Δρ ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. ΤΣΕΝΤΟΣ

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
Αναδημοσίευση από:
Ι.Ν. Ταξιαρχών

Ἡ ἀπαγόρευση τοῦ Ἰουλιανοῦ

Στὸ πλαίσιο τῆς πολιτικῆς του γιὰ πλήρη ἐκρίζωση τοῦ χριστιανισμοῦ, ὁ Ἰουλιανὸς προέβη σὲ μιὰ ἀληθινὰ ἐξωφρενικὴ κίνηση, ἡ ὁποία θὰ δυσκολευόμασταν νὰ πιστεύσουμε ὅτι ἔγινε ποτέ, ἐὰν δὲν τὴν γνωρίζαμε ἀπὸ πολλὲς καὶ ἀσφαλεῖς πηγές, καὶ δὲν σῴζονταν ἀκόμη καὶ τὰ σχετικὰ κείμενα τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰουλιανοῦ. Συγκεκριμένα, στὴν προσπάθειά του νὰ πολεμήσει μὲ κάθε τρόπο καὶ μὲ κάθε μέσο τὸν χριστιανισμό, ὁ δῆθεν ἑλληνολάτρης Ἰουλιανὸς ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου… νὰ ἀπαγορεύσει στοὺς χριστιανοὺς τὴν ἑλληνικὴ παιδεία !

Ἡ ἀπαγόρευση δρομολογήθηκε μὲ ἕνα διάταγμα γιὰ τὴν ἐκπαίδευση, ποὺ ἐξεδόθη στὶς 17 Ἰουνίου 362, ἕξι περίπου μῆνες μετὰ τὴν ἄνοδο τοῦ Ἰουλιανοῦ στὸν θρόνο1Τὸ διάταγμα δὲν διακρινόταν γιὰ τὴ σαφήνειά του: Οἱ διδάσκαλοι, ἔγραφε, πρέπει νὰ ξεχωρίζουν ὄχι τόσο γιὰ τὴ μόρφωση, ὅσο γιὰ τὴν ἠθικότητά τους.

Στὸ ἑξῆς λοιπὸν ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἀναλάβουν διδακτικὰ καθήκοντα θὰ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποβάλουν αἴτηση σὲ ἕνα τοπικὸ συμβούλιο, τὸ ὁποῖο θὰ ἐξέταζε τὴν ἠθικότητά τους καὶ θὰ ἐξέδιδε ἀπόφαση διορισμοῦ, ἡ ὁποία περαιτέρω θὰ ὑποβαλλόταν στὸν αὐτοκράτορα, ποὺ θὰ ἔδινε καὶ τὴν τελικὴ ἔγκριση. Τὸ διάταγμα αὐτό, κατὰ τὸν Joseph Bidez, ἂν καὶ φαινομενικὰ ἀνώδυνο, ἦταν μία πραγματικὴ κήρυξη πολέμου ἐνάντια στὸν χριστιανισμό2.

Καθὼς τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν διακρινόταν γιὰ τή… σαφήνειά του, χρειάσθηκε μιὰ διευκρινιστικὴ ἐγκύκλιος, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, τὴν ὁποία γιὰ καλή μας τύχη ἔχουμε στὰ χέρια μας, σῳζόμενη με- ταξὺ τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἰουλιανοῦ, χωρὶς νὰ κατονομάζεται ὁ παραλήπτης, ἀφοῦ προφανῶς ἐστάλη σὲ ὅλες τὶς ἐπαρχίες τῆς αὐτοκρατορίας3.

Σὲ πολὺ γενικὲς γραμμές, ὁ αὐτοκράτορας ὅριζε τὰ ἑξῆς: Ὀρθὴ παιδεία δὲν εἶναι ὁ καλοδουλεμένος λόγος, ἀλλὰ ἡ ἱκανότητα τῆς ψυχῆς νὰ διακρίνει ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Καὶ ὁ σωστὸς διδάσκαλος πρέπει νὰ διδάσκει τοὺς μαθητές του ὄχι μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ μὲ τὸ ἦθός του. Ἂν ἄλλα διδάσκει μὲ τὰ λόγια καὶ ἄλλα δείχνει μὲ τὸν τρόπο ζωῆς του, τότε εἶναι ὑποκριτὴς τοῦ χειρίστου εἴδους. Καὶ κάπου ἐδῶ ὁ Ἰουλιανὸς μπαίνει στὸ θέμα του: Παντοῦ στὴν ἀρχαία γραμματεία, πρῶτα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλους καὶ ἀπ’ ὅλα τιμῶνται οἱ θεοί. Καὶ ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, ὁ καλὸς διδάσκαλος δὲν πρέπει ἄλλα νὰ διδάσκει μὲ τὰ λόγια καὶ ἄλλει νὰ δείχνει μὲ τὴ ζωή του, ὅσοι διδάσκουν τὰ ἀρχαῖα κείμενα καὶ δὲν πιστεύουν στοὺς θεοὺς ποὺ τιμῶνται σὲ αὐτὰ εἶναι ἀκατάλληλοι γιὰ διδάσκαλοι. Βε- βαίως, ὁ καθένας μπορεῖ νὰ πιστεύει ὅ,τι θέλει. Ἀλλὰ ὅσοι θέλουν νὰ διδάσκουν τὰ ἀρχαῖα κείμενα πρέπει νὰ τὰ διδάσκουν πρῶτα στὴν πράξη, ἀσπαζόμενοι καὶ οἱ ἴδιοι ὅσα γράφονται σὲ αὐτά. Ἂν δὲν τὸ κάνουν, δὲν εἶναι ἁπλῶς ὑποκριτές· ἐπειδὴ πίσω ἀπὸ τὴν ἀσυνέπειά τους κρύβεται ἡ ἐπιθυμία τους νὰ κρατήσουν τὴ θεσούλα τους καὶ τὸν μισθό τους, ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι αἰσχροκερδέστατοι καὶ πρόθυμοι νὰ κάνουν τὰ πάντα γιὰ τὰ λεφτά. Ἂν λοιπὸν οἱ χριστιανοὶ θεωροῦν πραγματικὰ σοφοὺς τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς, τὰ ἔργα τῶν ὁποίων διδάσκουν, τότε ὀφείλουν πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα νὰ μιμηθοῦν τὴν εὐσέβειά τους πρὸς τοὺς θεούς. Διαφορετικά, «νὰ πᾶνε στὶς ἐκκλησίες τῶν Γαλιλαίων νὰ ἑρμηνεύουν ἐκεῖ τὸν Ματθαῖο καὶ τὸν Λουκᾶ»4Πρακτικά, οἱ χριστιανοὶ ἀπαγορευόταν στὸ ἑξῆς νὰ διδάσκουν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα.

Γιὰ νὰ καταλάβουμε πόσο ἐξόφθαλμα ἐξωφρενικὴ ἦταν ἡ ἀπαγόρευση τοῦ Ἰουλιανοῦ, ἀρκεῖ νὰ ἀναλογισθοῦμε ὅτι, μὲ τὴ λογική της, θὰ ἔπρεπε καὶ σήμερα νὰ ἀπαιτοῦμε μιὰ δήλωση πίστης στοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου ἀπὸ τοὺς φιλολόγους ποὺ καλοῦνται νὰ διδάξουν Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ στὰ Γυμνάσια καὶ τὰ Λύκεια τῆς χώρας, ἐπὶ ποινῇ μάλιστα ἀπολύσεώς τους, σὲ περίπτωση ποὺ ἀρνηθοῦν νὰ προχωρήσουν σὲ μιὰ τέτοια δήλωση. Ἡ ἀπαγόρευση ἦταν τόσο ἐξόφθαλμα ἐξωφρενική, ὥστε ἀποδοκιμάσθηκε ἀκόμη καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ ὀπαδοὺς τῆς πολιτικῆς τοῦ Ἰουλιανοῦ.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἀκόμη καὶ σύγχρονος τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ θαυμαστής του ἐθνικὸς ἱστορικὸς Ἀμμιανὸς χαρακτηρίζει τὸ συγκεκριμένο διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορα «πράξη ἀπηνῆ, ποὺ θὰ ὤφειλε νὰ ταφεῖ σὲ αἰώνια σιωπή»5.

Πρακτικά, τὸ διάταγμα τοῦ Ἰουλιανοῦ ἀπέκοπτε πλήρως τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἕνας χριστιανὸς γονέας δὲν θὰ ἔνιωθε ἄνετα νὰ στείλει τὰ παιδιά του σὲ σχολὲς στὶς ὁποῖες οἱ διδάσκοντες ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἦταν πλέον ὅλοι εἰδωλολάτρες, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐπείγονταν νὰ ἐπιδείξουν τὰ εἰδωλολατρικά τους πιστεύω, προκειμένου νὰ πείθουν ὅτι ἐμπίπτουν στὶς προδιαγραφὲς τοῦ νόμου καὶ νὰ μὴν τίθεται σὲ κίνδυνο ἡ θέση τους. Μὲ τὸ νόμο τοῦ Ἰουλιανοῦ, τὰ σχολεῖα μεταβάλλονταν αὐτομάτως σὲ χῶρο ἄσκησης τῆς εἰδωλολατρικῆς προπαγάνδας. Ὁ Henri Irenée Marrou παρατηρεῖ ὅτι τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἦταν μέχρι τότε ἀνοικτὰ στὰ παιδιὰ τῶν χριστιανῶν, γίνονταν μὲ αὐτὸν τὸν νόμο ὄργανο γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ παγανισμοῦ6. Ἴσως ἔτσι ἐξηγοῦνται οἱ πολλὲς μαρτυρίες ποὺ ἔχουμε7 ὅτι ὁ Ἰουλιανὸς ἀπαγόρευσε στοὺς χριστιανοὺς ὄχι μόνο νὰ διδάσκουν, ἀλλὰ καὶ νὰ διδάσκονται τὰ ἑλληνικὰ γράμματα.

Ὁ Vasiliev παρατηρεῖ ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ μὴν ἐκδόθηκε δεύτερο διάταγμα, ποὺ νὰ ἀπαγόρευε ρητῶς στοὺς χριστιανοὺς νὰ διδάσκονται τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, πολλῷ δὲ μᾶλλον δεδομένου ὅτι τὸ πρῶτο, ποὺ ἀπαγόρευε στοὺς χριστιανοὺς νὰ διδάσκουν τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἐμμέσως τοὺς ἐμπόδιζε καὶ νὰ τὴ μελετοῦν8. Καὶ ὁ Giuseppe Ricciotti παρατηρεῖ ὅτι ὁ νόμος τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐμπόδιζε τὴ φοίτηση χρι- στιανῶν μαθητῶν στὰ σχολεῖα τῆς εἰδωλολατρίας in re, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν τὴν ἐμπόδιζε in iure9.

Θὰ εἶχε πολὺ ἐνδιαφέρον, σὲ ἄλλη εὐκαιρία, νὰ δοῦμε ἀναλυτικὰ τὴν ἀπαγόρευση τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ τὶς δόλιες μεθοδεύσεις ποὺ κρύβονταν πίσω ἀπὸ αὐτήν.

Προφανῶς, ἐπειδὴ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἦταν ὁ κορμὸς τῆς ἐκπαίδευσης, ὁ Ἰουλιανός, ἀποκόπτοντας τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ αὐτήν, ἐπεδίωκε νὰ ἐπιτύχει μέσα σὲ μία καὶ μόνο γενιὰ νὰ μὴν ὑπάρχει πλέον οὔτε ἕνας μορφωμένος χριστιανὸς στὴν αὐτοκρατορία. Τότε, ὁ πλήρης ἀποχριστιανισμὸς τῆς αὐτοκρατορίας θὰ ἦταν, δίχως ἄλλο, εὔκολη ὑπόθεση.

Ὁ Ἰουλιανὸς προφανῶς πίστευε ὅτι μποροῦσε νὰ χειρισθεῖ κάθε πιθανὴ ἀντίδραση ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν. Ἂν δηλαδὴ κάποιοι χριστιανοὶ διαμαρτύρονταν γιὰ τὸν ἀποκλεισμό τους ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, πίστευε ὅτι θὰ μποροῦσε πολὺ εὔκολα νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς διαμαρτυρίες τους, ἐπικαλούμενος ἁπλούστατα ὅτι πολλοὶ χριστιανοὶ ἔβλεπαν τὴν ἑλληνικὴ παιδεία ὡς κάτι τὸ ἐπικίνδυνο, καὶ ἄρα ὑπο- στηρίζοντας ὅτι ὁ ἴδιος δὲν ἔκανε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸ νά «προφυλάσσει» τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν ἐπαφή τους μὲ κάτι ποὺ οἱ ἴδιοι ἔβλεπαν ὡς ἐπικίνδυνο. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ ἀντίδραση τῶν χριστιανῶν ξεπέρασε τὶς προσδοκίες τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ ἀνέτρεψε τὰ σχέδιά του.

Ὅπως γράφει ὁ Robert Browning, τὸ διάταγμα τοῦ Ἰουλιανοῦ προκάλεσε μεγάλο συναγερμὸ καὶ ἀντίδραση στὶς χριστιανικὲς κοινότητες, πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὶς μεμονωμένες περιπτώσεις λυντσαρίσματος, οἱ ὁποῖες ἁπλῶς ἔδιδαν στὴν Ἐκκλησία μερικοὺς ἀκόμη μάρτυρες10. Πραγματικά, ὁ Ἰουλιανὸς δὲν φανταζόταν τὴν ἀντίδραση ποὺ θὰ ἔβρισκε.

Ἑνιαῖο μέτωπο

Ὁ Ἰουλιανὸς προσπάθησε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ διχάσει τοὺς χριστιανούς. Ὅταν ὁ Ἰουλιανὸς ἐπέβαλε μὲ τὸ διάταγμά του ποὺ εἴδαμε τὴν παραίτηση ἀπὸ τὶς θέσεις τους ὅλων τῶν χριστιανῶν διδασκάλων ποὺ δίδασκαν τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἐξαίρεσε ρητῶς τὸν Προαιρέσιο, τὸν περίφημο χριστιανὸ σοφιστὴ καὶ ρήτορα πλάι στὸν ὁποῖο εἶχε φοιτήσει καὶ ὁ ἴδιος κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Ἀθήνα, καὶ τὸν ὁποῖο ἀπὸ τότε ἐκτιμοῦσε καὶ σεβόταν βαθύτατα.

Ὁ Προαιρέσιος ἦταν ἕνας διδάσκαλος μὲ ἐπιβλητικὸ παράστημα καὶ ἀκόμη πιὸ ἐπιβλητικὴ παιδεία, ὁ ὁποῖος τύγχανε τῆς καθολικῆς ἀποδοχῆς ὅλων τῶν συγχρόνων του. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἀκόμη καὶ ἕνας φανατικὸς ἐθνικὸς σὰν τὸν Εὐνάπιο χαρακτηρίζει κατ’ ἐπανάληψη τὸν Προαιρέσιο «θειότατο»11 καὶ μαρτυρεῖ ρητῶς γιὰ τὴ μεγάλη τιμὴ μὲ τὴν ὁποία τὸν περιέβαλλε ὁ Ἰουλιανός12.

Λίγο μάλιστα μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, ὁ Ἰουλιανὸς σὲ μιὰ σῳζόμενη ἐπιστολή του εἶχε προτείνει στὸν Προαιρέσιο νὰ συγγράψει ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων ποὺ θὰ τοῦ ἀπέστελλε μιὰ εὐνοϊκὴ πρὸς τὸ πρόσωπό του ἐξιστόρηση τῆς ἀνόδου του στὸν θρόνου13 (ἐξυπακούεται ὅτι, ἂν ὁ Ἰουλιανὸς εἶχε ἐπιτύχει νὰ πείσει τὸν χριστιανὸ Προαιρέσιο νὰ συγγράψει ἕνα τέτοιο ἔργο, αὐτὸ θὰ εἶχε ἀνεκτίμητη «προπαγανδιστική» ἀξία γιὰ τὸν Παραβάτη αὐτοκράτορα14).

Ἐξαιρώντας λοιπὸν ἀπὸ τὴ διαταγή του γιὰ παραίτηση τῶν χριστιανῶν διδασκάλων τὸν Προαιρέσιο, ὁ Ἰουλιανὸς ἔδιδε στὴν ἀπόφασή του μία ἐπίφαση ἀντικειμενικότητας, προσδοκώντας ἴσως καὶ νὰ διχάσει τὸ στρατόπεδο τῶν χριστιανῶν.

Ἡ ἐλπίδα ὅμως τοῦ Ἰουλιανοῦ νὰ διχάσει τοὺς χριστιανοὺς ἔπεσε στὸ κενό.

Ὁ σεβάσμιος Προαιρέσιος ἀρνήθηκε νὰ δεχθεῖ τὴν ἐξαίρεσή του, καὶ παραιτήθηκε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴ θέση του. Ὁ Ἰουλιανὸς πολὺ γρήγορα κατάλαβε ὅτι εἶχε ἀπέναντί του ἕνα ἀρραγὲς μέτωπο.

Ἡ ἀντίδραση τῶν δύο Ἀπολιναρίων

Προκειμένου νὰ σχηματίσουμε μία ἰδέα περὶ τοῦ πόσο ἡ ἀντίδραση τῶν χριστιανῶν στὸ διάταγμα τοῦ Ἰουλιανοῦ ξεπέρασε κάθε προσδοκία τοῦ Ἰουλιανοῦ (ἀλλὰ καὶ ὅ,τι θὰ μπορούσαμε ποτὲ νὰ φαντασθοῦμε ἐμεῖς σήμερα), ἀρκεῖ νὰ δοῦμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντέδρασαν οἱ δύο Ἀπολινάριοι, πατέρας καὶ υἱός, στὰ σχέδια καὶ τὶς μεθοδεύσεις τοῦ Ἰουλιανοῦ.

Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο, ὁ μὲν πατέρας Ἀπολινάριος εἶχε διατελέσει διδάσκαλος τῆς Γραμματικῆς στὴ Βυρηττὸ τῆς Φοινίκης, ἐνῷ ὁ υἱὸς καὶ συνώνυμός του Ἀπολινάριος, ἐπίσκοπος Λαοδικείας καὶ κατόπιν ἀρχηγέτης μιᾶς ἀπὸ τὶς γνωστὲς χριστολογικὲς αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς, εἶχε πρὸς τούτοις καὶ μεγάλη φιλοσοφικὴ παιδεία, ἀλλὰ ἦταν ἐπίσης προικισμένος καὶ μὲ ἐξαίρετο ποιητικὸ τάλαντο, μέχρι τοῦ σημείου, ὅπως μαρτυρεῖται, οἱ ἄνδρες στὰ καπηλιὰ καὶ στὴ δουλειὰ καὶ οἱ γυναῖκες στὸν ἀργαλειὸ νὰ τραγουδοῦν δικά του μέλη15.

Ὅταν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τοῦ Ἰουλιανοῦ γιὰ τὴν ἐκπαίδευση, οἱ δύο Ἀπολινάριοι βρῆκαν ἕναν παράδοξο τρόπο νὰ ἐμποδίσουν τὴν ἀποκοπὴ τῶν χριστιανῶν ἀπὸ τὴν ἄσκηση στὸν ἑλληνικὸ λόγο. Ὁ πατέρας Ἀπολινάριος, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Σωκράτης ὁ Σχολαστικός, συνέγραψε μιὰ γραμματική «χριστιανικῷ τύπῳ», καὶ ἐπιπλέον διασκεύασε τὰ ἀποδιδόμενα στὸν Μωυσῆ βιβλία, καὶ γενικὰ ὅλα τὰ ἱστορικὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πότε χρησιμοποιώντας τὸ δακτυλικὸ ἑξάμετρο, τὸ μέτρο δηλαδὴ τῆς ἐπικῆς ποίησης, πότε δραματοποιώντας τὰ ἐπεισόδια κατὰ τὰ πρότυπα τῆς τραγῳδίας, καὶ γενικὰ χρησιμοποιώντας κάθε μέτρο καὶ ρυθμό, «ὥστε νὰ μὴ μείνει κανένας τρόπος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀνήκουστος στοὺς χριστιανούς»16.

Ὁ υἱός του Ἀπολινάριος, πάλι, διασκεύασε τὰ Εὐαγγέλια, τὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων καὶ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου, δίνοντάς τους τὴ μορφὴ διαλόγων κατὰ τὰ πρότυπα τῶν διαλόγων τοῦ Πλά- τωνα17. Ἐπιπλέον, σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ δώσει στὴ χριστιανικὴ ἐκπαίδευση ἕνα ἀνάλογο τοῦ ἀπαγορευμένου πλέον γιὰ τοὺς χριστιανοὺς Ὁμήρου, διασκεύασε σὲ ἔπος, γραμμένο μὲ δακτυλικὸ ἑξάμετρο, τὴν ἑβραϊκὴ ἱστορία μέχρι τὴ βασιλεία τοῦ Σαούλ, χωρίζοντάς την σὲ εἴκοσι τέσσερις ραψῳδίες, ὅσα καὶ τὰ γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου (ὅπως δηλαδὴ καὶ τὰ ὁμηρικὰ ἔπη)18. Ἐπίσης, ἔγραψε καὶ κωμῳδίες μὲ πρότυπα τὶς κωμῳδίες τοῦ Μενάνδρου· ἔγραψε τραγῳδίες μὲ πρότυπα τὶς τραγῳδίες τοῦ Εὐριπίδου· ἔγραψε καὶ λυρικὰ ποιήματα μὲ πρότυπα τὶς ᾠδὲς τοῦ Πινδάρου19.

Ἔτσι, μέσα σὲ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα οἱ χριστιανοὶ βρέθηκαν νὰ ἔχουν στὴ διάθεσή τους μιὰ καθαρὰ χριστιανικὴ λόγια γραμματεία, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ ἀσκοῦνται στὸν ἑλληνικὸ λόγο ἐξίσου μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες συγχρόνους τους, οἱ ὁποῖοι, κατόπιν τοῦ ἐξωφρενικοῦ διατάγματος τοῦ Ἰουλιανοῦ, εἶχαν τὸ ἀποκλειστικὸ προνόμιο τῆς ἐπαφῆς μὲ τὰ ἀθάνατα ἔργα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, οἱ Ἀπολινάριοι ἔδωσαν μιὰ ἀπροσδόκητη ὅσο καὶ ἐκπληκτικὴ λύση στήν «ἀσφυξία» ποὺ εἶχε προκαλέσει στοὺς χριστιανοὺς ἡ βίαιη ἀποκοπή τους ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία.

Τὸ μέγεθος τοῦ ἐγχειρήματος τῶν δύο Ἀπολιναρίων προκαλεῖ πραγματικὰ ἴλιγγο.

Ἀλλὰ ἴλιγγο προκαλεῖ καὶ τὸ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα μέσα στὸ ὁποῖο ἔγιναν ὅλα αὐτὰ τὰ θαυμαστὰ ποὺ περιγράφουμε ἐδῶ:

Ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ διατάγματος τοῦ Ἰουλιανοῦ γιὰ τὴν ἐκπαίδευση μέχρι τὸν θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ στὴν περσικὴ ἐκστρατεία του μεσολαβεῖ μόλις ἕνας χρόνος. Προφανῶς, ἤδη ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ τὸ ἐπίμαχο διάταγμά του θὰ περιέπεσε σὲ ἀχρηστία, μέχρι πού, ἕξι μῆνες ἀργότερα, οἱ αὐτοκράτορες Βαλεντινιανὸς καὶ Βάλης ἐξέδωσαν νέο διάταγμα γιὰ τὴν ἐκπαίδευση20, τὸ ὁποῖο κατήργησε πλέον καὶ νομοθετικὰ τὸ διάταγμα τοῦ Ἰουλιανοῦ. Συνολικά, μιλᾶμε τὸ πολὺ γιὰ ἑνάμισυ ἔτος ἀπὸ τὸ διάταγμα τοῦ Ἰουλιανοῦ, καὶ μέσα σὲ αὐτὸ τὸ διάστημα πρέπει νὰ τοποθετήσουμε καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ κολοσσιαῖο ἐγχείρημα τῶν Ἀπολιναρίων ποὺ εἴδαμε. Εἶναι φανερὸς ὁ ἀσύλληπτος δημιουργικὸς οἶστρος τῶν χριστιανῶν τὴν περίοδο αὐτή, ποὺ προφανῶς καταδεικνύει πόσο «βαθιὰ νυχτωμένος» ἦταν ὁ Ἰουλιανός, ποὺ ἐπέμενε νὰ βλέπει τὸν χριστιανισμὸ ὡς μιὰ θρησκεία τῶν ἀπαι- δεύτων, ὅπως τὸν ἔβλεπαν κάποιοι λόγιοι ἐθνικοὶ δύο αἰῶνες νωρίτερα. Ἀλλὰ μιὰ τέτοια ἀντιμετώπιση τοῦ χριστιανισμοῦ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ σταθεῖ τὸν τέταρτο αἰῶνα, ὅταν ὁ χριστιανισμὸς εἶχε πλέον νὰ ἐπιδείξει στὶς τάξεις του πνευματικὰ μεγέθη ποὺ ξεπερνοῦσαν κατὰ πολὺ τοὺς συγχρόνους τους ἐθνικούς.

Χάρις στὸν γρήγορο θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ, ἡ λύση πάνω στὴν ὁποία ἐργάσθηκαν οἱ δύο Ἀπολινάριοι ἀποδείχθηκε λύση προσωρινή. Πολὺ σύντομα, ὅλα τὰ ἔργα τους στὰ ὁποῖα ἀναφερθήκαμε ἔπαυσαν νὰ χρησιμοποιοῦνται καὶ χάθηκαν, γιατὶ ἁπλούστατα δὲν ὑπῆρχε πλέον κανένας λόγος νὰ ὑπάρχουν.

Ἡ προσπάθεια αὐτὴ τῶν δύο Ἀπολιναρίων νὰ δώσουν στὸν χριστιανισμὸ μιὰ ἀμιγῶς χριστιανικὴ λόγια γραμματεία ἐφάμιλλη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, καὶ μάλιστα μέσα σὲ ἕνα τόσο μικρὸ χρονικὸ διάστημα, φαντάζει ἕνα ἀληθινὰ τιτάνιο καὶ μεγαλειῶδες ἐγχείρημα. Καὶ θὰ μποροῦσε κανείς, διαβάζοντας τὶς σχετικὲς ἀναφορὲς στὰ ἔργα τοῦ Σωκράτους τοῦ Σχολαστι- κοῦ καὶ τοῦ Σῳζομενοῦ, νὰ ἀπορήσει πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνα τόσο τιτάνιο καὶ μεγαλειῶδες ἐγχείρημα νὰ σκεπάσθηκε ἀπὸ τὴ λήθη, χωρὶς νὰ ἀφήσει πίσω του τὸ παραμικρὸ ἴχνος ὅτι ὑπῆρξε ποτέ. Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλῆ: Τὸ τιτάνιο καὶ μεγαλειῶδες ἐγχείρημα τῶν Ἀπολιναρίων σκεπάσθηκε ἀπὸ τὴ λήθη, γιατὶ ξεπεράσθηκε ἀπὸ κάτι ἀκόμη πιὸ τιτάνιο καὶ μεγαλειῶδες: τὴν πραγματικὴ καὶ οὐσιαστικὴ σύνθεση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, τὴν ὁποία κατόρθωσαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ μάλιστα οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, οἱ ὁποῖοι δικαίως καὶ κατὰ τοῦτο τιμῶνται ὡς προστάτες τῆς Παιδείας καὶ τῶν Γραμμάτων.

Ἡ ἀντίδραση τῶν μεγάλων Πατέρων

Πραγματικά, ἂν τὸ καλοσκεφθοῦμε, αὐτὸ ποὺ προσπάθησαν νὰ ἐπιτύχουν οἱ δύο Ἀπολινάριοι εἶναι πολὺ πτωχὸ καὶ ἀσήμαντο μπροστὰ σὲ αὐτὸ ποὺ ἔγινε τελικά, καὶ τοῦ ὁποίου ἐμεῖς σήμερα εἴμαστε οἱ κληρονόμοι. Οἱ Ἀπολινάριοι προσπάθησαν ἁπλῶς νὰ πλαισιώσουν τὸ χριστιανικὸ πνεῦμα μὲ τὴν ἑλληνικὴ μορφή, ρίχνοντας τὸ χριστιανικὸ μήνυμα μέσα στὰ καλούπια τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου καὶ μιμούμενοι τὰ πρότυπα τῶν σπουδαίων ἔργων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας. Κατὰ ταῦτα, ἡ σύνθεση χριστιανισμοῦ καὶ ἑλληνισμοῦ ποὺ προσπάθησαν νὰ προωθήσουν οἱ Ἀπολινάριοι ἦταν μιὰ σύνθεση ἐπιφανειακὴ καὶ ἐπιπόλαια.

Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀντίθετα, δὲν ἔμειναν στὴν ἐπιφάνεια, ἀλλὰ προχώρησαν σὲ ἕναν οὐσιαστικὸ διάλογο μὲ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό. Ὅταν, γιὰ παράδειγμα, ὁ Μέγας Βασίλειος προβάλλει καὶ συμμερίζεται τὴν ἀντίληψη ὅτι «ὁλόκληρη ἡ ποίηση στὸν Ὅμηρο εἶναι ἔπαινος τῆς ἀρετῆς»21, ἀνοίγει διάπλατα τὸν δρόμο, γιὰ νὰ ἀναζητήσουν καὶ νὰ βροῦν οἱ χριστιανοὶ στὰ ὁμηρικὰ ἔπη ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνο τό… δακτυλικὸ ἑξάμετρο, ἀλλὰ καὶ ἀξίες καὶ πρότυπα ἀρετῆς.

Αὐτὸς ὁ δρόμος εἶναι κάτι τὸ ἀσύλληπτα μεγαλειωδέστερο ἀπὸ τὴν ὁμολογουμένως ἐντυπωσιακὴ προσπάθεια στὴν ὁποία εἶχαν ἀποδυθεῖ οἱ δύο Ἀπολινάριοι.

Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, προχωρώντας σὲ ἕναν οὐσιαστικὸ διάλογο μὲ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό, ἀπέδειξαν τελικὰ πὼς ὅ,τι τὸ εὐγενὲς καὶ ὑψηλὸ εἶχε ἀναδείξει ἡ ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα ἔβρισκε τὴν πλήρωση καὶ τὴν ὁλοκλήρωσή του στὸν χριστιανισμό. Ἔτσι, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας προώθησαν μιὰ εἰς βάθος καὶ οὐσιαστικὴ σύνθεση χριστιανισμοῦ καὶ ἑλληνισμοῦ, ἀποδεικνύοντας ὅτι ὁ νέος, ἑλληνοχριστιανικὸς πολιτισμός, ποὺ αὐτοὶ οἰκοδόμησαν, ἦταν ὁ πραγματικὸς κληρονόμος καὶ συνεχιστὴς τοῦ ἀρχαίου μεγαλείου.

Ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας στὶς μεθοδεύσεις τοῦ Παραβάτη αὐτοκράτορα βρίσκεται ἔξοχα ἀποτυπωμένη σὲ δύο λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ ὡς Κατὰ Ἰουλιανοῦ βασιλέως στηλιτευτικοί. Σὲ αὐτούς, ὁ Γρηγόριος μέμφεται τὸν Παραβάτη αὐτοκράτορα γιὰ πλεῖστα ὅσα πράγματα, ἀλλὰ ἐπιμένει ἰδιαίτερα στὸ θέμα τῆς ἀπαγόρευσης τῆς ἑλληνικῆς παιδείας. Καὶ ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος τὸν λόγο: «Ἀλλὰ ἂς ξαναφέρουμε τὴ συζήτηση στὴν παιδεία. Γιατὶ δὲν μπορῶ νὰ μὴν ἐπανέρχομαι ξανὰ καὶ ξανὰ σὲ αὐτὸ τὸ θέμα, καὶ πρέπει νὰ προσπαθήσω νὰ τὴν ὑπερασπισθῶ ὅσο μπορῶ. Διότι ἐνῷ εἶναι πολλὰ καὶ φοβερὰ τὰ πράγματα γιὰ τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος (ἐνν. ὁ Ἰουλιανός) ἀξίζει νὰ μισεῖται δικαίως, πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν φαίνεται νὰ διέπραξε μεγαλύτερο ἀτόπημα ἀπ’ ὅ,τι σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο»22.

Τὰ λόγια αὐτὰ μᾶς δίδουν μιὰ ἁπτὴ ἔνδειξη τοῦ βάθους στὸ ὁποῖο εἶχαν ἤδη προχωρήσει οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας τὴ γόνιμη σύνθεση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία. Πράγματι, ἡ σύνθεση αὐτὴ εἶχε προχωρήσει σὲ τέτοιο βάθος, ὥστε ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐδῶ φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ χαρακτηρίζει τὴν προσπάθεια τοῦ Ἰουλιανοῦ νὰ στερήσει τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία ὡς τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ ἀτοπήματά του· ἀρκεῖ νὰ ἀναλογισθεῖ κανεὶς τὸ πλῆθος καὶ τὸ μέγεθος τῶν ἀτοπημάτων τοῦ Ἰουλιανοῦ, γιὰ νὰ καταλάβει τὴ βαρύτητα αὐτῶν τῶν λόγων. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὁ Γρηγόριος, ἀφοῦ, ὅπως γράφει ὁ Robert Browning, ὅλη γενικὰ ἡ ἐχθρικὴ πρὸς τὸν Ἰουλιανὸ παράδοση τῆς χριστιανικῆς ἱστοριογραφίας θεωρεῖ τὴν ἀπαγόρευση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας ὡς τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα τοῦ Παραβάτη αὐτοκράτορα23.

Ὁ Γρηγόριος ἀφήνει νὰ ξεχειλίσει ἡ ἀγανάκτησή του ἐνάντια στὴν ἐξωφρενικὴ προσπάθεια τοῦ Ἰουλιανοῦ νὰ ἀποβάλει τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἀντιμετωπίζοντάς τους «σὰν κλέ- πτες ξένου καλοῦ»24. Ἡ κίνηση αὐτὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ εἶναι ἀποδοκιμαστέα, διότι ὁ Παραβάτης αὐτοκράτορας «παρανόμησε ἀπέναντι στὴν παιδεία», καὶ προσπάθησε νὰ σφετερισθεῖ αὐτὸ ποὺ εἶναι κοινὸ κτῆμα ὅλων τῶν λογικῶν ὄντων καὶ νὰ τὸ στερήσει ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, «σκεπτόμενος παραλογώτατα γιὰ τοὺς λόγους τῆς παιδείας, αὐτὸς ποὺ νόμιζε ὅτι ἦταν ὁ λογιώτερος ἀπ’ ὅλους»25.

Ὁ Γρηγόριος δὲν περιορίζεται νὰ ἐκφράζει τὴν ἀγανάκτησή του, ἀλλὰ καὶ καλεῖ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους λάτρεις τῆς παιδείας νὰ ἀγανακτήσουν μαζὶ μὲ αὐτόν. Διότι ὁ ἴδιος, ὅπως γράφει, γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα ἀδιαφορεῖ, γιὰ τὸν πλοῦτο, τὴν εὐγενικὴ καταγωγή, τὴ δόξα καὶ τὴν ἐξουσία, καὶ θηρεύει τὴν παιδεία καὶ μόνον, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τοὺς κόπους ποὺ ἀπαιτεῖ αὐτὴ ἡ παιδεία26. Καὶ δὲν πρόκειται γιὰ σχῆμα λόγου· ὁ ἴδιος ὁ Γρηγόριος, πράγματι, σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ δὲν ἔπαυσε νὰ κυνηγάει τὴν παιδεία, ὅπου μποροῦσε νὰ τὴ βρεῖ: στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, στὴν κοσμοπολίτικη Ἀλεξάνδρεια, στὴν παλαιὰ πρωτεύουσα τοῦ πολιτισμοῦ, τὴν Ἀθήνα. Καὶ ὅταν ὁ Παραβάτης αὐτοκράτορας προσπάθησε νὰ τοῦ στερήσει αὐτὸ ποὺ σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ τιμοῦσε καὶ ἐπεδίωκε, ἔνιωσε νὰ τὸν πλημμυρίζει μία ἀγανάκτηση γνήσια καὶ πηγαία, ἡ ὁποία ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ προορίζεται μόνο γιὰ ἐσωτερικὴ κατανάλωση, ὅπως θέλει νὰ τὴν ἐμφανίσει ἡ Πολύμνια Ἀθανασιάδη-Fowden27.

Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς συνηγορίας τοῦ Γρηγορίου ὑπὲρ τῆς παιδείας ἔρχεται ἀμέσως μετά, δίδοντάς μας καὶ μιὰ ἐπιτομὴ τῆς ἀπάντησης τῶν χριστιανῶν στὴν προσπάθεια τοῦ Ἰουλιανοῦ νὰ τοὺς στερήσει ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ Γρηγόριος γράφει τὰ ἑξῆς ὑπέροχα: «Γιατὶ δική μου εἶναι ἡ δύναμη τῆς παιδείας, καὶ ὅσων ἀγαπῶ· αὐτὴν ἀσπάσθηκα καὶ ἀσπάζομαι ὡς πρώτη μετὰ τὸ πρῶτο – ἐννοῶ τὰ θεῖα καὶ τὶς πέραν τῶν ὁρατῶν ἐλπίδες»28.

Ὅταν διαβάζουμε αὐτὴ τὴν ἐκπληκτικὴ συνηγορία τοῦ Γρηγορίου ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε νὰ διερωτηθοῦμε τὸ ἑξῆς: Ποιὸς ἐκ τῶν δύο εἶναι ὁ πραγματικὸς ἐραστὴς τῆς ἑλληνικῆς παιδείας; ὁ ἐξυμνούμενος ὡς ἑλληνολάτρης Ἰουλιανός, ὁ ὁποῖος ἀπηγόρευσε στοὺς χριστιανοὺς τὴν ἑλληνικὴ παιδεία; ἢ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος στηλιτεύει αὐτὴ τὴν ἀπαγόρευση ὡς τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ ἀτοπήματα τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ δηλώνει ὅτι ὁ ἴδιος τιμᾷ καὶ ἀσπάζεται τὴν παιδεία ὡς πρώτη μετὰ τὸ πρῶτον, τὰ θεῖα;

Ἡ ἀγανάκτηση ποὺ ἔνιωσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιὰ τὴν ἐξωφρενικὴ ἀπαγόρευση τοῦ Ἰουλι- ανοῦ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἴδια ἀγανάκτηση ποὺ θὰ ἔνιωθε καὶ σήμερα κάθε γνήσιος ἐραστὴς τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, ἂν κάποιος ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ἀνήκει μόνο σὲ ὅσους λατρεύουν εἴδωλα, πιστεύουν στοὺς ἀστρολόγους, ἐπισκέπτονται τὶς χαρτορίχτρες καὶ συμμετέχουν σὲ μαγικὲς τελετές· διότι κατ’ οὐσίαν αὐτὸ ἀκριβῶς ἔλεγε ὁ Παραβάτης αὐτοκράτορας, καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ ψευδώ- νυμος «ἑλληνισμός» τοῦ ἐξυμνούμενου ὡς… ἑλληνολάτρη Ἰουλιανοῦ.

Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, ἀνάμεσα στοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὸν Ἰουλιανὸ καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ ὑπάρχει μιὰ θεμελιώδης διαφορὰ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἔβλεπαν τὸν ἑλληνισμό. Καὶ αὐτὸ δὲν διαφεύγει τῆς προσοχῆς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ἐπιτιθέμενος κατὰ τῆς ἀπαγόρευσης τῆς ἑλληνικῆς παιδείας ποὺ ἐπέβαλε ὁ Ἰουλιανὸς στοὺς χριστιανούς, ὁ Γρηγόριος ἀπευθύνει στὸν Παραβάτη αὐτοκράτορα τὸ ἑξῆς καίριο ἐρώτημα: «Πῶς ἐννοεῖς καὶ πῶς ἀντιλαμβάνεσαι τὸν ἑλληνισμό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ παιδεία;»29.

Κατ’ οὐσίαν, ὁ Γρηγόριος ἐλέγχει καὶ ἐπικρίνει ἐδῶ τὴν περὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀντίληψη τοῦ Ἰουλιανοῦ. Διότι ὁ ἑλληνισμός, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Γρηγόριος, προβαίνοντας σὲ μιὰ σημασιολογικὴ ἀνάλυση ποὺ ὁ Jean Bouffartigue ἀξιολογεῖ ὡς «ἔξοχη»30, μποροῦσε νὰ ἰδωθεῖ μὲ περισσότερους ἀπὸ ἕναν, διαφορετικοὺς μεταξύ τους τρόπους. Οὔτε ὁ Ἰουλιανὸς οὔτε ὁ Γρηγόριος ἔβλεπαν τὸν ἑλληνισμὸ ὡς θέμα καταγωγῆς – πρακτικά, κανεὶς δὲν τὸν ἔβλεπε ἔτσι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἀλλὰ ἐξυπακούεται ὅτι ὁ Ἰουλιανὸς δὲν μποροῦσε κιόλας νὰ τὸν βλέπει ἔτσι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ἴδιος δὲν ἦταν Ἕλληνας στὴν καταγωγή. Ὁ «ἑλληνισμός», ὅπως τὸν ἀντιλαμβανόταν ὁ Ἰουλιανός, ἦταν οἱ θεοὶ καὶ τὰ εἴδωλα, οἱ θυσίες στοὺς βωμούς, οἱ μαντεῖες καὶ οἱ μαγικὲς τελετές· καὶ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἀνῆκε κατ’ αὐτὸν σὲ ὅσους προσέρχονταν στὰ ἱερὰ καὶ θυσίαζαν στὰ εἴδωλα, καὶ ἰδιαίτερα στοὺς μυημένους στὰ μυστήρια καὶ στὶς ἀπόκρυφες ἐπιστῆμες.

Ἔτσι ἀντιλαμβανόταν τόν «ἑλληνισμό» ὁ Παραβάτης αὐτοκράτορας.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ ἑλληνισμὸς ποὺ εἶχαν ἀγκαλιάσει οἱ χριστιανοὶ σὰν τὸν Γρηγόριο, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε γίνει μέρος τοῦ νέου, ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, ἦταν ὁ λαμπρὸς πολιτισμὸς τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, στὸν ὁποῖο ἀναγνωρίζει μέχρι σήμερα τὴν ὀφειλή της ὁλόκληρη ἡ πολιτισμένη ἀνθρωπότητα. Αὐτὸς ὁ ἑλληνισμὸς ἀνῆκε κατὰ τὸν Γρηγόριο σὲ ὅλους ὅσοι τὸν τιμοῦσαν καὶ τὸν ἀγαποῦσαν, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἔστρεφαν μὲ θαυμασμὸ τὸ βλέμμα τους στὰ κατορθώματα τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ ἔκαναν τὶς κατακτήσεις του ὁδηγὸ στὴ ζωή τους.

Εἶναι φανερὸ ὅτι ἄλλον «ἑλληνισμό» εἶχαν κατὰ νοῦν ὁ Ἰουλιανὸς καὶ οἱ περὶ αὐτόν, καὶ ἄλλον ὁ Γρηγόριος καὶ οἱ χριστιανοί31.

Καὶ τὸ ἐρώτημα βεβαίως εἶναι τὸ ἑξῆς: Ποιὸς ἐκ τῶν δύο ἀντιλαμβανόταν σωστὰ καὶ ποιὸς διέστρεφε τὸν ἑλληνισμό; ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἢ ὁ ἐξυμνούμενος ὡς «ἑλληνολάτρης» Ἰουλιανός; Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐρώτημα στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ τοποθετηθοῦμε ὅλοι ξεκάθαρα.

Τὰ ἀρρωστημένα σχέδια τοῦ Ἰουλιανοῦ δὲν τελεσφόρησαν. Ὅταν ὁ δῆθεν ἑλληνολάτρης αὐτοκράτορας φονεύθηκε στὴν Περσία, ἡ προσπάθειά του νὰ ἐπιβάλει τὴν ἀπαγόρευση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας ἀνεστάλη, καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας ἔμειναν κτῆμα ὅλων, ὅπως καὶ ἁρμόζει νὰ εἶναι. Ὁ διάδοχος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἰοβιανὸς ἐξυμνήθηκε ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἕναν ἐθνικὸ φιλόσοφο σὰν τὸν Θεμίστιο ὡς ὁ αὐτοκράτορας πού «ἐπανέφερε τὴ φιλοσοφία ἀπὸ τὴν ἐξορία στὰ ἀνάκτορα»32 –αὐτὸ τὸ τελευταῖο δὲν μπορεῖ νὰ σημαίνει παρὰ ἕνα καὶ μόνο: ὅτι ἀκόμα καὶ ἕνας ἐθνικὸς φιλόσοφος σὰν τὸν Θεμίστιο ἀναγνώριζε ὅτι ἡ φιλοσοφία ἦταν ἐξόριστη ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ προκατόχου τοῦ Ἰοβιανοῦ– καὶ ὁ προκάτοχος τοῦ Ἰοβιανοῦ ἦταν ὁ… «ἐστεμμένος φιλόσοφος», ὅπως ἐξυμνεῖται ἀπὸ κάποιους, Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης. Περιττὸ βεβαίως νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ψευδώνυμη «φιλοσοφία» τοῦ Ἰουλιανοῦ, οἱ ἀποκρυφιστικὲς δοξασίες καὶ πρακτικὲς τὴν ἀποκατάσταση τῶν ὁποίων ἔκανε σκοπὸ τῆς ζωῆς του, δὲν εἶχε καμμία ἀπολύτως σχέση μὲ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ παράδοση – καὶ αὐτὸ δὲν δυσκολευόταν νὰ τὸ διακρίνει ἀκόμη καὶ ἕνας ἐθνικὸς φιλόσοφς σὰν τὸν Θεμίστιο.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ξεχωρίζουν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, τοὺς ὁποίου τιμᾶμε ὡς προστάτες τῆς Παιδείας καὶ τῶν Γραμμάτων, εἶναι οἱ πραγματικοὶ συνεχιστὲς τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη τὸν τέταρτο αἰῶνα. Καὶ κατανοοῦμε ἀσφαλῶς καὶ συμμεριζόμαστε στὴν ἀντίδρασή τους, ὅταν ὁ Ἰουλιανὸς ἐπιδίωξε νὰ τοὺς ἀποκόψει νομοθετικὰ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, τὴν ὁποῖοι αὐτοὶ τιμοῦσαν – καὶ ὄχι βεβαίως ὁ Παραβάτης αὐτοκράτορας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ.

 _____________________

 

  1. Codex Theodosianus, eds Theodor Mommsen καὶ Paulus M. Meyer, Weidmann, Berlin 1905, vol.I.2, σελ. 741, XIII, 3, 5.1-6 (362 Iun. 17): “IDEM A. Magistros studiorum doctoresque excellere oportet moribus primum, deinde facundia. Sed quia singulis civitatibus adesse ipse non possum, iubeo, quisque docere vult, non repente nec te- mere prosiliat ad hoc munus, sed iudicio ordinis probatus decretum curialium mereatur optimorum conspirante consensu. ‖ Hoc enim decretum ad me tractandum referetur, ut altiore quodam ho- nore nostro iudicio studiis civitatum accedant. DAT. XV KAL. IUL., ACC. IIII KAL. AUGUSTAS SPOLETIO MAMERTINO ET NEVITTA CONSS”.
  1. Joseph Bidez, La vie de l’empereur Julien, Societé de l’édition “Les Belles Lettres”, Paris 1930, σελ. 263.
  2. Ἰουλιανοῦ, Ἐπιστολὴ ΞΑ΄ c, ed. J. Bidez.
  3. Ἰουλιανοῦ, Ἐπιστολὴ ΞΑ΄ c, ed. J. Bidez, 51-53: «βαδιζόντων εἰς τὰς τῶν Γαλιλαίων ἐκκλησίας, ἐξηγησόμενοι Ματθαῖον καὶ Λουκᾶν».
  4. Ammiani Marcellini, Rerum gestarum libri qui supersunt, ed. John C. Rolfe, XXII, 10, 7: “Illud autem erat inclemens, obruendum perenni silentio, quod arcebat docere magistros rhetoricos et grammaticos, ritus Christiani cultores”.
  5. Henri Irenée Marrou, A history of education in antiquity, transl. George Lamb, The New Amer- ican Library, New York 1964, σελ. 431.
  6. Σωκράτους Σχολαστικοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. W. Bright, Γʹ 12.19-21· Σῳζομενοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. J. Bidez & G. C.Hansen, Εʹ 18, 1.4-2.1· Θεοδωρήτου Κύρρου, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. L. Parmentier καὶ F. Scheidweiler· Αὐγουστίνου, De civitate Dei, XVIII, 52· Φιλοστοργίου, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. F. Winkelmann post J. Bidez, Ζ΄ 4b.4-11· Μαρτύριον Ἁγίου Ἀρτεμίου, λα΄, ed. J.-P. Migne,
  • PG 96, 1280.22.34· Ἰωάννου Ἀντιοχέως, Ἱστορία χρονική, ed. K. Muller, ἀπ. 179.10-12· Ἰωάννου Ζωναρᾶ, Ἐπιτομὴ ἱστοριῶν, ed. Th. Büttner-Wobst, 61.13-17.
  1. Alexander A. Vasiliev, History of the Byzantine empire, 324-1453, The University of Wisconsin Press, Madison, Wisc. 1952, σελ. 74.
  2. Giuseppe Ricciotti, Julian the Apostate, transl. M.Joseph Costelloe, The Bruce Publishing Comp a ny, Milwaukee 1960, σελ. 200.
  3. Robert Browning, The emperor Julian, Weidenfeld and Nicolson, London 1976, σελ. 174.
  4. Εὐναπίου, Βίοι φιλοσόφων καὶ σοφιστῶν, ed. J.Giangrande, Θ΄ 1, 3.2 καὶ Ι΄ 2, 1.1.
  5. Εὐναπίου, ὅ.π., Ι΄ 3, 8.1-3: «Ἀλλ’ ὅμως Ἰουλιανὸς ἐπὶ τὸν Προαιρέσιον ἐπέκλινε τὴν ψυχήν, καὶ πρὸς ἐκεῖνον αὐτῷ τὰ ὦτα ἀνειστήκει, καὶ τὸ μέγεθος κατεδείμανε τῆς φύσεως».
  6. Ἰουλιανοῦ, Ἐπιστολὴ ΛΑ΄. Προαιρεσίῳ σοφιστῇ, ed. J. Bidez, 9-13.
  7. Βλ. συναφῶς Glen W. Bowersock, Julian the Apostate, Duckworth, London 1978, σελ. 64
  8. Σῳζομενοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. J. Bidez καὶ G. C. Hansen, Ϛʹ 25, 5.1-6: «Πρὸς γὰρ τῇ ἄλλῃ παιδεύσει καὶ ποιητικὸς ὢν καὶ παντοδαπῶν μέτρων εἰδήμων καὶ τοῖς ἐντεῦθεν ἡδύσμασι τοὺς πολλοὺς ἔπειθεν αὐτῷ προσέχειν· ἄνδρες γὰρ παρὰ τοὺς πότους καὶ ἐν ἔργοις καὶ γυναῖκες παρὰ τοὺς ἱστοὺς τὰ αὐτοῦ μέλη ἔψαλλον. Σπουδῆς γὰρ καὶ ἀνέσεως καὶ ἑορτῶν καὶ τῶν ἄλλων πρὸς τὸν ἑκάστου καιρὸν εἰδύλλια αὐτῷ πεπόνητο, πάντα εἰς εὐλογίαν Θεοῦ τείνοντα»
  9. Σωκράτους Σχολαστικοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. W. Bright, Γʹ 16.8-15: «Ὁ μὲν γὰρ εὐθὺς γραμματικὸς ἅτε, τὴν τέχνην γραμματικὴν Χριστιανικῷ τύπῳ συνέταττε· τά τε Μωϋσέως βιβλία διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ λεγομένου μέτρου μετέβαλε, καὶ ὅσα κατὰ τὴν παλαιὰν διαθήκην ἐν ἱστορίας τύπῳ συγγέγραπται. Καὶ τοῦτο μὲν τῷ δακτυλικῷ μέτρῳ συνέταττε, τοῦτο δὲ καὶ τῷ τῆς τραγῳδίας τύπῳ δραματικῶς ἐξειργάζετο· καὶ παντὶ μέτρῳ ρυθμικῷ ἐχρῆτο, ὅπως ἂν μηδεὶς τρόπος τῆς Ἑλληνικῆς γλώττης τοῖς Χριστιανοῖς ἀνήκοος ᾖ».
  10. Σωκράτους Σχολαστικοῦ, ὅ.π., Γʹ 16.15-17: «Ὁ δὲ νεώτερος Ἀπολινάριος, εὖ πρὸς τὸ λέγειν παρε- σκευασμένος, τὰ εὐαγγέλια καὶ τὰ ἀποστολικὰ δόγματα ἐν τύπῳ διαλόγων ἐξέθετο, καθὰ καὶ Πλάτων παρ’ Ἕλλησι
  11. Σῳζομενοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. J. Bidez καὶ G. C. Hansen, Εʹ 18, 3.3-4.1: «Ἡνίκα δὴ Ἀπο- λινάριος οὗτος εἰς καιρὸν τῇ πολυμαθείᾳ καὶ τῇ φύσει χρησάμενος, ἀντὶ μὲν τῆς Ὁμήρου ποιήσεως ἐν ἔπεσιν ἡρῴοις τὴν Ἑβραϊκὴν ἀρχαιολογίαν συνεγράψατο μέχρι τῆς Σαοὺλ βασιλείας καὶ εἰς εἰκοσιτέσσαρα μέρη τὴν πᾶσαν πραγματείαν διεῖλεν, ἑκάστῳ τόμῳ προσηγορίαν θέμενος ὁμώνυμον τοῖς παρ’ Ἕλλησι στοιχείοις κατὰ τὸν τούτων ἀριθμὸν καὶ τάξιν». Ἴσως νὰ πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο ἔργο ποὺ ὁ Σωκράτης ὁ Σχολαστικὸς ἀποδίδει στὸν πατέρα Ἀπολινάριο.
  12. Σῳζομενοῦ, ὅ.π., Ε΄ 18, 4.1-3: «Ἐπραγματεύσατο δὲ καὶ τοῖς Μενάνδρου δράμασιν εἰκασμένας κωμῳδίας, καὶ τὴν Εὐριπίδου τραγῳδίαν καὶ τὴν Πινδάρου λύραν ἐμιμήσατο».
  13. Codex Theodosianus, eds Theodor Mommsen καὶ Paulus M. Meyer, Weidmann, Berlin 1905, vol.
  • I.2, σελ. 742, XIII, 3, 6.1-3 (364 Ian. 11): “IMPP.VAL(ENTINI)ANUS ET VALENS AA. AD MAMERTINUM P(RAEFECTUM) P(RAETORI)O. Si qui erudiendis adulescentibus vita pariter et facundia idoneus erit, vel novum instituat audito- rium vel repetat intermissum. DAT. III IS. IAN.
  • DIVO IOVIANO ET VARRONIANO CONSS.”.
  1. Βασιλείου Καισαρείας τοῦ Μεγάλου, Πρὸς τοὺς νέους ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, ed. F. Boulenger, 5.25-28: «Ὡς δ’ ἐγώ τινος ἤκουσα δεινοῦ καταμαθεῖν ἀνδρὸς ποιητοῦ διάνοιαν, πᾶσα μὲν ἡ ποίησις τῷ Ὁμήρῳ ἀρετῆς ἐστιν ἔπαινος, καὶ πάντα αὐτῷ πρὸς τοῦτο φέρει, ὅ τι μὴ πάρεργον».
  2. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Κατὰ Ἰουλιανοῦ βασιλέως στηλιτευτικὸς πρῶτος (Λόγος Δ΄), ed. J.-P.
  • Migne, PG 35, 633.45-636.5: «Ἀλλ’ ἀνακτέον μοι πάλιν τὸν λόγον ἐπὶ τοὺς λόγους· οὐ γὰρ φέρω μὴ τοῦτο πολλάκις ἀνακυκλεῖν, καὶ πειρατέον συνηγορῆσαι τούτοις εἰς δύναμιν· πολλῶν γὰρ καὶ δεινῶν ὄντων, ἐφ’ οἷς ἐκεῖνος μισεῖσθαι δίκαιος, οὐκ ἔστιν ὅ τι μᾶλλον ἢ τοῦτο παρανομήσας φαίνεται». Οἱ «λόγοι», γιὰ τοὺς ὁποίους μιλάει ἐδῶ ὁ Γρηγόριος, εἶναι ἡ παιδεία.
  1. Robert Browning, The emperor Julian, σελ. 169.
  2. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Κατὰ Ἰουλιανοῦ βασιλέως στηλιτευτικὸς πρῶτος (Λόγος Δ΄), ed.J.-P. Migne, PG 35, 536.10-12: «Καὶ διὰ τοῦτο, ὡς ἀλλοτρίου καλοῦ φῶρας, τῶν λόγων ἡμᾶς ἀπήλασεν».
  1. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, ὅ.π., PG 35, 533.45- 536.4: «Ἀλλὰ κἀκείνῳ πρέπουσα δίκη, λόγῳ κολάζεσθαι ὑπὲρ τῆς εἰς λόγους παρανομίας· ὧν κοινῶν ὄντων λογικοῖς ἅπασιν, ὡς ἰδίων αὐτοῦ, Χριστιανοῖς ἐφθόνησεν, ἀλογώτατα περὶ λόγων διανοηθείς, ὁ πάντων, ὡς ᾤετο, λογιώτατος».
  2. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, ὅ.π., PG 35, 636.5-12: «Καί μοι συναγανακτείτω πᾶς ὅστις λόγοις χαίρων, καὶ τῇ μοίρᾳ ταύτῃ προσκείμενος, ὧν εἶναι καὶ αὐτὸς οὐκ ἀρνήσομαι. Τὰ μὲν γὰρ ἄλλα παρῆκα τοῖς βουλομένοις, πλοῦτον, εὐγένειαν, εὔκλειαν, δυναστείαν, ἃ τῆς κάτω περιφορᾶς ἐστι καὶ ὀνειρώδους τέρψεως· τοῦ λόγου δὲ περιέχομαι μόνου· καὶ οὐ μέμφομαι χερσαίοις τε πόνοις καὶ θαλασσίοις, οἳ τούτους μοι συνεπόρισαν».
  3. Polymnia Athanassiadi-Fowden, Julian and Hellenism. An intellectual biography, Clarendon Press, Oxford 1981, σελ. 10 καὶ σημ. 31.
  4. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, ὅ.π., PG 35, 636.12-16: «Ἐμοὶ γοῦν εἴη, καὶ ὅστις ἐμοὶ φίλος, τὸ τῶν λόγων κράτος· ὃ πρῶτον μετὰ τὸ πρῶτον ἠσπασάμην τε καὶ ἀσπάζομαι, τὰ θεῖα λέγω, καὶ τὰς ἔξω τῶν ὁρωμένων ἐλπίδας».
  5. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Κατὰ Ἰουλιανοῦ βασιλέως στηλιτευτικὸς πρῶτος (Λόγος Δ΄), ed.J.-P. Migne, PG 35, 637.29-30: «Τίνος γὰρ τοῦ Ἑλληνίζειν εἰσὶν οἱ λόγοι, καὶ τοῦ πῶς λεγομένου καὶ νοουμένου;».
  1. Jean Bouffartigue, L’empereur Julien et la culture de son temps, Institut d’Études Augustiniennes, Paris 1992, σελ. 658.
  2. Ὁ Glen W. Bowersock σχολιάζει ὅτι ὁ Γρηγόριος ἀρνήθηκε νὰ δεχθεῖ τὸν μετασχηματισμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε, σὲ μιὰ θρησκεία τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ ἀνεχθεῖ (Julian the Apostate, σελ. 5).
  3. Θεμιστίου, Ὑπατικὸς εἰς τὸν αὐτοκράτορα Ἰοβιανόν, ed. H. Schenkl καὶ G. Downey, 63c4-d1: «Ἐμοὶ δέ, ὦ βασιλεῦ, καὶ μᾶλλον ἔτι φροντιστέον ἐστὶ καὶ μὴ λίαν ἐνδεὲς ἀντεισενεγκεῖν σοι τὸ χαριστήριον, ὅτι φιλοσοφίαν οὐ πάνυ παρὰ τοῖς πολλοῖς εὐπραγοῦσαν κατὰ τὸν παρόντα χρόνον ἐπανάγεις αὖθις εἰς τὰ βασίλεια, καὶ παρίσταται σὺν εὐδοκιμωτέρῳ τῷ σχήματι, καὶ ποιεῖς οὐχ ἧττον ἔντιμον τὴν τῶν λόγων ἡγεμονίαν τῆς τῶν στρατοπέδων ἀρχῆς».

Περιοδικό ΑΚΤΙΝΕΣ ΕΤΟΣ 83ο  | ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ – ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2020  |  779

Ψηφιοποίηση - Αναδημοσίευση από: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.4 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης