"Ανάμνησις" της Ευχαριστίας: Επανάληψη αναίμακτη

Στυλιανός Γ. Παπαδόπουλος (†)
Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Συζητήθηκε πολὺ καὶ συχνὰ συζητεῖται ἀκόμα ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου «ἀνάμνησις», ποὺ κατὰ τὴν σύσταση-ἵδρυση τοῦ μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας χρησιμοποίησε ὁ Κύριος καὶ ποὺ τὴν διέσωσαν πρῶτος ὁ Παῦλος (A΄ Κορ.11,24-25) καὶ μετὰ ὁ Λουκᾶς (22,19): «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Μὲ ὅσα στὶς προηγούμενες παραγράφους ἐπισημάνθηκαν, ἔγινε, φρονοῦμε, σαφὲς ὅτι ἡ Εὐχαριστία, τὴν ὁποία ὁΠαῦλος καὶ οἱ Εὐαγγελιστὲς παραδίδουν ὡς πράξη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ρεαλιστικὴ καὶ ταυτόσημη πρὸς ἐκείνη ποὺ τέλεσε στὸ Μυστικὸ δεῖπνο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Ἄρα, τὸ «ἀνάμνησις» δὲν σημαίνει ἐδῶ ἁπλὴ μνήμη, ἐνθύμηση καὶ ὑπόμνηση, γιὰ νὰ θυμᾶσθε. Ἔχει ἄλλο λόγο:

Διὰ τῆς Εὐχαριστίας ὁ Κύριος θὰ εἶναι μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς πιστοὺς γενικὰ «πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,30). Ὄχι ἁπλὰ ὡς Θεός, ποὺ ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι πανταχοῦ παρών, ἀλλὰ καὶ ὡς Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος. Δηλαδή, μολονότι ἀναλήφθηκε, θὰ εἶναι παρὼν μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση του, τὴν ὁποία ἁγίασε καὶ θέωσε, καθόσον τὴν ἕνωσε στὸν ἑαυτό του μὲ τὴν θεία του φύση. Ὅταν ὁ Κύριος μιλοῦσε καὶ τελοῦσε τὴν Εὐχαριστία, οἱ Ἀπόστολοι ἔβλεπαν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν κατανοούσανε πολὺ γενικὰ ὡς Μεσσία καὶ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 16,16). Καὶ ὅταν τοὺς ἔλεγε «τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα» ἔβλεπαν μόνο «ἄρτον», ὅπως ἔβλεπαν στὸ «ποτήριον» τῆς Εὐχαριστίας μόνο κρασί, ποὺ ὅμως ὁ Κύριος τὰ συνέδεε ρεαλιστικὰ μὲ τὴν θυσία του, τὸν σταυρικὸ θάνατο, ποὺ θὰ συνέβαινε τὴν ἑπόμενη ἡμέρα. Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἔχουν ἀργότερα ἀμφιβολίες γιὰ τὸν ρεαλισμὸ τῆς Εὐχαριστίας, τοὺς εἶπε ἀκόμα ὅτι «τοῦτο τὸ ποτήριον» εἶναι ἡ «καινὴ διαθήκη», ποὺ σφραγίζεται μὲ τὸ γιὰ χάρη σας χυνόμενο αἷμα μου («ἐν τῷ αἵματί μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον»: Λουκ. 22,20). Τὸ ἴδιο Μυστήριο «παρέδωσε» ὁ Κύριος καὶ στὸνΠαῦλο: τὸ «ποτήριον», μολονότι τὸ εἴχανε ἀρχικὰ γεμίσει κοινὸ κρασί, ἀποτελοῦσε μετὰ τὴν εὐλογία χάριν τῶν πιστῶν, «καινὴν διαθήκην», σφραγισμένη μὲ τὸ αἷμα του («ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι»: A΄ Κορ. 11,25). Μετὰ πρόσθεσε ὁ Κύριος τὴν πολυσήμαντη φράση: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν».

