο μαρκήσιος να έρθει σε κατάλληλη ηλικία. Στον Ραϋμόνδο VI αναγνωρίσθηκε ετήσιο επίδομα 400 μάρκων.  

Οι Ραϋμόνδοι, πατέρας και γιος, επέστρεψαν στην Προβηγκία το 1216 για να καταστρώσουν τα σχέδια της ανατροπής του διακανονισμού. Στρατολόγησαν άνδρες στην Αραγονία και απελευθέρωσαν την Beaucaire από την φρουρά του Simon. Αυτή ήταν και η πρώτη ήττα που δέχθηκαν οι δυνάμεις του. Ο ίδιος βρισκόταν στο Παρίσι για να λάβει την περιβολή από τον βασιλιά της Φραγκίας. Επέστρεψε βιαστικά στην Τουλούζη και έδιωξε την κομμούνα της πόλης. Λόγω έλλειψης χρημάτων για την πληρωμή των μισθών, επέτρεψε στους άνδρες του να λεηλατήσουν την πόλη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να στραφεί όλη η Τουλούζη εναντίον του.  

Το Ιούλιο του 1216 ο Ονόριος ΙΙΙ αντικατέστησε τον θανόντα Ιννοκέντιο. Κάλεσε ξανά σταυροφορία στην Midi. Τον ερχόμενο χειμώνα ο Simon κατέλαβε την Bigorre κι έστρεψε την προσοχή του στην εξέγερση που ξέσπασε στην κοιλάδα  του Ροδανού και την Προβηγκία. Τράβηξε τον στρατό του από την Τουλούζη, αφήνοντας μικρή φρουρά. Επειδή η πόλη δεν είχε τείχη ο Ραϋμόνδος VI εισήλθε εύκολα επικεφαλής του στρατού της Αραγονίας. Αποκατέστησε το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο συμφώνησε να πληρώσει τους μισθούς των ιπποτών του. Οχύρωσε την πόλη, όσο καλύτερα μπορούσε. Αυτή την φορά η εξέλιξη φάνηκε ότι ευνοούσε τον έκπτωτο κόμη. Ο Simon δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να πολιορκήσει την Τουλούζη, αλλά ακόμη και μετά την ενίσχυσή του από την νέα φουρνιά «σταυροφόρων», ήταν αδύνατο να πετύχει στενή πολιορκία, εξαιτίας του ποταμού Garonne. Έτσι, προσπάθησε να την καταλάβει με επίθεση, αλλά σκοτώθηκε στις 25 Ιουνίου του 1218.
 

ζ.  Ο εκφυλισμός της εκστρατείας μετά τον θάνατο του Simon de Montford. Τον Simon διαδέχθηκε στην αρχηγία ο γιος τους Amaury. Δεν κατάφερε να κρατήσει τις κατακτήσεις του πατέρα του, παρότι ο Λουδοβίκος, γιος του βασιλιά της Φραγκίας Φίλιππου ΙΙ Αυγούστου και μετέπειτα βασιλιάς ως Λουδοβίκος VIII (1223-1226), κατέβηκε προσωπικά ως αρχηγός εκστρατευτικού σώματος το 1219 και πολιόρκησε την Τουλούζη από τις 16 Ιουνίου έως την 1η Αυγούστου, οπότε κι έληξε η περίοδος στράτευσης. Μέχρι το 1223 η Languedoc είχε επανέλθει στην προ της εκστρατείας πολιτική κατάσταση και το μόνο που απέμενε στον Amaury ήταν τίτλοι χωρίς εδαφικό αντίκρισμα. Παραχώρησε τους τίτλους αυτούς στον βασιλιά της Φραγκίας, Λουδοβίκο VIII, τον επονομαζόμενο λέοντα.  

Τον Ιανουάριο του 1226 ο παπικός λεγάτος, καρδινάλιος Ρωμανός, αφόρισε τον Ραϋμόνδο VII και κήρυξε νέα «σταυροφορία» κατά της Languedoc. Για την πληρωμή της χρησιμοποίησε τα έσοδα της δεκάτης. Αρχηγός στην νέα εκστρατεία μπήκε ο “λέοντας” Λουδοβίκος, αλλά οι δυνάμεις του κώλυσαν στην Αβινιόν, διότι η κομμούνα της πόλης δεν επέτρεπε στους Φράγκους να διασχίσουν την γέφυρά της από τις 7 Ιουνίου μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου. Στο διάστημα αυτό ο καρδινάλιος Ρωμανός κατέλαβε το μαρκήσιο της Προβηγκίας. Οι πόλεις Αρελάτη, Μασσαλία, Οράγγη, Άγιος Αιγίδιος (Saint-Gilles), Ναρβόννη, Θερμές, Tarascon, Beaucaire, Albi και Carcassonne παραδόθηκαν και υποτάχθηκαν εθελοντικά στον νόμιμο επικυρίαρχό τους. Όταν ο Λουδοβίκος εισήλθε στην Languedoc τον Σεπτέμβριο είχε μαζί του λίγες δυνάμεις. Οι περισσότεροι είχαν επιστρέψει λόγω λήξης της θητείας τους ή είχαν πεθάνει από επιδημία. Για τον λόγο αυτό δεν επιτέθηκε στον Ραϋμόνδο (από δω και πέρα μιλάμε για τον έβδομο κόμη της Τουλούζης με αυτό το όνομα). Όρισε ως εκπρόσωπό του τον Humbert de Beaujeu, με έδρα στην Carcassonne. 

Ο Λουδοβίκος προσβλήθηκε από δυσεντερία και πέθανε στις 3 Νοεμβρίου, κατά το ταξίδι της επιστροφής, στο chateau του Montpensier, στην Ωβέρνη. Η χήρα του Μπλανς της Καστίλης ορίστηκε αντιβασιλέας στη θέση του ανήλικου Λουδοβίκου ΙΧ. Το βάρος των επιχειρήσεων στην Languedoc έπεσε στον Ουμβέρτο. Το 1228 επιτέθηκε στην Τουλούζη και εξανάγκασε τον Ραϋμόνδο να κάτσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Οι διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε ειρήνη, συνδιαλλαγή με τον πάπα και υπεγράφη συνθήκη στο Παρίσι τον Μάρτιο του 1229. Ο Ραϋμόνδος, ίσως εξουθενωμένος ο ίδιος οικονομικά, κατάλαβε ότι ο μακροχρόνιος πόλεμος με Ρώμη και Παρίσι ταυτόχρονα, δεν μπορούσε να λήξει με τον ίδιο νικητή.
 

η. Η συνθήκη του Παρισιού το 1229. Με την συνθήκη του Παρισιού, ο Ραϋμόνδος αναλάμβανε τις εξής υποχρεώσεις: να ενισχύσει τους αντιαιρετικούς νόμους στην επικράτειά του, ν’ απολύσει τους μισθοφόρους του, ν’ αποκαταστήσει την εκκλησιαστική περιουσία στην προ του 1209 κατάσταση, να πληρώσει αποζημιώσεις στην εκκλησία, να προωθήσει την πληρωμή της δεκάτης, να θέσει το μαρκήσιο της Προβηγκίας υπό την κηδεμονία της εκκλησίας και τέλος να ιδρύσει πανεπιστήμιο στην Τουλούζη, που θα λειτουργούσε ως κέντρο παπικών σπουδών. Κανονίστηκε επίσης να υπηρετήσει ως σταυροφόρος στους Αγίους Τόπους για διάστημα πέντε ετών. Ο Ραϋμόνδος δήλωσε υποταγή στο στέμμα της Φραγκίας και υποχρεώθηκε να παραδώσει όλα τα φέουδά του εκτός από τις επαρχίες της Τουλούζης, της Agen, της Rodez, της Cahors, και μερικές ακόμη στον Βορρά. Όλες οι παραχωρήσεις που είχαν γίνει από τον Λουδοβίκο VIII ή τον Simon de Montfort τίθονταν σε ισχύ. Όσοι είχαν απομακρυνθεί από την γη τους μπορούσαν να επιστρέψουν εκτός και αν είχαν κριθεί ένοχοι για αίρεση. Ο Ραϋμόνδος υποχρεώθηκε να κατεδαφίσει κάποια στρατηγικά κάστρα του, ενώ κάποια άλλα διατηρήθηκαν υπό βασιλικό έλεγχο για μια δεκαετία. Ως κληρονόμος του ορίστηκε η κόρη του Jeanne και η κληρονομιά «κλείδωσε» σ’ αυτήν, ακόμη και αν αργότερα έρχονταν στον κόσμο αρσενικός διάδοχος. Η Jeanne λογοδόθηκε να παντρευτεί κάποιον από τους αδελφούς του βασιλιά και να πέθαινε άτεκνη η Τουλούζη θα περνούσε στην περιουσία του στέμματος. Η συνθήκη αυτή ήταν ευνοϊκότερη από τον διακανονισμό που αποφάσισε η Δ’ Σύνοδος του Λατερανού, εφόσον σε κείνη όλη η περιουσία των κόμηδων της Τουλούζης δυτικά του Ροδανού τους αφαιρούνταν.
 
 

7.3.6 Η κατάπνιξη του Καθαρισμού μετά την Αλβιγηνική εκστρατεία. Η Ιερά Εξέταση.  

α.   Η κατάσταση των Καθαρών κατά την διάρκεια της εκστρατείας. Οι Καθαροί βγήκαν αλώβητοι από την Αλβιγηνική εκστρατεία. Όπως φάνηκε καθαρά, εξάλλου, ο σκοπός των Φράγκων ήταν η υποταγή του ανεξάρτητου Νότου, πρωτίστως. Η κατάπνιξη της αίρεσης ήταν μια εύσχημη δικαιολογία για την εισβολή, αλλά ποτέ προτεραιότητα. Σε όλη την Hystoria Albigensis δεν αναφέρεται παρά μόνο μία εκτέλεση Τελείου Καθαρού, στην Castres το 1209[55]. Οι μαζικές εκτελέσεις αφορούσαν το σύνολο του πληθυσμού και δεν έκαναν διάκριση μεταξύ Καθολικών ή Καθαρών. Ωστόσο η εκστρατεία είχε το αντίκτυπό της. Οι Καθαροί κρύφτηκαν στα παρασκήνια. Οι Τέλειοι εγκατέλειψαν κάποιες από τις προηγούμενες συνήθειες. Οι κοινότητές τους σκορπίστηκαν, αναμίχθηκαν με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Ντύθηκαν με τα συνηθισμένα ενδύματα, ώστε να μην γίνεται πλέον φανερή η εκκλησιαστική τους τοποθέτηση και φιλοξενούνταν στα σπίτια των πιστών. Προσάρμοσαν την λειτουργία των μυστηρίων τους στο νέο περιβάλλον. Αυτό κράτησε καθ’ όλη την διάρκεια της φραγκικής κατοχής. Όταν το 1218 η τοπική διοίκηση αποκαταστάθηκε και οι Φράγκοι αποχώρησαν, οι Καθαροί επανέφεραν τον δημόσιο χαρακτήρα της αίρεσης. Μαλιστα, το 1225 εμφανίζεται ανάπτυξη με την ίδρυση νέας επισκοπικής περιφέρειας στην Razès.  

Μέχρι την ίδρυση της Ιεράς Εξέτασης το 1229, το νομικό πλαίσιο για την δίωξη των αιρετικών ήταν έτοιμο. Ο γ’ κανόνας της Δ’ Συνόδου του Λατερανού προέβλεπε τα εξής:
 

- όσοι βρίσκονταν ένοχοι για αίρεση θα αφορίζονταν και θα παραδίδονταν στις κοσμικές αρχές για την τιμωρία τους
 

- η περιουσία τους θα κατάσχονταν
 

- όσοι κοσμικοί άρχοντες αρνούνταν να τιμωρήσουν τους αιρετικούς θα αφορίζονταν επίσης και οι γαίες τους θα μοιράζονταν στους Καθολικούς πρίγκιπες

- όσοι συμμετείχαν στον αγώνα κατά της αίρεσης θα ανταμείβονταν από την εκκλησία σε συγχωροχάρτια παρόμοια με αυτά των σταυροφόρων στους Άγιους Τόπους
 

- όσοι περιέθαλπαν αιρετικούς, ασχέτως αν συμμερίζονταν τις απόψεις τους ή όχι, θα αφορίζονταν ομοίως, εκτός και αν ζητούσαν άφεση από την εκκλησία, μέσα σε διάστημα ενός χρόνου, έχαναν το δικαίωμα να συμμετέχουν σε δημόσιο αξίωμα, όπως και το δικαίωμα της κληρονομιάς και της διαθήκης
 

- όλοι οι επίσκοποι ήταν υποχρεωμένοι να προβαίνουν σε ανακρίσεις για τον εντοπισμό της αίρεσης, είτε οι ίδιοι είτε δι’ αντιπροσώπου[56].
 

Σε συμφωνία και επίρρωση των ανωτέρω οι Καθολικοί πρίγκιπες εξέδωσαν ανάλογους νόμους. Ο Φρειδερίκος Β’ διέταξε την θανατική καταδίκη των αιρετικών το 1224 για την Γερμανία και το 1231 για την Σικελία. Ο Πέτρος Β’ της Αραγονίας είχε κάψει αιρετικούς το 1197. Οι Φράγκοι είχαν ξεκινήσει τις εκτελέσεις των αιρετικών από το 1022. Το 1226, λίγο πριν πεθάνει ο Λουδοβίκος VIII διέταξε την κατάσχεση της γης των αιρετικών και τη απεμπόλησή τους από τα δημόσια αξιώματα. 
 

β. Η ίδρυση της Ιεράς Εξέτασης. Οι επίσκοποι δεν είχαν την άνεση χρόνου ή την εκπαίδευση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τον γ’ κανόνα της Δ’ Συνόδου του Λατερανού. Η ανάκριση αιρετικών ήταν έξω από τις δυνατότητες των περισσοτέρων. Αλλά και στην περίπτωση που ανακάλυπταν κάποιους, δεν υπήρχε η εγγύηση ότι θα τους προσήγαγαν σε δική, καθώς ήταν ευάλωτοι στην δωροδοκία. Έγινε, λοιπόν, κατανοητό ότι για την συνέχεια του αντιαιρετικού αγώνα χρειαζόταν ένα ανεξάρτητο σώμα ανακριτών. Αρχικά χρησιμοποιήθηκαν οι Δομινικανοί και οι Φραγκισκανοί[57], οι οποίοι δεν μπόρεσαν να ανταπεξέλθουν πλήρως στον νέο τους ρόλο, λόγω ελλιπούς νομικής κατάρτισης.  

Το 1233 η Ιερά Εξέταση έγινε κανονικό εκκλησιαστικό δικαστικό σώμα. Έκτοτε υπήρχε ανά πάσα στιγμή  συγκεκριμένος αριθμός διορισμένων ιεροεξεταστών, χωρίς κεντρική οργάνωση ή διοίκηση, αλλά με απευθείας αναφορά στον πάπα. Οι ιεροεξεταστές μπορεί ν’ ανήκαν σε κάποια αδελφότητα, μπορεί και όχι.

Η εξουσιοδότησή τους στην αντιμετώπιση της αίρεσης, ξεπερνούσε σε κάποιες περιπτώσεις τις αρμοδιότητες των οικείων επισκόπων. Ο καρδινάλιος Ρωμανός, ο υπεύθυνος των εξελίξεων που οδήγησαν στην Συνθήκη του Παρισιού το 1229 εισήγαγε μια καινοτομία στην ανακριτική μέθοδο των αιρετικών της Languedoc. Ενώ μέχρι τότε και για να ξεκινήσει η ανακριτική διαδικασία, απαιτούνταν ένας κατήγορος, του οποίου το όνομα αναφέρονταν στον κατηγορούμενο, με την νέα ρύθμιση το όνομα του κατηγόρου δεν κοινοποιούνταν. Οι Καθαροί είχαν καταφέρει να επιβάλλουν μυστικότητα, με τον φόβο των αντιποίνων. Έτσι οι πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους ανακριτές στην ανακάλυψη κρυμμένων αιρετικών ήταν λιγοστές.  

Στην Τουλούζη ο καρδινάλιος Ρωμανός και ο επίσκοπος Foulques, ανακάλυψαν έναν Τέλειο Καθαρό, τον Guillem de Solier. Για να τον πείσουν να μαρτυρήσει όσα γνώριζε για άλλους Καθαρούς, του επέστρεψαν όσα προέβλεπε ο νόμος ότι έπρεπε να του αφαιρεθούν, ακόμη και τα πολιτικά του δικαιώματα εκτός από τα περιουσιακά στοιχεία. Με την μαρτυρία φτιάχτηκε μια λίστα υπόπτων και άπαντες οι εκκλησιαστικοί επιδόθηκαν σε ανακρίσεις, των οποίων τ’ αποτελέσματα στάλθηκαν στον Foulques. Ο επίσκοπος έστειλε τα στοιχεία στον λεγάτο και αυτός έφυγε για το Montpellier. Οι κατηγορούμενοι απαίτησαν να δοθούν τα ονόματα των μαρτύρων, αλλά ο Ρωμανός αρνήθηκε διότι γνώριζε ότι  απαίτηση είχε ως στόχο την φυσική εξόντωση των μαρτύρων. Ήδη μερικοί από τους μάρτυρες είχαν δολοφονηθεί μόνο με την υποψία ότι μίλησαν. Στην συνέχεια ο Ρωμανός συγκάλεσε Σύνοδο στην Οράγγη και αφόρισε τους αιρετικούς. Από κει έστειλε τις ποινές στον Foulques και αυτός τις ανακοίνωσε στον ναό του Αγίου Ιακώβου στην Τουλούζη. Τα αρχεία στάλθηκαν στην Ρώμη για να μην πέσουν σε λάθος χέρια[58]. Από τους πειραματισμούς του πάπα Γρηγορίου ΙΧ (1227-1241) ο καρδινάλιος Ρωμανός αποδείχθηκε ο σωφρονέστερος. Την ίδια εποχή, η δράση των πρώτων ιεροεξεταστών Κορράδου του Marburg στη Γερμανία και Robert le Bougre στην Φραγκία κατέληξε στο ποταμούς αίματος.  

Το 1233 ο Γρηγόριος έδωσε πλήρη εξουσιοδότηση στους Δομινικανούς, για να διώξουν την αίρεση στην Languedoc. Εξέδωσε δύο βούλες στις 20 & 22 Απριλίου. Η πρώτη απευθύνονταν στους αρχιεπισκόπους Bourges, Bordeaux, Auch και Ναρβόννης. Μ’ αυτήν τους ενημέρωνε ότι έστελνε τους Δομινικανούς να βοηθήσουν τους επισκόπους στην πάταξη της αίρεσης. Οι επίσκοποι δεν παραγκωνίζονταν. Οι μοναχοί έπρεπε να συνεργαστούν μαζί τους, αλλά θα έφεραν το βάρος του αγώνα. Με την δεύτερη επιστολή έδινε οδηγίες στους τοπικούς ηγουμένους της αδελφότητας να επιλέξουν πρόσωπα κατάλληλα για το έργο. Οι Δομινικανοί δραστηριοποιήθηκαν στην Τουλούζη, Cahors και Albi. Την ίδια εποχή στάλθηκε νέος παπικός λεγάτος, ο Ιωάννης de Bernin, αρχιεπίσκοπος Αρελάτης, με καλή φήμη στην εκκλησιαστική διοίκηση, την διπλωματία και το κήρυγμα. Ο Ραϋμόνδος υποχρεώθηκε από τον πάπα και τον βασιλιά να στηρίξει με διάταγμα την δράση των ιεροεξεταστών στα εδάφη του. Έτσι, αν πρέπει να εντοπιστεί κάποιο σημείο έναρξης της Ιεράς Εξέτασης, αυτό τοποθετείται στην άνοιξη του 1233. Για την πρώτη περίοδο της δράσης των Ιεροεξεταστών στην Τουλούζη, αναντικατάστατη πηγή είναι ένα μικρό χρονικό[59] του William Pelhisson, βοηθού του Arnold Catalan, ενός από τους πρώτους που έδρασαν στην Albi.  

γ. Οι ανακρίσεις της Ιεράς Εξέτασης, οι ποινές και τα αντίποινα των Καθαρών. Όταν ο νέος λεγάτος έφθασε στην Τουλούζη ενέκρινε τους Δομινικανούς που διορίστηκαν Ιεροεξεταστές. Για την Τουλούζη και την Cahors ήταν οι Pons de Saint-Gilles, ηγούμενος του μοναστηριού στην Τουλούζη, ο Πέτρος Seila ένας παλιός σύντροφος του ιδρυτή του τάγματος Δομίνικου και ο William Arnold, έμπειρος νομικός από το Montpellier. Για την Albi ορίστηκε ο Arnold Catalan με βοηθό τον William Pelhisson. Αρχικά δόθηκε μια περίοδος χάριτος, κατά την οποία μπορούσαν να προσέλθουν όσοι επιθυμούσαν και να δηλώσουν μετάνοια. Στην συνέχεια άρχισαν οι ανακρίσεις. Το έργο των ιεροεξεταστών συνάντησε πολλές δυσκολίες, ωστόσο στην Languedoc δεν προχώρησαν στην τρομοκρατία, όπως είχε συμβεί σε Γερμανία και Φραγκία. Μάλλον το αντίθετο. Αναφέρεται η περίπτωση ενός ιερέα, του Ούγου στην Cahors, ο οποίος προσήγαγε τρεις γυναίκες με την κατηγορία της αίρεσης. Για αντίποινα οι ενορίτες του τον έδιωξαν από την ενορία. Κατά τον ιεροεξεταστή χρονογράφο πολλά άτομα ανακρίθηκαν, αλλά μόνο δύο από αυτά εκτελέστηκαν στην πυρά. Αυτό δεν είναι παράξενο. Πέρα από την δράση του Κορράδου του Marburg και του Robert le Bougre, οι οποίοι στο κάτω-κάτω δεν ήταν Δομινικανοί, η κακή φήμη της Ιεράς Εξέτασης σ’ αυτή την πρώιμη περίοδο της κυριαρχίας των Δομινικανών στο σώμα, δεν επαληθεύεται. Οι συνηθέστερες ποινές δεν ήταν θανατικές. Συνήθως οι αιρετικοί καταδικάζονταν να φορούν έναν κίτρινο σταυρό ραμμένο στα ρούχα τους ή αναγκάζονταν σε μακρόχρονα προσκυνήματα. Η δημόσια διαπόμπευση ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που δεν θα μπορούσε καν να θεωρηθεί ποινή. Η περίπτωση της ετοιμοθάνατης γριάς αιρετικής που καταδικάστηκε στην πυρά ενώ βρισκόταν στο νεκροκρέβατο της είναι τόσο αστεία που δεν αξίζει καν μνεία[60].  

Οι Δομινικανοί αποδείχθηκαν ερασιτέχνες. Δεν μπόρεσαν να επιβάλλουν την παρουσία τους στα πολιτικο-κοινωνικά δρώμενα της περιοχής και οι λανθασμένοι χειρισμοί τους οδήγησαν σε δολοφονίες μαρτύρων. Ταυτόχρονα, μια συνομωσία σιωπής δυσχέρανε το έργο τους. Οι Καθαροί μοίραζαν μεταξύ τους άλλοθι και μαρτυρίες νομιμοφροσύνης και στους πιθανούς μάρτυρες απειλές αντιποίνων, ενώ οι ανακριτές αγνοούσαν την τέχνη της διασταυρωμένης εξέτασης και της αντιπαράθεσης των μαρτύρων. Μέσα στην τακτική των Καθαρών ήταν και η κατάθεση ψευδών στοιχείων, ψευδών μαρτυριών, για ν’ απομακρύνουν τους ιεροεξεταστές από τους πραγματικά αιρετικούς και να τους κατευθύνουν σε λάθος μονοπάτια.   

δ. Η αντίδραση κατά της Ιεράς Εξέτασης. Ο Ραϋμόνδος αρχικά υποστήριξε την δίωξη της αίρεσης, αλλά το 1235 άλλαξε την στάση του απέναντι στους ιεροεξεταστές. Κατηγόρησε τους αδελφούς στον πάπα ότι δεν ακολουθούν σωστές διαδικασίες, κατηγορία που μπορούσε ν’ αποδειχθεί εύκολα καθώς οι ανακριτές μην μποροώντας να ελέγξουν τα ψευδή στοιχεία που τους δίνονταν πολλές φορές, έπεφταν σε παγίδες καλά στημένες από τον κόμη ή από τους Καθαρούς. Ο πάπας διέταξε τους λεγάτους να εξετάσουν τις κατηγορίες. Ήρθαν σε συμβιβασμό με τον κόμη προβαίνοντας σε περιορισμό της εξουσιοδότησης του ιεροεξεταστή Pierre Seila, ο οποίος κατηγορούνταν για εχθρότητα έναντι του κόμη. Ο ιεροεξεταστής William Arnold απελάθηκε από την Τουλούζη το 1235 και μαζί του οι Δομινικανοί παρέμειναν εκτός για μήνες. Τελικά το 1238 ο πάπας ανέστειλε τη λειτουργία του δικαστηρίου στην Τουλούζη. Οι σχέσεις του με τον Γερμανό αυτοκράτορα είχαν πάρει την κατιούσα και προτιμούσε να κρατήσει τον κόμη υπό την επιρροή του παρά να τον στρέψει προς τον Φρειδερίκο. Οπότε κάποιες παραχωρήσεις ήταν επιβεβλημένες και συνάδουσες με τον υποβιβασμό του αντιαιρετικού αγώνα στην λίστα προτεραιοτήτων του πάπα.  

Η εγκατάσταση ιεροεξεταστή στην Ναρβόννη δημιούργησε αναταραχές και οδήγησε σε εξέγερση. Ο αρχιεπίσκοπος Pierre Amiel όρισε ο ίδιος τον Δομινικανό Friar Ferrier ως ανακριτή, ήδη από το 1229 και τον βοήθησε να εγκαταστήσει μοναστήρι του τάγματός του έξω από τα τείχη. Η πρώτη καταδίκη με την αναλογούσα κατάσχεση ως ποινή, το 1234, δημιούργησε αντιδράσεις, οι οποίες κατέληξαν σε ανοικτή εξέγερση. Οι συλλήψεις και οι κατασχέσεις εμποδίστηκαν από το πλήθος με προεξάρχοντες τους Αμιστάνζι. Η Amistance ήταν μια ομάδα επιφανών πολιτών με στόχο την υπεράσπιση της κομμούνας της πόλης έναντι των εκκλησιαστικών και φεουδαρχικών αρχών. Το 1234 η Amistance πρωτοστάτησε στην υπεράσπιση των αιρετικών, οπότε τα μέλη της αφορίστηκαν από τον αρχιεπίσκοπο. Η Σύνοδος της Τουλούζης τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς προσπάθησε να φέρει το θέμα σε ειρηνική λύση. Αποφασίστηκε η απελευθέρωση κρατουμένων και αποζημιώσεις, αλλά η συμφωνία έσπασε διότι ο αρχιεπίσκοπος ερμήνευσε διαφορετικά τις αποφάσεις της Συνόδου. Σύμφωνα με την δική του ερμηνεία, η Amistance έπρεπε να διαλυθεί και τα μέλη της να δηλώσουν υποταγή στον ίδιο κάτι που φυσικά δεν έγινε. Η ένταση ανέβηκε το 1235 και το δομινικανό μοναστήρι κατεδαφίστηκε από το πλήθος. Οι δημοτικοί σύμβουλοι διαμαρτυρήθηκαν ότι ο αρχιεπίσκοπος επιδίωκε να καταργήσει την κομμούνα της πόλης, χρησιμοποιώντας τους ιεροεξεταστές εναντίον της και όχι εναντίον των αιρετικών. Δήλωσαν ότι ήταν διατεθειμένοι να βοηθήσουν τον αντιαιρετικό αγώνα, αρκεί αυτός να διεξάγονταν σύμφωνα με τις οδηγίες της Συνόδου της Τουλούζης, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες του αρχιεπισκόπου. Στράφηκαν για βοήθεια στην αριστοκρατία της επαρχίας και κάλεσαν σε βοήθεια επιφανείς άνδρες, όπως ο Oliver από τις Termes και ο Gerald της Niort. Ο αρχιεπίσκοπος από την πλευρά του έστειλε επιστολή στον Λουδοβίκο ΙΧ, τον Αύγουστο του 1236, ισχυριζόμενος ότι όλοι στην πόλη ήταν αιρετικοί εκτός από λίγους. Αποκαλούσε τους Oliver και Gerald ληστοσυμμορίτες (brigands) και τους συκοφαντούσε ότι ήθελαν να λύσουν την κυριαρχία του βασιλιά. Ο βασιλιάς έστειλε αντιπρόσωπό του (seneschal), όπως και ο Ραϋμόνδος VII. Το πρόβλημα διευθετήθηκε με αμοιβαίες υποχωρήσεις, αποζημιώσεις και ελαφρές ποινές. Στην συμφωνία δεν έγινε λόγος για αίρεση ή Ιερά Εξέταση, αλλά ήδη ο Friar Ferrier είχε εγκαταλείψει την πόλη. Στην Ναρβόννη η κατηγορία της αίρεσης άργησε να επαναληφθεί, δεν υπάρχει κάποια τέτοια καταδίκη πριν το 1250.
 

ε. Οι επαναστάσεις του 1240 και 1242 ενάντια στην φραγκοκρατία. Από το 1240 ως το 1242 δύο σημαντικά πολιτικά γεγονότα καθόρισαν τις μετέπειτα εξελίξεις στο μέτωπο του αντιαιρετικού αγώνα. Ο Ραϋμόνδος Trencavel ήταν βρέφος όταν ο πατέρας του πέθανε στο μπουντρούμι της Carcassonne, κρατούμενος των σταυροφόρων. Μαζί με την μητέρα του πέρασε στην Αραγονία. Εκεί όταν ενηλικιώθηκε μπήκε στην υπηρεσία του Ιάκωβου Ι της Αραγονίας, του Κατακτητή (1213-1276). Πολέμησε εναντίον των μουσουλμάνων στην Βαλένθια και την Μαγιόρκα. Προσπάθησε να επανέλθει στα πατρογονικά εδάφη του το 1224, για να εκδιωχθεί από τον Λουδοβίκο VIII το 1226.  

Τον Αύγουστο του 1240 εκτίμησε ότι η κατάσταση στην Languedoc, με τον Φράγκο βασιλιά απασχολημένο με τους Ραϋμόνδο VII και Φρειδερίκο ΙΙ στην Προβηγκία, ήταν ευνοϊκή για να κάνει την κίνησή του. Έχοντας υπό τις διαταγές του λίγους πιστούς ιππότες μαζί με Καταλανούς και Αραγονέζους μισθοφόρους εισέβαλε στην Languedoc από την Roussilon. Η Alet, η Limoux και το Μόντρεαλ τον υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Στο Montoulieu έδειξε τις πραγματικές του διαθέσεις με την ερήμωση του εκεί αβαείου. Το έναυσμα για έναν ξεσηκωμό της τοπικής αριστοκρατίας εναντίον της Φραγκοκρατίας δόθηκε, με αποτέλεσμα να μαζευτεί ένα επαναστατικό σώμα 200 ιπποτών κάτω από τα τείχη της Carcassonne, όλοι βετεράνοι και εμπειροπόλεμοι. Στην Carcassonne ασφαλίστηκαν πίσω από τα τείχη η φράγκικη αριστοκρατία, ο αρχιεπίσκοπος Ναρβόννης, ο επίσκοπος Τουλούζης και άλλοι παπικοί.  

Όταν ο Ραϋμόνδος επέστρεψε από την Προβηγκία, ο αντιπρόσωπος του Φράγκου βασιλιά τον κάλεσε να βοηθήσει τους πολιορκημένους στην Carcassonne, εκπληρώνοντας έτσι τις υποχρεώσεις του ως υποτελής. Ο Ραϋμόνδος κωλυσιέργησε προφασιζόμενος ότι έπρεπε πρώτα να ρωτήσει τους συμβούλους του , κι επέστρεψε στη Τουλούζη αποφεύγοντας να εμπλακεί σε μάχη. Η πολιορκία της Carcassonne κράτησε από τις 7 Σεπτεμβρίου ως τις 11 Οκτωβρίου χωρίς αποτέλεσμα. Οι πολιορκητές αθέτησαν τον λόγο τους, κι έσφαξαν τους 33 ιερείς της πόλης, στους οποίους είχαν υποσχεθεί ελεύθερη έξοδο. Κατέστρεψαν δυο  μοναστήρια, ένα εκ των οποίων ήταν των Φραγκισκανών. Την 11η Οκτωβρίου έφθασε βασιλική δύναμη υπό την αρχηγία του Ιωάννη de Beaumont κι έλυσε την πολιορκία. Οι επαναστάτες κατέφυγαν στο Μόντρεαλ και από πολιορκητές έγιναν πολιορκημένοι. Ο κόμης της Τουλούζης και οι Foix προσφέρθηκαν να βοηθήσουν στις διαπραγματεύσεις. Ο Ραϋμόνδος ΙΙ Trencavel έλαβε την άδεια να φύγει. Κατέφυγε στην Καταλονία. Όσοι δεν έφυγαν δέχθηκαν αυστηρές ποινές. Μερικοί ιππότες κρεμάστηκαν, ενώ ξεκίνησε η συστηματική εκκαθάριση της τοπικής αριστοκρατίας μέχρι τα Πυρηναία. Οι πόλεις που δέχθηκαν τους επαναστάτες καταστράφηκαν σχεδόν ολοσχερώς. Ακόμη και στην Carcassonne δεν επετράπη ανοικοδόμηση των προαστίων πριν το 1247, σε διαφορετικό σημείο. Ο Ραϋμόνδος Trencavel αναγκάστηκε να έρθει σε συνεννόηση με τον Φράγκο βασιλιά το 1247 και ν’ ανταλλάξει τα δικαιώματά του στην Languedoc με μια μικρή γαιοκτησία στην Beaucaire. Ο οίκος των Trencavel εξαφανίστηκε από το προσκήνιο της ιστορίας[61].

 To 1242 ακολούθησε η επανάσταση του Ραϋμόνδου VII. Δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, όπως αυτή του Trencavel. Αντίθετα εντάσσεται σε μια μεγαλύτερη σύρραξη, στην οποία συμμετείχαν ο Ερρίκος ΙΙΙ της Αγγλίας (1216-1272) και ο Hough de Lousignan, κόμης La Marche. Ο Ραϋμόνδος ήταν απλός ένας μικρός φεουδάρχης που προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την συγκυρία, έμπλεξε στα γρανάζια των συμμαχιών μεγαλύτερων δυνάμεων, προσπάθησε να πετύχει ευνοϊκότερους όρους από αυτούς του 1229 και απέτυχε. Δεν θα επεκταθούμε στην παρουσίαση της διαπλοκής που οδήγησαν στον πόλεμο ούτε και στις ίδιες τις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά θα περιοριστούμε σε ένα επεισόδιο, στο οποίο ενεπλάκησαν Καθαροί. 

Στις 5 Απριλίου του 1242 ο Ραϋμόνδος VII κάλεσε κοντά του όλη την πολεμική αριστοκρατία του Νότου. Στο κάλεσμά του ανταποκρίθηκαν ακόμη και οι Καθαροί, λόγω της επιστροφής της Ιεράς Εξέτασης στα μέσα του 1241, ύστερα από την αποτυχημένη απόπειρα του Ραϋμόνδου ΙΙ Trencavel. Στις 28 Μαΐου μια ομάδα οπλισμένων Καθαρών δολοφόνησε τους ιεροεξεταστές William Arnold, Stephen de St-Thibéry και τους συντρόφους τους, οι οποίοι καταυλίζονταν στην Avignonet. Το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν ν’ απομονωθούν οι Καθαροί από τους παρτιζάνους, επειδή οι δεύτεροι μισούσαν μεν τους Φράγκους, δεν ήθελαν, όμως, να δουν την αίρεση να καπελώνει την εθνική υπόθεση.  

Στις 20 Ιουλίου ο Ερρίκος ΙΙΙ της Αγγλίας ηττήθηκε στο Tailleburg. Ο Ούγος παραδόθηκε στις 20 Αυγούστου και στις 5 Οκτωβρίου ο Ρογήρος των Foix προσχώρησε στη συμμαχία του βασιλιά της Φραγκίας. Ο Ραϋμόνδος υποτάχθηκε στέλνοντας την άνευ όρων παράδοσή του στις 20 Οκτωβρίου. Το μόνο που έσωσε την ακεραιότητα της κομητείας ήταν το γεγονός ότι αποτελούσε προίκα του πρίγκιπα Αλφόνσου. Η αριστοκρατία της Τουλούζης δήλωσε υποτέλεια στον Λουδοβίκο, κάστρα του παραδόθηκαν και η προηγούμενη συνθήκη του 1229 επανήλθε σε ισχύ με ανανεωμένους όρους.  

Τα αποτελέσματα των δύο παραπάνω προσπαθειών ήταν επιβαρυντικά για τους Καθαρούς. Οι πολιτικές εξελίξεις ευνόησαν την επαναφορά της Ιεράς Εξέτασης, η οποία ενηλικιωμένη πια είχε στην διάθεσή της νέες μεθόδους για το κυνήγι και την πάταξη των αιρετικών. Μεθόδους οι οποίες στην συνέχεια έγιναν δεκτές και εφαρμόστηκαν ακόμη και από τα κοσμικά δικαστήρια. Τόσο πολύ αφοσιώθηκαν οι Ιεροεξεταστές στην επίτευξη του στόχου τους, ώστε έγινε αδύνατο ακόμη και για τον πάπα να τους συγκρατήσει. Από την άλλη, η αποδυνάμωση της ντόπιας αριστοκρατίας, στέρησε τους Καθαρούς από τους ισχυρούς προστάτες τους. Μετά τα γεγονότα στην Avignonet που θα δούμε αμέσως παρακάτω, αφέθηκαν μόνοι τους να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που οι ίδιοι δημιούργησαν.
 

η. Η πτώση της «πρωτεύουσας» των Καθαρών, του οχυρού Montségur- Μύθοι και πραγματικότητα. Το οχυρό του Montségur στα βουνά νοτιοανατολικά του Foix, είχε περιέλθει στην κυριότητα του Raymond de Pereille, ο οποίος ήταν υποτελής των Trencavel. Μετά την αλβιγηνική εκστρατεία ο Raymond de Pereille τοποθέτησε φρούραρχο του οχυρού τον Pierre-Roger de Mirepoix. Ο ίδιος εγκαταστάθηκε σ’ αυτό το 1237, μετά την καταδίκη του για αίρεση. Με τον καιρό το οχυρό είχε γίνει καταφύγιο Καθαρών. Ανάμεσα στους υψηλά ιστάμενους Καθαρούς φιλοξενούμενους ήταν ο Guilabert de Castres, Καθαρός επίσκοπος Τουλούζης, ο Tento Καθαρός επίσκοπος Agen, o Bertrand Marty, αντικαταστάτης του  Guilabert μετά το 1240. Στο Montségur έρχονταν πολλοί Καθαροί είτε ως φυγάδες είτε για να πεθάνουν ανάμεσα σε «Καλούς Ανθρώπους»[62].  

Μια από τις επαφές της φρουράς του οχυρού με το εξωτερικό περιβάλλον, που μισούσε εξίσου Φράγκους και ιεροεξεταστές, ήταν ο Raymond de Alfaro, γιος ενός από τους αρχηγούς της μισθοφορικής εταιρείας της Ναβάρα και της ετεροθαλούς αδελφής τοὒ κόμη Ραϋμόνδου VII της Williametta. Ο de Alfaro ήταν βαΐλος της Avignonet το 1242. Όταν έμαθε την άφιξη στην πόλη του William Arnold, του Stephen de St-Thibéry και των Φραγκισκανών, διέδωσε τα νέα στο κάστρο. Ο Pierre-Roger de Mirepoix συγκέντρωσε γρήγορα μια ένοπλη ομάδα, και ξεκίνησε για την Avignonet, ένα ταξίδι 50 μιλίων. Στην Gaja συνάντησαν ακόμη μια ομάδα οπλισμένη με τσεκούρια. Ο Pierre-Roger έμεινε εκεί κι έστειλε μόνο μια ομάδα δολοφόνων.
 

- δολοφονία ιεροεξεταστών στην Avignonet. Έφθασαν στην Avignonet στις 28 Μαΐου ξημερώματα της Αναλήψεως. Επικοινώνησαν με τον Raymond de Alfaro, ο οποίος τους ενημέρωσε για τι κινήσεις της ομάδας των ιεροεξεταστών. Τα υποψήφια θύματα ήταν έντεκα στο σύνολο: οι ιεροεξεταστές William Arnold και Stephen de St-Thibéry, δύο Δομινικανοί και ένας Φραγκισκανός ακόλουθοι, ο Raymond Scriptor, πρώην συνεργάτης των «σταυροφόρων» και τώρα αρχιδιάκονος στην Villelongue, ένας κληρικός δικός του, ένας γραμματέας μαζί με τους ιεροεξεταστές, δύο υπηρέτες και ο ηγούμενος της αδελφότητας στην Avignonet, ο οποίος ήρθε να συναντήσει τους επισκέπτες. Οι πόρτες του κάστρου άνοιξαν για τους επιδρομείς και οδηγήθηκαν στο σημείο συνάντησης με τον Raymond de Alfaro. Αυτός είχε μαζί του ανθρώπους που κρατούσαν πυρσούς και φώτιζαν τους σκοτεινούς διαδρόμους. Σύντομα έφθασαν στο διαμέρισμα που αναπαύονταν οι επισκέπτες. Παρότι η πόρτα ήταν αμπαρωμένη οι άνδρες με τα τσεκούρια στα χέρια δεν άργησαν να την σπάσουν. Οι δύο υπηρέτες έτρεξαν στον πάνω όροφο, αλλά δεν κατάφεραν να ξεφύγουν το μοιραίο. Οι αδελφοί ίσα-ίσα πρόλαβαν να ψάλλουν το Te Deum πριν σωριαστούν στο πάτωμα. Οι δολοφόνοι έψαξαν τα υπάρχοντα και πήραν μαζί τους ότι τους φάνηκε χρήσιμο. Επέστρεψαν κατευθείαν στην Gaja, όπου τους περίμενε ο Pierre-Roger και από κει κατευθύνθηκαν πίσω στο Montségur. 

Η σφαγή στην Avignonet είχε δυσάρεστα αποτελέσματα για όλους, κυρίως επειδή συνδυάστηκε με την επανάσταση του κόμη της Τουλούζης. Ο Ραϋμόνδος VII αφορίστηκε από τον αρχιεπίσκοπο Ναρβόννης και τον Friar Ferrier. Στον αφορισμό του, βέβαια, δεν αναφέρθηκε το περιστατικό, ούτε το Montségur βρίσκονταν στην επικράτειά του. Ωστόσο, μαρτυρίες όπως αυτή του de Alfaro τον ενοχοποιούσαν ως ηθικό αυτουργό. Για ν’ απαλύνει τις εντυπώσεις και ν’ αποσύρει τις κατηγορίες από πάνω του, καταδίκασε στην κρεμάλα όσους δολοφόνους μπόρεσε να συλλάβει[63]. 

- η πολιορκία του οχυρού. Όταν η επανάσταση του 1242 έληξε το Montségur έγινε στόχος των Φράγκων. Ο βασιλικός επίτροπος της Carcassonne, Hugh de Arcis, σχεδίασε την επίθεση με στρατό που του παρείχαν ο αρχιεπίσκοπος Ναρβόννης και ο επίσκοπος Albi. Η προσπάθεια κατάληψης του κάστρου ξεκίνησε στα μέσα καλοκαιριού του 1243. Η φυσική οχύρωση του χώρου καθιστούσε αδύνατη την επιτυχή διεξαγωγή κατάληψης με επίθεση. Έτσι οι Φράγκοι προχώρησαν σε ασφυκτική πολιορκία. Τον Οκτώβριο οι πολιορκητές κατασκεύασαν μια μηχανή για την ρίψη βράχων, ενώ λίγο αργότερα και οι πολιορκημένοι μπόρεσαν να φτιάξουν τον δικό τους καταπέλτη. Για να εμψυχωθούν οι έγκλειστοι διέδιδαν φήμες, ότι αν άντεχαν μέχρι το Πάσχα, θα έρχονταν ο κόμης Ραϋμόνδος με στρατό του Γερμανού αυτοκράτορα. Τα πράγματα δεν ήταν τόσο ευοίωνα. Ο κόμης βρισκόταν στην Ρώμη και προσπαθούσε να διαπραγματευθεί την θέση του.  

Στο στρατόπεδο των πολιορκητών τα πράγματα ήταν ελαφρώς καλύτερα, αλλά ο χειμώνας ήταν δύσκολος. Οι άνδρες του Hugh de Arcis ήταν επαγγελματίες, αλλά υπήρχε και πολιτοφυλακή από την Albi, και οι άντρες της πίεζαν για να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Όσο ο χειμώνας περνούσε και οι πολιορκημένοι έβλεπαν τους Φράγκους να κρατούν τις θέσεις τους, τόσο το ηθικό τους έπεφτε. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι την άνοιξη θα ξεκινούσαν πάλι οι επιθέσεις, χωρίς οι εντός των τειχών να έχουν κάτι απτό και ελπιδοφόρο να περιμένουν.  

-ο μύθος;για τον θησαυρό των Καθαρών. Οι Καθαροί αποφάσισαν να φυγαδεύσουν τον θησαυρό τους. Τι ακριβώς ήταν αυτός ο θησαυρός δεν είναι γνωστό. Το πιθανότερο να επρόκειτο για κάποια κειμήλια, βιβλία, ίσως ακόμη και χρήματα από δωρεές ή εράνους. Οι σύγχρονες θεωρίες συνομωσίας διαδίδουν ότι επρόκειτο για το Άγιο Δισκοπότηρο του θρύλου, που στην περίπτωση αυτή μεταφράζεται στην σαρκοφάγο της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη, πολύ περισσότερο απόδειξη, ιστορική ή αρχαιολογική, που να στηρίζει μια τέτοια εικασία. Πρόκειται για λογοτεχνικές φαντασιοπληξίες, που αν παρέμεναν στην σφαίρα της μυθοπλασίας, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα, αλλά επειδή διεκδικούν επικάλυμμα ιστορικότητας, οφείλει να γίνει ξεκάθαρο ότι κάτι τέτοιο είναι ασύστατο. Μπορεί οι αναγνώστες του Dan Brown να συνεπαίρνονται από τα συνομωσιολογικά μυθιστορήματα, αλλά όταν η φαντασία μπλέκει με την πραγματικότητα στο μυαλό του ανθρώπου τότε έχουμε άρρωστες ψυχιατρικά καταστάσεις. Επαναλαμβάνεται ότι δεν αναφέρεται πουθενά τι ήταν ο θησαυρός των Καθαρών. Ακόμη και η υπόθεση ότι επρόκειτο για βιβλία, είναι μεν βάσιμη, παραμένει δε υπόθεση. Κανείς δεν γνωρίζει πλέον.  

Όταν λέμε βάσιμη την υπόθεση που θέλει τον «θησαυρό» να είναι βιβλία, το κάνουμε γιατί μπορούμε να την στηρίξουμε σε προηγούμενα γεγονότα. Για παράδειγμα, το 1240 όταν συλλήφθηκε ο Raymond Fort από τον υπο-βαΐλο του Caraman, δύο άτομα που ήταν μαζί του ξέφυγαν με το “βιβλίο” του, πιθανότατα το ευαγγέλιο που χρησιμοποιούσαν οι Καθαροί στις χειροθεσίες τους. Το έκρυψαν οι πιστοί και του το επέστρεψαν, όταν πια κατάφερε να δραπετεύσει από την Τουλούζη και να επιστρέψει στα καθήκοντά του. Οι υποστηρικτές του κατάφεραν να δωροδοκήσουν τον βαΐλο και τον υπο-βαΐλο και να μην προχωρήσει η υπόθεση. Από το περιστατικό αυτό φαίνεται πόσο πολύτιμο ήταν το βιβλίο για τον Καθαρό που είχε κάποια ιερατική θέση, καθώς περιείχε την τάξη, το τυπικό, τις προσευχές κατά περίπτωση[64]. Πέραν τούτου οι Καθαροί έδειχναν ιδιαίτερη αγάπη στα βιβλία. Και μόνο να σκεφτεί κανείς ότι παρότρυναν τους πιστούς να μελετάνε την Γραφή, δίνοντας έτσι ευαγγελικό χαρακτήρα στην αίρεσή τους, αρκεί για να καταλάβει ότι τελικά ο θησαυρός του κάθε πιστού ήταν η Βίβλος του. Έτσι, λοιπόν, περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν, ο θησαυρός που φυγαδεύτηκε να ήταν βιβλία, παρά κάποια μυθικά και ανύπαρκτα κειμήλια, όπως το Άγιο Δισκοπότηρο ή η σαρκοφάγος της Αγίας Μαγδαληνής. Οφείλει ο αναγνώστης να μπορεί να διακρίνει μεταξύ του μύθου και τις ιστορίας, της λογοτεχνίας και της ιστορικής αφήγησης.  

-η πτώση. Η πτώση του κάστρου επήλθε τον Μάρτιο. Αρχικά οι Φράγκοι κατέλαβαν μία από τις εξωτερικές αμυντικές εγκαταστάσεις σε μια νυκτερινή και λυσσαλέα επίθεση. Οι αντεπιθέσεις απέτυχαν να τους απωθήσουν. Τότε ήταν που οι Pierre-Roger de Mirepoix και Raymond de Pereille επιδίωξαν να έρθουν σε διαπραγματεύσεις. Οι όροι που προτάθηκαν από τους πολιορκητές ήταν σύμφωνοι με την πρόσφατη επιτυχία τους. Υποσχέθηκαν αμνηστία και άφεση για πράξεις του παρελθόντος, αλλά έπρεπε όλοι να περάσουν από τον ιεροεξεταστή για ανάκριση. Οι αιρετικοί έπρεπε ν’ απαρνηθούν την αίρεση ή να υποστούν την καταδίκη. Οι διαπραγματεύσεις μάκραιναν. Είκοσι άτομα μέσα στο κάστρο αποφάσισαν να κάνουν την ύστατη χειρονομία για την ομολογία της πίστης τους. Προχώρησαν στο consolamentum.  

Το κάστρο τελικά παραδόθηκε. Η εκκένωση έγινε κατά κύματα. Πρώτα οι γυναίκες εκτός από αυτές που δήλωναν αιρετικές, μετά οι αιρετικοί και των δύο φύλων και τέλος οι μάχιμοι. Η διαδικασία κράτησε από τις 13 μέχρι τις 20 Μαρτίου. Οι δύο μοναδικοί Τέλειοι που γνώριζαν την τοποθεσία που ήταν κρυμμένος ο θησαυρός, δραπέτευσαν κατά την διάρκεια της νύκτας, ώστε να μην αναγκαστούν ν’ αποκαλύψουν την πληροφορία. Διακόσια άτομα παρέμειναν αμετανόητα στην αίρεση και οδηγήθηκαν στους πρόποδες του υψώματος. Ανάμεσά τους ήταν ο Bertrand Marty, Καθαρός επίσκοπος Τουλούζης, o Raymond Aguilher, Καθαρός επίσκοπος Razès και δυο-τρεις διάκονοι. Σύμφωνα με την παράδοση εκτελέστηκαν στις 16 Μαρτίου του 1244 σε μια ομαδική πυρά. Τρομακτικοί τοπικοί μύθοι, χωρίς καμιά ιστορική ακρίβεια, έλεγαν ότι για χρόνια ακούγονταν οι κραυγές τους το βράδυ, ιστορίες για άτακτα παιδιά. Οι νικητές στο Montsègur δεν ήταν σταυροφόροι, όπως οι κατακτητές της Béziers. Δεν ήταν διψασμένοι για αίμα πλιατσικολόγοι. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν πολιτοφύλακες, διορισμένοι από τους επισκόπους, που βιάζονταν να γυρίσουν στα σπίτια τους. Η Ιερά Εξέταση το 1244 δεν είχε την αρμοδιότητα να εκδίδει ποινές, μόνο ετυμηγορία. Αποκλείεται να υπήρχε κάποιος εξουσιοδοτημένος για να διατάξει την εκτέλεση διακοσίων ανθρώπων. Μερικοί από τους «πυρπολημένους» οδηγήθηκαν στην Bram και δικάστηκαν εκεί από την Ιερά Εξέταση. Ωστόσο, ο μύθος του ολοκαυτώματος παραμένει, και στο prat dels crematz (πεδίο αυτών που κάηκαν) ορθώνεται σήμερα ένα μνημείο  για να θυμίζει σε όσους γνωρίζουν, πόσο έχει συνηθίσει η εποχή μας να πιστεύει σε ολοκαυτώματα. 

Η πτώση του Montségur ήταν το πρώτο δυνατό και αποτελεσματικό κτύπημα κατά του Καθαρισμού. Κατ’ αρχάς έπεσε ένα σημαντικό αιρετικό κέντρο και συνάμα καταφύγιο. Όσοι επικεφαλείς των αιρετικών βρισκόταν μέσα καταδικάστηκαν και είτε μετανόησαν είτε εκτελέστηκαν μαζί με σημαντικό αριθμό οπαδών τους. Οι μετανοημένοι αιρετικοί ήταν πολύ χρήσιμοι, είτε υπηρετούσαν ως ιεροεξεταστές με αναντικατάστατη εμπειρία στα εσωτερικά των σεκτών, είτε παρείχαν πληροφορίες. Από τα αρχεία που σχηματίστηκαν μέσα από τις ανακρίσεις των αιρετικών του Montségur οι ανακριτές αντλούσαν πληροφορίες για πολλά χρόνια. Ένα μικρότερο κέντρο παρέμενε ακόμη στο Quéribus. Αυτό έπεσε το 1255.  

Τελειώνοντας με το θέμα του Montségur, μπορεί ν’ αναφερθεί ακόμη μία σχετική θεωρία, η οποία διατυπώθηκε από τον Fernard Niel[65], ότι δηλαδή το οχυρό ήταν ναός που σχετίζονταν με κάποια ηλιακή θρησκεία. Η θεωρία του Niel αναιρέθηκε εύκολα από τον J. Ferlus στο Autour de Montségur : de l’ histoire ou des histories, Perpignan 1960[66] και σε διάφορα άρθρα στην Archeologia XIX (1967). Επίσης A. Moulis, Montségur et la drame cathare, ιδιωτική έκδοση 1968.
 

 

7.3.7 Η φθίνουσα πορεία του Καθαρισμού. 

Μετά την πτώση του Montségur ξεκίνησε μια φθίνουσα πορεία, όπως δείχνει και η εκτίμηση του Rainier Sacconi, το 1250. Περίπου διακόσιοι Καθαροί αποτελούσαν τις εκκλησίες της Carcassonne, της Τουλούζης και της Albi, ενώ η εκκλησία της Agen είχε ξεκληριστεί[67]. Χωρίς την προστασία των ντόπιων αριστοκρατών και με τον Ραϋμόνδο της Τουλούζης εναντίον τους η πτώση ήταν αναμενόμενη. Δύο νέοι ιεροεξεταστές έφθασαν στην Languedoc, οι Bernard de Caux και Jean de Saint Pierre, θέτοντας σε εφαρμογή νέα στάνταρ στην ανάκριση. Τα ατελείωτα αρχεία δείχνουν ότι ανακρίθηκαν χιλιάδες κόσμου, περισσότερες από μια φορές, και σε κάποιες περιπτώσεις υποθέσεις που εξετάστηκαν χρόνια πριν ξανάνοιξαν με την ελπίδα να φέρουν στο φως νέα στοιχεία. Οι αντικαταστάτες των δολοφονημένων ιεροεξεταστών ήταν περισσότερο από ποτέ αποφασισμένοι να ξεμπερδεύουν με τους αιρετικούς. Στο St. Sernin αγόρασαν μια οικεία και την μετέτρεψαν σε φυλακή[68]. 

Οι Καθαροί είχαν τις δικές τους τεχνικές για να προστατεύονται. Η συνομωσία σιωπής ήταν η πρώτη μέθοδος. Μια συνομωσία σιωπής ήταν δύσκολο να σπάσει, όχι όμως ακατόρθωτο. Δύο λόγοι που δυσχέραιναν την συγκάλυψη ήταν ότι τα μυστικά τα γνώριζαν πολλοί και δεύτερον τα γνώριζαν γυναίκες. Για να προκαταλάβουν ενδεχόμενες απόπειρες αποκάλυψης χρησιμοποιούσαν εκφοβισμό, επέβαλαν κράτος τρόμου. Αναφέρεται η περίπτωση της Ermessende Viguier, μια νεαρής κοπέλας, η οποία δεν ήταν Καθαρή, ίσως ήταν ο άντρας της, ήταν όμως έγκυος. Κάποια στιγμή στο σπίτι της έγινε μία συγκέντρωση Καθαρών. Όταν οι αιρετικοί είδαν ότι ήταν σε ενδιαφέρουσα, κάγχασαν και της είπαν ότι είχε έναν δαίμονα στην κοιλιά της. Η νεαρή νοικοκυρά δεν ξέχασε την προσβολή και όταν της δόθηκε η ευκαιρία μετά από χρόνια, με τον ερχομό των ιεροεξεταστών στο χωριό της, έδωσε στοιχεία στον ιερέα. Όταν ήρθαν οι ιεροεξεταστές, οι Καθαροί την κλείδωσαν σ’ ένα κελάρι για να μην μαρτυρήσει. Στον «δαίμονα» που είχε γεννηθεί και γίνει ένα όμορφο αγόρι και της κρατούσε το χέρι είπαν: «Αγόρι θες πραγματικά να βοηθήσεις αυτή την στρίγγλα που ζητά να μας καταστρέψει[69];». Το παράδειγμα τα λέει όλα. 

-Οι Καθαροί και οι εκτρώσεις. Να θυμίσουμε εδώ ότι οι Καθαροί, όπως και οι Μανιχαίοι ήταν κατά των γεννήσεων, διότι πίστευαν σε δογματικό επίπεδο ότι κάθε νέο σώμα ήταν φυλακή της ψυχής ή του θεϊκού σπινθήρα. Για τον μεσαιωνικό άνθρωπο της Δύσης, τον αγροίκο, ίσως έννοιες όπως «φυλακή της ψυχής» ή «θεϊκός σπινθήρας» να μην σήμαιναν τίποτα, να του ήταν αδιάφορες. Ήταν ευκολότερο για τους ιδεολογικούς καθοδηγητές να του πουν ότι το έμβρυο ήταν δαίμονας και ακόμη και αν δεν καταλάβαινε γιατί θα επιτύγχαναν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ποιο ήταν αυτό; Η έκτρωση. Για τους Καθαρούς, το να μείνει μια κοπέλα σε ενδιαφέρουσα δεν ήταν ντροπή εξαιτίας της πράξης που προηγήθηκε, εφόσον οι ίδιοι παρότρυναν στην πράξη. Ήταν ντροπή λόγω προκατάληψης για τους λόγους που εξηγήσαμε. Δεν απέφευγαν την πράξη, αλλά την γέννηση. Με μεθόδους ψυχολογικής πίεσης προσπαθούσαν να πείθουν τις έγκυες γυναίκες να κάνουν έκτρωση. Ο ένας ήταν ν’ αποκαλούν το έμβρυο, δαίμονα. Ο άλλος να μαζεύονται όλοι μαζί και να γελάνε, να καγχάζουν στο πρόσωπο της κοπέλας που ήδη βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Σεκταριστική νοοτροπία.

 Αναφέρονται κάποια περιστατικά πάνω σ’ αυτό. Όταν μία perfecta επισκέφτηκε την σύζυγο ενός εμπόρου στην Τουλούζη, που δεν ήταν Καθαρός, αλλά απλώς φίλος, την βρήκε σε ενδιαφέρουσα. Αφού κάτσανε και συζητήσανε το θέμα την έπεισε να ζητήσει την βοήθεια του «θεού» για να «χάσει» το παιδί.  Επίσης αναφέρεται ότι για να πείσουν τις έγκυες γυναίκες να κάνουν έκτρωση, τους έλεγαν ότι αν πεθάνουν σε αυτή την κατάσταση, ήταν αδύνατο να σωθούν[70]. Σήμερα, η κοινωνική, πολιτική και νομική αντιμετώπιση των εκτρώσεων δείχνει ότι ζούμε σε μια εποχή νέο-μανιχαϊσμού, σε μια εποχή νέο-καθαρισμού. Γνωρίζουμε με ποιες μεθόδους πρόκλησης ομαδικής υστερίας η Νέα Εποχή έπεισε τις κοινωνίες ότι η σεξουαλική απελευθέρωση δεν είναι πορνεία, ότι η έκτρωση δεν είναι φόνος. Πρόκειται για αρχαία ψεύδη.  
 

-Η ενηλικίωση της Ιεράς Εξέτασης. Οι ανακρίσεις εντατικοποιήθηκαν. Ομάδες των είκοσι-τριάντα προσάγονταν για εξέταση΄ φυλακισμένοι προσάγονταν στον ανακριτή για να επιβεβαιώσουν παλαιότερες καταθέσεις ή να κάνουν καινούργιες΄ ύποπτοι που δεν είχαν ομολογήσει, ξανάρχονταν για νέες ερωτήσεις, προδομένοι από κάποιον γείτονα. Οι νέες καταθέσεις, οι συμπληρωματικές ξεχωρίζουν μέσα στα αρχεία της Ιεράς Εξέτασης, διότι ξεκινούν με την φράση: «Μετά κατέθεσε…». Μετά από πολύμηνες ανακρίσεις κατάφεραν να σχηματίσουν την μεγάλη εικόνα.  

Οι εντατικές ανακρίσεις είχαν και το ψυχολογικό τους αντίκτυπο΄ οι φίλοι των Καθαρών, οι συμπαθούντες, άρχισαν να βλέπουν την Ιερά Εξέταση ως έναν εδραιωμένο οργανισμό, όχι ως περαστικούς Δομινικανούς ανακριτές. Με την αύξηση του κύρους, αυτός που είχε δεχθεί την πρόσκληση για εξέταση ένιωθε καθήκον να πει όσα γνώριζε. Η Ιερά Εξέταση άρχισε να προκαλεί δέος. Η διασταύρωση των στοιχείων σε συνδυασμό με την εμπειρία που άρχισαν ν’ αποκτούν οι ανακριτές έκανε εμφανείς τις ψευδείς καταθέσεις. Τώρα ο Ιεροεξεταστής μπορούσε να καταλάβει αν ο ανακρινόμενος ομολογούσε ή κορόιδευε, οπότε η συνομωσία της σιωπής έχασε την αποτελεσματικότητά της. Η φιγούρα του ιεροεξεταστή που μπορούσε να εμβαθύνει με την διεισδυτική ματιά στα τρίσβαθα της ψυχής του ανακρινόμενου και να διαλύσει με λίγες καίριες ερωτήσεις την πλεκτάνη του ψεύδους, απόκτησε μυθικές διαστάσεις και ικανότητες στο απλοϊκό μυαλό του μεσαιωνικού χωριάτη, που πλησίαζε πλέον με δέος το ανακριτικό έδρανο.  

Η στατιστική των ποινών δίνει ότι στους εκατό ενόχους, ένας ίσως να καίγονταν και δέκα με δεκαπέντε φυλακίζονταν. Οι υπόλοιποι είτε αναγκάζονταν να φορούν τον κίτρινο σταυρό στο στήθος είτε να πάνε σε προσκυνηματικό ταξίδι στους Αγίους Τόπους. Υπήρχε πάντα ένα ποσοστό, ένας στους τέσσερις που μόλις καταλάβαινε ότι είχε τραβήξει την προσοχή των ανακριτών, το έσκαγε[71]. Για την ερμηνεία αυτού του ποσοστού, ας αναλογιστεί ο αναγνώστης το δίλημμα του Καθαρού ανακρινόμενου. Κατ’ αρχάς όφειλε να ορκιστεί, κάτι που απεχθάνονταν, αλλά αν δεν το έκανε ήταν σαν να ομολογούσε. Στην συνέχεια έπρεπε να ζυγίσει μεταξύ δύο προοπτικών΄ να ομολογήσει πλήρως με ονόματα και στοιχεία, και στην συνέχεια να υποστεί τα φονικά αντίποινα των «Καλών Ανθρώπων», η ν’ αποκρύψει στοιχεία και αν κατάφερνε να ξεφύγει με μερική ομολογία; Μπροστά σε αυτό το δίλλημα η φυγή στην Ιταλία (θα εξηγήσουμε στο επόμενο γιατί η Ιταλία έγινε καταφύγιο των Καθαρών) ήταν προτιμότερη λύση.  Σε κάποιες περιπτώσεις προτιμήθηκε η λύση του διπλού πράκτορα. Ο ανακρινόμενος έκανε πλήρη ομολογία, αλλά δεν υπόκειτο σε τιμωρία, διότι αναλάμβανε να λειτουργήσει ως πληροφοριοδότης με δράση εντός της σέκτας. Σιγά-σιγά δημιουργήθηκε ένα πλήρες δίκτυο πληροφοριοδοτών σε όλη την Languedoc.  

Με την δράση αυτών τα αρχεία των ιεροεξεταστών συμπληρώθηκαν με πολλά στοιχεία. Τα βιβλία τους ήταν ήδη πολύτιμα και στόχος δολιοφθοράς, οπότε όταν ήταν αναγκαίο να μετακινηθούν, δημιουργούνταν αντίγραφα, ενώ τα πρωτότυπα έμεναν καλά φυλαγμένα. Όταν ο ανακρινόμενος έβλεπε  τον ανακριτή ν’ ανοίγει το κιτάπι του έπρεπε να πιστεύει ότι εκεί μέσα ήταν γραμμένα τα πάντα. Έτσι, η διαδικασία προς την ομολογία θα συντόμευε. Αν ο ανακρινόμενος αποδεικνύονταν πιο πεισματάρης από όσο έπρεπε, τότε μια μακροχρόνια κράτηση τον έπειθε ότι ήταν προς το συμφέρον του να ομολογήσει και να ζητήσει άφεση. Τα βασανιστήρια δεν ήταν εγκεκριμένη μέθοδος, τουλάχιστον όχι μέχρι το τέλος του αιώνα. Οι ιεροεξεταστές δεν νομιμοποιούνταν να βασανίσουν τον ανακρινόμενο. Μόνο οι κοσμικοί άρχοντες είχαν την δικαιοδοσία, όχι οι εκκλησιαστικοί. Ο πάπας Ιννοκέντιος IV επέτρεψε στις κοσμικές αρχές στην Ιταλία το 1252, για την απόσπαση ομολογίας, απαγόρεψε, όμως, τους ιεροεξεταστές να χρησιμοποιούν τέτοιες μεθόδους. Αργότερα, ο Αλέξανδρος IV επέτρεψε να στέλνουν κρατουμένους στις κοσμικές αρχές για εξέταση, παρουσία ιεροεξεταστή[72]. O H. C. Lea, στην Ιστορία της Ιεράς Εξέτασης μιλά για την σκληρότητα των ιεροεξεταστών και την προθυμία τους να χρησιμοποιήσουν κάθε μέθοδο για ν’ αποσπάσουν ομολογία. Πρόκειται για αναχρονισμό. Το έργο του στηρίζεται σε πηγές μεταγενέστερες. Σε αυτή την πρώτη περίοδο, τα αρχεία της Ιεράς Εξέτασης[73], τα οποία δεν είχε στην διάθεσή του ο Lea, δεν στηρίζουν τέτοια συμπεράσματα. Η εικόνα του αδίστακτου ιεροεξεταστή είναι μεταγενέστερη και οφείλεται στην δράση, κυρίως, της Ισπανικής Ιεράς Εξέτασης. Έπειτα, ας μην ξεχνάμε ότι ο πρωταρχικός στόχος των Δομινικανών δεν ήταν τόσο η τιμωρία, αλλά η σωτηρία της ψυχής του ενόχου, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο. Βέβαια, οι ιεροεξεταστές δεν ήταν πάντα Δομινικανοί. Ένας μετανοημένος αιρετικός γινόταν πιο άτεγκτος διώκτης της αίρεσης.  

Οι ιεροεξεταστές ήταν ένα ανεξάρτητο σώμα. Ούτε ο τοπικός ηγούμενος του τάγματος δεν είχε δυνατότητα να επέμβει στις αποφάσεις του, ακόμη και αν ήταν ο άνθρωπος που είχε προτείνει υποψηφίους. Η αναφορά γινόταν απευθείας στον πάπα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι κατάδικοι να μπορούν να κάνουν χρήση του έκκλητου, όταν θεωρούσαν ότι αυτό θα ελάφρωνε την ποινή ή ότι θα τους απονέμονταν χάρη. Έτσι, αναφέρεται η περίπτωση 150 κατοίκων της Limoux, οι οποίοι έκαναν έκκληση στον πάπα το 1246 και τους επιτράπηκε από αυτόν να μην φορούν τον κίτρινο σταυρό στο στήθος, ποινή στην οποία είχαν καταδικαστεί. Οι ιεροεξεταστές δυσανασχέτησαν, ο Ιννοκέντιος υπαναχώρησε και μόλις το 1249 ο αρχιεπίσκοπος Ναρβόννης ενημέρωσε τους κατάδικους, ότι τελικά έπρεπε να φορέσουν τον σταυρό[74].  

Οι ιεροεξεταστές δεν βρίσκονταν στο απυρόβλητο. Το 1247 ο φόνος των βοηθών τους και η κλοπή των αρχείων τους στην Caunes, αποθάρρυνε τους William Raymond και Peter Durand από την συνέχιση του έργου τους στην Carcassonne. To 1248 παραιτήθηκαν και τα καθήκοντά τους πέρασαν στους Bernard de Caux και Jean de St-Pierre της Τουλούζης. Ο πρώτος αποτραβήχτηκε από την ενεργό δράση σταδιακά, εξαιτίας της παρεμβατικότητας του Ναρβοννέζου αρχιεπισκόπου και μέχρι τον θάνατό του το 1252 παρέμεινε στα καθήκοντά του έναντι του τάγματος.  

Για το αμέσως επόμενο διάστημα η δίωξη της αίρεσης πέρασε στην αρμοδιότητα των επισκόπων, οι οποίοι δεν επέδειξαν τον ίδιο ζήλο. Οι αιρετικοί ξεθάρρεψαν και ο Ιννοκέντιος IV αποτάθηκε και πάλι στους Δομινικανούς για να καλύψουν τις κενές θέσεις στην Languedoc. Τα τοπικά παραρτήματα του τάγματος δεν απάντησαν και ο Ιννοκέντιος στράφηκε στην αδελφότητα του Παρισιού. Ούτε από κει έλαβε απάντηση, γι’ αυτό και πρότεινε τις θέσεις στους Φραγκισκανούς. Πριν λάβει απάντηση πέθανε την ίδια χρονιά. Ο νέος πάπας κλήθηκε να καλύψει τις θέσεις χωρίς υποψηφιότητες. Απαγόρεψε, λοιπόν, την εμπλοκή εξωτερικών παραγόντων στο έργο της Ιεράς Εξέτασης και έστειλε Δομινικανούς από το Παρίσι. Οι νέοι ιεροεξεταστές είχαν στην αρμοδιότητά τους και νέες περιοχές΄ την Albi, το Quercy και την Rouergue. Το 1256 τους έδωσε την δυνατότητα να απαλλάσσουν ο ένας τον άλλο από τις κανονικές υπερβάσεις. Έτσι εξελίχθηκαν σε κάστα εντός του τάγματος.  

-η προσαρμογή των Καθαρών στις νέες συνθήκες. Οι συναθροίσεις των Καθαρών αποψιλώθηκαν από την δράση των εσωτερικών πληροφοριοδοτών. Η εκκλησία της Albi ακολούθησε αυτήν της Agen στην καταστροφή, από την πληροφόρηση που παρείχε στους ιεροεξεταστές ένα πολύ σημαντικό στέλεχός της, ο filius Sicard de Lunel. Αυτός είχε ομολογήσει ήδη από τον 1242 και μέχρι το 1244 είχε αναφέρει όλους τους ευγενείς που ήταν συμπαθούντες προς τους Καθαρούς. Για τις επόμενες δεκαετίες ενημέρωνε για κάθε κίνηση των Καθαρών, όντας εν ενεργεία κατά τα φαινόμενα. Η τελευταία πληροφορία γι’ αυτόν χρονολογείται το 1274, όταν βρισκόταν στον πύργο της Ναρβόννης και περιποιόνταν έναν κρατούμενο που αποπειράθηκε ν’ αυτοκτονήσει, χτυπώντας το κεφάλι του στον τοίχο[75]. Για την δική τους ασφάλεια οι Καθαροί ήταν υποχρεωμένοι να περιφέρονται, και αυτό με τον χρόνο γίνονταν δυσχερέστερο, καθώς οι συμπαθούντες εξαφανίζονταν και το κλίμα στρέφονταν εναντίον τους. Φυσικά οι οίκοι και οι τόποι συνάθροισής τους είχαν καταστραφεί ενώ η ασφάλεια προείχε του προσηλυτισμού. Οι αριθμοί τους μειώθηκαν δραματικά, αλλά ακόμη ήταν μακριά από την εξαφάνιση. Η στατιστική των αρχείων της Συλλογής Doat δείχνει ότι για τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η επιβίωση ενός Καθαρού στην Languedoc δεν ήταν ακατόρθωτη.  

Όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν, Τέλειοι που είχαν καταφύγει στην Λομβαρδία, επέστρεφαν για ν’ αναζωπυρώσουν την αίρεση. Για παράδειγμα ο Guillaume Pagès επέστρεψε από την Λομβαρδία στην ενεργό δράση στις πόλεις Cabardès, Minervois και Carcassonne το διάστημα 1266 έως 1283. Πρόσφερε το consolamentum σε αρκετούς πιστούς, οι οποίοι ήταν σε αναμονή, μεταξύ των οποίων ιππότες, ακόμη και βασιλικοί αξιωματούχοι. Συνελήφθη από τον Jean Penavayre το 1277, αλλά αφέθηκε ελεύθερος διότι ο καστελάνος (αρχηγός της φρουράς του κάστρου) δωροδοκήθηκε με ποσό που ο ίδιος ζήτησε. Ο Robert της Sens, βασιλικός αξιωματούχος στην Carcassonne, εξασφάλιζε ελεύθερη διέλευση και άσυλο στους Καθαρούς για πολλά χρόνια, μέχρι ν’ ανακαλυφθεί η δράση του το 1285 από την Ιερά Εξέταση. Οι Καθαροί προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα, η δράση του έγινε παρασκηνιακή και βρήκαν τρόπους να ενεργούν εντός των κυβερνητικών κύκλων, προς όφελός τους[76].  

Φαίνεται ότι οι Καθαροί μπορούσαν να επηρεάσουν ακόμη και δικαστές. Αναφέρεται η περίπτωση του Gèraud Galhard, βασιλικού δικαστή για τις πόλεις Albi, Minervois και Limoux, Νότιου στην καταγωγή, ο οποίος καταδικάστηκε από την Ιερά Εξέταση, όπως και η γυναίκα του, μετά θάνατον, διότι είχε συμμετάσχει σε μια δολοπλοκία για την κλοπή των αρχείων της Carcassonne. Αποτελέσματα ανακρίσεων έδειχναν ότι είχε παραστεί στο consolamentum του Castel Fabre, πολίτη της Carcassonne, πατέρα δημοτικού συμβούλου της πόλης, ο οποίος ήταν καθολικός ιερέας και Καθαρός Τέλειος ταυτόχρονα, με διασυνδέσεις στους Φραγκισκανούς. Η διαπλοκή είχε προχωρήσει βαθιά στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ακόμη έδειχνε να απλώνεται και στους κόλπους της παπικής εκκλησίας. Ο μόνος παράγοντας που επέτρεπε στην Ιερά Εξέταση να φέρνει αποτελέσματα ήταν η ανεξαρτησία της[77].  

-οι Καθαροί επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις μέσω των ανθρώπων τους στην κυβέρνηση. Ωστόσο η δράση της Ιεράς Εξέτασης περιορίστηκε τη δεκαετία του ’90 , λόγω του επιδιωκόμενου συγκεντρωτισμού της μοναρχίας, με αποκορύφωμα την ένταση στις σχέσεις του Φράγκου βασιλιά Φιλίππου ΙV του Δίκαιου (1285-1314) και του πάπα Βονιφάτιου VIII (1294- 1303). Ο Φράγκος μονάρχης επιδίωξε έναν περιορισμό στις σχέσεις του κράτους του με την εκκλησία και μεταξύ άλλων αποφάσισε την εκδίωξη του κλήρου από την απονομή δικαιοσύνη. Πρόκειται για μια πρώτη απόπειρα διακοπής των σχέσεων του κράτους και της Εκκλησίας.  Αυτό δυσχέρανε την λειτουργία της Ιεράς Εξέτασης και το βάρος του αντιαιρετικού αγώνα πέρασε για το εν λόγω διάστημα στα γραφεία των επισκόπων. Όπως θα φανεί από ένα περιστατικό που θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω  η συμβολή των διεφθαρμένων από την αίρεση βασιλικών αξιωματούχων δεν ήταν αμελητέα. Με την αποκατάσταση των σχέσεων βασιλιά και πάπα, η Ιερά Εξέταση επαναδραστηριοποιήθηκε το 1299.  

Ήδη από τον Απρίλιο του 1297, η σύλληψη τριάντα πολιτών στην Albi από τον εκπρόσωπο του επισκόπου Bernard de Castanet, οδήγησε σε ένταση των σχέσεων μεταξύ πολιτικών και επισκόπου. Οι πρώτοι, επιφανείς πολίτες, έμποροι, νομικοί, βασιλικοί αξιωματούχοι, ήταν όλοι μπλεγμένοι με αποδείξεις, με την αίρεση και ένα δίκτυο συσχετισμών μέσω γάμων και άλλων κοινωνικών και οικονομικών συμβάσεων, τους συνέδεαν ακόμη περισσότερο μεταξύ τους. Οι συλλήψεις δεν ήταν άδικες. Οι συλληφθέντες εκμεταλλευόμενοι τις διασυνδέσεις τους με την βασιλική αυλή έθεσαν αμέσως θέμα αρμοδιότητας του επισκόπου. Οπότε ξεκίνησε ένας πολιτικός αγώνας για την απελευθέρωσή τους με βάση τις πρόσφατες αποφάσεις του βασιλιά να απαλλάξει τον κλήρο από την δικαστική του εξουσία. Οι κατηγορούμενοι κάλεσαν τον Bernard Délicieux, λέκτορα στα ιδρύματα των Φραγκισκανών στην Carcassone και την Albi και εμφανίστηκαν ενώπιον του Φιλίππου. Εν τέλει επεκράτησε η επιθυμία του βασιλιά να εξαλείψει την αίρεση. Εξάλλου ο συμβιβασμός του με τον πάπα έθεσε στο περιθώριο το τοπικό κίνημα κατά της εξουσίας του επισκόπου. Μέτρα πάρθηκαν για την αποκατάσταση της ειρήνης στις πόλεις αυτές, αλλά οι κρατούμενοι δεν ελευθερώθηκαν[78]. Το παραπάνω περιστατικό, ενδεικτικό της παρασκηνιακής δράσης των Καθαρών, δείχνει ότι η επιρροή τους είχε φτάσει σε ανώτερα κυβερνητικά κλιμάκια, αλλά δεν μπορούσε ακόμη να καθορίσει την βασιλική πολιτική. Προοιμιάζει την δράση τους σε μεταγενέστερες εποχές κι εξηγεί γιατί στις περιπτώσεις που η μοναρχία δεν ήταν δυνατόν να χαλιναγωγηθεί και να κατευθυνθεί σύμφωνα με τις επιθυμίες της διαπλοκής, έπρεπε να καταργηθεί ακόμη και με αιματηρές επαναστάσεις.  

-η διαπλοκή του αιρετικού τμήματος των Φραγκισκανών. Για την ερμηνεία της συμμετοχής του Φραγκισκανού στην υπεράσπιση των Καθαρών της Languedoc, οφείλουμε να τονίσουμε ότι την εποχή αυτή εσωτερικές ζυμώσεις στο τάγμα οδήγησαν στην δημιουργία φραξιών, μερικές από τις οποίες κρίθηκαν αιρετικές, όπως οι Spirituals και οι Fraticelli (=Μικροί Αδελφοί). Στον διωγμό των τελευταίων αναφέρεται το βιβλίο του Umberto Eco, Το όνομα του ρόδου. Οι Languedociens ξεπλήρωσαν την υποχρέωσή τους απέναντι στους σχισματικούς Φραγκισκανούς λίγα χρόνια μετά, όταν το 1309 οι πολίτες της Ναρβόννης εμφανίστηκαν ενώπιον του Ροβέρτου Ανδεγαυού, βασιλιά της Νάπολης και κόμη της Προβηγκίας, για χάρη των Spirituals της Προβηγκίας και εις μνήμη του αρχηγού τους Pierre-Jean Olivi.  

- Τελευταίες προσυλητιστικές προσπάθειες των Καθαρών. Στις αρχές του ΙΔ’ αι. την ιστορία των Καθαρών της Languedoc μονοπωλεί η δράση του Pierre Autier στην περιοχή του Foix. Πρόκειται για μια τελευταία προσπάθεια της αίρεσης, να επανακτήσει το παλαιό της εύρος. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε, εξαιτίας της αντίδρασης των ιεροεξεταστών Geoffrey d’ Albis[79], Bernard Gui[80] και τέλος του Jacques Fournier[81]. Οι τρεις αυτοί ανακριτές παρήγαγαν τον μεγαλύτερο όγκο αρχείων που έχει φτάσει μέχρι σήμερα.  

Ο Pierre Autier ήταν ένας νοτάριος στην Ax-les-Termes. Για την προηγούμενη ζωή του δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες πέραν του ότι ήταν παντρεμένος με κάποια Aladaycis, από την οποία απόκτησε τρεις γιους, ενώ από την εξωσυζυγική σχέση του με την Moneta, αδελφή ενός συναδέλφου του, απέκτησε δύο νόθα παιδιά. Στην ηλικία των πενήντα ετών περίπου, όντας αρκετά ευκατάστατος, ταξίδεψε στην Λομβαρδία, κάπου μεταξύ του 1295-6. Εκεί, μαζί με τον αδελφό του Guillaume έλαβε το consolamentum, στην Cuneo της Piedemont, σπουδαίο εμπορικό κέντρο της εποχής και σταθμό της διαδρομής μεταξύ Languedoc και Λομβαρδίας. Στην πόλη αυτή γνωρίστηκε με τον Bernard Audouy de Montégut-Laragais, έναν από τους γηραιούς Καθαρούς. Μυήθηκε στην νέα του ζωή εντός τριών χρόνων και ταυτόχρονα συναντήθηκε με πολλούς εξόριστους συμπατριώτες του Καθαρούς, όπως ο Pierre Raymond de Saint-Papoul, o Prades Travernier και ο Amiel de Perles. Σύνδεσμος με την πατρίδα του ήταν ο μεγαλύτερος γιος του ο Bon Guillaume. Η ομάδα αυτή επέστρεψε στην Ax το 1299 και ανέλαβε ενεργό προσηλυτιστικό ρόλο, δρώντας κυρίως underground.  

Κάποια νύχτα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής του 1300, έφτασαν στο σπίτι του αδερφού τους Raymond στην Ax. Τα αρχεία της ανάκρισης του Raymond περιγράφουν την συνάντηση με έμφαση στην χαρά του τελευταίου που έβλεπε την ομάδα. Σύντομα, σχηματίστηκε μια σέκτα, με μέλη γνωστούς και έμπιστους ανθρώπους, όπως ο γαμπρός του Pierre,  Arnaud Teisseyre, σύζυγος της κόρης του, Guillelme. Σημαντικό στοιχείο της επιβίωσης της σέκτας ήταν η μυστικότητα. Προσπάθεια διείσδυσης πληροφοριοδότη αντιμετωπίστηκε με την δολοφονία του τελευταίου από δύο πιστούς. Κάποιος Guillaume Jean προσφέρθηκε να καταδώσει τα μέλη και τις δραστηριότητες της σέκτας στους Δομινικανούς. Η προδοσία έγινε γνωστή. Τα μέλη Pierre d’ Aère και Philippe de Larnat συνάντησαν τον Guillaume ένα βράδυ στην γέφυρα του Alliat και αφού του απέσπασαν ομολογία, τον έριξαν από ένα γκρεμό.  Η ηθική αιτιολόγηση της πράξης, από μέλη των Καθαρών γινόταν επί τη βάσει της εντολής του Κυρίου για την κοπή των δένδρων  που δεν φέρουν καλό καρπό, αν και υπήρχαν ενστάσεις διαφωνούντων, όπως της Sibylle Peyre.  

Στην προσπάθεια διατήρησης της μυστικότητας, όλες οι δραστηριότητες της σέκτας γίνονταν την νύκτα. Για παράδειγμα η συνάντηση του νεόφυτου Pons Arnaud με τον Autier, έγινε κατά την διάρκεια της νύκτας, μέσω του δολοφόνου Philippe de Larnat στο Quié. Εκεί ο Autier κρύβονταν σε μια υπόγεια αποθήκη σιτηρών των αδελφών de Area. Επίσης κάποια Sibille den Baille διατηρούσε έναν μυστικό εντευκτήριο θάλαμο για τις θρησκευτικές ανάγκες της ομάδας. Το σκοτάδι παρείχε την απαραίτητη κάλυψη για τις μετακινήσεις των μελών. Σε όλη την γνωστή ιστορία των Καθαρών δεν υπάρχει πιο μυστική, πιο σκοτεινή δράση από αυτήν της ομάδας του Autier, υπόδειγμα της μετέπειτα πορείας της αίρεσης. Οι ημερήσιες κινήσεις του Autier και των ανθρώπων του εμφάνιζαν το πρόσχημα των εμπορικών δραστηριοτήτων. Ο Autier παρουσιάζονταν στην κοινωνική ζωή, ως έμπορος των φημισμένων μαχαιριών της Parma. Τα ταξίδια του υποτίθεται ότι γίνονταν για εμπορικούς σκοπούς. Ομοίως, ο Raimond de Saint-Papoul συστήνονταν ως πλανόδιος έμπορος, συνεργάτης του Autier.  

Ο έλεγχος υψηλόβαθμων αξιωματούχων μέσω δωροδοκίας ήταν επίσης ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της ομάδας. Όταν οι σερίφηδες του κόμη του Foix ήρθαν να ψάξουν το σπίτι της χήρας του Arnaud de Vicdessos Tarascon, Alamande, το μέρος όπου κρύβονταν ο Guillaume Autier, η παρέμβαση του Guillaume Bayard, αξιωματούχου του κόμη, έσωσε τον νεαρό από την σύλληψη.  

Η μυστικότητα χαρακτήριζε της ενέργειες της ομάδος, ειδικά στις περιπτώσεις που δεν υπήρχε οικογενειακή συναίνεση για την διενέργεια του consolamentum. Η σύζυγος του Guillaume Autier έπεισε την ετοιμοθάνατη Sibille, σύζυγο του Pierre Pauc στην Ax ότι ο σύζυγός της μπορούσε να της παρέχει την χειροθεσία στο σπίτι της, χωρίς να καταλάβει τίποτα ο διαφωνών Pierre. Έτσι κι έγινε. Ένα βράδυ, την ώρα που ο Pierre κοιμόταν, ο Guillaume τρύπωσε αθόρυβα στην κουζίνα, όπου βρισκόταν η Sibille. Η κατάσταση της αρρώστιας της ήταν τόσο προχωρημένη που δεν μπορούσε να δώσει τις απαραίτητες απαντήσεις και πέθανε χωρίς να λάβει το consolamentum. Το ίδιο συνέβη και στην Savart, ένα χωριό κοντά στην Tarascon. Η κόρη της Menegarde Alibert έφερε τον Guillaume για να δώσει το consolamentum στην ετοιμοθάνατη μητέρας. Η τέλεση έγινε στην κουζίνα, υπό το ταπεινό φως της εστίας, αφού η λάμπα έπρεπε να σβήσει για να κρύψει τα τεκταινόμενα. Σε μια άλλη περίπτωση ο Guillaume μεταμφιέστηκε φορώντας τα ρούχα της θείας του Esclarmonde, για να τρυπώσει σε ένα σπίτι.  

Συνήθεια της εποχής ήταν, αν κάποιος ετοιμοθάνατος (ad terminum) το επιθυμούσε, να μεταφέρεται στο νοσοκομείο κάποιου μοναστηριού και να δέχεται τις τελευταίες φροντίδες και προσευχές των μοναχών. Σε αυτή την συνήθεια οι Καθαροί βρήκαν την λύση για ν’ αποφεύγουν τον εντοπισμό, λόγω της τελετουργικής αυτοκτονίας διά της ασιτίας. Έτσι, παρατηρήθηκε το παράδοξο και αντιφατικό φαινόμενο, Καθαροί να πεθαίνουν στα νοσοκομεία των μοναστηριών, εφαρμόζοντας την endure, μια τελετή που ακολουθούσε το consolamentum που λάμβαναν οι ετοιμοθάνατοι. Μια τέτοια καταγεγραμμένη περίπτωση ήταν του Guilhem de Malhorgas, ο οποίος πέθανε στο κιστερκιανό μοναστήρι της Boulbonne.  

Για να ξεγελούν την κοινωνία εμφάνιζαν συνήθειες παρόμοιες με των καθολικών, όπως για παράδειγμα συνήθιζαν να σταυρώνουν τον εαυτό τους. Ο Pierre Autier προσπαθούσε να εμφυσήσει στους ακολούθους του διάθεση εμπαιγμού αυτών των συνηθειών. Έλεγε για παράδειγμα ότι το σταύρωμα είναι καλό για να διώχνει τις μύγες το καλοκαίρι. Συνιστούσε, μάλιστα, όταν σταύρωναν το πρόσωπό τους, να λένε: «εδώ είναι το πρόσωπο και εδώ το γένι΄ εδώ το ένα αυτί κι εδώ το άλλο». Όταν κάποιο μέλος παρασύρονταν από την συνήθεια του σταυρώματος χωρίς να παρίσταται ανάγκη θεατρινισμού, επέσυρε τον σαρκασμό των υπολοίπων.  

Το κουβάρι του δικτύου των αιρετικών άρχισε να ξεμπλέκει το 1305 και οι δραστηριότητές του να αποκαλύπτονται μέσω προδοσίας. Κάποιος Guillaume-Pierre Cavaillé, μέλος της ομάδας φυλακίστηκε στην Carcassonne. Όσο διάστημα ήταν έγκλειστος κράτησε το στόμα του κλειστό. Όταν αποφυλακίστηκε ζήτησε οικονομική ενίσχυση από τους ομόφρονές του για να ξεπληρώσει μια οφειλή του προς κάποιον φύλακα. Οι φίλοι του αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν και ο Cavaillé τους κατέδωσε. Τον Σεπτέμβριο του 1305 συνελήφθηκαν δύο Τέλειοι και ξεκίνησε ανθρωποκυνηγητό για την σύλληψη των αρχηγών της ομάδας. Μέσα σε μια πενταετία συνελήφθηκαν και καταδικάστηκαν στον διά πυρός θάνατο όλα τα υψηλόβαθμα στελέχη΄ οι Peter Raymond, Amiel de Perles, Guillaume Autier, Jacques Autier, Prades Tavernier, Philippe d’ Alayrac, Pons Bayle, Pierre Sans, Raymond Fabre. Ένας από αυτούς ο Sans Mercadier αυτοκτόνησε. Τελικά, ο Pierre Autier συνελήφθη το καλοκαίρι του 1309. Κρατήθηκε και ανακρίθηκε για δέκα ολόκληρους μήνες πριν οδηγηθεί στην πυρά τον Απρίλιο του 1310. Η εκτέλεσή του έγινα στην πλατεία μπροστά από τον καθεδρικό του Αγ. Στεφάνου στην Τουλούζη. Με τις τελευταίες του πνοές επαίρονταν προς το πλήθος, ότι θα μπορούσε να τους προσηλυτίσει όλους αν του δίνονταν η ευκαιρία να κηρύξει δημόσια. Για να ξηλωθεί η σέκτα χρειάστηκαν οι συντονισμένες ενέργειες δύο ικανότατων ιεροεξεταστών, του Geoffrey d’ Ablis στην Carcassonne και του Bernard Gui στην Τουλούζη. 

Συνεχιστές του έργου του Autier αναφέρονται δύο Καθαροί, ανάξιοι πολλού σχολιασμού. Ο ένας ήταν ο Pierre Clergue, ένας κληρικός στο Montaillou, το οποίο αποδείχθηκε σφηκοφωλιά. Παρότι, οι πρώτες έρευνες εκεί ξεκίνησαν από τον d’ Ablis, θα χρειαζόταν το ανάστημα του επισκόπου Jacques Fournier της Pamiers, του μετέπειτα πάπα Βενέδικτου XII, για την εξάλειψη της αίρεσης εκεί. Ο Pierre Clerque δεν ήταν τίποτα παραπάνω από έναν προβατόσχημο κληρικό, που εκμεταλλεύονταν την ευπιστία των γυναικών για να τις αποπλανήσει. Τα θύματά του δεν ήταν μόνο Καθαρές αλλά και καθολικές γυναίκες του χωριού. Ο δεύτερος ήταν ο Guillaume Bélibaste που έχει καταγραφεί στην ιστορία των Καθαρών ως δολοφόνος και πόρνος. Δεν χρειάζεται να πούμε κάτι παραπάνω γι’ αυτόν πέραν του ότι τον κατέδωσε ένας από τους ακολούθους του ο Arnold Sicre, ο οποίος έλαβε σημαντική αμοιβή από τον επίσκοπο Jacques Fournier. Εκτελέστηκε το 1321.

 

7.3.8 Επίλογος Γ’ Μέρους. 

Σήμερα στην Languedoc παρατηρείται μία προβαλλόμενη αύξηση ενός λαθραίου εθνικού συναισθήματος με βάσει την ιστορία των Καθαρών στην περιοχή. Είναι ένα φαινόμενο ανάλογο του νεοπαγανιστικού εθνικισμού που παρατηρείται και στην Ελλάδα. Το παράδοξο του φαινομένου έγκειται στην χρήση μειονοτικού θρησκευτικού συναισθήματος για τον καθορισμό και τον έλεγχο της εθνικής συνείδησης. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι επιθυμούν να περάσουν στην Langedoc την άποψη ότι είναι η χώρα των Καθαρών. 

Αλλά δεν είναι έτσι. Η Languedoc είναι η χώρα που πάλεψε και αντιστάθηκε με όλες της τις δυνάμεις στην βαρβαροκρατία που απλώθηκε στην Ευρώπη μετά την διάλυση του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κράτησε όσο ήταν δυνατό τον αυτόνομο χαρακτήρα της και την πολιτισμική ιδιοσυγκρασία της μέχρι των ΙΓ’ αι. Αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει είναι ότι διατήρησε τον ρωμαϊκό χαρακτήρα του πολιτισμού της, χαρακτήρα που στηρίζονταν στον Χριστιανισμό και όχι στον Καθαρισμό. Όταν η Ρώμη υπέκυψε στον Παπισμό, η Languedoc, ως χώρα με γαλατο-ρωμαϊκό πληθυσμό, έχασε την στήριξη που της παρείχε η εθναρχία του ορθόδοξου μέχρι τότε πατριαρχείου. Ο Καθαρισμός εμφανίστηκε μόλις τον ΙΒ’ αι. στον απόηχο της γρηγοριανής μεταρρύθμισης και επωφελήθηκε από την αντίδραση του πληθυσμού στον επιχειρούμενο εκπαπισμό του, στον εκφραγκισμό του. Είχαν προηγηθεί δεκατρείς αιώνες Χριστιανισμού πριν εμφανισθεί ο Καθαρισμός, άρα αν θέλουμε να θέσουμε ορθά την ιστορική αντίληψη, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι ο εθνικός χαρακτήρας του πολιτισμού της Languedoc είναι Χριστιανικός. Δεν είναι ούτε Καθαρός, ούτε Παπικός. Αν θέλουμε να μιλήσουμε με εθνικούς όρους ο πολιτισμός της Languedoc ήταν γαλατο-ρωμαϊκός, με το πρώτο συνθετικό να δίνει έμφαση στον φυλετικό προσδιορισμό και το δεύτερο στον πολιτικό-πολιτισμικό.  

Ο νεο-καθαρισμός σήμερα εντάσσεται στο ευρύτερο κίνημα της Νέας Εποχής κι έχει θρησκευτικό χαρακτήρα, άσχετα αν προσπαθεί να εμφανίζεται ως κομμάτι «πατρώας» εθνικής συνείδησης. Το ίδιο συμβαίνει και με τον νεο-παγανισμό. Στην περίπτωση όμως, των νεο-Καθαρών τα πράγματα είναι απλά, διότι ο Καθαρισμός είναι κατά πολύ μεταγενέστερος και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να διεκδικήσει πατρότητα. Είναι εμφανές ότι η πατρώα θρησκεία στην Languedoc είναι ο Χριστιανισμός και αν η εθνική συνείδηση της περιοχής θέλει να βρει τις ρίζες της επειδή αντιλήφθηκε ότι αυτές δεν βρίσκονται στον Παπισμό, τότε δεν έχει παρά να στραφεί στην Ορθοδοξία.

[1] Για το κεφάλαιο αυτό χρησιμοποιήθηκε το κεφ. Languedoc, a brief overview, από το βιβλίο της Ann Brandford Townsed, The Cathars of Languedoc as heretics: From the Perspectives of Five Contemporary Scholars, διατριβή επί διδακτορία 2008.
[2]  Τα παραδείγματα αυτά προέρχονται από ομολογίες αιρετικών, καταγραμμένες σε έγγραφα της Ιεράς Εξέτασης. Επειδή η παραπομπή σε πηγές μπορεί ν’ αποδειχθεί ανώφελη, θα γίνεται παραπομπή σε βοηθήματα. Τα συγκεκριμένα στο Malcolm Lambert, The Cathars, Blackwell Publishing 1998,  p. 79.
[3] Για το κεφάλαιο αυτό χρησιμοποιήθηκε το κεφ. The Languedoc in 12th century, από το βιβλίο του Michael Consten, The Cathars and the Albigensian Crusade, University of Manchester 1997.
[4] Πρόκειται για τον σύζυγο της Ευδοκίας Κομνηνής, ανιψιάς του Μανουήλ Α’ Κομνηνού, του αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως.
[5] Για την πολιτική θεωρία της φεουδαρχίας χρησιμοποιήθηκε το κλασσικό πλέον έργο του Marc Bloch, Η Φεουδαλική Κοινωνία, εκδ. Κάλβος 1987.
[6] Hincmari Remensis Archiepiscopi, De ordine palatii XXI: “Si quid vero tale esset quod leges mundane hoc in suis diffinitionibus statuum non haberent, aut secundum gentilium consuetudinem crudelius sancitum esset, quam Christianitatis reclitudo vel sancta auctoritas merito non consentiret, hoc ad regis mederationem perduceretur, ut ipse cum his qui utramque legem nossent, et Dei magis quam humanarum legume statute metuerent, ita decerneret, ita statueret ut, ubi utrumque servari posset, utrumque servavetur; sin autem, lex saeculi merito compimeretur, justitia Dei conservaretur”, ed. Maurice Prou, Bibliothèque de l’ École des Hautes Études (Paris 1883), 54-56 με γαλλική μετάφραση.
[7] Urbani II Epistola ad Robertum Flandriae comita: “Quod si praetendis hoc ex antique usu in terra tua processisse, seire debes Creatorem tuum dixisse: Ego sum veritas, non autem usus vel consuetude”. PL 151.456C.
Tertulliani Liber De Virginibus Velandis I.2: “Sed dominus noster Christus veritatem se, non consuetudinem cognominavit” CSEL  76(1957), 76. Ο Τερτυλλιανός έγραψε το Περί του καλύμματος των Παρθένων για να στιγματίσει την κακή συνήθεια της εποχής του, οι ανύπαντρες να εισέρχονται στην εκκλησία ακάλυπτες. Ακάλυπτες την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν μόνο οι πόρνες.
[8] David Charles Dougles, William the Conqueror: the norman impact upon England, University of California Press 1964, p. 254.
[9] Gesta Regum Anglorum II.222, ed. Thomas Duffus Hardy, London 1840, vol. 1 p. 375, λατινικό κείμενο. Chronicle of the Kings of England, translated by Rev. John Sharpe, edited by J.A. Giles, London: George Bell and Sons, 1904p.209, αγγλική μετάφραση.
[10] Ματθ. 11.29.
[11] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, 234.
[12] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, 231.
[13] Έτσι είναι γραμμένα τα ονόματα στην μετάφραση των W. Wakefield-A. Evans. Στην μετάφραση του Maitland, Facts and Documents Illustrative of the History, Doctrine and Rites of the Ancient Albigenses & Waldenses, London 1832, p. 393 αναφέρονται ως Collant & Colibant. Δεν γνωρίζω την ερμηνεία τους.
[14] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, 238.
[15] Petri Vallium Sarnaii monachi, Hystoria Albigensis, ed. P. Guébin- E. Lyon, Paris 1926-1939, 3 vols.
[16]http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%B1%
CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82

[17] Μια απλή πλοήγηση στο διαδίκτυο με λέξη-κλειδί «sangreal» αρκεί για να καταλάβει ο αναγνώστης τι εννοούμε. Δεν επιθυμούμε να παραθέσουμε διευθύνσεις.
[18] Concilium Touronense can. IV: “ Ut cuncti Albigensium haereticorum consorsium fugiant. In partibus Tolosae damnada haeresis dudum emersit, quae paulatim more cancri ad vicina loca se didiffundens, per Guasconiam et alias provincias quamplurimos jam infecit”. Mansi 21.1177
[19] Μετάφραση υπάρχει επίσης στο S. R. Maitland, Facts and Documents Illustrative of the History, Doctrine and Rites of the Ancient Albigenses & Waldenses, London 1832, pp. 140-145. Αποσπάσματα στο Χρονικό του Roger of Hoveden,
[20] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, 238.
[21]  Μια πηγή στο Les Actes du Concile Albigeoise de Saint Félix de Caraman, ed. A. Dondaine, Miscellanea Giovanni Mercati V (Studi e Testi CXXV, Rome 1946), pp. 324-355. Αγγλική μετάφραση, Edward Peters, Heresy and Authority, pp. 121-123.
[22]  Υπάρχουν δύο απόψεις για το ποια είναι η τέταρτη εκκλησία που συμμετείχε στην σύνοδο από τη Languedoc. Όσοι διαβάζουν στο κείμενο “agenensis” θεωρούν ότι είναι της Agen. Ωστόσο, κάποιοι θεωρούν ότι γράφει “arenensis” (P. Jimenez, Relire la Charte de Niquita, 1. Origine et problématique de la charte, Heresis XXII (1994), pp. 1-26), οπότε καταλήγουν ότι πρόκειται για την Val d’  Aran.
[23] Malcolm Lambert, The Cathars, p. 48.
[24] B. Hamilton, The Cathar Council of S. Félix reconsidered, Archivum Fratrum Praedicatorum 48 (1978), 48-50.
[25] Ed. C. Thouzellier, Une somme anti-Cathare: Le Liber contra Manicheos de Durand de Huesca, Louvain 1964, p. 138 & 210.
[26] Ο Ερρίκος de Marcy εισήλθε στο αβαείο το 1156. Έγινε ηγούμενος του Hautecombe το 1160 και του Κλαιρβώ το 1176, ένα χρόνο πριν την αποστολή. Το 1179 μετά την επιτυχία της αποστολής του έλαβε τον τίτλο του Καρδινάλιου του Albano. Πέθανε το 1188. Βλ. Congar, Henri de Marcy, Studia Anselmiana XLIII, Analecta Monastica 5 (1958), 1-38.
[27] Ο Πέτρος της Πάβια, διετέλεσε δύο φορές παπικός λεγάτος στην Φραγκία, το 1174-1178 και το 1180-1182. Το 1180 έγινε Αρχιεπίσκοπος Bourges. Βλ. Hippolyte Delehaye, Pierre de Pavie, RQH 59 (1891), 5-61.
[28] Στους εκκλησιαστικούς αξιωμτούχους που υπηρέτησαν στην αποστολή ήταν ο Guarin, αρχιεπίσκοπος Bourges (1174-1180), o Pons de Arsac, αρχιεπίσκοπος Ναρβόννης (1162-1181), ο Reginald Fitz-Jocelin επίσκοπος Bath (1174-1191), ο Ιωάννης Δικαιοχέρης επίσκοπος Poitiers (1162-1179). Ο τελευταίος απεκόμισε πλούσια εμπειρία από την επιχείρηση ώστε όταν έγινε αρχιεπίσκοπος Λυών, αντιμετώπισε τον Βάλδο και τους φτωχούληδές του.
[29] Τα δυνατά ονόματα της αποστολής ήταν ο Ραϋμόνδος της Τουλούζης και ο Ραϋμόνδος του Castelnau, γνωστός ως Raymond II υποκόμης Turenne (1143-1190).
[30] Ιερ. 8.17, Εκκλ. 10.11
[31] Ωσηέ 4.9
[32] Οι επιστολές του Ερρίκου βρίσκονται στην PL 204.235-242. Επίσης στα Chronica του Ρογήρου του Hovenden, ed. & trnas. Henry T. Riley, London 1853, vol. II pp. 160-161 (το συγκεκριμένο απόσπασμα). Οι επιστολές είναι η πηγή της αντίστοιχης εγγραφής στα Gesta regis enrici secundi Benedicti abbatis, ed. William Stubbs, vol. I pp. 198-200.  Σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα το χρονικό παρά τον τίτλο του (Benedicti abbatis) δεν αποδίδεται σε Βενεδικτίνο.
[33] Το όνομά του παραδίνεται στα Gesta regis henrici, ο.π. p. 215.
[34] Για τον Pierre Maurand βλ. J. H. Mundy, Liberty and Political Power in Toulouse, Columbia University Press 1954,  p. 60-62.
[35] Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται από τον John Mundy, ο οποίος ανακάλυψε την ομολογία του στα αρχεία του St. Sernin. Βλ. W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, 705-6.
[36] J. H. Mundy, Liberty and Political Power…, p. 270 n. 8.
[37] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, 198.
[38] Concilium Lateranense III c.XXVII, Mansi 22.231-233.
[39] H. C. Lea, History of the Inquisition, vol. I p. 124˙  Congar, Henri de Marcy, Studia Anselmiana XLIII, Analecta Monastica 5 (1958), 36-38.
[40] Malcolm Lambert, The Cathars, p. 62.
[41] Για τα γεγονότα και τις πηγές M. Roquebert, Un exemple de Catharisme ordianire: Fanjeux, Europe et Occitanie: le pays Cathares, Collection Heresis V (Arques 1995), 169-211.
Για την Esclarmonde βλ. A. Brenon, Les Femmes Cathares, Paris 1992, 139. Για την Φιλίππα, ο.π. σσ. 156, 237. Στην σελίδα 237 γαλλική μετάφραση της πηγής.
[42] Για την συγγραφή αυτού του κεφαλαίου χρησιμοποιήθηκε το αντίστοιχο του Bernard Hamilton, στην New Cambridge Medieval History, vol. 5 pp. 164-181.
[43] L. Kolmer, …ad terrorem multorum: Die Anfänge der Inquisition in Frankreich, Bayreuth University 1992, 83-85. O. Capitani, La repression antiereticale, in Storia dell’  Italia medievale, Rome-Bari 1987, pp. 677-8.
[44] L. Kolmer, Christus als beleidigte Majestät: von dier Lex Quisquis (397) bis zur Dekretale Vergentis (1199), in Papstum, Kirche und Recht, Tübingen 1991, 1-13.
[45] Γενικές γνώσεις στο C. H. Lawrence, The Friars, London-New York 1994.  Για τον Δομίνικο S. Tugwell, Notes on the life of Saint Dominic, Archivum Fratrum Praedicatorum 66 (1996), 5-200 & 68 (1998), 5-116.
[46] Του έστειλε τρεις επιστολές στις 17 Νοεμβρίου 1207 (PL 215.1264-7, πριν την δολοφονία του Πέτρου), στις 10 Μαρτίου 1208 (PL 215.1358-9) και στις 3 Φεβρουαρίου 1209 (PL 215.1545).
[47] Ιεραρχικός τίτλος μεταξύ του Μαρκήσιου και του Υποκόμη.
[48] Ο όρκος υπάρχει σε δύο κείμενα, στο Processus negotii Raymundi Comitis Tolosani, PL 216.89-98 και Forma juramenti baronum, PL 216.127-138.
[49] Το χρονικό είναι ανώνυμο. Το όνομα εμφανίζεται στο παλαιότερο γνωστό χειρόγραφο και έγινε δεκτό από την πλειοψηφία των ακαδημαϊκών. Το πρόβλημα είναι η ταυτοποίηση του προσώπου. Ένας γνωστός Gillaume ήταν πρωτοπρεσβύτερος στην εκκλησία της Puylaurens το 1230-1240, και νοτάριος επισκόπων της Τουλούζης. Επίσης συνεργάστηκε με την Ιερά Εξέταση της πόλης. Άλλος ένας γνωστός Guillaume την ίδια εποχή ήταν ο θαλαμηπόλος του κόμη της Τουλουζης, Ραϋμόνδου VI. Και οι τρεις εκδότες του κειμένου, ο Jenn Duvernoy και οι W. A. Sibly – M.D. Sibly, δέχονται ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Εκδόσεις του χρονικού Jean Duvernoy, Guillaume de Puylaurens, Chronique 1145-1275: Chronica magistri Guillelmi de Podio Laurentii, Paris 1976 (γαλλική μετάφραση) & W. A. Sibly – M.D. Sibly, The Chronicle of William of Puylaurens: the Albigensian crusade and its aftermath, Boydell Press 2003 (αγγλική μετάφραση).
[50] Εννοείται ο υποκόμης Ραϋμόνδος Ι των Trencavel. Ο συντάκτης του Χρονικού σφάλει διότι ο Ραϋμόνδος δολοφονήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1167 όχι στις 22 Ιουλίου ημέρα εορτής της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής.
[51] W. A. Sibly – M.D. Sibly, The Chronicle…, p.33.
[52] PL 216.137-141: “ribaldi et alii viles et inermes personae, non expectato mandato principum, et civitatem fecerunt insultum…”, αγγλική μετάφραση W. A. Sibly – M.D. Sibly, The Chronicle…, Appendix A, p. 127.
[53] Caesarius Heisterbacensis, Dialogus Miraculorum V.21: “Venientes ad civitatem magnam, quae Biders vocatur, in qua plus quam centum millia hominu fuisse dicebantur, obsederunt illam. In quorum aspect haeretici super volume sacri Evangelii mingentes, de muro illud contra Cristianos projecerunt, et sagittis post illud missis clamaverunt: Ecce lex vestra, miseri. Christus vero Evangelii sator iniuriam sibi illatam non reliquit inultam. Nam quidam satellites zelo fidei accensi, leonibus similes, exemplo illorum, de quibus legitur in libro Machabaeorum, scalis appositis, muros intrepid ascenderunt; haeretisque divinitus territis et declinantibus, sequentibus portas aperientes, civitatem obtinuerunt. Cognoscentes ex confessionibus illorum catholicos cum haereticis esse permixtos, dixerunt Abbati: Quid faciemus, domine? Non possumus discerne inter bonos et malos. Timens tam Abbas quam reliqui, ne tantum timore mortis se catholicos simularent, et post ipsorum abcessum iterum ad perfidiam redirent, fertur dixisse: Caedite eos. Novit enim Dominus qui sunt eius”, ed. J. Strange (1851), p. 302. Αγγλική μετάφραση, ed. H. von E. Scott – C.C. Swinton Bland (1929), pp. 345-6.
[54] Διακεκριμένος νομικός της εποχής του και καλός γνώστης του κανονικού δικαίου. Υπό την καθοδήγησή του ολοκληρώθηκε η σύνθεση του Compilatio tertia, μιας συλλογής κανόνων τους οποίους έθεσε σε εφαρμογή ο Ιννοκέντιος ΙΙΙ.
[55] Ed. & trans. P. Guébin-H. Maisonneuve, Histoire albigeoise, 3 vols Paris 1951, vol. 1 p.117.
[56] Concilium Lateranense IV, c. III De haereticis, Mansi 22.986-990.
[57] Colin Morris, Papal Monarchy: Western Church from 1050 to 1250, Oxford History of the Christian Church 1991, p. 562-564. 
[58] H. C. Lea, History of the Inquisition, vol. I p. 316-7.
[59] Αγγλική μετάφραση του χρονικού στο Walter Wakefield, Heresy, Crusade and Inquisition in Southern France 1100-1250, University of California Press  1974, Appendix C, 207-236. Γαλλική μετάφραση Jean Duvernoy, Chronique de Guillaume Pelhisson, Toulouse 1958. Λατινικό κείμενο ed. Célestin Douais, Les Sources de l’  histoire de l’ Inquisition dans le Midi de la France au XIIIe et XIVe siècles, Paris 1881, 81-118.
[60] Ωστόσο ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται να την διαβάσει μπορεί να την βρει στο έργο του William Pelhisson, στα προηγούμενα βιβλία, είτε στο Stephen O’ Shea, The perfect heresy, London 2000, pp. 191-193 ή στην διεύθυνση http://stephenosheaonline.com/book-tph-ex2.html
[61] Για τα γεγονότα C. Devic-J. Vaissete, Histoire générale de Languedoc, 16 vols Toulouse 1872-1904.
[62] Το Montségur έχει γίνει σύμβολο για τους νέο-Καθαρούς της εποχής μας και γίνεται προσπάθεια ν’ αναδειχθεί σε μνημείο εθνικής ανεξαρτησίας του Νότου της Γαλλίας, άσχετα αν δεν έχει την απαραίτητη ιστορική κάλυψη για κάτι τέτοιο. Ετήσιες συναντήσεις νέο-εποχίτικων ομάδων με πνευματιστικά και άλλα happenings δίνουν ένα στίγμα που αν και διαφέρει από το πνεύμα του τότε Καθαρισμού, ωστόσο μαρτυρά ευθαρσώς για τις γνωστικές και μανιχαϊστικές ρίζες του, θυμίζοντας ότι η διαμόρφωση μια εθνικής συνείδησης δεν είναι άμοιρη θρησκευτικής χροιάς, απλώς στην περίπτωση πρόκειται για λάθος θρησκευτικότητα. Πάντως, δεν είναι δικιά μας δουλειά να υποδείξουμε στους παπικούς την υποχρέωσή τους για την υπεράσπιση της ιστορικής ακρίβειας. Αυτό που θα υποστούν στην περιοχή θα είναι η ρεβάνς για τα δικά τους εγκλήματα έναντι της αλήθειας.
[63] Για την σφαγή της Avignonet παραπέμπουμε στο Yves Dossat, Le Massacre d’ Avignonet, Cahiers de Fanjeaux: La Credo, la Morale et l’  Inquisition 6 (1971), 343-359.
[64] Το περιστατικό από W. Wakefield, Heretics and Inquisitors: The Case of Auriac and Cambiac, Journal of Medieval History 12 (1986), 233.
[65] Στο βιβλίο Montségur, temple et fortresse des Cathares d’ Occitanie, Grenoble 1967.
[66] Η θέση του Niel διατυπώθηκε αρχικά στο Montségur, la montagne inspirée (Paris, 1954), γι’ αυτό και η αναίρεση χρονολογείται το 1960, πριν από το Montségur, temple et fortresse des Cathares d’ Occitanie. Στο τελευταίο επανέλαβε εν εκτάσει την θεωρία του παρά την αναίρεση και η νέα δημοσίευση προκάλεσε τις απαντήσεις στα άρθρα της Αρχαιολογίας του 1967.
[67] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, 337.
[68] Y. Dossat, Un figure d’ inquisiteur, Bernard de Caux, Cahiers de Fanjeaux 6 (1971), pp. 253-72.
[69] Το περιστατικό στο Malcolm Lambert, The Cathars,… p.151.
[70] Ο. π.
[71] Y. Dossat, Les Crises de l’ Inquisition  toulousaine au XIII siècle (1233-1273), Bordeaux 1959, 243.
[72] Walter Wakefield, Heresy, Crusade and Inquisition in Southern France…, p. 192 n.7.
[73] Αρχεία της Ιεράς Εξέτασης της υπό εξέταση περιόδου υπάρχου στην Συλλογή Doat, τόμοι XXI-XXVI & XXXI-XXXII στην Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι. Επίσης στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της Τουλούζης, το χειρόγραφο 609, αντίγραφο του 1260.
[74] Walter Wakefield, Heresy, Crusade and Inquisition in Southern France…, pp. 186-7.
[75] Malcolm Lambert, The Cathars,… p.221.
[76] Ο. π. σελ. 224-5.
[77] Ο.π. σελ. 225.
[78] Ο. π. σελ. 226-7 & B. Hauréau, Bernard Délicieux et l’ Inquisition albigeoise, 1300-1320, Paris 1877.
[79] A. Pales-Gobilliard, L’ Inquisiteur Geoffrey d’ Albis et les Cathares du comté de Foix (1308-1309), Paris 1984 (κείμενο των αρχείων και γαλλική μετάφραση σσ. 1-77)
[80] P. van Limborch, Historia inquisitionis cui subiungitur Liber Sententarium inquisitionis Tholosanae ab anno Christi MCCCVII ad annum MCCCXII, Amsterdam 1692. C. Douais, Practica inquisitionis haereticae pravitatis, Paris 1886.
[81] Ed. J. Duvernoy, Le Registre d’ Inquisition de Jacques Fournier (1318-1325), λατινικό κείμενο  Ι-ΙΙΙ Toulouse 1965, γαλλική μετάφραση του ιδίου Paris, La Haye 1978. Για τον Jacques βλ. σχ. J. Paul, Jacques Fournier inquisiteur, Cahiers Fanjeaux 26, 39-67.  

© 2011 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου, κατόπιν αδείας του διαχειριστή του ιστοχώρου,  αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές, που πιθανόν να το αλλοιώνουν, για μη εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:
http://www.impantokratoros.gr/katharoi-c.el.aspx







Print-icon 

Login-iconLogin