Μέρος θ'


Η ημιτελής προσευχή 

Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος σύντο­μα θα άλλαζε γνώμη σχετικά με τον μακάριο. Μέχρι τώρα είχε αμφιβολίες για την αγιότητα της ζωής και το προορατικό χάρισμα που απέδι­δαν στον Θεόφιλο, αλλά τα μάτια του θα άνοιγαν σύντομα. 

Όπως είναι γνωστό, ο κανόνας προ­σευχής του Μητροπολίτη Φιλαρέτου ήταν εξαιρετικά μεγάλης διαρκείας και έπαιρνε έξι έως επτά ώρες για να ολοκληρωθή. 

Σε προσωπικές συζητήσεις που είχε με τους γέροντες της Λαύρας, είχε πη: «Δεν καταλαβαίνω πώς οι ηλικιωμένοι άνθρωποι γενικά και ειδικώτερα οι μο­ναχοί, μπορούν να ζουν, αν δεν έχουν αποκτήσει επαρκή εμπειρική γνώσι της προσευχής και του τρόπου να προσεύχε­σαι, θα πρέπη να είναι εξαιρετικά δύ­σκολο και μοναχικό γι' αυτούς. Γι' αυτό τον λόγο, πόσο είναι απαραίτητο για τον κάθε άνθρωπο που δεν σκοπεύει να περάση τη γεροντική του ηλικία μέσα στην ανία να συνηθίση να προσεύχεται από τη μικρή ηλικία». 

Και αυτός ο ίδιος ήταν ο πρώτος που έθετε τη συμβουλή του αυτή σε αυστηρή εφαρμογή.
Συνέβη κάποτε να είναι απαραίτητη επειγόντως η παρουσία του Μητροπολί­τη στο Κιτάγιεφ. Κουρασμένος εξ αιτίας ωρισμένων σοβαρών θεμάτων την προη­γούμενη νύχτα, ξύπνησε το πρωί μισή ώρα αργότερα από το συνηθισμένο και άρχισε βιαστικά τα πρωινά του καθήκο­ντα, έτσι που να μην αργήση στη συνάντησι που είχε στο Κιτάγιεφ. Ενώ διά­βαζε τον πρωινό του κανόνα, ο συγκελλιώτης του ιερομόναχος Ναζάριος ήλθε στο παρεκκλήσι, και ανέφερε ότι η άμαξα ήταν ήδη έτοιμη και περίμενε στην πόρ­τα για να τον πάρη για το ταξίδι. Ο Μητροπολίτης δεν μπορούσε να καθυστερήση την αναχώρησί του και έτσι δεν είχε χρόνο να συμπληρώση τις προσευχές του. Ζήτησε το ράσο του και ανεχώρησε αμέ­σως. Σε μισή ώρα η άμαξα μπήκε στα δά­ση του Κιτάγιεφ και ο Μητροπολίτης Φιλάρετος χαμήλωσε το τζάμι της άμα­ξας αναπνέοντας το υπέροχο άρωμα του φρέσκου πρωινού αέρα. Ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε σ' ένα μεγάλο δέντρο που βρισκόταν παραπέρα. Στην κορυφή του καθόταν ο Θεόφιλος διαβάζοντας ειρηνικά ένα προσευχητάριο. 

«Τι κάνης εκεί πέρα», φώναξε απορη­μένος ο Μητροπολίτης. 

«Τελειώνω τον κανόνα μου», απάντη­σε σιγά ο Θεόφιλος από ψηλά. 

«Τι; Τι είπες; Μίλα πιο δυνατά! Δεν μπορώ να σ’ ακούσω!». 

«Είπα, τελειώνω το διάβασμα του κα­νόνα μου!» απάντησε ο μακάριος με όλη τη δύναμι της φωνής του. «Δεν είχα χρό­νο στη μονή. Το ταξίδι με εμπόδισε, άλλα μπορώ τουλάχιστον να τελειώσω στη διαδρομή!». 

«Ναι, ναι. Μιλάς για μένα» μάντεψε ο Μητροπολίτης. «Λοιπόν, σ' ευχαριστώ, κατεργάρη, που συμβούλεψες ένα γέρο άνθρωπο σαν κι εμένα. Κατέβα αμέσως κάτω. Θα τελειώσω το διάβασμα εγώ ο ίδιος». 

 

Το προορατικό χάρισμα του στάρετς 

Μετά από αυτό το συμβάν ο Μητρο­πολίτης έδειξε περισσότερο ενδιαφέρον για τον στάρετς και άρχισε να τον παρατηρή προσεκτικά. Αποφάσισε να επισκεφθή τον στάρετς στο κελλί του με σκοπό να βγάλη ένα τελικό συμπέρασμα για τις άδικες κατηγορίες που υπήρχαν εις βάρος του. Ο Μητροπολίτης ξεκι­νούσε πολλές φορές για το κελλί του Θεο­φίλου αλλά κάθε φορά ο Θεόφιλος προσ­παθούσε να αποτρέψη τον Μητροπολί­τη από την απλή περιέργεια. Μια φορά ο στάρετς έφτασε στο σημείο να καλύψη την πόρτα του κελλιού του απέξω με χαμόκλαδα και πηλό έτσι ώστε ο Μητρο­πολίτης να αναγκαστή να γυρίση πίσω. 

Τελικά ο Μητροπολίτης με τη συνο­δεία του συγκελλιώτη του κατάφερε να φθάση και να βρη τον Θεόφιλο στο κελ­λί του. Ο μακάριος δέχθηκε τον υψηλό επισκέπτη πολύ εγκάρδια βάζοντάς τον να καθίση στο μικρό πάγκο, ενώ αυτός πήγε να ετοιμάση το σαμοβάρι. Όταν το νερό άρχισε να βράζη μετέφερε το σα­μοβάρι στη μέση του κελλιού, το έβαλε στο πάτωμα και τοποθέτησε μια πήλινη γαβάθα κάτω από τη βρυσούλα του. Με­τά πήρε την ράβδο του αρχιερέως και την κοίταξε προσεκτικά απ’ όλες τις μεριές. 

«Και πόσο αξίζει αυτό το μπαστού­νι;» ρώτησε ο μακάριος κοιτάζοντας τον Μητροπολίτη. 

«Τίποτε», απάντησε ο Μητροπολίτης. 

«Όχι», είπε ο στάρετς. «Αξίζει του­λάχιστον εικοσιπέντε ρούβλια». 

Και με αυτά τα λόγια τοποθέτησε τη ράβδο στη γαβάθα που βρισκόταν κάτω από το σαμοβάρι· έβγαλε το καπάκι και το πέταξε στη γωνία. Το νερό έτρεξε πά­νω στη ράβδο, γέμισε τη γαβάθα και ξε­χειλίζοντας έπεφτε στο πάτωμα. Ο Μη­τροπολίτης τα είδε όλα αυτά με μεγάλη απορία, διέσχισε το βρεγμένο πάτωμα και βιαστικά βγήκε από το κελλί. 

Πέρασαν μερικές ημέρες. Ήταν Ιού­νιος και ο καιρός ήταν λαμπερός και ευ­χάριστος. Ο Μητροπολίτης αποφάσισε να πάη μόνος του έναν περίπατο στο δά­σος. Το ντύσιμο του ήταν τέτοιο που σχεδόν δεν ξεχώριζε από τους μοναχούς του Γκολοσέγιεβο. Φορούσε μονάχα ένα απλό ράσο και σκούφο, κρατούσε ένα απλό μπαστούνι στο ένα χέρι και ένα Ευ­αγγέλιο ή Απόστολο στο άλλο.

Έμοιαζε περισσότερο για στάρετς του μοναστη­ριού παρά για Μητροπολίτης. Κοντά στο τέλος του δάσους του Γκολοσέγιεβο υπήρχε ένα βουναλάκι κι εκεί δίπλα σε ένα φράχτη υπήρχε ένα ξύλινο παγκάκι στο οποίο πάντοτε ο Μητροπολίτης ξε­κουραζόταν. Αυτό ήταν το αγαπημένο σημείο του Μητροπολίτη, γιατί από εκεί είχε εξαιρετική θέα· τόσο η πόλι όσο και η Λαύρα απλωνόταν μπροστά στα μάτια του. Απολαμβάνοντας το απόμερο μέ­ρος ο Μητροπολίτης συνήθιζε να κάθε­ται εκεί για ώρες και υψώνοντας τα ιερά του χέρια στον ουρανό προσευχόταν μυστικώς για το καλό όλων όσων ζούσαν στην αγία πόλι και στην Πετσέρσκαγια Λαύρα. 

Αυτή τη φορά επιθυμούσε να πη τη συνηθισμένη του προσευχή και γονάτι­σε κάτω, αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένας άνθρωπος με ένα ρόπαλο τον πλη­σίασε μέσα από τους θάμνους και δεί­χνοντας το ρόπαλο που κρατούσε, ρώτη­σε τον Μητροπολίτη: 

«Και πόσο αξίζει αυτό το μπαστούνι;». 

Ο Μητροπολίτης θέλησε να τον ευ­λογήση, αλλά ο ξένος έκανε γρήγορα γνωστό τον σκοπό του: 

«Μην ταράζεσαι, απλώς δώσε μου ό,τι πράγμα αξίας έχεις επάνω σου». 

Ο Μητροπολίτης γαλήνια τράβηξε το πορτοφόλι του στο οποίο υπήρχαν εικοσιπέντε ρούβλια και είπε, ενώ του το έδινε: 

«Λοιπόν, αδελφέ, λυπάμαι. Υπάρ­χουν πολύ λίγα χρήματα εδώ». 

Αλλά όταν ο Μητροπολίτης μετακί­νησε τις πτυχές του ράσου του με σκοπό να τραβήξη το πορτοφόλι του, ο κλέφτης πρόσεξε ένα χρυσό ρολόι με αλυσίδα. 

«Εάν υπάρχουν πολύ λίγα εδώ. τότε δος μου το ρολόι σου και την αλυσίδα». 

Ο Μητροπολίτης ήρεμα εκτέλεσε την απαίτησι. 

«Αχά!», είπε ο ξένος. «Φαίνεται να είναι χρυσό». 

«Και τι μ’ αυτό;» είπε ο Μητροπολί­της. «Αυτό που θα ήταν προς όφελός σου, αδελφέ...». 

«Πώς γίνεται να είσαι μοναχός, και να έχης χρυσό ρολόι;  Ή μήπως δεν είσαι ενας συνηθισμένος μοναχός; Μήπως είσαι σκευοφύλακας ή κάτι τέτοιο;». 

«Όχι, δεν είμαι σκευοφύλακας». 

«Τότε ποιος είσαι;». 

«Για να σου πω την αλήθεια, με φω­νάζουν Μητροπολίτη». 

«Μητροπολίτη!!» ψέλλισε έκπληκτος ο ξένος. 

«Λοιπόν, ναι. Τι είναι αυτό, αγαπητέ μου, που σε κάνει τόσο πολύ να ταράζε­σαι; Ο Κύριος να είναι μαζί σου». 

Ο ξένος έπεσε στα πόδια του. 

«Λοιπόν, αδελφέ, σήκω επάνω και συνόδευσε με προς τη Μονή και σε πα­ρακαλώ να μη φοβάσαι τίποτε». 

Καθώς πλησίαζαν το ερημητήριο ο Μητροπολίτης γύρισε για να μιλήση στον δυστυχή: 

«Θα ήταν σοφό, αδελφέ μου, εάν μου έδινες πίσω το ρολόι και την αλυσίδα. Βλέπεις, είναι χαραγμένο το όνομά μου επάνω. Ποιος ξέρει σε τι προβλήματα θα μπης, όταν προσπαθήσης να το πουλήσης! Θα ήταν καλύτερα αν έμενες εδώ λιγάκι. Μπορείς να μείνης μαζί μας ως ένας οδοιπόρος και θα σου δώσω επι­πλέον κάποια χρήματα!». 

Ο ξένος έδωσε πίσω το ρολόι και ο Μητροπολίτης συνέχισε για την καλύβη. Συναντώντας στην πύλη τον συγκελλιώτη του, τον πατέρα Σέργιο, του πα­ρήγγειλε να πάη γρήγορα στην είσοδο, όπου θα εύρισκε έναν οδοιπόρο, ο οποίος είχε την καλωσύνη να τον συνοδεύση και να τον προσκαλέση μέσα. Ο π. Σέργιος πήγε και πέρα από την είσο­δο, αλλά ο ξένος είχε ήδη εξαφανισθή. 

«Τι αγενής άνθρωπος», είπε ο Μη­τροπολίτης. «Δεν πειράζει, ο Κύριος ας είναι μαζί του». 

Αφού κάθισε λίγη ώρα κάτω και ηρέ­μησε, ο Μητροπολίτης ειδοποίησε να έλθη ο Θεόφιλος. Όταν αυτός εμφανί­σθηκε, ο Φιλάρετος έδειξε με το χέρι το μπαστούνι του και είπε χαμογελώντας:
 

«Η πρόβλεψίς σου εκπληρώθηκε, Θε­όφιλε. Το μπαστούνι αξίζει εικοσιπέντε ρούβλια. Δεν είναι όμως αυτό που με τρο­μάζει. Αυτό που με τρομάζει είναι ότι ο κακοποιός θα μπορούσε να είναι η αιτία για να χυθή τόσο από το αίμα μου, όσο βραστό νερό άφησες να τρέξη από το σαμοβάρι».
 

«Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου. Κύριε!»[1], απάντησε ο μακάριος λέγοντας την αγα­πημένη του φράσι.
 

 

Η πυρκαιά στην Λαύρα
 

Ολοκληρώνοντας, θα αναφέρω ένα ακόμη γεγονός το οποίο έπεισε τον Μη­τροπολίτη Φιλάρετο ότι ο στάρετς Θεό­φιλος δεν ήταν ένα συνηθισμένο πρόσω­πο και ότι η ψυχή του ήταν γεμάτη από την χάρι και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος.
 

Μια φορά, καθώς περνούσε μέσα από το δάσος με άμαξα, ο Μητροπολίτης διέ­ταξε τον αμαξά να στρίψη για το Κιτάγιεφ, και αφού σταμάτησε εκεί, για μισή περίπου ώρα, ξεκίνησαν για το κελλί του γέροντα του ερημητηρίου με σκοπό να συζητήση μαζί του ωρισμένα θέματα. Στο δρόμο τον συνάντησε ο στάρετς Θε­όφιλος και αντί να ζητήση την ευλογία του Μητροπολίτη, πήρε ενα καρβουνιασμένο ξύλο που είχε κάτω από το ράσο του και το πέταξε στα πόδια του Μητρο­πολίτη. Οι άνθρωποι που ήταν γύρω έμειναν με το στόμα ανοιχτό και νόμισαν ότι ο Μητροπολίτης θα θύμωνε και ότι αυτό θα είχε άσχημες συνέπειες για τον Θεόφιλο. Ο Μητροπολίτης όμως φάνη­κε να μη δίνη σημασία στο γεγονός και συνέχισε τον δρόμο του σαν να μη συνέβαινε τίποτε.
 

Λίγο αργότερα ο Μητροπολίτης βρι­σκόταν ξανά στο Κιτάγιεφ και συναντώ­ντας τον Θεόφιλο στην αυλή του μονα­στηρίου τον σταμάτησε και του είπε:
 

«Λοιπόν, κατεργάρη, έχω πολύ καιρό να έλθω στο κελλί σου. Σήμερα μετά τη λειτουργία θα περάσω από το κελλί σου για τσάι. Μόνο κοίταξε να μη μου προσφέρης το ίδιο είδος τσαγιού μ' αυτό που μου πρόσφερες την προηγούμενη φορά».
 

«Είστε ευπρόσδεκτος, σεβασμιώτα­τε», απάντησε ο στάρετς βάζοντας μετά­νοια στον αρχιερέα.
 

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν ο Μητροπολίτης ήθελε να μιλήση με τον μακάριο ή, έχοντας στο νου του το μισοκαμμένο κούτσουρο που του πέταξε στα πόδια του, ήθελε να ξεκαθαρίση από τον ίδιο την σημασία αύτης της ενεργεί­ας· το γεγονός όμως είναι ότι μετά το τέ­λος της λειτουργίας ο Μητροπολίτης πήγε κατ' ευθείαν στον Θεόφιλο.
 

Και πώς τον δέχθηκε ο μακάριος; Ε­πιστρέφοντας στο κελλί του παρήγγειλε αμέσως στον συγκελλιώτη του να γεμίση ένα βαρέλι με νερό και μετά να προσθέση σε αυτό χώμα. Όταν φτιάχθηκε ένας αρκετά καλός «χυλός», ο μακάριος άλει­ψε τους τοίχους του κελλιού του με αυτή την λάσπη, όπως επίσης και την πόρτα και το κούφωμά της, και στη συνέχεια σκόρπισε την λάσπη σε παχύ στρώμα στο πάτωμα. Μετά κάλυψε και το ίδιο το σώμα με λάσπη και κάθισε πάνω στο σκαμνί στη μέση του δωματίου περιμέ­νοντας μόνος τον υψηλό του καλεσμένο.
 

Σε μισή ωρα η πόρτα του κελλιού άνοιξε και ο Μητροπολίτης μπαίνοντας μέσα σταμάτησε στο κατώφλι γεμάτος κατάπληξι.
Λάσπη και ακαταστασία υπήρχε πα­ντού και ο κύριος του κελλιού δεν έμοια­ζε με μοναχό αλλά με κάποιον που μόλις είχε βγη από μια καμινάδα.
 

«Τι είναι αυτά;» ρώτησε ο αρχιερέας θυμωμένος.
 

«Μην έχετε καμμιά αμφιβολία, σεβασμιώτατε. Παρακαλώ. Είναι σαν μετά από τη φωτιά. Είχα φωτιά και της έρριχνα συνέχεια νερό και έτσι λερώθηκα».
 

Θυμωμένος ο αρχιερέας έρριξε μια υποτιμητική ματιά στον Θεόφιλο και αποχώρησε βιαστικά. Αλλά λίγο πριν καθήση στην άμαξα για να αναχωρήση ο συγκελλιώτης του Θεοφίλου Ιβάν έτρεξε σ' αυτόν φέρνοντάς του τρία μπουκάλια με νερό.
 

«Από ποιόν είναι αυτά; Για ποιο λό­γο;» ρώτησε ο Μητροπολίτης.
 

«Είναι από τον στάρετς Θεόφιλο, σεβασμιώτατε. Με διέταξε να σας δώσω αυτό το δώρο και να πω ότι θα σας χρησιμεύση για να το αδειάσετε πάνω στο καμμένο κούτσουρο!».
 

«Να το αδειάσω στο καμμένο κού­τσουρο; Τι είναι όλα αυτά τα πράγματα τώρα; Και τι έχει βάλει μέσα σε αυτά τα μπουκάλια; Δοκίμασε το!».
 

«Νερό», απάντησε ο συγκελλιώτης του Θεοφίλου, «σκέτο νερό, άγιε Μη­τροπολίτη».
 

«Σκέτο νερό;».
 

«Αλήθεια σας λέω, σεβασμιώτατε».
 

«Καλά, βάλε το μπροστά στον άμαξα. Είναι φανερό ότι αυτός ο κατεργάρης θέλει να προφητεύση κάτι».
 

Πέρασαν μερικές εβδομάδες από το τέλος του φθινοπώρου. Στις 12 τα μεσά­νυχτα της 18ης προς 19η Νοεμβρίου 1844, ο Ρωμανός Μπαράνωφ, δόκιμος στη Λαύρα, άναψε τη θερμάστρα στον φούρνο που έκαναν πρόσφορα και μαζί με τους άλλους δόκιμους άρχισαν να ετοιμάζουν τη ζύμη για τα πρόσφορα. Ο προσφοράρης μοναχός Βασίλειος Τιτώφ και ο γενικός υπεύθυνος του φούρνου μοναχός Λεωνίδας Ζατφόρνυ ετοιμάζονταν να συμμετάσχουν στα ά­χραντα Μυστήρια και ξεκίνησαν για τον Όρθρο. Όταν άφησαν την εκκλησία, πήγαν στα κελλιά τους για να διαβά­σουν τις σχετικές προσευχές.
 

Ξαφνικά, στις τρεις το πρωί, ο νυκτοφύλακας, ένας δόκιμος του φούρνου, ο Ιωσήφ Αλφέρωφ, ένιωσε έντονη μυρω­διά καπνού ενώ βάδιζε στον διάδρομο που χωρίζει τον φούρνο για τα πρόσφο­ρα από τον κυρίως φούρνο. Ο Αλφέρωφ έτρεξε να εξετάση το πίσω μέρος της αυλής όπου φύλαγαν τα ξύλα και όπου βρίσκονταν τα ξύλινα εξωτερικά κτίσματα, αλλά μη βρίσκοντας τίποτε «στραβό», έρριξε μια ματιά μέσα από την κλειδαρότρυπα της πόρτας που οδηγούσε μέσω μιας σκάλας προς τη σο­φίτα και είδε φωτιά να μαίνεται. Άρπα­ξε το κλειδί, αλλά όταν άνοιξε την πόρ­τα, ο καπνός τον κτύπησε στο πρόσωπο με τέτοια δύναμι που ο Αλφέρωφ τραβήχθηκε πίσω φοβισμένος. Εξετάζο­ντας καλύτερα, μπόρεσε να δη ότι η ξύ­λινη σκάλα είχε πάρει φωτιά κοντά στο οριζόντιο τμήμα της καμινάδας που οδηγούσε από την εστία του φούρνου για τα πρόσφορα στην καπνοδόχο. Οι αδελφοί ήρθαν τρέχοντας με κάδους και πάσχιζαν να σβύσουν τη φωτιά, αλλά τις προσπάθειές τους τις εμπόδιζαν η άβο­λη διαδρομή ως την φωτιά και η διάταξις της μεταλλικής στέγης. Η φωτιά γί­νονταν όλο και πιο δυνατή και σύντομα περιτύλιξε ολόκληρο τον φούρνο για τα πρόσφορα. Για να ολοκληρωθή η συμφορά, ξέσπασε τέτοια δυνατή θύελ­λα εκείνη τη νύχτα που τα αποκαΐδια έφτασαν ως το Ποντόλ και ακόμη μέχρι το μοναστήρι Φλορόφσκι.
 

Ξημερώνοντας η 19η Νοεμβρίου η φωτιά επεκτάθηκε ακόμη πιο πέρα και εισχώρησε κάτω από τη μεταλλική στέ­γη του τυπογραφείου της Λαύρας. Ο Μητροπολίτης έντρομος, βλέποντας ότι η φωτιά αύξανε σε μέγεθος και απει­λούσε όχι μόνο τα υπόλοιπα κτήρια, αλλά και την ίδια τη μεγάλη εκκλησία της Λαύρας, έπαψε να ελπίζη πλέον στην ασθενή δύναμι των ανθρώπων. Παρήγγειλε να ανοιχθούν οι πόρτες της μεγάλης εκκλησίας και πήγε εκεί να προσευχηθή. Για πολλή ώρα γονάτισε και προσεύχονταν με δάκρυα μπροστά στην ιερά θαυματουργό εικόνα της Κοι­μήσεως και εκλιπαρούσε την Θεοτόκο με δυνατή φωνή να τους βοηθήση και να μεσιτεύση. Κατόπιν σηκώθηκε αποκαμωμένος.
 

Ένας νεωκόρος είχε μπη στην εκκλη­σία και στεκόταν με σεβασμό σε κάποια απόστασι.
 

«Λοιπόν, τι έγινε;» ρώτησε ο Μητρο­πολίτης με φωνή που έτρεμε.
 

«Δόξα τω Θεώ!» απάντησε ο νεωκό­ρος. «Με τις άγιες προσευχές σας σώθη­κε η Λαύρα».
 

Ο Μητροπολίτης έκανε τον σταυρό του και αναστέναξε με ανακούφισι. Έ­πειτα βγήκε έξω από την εκκλησία και πήγε να δη τον τόπο της πυρκαγιάς. Ένα μεγάλο πλήθος από αστυνομικούς, πυ­ροσβέστες, δουλοπάροικους και στρατι­ώτες των φρουρών της περιοχής συνερ­γάζονταν και η φωτιά άρχισε σιγά-σιγά να υποχωρή. Σε μερικές ώρες οι φλόγες στο τυπογραφείο και στα άλλα κτήρια έσβυσαν εντελώς.
 

Οι οικονομικές ζημιές σε κτήρια από τη φωτιά στη Λαύρα ήταν αρκετά ασή­μαντες αφού μόνο η στέγη είχε καή ενώ οι τοίχοι είχαν παραμείνει ανέπαφοι. Όταν όμως υπολογίσθηκαν οι ζημιές της τεράστιας αποθήκης των βιβλίων και των μηχανημάτων εκτυπώσεως, το χρηματικό ποσό ήταν πολύ σημαντικό, περίπου 80.000 ρούβλια (Αρχεία της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου, θέ­μα Ν° 2.520).
 

 

Ο παράξενος συγκάτοικος
 

Μετά από αυτό το γεγονός, ο Μητρο­πολίτης τόσο συνδέθηκε πνευματικά με τον μακάριο, που, εις απόδειξιν του σεβασμού και της αγάπης του, πήρε μαζί του τον Θεόφιλο και τον ιερομόναχο Παρθένιο στα δωμάτια της Καλύβης του Γκολοσέγιεβο.
 

«Έχω μόνο εσάς τους δύο. Εσύ, ένας μεγαλόσχημος, ο Παρθένιος, ένας μεγα­λόσχημος, και εγώ, ένας μεγαλόσχημος, θα ζήσουμε στο όνομα της Αγίας Τριά­δος», είπε ο Μητροπολίτης με πατρική στοργή στον μακάριο ενώ τον εγκαθι­στούσε στην καλύβη. (Πρέπει να σημει­ώσουμε ότι δεκαεπτά χρόνια πριν την εν Κυρίω κοίμησί του, ο αρχιεπίσκοπος Φιλάρετος πήρε το μεγάλο αγγελικό σχήμα με το όνομα Θεοδόσιος και το φύλαξε μυστικό ως τις τελευταίες ημέρες της ζωής του).
 

Αλλά ο μακάριος δεν είχε καμμία διάθεσι να παρατείνη αυτή τη στενή επαφή και στην πρώτη κατάλληλη ευ­καιρία έφερε τέτοια υγρασία και λάσπη στο κελλί που κατέστρεψε την ταπετσα­ρία και το βαμμένο πάτωμα, και έμπασε ένα πλήθος από ζωύφια στο χώρο που ζούσαν. Δεν περνούσε μέρα που να μην πετάξη έξω κάποιο «πράγμα». Ακόμη, όταν επρόκειτο να καθίσουν και οι τρεις για φαγητό, ο Θεόφιλος προσπαθούσε να λερώνη όσο μπορούσε περισσότερο το τραπεζομάντηλο· γι' αυτό αναποδο­γύριζε το πιάτο του επάνω στην τράπε­ζα σαν να μην το ήθελε, και με αυτόν τον τρόπο ανάγκαζε τον Μητροπολίτη και τον πατέρα Παρθένιο να σηκώνονται γρήγορα από την τράπεζα. Αν αυτό δεν είχε αποτέλεσμα, προφασίζονταν ότι είναι άρρωστος και ότι έχει συνεχή και δυνατό λόξυγκα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να χαλάση την όρεξι του Μητροπολίτη. Ο στάρετς ενοχλούσε τον Παρθένιο με το να φοράη τις μπότες του τη νύχτα, αφήνοντας στη θέσι τους μόνο ένα ζευγάρι ραμμένα σανδάλια ή τσόχινα παπούτσια. Ύστερα εξαφανι­ζόταν μέσα στα δάση ολόκληρη την ημέρα. Ή άλλοτε, στο μέσο μιας ειρηνικής νύχτας, όταν όλοι οι ένοικοι της καλύβης κοιμούνταν βαθειά, πεταγόταν από το κρεββάτι του και έψαλλε όσο πιο δυνατά μπορούσε, «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, και μα­κάριος ο δούλος...».
 

Σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, από την πρώτη κιόλας μέρα που έφθασε στην καλύβη, χωρίς να δώση σημασία ότι ήταν καλοκαίρι, άρχισε να ανάβη τη θερμάστρα στο κελλί του· και το έκανε πάντα ακριβώς τότε που ο Μητροπολί­της ήταν απασχολημένος με τις προ­σευχές του ή με την αλληλογραφία του. Επιπλέον η φωτιά του έβγαζε τόσο πολύ πυκνό καπνό που οι συγκάτοικοι του στο κελλί έπρεπε να ανοίξουν πόρ­τες και παράθυρα για να αερισθούν λίγο τα κελλιά. Ο Μητροπολίτης όλη αυτή την ώρα καθόταν στον κήπο περιμένοντας κουρασμένα.
 

Ο στάρετς Παρθένιος τελούσε συνή­θως την πρωινή λειτουργία στο παρεκ­κλήσι της καλύβης του Μητροπολίτη, αλλά συχνά ο Θεόφιλος εμφανιζόταν εκεί ένα τέταρτο της ώρας προτού να φθάση εκείνος και, ντυμένος με τα ιερατικά άμφιά του, άρχιζε την ακολουθία με τον νεωκόρο. Όταν έφθανε ο Παρθέ­νιος στην εκκλησία, μπορούσε μόνο να παραστή στη θεία λειτουργία, δεν μπο­ρούσε όμως να λάβη μέρος σε αυτή. Και επιπλέον ο Θεόφιλος, ο διά Χριστόν σά­λος, έκανε και πολλά άλλα, με τα οποία προσείλκυε πλήθη ανθρώπων.
 

Όταν ο Μητροπολίτης Φιλάρετος είδε ότι από τη μια μεριά συνέρρεαν σταθερά προσκυνητές κοντά στην απλωταριά της καλύβης του περιμένο­ντας ανυπόμονα να εμφανιστή ο αγαπημένος τους στάρετς Θεόφιλος, και, από την άλλη, επειδή δεν επιθυμούσε να υπομένη ο ίδιος και όσοι ήταν μαζί του τους καθημερινούς περισπασμούς εξ αιτίας των πράξεων του Θεοφίλου, δεν προσπάθησε, πλέον να κρατήση τον στά­ρετς μαζί του. Κάλεσε τελικά τον Θεόφι­λο μετά από το πρωινό τσάι και του είπε:
 

«Λοιπόν, αδελφέ Θεόφιλε, ο Θεός να σε ευλογή. Ετοιμάσου, γέρικο σπουργί­τι, για την παλιά σου φωλιά στο Κιτά­γιεφ. Θα είσαι πιο ελεύθερα εκεί».
«Κατεύθυνον τα διαβήματά μου κατά το λόγιόν σου»[2], απάντησε ο Θεόφιλος, όπως έλεγε πάντα όταν έπρεπε να μετακινηθή από ένα μέρος σε άλλο, και αφού προσευχήθηκε με ευλάβεια μπροστά στις εικόνες, ανεχώρησε στο μονοπάτι που του υπεδείχθη. 

Ο μακάριος επέστρεψε στο Κιτάγιεφ και έζησε εκεί ειρηνικά για μεγάλο χρο­νικό διάστημα. Κανένας δεν παραπονέ­θηκε ξανά για τον τρόπο της ζωής του και κανένας δεν προσπάθησε να βάλη τέλος στις σαλότητές του. Ο κρυμμένος λύχνος ξανατοποθετήθηκε «επί την λυχνίαν»[3] και άρχισε να λάμπη στον καθένα.
Υπέρτερος των υλικών
 

Λέγεται ότι η αντιπάθεια του μακαρί­ου για τα χρήματα ήταν εκπληκτική. Ο στάρετς δεν δεσμευόταν από τίποτε. Δεν πήρε ποτέ χρήματα, ή εάν τα δεχόταν μετά από ισχυρή παράκλησι των ευλα­βών, τα μοίραζε όλα στους φτωχούς και τους δυστυχισμένους. Μια γενναώδωρη ευγενής κυρία του πρόσφερε ένα σοβαρό χρηματικό ποσό για να το μοιράση στους φτωχούς. Mη θέλοντας να την προσβάλη με την άρνησί του, ο μακάριος δέχθηκε τη δωρεά της, αλλά μόλις αυτή έφυγε, πέταξε τα χρήματα έξω από την πόρτα του κελλιού του και έτσι έμεινε ήρεμος.
Αυτή την ενέργειά του την είδαν άπλη­στοι άνθρωποι, που επωφελήθηκαν από την απλότητα του στάρετς και πήραν τα χρήματα.

Η κόμισσα Ορλόβα-Τσεσμένσκαγια συνάντησε μια φορά τον Θεόφιλο στις πύλες της Λαύρας και τον ρώτησε:

«Πάτερ Θεόφιλε! Θα φύγω σήμερα. Πες μου, τι μπορώ να σου αγοράσω για ενθύμιο;».

Ο στάρετς την κοίταξε, χαμογέλασε και της έδωσε κάποια ακατανόητη απάντησι. Η Ορλόβα δεν κατάλαβε τα λόγια του, αλλά όταν ρώτησε άλλους για αυτά, κατενόησε ότι ο στάρετς ζήτησε να του αγοράση λίγη βότκα. Με αυτή την απάντησι της έδωσε να καταλάβη ότι όλα τα γήινα υπάρχοντα και δώρα ήταν γι' αυτόν τόσο αξιοκαταφρόνητα, όσο λίγη βότκα.

 

Αμετακίνητος στην ακτημοσύνη

Μια άλλη φορά, η πονόψυχη ηγουμέ­νη του μοναστηριού Φλορόφσκι του Κιέβου Αγνή άκουσε ότι ο στάρετς προ­σεύχεται συχνά όρθιος στο υγρό έδαφος των δασών και αισθάνθηκε συμπόνοια γι' αυτόν.

«Θεέ μου! Πώς μπορεί να περνά ολό­κληρες μέρες στο υγρό έδαφος, προσευχόμενος για μας τους αμαρτωλούς; Πρέ­πει να δώσουμε σ' αυτόν τον ευσεβή άν­θρωπο ένα μικρό χαλί».
Παρήγγειλε στις αδελφές της συνο­δείας της να ράψουν ένα όμορφο χαλί και, όταν το τελείωσαν, το έστειλε στον μακάριο με την αδελφή του, την δόκιμη Άννα Νοβίτσκοβα. Ο στάρετς δέχθηκε το χαλί για να μην προσβάλη την Αγνή. Αλλά την επομένη μέρα αναχώρησε για τα δάση, πήρε το μικρό χαλί μαζί του, το έστρωσε πάνω στο χορτάρι, κάθισε επά­νω για ένα-δυο λεπτά και έπειτα το πέ­ταξε παράμερα και έφυγε αφήνοντάς το πίσω του πάνω στο χορτάρι. Σίγουρα, κάποιος θα πήρε σε λίγο το εγκαταλε­λειμμένο χαλί αφού ήταν εξαιρετικής ποιότητος. Ο στάρετς, όμως, γρήγορα έπαψε ακόμα και να το σκέπτεται.

 

Απλότης και γεροντική σοφία

Ανάμεσα στους θαυμαστές του Θεο­φίλου ήταν δύο υψηλόβαθμοι αξιωματι­κοί, ο Μιχαήλ Ντιμίτριεβιτς Πόζντνιακ, αξιωματικός στην υπηρεσία του γενι­κού διοικητή του Κιέβου, και ένας φίλος του, επίσης λαμπρός αξιωματικός. Κάθε εβδομάδα, τις Κυριακές και τις αργίες, οι δύο τους επισκέπτονταν τον στάρετς, γευμάτιζαν στο κελλί του και περ­νούσαν ολόκληρη την ημέρα με ψυχωφελείς συζητήσεις.

Μια φορά, αυτοί οι δυο φίλοι αποφά­σισαν να κάνουν ένα αθώο αστείο στον μακάριο. Πήραν κρυφά το φθαρμένο του σχήμα και παρήγγειλαν καινούργιο στην πόλι. Ο στάρετς στενοχωρήθηκε και λυπήθηκε υπερβολικά για την απώ­λεια, και όταν οι δύο ένοχοι της κλοπής του έφεραν αυτοπροσώπως και το παλιό και το καινούργιο σχήμα, είπε με χαμό­γελο:

«Χωρατατζήδες! Γιατί το κάνατε αυτό; Δεν βλέπετε ότι σχεδόν με οδηγή­σατε στην αμαρτία: Ήθελα να προετοι­μαστώ για προσευχή στον Βασιλέα, αλλά δεν είχα το σχήμα μου. Ήθελα να τελέσω θεία Λειτουργία στην εκκλησία, αλλά δεν είχα το σχήμα μου. Δόξα τω Θεώ που επιστρέψατε τουλάχιστον το παλιό».

«Μα φόρεσε το καινούργιο! Το παλιό σου δεν είναι κατάλληλο».
«Πονηροί! Ποιος θα εμφανιζόταν για επιθεώρησι στον Τσάρο χωρίς να φορά τα παράσημά του και όλα τα εμβλήματά του; Τι βραβεία κέρδισα εγώ σε αυτό το καινούργιο σχήμα, ενώ στο παλιό τόσα πράγματα ξεχωρίζουν σε ομορφιά;».

Χωρίς να φορέση το νέο σχήμα ούτε μια φορά, το έστειλε στο ιματιοφυλάκιο των μακρινών σπηλαίων.

 

Η μυστική ελεημοσύνη του μακαρίου

Ιδού και ενα παράδειγμα της μυστι­κής ελεημοσύνης του μακαρίου.

Ζούσε στη Λαύρα ένας δόκιμος που είχε το διακόνημά του στον κήπο Νοβοπασέτσνυ. Όταν ενηλικιώθηκε, τον κά­λεσαν στον στρατό ως κληρωτό. Κρίθη­κε κατάλληλος για υπηρεσία και στρατολογήθηκε. Ο νεαρός ασκητής της ευσεβείας κυριεύθηκε από θλίψι στον επικεί­μενο χωρισμό του από το μοναστήρι. Δεν μπορούσε να εξαγοράση την θητεία του, διότι δεν είχε καθόλου χρήματα. (Εκείνη την εποχή, ένας κληρωτός μπο­ρούσε να εξαγοράση την υποχρέωσι της θητείας του αντί να υπηρετήση ο ίδιος. Αυτό κόστιζε 1.000 ρούβλια).

Αμέσως ύστερα από αυτό συνέβηκε να συναντήση τον στάρετς Θεόφιλο. Ο μακάριος τον κοίταξε με επιμονή και του είπε:

«Γιατί λυπάσαι, στρατιώτη; Επειδή δεν θέλεις να υπηρετήσης τον επίγειο βασιλιά; Θέλεις να μπης στην υπηρεσία του ουρανίου Βασιλέως;».

«Δεν αξίζω αυτό το έλεος από τον Θεό. Δεν υπάρχει μέρος για μένα τον αμαρτωλό σε αυτή την ιερά Μονή της Λαύρας», είπε ο δόκιμος και τα δάκρυα ξεχύνονταν βροχή από τα μάτια του.

«Έλα, έλα, μην κλαις, μη στενοχωριέ­σαι, αδελφέ μου. Θα συνέχισης να ζης στη Λαύρα», είπε ο μακάριος και συνέ­χισε τον δρόμο του.

Τρεις μέρες αργότερα, η κόμισσα Ορλόβα-Τσεσμένσκαγια ήρθε στο Κίε­βο για προσκύνημα, και αφού τελείωσε τα σχετικά καθήκοντα, πήγε να δη τον στάρετς Θεόφιλο για να εξομολογηθή.

Δεν τον βρήκε στο κελλί του αλλά βλέ­ποντας τον Θεόφιλο στην αυλή, προχώ­ρησε προς το μέρος του. Έχοντας κατα­λάβει την πρόθεσι της Ορλόβα, ο μακά­ριος αποφάσισε να δοκιμάση την ταπείνωσί της και σαν να μην την είχε προσέ­ξει, έφυγε γρήγορα για το δάσος. Η Ορλόβα δεν ήθελε να χάση τον στάρετς γιατί δεν ήταν πάντοτε εύκολο να τον βρη κανείς, έτσι άρχισε να τον ακο­λουθή. Ο στάρετς τάχυνε το βήμα του. Το ίδιο έκανε και η Ορλόβα. Κάνοντας απότομες στροφές και λοξοδρομήσεις που η Ορλόβα τον έχανε από τα μάτια της, ο Θεόφιλος εμφανιζόνταν ξανά σε απόστασι. Ο μακάριος κατευθυνόταν προς τον κήπο Νοβοπασέτσνυ και, αφού μπήκε στο παραπόρτι της πύλης, εξαφα­νίστηκε γρήγορα από τα μάτια της.

Η ανήσυχη κόμισσα, χάνοντας τα ί­χνη του Θεοφίλου, σταμάτησε σαστισμέ­νη. Ευτυχώς γι' αυτήν, ο ίδιος δόκιμος-νεοσύλλεκτος κάθονταν κοντά στην πύ­λη· βάδισε προς το μέρος του και τον ρώ­τησε:
«Πες μου, σε παρακαλώ. Πέρασε μέσα εδώ ο πάτερ Θεόφιλος;».

-Μόλις μπήκε στον κήπο», απάντησε ο δόκιμος κάνοντας μια υπόκλισι σεβα­σμού και άνοιξε την πύλη μπροστά από την κόμισσα.

«Επιτρέψτε μου...».

Γεμάτη χαρά η Ορλόβα άρπαξε μια χούφτα χρυσά νομίσματα από το πορτο­φόλι της και τα έδωσε στον δόκιμο σε ένδειξι ευγνωμοσύνης.

Τα χρήματα ήταν αρκετά όχι μόνο για να εξαγοράση την στρατιωτική του θητεία, αλλά περίσσευαν μερικά και για τις άλλες ανάγκες του.

 

Σύμβουλος σε θέματα γάμου

Ο στάρετς Θεόφιλος ήταν τόσο γνω­στός στην περιφέρεια του Κιέβου που κανένας απλοϊκός, ευσεβής και θεοφο­βούμενος άνθρωπος στην περιοχή δεν ξεκινούσε τις υποθέσεις του χωρίς προ­ηγουμένως να ζητήση την συμβουλή και την υπόδειξι του στάρετς. Σπάνια θα άρ­χιζε γάμος χωρίς την ευχή του. Καθένας αποδεχόταν, χωρίς συζήτησι, τον λόγο του στάρετς, ακόμα και αν ήταν αυστη­ρός ή δυσάρεστος, και εκτελούσε την συμβουλή του με ακρίβεια, σαν προφη­τική φωνή από τον ουρανό.

Στο Κίεβο ζούσε ένας μεσίτης, ο Ιβάν Ν. Στα νειάτα του, όταν εργαζόταν ως πωλητής σε κάποιο κατάστημα, αποφά­σισε να παντρευτή. Για πολύ καιρό έψα­ξε την κοπέλλα των ονείρων του, και κά­ποτε, σε μια συγκέντρωσι εμπόρων, το βλέμμα του έπεσε πάνω στην Λιουμπότσκα Ζ. Η μοίρα του μεσίτη είχε αποφασισθή. Θα έκανε πρότασι γάμου στην Λιουμπότσκα. Ντύθηκε με τα πιο καλά ρούχα του, πήγε στο σπίτι των γονέων της και φανέρωσε τις προθέσεις του. Από τη μητέρα της κοπέλλας πήρε την εξής απάντησι:

«Η Λιουμπότσκα μας είναι ήδη αρραβωνιασμένη. Ο μνηστήρας της είναι ο νεαρός Χέντρικ Μ. Αν και είναι Λουθηρανός στο θρήσκευμα, δεν μπο­ρούμε να πάρουμε πίσω τον λόγο μας».

«Θεέ μου! Μα αγαπώ πολύ την κόρη σας!».

«Λοιπόν, τι μπορεί να γίνη; Κρίμα που δεν μας μίλησες γι' αυτό νωρίτερα».

Ο μεσίτης ήταν πολύ έξυπνος και δραστήριος άνθρωπος, ενώ ο Γερμανός ήταν επιπόλαιος αλλά πλούσιος. Οι γο­νείς της Λιουμπότσκα, ακούγοντας την πρότασι γάμου του εμπόρου συγκέντρω­σαν τους συγγενείς τους στο σπίτι τους και έκαναν σύσκεψι, αλλά οι περισσότε­ροι από αυτούς μίλησαν ευνοϊκά για τον Γερμανό. Προτού όμως να συμφωνήσουν τον γάμο, αποφάσισαν να επισκεφθούν τον στάρετς Θεόφιλο. Πήραν μερικές δί­πλες, ψωμί, θυμίαμα και κεριά και ανεχώρησαν για το κελλί του μακαρίου. Ό­ταν έφθασαν, ο στάρετς τους άνοιξε την πόρτα και τους καλοσώρισε έναν-έναν, αλλά, χωρίς να αφήση τους επισκέπτες να βγάλουν λέξι, είπε:

«Ιβάν. Ιβάν. Μην τολμήσετε να την δώσετε στον χοντροκέφαλο Χέντρικ!».

Οι γονείς το έλαβαν σοβαρά υπόψιν τους, η Λιουμπότσκα παντρεύτηκε τον μεσίτη και ήταν ευτυχισμένη όλη της τη ζωή.

Υπήρξε και άλλη μια περίπτωσι. Η χήρα μεγαλοκτηματίας Θέκλα Ταράσοβα είχε μια ωραία κόρη, την Άννα. Δύο μνηστήρες την ζήτησαν σε γάμο. Ο ένας ήταν όμορφος, ευγενής, καλωσυνάτος, και επιρρεπής στο πιοτό και στο γλέντι. Ο άλλος είχε ένα μικρό βλογιοκομμένο πρόσωπο και ύφος σκυθρωπό, αλλά ήταν ευγενικού και θετικού χαρακτήρα. Ο πρώτος ζούσε στην Ντίμιεφκα, ένα προάστιο του Κιέβου, ο δεύτερος στη μι­κρή πόλι Μυσελόφκα. Η Άννα ήταν πολύ ερωτευμένη με τον όμορφο, ενώ αδιαφορούσε παντελώς για τον δεύτερο και αρνιόταν κατηγορηματικά να τον παντρευτή. Η μητέρα της, από την άλλη πλευρά, επέμενε να παντρευτή αυτόν από τη Μυσελόφκα.
Ανεχώρησαν για το Κιτάγιεφ για να συμβουλευθούν τον στάρετς. Ο μακά­ριος, χωρίς να πη λέξι, έδωσε στην Άννα ένα ζυγό με κάδους και της ζήτησε να φέρη λίγο νερό από την Ντίμιεφκα. Η κοπέλλα εκτέλεσε την παραγγελία. Ο μακάριος έχυσε το νερό μέσα σε ένα βα­ρέλι που βρισκόταν κάτω από την υδρορροή και ξαναέδωσε στην Άννα τους κάδους με την παραγγελία να πάη για νερό αυτή τη φορά στη Μυσελόφκα. Η Άννα έφερε το νερό σε μισή ώρα.

«Από που ήταν δυσκολώτερο να το φέρης;» ρώτησε ο στάρετς το κορίτσι.

«Από την Ντίμιεφκα», απάντησε η Άννα. «Είναι μακρυά από εδώ, ενώ η Μυσελόφκα είναι πιο κοντά».

«Καλά, να θυμάσαι τότε. Οι κάδοι πάνω στον ώμο σου παριστάνουν τη ζωή σου. Αν ακούσης τη μητέρα σου και παντρευτής αυτόν από τη Μυσελόφκα, τό­τε η ζωή σου θα είναι ανάλαφρη. Αν όμως παντρευτής αυτόν από την Ντί­μιεφκα, θα αναθεματίζης όλη σου την ζωή από βάσανα και ανάγκες».

Πεπεισμένη από αυτά τα λόγια, η Άννα άκουσε τη συμβουλή της μητέρας της και, παίρνοντας τον άντρα από την Μυσελόφκα δεν το μετανοούσε σε όλη της τη ζωή.

Αλλά μια φορά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ο στάρετς συμβούλεψε ενα νέο να παντρευτή κάποια συγκεκριμένη νέα χήρα, αλλά ο νέος παντρεύτηκε μια κοπέλλα που είχε διαλέξει ο ίδιος.

«Γιατί στενοχωριέμαι και ακούω έναν τέτοιο γέρο;», είπε στους συντρό­φους του. «Ο γέρο-μοναχός σε καμμιά περίπτωσι δεν θα πάρη είδησι».

Όταν μετά από μια εβδομάδα το νέο ζευγάρι ήρθε στο Κιτάγιεφ, πήγαν να δουν τον στάρετς για να τους ευχηθή. Ο Θεόφιλος τους συνάντησε στο κατώφλι της πόρτας του κελλιού του και αντί για τις ευχές του οι νεόνυμφοι δέχθηκαν ένα παλιό χαλασμένο καλάθι, που στον πυθμένα του υπήρχε ένας σωρός από σκουπίδια και στην κορυφή τοποθετη­μένα δύο μήλα.

Χωρίς να είναι σε θέσι να το καταλά­βουν, οι νέοι πήγαν σε έναν πνευματικό πατέρα στο Κιτάγιεφ για να τους το εξη­γήση. Ο πνευματικός τους άκουσε και είπε:

«Τα δυο φρέσκα μήλα είστε εσείς. Ο σωρός των σκουπιδιών κάτω από αυτά είναι η δυστυχισμένη ζωή που σας περι­μένει».

Και, πράγματι, δεν πέρασε ένας χρό­νος προτού να αρχίση το νέο ζευγάρι να μαλώνη και τελικά χώρισε.


[1]  Ψαλμ. ργ’ 24
[2] Ψαλμ. ριη’, 133
[3] Ματθ. ε’, 15

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 18





Print-icon 

Login-iconLogin