Στὴν Ἐκκλησία, ἤδη ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, τελεῖται τὸ ἴδιο μυστήριο (ἀνάμνηση) τῆς Εὐχαριστίας ὡς θυσία, ἐπίσης μὲ ἄρτο καὶ οἶνο, ἀλλὰ τώρα καλεῖται τὸ ἅγιο Πνεῦμα νὰ πραγματώσει τὸ Μυστήριο, ὥστε νὰ γίνουν ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ («…κατάπεμψον [= Κύριε] τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα τοῦτα, καὶ ποίησον τὸν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου, τὸ δὲ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου, μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίῳ»: βλ. Λειτουργία Χρυσοστόμου). Ὅ,τι δηλαδὴ ἔκανε ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς στὸν Μυστικὸ δεῖπνο, κάνει τώρα τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ἐπίσης ὡς Θεός, ποὺ ὅμως καλεῖται στὸ ἔργο τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ Μυστηρίου ἀπὸ τὸν ἱερέα. Ὅσο ρεαλιστικὸ ἤτανε τὸ Μυστήριο τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, τόσο ἀκριβῶς ρεαλιστικὸ εἶναι καὶ ὅταν πραγματώνεται ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Θεὸς (ὁ Υἱός) τὸ πραγματοποίησε ἅπαξ, Θεὸς (τὸ Πνεῦμα) τὸ πραγματοποιεῖ στὴν Ἐκκλησία συνεχῶς, ὥστε νὰ μεταδίδεται ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου.

Ὁ Κύριος, φυσικὰ καὶ οἱ Μαθητές, γνωρίζανε τὴν πρακτικὴ τῶν ἐτήσιων θυσιῶν στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ποὺ τελοῦσε ὁ Ἀρχιερέας στὸν Ναό· θυσιῶν, φυσικά, ζώων. Τώρα ὁ Χριστὸς τοὺς παρέδωσε τὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας μὲ τὴν θυσία τοῦ ἑαυτοῦ του, κάτι ποὺ θὰ κατανοούσανε μόνο ἀργότερα, μὲ τὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὄφειλαν, βέβαια, νὰ τηρήσουνε τὴν ἐντολή του, νὰ τελοῦν καὶ αὐτοὶ τὸ Μυστήριο («τοῦτο ποιεῖτε»), ἀφοῦ ἐπρόκειτο, κυριολεκτικά, γιὰ τὴν Διαθήκη του. Ἀλλὰ πῶς θὰ τελοῦσαν ἄπειρες φορὲς τὸ Μυστήριο τῆς θυσίας του μὲ τὴ σάρκα καὶ τὸ αἷμα του; Ἡ θυσία ὅμως οὕτως ἢ ἄλλως ἔπρεπε νὰ τελεῖται, ἀφοῦ εἶχε σκοπὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων (Ματθ. 26,28) καὶ μάλιστα τὸ νὰ ζήσουνε οἱ ἄνθρωποι τὴν αἰώνια ζωή, τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Ἰωάν. 6,54-55). Ἡ ἐπανάληψη τῆς θυσίας ἦταν ἀδύνατη, ἀφοῦ ὁ Κύριος θὰ εἶχε ἀναληφθεῖ καὶ οἱ θυσίες τῶν ζώων δὲν εἶχαν καμία σχέση μὲ τὴν καινὴ διαθήκη του, δηλαδὴ μὲ τὴν σωτήρια θυσία τοῦ ἑαυτοῦ του.

Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς πρόλαβε ὁ Κύριος καὶ τοὺς ἐξήγησε ὅτι στὸ ἑξῆς θὰ τελοῦνε τὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας «εἰς ἀνάμνησίν» του, θὰ τελοῦνε τὴν μία, τὴν ἐφάπαξ γενομένη, τὴν ἴδια θυσία, αὐτὴ ἀκριβῶς ποὺ πραγματοποίησε ἐνώπιόν τους. Δὲν θὰ εἶναι θυσία μὲ αἵματα καὶ θάνατο σταυρικό. Θὰ ἐπαναλαμβάνεται μὲ τὶς εὐχὲς («εὐχαριστία»:A΄Κορ. 14,16) ἀναίμακτα, ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε τὴν ὥρα ἐκείνη.

Στὴν πρὸς Ἑβραίους τονίζεται ἰδιαίτερα ἡ διαφορὰ τῆς μιᾶς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔγινε ἐφάπαξ μὲ τὸ δικό του αἷμα καὶ ἰσχύει γιὰ πάντα, ἀπὸ τὶς θυσίες τῆς ΠΔ, ὅπου ὁ ἀρχιερέας τελεῖ θυσία κάθε χρόνο κάποιου ζώου (9,24-26· 10,12-14,19-20). Μὲ τὴν ἀναίμακτη πλέον θυσία τοῦ Χριστοῦ, συνεχίζεται ἡ ὑπεσχημένη παρουσία του στὸν κόσμο καὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ διὰ πίστεως μετέχουνε ἄξια στὸ Μυστήριο τῆς θυσίας αὐτῆς, προγεύονται τὴν αἰώνια βασιλεία, τὴν ὁποία ὁλοκληρωμένα θ’ ἀπολαύσουν μετὰ τὴν δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόηση τῆς φράσεως «εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν», ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, τονίζοντας τὴν πραγματικὴ μετοχὴ («κοινωνία») στὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα του, φέρει ὡς παράδειγμα τὶς θυσίες τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὅπου αὐτοὶ μετέχουν, τρώγουν, γίνονται «κοινωνοί», τῶν θυσιασθέντων ζώων (A΄ Κορ. 10,18). Ὅπως στὶς θυσίες ζώων οἱ ἄνθρωποι μετέχουν ρεαλιστικά-πραγματικὰ στὰ θυσιασθέντα, ἔτσι καὶ στὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας οἱ πιστοὶ μετέχουν τοῦ θυσιαζομένου Χριστοῦ, κοινωνοῦν τὴν ἁγιασμένη καὶ θεωμένη ἀνθρώπινη φύση του, ἀλλὰ ὅπως τὴν πραγμάτωσε-τέλεσε ἐνώπιόν τους ὁ Κύριος στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο.

Ἄλλωστε, δὲν εἶναι τυχαία ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἀνάμνησις», διότι αὐτὴ συνδεόταν στοὺς κλασικοὺς Ἕλληνες μὲ τὶς πραγματικὲς θυσίες καὶ τὴν μετοχὴ σ’ αὐτὲς (βλ. Λυσία, Λόγος 2, 39: 194,22). Καὶ στὸν Πλάτωνα ἐπίσης (Φαίδων 72ε) ἡ ἀνάμνησις εἶναι στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἡ πραγματικὴ (ἔστω μικρή) μετοχὴ καὶ ἀπήχηση (ἀπείκαση) τοῦ τέλειου κόσμου τῶν ἰδεῶν.

Μὲ τὴν φράση «εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» ἀποφεύγεται ὁ αὐτονόητος σκανδαλισμὸς τῶν πιστῶν, ὅτι κάθε φορὰ ἐπαναλαμβάνεται φυσιοκρατικὰ αἱματηρὴ θυσία.

Ἐπίσης γίνεται σαφὴς ἡ διάκριση τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἡ ὁποία σφραγίσθηκε μὲ τὴν ἅπαξ γενομένη θυσία τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπου ὁ Ἀρχιερέας ὄφειλε κάθε χρόνο νὰ τελεῖ νέα πάντοτε θυσία ζώων.

Απόσπασμα από το βιβλίο:
«Ο ΠΑΥΛΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ: ΤΙ ΤΟΥ ΑΠΕΚΑΛΥΨΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ» των εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Print-icon 

Login-iconLogin