Η παρούσα παρουσίαση δεν διεκδικεί κάποια πρωτοτυπία. Στηρίζεται στο μεγαλύτερο μέρος της στην θέση/διατριβή του Steven Hijmans, η οποία συντάχθηκε πριν περίπου μία εικοσαετία και επανακυκλοφόρησε το 2009, με τον τίτλο Sol: The sun in the art and religions of Rome, έχοντας υποστεί περισσότερη επεξεργασία.

 Η χριστιανική απολογητική, απέναντι στις κατηγορίες των παγανιστών για λογοκλοπή της ημερομηνίας των Χριστουγέννων (25η Δεκεμβρίου) από την εορτή του Ήλιου ή Sol Invictus, έγινε ευρύτερα γνωστή μετά την κυκλοφορία του έργου του Hermann Usener, Das Weinachtfest (Bonn 1889, δεύτερη έκδοση 1911). Σε αυτό το έργο ο Usener ισχυρίστηκε ότι η μεταφορά της ημερομηνίας της εορτής των Χριστουγέννων την 25η Δεκεμβρίου από την 6η Ιανουαρίου, έγινε για λόγους ανταγωνισμού, δηλ. για να σταματήσει ο αρχαίος κόσμος να εορτάζει την αντίστοιχη παγανιστική εορτή και να προτιμήσει να γιορτάζει την γέννηση του Χριστού. Η δικαιολογία αυτή δεν υπάρχει σε κανέναν χριστιανό απολογητή ή Πατέρα της Εκκλησίας, αλλά συναντάται για πρώτη φορά στον Jacob Bar-Salibi[1], Σύριο επίσκοπο του ΙΒ’ αι. και για να είμαστε πιο ακριβείς, προέρχεται από ένα ανώνυμο σχόλιο στο περιθώριο ενός χειρογράφου έργου του, γραμμένο από διαφορετικό χέρι, το οποίο εκδόθηκε από τον Assemani στην Bibliotheca Orientalis II, στην Ρώμη το 1721[2]. Από εκεί το παρέλαβε ο Paul Ernst Jablonski[3] (1757) και ο βολλανδιστής Jean Hardouin (1729) και σύνδεσαν την επιλογή της ημερομηνίας με την εορτή του “sol invictus”[4].

 Εντάσσεται στα πλαίσια μια συγκρητιστικής και ταυτόχρονα ανταγωνιστικής ερμηνευτικής του Χριστιανισμού, η οποία βρήκε πρόσφορο έδαφος στα έργα των Franz Cumont[5] – ο συγκεκριμένος έδωσε έμφαση στην δυναμική του ανταγωνισμού Μιθραϊσμού-Χριστιανισμού και η άποψή του αναπαράχθηκε στην χώρα μας πρώτα από τον Ν. Πολίτη -, Franz Joseph Dölger[6] κ.α. Τα τελευταία χρόνια αμφισβητείται έντονα και οι συζητήσεις επί του θέματος έστρεψαν την έρευνα στην μελέτη των ιστορικών και αρχαιολογικών πηγών για την ανεύρεση όχι μόνο της ημερομηνίας μεταφοράς της εορτής την 25η Δεκεμβρίου, αλλά και της ημερομηνίας έναρξης εορτασμού των Χριστουγέννων[7], όπως επίσης και για τους λόγους που οδήγησαν στην καθιέρωσή της.  

 

Η ημερομηνία γέννησης του Χριστού.  

Είναι καθολικά αποδεκτό ότι κανείς δεν γνωρίζει ποια μέρα γεννήθηκε ο Χριστός. Ωστόσο, ήδη από τον Β’ αι. μ. Χ. έγιναν κάποιες προσπάθειες ανεύρεσης της συγκεκριμένης ημερομηνίας. Ο Κλήμης Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι οι «περιεργότεροι» υπολόγιζαν την ημερομηνία στις 20 Μαΐου, ενώ ο ίδιος υπολόγισε ότι έγινε την 18η Νοεμβρίου[8]. Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης δέχονταν ως σωστή ημερομηνία την 2α Απριλίου, αλλά γνώριζε και την 25η Δεκεμβρίου, «προ οκτώ καλάνδων Ιανουαρίων[9]». Επίσης, αναφέρεται μόνο για ιστορικούς λόγους, ο αυθαίρετος υπολογισμός του ανώνυμου συγγραφέα (ψευδο-Κυπριανός) του De Pascha Computus, ο οποίος, αφού δέχεται αρχικά ότι η πρώτη μέρα της δημιουργίας ήταν η 25η Μαρτίου και συνεπώς ο ήλιος δημιουργήθηκε την 28η Μαρτίου, στηριζόμενος στην επίκληση του Χριστού ως «ήλιου της δικαιοσύνης» (Μαλαχίας 4.2) συμπέρανε ότι η γέννησή Του πρέπει να συνέπεσε με αυτή την ημέρα[10]. Αυτό λέει του αποκαλύφθηκε από τον ίδιο τον Θεό (ab ipso Deo).  

Είναι γνωστό ότι αρχικά η Γέννηση του Χριστού εορτάζονταν μαζί με τα Θεοφάνεια, στις 6 Ιανουαρίου. Πρώτα η Εκκλησία της Ρώμης, διαχώρισε τις δύο εορτές και όρισε τα Χριστούγεννα να εορτάζονται την 25η Δεκεμβρίου. Πότε ορίστηκε η νέα ημερομηνία δεν είναι γνωστό. Στέρεη ιστορική μαρτυρία δείχνει ότι το 336 μ. Χ. η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήδη γιόρταζε στην νέα ημερομηνία. Υπάρχουν, βέβαια, και αρκετοί συγγραφείς, όπως ο Gottfriend Brunner[11], o Hans Lietzmann[12] και ο Massey Hamilton Shepherd[13], οι οποίοι στηρίζονται σε εδάφιο από την Sermo 202 του Αγίου Αυγουστίνου[14], όπου λέει ότι οι Δονατιστές παρακολουθούσαν την εορτή πριν από το δονατιστικό σχίσμα (311), και συμπεραίνουν ότι στην Βόρεια Αφρική ο διαχωρισμός Χριστουγέννων και Θεοφανείων είχε γίνει νωρίτερα, ίσως με την απαρχή του διωγμού του Διοκλητιανού.  

Όποια και αν ήταν η ημερομηνία εορτής των Χριστουγέννων στην Β. Αφρική, η Ρώμη εγκαινίασε την νέα ημερομηνία λίγο πριν το 336 μ.Χ. και ο Martin Wallraff προτείνει ότι αυτό έγινε το 330[15]. Εδώ υπάρχει μία παγίδα. Οι οπαδοί της θεωρίας της επίδρασης της εορτής του “sol invictus” επί των Χριστουγέννων, αδυνατώντας ν’ αντικρούσουν την ιστορικότητα της ημερομηνίας του 336, προσπαθούν να την μεταθέσουν νωρίτερα, ξεκινώντας από το 321 ή το αργότερο το 325 μ.Χ. (συνδέουν και την Α’ Οικουμενική Σύνοδο με το θέμα), αποβλέποντας στο ν’ αποδείξουν ότι άμεσος εμπνευστής της νέας ημερομηνίας ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος, κι έτσι να καταλήξουν ότι σε μια εποχή κατά την οποία εξακολουθούσε να είναι επηρεασμένος από την λατρεία του ήλιου, αποφάσισε να συνδέσει τις δύο εορτές[16].  

Τα επιχειρήματά τους είναι αίολα. Κατ’ αρχάς δεν υπάρχουν ιστορικές αποδείξεις, που να επιτρέπουν την υπόθεση για την τοποθέτηση της 25ης Δεκεμβρίου πολύ πριν το 336. Έπειτα, ο Μέγας Κωνσταντίνος έφυγε από την Ρώμη το 324 μ. Χ. για να εγκατασταθεί στην Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, μετά την νίκη του επί του Λικίνιου. Επέστρεψε στην Παλαιά Ρώμη για λίγους μήνες το 326, έφυγε τον Σεπτέμβριου του ίδιου έτους και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Συνεπώς, αν η μεταφορά της εορτής των Χριστουγέννων την 25η Δεκεμβρίου οφείλονταν στον Μέγα Κωνσταντίνο, τότε θα έπρεπε και η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης έχει υιοθετήσει την νέα ημερομηνία, την ίδια περίοδο. Αυτό δεν έγινε. Στην Κωνσταντινούπολη η Γέννηση του Χριστού γιορτάστηκε την 25η Δεκεμβρίου μόλις το 380 μ.Χ. και στην Αίγυπτο μετά την Σύνοδο της Εφέσου το 430 μ.Χ[17].  

 

Η ημερομηνία εορτής του “sol invictus”. 

Όσοι υποστηρίζουν ότι οι Χριστιανοί αντέγραψαν την ημερομηνία εορτής των Χριστουγέννων από την εορτή του “sol invictus”, προτείνουν ότι η δεύτερη ξεκίνησε το 274 μ.Χ., την εποχή του Αυρηλιανού. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως ιστορικό ή αρχαιολογικό δεδομένο που να στηρίζει αυτή την άποψη[18]. Είναι αποδεδειγμένο ότι ο Αυρηλιανός έκτισε έναν μεγαλοπρεπή ναό προς τιμή του ήλιου την εποχή αυτή, ότι αναβάθμισε τους ιερείς του ναού σε pontifices, αλλά καμιά αναφορά σε εορτή του ήλιου την 25η Δεκεμβρίου δεν υπάρχει πριν το 354 μ.Χ. και αυτή αμφισβητήσιμη, όπως θα δούμε. Οι υποστηρικτές της παραπάνω θεωρίας θεωρούν ότι εφόσον το Χειμερινό Ηλιοστάσιο έπεφτε αυτή την ημέρα, είναι αυταπόδεικτο, ότι πρέπει να υπήρχε μια τέτοια εορτή. Λοιπόν, τίποτα δεν είναι αυταπόδεικτο, αν δεν μαρτυρείται από τις πηγές.

 Οι παλαιότερες ρωμαϊκές εορτές προς τιμή του ήλιου, δηλ. η 8η ή 9η Αυγούστου, ίσως η 28η Αυγούστου και η 11η Δεκεμβρίου, μαρτυρούνται από επιγραφικό υλικό[19], το οποίο είναι προγενέστερο του πρώτου μισού του Α’ αι. μ.Χ. και δεν έχουν καμιά αστρολογική συσχέτιση με ισημερίες ή ηλιοστάσια. Από το πρώτο μισό του Α’ αι. μ.Χ. μέχρι το 354 δεν υπάρχει αναφορά σε ρωμαϊκή εορτή του ήλιου, ούτε καν στο Feriale Duranum, ένα ρωμαϊκό στρατιωτικό ημερολόγιο από την Dura Europos, που χρονολογείται στο 227 μ.Χ. Αυτό που προκύπτει από την σιωπή των αρχαιολογικών και ιστορικών πηγών για το διάστημα των τριών αιώνων, είναι ότι η λατρεία του ήλιου είχε ατονήσει, αν δεν είχε εξαλειφθεί, με μόνες προσπάθειες διάσωσής της αυτήν του Ηλιογάβαλου, ο οποίος κατ’ ουσίαν εισήγαγε νέα λατρεία από την πατρίδα του Συρία, και του Αυρηλιανού. Ωστόσο, σε καμιά από τις δύο δεν εγκαινιάστηκε ηλιακή γιορτή την 25η Δεκεμβρίου.  

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι την εποχή που καθιερώθηκε η 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτής της Γέννησης του Χριστού στην Ρώμη, δεν υπήρχε αντίστοιχη εορτή του ήλιου, τα δε Σατουρνάλια ξεκινούσαν την 17η Δεκεμβρίου και τελείωναν την 22α ή 23η Δεκεμβρίου.  

Το Καλανδάριο του Φιλόκαλου[20] του 354 μ.Χ. καταγράφει τους αγώνες οι οποίοι θεσπίστηκαν και ήταν σε ισχύ την εποχή που γράφτηκε.  Αναφέρει agones προς τιμή του ήλιου και της σελήνης στις 28 Αυγούστου (SOLIS·ET·LVNAE·CM·XXIIII), ludi προς τιμή του ήλιου μεταξύ 19-22 Οκτωβρίου (LVDI SOLIS ·CM·XXXVI), και πάλι agon στην εορτή Natalis Invicti την 25η Δεκεμβρίου (N·INVICTI·CM·XXX). Είναι γνωστό ότι ο Αυρηλιανός όρισε να γίνονται αγώνες προς τιμή του ήλιου, όπως μαρτυρεί το Chronica Sancti Hieronymi[21], και το Καλανδάριο τους ταυτίζει με αυτούς που γίνονταν στο διάστημα 19-22 Οκτωβρίου[22]. Κάποιοι συγγραφείς[23] αρνούνται την ταύτιση των αγώνων του Αυρηλιανού με τους αγώνες που διεξάγονταν τον Οκτώβριο και ισχυρίζονται ότι αυτοί γίνονταν τον Δεκέμβριο. Για τον ισχυρισμό τους στηρίζονται αποκλειστικά στον Ιουλιανό τον Παραβάτη, ο οποίος έγραψε στον ύμνο του στον ήλιο το 362, ότι οι μεγαλοπρεπέστεροι αγώνες προς αυτόν διεξάγονταν στο τέλος Δεκεμβρίου.  

Έχει αποδειχθεί ότι ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ψεύδονταν σε αρκετές περιπτώσεις. Η πρώτη είναι αυτή. Οι μεγαλοπρεπέστεροι αγώνες προς τιμή του ήλιου ήταν αυτοί του Οκτωβρίου, επειδή συμμετείχαν 36 άρματα (το XXXVI που βλέπουμε στο τέλος της εγγραφής). Στους αγώνες του Αυγούστου συμμετείχαν 24 άρματα (το XXIIII που βλέπουμε στο τέλος της εγγραφής) και στον αγώνα του Δεκεμβρίου 30 άρματα (το ΧΧΧ που βλέπουμε στο τέλος της έγγραφης). Έπειτα, σύμφωνα με το Καλανδάριο ο αγώνας του Δεκεμβρίου γίνονταν προς τιμή της γέννησης του Ανίκητου (Natalis Invicti), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι προς τιμήν του ήλιου διότι τότε θα έπρεπε να γράφει Invicti Solis. Άρα και πάλι μόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης και όσοι τον ακολουθούν δέχονται ότι πρόκειται για εορτή του ήλιου και η πληροφορία είναι αναξιόπιστη και μεταγενέστερη (362). Και τέλος οι αγώνες τους οποίους όρισε ο Αυρηλιανός διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια, γεγονός που μειώνει σημαντικά την σημασία τους στην εορταστική ζωή της Ρώμης.  

Πάντως είναι ο ίδιος ο Ιουλιανός αυτός που αναιρεί τα όσα γράφει, διότι εν τη ερήμη του λόγου, στο τέλος του ύμνου αναφέρει αγώνες προς τιμή του ήλιου και όχι αγώνα, όπως θα έπρεπε, αν επρόκειτο για την 25η Δεκεμβρίου. Γράφει δηλαδή:
 

«εἴ σοι μετά τοῦτο φαίην, ὡς καί τόν Μίθραν τιμῶμεν καί ἄγομεν Ἡλίῳ τετραετηρικούς ἀγῶνας, ἐρῶ νεώτερα˙ βέλτιον δέ ἴσως ἕν τι τῶν παλαιοτέρων προθεῖναι[24]».
 

«Αν πρέπει κατόπιν να σου πω και αυτό, ότι και τον Μίθρα τιμούμε και για τον Ήλιο διεξάγουμε αγώνες κάθε τέσσερα χρόνια, θα μιλούσα για τα πρόσφατα. Ίσως είναι καλύτερο να σου μιλήσω για τα παλαιότερα».  

Τι εννοεί ως παλαιότερα; Όχι την συγκεκριμένη γιορτή, αλλά το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι εόρταζαν την Πρωτοχρονιά μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο: 

«οἱ δέ ἡμέτεροι προπάτορες ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ θειοτάτου βασιλέως τοῦ Νομά μειζόνως ἔτι τόν θεόν τοῦτον σεβόμενοι τά μέν τῆς χρείας ἀπέλιπον, ἅτε οἶμαι φύσει θεῖοι καί περιττοί τήν διάνοιαν, αὐτόν δέ εἶδον τούτων τόν αἴτιον καί ἄγειν ἔταξαν συμφώνως ἐν τῇ παρούσῃ τῶν ὡρῶν τήν νουμηνίαν, ὁπότε ὁ βασιλεύς Ἥλιος αὖθις ἐπανάγει πρός ἡμᾶς ἀφείς τῆς μεσημβρίας τά έσχατα καί ὥσπερ περί νύσσαν τόν αἰγοκέρωτα κάμψας ἀπό τοῦ νότου πρός βορρᾶν ἔρχεται μεταδώσων ἡμῖν τῶν ἐπετείων ἀγαθῶν[25]».  

Αυτό, λοιπόν, που λέει εδώ ο Ιουλιανός, δεν είναι ότι οι αγώνες προς τιμή του ήλιου ορίστηκαν από τους παλαιότερους, αλλά η αρχή του νέου έτους. Παραβλέπουμε, βέβαια, την ανοησία περί του Νουμά. Παρακάτω μιλάει για τον αγώνα της 25ης Δεκεμβρίου:
«… τοῖς Κρονίοις οὖσι τελευταίοις εὐθύς συνάπτει κατά τόν κύκλον τά Ἡλίαια, ἅ δή πολλάκις μοι δοῖεν οἱ βασιλεῖς ὑμνῆσαι καί ἐπιτελέσαι θεοί, καί πρό γε τῶν ἄλλων αὐτός ὁ βασιλεύς τῶν ὅλων Ἥλιος,…[26]»
 

Η φράση «ἅ δή πολλάκις μοι δοῖεν οἱ βασιλεῖς ὑμνῆσαι καί ἐπιτελέσαι θεοί» μπορεί να σημαίνει ότι εν τέλει τα Ηλίαια ορίστηκαν να εορτάζονται από τον ίδιο τον Ιουλιανό. Είναι ξεκάθαρο ότι, όπως στην περίπτωση του Ηλιογάβαλου και του Αυρηλιανού, έτσι και με τον Ιουλιανό η λατρεία του ήλιου έχει περισσότερο προσωπική αξία[27], παρά μπορεί να ειδωθεί ως ευρεία λατρεία, ικανή να επισκιάσει τις ήδη υπάρχουσες. Ειδικά για τον Ιουλιανό, η σύγχρονη έρευνα αποτείνεται ότι έκλινε προς την λατρεία της Κυβάλης περισσότερο, απ’ ότι προς την λατρεία του ήλιου[28]. Απορρίπτεται η άποψη, που θέλει την λατρεία του ήλιου ως μονοθεϊστική με ενοειδείς συγκεντρωτικές τάσεις.  

Συνεπώς, η καθιέρωση της εορτής των Χριστουγέννων προηγείται χρονικά την αντίστοιχη της λατρείας του ήλιου η οποία τοποθετήθηκε την 25η Δεκεμβρίου ενδεχομένως από τον Ιουλιανό και εις αντικατάσταση της εορτής του Ανίκητου αλλά όχι ήλιου, η οποία είναι καταγεγραμμένη το 354 (και αυτό στην περίπτωση που δεν πρόκειται για μεταγενέστερη προσθήκη στο Καλανδάριο). Άρα οι Χριστιανοί δεν αντέγραψαν καμιά προηγούμενη παγανιστική εορτή, πολύ περισσότερο μια εορτή ήσσονος σημασίας, όπως αυτή του ήλιου. Το πιο πιθανό είναι να συνέβη το αντίθετο, δεδομένης της ανταγωνιστικής διάθεσης του Ιουλιανού έναντι του επικρατούντος Χριστιανισμού και της προσπάθειάς του να τον εξαλείψει.  

 

Περί του υπολογισμού της ημερομηνίας των Χριστουγέννων 

Απορρίπτοντας την θεωρία περί της αντιγραφής της ημερομηνίας από την αντίστοιχη εορτή του solis invicti, οφείλουμε να αναφερθούμε στους λόγους, οι οποίοι οδήγησαν καταρχάς στον διαχωρισμό της εορτής των Χριστουγέννων από την εορτή των Θεοφανίων και στην συνέχεια στον ορισμό της εορτής την 25η Δεκεμβρίου.  

Για την απάντηση της πρώτης ερώτησης, αρκεί να ειπωθεί ότι ο καθορισμός των εορτών του ενιαυσίου κύκλου ακολουθεί την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Έτσι, ο διαχωρισμός της εορτής της Γέννησης του Χριστού τοποθετείται στο πλαίσιο των χριστολογικών ερίδων της εποχής, κατά την οποία συνέβη. Αν και η ξεχωριστή από τα Θεοφάνια εορτή δεν επικράτησε αμέσως σε όλη την χριστιανική επικράτεια, η έναρξή της στην Ρώμη αμέσως μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο και η τελική καθολική αποδοχή μετά την Γ’ Οικουμενική δείχνουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη μονοφυσίτικες εκκλησίες, οι οποίες εξακολουθούν να εορτάζουν  μόνο την 6η Ιανουαρίου ενισχύει την θέση.  

Ο ξεχωριστός εορτασμός των Χριστουγέννων έδωσε βήμα για την σύνταξη ομιλιών με ανάλογο αντιαιρετικό περιεχόμενο, όπως οι Sermones 22, 23, 25 & 27 του αγίου Λέοντος Α’, πάπα Ρώμης[29], κατά των Αρειανών. Στο ίδιο ύφος κινείται και η Ομιλία 39 του αγ. Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, η οποία αν και επιγράφεται Εις τα Φώτα και εκφωνήθηκε στην εορτή των Θεοφανείων, αναφέρει:
«Τῇ μέν οὖν γεννήσει τά εἰκότα προεορτάσαμεν, ἐγώ τε ὁ τῆς ἑορτῆς ἔξαρχος, καί ὑμεῖς, καί πᾶν ὅσον ἐγκόσμιον τε καί ὑπερκόσμιον[30]».
και εξ αυτού προκύπτει ότι την εποχή αυτή (380) ξεκίνησε η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης να εορτάζει ξεχωριστά τα Χριστούγεννα από τα Θεοφάνεια, αμέσως μετά τον θάνατο του αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη και την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας στην Πόλη.  

Ομοίως δε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει περί της απολογητικής αξίας της εορτής των Χριστουγέννων στην ομιλία του Εις την γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού: 

«Ἡμεῖς δέ τούτων (εννοεί τους ισχυρισμούς των ειδωλολατρών) μέν οὐδέν οὔτε λέγομεν, οὔτε ἀκοῦσαι ποτε ἄν ἀνασχοίμεθα˙ ἐκεῖνο δέ φαμεν, ὅτι καθαράν σάρκα καί ἁγίαν καί ἄμωμον καί ἁμαρτίᾳ ἁπάσῃ γεγενημένην ἄβατον ἐκ παρθενικῆς μήτρας ἀνέλαβεν ὁ Χριστός, καί τό οἰκεῖον διωρθώσατο πλάσμα. Κἀκεῖνοι μέν (οι ειδωλολάτρες), καί οἱ τά αὐτά ἀσεβοῦντες αὐτοῖς Μανιχαῖοι, εἰς κύνας καί πιθήκους καί θηρία παντοδαπά τήν οὐσίαν εἰσάγοντες τοῦ Θεοῦ (τήν γάρ ψυχήν τούτοις ἅπασιν ἐκ τῆς ούσίας ἐκείνης εἶναί φασιν), οὐ φρίττουσιν οὐδέ καταδύονται, ἡμᾶς δέ ἀνάξια τοῦ Θεοῦ λέγειν φασίν, ὅτι τούτων μέν οὐδέν οὔτε εἰς νοῦν λαβεῖν ἀνεχόμεθα˙ ὅ δέ αὐτῷ πρέπον ἦν καί προσῆκον, λέγομεν, ὅτι τό οἰκεῖον ἔργον ἐλθών διωρθώσατο τῷ τῆς γεννήσεως ταύτης τρόπῳ[31]».  

Στην ίδια ομιλία ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι η εορτή των Χριστουγέννων είχε μόλις ξεχωρίσει από την εορτή των Θεοφανείων στην Αντιόχεια, ενώ στην Θράκη, εννοώντας την περιοχή της Κωνσταντινούπολης, ο διαχωρισμός είχε γίνει προ δεκαετίας ακολουθώντας το παράδειγμα της Δύσης. Κι εξηγεί τους απολογητικούς λόγους του διαχωρισμού λέγοντας: 

«… καί ἡμεῖς πρός ἐκείνους λέγωμεν, καί τά ἀναίσχυντα τῶν ἀσεβῶν ἀποφράττωμεν στόματα, καί ἐπί τοῖς ἡμετέροις ἀγαθοῖς εὐφραινώμεθα, καί τόν σαρκωθέντα Θεόν δοξάζωμεν ὑπέρ τῆς τοσαύτης συγκαταβάσεως, καί κατά δύναμιν τήν ἡμετέραν, ἀξίαν ἀποδῶμεν αὐτῷ καί τήν τιμήν καί τήν ἀμοιβήν[32]».  

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν έμεινε μόνο στο γιατί διαχώρισε η εορτή, αλλά ήδη πιο πριν στον λόγο του εξήγησε και την επιλογή της ημέρας. Ξεκινώντας από την πληροφορία των Ευαγγελιστών ότι ο Χριστός γεννήθηκε κατά την απογραφή του Καίσαρος Αυγούστου λέει:
«Ὅθεν δῆλον, ὅτι κατά τήν πρώτην ἀπογραφήν ἐτέχθη. Καί τοῖς ἀρχαίοις τοῖς δημοσίᾳ κειμένοις κώδιξιν ἐπί τῆς Ῥώμης ἔξεστιν ἐντυχόντα καί τόν καιρόν τῆς ἀπογραφῆς μαθόντα, ἀκριβῶς εἰδέναι τόν βουλόμενον. Τί οὖν πρός ἡμᾶς, φησί, τοῦτο τούς οὐκ ὄντας ἐκεῖ οὔτε παραγενομένους; Ἀλλ’ ἄκουε, καί μή ἀπίστει, ὅτι παρά τῶν ἀκριβῶς ταῦτα εἰδότων, καί τήν πόλιν ἐκεῖνην οἰκούντων παρειλήφαμεν τήν ἡμέραν[33]».  

Επειδή, λοιπόν, στην Ρώμη φυλάσσονταν στα δημόσια αρχεία τα της απογραφής, από αυτά οι Χριστιανοί της πόλης έμαθαν την ημερομηνία γέννησης του Χριστού και από την Ρώμη ξεκίνησε να εορτάζεται την 25η Δεκεμβρίου. Στην συνέχεια ακολούθησαν και οι υπόλοιπες εκκλησίες το παράδειγμα της Ρώμης, επειδή θεώρησαν ότι η πληροφορία και ο εξ αυτής καθορισμός της εορτής ήταν αξιόπιστος.  

Βέβαια, ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος όχι μόνο δέχεται την ημερομηνία, αλλά την επιβεβαιώνει με δικούς του υπολογισμούς. Ξεκινώντας από το γεγονός της εμφανίσεως του αγγέλου στον Ζαχαρία, όταν αυτός βρισκόταν στα Άγια των Αγίων, στα οποία εισέρχονταν ο ιερεύς άπαξ του ενιαυτού κατά την εορτή της σκηνοπηγίας, καθορίζει τον χρόνο της συλλήψεως του αγ. Ιωάννη του Προδρόμου. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου έγινε έξι μήνες μετά την σύλληψη του αγ. Ιωάννη του Προδρόμου και εννέα μήνες μετά γεννήθηκε ο Χριστός. Με τους υπολογισμούς του, λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταλήγει στον μήνα Απελαίο, δηλαδή τον Δεκέμβριο: 

«Μετά τοῦτον οὖν τόν ἕκτον μῆνα ἀρχήν ἡ Μαρία τῆς συλλήψεως ἔλαβεν˙ ὅθεν καί ἐννέα μῆνας ἀριθμοῦντες, εἰς τόν παρόνταν τοῦτον ἀπαντησόμεθα μῆνα. Ἔστιν οὖν ὁ πρῶτος μήν τῆς συλλήψεως τοῦ Δεσπότου Ἀπρίλιος, ὅς ἐστι Ξανθικός˙ μεθ’ ὅν Ἀρτεμίσιος, Δέσιος, Πάνεμος, Λώιος, Γορπιαῖος, Ὑπερβεταῖος, Δῖος, Ἀπελλαῖος, καί οὗτος ὁ μήν ὁ ἐνεστώς, καθ’ ὅν τήν ἡμέραν ἐπιτελοῦμεν[34]».  

Ο παραπάνω υπολογισμός είναι πιο αξιόπιστος και πιο καταλυτικός, από ανάλογους υπολογισμούς, οι οποίοι προσπαθούν να καθορίσουν την ημερομηνία της Γέννησης του Χριστού, ξεκινώντας από την ημερομηνία της Σταύρωσης[35]. Εδώ μπορεί ν’ αναφερθεί και η άποψη του Dom Hieronymus Engberding ότι αυτοί οι υπολογισμοί έρχονται εκ των υστέρων να επιβεβαιώσουν την ήδη εφαρμοσμένη πρακτική του εορτασμού των Χριστουγέννων την συγκεκριμένη ημερομηνία[36]. Όπως φαίνεται και από την ομιλία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου υπήρχαν διαφωνίες, ίσως λόγω της μεταφοράς της εορτής από την 6η Ιανουαρίου.  

Από τα παραπάνω γίνεται ξεκάθαρο ότι τόσο ο διαχωρισμός της εορτής των Χριστουγέννων από την εορτή των Θεοφανείων, όσο και η επιλογή της 25ης Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού, έγιναν για πραγματιστικούς εκκλησιαστικούς λόγους και όχι για λόγους αντιγραφής ή ανταγωνισμού παγανιστικών προτύπων.


[1]  Ramsay Mc Mullen, Christianity and Paganism in the Fourth to Eighth Centuries, Yale University 1997, p. 155.
[2] Βλ. σχετ. B. Botte, Le origins de la Noël et de l’ Epiphanie, Louvain 1932, 66.
[3] De origine festi navitatis Christi, ed. I. G. te Water, in Opuscula Jablonski, Lugduni Batavorum 1809, vol. III 317ff. Σημειοτέον ο Jablonski ήταν αιγυπτιολόγος και στο συγκεκριμένο έργο βρίσκεται, ίσως η πρώτη, αναφορά στον υποτιθέμενο συγκρητισμό του Μ. Κωνσταντίνου.
[4] Leonhardt Fendt, Der eutige Stand der Forschung über das Geburtfest Jesu am 25.XII und über Epiphanias, in Theologische Literaturzeitung 78.1 (January 1953), col. 1
[5] La théologie solaire du paganisme romain, in: Mémoires présentés par divers savants à l'Académie des inscriptions et belles-lettres de l'Institut de France 12,2, 1913, S. 447-479
[6] Sol salutis. Gebet und Gesang im christlichen Altertum, Münster 1920, 2. Aufl. Münster 1925 (Liturgiegeschichtliche Forschungen 4/5).
[7] Πλήρης βιβλιογραφία των θέσεων επί του θέματος στο F. Heim, Solstice d’hiver, solstice d’été dans la predication chrétienne du Ve siècle. Le dialogue des évêques avec le paganisme, de Zénon de Vérone à saint Léon,  Latomus 58 (1999), 640-660
[8] Στρωματείς Ι.21.145.6 {GCS 15(1906), 90}.
[9] Εις τον Δανιήλ IV.23 {GCS 1 (1897), 242}.
[10] De Pascha Computus XIX (CSEL 3, p. 266).
[11] Gottfriend Brunner, Arnobius ein Zeuge gegen das Weinachtsfest?, in Archiv für Liturgiewissenschaft 13 (1936) 178-181.
[12] Hans Lietzmann, A History of the Early Church III. From Constantine to Julian, Cleveland-New York 1953, p. 317.
[13] Massey Hamilton Shepherd Jr, The Liturgical Reform of Damasus I, in Kyriakon Festschrift Johannes Quasten II, p. 854, δεν προβάλει το επιχείρημα από το έργο του αγ. Αυγουστίνου.
[14] PL 38.1033-1034.
[15] Martin Wallraff, Christus verus Sol. Sonnenverehrung und Christentum in der Spätantike, in Jahrbuch für Antike und Christentum, Erg.-Band 32 (Münster 2001),
[16] Για παράδειγμα ο Oscar Cullmann, The Origins of Cristmas, in The Early Church, London-Philadelphia 1956.
[17] Βλ. την σχετική επιχειρηματολογία κατά της μεταβολής της ημερομηνίας από τον Μ. Κωνσταντίνο στο Thomas J. Talley, Constantine and Christmas, στο συλλογικό Between memory and hope: readings on the liturgical year (επιμέλεια Maxwell Johnson), The Order of St. Benedict Inc, Collegeville, Minesota, p. 265 κ.ε.
[18] Steven Hijmans, Sol: The sun in the art and religions of Rome, p. 588.
[19] Βλ. σχετ. Degrassi 1963, σ. 493 για την 8η-9η Αυγούστου, σ. 503 για την 28η Αυγούστου και σσ. 535-6 για την 11 Δεκεμβρίου.
[20] http://www.tertullian.org/fathers/chronography_of_354_06_calendar.htm
[21] Chronica Sancti Hieronymi, ed. Rudolf Helm, Berlin 1956, p. 223, επίσης Chronica Urbis Romae, ed. R. Valentini-G. Zucchetti, Rome 1940,  279.4.
[22] Κατά τον εκδότη του Καλανδάριου Theodor Mommsen, CIL I p. 355.
[23] Βλ. σχετ. S. Berrens, Sonnenkult und Kaisertum von den Severn bis zu Constantin I, Stuttgart 2004, pp. 107-9.
[24] 156C, ed. W. C. Wright (Loeb Classics 1913), p. 424.
[25] ο.π. σ. 426.
[26] ο.π. σ. 428.
[27] P. Αθανασιάδη-Fowden, Julian and Hellenism, Oxford 1981.
[28] R. Smith, Julian’s Gods. Religion and Philosophy in the Thought and Action of Julian the Apostate, London-New York 1995.
[29] Antoine Chavasse, Sancti Leoni Magni Romani Pontificis Tractatus Septem et Nonaginta, Corpus Christianorum Scriptorum Latinorum 138 (Turnhout 1973), 91-92 & 120-121.
[30] PG 36.349
[31] PG 49.359.
[32] PG 49.360.
[33] PG 49.354.
[34] PG 39.358.
[35] Για την ιστορία αυτών των υπολογισμών και την ανάλογη βιβλιογραφία Susan K. Roll, The Origins of Christmas: The State of thw Question, στο συλλογικό Between memory and hope: readings on the liturgical year (επιμέλεια Maxwell Johnson), The Order of St. Benedict Inc, Collegeville, Minesota, p.273 κ.ε.
[36] Engberding, H. “Der 25. Dezember als Tag der Feier der Geburt des Herrn, Alw 2(1952), 25-43.


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Print-icon 

Login-iconLogin