Ο ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Καθηγητή ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ι. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

Εισαγωγικώς θα ήταν σκόπιμη μια σύντομη και επιγραμματική αναφορά στον προσανατολισμό της παιδείας του λαού μας από την κλασσική εποχή μέχρι σήμερα.

Υπενθυμίζουμε ότι στην κλασσική αρχαιότητα η παιδεία, παρά την φαινομενικά θεοκεντρική προοπτική της, είχε στην πράξη κτιστό και ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό και το παιδαγωγικό ιδεώδες της συμπυκνώνονταν στην ανθρώπινη αρετή, η οποία απέβλεπε στο να καταστήσει τον πολίτη «καλό καγαθό». Το ιδεώδες αυτό καλλιεργείται ακόμη και σήμερα στη Δύση, κυρίως στον θρησκευτικό χώρο και ειδικότερα στα πλαίσια της ηθικής αγωγής, και αποβλέπει στη βελτίωση του ανθρώπου. Η βελτίωση αυτή έχει χαρακτήρα ουμανιστικό - ανθρωποκεντρικό, παρά το θρησκευτικό ένδυμά της, επειδή στη Δυτική Χριστιανοσύνη λείπει η χαρισματική εμπειρία του ακτίστου και ειδικότερα η εμπειρία της θεοποιού χάριτος, η οποία ενώνει οντολογικώς τον κτιστό άνθρωπο με τον άκτιστο Θεό.

Όμως, η παιδεία στη Ορθόδοξη Ανατολή, μετά τη γόνιμη συνάντηση χριστιανισμού και ελληνισμού, παίρνει ελληνορθόδοξο χαρακτήρα με σαφή πνευματικό προσανατολισμό. Τώρα αυτή στοχεύει στην αλήθεια και τη ζωή, που στα πλαίσια της Εκκλησίας δεν αποτελούν ιδέες αλλά πρόσωπο, το πρόσωπο του ενός της Τριάδος, του ίδιου του Χριστού, ο οποίος είπε: «εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή»1. Έτσι τώρα οι αρετές έχουν πρωτίστως θεανθρώπινο και οντολογικό χαρακτήρα και δευτερευόντως ηθικό περιεχόμενο, γιατί είναι εκφάνσεις της ζωής του Χριστού στους πιστούς, φανέρωση της θεανθρώπινης ζωής του Χριστού μέσα στην ιστορία. Κατά συνέπεια, η αρετή των αρχαίων προγόνων μας διαφέρει από την χριστιανική αρετή, όσο διαφέρουν και τα σεβαστά κόκαλά τους από τα χαριτόβρυτα λείψανα των αγίων της Εκκλησίας μας2.

Στις μέρες μας το παιδαγωγικό ιδεώδες, όσο και αν αμφισβητείται θεσμικώς, στην πράξη φαίνεται ότι προσδιορίζεται αποφασιστικά από μια τεχνοκρατικά προσανατολισμένη παιδεία, η οποία εμφανίζει έντεχνα τον προσανατολισμό αυτόν ως εντελώς αναγκαίο για μια ρεαλιστική αντιμετώπιση της σύγχρονης ζωής από τους νέους, μέσα όμως από μια σαφώς βιοποριστική προοπτική. Αλλά έτσι η παιδεία μας εμφανίζεται ως χρησιμοθηρική. Ο χρησιμοθηρικός και βιοποριστικός χαρακτήρας της παιδείας οδήγησε άλλωστε και στη σύγχρονη εμπορευματοποίησή της, με όλες τις αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα της ευρύτερης ζωής.

Τα πρότυπα της παιδείας αυτής είναι σαφώς Δυτικά, με χαρακτήρα ραφιναρισμένου ουμανισμού, και ουσιαστικώς υλιστικά. Είναι στην πράξη η ανάγλυφη φανέρωση της αλλοτρίωσης από την πίστη και τη ζωή της Εκκλησίας. Αν θέλαμε όμως να αναζητήσουμε και την εγχώρια υποδομή της σύγχρονης παιδείας μας, θα την βρίσκαμε κατά τη γνώμη μας αναμφίβολα στην κενοδοξία και τη φιλοχρηματία μας. Το καθένα από αυτά τα δύο κατά τον ιερό Χρυσόστομο θα αρκούσε και από μόνο του να οδηγήσει τον άνθρωπο στην έλλειψη αυτογνωσίας και στην αλλοτρίωση από τον Θεό. Τώρα όμως που συμβάλλουν και τα δύο μαζί, σαρώνουν κυριολεκτικά κάθε γνήσιο ανθρωπολογικό στοιχείο, και μάλιστα από εκείνα που κατεξοχήν χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ως άνθρωπο3.

Μετά τη σύντομη αυτή αναφορά μας σε βασικούς σταθμούς της παιδείας του λαού μας από άποψη προσανατολισμού της, θα αναφερθούμε με κάθε δυνατή συντομία στη βιβλική και πατερική θεώρηση της παιδείας μας, κάνοντας και κάποιες προεκτάσεις στην ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα της στην πράξη.

Η παιδεία, αυτή καθεαυτήν, αποτελεί δωρεά του Θεού. Ο ίδιος ο Θεός ασκεί την παιδευτική πράξη από αγάπη προς τον άνθρωπο. Ιστορικά ο Θεός παρουσιάζεται να ενεργεί πατρικώς ως παιδαγωγός του εκλεκτού λαού του Ισραήλ. Σχολιάζοντας ο ιερός Χρυσόστομος το χαρακτηριστικό για την παιδαγωγική σημασία του χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης: «ον αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν, ον παραδέχεται»4, παρατηρεί ότι η αγαπητική αυτή ενέργεια του Θεού έχει ως αιτία την αστοχία του ανθρώπου να ανταποκριθεί στο θέλημα του Θεού. Ο σωφρονισμός, που ασκεί ο θεός στον άνθρωπο, αποσκοπεί στο να αποτρέψει τον άνθρωπο από την οδό της πονηρίας και να τον επαναφέρει στην οδό του αγαπώντος Θεού5. Έτσι, «φιλανθρωπία χρώμενος ο Δεσπότης», σημειώνει ο άγιος παιδαγωγός, «ταύτην (ενν. την παιδείαν) επιφέρει τοις ανθρώποις»6. Ο Θεός στη συνέχεια όρισε τον Μωυσή και τους Προφήτες ως παιδαγωγούς του λαού του, επειδή αυτοί διακρίνονταν για την πατρική φιλοστοργία και το πνεύμα θυσίας, που είχαν για τους ανθρώπους, τους οποίους καθοδηγούσαν7.

Αλλά και στα πλαίσια της καινής Διαθήκης και ειδικότερα της Εκκλησίας, ο Χριστός, ως ο αληθινός παιδαγωγός του ανθρώπου, παιδαγωγεί τους πιστούς του για να τους καταστήσει ως γνήσια παιδιά του, κληρονόμους της βασιλείας του8. Γι' αυτό και όταν κάποιος παιδαγωγείται από το Χριστό, είναι φανερό ότι ο Θεός τον προσεγγίζει ως παιδί του. «Ει παιδείαν υπομένετε», σημειώνει το στόμα του Χριστού, ο απόστολος Παύλος, «ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός. Τις γαρ εστιν υιός, ον ου παιδεύει πατήρ;»9. Τούτο σημαίνει ότι η παιδεία του Θεού αποβλέπει στη διόρθωση και όχι στην κακοπάθεια και την τιμωρία. Η έλλειψη παιδαγωγίας είναι γνώρισμα των νόθων παιδιών, ενώ αντίθετα η παιδαγωγία αποτελεί απόδειξη της γνησιότητας των τέκνων10.

Είναι προφανές ότι η παιδεία στα πλαίσια της Εκκλησίας παίρνει πολύ βαθύτερο περιεχόμενο, από εκείνο που είχε στην κλασσική εποχή. Εδώ αποκτά κατά κυριολεξία πνευματικό περιεχόμενο. Δεν περιορίζεται στη νοητική διαδικασία, στη γυμνασία του νου, για την αναγωγή του στην αλήθεια των όντων, ούτε όμως και εξαντλείται απλώς σε ηθικές αρετές και σε μορφωτικά ιδεώδη. «Η παιδεία μετάληψις αγιότητός εστι», σημειώνει το χρυσό στόμα της Εκκλησίας και ο άγιος της παιδείας μας. Αν τώρα λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι η αγιότητα καθεαυτήν αποτελεί άκτιστη ενέργεια του θεού, τότε η μετοχή στην αγιότητα ως καρπός της παιδείας αποτελεί μετοχή και εμπειρία της αγιότητας του ίδιου του Θεού. Τούτο άλλωστε αποτελεί και βιβλική αλήθεια που τονίζεται ιδιαίτερα από τον απόστολο Παύλο. «Οι μεν (ενν. πατέρες) προς ολίγας ημέρας κατά το δοκούν αυτοίς επαίδευον», σημειώνει, «ο δε (ενν. Θεός) επί το συμφέρον, εις το μεταλαβείν της αγιότητος αυτού»11. Ερμηνεύοντας ο ιερός Χρυσόστομος την αγιότητα του Θεού παρατηρεί: «Τι έστι της αγιότητος; Τουτέστι της καθαρότητος, ώστε αξίους αυτού γενέσθαι κατά δύναμιν»12. Και η καθαρότητα κατά τον ιερό παιδαγωγό είναι υπόθεση της παιδείας, αφού «τον καθαρόν βίον εκ παιδείας λαμβάνομεν»13. Η αγιότητα αποτελεί το πλήρωμα της κατά Χριστόν παιδείας.

Πώς όμως η παιδεία γίνεται αγωγός για τη μετοχή του ανθρώπου στην αγιότητα του θεού; «Όταν (ενν. η παιδεία) ραθυμίαν εκβάλλη», παρατηρεί ο χρυσορρήμονας πατέρας της παιδείας, «όταν επιθυμίαν πονηράν, όταν έρωτα των βιοτικών πραγμάτων, όταν συστρέφη την ψυχήν, όταν ποιή καταγνώναι των ενταύθα πάντων (τοιούτο γαρ η θλίψις), ουχί αγία γίνεται; ουχί του Πνεύματος επισπάται την χάριν;»14.

Κατά συνέπεια, η παιδεία που παρέχει ο Θεός δια της Εκκλησίας είναι παιδεία πνευματική, παιδεία που καθιστά το μέτοχό της φορέα της αγιότητας του Θεού. Και η αγιότητα, όπως ήδη λέχθηκε, δεν είναι αφηρημένο ιδεώδες, αλλά πραγματικότητα που αφορά τον ίδιο τον θεό καθεαυτόν. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης μας διαβεβαιώνει απερίφραστα ότι η αγιότητα του θεού και του αγίου είναι μία και η αυτή. Η μόνη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η αγιότητα του Θεού είναι πηγαία και φυσική (είναι ουσιώδης ενέργεια της θείας φύσεως), ενώ η αγιότητα του αγίου είναι χαρισματική, δοσμένη κατά χάρη από τον Θεό15. Έτσι λ.χ. όταν ο άγιος θαυματουργεί, θαυματουργεί με την αγιότητα της χάριτος που έχει από τον Θεό.

Εδώ όμως ανακύπτουν κάποια ερωτήματα. Η κοσμική παιδεία δεν καταξιώνεται και δεν δικαιώνεται, όταν παραμένει ανθρωποκεντρική αναπτύσσοντας τις κατά φύση ικανότητες του ανθρώπου για βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεώς του, για κυριαρχία στην άλογη φύση και για ανύψωση του έσω ανθρώπου δια της επιστήμης και της φιλοσοφίας; Αλλά και η αγιότητα μπορεί να αναζητείται ως απώτερος σκοπός της παιδείας, αν αυτή δεν βρίσκεται ως ανθρωπολογικό προσόν στις καταβολές του ανθρώπου;

Ως προς το πρώτο ερώτημα θα πούμε μόνο ότι, όπως εμπειρικώς βεβαιώθηκε στις μέρες μας, η μονομερής και αυτόνομη ανάπτυξη των θεωρουμένων ως κορυφαίων επιστημών, με σημαιοφόρο την υψηλή τεχνολογία, δεν κατέστησαν ποιοτικώς τον άνθρωπο καλύτερο.

Ως προς το δεύτερο ερώτημα έχουμε να σημειώσουμε τα εξής: Είναι γνωστό από την Αγία Γραφή και μάλιστα από το πρώτο βιβλίο της, τη Γένεση, ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος από τον Θεό ευθύς εξαρχής ως πρόσωπο, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του δημιουργού του. Ο σκοπός δηλαδή της δημιουργίας του βρίσκεται ήδη μέσα στην οντολογία του. Και αυτό, γιατί η εικόνα βρίσκει την αξία και το περιεχόμενό της στο πρωτότυπό της. Χωρίς αυτή τη σχέση της άμεσης αναφοράς, η εικόνα αυτονομείται και κατ' επέκταση ειδωλοποιείται. Τούτο αποτελεί όρο της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας για τις εικόνες. Γι' αυτό άλλωστε και «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» κατά τον Μέγα Βασίλειο16. Ο άνθρωπος λοιπόν βρίσκει την αληθινή ταυτότητά του, το εσώτερο περιεχόμενό του, μόνο σ' αυτή την αναφορά και ζώσα σχέση με το πρωτότυπό του, που είναι ο Θεός Λόγος, κατ' εικόνα του οποίου δημιουργήθηκε. Η ζώσα και οντολογική σχέση του κατ' εικόνα με το πρωτότυπό του πραγματώνεται πλήρως, δυνάμει του θείου εμφυσήματος στον Αδάμ, το οποίο ανακτάται μετά την πτώση με το ίδιο εμφύσημα του ένσαρκου πλέον Λόγου στους μαθητές του, το οποίο και οικειωνόμαστε προσωπικώς ο καθένας μας μέσα στην πνευματική μήτρα, στην αγία κολυμβήθρα της Εκκλησίας μας. Κατά συνέπεια η αγιότητα δεν αποτελεί εξιδανικευμένη πολυτέλεια, αλλά οντολογικό γνώρισμα του βαπτισμένου ανθρώπου. Αποτελεί το θείο εκείνο προσόν, που κατεξοχήν τον σχετίζει «ασχέτως» με το πρωτότυπό του και τον καταξιώνει οντολογικώς. Όταν επομένως η παιδεία στον τόπο μας δεν καλλιεργεί την ουσιαστική και οντολογική αυτή αναγκαιότητα του ανθρώπου, δεν ανταποκρίνεται στην ανάπτυξη των πραγματικών ανθρωπολογικών καταβολών, με αποτέλεσμα να εκπαιδεύει μονομερώς τον άνθρωπο και μάλιστα να του στερεί την αληθινή ολοκλήρωσή του ως προσώπου.

Αντίθετα, όταν η παιδεία έχει ως κύρια επιδίωξή της τη μετοχή της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και τη μέθεξη της αγιότητας του Θεού, καθιστά τον άνθρωπο κατά πολύ ανώτερο από τις βιολογικές, τις διανοητικές και τις ψυχικές δυνάμεις του. Τον κάνει πραγματικά κύριο και βασιλιά της δημιουργίας, που δεν φοβάται ούτε τον θάνατο, επειδή τον έχει υπερβεί στην πραγματικότητα μυστηριακώς - χαρισματικώς, ζώντας στο εξής μετά το θάνατό του την αναστημένη ζωή του Χριστού, την οποία μετά τον βιολογικό θάνατο επεκτείνει αιωνίως. Η κατάσταση αυτή βέβαια στην παρούσα ζωή δεν αποτελεί μόνο δεδομένο, αλλά και το κατεξοχήν ζητούμενο που σχετίζεται με την διαρκή άσκηση, η οποία νεκρώνει ό,τι γήινο έχουμε μέσα μας17, και μας καθιστά ικανούς να ζούμε όχι πλέον για τον κόσμο αλλά για το Χριστό. Έτσι η παιδεία αυτή είναι παιδεία ασκητική. Ο νέος άνθρωπος με την πνευματική άσκηση και παράλληλα με τη μυστηριακή ζωή μπορεί να γίνεται κύριος των παθών, να καθαρίζεται από αυτά, να φωτίζεται και να θεώνεται καταξιούμενος έτσι υπαρξιακώς.

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι η αγιότητα αποτελεί πραγματικότητα, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ την συμβατική αρετή, που έχει ως πρότυπό της η κλασσική ελληνική παιδεία. Η αγιότητα είναι ένα κατηγόρημα καθαρώς εκκλησιαστικό και ουσιαστικά χαρισματικό, που εκφαίνεται όμως στους εκπαιδευομένους και αγωνιζομένους και αφορά όλο το είναι τους ως ψυχοσωματική ενότητα. Ταυτόχρονα είναι και μια πραγματικότητα, που δεν εγκλωβίζεται και δεν εξαντλείται στο μέτοχό της, αλλά ως πλήρωμα ζωής ξεχειλίζει και χαριτώνει τον κοινωνικό περίγυρό της.

Είναι όμως η παιδεία που περιγράψαμε παραπάνω αυτή ακριβώς, που προβάλλει και επιβάλλει σήμερα η Πολιτεία μας;

Ασφαλώς όχι. Αυτή φαίνεται να έχει υιοθετήσει μάλλον, αβασάνιστα και μηχανοκρατικά, την παγκοσμίως κυρίαρχη σχεδόν τεχνοκρατούμενη παιδεία.

Τι μπορεί να γίνει άραγε; Υπάρχουν σήμερα ρεαλιστικές ελπίδες για κάποια αλλαγή προσανατολισμού;

Έχουμε τη γνώμη ότι τα πράγματα είναι δύσκολα. Η τεχνοκρατούμενη παιδεία, με τη γενναία ευρωπαϊκή υποστήριξη, εμφανίζεται γιγάντια και θωρακισμένη με σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό. Είναι ένας σύγχρονος Γολιάθ. Εμείς όμως, ως ο περιούσιος λαός του Θεού, έχουμε ζωντανή στη μνήμη μας τη μορφή του μικρού, αλλά πιστού Δαβίδ. Αρκεί μόνο η «σφενδόνη» του Πνεύματος!

Τι εισηγούμαστε συγκεκριμένα για την αντιμετώπιση του προβλήματος:

Η θεραπεία της νοσούσας παιδείας μας και η λύση των επιμέρους προβλημάτων της θα πρέπει κατά τη γνώμη μας να αναζητηθούν όχι τόσο επί του θεωρητικού -φιλοσοφικού ή ηθικού- πεδίου, όσο επί του οντολογικού. Και τούτο, γιατί ο όποιος προσανατολισμός της σύνολης παιδείας, όταν στηρίζεται αποκλειστικώς επί θεωρητικού πεδίου, μπορεί να προσδιορίζει σε σημαντικό βαθμό το ποιόν της παρεχόμενης παιδείας, είναι όμως από μόνος του ο προσανατολισμός αυτός ανεπαρκής για την επιτυχία του επιδιωκόμενου σκοπού της. Μια σειρά και άλλων παραμέτρων επηρεάζει πολλές φορές προσδιοριστικά την επίτευξη του υψηλού στόχου της παιδείας. Ποιος μπορεί να αρνηθεί λ.χ. ότι την ποιότητα της παιδείας τροφοδοτούν αθόρυβα, ως αθέατα «νάματα», το γενικότερο πολιτισμικό κλίμα ως περιρρέουσα πνευματική ατμόσφαιρα, η κυρίαρχη φιλοσοφία της ζωής, το κοσμοείδωλο της εποχής, η δομή και συνοχή της οικογένειας και της ευρύτερης κοινωνίας, η πολιτικοοικονομική ζωή, αλλά και η παρουσία και μαρτυρία της Εκκλησίας;

Και για να επανέλθουμε. Τι εννοούμε συγκεκριμένα, όταν λέμε ότι η λύση πρέπει να αναζητηθεί κυρίως επί του οντολογικού πεδίου;

Εννοούμε ότι δεν πρέπει να αναμένουμε καμιά ουσιαστική αλλαγή, αν επιμείνουμε μονομερώς σε μια θεσμική κατοχύρωση του πνευματικού προσανατολισμού της παιδείας. Άλλωστε τον προσανατολισμό αυτόν τον είχαμε αιώνες και σήμερα σχεδόν τον χάσαμε. Έχομε τη γνώμη ότι παράλληλα με τον θεσμικό στόχο θα πρέπει να στραφούμε εν μετανοία και ταπεινώσει προς ημάς αυτούς. Το πρόβλημα μας αφορά και άμεσα και καίρια. Γονείς και δάσκαλοι, ως φορείς της αγωγής, μόνον όταν ζούμε την πνευματική ζωή, μπορούμε να διαβιβάσουμε στα παιδιά μας και στους μαθητές μας τον υπαρξιακώς βιούμενο πνευματικό προσανατολισμό. Και τούτο το κατορθώνουμε στο μέτρο και στο βαθμό της προσωπικής σχέσεως μας με αυτά, και όχι φυσικά μέσα από ένα στυφό, δυτικόφερτο ηθικοφιλοσοφικό στοχασμό.

Ίσως στο σημείο αυτό θα πρέπει να θυμηθούμε πολλά και από την πρωτοχριστιανική εποχή, γιατί η εποχή μας έχει πολλές αντιστοιχίες με την εποχή εκείνη, παρά τη σαφή εξωτερική διαφοροποίησή της. Η εποχή μας μπορεί να μην είναι εμφανώς ειδωλολατρική, είναι όμως βαθύτατα εκκοσμικευμένη και πολυπολιτισμική.

Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων θα μπορούσαν να γίνουν ασφαλές σημείο αναφοράς. Ελάχιστοι κατά τον αριθμό, δεν φοβήθηκαν ούτε την εχθρότητα ούτε τους πολυχρόνιους αρνητικούς θεσμούς της εποχής τους, αλλά προχώρησαν δυναμικά στη γόνιμη και δημιουργική σύνθεση της ευαγγελικής αλήθειας με την ελληνική εθνική παιδεία της εποχής τους. Χωρίς να απορρίψουν τη σύγχρονη παιδεία τους, την κένωσαν κυριολεκτικά από το εθνικό - ειδωλολατρικό περιεχόμενό της, το οποίο υποκατέστησαν με τη χριστιανική αλήθεια. Κράτησαν μόνο το πλαίσιο, το σχήμα, το ένδυμα. Το χριστιανικό περιεχόμενο πέρασε, γιατί ήταν ισχυρότερο, ήταν η αλήθεια και το φως, έναντι του ψεύδους και του σκότους των ειδώλων. Έτσι λ.χ. ο Μ. Βασίλειος από την ελληνική παιδεία επιλέγει σαν τη μέλισσα μόνον τα άνθη και αυτά συνιστά με την Πραγματεία του: Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων18. Αλλά και ο ιερός Χρυσόστομος αναφερόμενος στην παιδεία των πιστών της εποχής του κάνει λόγο για δομή και επιχρίσματα. Δομή και υποδομή θεωρεί τη χριστιανική παιδεία και αγωγή, ενώ ως επιχρίσματα και εξωραϊσμό συνιστά τη θύραθεν ανθρωπιστική παιδεία19.

Κατά συνέπεια, όπως κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες έτσι και σήμερα, η λύση του προβλήματος της παιδείας δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην εξουσία ούτε βέβαια στο πλήθος και στον αριθμό, αλλά στα αναγεννημένα και πνευματοφόρα πρόσωπα. Στην Εκκλησία άλλωστε γνωρίζουμε ότι η αλήθεια δεν είναι υπόθεση της πλειοψηφίας, αλλά ότι η αλήθεια είναι η ίδια πλειοψηφική. Και οι αριθμητικώς λίγοι είναι αρκετοί για το ζητούμενο. Το αίτημα όμως θα πρέπει απαραίτητα να αναζητείται πάντοτε και πρωτίστως σε οντολογικό και δευτερευόντως σε ηθικό επίπεδο. Πρώτα δηλαδή εμείς ως παιδαγωγοί θα πρέπει να υπερβούμε και βιωματικώς το φράγμα του θανάτου, της ολιγοπιστίας και της ιδιοτέλειας. Θα πρέπει να περιφρονήσουμε έλλογα και έμπρακτα τις προβαλλόμενες αξίες και υπεραξίες του κόσμου: Δηλαδή τα χρήματα, την ανθρώπινη δόξα, την εξουσία, την παρούσα ζωή. Ο Θεός που μας ζωοποιεί, μας σοφοποιεί και μας θεώνει, μπορεί πολύ περισσότερο από τους κόρακες να μας συντηρεί και να μας τρέφει. Η πεποίθηση αυτή ως προσωπικό ζωντανό βίωμα ανατρέπει σαν χάρτινο πύργο το τεράστιο οικοδόμημα της προβαλλόμενης σήμερα τεχνοκρατικής και βιοποριστικής παιδείας. Η παραπάνω όμως βίωση, για να γίνει σχετικά γρήγορα αποτελεσματική, θα πρέπει να περάσει πρωτίστως στα ίδια τα παιδιά μας και κατά το δυνατόν «εκ πρώτης ηλικίας».

Το όλο οικογενειακό πλαίσιο, που προσδιορίζεται αποφασιστικά από την πνευματικότητα των συζύγων, επιδρά ευεργετικά στην πνευματική ζωή των παιδιών. Αντίθετα, η αλλοτριωμένη και εκκοσμικευμένη ζωή των γονέων συσκοτίζει, «μπαζώνει» και αποπροσανατολίζει τα παιδιά, ενώ η εν Χριστώ στάση ζωής του ζεύγους γίνεται αυτονοήτως παράδειγμα γι' αυτά. Στα παιδιά μας δίνουμε ευθύς εξαρχής κυρίως το παράδειγμά μας, παρά τη διδασκαλία και τις συμβουλές μας. Η κενοδοξία λ.χ., η φιλοχρηματία, η φιλαρχία, η αγάπη για την παρούσα ζωή και ο φόβος του θανάτου μεταδίδονται στα παιδιά από τους γονείς μαζί με το καθημερινό φαγητό, ακόμη και όταν δεν γίνεται άμεσα λόγος για τα πράγματα αυτά. Όταν έχουμε τη συνείδηση ότι τα παιδιά μας ανήκουν κατεξοχήν στο Χριστό και ότι μας έχουν εκχωρηθεί απ' αυτόν για να τα αναθρέψουμε ως αθλητές του Χριστού και πολίτες της βασιλείας του, τότε πρακτικώς η ζωή μας παραμένει προσανατολισμένη πνευματικά. Αποτελεί άλλωστε ιδιαίτερη τιμή για μας να γινόμαστε, ως γονείς και παιδαγωγοί, συνεργοί στον εμπλουτισμό της βασιλείας του Θεού με νέους πολίτες. Τούτο δεν αποτελεί πνευματική πολυτέλεια, αλλά πρώτιστο χρέος με σωτηριολογικές μάλιστα συνέπειες για μας τους ίδιους, αφού κατά τον Ιερό Χρυσόστομο «πάντων επέκεινα των αμαρτημάτων η περί τους παίδας ολιγωρία»20. Με άλλα λόγια, η αδιαφορία για την πνευματική συγκρότηση και τροφοδοσία των παιδιών μας ισοδυναμεί με την απώλεια της σωτηρίας μας, ανεξάρτητα από την όποια κατά τα άλλα αρετή μας.

Όταν όμως υπάρχει η παραπάνω εκκλησιαστική στάση ζωής, ακολουθεί αυτονοήτως η δημιουργική πρόσληψη του πολιτισμού της εποχής μας. Δεν φοβόμαστε τον πολιτισμό, όταν γευόμαστε την όντως αθάνατη ζωή του Χριστού. Στην Εκκλησία γνωρίζουμε ότι όλα μπορούν να προσλαμβάνονται και να νοηματοδοτούνται πνευματικά, εκτός από την αμαρτία. Έτσι όλα μπορούν να τίθενται ευχαριστιακά στην υπηρεσία του θεού και στη διακονία του ανθρώπου. Η Εκκλησία μας έχει ως κεντρικό δόγμα και «μέγα της ευσεβείας μυστήριον» την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, την πρόσληψη δηλαδή της ανθρώπινης φύσεως, χωρίς αμαρτία, και την χαρισματική θέωση του ανθρώπου. Στην προκειμένη περίπτωση η τεχνολογία μπορεί να προσλαμβάνεται από τον πιστό, όχι όμως και η τεχνοκρατία, η οποία αποτελεί το «ιό». Την εκτροπή και την «αμαρτία» της τεχνολογίας, ως αλλοτριωτικής εξουσίας πάνω στον άνθρωπο. Γι΄ αυτό άλλωστε και δεν φοβόμαστε μήπως δούμε σύντομα τους μαθητές να πηγαίνουν στο σχολείο με φορητούς υπολογιστές, που θα υποκαταστήσουν τη σχολική τσάντα. Ο προβληματισμός μας εστιάζεται κυρίως στον στόχο και τον προσανατολισμό της ραγδαίως αναπτυσσόμενης αυτής τεχνολογίας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκ παραδόσεως δεν αντιτίθεται στην καλλιέργεια των επιστημών και των τεχνών ούτε στον άυλο χαρακτήρα της περιουσίας. Απλώς δεν ευνοεί τη μονομερή και αυτόνομη ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσεως. Και τούτο, επειδή γνωρίζει εμπειρικώς ότι «του Θεού μη ενεργούντος εν ημίν, αμαρτία παν το παρ' ημών γινόμενον», όπως σημειώνει ο ησυχαστής άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς21. Μόνον όταν η επιστημονική ή οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα ενισχύεται και εμπλουτίζεται με τη χάρη του Θεού, μπορεί να οδηγεί απλανώς στην καταξίωση και στην ουσιαστική αναβάθμιση του ανθρώπινου προσώπου.

Έτσι είναι ευνόητο ότι όλα τα γνωστικά αντικείμενα της παιδείας, ως επιστημονικές προσεγγίσεις κάποιου επιμέρους επιστητού, έχουν αναμφίβολα τη νόμιμη θέση τους στην εγκύκλια παιδεία. Ο δάσκαλος όμως οφείλει να γνωρίζει τους αληθείς λόγους των όντων, για να μπορεί να σχετικοποιεί την όποια αυτονομημένη νοηματοδότησή τους. Ο χριστιανός δάσκαλος όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων γνωρίζει ότι χωρίς την αναφορά των όντων στο Θεό Λόγο τα όντα αυτονομούνται, χάνουν την ενότητα και το έλλογο νόημά τους, με συνέπεια την παράχρησή τους από τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει πράγμα στο υλικό και νοητό επιστητό, που να μην έχει το λόγο του και να είναι παράλογο. «Τι γαρ εστιν», ρωτά ο της θεολογίας επώνυμος Γρηγόριος, «ο μη Λόγω συνέστηκε;»22.

Οι λόγοι των όντων μόνο μέσα στο φως της αποκαλύψεως του Θεού προσεγγίζονται σωστά με τον ανθρώπινο λόγο, και τούτον όχι αυτονομημένο. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι μέσα στα πλαίσια της χαρισματικής εμπειρίας της Εκκλησίας οι λόγοι των όντων όχι μόνον νοούνται, αλλά και θεώνται με το οπτικό της ψυχής. Θα ήταν ενδιαφέρον να αναφέρω εδώ την χαρισματική εμπειρία ενός αγιορείτη ασκητή, του π. Εφραίμ Κατουνακιώτη. Του είχα θέσει το ερώτημα: Τι σημαίνει πρακτικώς το χωρίο του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ότι «ο Θεός οράται αοράτως και νοείται απερινοήτως»23; Τότε μου εξήγησε, πως ο Θεός φανερώνεται μέσα από τις λειτουργικές θεοφάνειες των μυστηρίων της Εκκλησίας. Ο ίδιος έβλεπε ανελλιπώς σε κάθε θεία Λειτουργία να κατέρχεται αισθητώς το Άγιο Πνεύμα κατά την ευχαριστιακή επίκληση και να μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο σε σώμα και αίμα Χριστού. Μου εξήγησε ακόμη, ότι εκτός από την άλογη και την ανόργανη ακόμη ύλη έβλεπε, αμυδρώς όπως μου έλεγε λόγω της ατελείας του, τα άλογα όντα να αναφέρονται στο Θεό και να τον διδάξουν, ενώ η κτίση έβλεπε να συνέχεται από την ουσιοποιό ενέργεια του θεού. Ακόμη μου έλεγε πως ο ίδιος γνωρίζει άλλους, που βλέπουν πολύ καθαρότητα αυτήν την πραγματικότητα. Τότε σαφώς κατάλαβα πως, όταν ο Προφητάναξ Δαβίδ έλεγε ότι «οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα»24, δεν φιλολογούσε κάνοντας σχήματα λόγου, αλλά θεολογούσε εκφράζοντας τη ζώσα αγιοπνευματική εμπειρία του.

Στα πλαίσια της Εκκλησίας άλλοι βλέπουν καθαρά την ποικιλία των ακτίστων ενεργειών του Θεού στην κτίση και την ιστορία, όπως είναι λ.χ. η ουσιοποιός, η ζωοποιός, η σοφοποιός και η θεοποιός ενέργεια. Άλλοι ανάγονται νοητικώς στους λόγους των όντων με τον κεκαθαρμένο από τη χάρη του Θεού νου τους. Όλοι μας όμως γνωρίζουμε την αποκαλυφθείσα και βιβλικώς εκφρασθείσα αλήθεια, ότι όλα τα όντα από τον Θεό Λόγο και για τον Θεό Λόγο έγιναν, «τα πάντα δι' αυτού και εις αυτόν έκτισται»25. Γι' αυτό και σ' αυτόν έχουν τον τόπο και τον λόγο - σκοπό της υπάρξεώς τους.

Απομένει κατά συνέπεια στους εκπαιδευτικούς το υψηλό και υπεύθυνο έργο να ερμηνεύσουν χριστολογικά τον κόσμο μέσα από το επιμέρους επιστητό που διδάσκουν, να εντάξουν λειτουργικά το επιμέρους στο καθόλου επιστητό, και να λειτουργήσουν ενωτικά στη ζεύξη του ανθρώπινου λόγου με το Θεό Λόγο δια μέσου των λόγων των όντων26. Άλλωστε ο ίδιος ο άνθρωπος έχει την οντολογική του αρχή και το τέλος - σκοπό του δια του κατ' εικόνα στο πρωτότυπό του, στην εικόνα του Θεού Πατέρα, τον Θεό Λόγο.

Μια τέτοια ορθόδοξη θεώρηση είναι προφανές ότι δεν αφήνει χώρο για αντίθεση ανάμεσα στην πίστη και την αληθινή επιστημονική γνώση. Η αντίθεση αυτή θεωρητικώς και πρακτικώς είναι άγνωστη θεσμικά στην Ορθόδοξη Ανατολή. Η ορθόδοξη θεολογία δεν βλέπει τον Θεό και τον κόσμο αντιθετικά, αλλά ενωτικά. Κτιστό και άκτιστο ενοποιούνται με τις άκτιστες θείες ενέργειες και στην ενοποίηση αυτή βρίσκεται το αληθινό νόημα του κόσμου των όντων και της ζωής. Έτσι στα πλαίσια της Εκκλησίας τα πράγματα καθεαυτά, αλλά και οι γνώσεις γι' αυτά, τίθενται ευχαρίστως και ευχαριστιακά στην υπηρεσία του ανθρώπου και δεν λειτουργούν στην κατεύθυνση της αυτοβεβαιώσεως του εγώ και της κυριαρχίας πάνω στους άλλους.

Όταν όμως δεν βιώνεται η παραπάνω ορθόδοξη θεώρηση, τότε η γνώση που παρέχει η παιδεία γίνεται αγχώδης ή το λιγότερο άξια αδιαφορίας των νέων μας, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Και τούτο, γιατί η σύγχρονη παιδεία δεν δίνει και δεν μπορεί να δώσει το νόημα που έχει ο κόσμος και η ζωή, επειδή αυτή αφήρεσε ή, το λιγότερο, επειδή λησμόνησε το αξονικό κέντρο του κόσμου και το σκοπό της υπάρξεώς του, που είναι ο θεός Λόγος. Είναι φανερό πλέον σε όλους, ότι τα προβαλλόμενα ως ιδεώδη της παιδείας ή δεν πείθουν ή ελάχιστα επηρεάζουν, επειδή έχουν αποδειχθεί ουκ ολίγον αναξιόπιστοι πολλοί από τους κατά καιρούς εκφραστές τους.

Ως αντίρροπο στο σύγχρονο τεχνοκρατούμενο πρότυπο της παιδείας μπορεί να σταθεί πρακτικώς και ρεαλιστικώς ο πνευματοκίνητος γονέας και εκπαιδευτικός. Τα παιδιά μας θα μπορούν να προσανατολίζονται πνευματικώς στην καθημερινή τους πράξη στο μέτρο που θα βλέπουν τη δική μας στάση ζωής, η οποία θα προκύπτει από τη θεμελιακή ανταπόκρισή μας στο θέλημα του Θεού. Ειδικότερα, τα παιδιά μας θα πεισθούν από μας για τον προσωπικό πνευματικό προσανατολισμό τους:

- Όταν βλέπουν ότι εμείς προσβλέπουμε στο θεό με απόλυτη πίστη, ότι αυτόν μόνον αγαπούμε και αυτόν μόνο σκεπτόμαστε. (Τότε άλλωστε βλέπουν ότι ο Θεός αναλαμβάνει και εμάς και τις υποθέσεις μας εξολοκλήρου).
- Όταν βλέπουν ότι η σχέση μας με τους ανθρώπους και με τα πράγματα αυτού του κόσμου έχουν νόημα για μας, μόνον όταν υπηρετούν την παραπάνω στάση ζωής μας.
- Όταν βλέπουν ότι η πλήρης ασφάλισή μας είναι μόνο στον Θεό.
- Όταν βλέπουν ότι ενεργούμε μόνο το καλό και αδιαφορούμε για τη στάση των άλλων απέναντί μας.
- Όταν βλέπουν ότι δεν επιδιώκουμε να πηγαίνουν τα πράγματα, όπως θέλουμε.
- Όταν βλέπουν ότι αγαπούμε με αδιάκριτη αγάπη (όχι τον καλό πολύ και τον κακό λίγο.).

Αλλά και η ενδεχόμενη αδιαφορία και αντίδραση των παιδιών δεν θα πρέπει να μας αποθαρρύνουν από το χρέος μας προς αυτά. Όταν επιμένουμε αγαπητικά και παράλληλα προσευχόμαστε ταπεινά να μη γίνουμε εμπόδιο στο έργο του Θεού, όταν ζητούμε από τον Θεό να μας φωτίζει τι να λέμε σ' αυτά. Όταν τον παρακαλούμε να ανοίξει τους «δέκτες» τους και να συντονίσει τη συχνότητά μας, τότε νομίζω ότι παρέχουμε πρακτικώς στα χέρια του Χριστού «το κατσαβίδι», όπως έλεγε και ο μακαριστός π. Παΐσιος ο Αγιορείτης. Άλλωστε και η προσωπική πείρα μας βεβαιώνει πως, όταν συμβαίνει να απογοητευτούμε κιόλας από τις όποιες δυνατότητές μας να επηρεάσουμε θετικά τους άλλους, τότε μας δίνεται η θεία βοήθεια πολύ περισσότερο απ' ό,τι μπορούμε να φανταστούμε. Και τούτο, γιατί η απογοήτευση από τον εαυτό μας προκαλεί την κένωση της αυτοπεποιθήσεώς μας και ως έμπρακτη ταπείνωση αποτελεί την καλύτερη προϋπόθεση για να φανερωθεί η δύναμη του Θεού στο έργο μας. Τότε ακόμα και θεοφάνεια γίνεται.

Από την κατατεθειμένη πατερική εμπειρία είναι γνωστό ότι η ταπείνωση ελκύει τη χάρη του Θεού, ενώ η προσευχή τη διαβιβάζει και στις ψυχές των ακροατών μας και τις μεταβάλλει. Ο δικός μας λόγος είναι λόγος κτιστός. Μόνον η χάρη του Θεού ως άκτιστη ενέργειά του «καθάπτεται της ψυχής», μεταβάλλει οντολογικώς τον άνθρωπο και τον ενισχύει στη νέα πορεία του. «Επειδή τα παρά των ανθρώπων λεγόμενα, ως παρά ομοδούλων, ουχ ικανά καθάψασθαι ψυχής», παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, «αναγκαίον και τω Κυρίω παραδιδόναι»27, «τούτο γαρ αρίστου διδασκάλου, και τη συμβολή διορθούν τον ακροατήν και ταις ευχαίς νευρούν»28. Γι' αυτό στην προσευχή καταφεύγουμε συνεχώς, όταν ο γενικότερος προσανατολισμός μας είναι πνευματικός.

Όταν ο πνευματικός αυτός προσανατολισμός υιοθετηθεί ευρύτερα από γονείς και εκπαιδευτικούς, μπορεί εύκολα και φυσικά να υιοθετηθεί και από την Πολιτεία ως απαίτηση της λαϊκής θέλησης. Αυτά βέβαια τα λέμε με την κοσμική λογική του ψυχικού ανθρώπου. Αν θέλαμε να μιλήσουμε με τη θεολογική γλώσσα του πνευματικού ανθρώπου, θα είχαμε άλλη διατύπωση: Ο λόγος του Θεού είναι αδιάψευστος. Πέρα από τα χάλια και την ανεπάρκειά μας, όταν συμβαίνει να τηρούμε το θέλημα του Χριστού, όχι μόνο εισακούονται τα αιτήματά μας αλλά γινόμαστε δέκτες δωρεών που ξεπερνούν και την πιο ευφάνταστη σύλληψη, αφού ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός έρχεται και φανερώνεται αρρήτως μέσα μας «εν ακτίστω φωτί». Άλλωστε και η ιστορία του παλαιού Ισραήλ είναι πολύ εύγλωττη. Το ζητούμενο είναι η τήρηση του θελήματος του θεού από το λαό του θεού, που είμαστε όλοι οι βαπτισμένοι.

Όταν υπάρχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις θα συνειδητοποιήσουμε εύκολα το αδιέξοδο της τεχνοκρατούμενης παιδείας, αλλά και την έλλειψη αναφοράς αυτής της παιδείας στην αυτοσυνειδησία του ορθόδοξου λαού μας. Θα συνειδητοποιήσουμε ακόμη ότι η ιστορία και ο πολιτισμός μας εδώ και 2000 χρόνια δεν έχει ως κέντρο και κριτήριο των πάντων τον αυτονομημένο άνθρωπο, αλλά τον Θεάνθρωπο με το θεανθρώπινο σώμα Του, την Εκκλησία. Άλλωστε οι ζωντανοί εκφραστές αυτού του σώματος, οι θεούμενοι πιστοί, δημιούργησαν και δημιουργούν ανυπέρβλητο πολιτισμό, εμπλουτισμένο με τη χάρη και την κοινωνία του ακτίστου. Οι χαριτόβρυτες εικόνες, η αρχιτεκτονική, η μουσική, τα γραπτά κείμενα ως μνημεία του πολιτισμού, αλλά και ο ζωντανός και διαχρονικός πολιτισμός της ψυχής, όπως φανερώνεται από τους ζώντες αγίους, αποτελούν μερικές μόνον εκφάνσεις της παραπάνω αλήθειας. Σήμερα, την εποχή της υψηλής τεχνολογίας της πληροφορικής, την αυθεντικότερη πληροφορία για τη ζωή του κόσμου και την προσωπική μας ζωή την παίρνουμε από τους ζώντες χαρισματικούς φορείς. Αυτοί είναι πολύ πιο ενημερωμένοι από τον τύπο, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τα τελειότερα ιατρικά μηχανήματα, την ισχυρότερη μνήμη, έχουν την μεγαλύτερη εμβέλεια, είναι παγκοσμίου λήψεως και κινούνται με άνεση σε παρελθόν και μέλλον, επειδή ζουν τον λειτουργικό χρόνο της Εκκλησίας, που έχει τη διάσταση και την προοπτική της αιωνιότητας.

Η ελληνορθόδοξη αγωγή με τον πνευματικό προσανατολισμό της, αν δεν είναι τελείως εξοβελισμένη από την παιδεία μας, είναι μετέωρη. Γι' αυτό και προκύπτουν επιτακτικά τα ερωτήματα: Θα αδιαφορήσουμε για την παράδοση τόσων αιώνων χριστιανικής μαρτυρίας και πολιτισμού στην παιδεία; Θα ανεχθούμε την αλλοτρίωση της ελληνορθοδόξου συνειδήσεως της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού εν ονόματι της θρυλούμενης παγκοσμιοποιήσεως και ομογενοποιήσεως των πάντων; Νομίζω, πως όχι. Χρειαζόμαστε όμως πνευματική αφύπνιση, εγρήγορση, κυρίως όμως πνεύμα μετανοίας, προσευχής και ομολογίας.

1. Ιω. 14,6.
2. Για ένα παράδειγμα χριστιανικής αρετής βλ. στο χωρίο ΜΟ. 11,29: «Μάθετε απ' εμού, ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών». Η μάθηση των αρετών του Χριστού είναι υπόθεση μέθεξης της ζωής του κατά την πατερική παράδοση. Έτσι κατανοείται και η πνευματική ανάπαυση, που ακολουθεί την τήρηση των εντολών του Χριστού.
3. Βλ. σχετικώς, PG 47, 357.
4. Παροιμ. 3,12.
5. PG 55, 689.
6. ό.π.
7. PG 56, 12.
8. PG 49, 681.
9. Εβρ. 12,7.
10. PG 63, 204.
11. Εβρ. 12, 10.
12. PG 63, 205.
13. PG 62, 527.
14. PG 63, 205.
15. Βλ. Περί τελειότητος PG 46, 280 D.
16. Περί Αγίου Πνεύματος 18, 45, PG 32, 149C.
17. Βλ. Κολ. 3, 5.
18. PG 31, 564-589.
19. Βλ. PG 47, 368.
20. PG 47, 357.
21. PG 151, 416D-417A.
22. Βλ. Θεολογικός Δ', PG 36, 129Α.
23. PG 151, 1229 Β.
24. Ψαλ. 18,1.
25. Κολ. 1,16.
26. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει πρόταση-πρόκληση προς τους χριστιανούς επιστήμονες συναδέλφους όλων των ειδικοτήτων.
27. PG 62, 88.
28. PG 55, 387 



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.4 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης