Α΄Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.): η Σύνοδος των θεοφόρων, των χαρισματούχων και των ομολογητών της πίστεως


Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.): η Σύνοδος των θεοφόρων, των χαρισματούχων και των ομολογητών της πίστεως

Του Papyrus 52

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, επίσημα συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο στην Νίκαια της Βιθυνίας (στη βορειοδυτική Μικρά Ασία) το έτος 325 μ.Χ. Βασική αιτία της συγκλήσεως ήταν η αντιμετώπιση της αίρεσης του Αρείου, η οποία προκαλούσε αναταραχή σε ολόκληρη την Εκκλησία. Οι προκαταρκτικές εργασίες της Συνόδου άρχισαν από τις 20 Μαΐου, ενώ οι επίσημες στις 14 Ιουνίου και τελείωσαν στις 25 Αυγούστου του έτους 325 μ.Χ.[1].

Γράψαμε παραπάνω, «επίσημα συνεκλήθη», για να προλάβουμε τους αιρετικούς που ασχολούνται ιδιαίτερα με την μυθοπλασία που αφορά το ρόλο του αυτοκράτορα στη Σύνοδο αυτή, και προσθέτουμε τα εξής από τον καθ. Ιωάννη Καρμίρη:

«Σημειωτέον ότι η πρότασις περί της συγκλήσεως της Συνόδου υπεβλήθη εις τoν Μ. Κωνσταντίνον υπό του Οσίου Κορδούης κατόπιν γνωματεύσεως και αποφάσεως των διαπρεπεστέρων επισκόπων»[2].

Και όπως γράφει ο καθ. Βλάσιος Φειδάς:

«Είναι αναντίρρητο ότι η σύγκληση της [Συνόδου] 'έργον ήδη Θεού το πραττόμενον εθεωρείτο' από όλους τους επισκόπους της Εκκλησίας … Άλλωστε, είχε προηγηθή η σχετική προτροπή των συνόδων Αλεξανδρείας (324) και Αντιοχείας (325). Συνεπώς, ο Μ. Κωνσταντίνος αποδέχθηκε την εισήγηση του Οσίου Κορδούης, όπως αυτή είχε ήδη διαμορφωθή από την πρόταση του Αλεξάνδρου στη σύνοδο της Αλεξανδρείας (Οκτώβριος 324)»[3].

Και βεβαίως, παραπέμπουμε σε τεκμηριωμένο άρθρο του Ορθόδοξου Wiki περί «Καισαροπαπισμού», όπου φαίνεται καθαρά ότι ακόμα και όταν το απαίτησαν, το περισσότερο που κατάφεραν να επέμβουν στην Εκκλησία οι αυτοκράτορες με τη δύναμη της εξουσίας τους, ήταν μόνο σε θέματα διοικητικά και σε εκλογές εκκλησιαστικών ηγετών[4]. Ακόμα και όταν αυτοκράτορες του Βυζαντίου επέλεξαν να εκτελέσουν ή να βασανίσουν τους ορθοδόξους και να διώξουν την Εκκλησία (π.χ. αυτοκράτορες αρειανιστές ή εικονομάχοι), ποτέ η αυτοκρατορική εξουσία δεν κατάφερε «να διαπεράσει επιτυχώς τον εσωτερικό της πυρήνα, δηλ. το δόγμα και τα Ιερά Μυστήρια»[5].

Ας ξεχάσουν λοιπόν οι αιρετικοί τις δικαιολογίες τους ότι δήθεν, τα ορθόδοξα πιστεύω θα μπορούσε ποτέ να τα υπαγορεύσει ο οποιοσδήποτε αυτοκράτορας, είτε στην Α΄, είτε σε οποιαδήποτε άλλη Οικουμενική Σύνοδο. Όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ υπακοή σε αιρετικούς αυτοκράτορες, αλλά επιπλέον, αρκετοί ήταν εκείνοι που αναθεματίστηκαν επίσημα, επειδή υποστήριξαν ετερόδοξες διδασκαλίες[6].

 

Η ενότητα της αρχαίας εκκλησίας στο πρόσωπο του Επισκόπου

Υπάρχουν διάφορες απόψεις για τον αριθμό των συμμετασχόντων επισκόπων στην Α΄ Οικουμενική  Σύνοδο. Δεν θα ασχοληθούμε λεπτομερώς με αυτό στο παρόν άρθρο, σύμφωνα όμως με την επικρατούσα παράδοση, στη Σύνοδο συμμετείχαν 318 θεοφόροι Πατέρες, αλλά σύμφωνα με άλλους ιστορικούς, οι συμμετάσχοντες ήταν περίπου 300[7].

Βλέπουμε ασφαλώς ότι οι αρχαίοι ιστορικοί μνημονεύουν κυρίως τους επισκόπους. Όχι μόνο αυτούς βέβαια, αλλά σίγουρα δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην παρουσία τους μέσα στις Συνόδους. Αυτό φυσικά δεν είναι ούτε κάτι τυχαίο, ούτε μια ιδιοτροπία της εποχής, αλλά αποτελούσε θεμελιώδη διδασκαλία της αρχαίας αποστολικής εκκλησίας.

Γνωρίζουμε πόσο θα ήθελαν οι Προτεστάντες (χιλιαστές και μη) να μην διασωθούν οι επιστολές του Επισκόπου Αντιοχείας Ιγνατίου του Θεοφόρου. Είναι ισχυρή απάντηση στους αρνητές της ειδικής ιεροσύνης, οι επιστολές ενός Επισκόπου, οι οποίες στάλθηκαν σε εποχή που ζούσε ακόμη ο ευαγγελιστής Ιωάννης, αυτόπτης μάρτυρας της Σταυρώσεως του Χριστού!

Και «δυστυχώς» για τους αιρετικούς, ο άγιος Ιγνάτιος μαρτυρά ξεκάθαρα τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης (Επίσκοπος, Πρεσβυτέρος, Διάκονος) ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ., καθώς στέλνει επιστολή …

«… προς την Εκκλησία του Θεού Πατέρα και του Κυρίου Ιησού Χριστού, που βρίσκεται στη Φιλαδέλφεια της Ασίας […] την οποία ασπάζομαι με το αίμα του Ιησού Χριστού, που αποτελεί χαρά αιώνια και μόνιμη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν είναι ενωμένοι με τον επίσκοπο και τους πρεσβυτέρους και διακόνους […] αφοσιωμένοι στη γνώμη του Ιησού Χριστού, τους όποιους, σύμφωνα με το θέλημά Του, τους στήριξε στην πίστη με το άγιο Πνεύμα Του»[8].

Και βέβαια, τεράστιας σημασίας είναι η αρχαία αυτή μαρτυρία για τον ρόλο του Επισκόπου ως προς την ενότητα της πίστεως:

«Αποφεύγετε τα κακά ζιζάνια, τα οποία δεν τα καλλιεργεί ο Ιησούς Χριστός, διότι δεν είναι αυτά φυτεία του Πατέρα […] Διότι όσοι είναι του Θεού και του Ιησού Χριστού, αυτοί βρίσκονται μαζί με τον επίσκοπο […] όποιος ακολουθεί αυτόν που προκαλεί σχίσμα, ‘’δεν κληρονομεί τη βασιλεία του θεού’’. Όποιος ακολουθεί ξένη γνώμη, αυτός δεν συμφωνεί με το πάθος»[9].

Πράγματι, «ο Ιγνάτιος σπεύδει … να εξάρει την ένθεη ενότητα της Εκκλησίας και να τη συνδέσει, όπως συνήθως κάμνει, με το πρόσωπο κυρίως του επισκόπου και των πρεσβυτέρων και διακόνων […] Η αναφορά αύτη του Ιγνατίου υπογραμμίζει την αντίληψη της αρχαίας Εκκλησίας, όσο αφορά στην ομότιμη συνεργεία των προσώπων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος στο έργο της θείας οικονομίας, και επί του προκειμένου στο μυστήριο της ιερωσύνης, το οποίο άρρηκτα λειτουργεί με το μυστήριο της Εκκλησίας»[10].

Κατά συνέπεια, η συγκέντρωση των Επισκόπων σε μια Σύνοδο για να αποφασίσουν επάνω σε ζητήματα πίστεως, ήταν κάτι αυτονόητο και σύμφωνο με την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας.

Ο ρόλος του Επισκόπου και των λοιπών συμμετασχόντων στην Σύνοδο

Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε μερικά πράγματα σχετικά με τις συνοδικές διαδικασίες και τα πρόσωπα που συμμετείχαν σε αυτές. Μια τέτοια συνάθροιση μελών της Εκκλησίας δεν περιελάμβανε μόνο τις κατεξοχήν εργασίες της Συνόδου, αλλά πριν από αυτές υπήρχε ένα πολύ σημαντικό στάδιο προσυνοδικών συζητήσεων.

Σύμφωνα με τον καθ. Φειδά, ασφαλώς, «οι συνοδοί των επισκόπων, κληρικοί και λαϊκοί ήσαν πολλοί», αλλά δεν είχαν «το δικαίωμα να ζητήσουν τον λόγο κατά τις εργασίες της συνόδου»[11]. Τέτοιου είδους «συμμετοχή … του πλήθους των συνοδών στις εργασίες της συνόδου δεν αναφέρεται από τις κύριες πηγές»[12].

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αγνοούνταν η θεολογική τους θέση, το αντίθετο μάλιστα:

«Καίτοι στερούμεθα αυθεντικών πρακτικών της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, εν τούτοις φαίνεται ότι κατά το στάδιον των προκαταρκτικών εργασιών αύτης από 20 Μαΐου μέχρι 14 Ιουνίου 325 διεξήχθησαν αξιόλογοι δογματικαί συζητήσεις μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αρειανών […] Εκ μέρους των Ορθοδόξων έλαβον μέρος εις αυτάς πολλοί επίσκοποι, ως και πρεσβύτεροι και διάκονοι και λαϊκοί θεολόγοι και φιλόσοφοι. Διεκρίθησαν μάλιστα ο διάκονος Αλεξανδρείας Αθανάσιος και ο πρεσβύτερος Κων/πόλεως Αλέξανδρος, εκπροσωπούντες τους εαυτών επισκόπους»[13].

[Αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι για τις διηγήσεις περί φιλοσόφων που συμμετείχαν στις προσυνοδικές συζητήσεις υπάρχουν ενστάσεις[14].]

Σύμφωνα λοιπόν με τον αρχαίο ιστορικό Σωζομενό:

«…συγκεντρώθηκαν και πολλοί άλλοι καλοί και αγαθοί από διάφορες επαρχίες, άλλοι ικανοί στη σκέψη και στο λόγο και διάσημοι για την γνώση των ιερών βιβλίων και την άλλη τους μόρφωση, άλλοι διακρινόμενοι για την αρετή του βίου τους, και άλλοι διέπρεπαν και για τα δύο. Οι επίσκοποι ήταν πάνω από τριακόσιοι είκοσι και τους ακολουθούσε, όπως είναι εύλογο, όχι μικρό πλήθος πρεσβυτέρων και διακόνων. Μαζί με αυτούς ήταν παρόντες άνδρες έμπειροι στις συζητήσεις, οι οποίοι προσπαθούσαν να τους βοηθήσουν στις ομιλίες […] Πολλοί από τους επισκόπους που συγκεντρώθηκαν τότε και από τους κληρικούς που τους ακολουθούσαν, όντας δυνατοί στη συζήτηση και εξασκημένοι σ’ αυτές τις μεθόδους των λόγων, διέπρεψαν και έγιναν γνωστοί στον βασιλιά και στους γύρω από αυτόν. Από τότε φάνηκε ότι ο Αθανάσιος από την Αλεξάνδρεια [ο Μέγας Αθανάσιος], που σαν διάκονος συνόδευε τον επίσκοπο Αλέξανδρο, έπαιζε μεγάλο ρόλο στην συζήτηση για τα θέματα αυτά»[15].

Πράγματι λοιπόν, μπορεί όσοι συνόδευαν τους επισκόπους να μην είχαν λόγο μέσα στις κυρίως εργασίες της Συνόδου, όμως «υπήρχαν τόσο προσυνοδικές, όσο και εξωσυνοδικές θεολογικές συζητήσεις στη Νίκαια […] Πολλοί … διέλαμψαν κατά τις ανεπίσημες προσυνοδικές ‘’διασκέψεις’’, στις οποίες ‘’επαρρησιάζετο’’ ενώπιον των επισκόπων και ο νεαρός αρχιδιάκονος του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Όλες οι θεολογικές αυτές συζητήσεις έγιναν ‘’προ της προθεσμίας’’ ενάρξεως των εργασιών της συνόδου και περατώθηκαν όταν ‘’η κυρία παρήν’’, ήτοι όταν έφθασε η ημέρα της επίσημης ενάρξεως των εργασιών. Οι προσυνοδικές όμως ‘’διασκέψεις’’ ήσαν επαρκείς για να αναδειχθή ο άρτιος θεολογικός λόγος του Μ. Αθανασίου, ιδιαίτερα δε για την απόκρουση των επιχειρημάτων του γηραιού Αρείου»[16].

Το κυριότερο όμως που έχουμε να προσθέσουμε για το θαυμάσιο συνοδικό σύστημα που υιοθέτησε η Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι ότι ουδέποτε η απόφαση μιας Οικουμενικής Συνόδου ήταν αποτέλεσμα μιας συμφωνίας «μερικών επισκόπων»!

Έπρεπε πρώτα να ενημερωθούν οι πάντες για τις αποφάσεις. Αν συμμετείχαν όλοι οι εκπρόσωποι των μητροπόλεων, τότε θα ενημέρωναν αυτοί τον κλήρο και τον λαό, αλλιώς αυτό θα γινόταν με συνοδικές επιστολές:

«Η διαδικασία της αποδοχής μιας συνόδου από την εκκλησιαστική συνείδηση άρχιζε με πρωτοβουλία της ίδιας της Οικουμενικής συνόδου, η οποία με συνοδικές επιστολές ανακοίνωνε το περιεχόμενο των αποφάσεών της σε όλες τις μητροπόλεις ή στους πατριαρχικούς θρόνους και διατύπωνε την προτροπή προς την ιεραρχία, τον κλήρο και τον λαό των εκκλησιών αυτών να αποδεχθούν την ομόφωνη διακήρυξη της αλήθειας της πίστεως και τις συνοδικές της αποφάσεις»[17].

Αυτό γινόταν και θα γίνει και στο μέλλον, επειδή η αλήθεια δεν βρίσκεται σε κανένα απολύτως μεμονωμένο πρόσωπο. Κάθε πρόσωπο που έχει κύρος μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση, αντλεί το κύρος του όχι από τον εαυτό του, αλλά από τη θέση που έδωσε στα έργα ή τα κείμενά του η ίδια η Εκκλησία ως σύνολο, η Εκκλησία ως «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄ Τιμ. 3,15).

Άρα λοιπόν, για να εμπεριέχουν πράγματι την έννοια της καθολικότητας οι αποφάσεις μιας Συνόδου, θα πρέπει αυτή να εκπροσωπεί όλη την Εκκλησία, να αναγνωρισθεί ως Οικουμενική από το πλήρωμα της στρατευομένης Εκκλησίας το οποίο ζει σε όλα τα πλάτη της γης, και βεβαίως οι αποφάσεις της να γίνουν, αποδεκτές ως αλάθητες (έστω σιωπηρώς) από όλη την επί γης ζώσα Εκκλησία[18].

Το πνεύμα αυτό αποδεικνύει άλλωστε η απόρριψη από την εκκλησιαστική συνείδηση της οικουμενικότητας της «ληστρικής» συνόδου της Εφέσου (449) και της εικονομαχικής συνόδου της Ιέρειας (754)[19].

Η Σύνοδος των αγίων

Όμως, πέρα απ’ όλ’ αυτά, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, καμία αμφιβολία δεν υπάρχει για το γεγονός ότι πολλοί από τους επισκόπους που συμμετείχαν στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, ήταν άνθρωποι θεοφόροι και γεμάτοι χαρίσματα τα οποία αναγνώριζε ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας.

Όπως σημειώνει για μερικά από τα πρόσωπα ο Πατριάρχης Γερμανός Α΄[20]:

«Αλέξανδρος ο μέγας πατριάρχης Αλεξανδρείας παρην εκείσε, Αθανάσιος ο τούτου διάκονος, Ιούλιος Ρώμης, Ευστάθιος Αντιοχείας, Μακάριος Ιεροσολύμων, Όσιος τε ο Κορδούβης, Μέμνων Εφέσου, Λεόντιος ο της ημετέρας Καισαρείας των Καππαδοκών, Παφνούτιός τε ο θαυμαστός όντως ανήρ, και Σπυρίδων ο θαυματουργός, και έτεροι πλείστοι, οι τον αριθμόν των τιη΄ [318] ανεπλήρουν πατέρων·  λέγεται δε και Αλέξανδρος ο μέγας, τότε διάκονος ων εκ της ημετέρας ταύτης πόλεως, παρά Μητροφάνους του μεγάλου ως εν κλίνη τούτου δια το γήρας κατακειμένου, εκείσε αποσταλήναι, και συνεδρεύειν αυτοίς»[21].

Και ο Θεοδώρητος Κύρου (393-460 μ.Χ.) στις διηγήσεις του για τα όσα συνέβησαν «κατά την μεγάλην σύνοδον την εν Νικαία», είναι βέβαιος για την αγιότητα των συμμετεχόντων:

«Ήσαν δε κατ’ εκείνον τον χρόνον πολλοί μεν αποστολικοίς χαρίσμασι διαπρέποντες, πολλοί δε τα στίγματα του κυρίου Ιησού, κατά τον θείον απόστολον, εν τω σώματι φέροντες»[22].

Σε αυτά τα σημάδια, τα οποία έφεραν στο σώμα τους για χάρη του Χριστού πολλοί από τους συμμετέχοντες στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αναφέρεται λεπτομερώς ο Πατριάρχης Γερμανός, αφήνοντας άφωνο τον αναγνώστη με την εικόνα των σακατεμένων ομολογητών της πίστεως, από τη βία των ειδωλολατρικών διωγμών:

«Πολλοί δε των εκείσε συνδεδραμηκότων επισκόπων, ομολογηταί της πίστεως ετύγχανον, εν τοις διωγμοίς ακρωτηριασθέντες υπό των ασεβών και ανόμων βασιλέων, και των μεν τα νεύρα των ποδών, των δε οι οφθαλμοί, και ετέρων άλλα μέλη του σώματος αποτετμημένα ετύγχανον, υπέρ της εις Χριστόν αυτόν πίστεως και ομολογίας και δημοσίας ενστάσεως […] Πολλής δε των δογμάτων εκείσε εξαπλώσεως και ζητήσεως γεγενημένης, και υπό των προλεχθέντων Πατέρων και ομολογητών εμφρόνως και ευλαβώς προτεινομένης, κυρούται μάλλον το δόγμα των Ορθοδόξων, και ομοούσιον του Πατρός τον Υιόν εκφωνήσαντες»[23].

Είναι τραγικό να ακούμε κάποιες φορές τους αιρετικούς, να υβρίζουν χυδαία τους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ως… «γραφειοκράτες» ή ως «υποταγμένους» στον αυτοκράτορα! Τη στιγμή που οι δήθεν «υποταγμένοι γραφειοκράτες», ήταν μια πραγματική «φάλαγγα θεού»[24] από ομολογητές της πίστεως, άλλοι τυφλωμένοι, άλλοι με παράλυτα μέλη από τα βασανιστήρια, άλλοι με κομμένα χέρια και πόδια, σε μια συνάθροιση αλύγιστων υπέρμαχων της πίστης που προκαλεί δέος και μόνο να την φανταστεί κανείς. Είναι τραγικό να κατηγορούνται από τους αιρετικούς ότι μετά από τόσες θυσίες θα μπορούσαν ποτέ να υποχωρήσουν έστω και μισό χιλιοστό σε θέματα πίστης… Άραγε, ποιον καλύτερο εκπρόσωπο θα μπορούσαν να αναζητήσουν για να παρουσιαστεί σε μια Σύνοδο; Αν δεν είχαν Πνεύμα Θεού οι ομολογητές αυτοί, τότε ποιος θα μπορούσε να έχει;

- «Ος αν ομολογήση ότι Ιησούς εστιν ο Υιός του Θεού, ο Θεός εν αυτώ μένει, και αυτός εν τω Θεώ» (Α΄ Ιω. 4,15).

- «Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 10,32).

Άρα λοιπόν, ούτε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ήταν κάποια γραφειοκρατική συγκέντρωση όπου «μια παρέα επισκόπων αποφάσισε ό,τι ήθελε», ούτε υπήρξε κάποια άλλη Οικουμενική Σύνοδος που να υποχώρησε στις θεολογικές απαιτήσεις της πολιτικής εξουσίας. Όποιοι υβρίζουν τις Οικουμενικές Συνόδους που αποφασίζουν με τη σύμφωνη γνώμη του πληρώματος της Εκκλησίας, ταυτόχρονα θεωρούν ψεύτες τους ίδιους τους Αποστόλους που δίδαξαν ότι η Εκκλησία ως σύνολο, έχει ταυτόχρονα και το αλάθητο, επειδή έχει κεφαλή τον ίδιο τον Χριστό, που ως Θεός είναι αλάθητος (Εφεσ. 5,23. Κολ. 1,18).

 
Σημειώσεις

[1] Κοντοστεργίου Δέσποινα, «Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι», Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 33.

[2] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Α', 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 117.

[3] Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία - Απ' αρχής μέχρι την Εικονομαχία», τόμ. Α', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 422.

[4] Ματσούκας Α. Νίκος, «Δογματική και Συμβολική θεολογία», τόμ. Β΄, 2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 457.

[5] Deno J. Geanakoplos (Professor of History, University of Illinois), «Church and State in the Byzantine Empire - A Reconsideration of the Problem of Caesaropapism», Church History, Vol. 34, No. 4. (Dec. 1965), σελ. 397: «Αs we have shown, the emperor was never able successfully to penetrate into the church's inner core, the more spiritual form relating to dogma and the sacraments».

[6] Μέγιεντορφ Ιωάννης, «Η Βυζαντινή κληρονομιά στην Ορθόδοξη Εκκλησία», Αρμός, Αθήνα 1990, σελ. 19.

[7] Κοντοστεργίου Δέσποινα, «Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι», ό.π. Βλ. επίσης λεπτομερή ανάλυση για το πρόβλημα του αριθμού των επισκόπων στο: Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», τόμ. Α', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 439-442.

[8] Ιγνάτιος Αντιοχείας, «Επιστολή προς Φιλαδελφείς», προοίμιο. Μετάφραση (και πρωτότυπο) στο: Αποστολικοί Πατέρες αρ.4 (σειρά Ε.Π.Ε. #119), εκδ. Αφοι Μερετάκη «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 122-123.

[9] Ιγνάτιος Αντιοχείας, «Επιστολή προς Φιλαδελφείς», III. Μετάφραση (και πρωτότυπο) στο: Αποστολικοί Πατέρες αρ.4 (σειρά Ε.Π.Ε. #119), ό.π., σελ. 124-125.

[10] Νικολαΐδης Ι. Νίκος, «Αποστολικοί Πατέρες. Γραμματολογική και Θεολογική προσέγγιση», Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 244-245.

[11] Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία…», τόμ. Α', ό.π., σελ. 452.

[12] Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία…», τόμ. Α', ό.π.

[13] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά…», τόμ. Α΄, ό.π., σελ. 117.

[14] Βλ. Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά…», τόμ. Α΄, ό.π., σελ. 117, σημ. #6, όπου ο καθ. Καρμίρης θεωρεί τις ειδήσεις περί συμμετοχής φιλοσόφων ως «απιθάνους πληροφορίας».

[15] «Επί τούτοις δε και άλλοι πλείστοι καλοί και αγαθοί εκ διαφόρων εθνών συν ήλθον͵ οι μεν νοείν και λέγειν ικανοί ειδήσει τε των ιερών βίβλων και της άλλης παιδεύσεως επίσημοι η αρετή βίου διαπρέποντες͵ οι δε κατ΄ αμφότερον ευδοκιμούντες. ήσαν δε επίσκοποι υπέρ αμφί τριακόσιοι είκοσι· πρεσβυτέρων τε και διακόνων ως εικός επομένων ουκ ην ολίγον πλήθος. συμπαρήσαν δε αυτοίς άνδρες διαλέξεως έμπειροι εκείνοις βοηθείν λόγοις σπουδάζοντες […] Πολλοί δε των τότε συνεληλυθότων επισκόπων και των επομένων αυτοίς κληρικών͵ δεινοί διαλέγεσθαι και τας τοιαύτας μεθόδους των λόγων ησκημένοι͵ διέπρεψαν και βασιλεί γνώριμοι και τοις αμφ΄ αυτόν εγένοντο. εξ εκείνου δε και Αθανάσιος ο Αλεξανδρείας έτι τότε διάκονος Αλεξάνδρω τω επισκόπω συνών πλείστον έδοξεν είναι μέρος της περί ταύτα βουλής» (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», 1,17 [PG 67, 912-913] ). Μετάφραση από το: Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄-Δ΄ (σειρά Ε.Π.Ε. #128), εκδ. Μερετάκη «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 100-105.

[16] Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία…», τόμ. Α', ό.π., σελ. 454. 455.

[17] Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία…», τόμ. Α', ό.π., σελ. 867.

[18] Βλ. Μπούμης Ι. Παναγιώτης, «Κανονικόν Δίκαιον», έκδ. 3η επηυξημένη, Γρηγόρης, Αθήνα 2002, σελ. 177-178.

[19] Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία…», τόμ. Α', ό.π., σελ. 867.

[20] Πατριάρχης Κων/πόλεως στο διάστημα 715-729 μ.Χ. (Γριτσόπουλος Τάσος, «Γερμανός ο Α΄», ΘΗΕ, τόμ. 4 (1965), στ. 378-380).

[21] Γερμανός Α΄, Πατριάρχης Κων/πόλεως (634-740 μ.Χ.), «Περί αιρέσεων και συνόδων», PG 98, 49D-52Α.

[22] Θεοδώρητος Κύρου, «Εκκλησιαστική Ιστορία» 1,6 (PG 82, 917A). Πρβλ. Γαλ. 6,17: «εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω».

[23] Γερμανός Α΄, Πατριάρχης Κων/πόλεως (634-740 μ.Χ.), «Περί αιρέσεων και συνόδων», PG 98, 52ΑΒ.

[24] Ευσέβιος Καισαρείας, «Εις τον βίον Κωνσταντίνου βασιλέως» 3, 6 (PG 20, 1060Β): «[Ο Μ. Κωνσταντίνος] φάλαγγα Θεού Σύνοδον Οικουμενικήν συνεκρότει, σπεύδειν απανταχόθεν τους επισκόπους γράμμασι τιμητικοίς προκαλούμενος».

πηγή: http://www.oodegr.com/



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης