«... μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες
εις την ενότητα της πίστεως και της
επιγνώσεως του Υιού του Θεού»

Ο λόγος για την ενότητα των Χριστιανών αγγίζει τις λεπτότερες χορδές κάθε χριστιανικής καρδιάς. Γιατί αναφέρεται στο κέντρο της ζωής της Εκκλησίας και της αποστολής της. Η μεγάλη εκείνη ευχή -υποθήκη του Χριστού μας στην αρχιερατική προσευχή Του «... ίνα πάντες εν ώσι» (Ιωάν. ιζ' 21), που έγινε καθημερινή προσευχή της Εκκλησίας («... και υπέρ της των πάντων ενώσεως... δεηθώμεν»), επιβεβαιώνει πανηγυρικά το γεγονός αυτό, που γίνεται περισσότερο αισθητό από τη θέα του δράματος του διαιρεμένου χριστιανικού κόσμου και των ποικιλώνυμων ενωτικών προσπαθειών. Αν μάλιστα φέρουμε στο νου μας και μερικές σχισματικές -αληθινά τραυματικές- καταστάσεις, που έχουμε και μέσα στην Ορθοδοξία, όπως ακόμη τις τόσο συχνές ασυμφωνίες και διενέξεις μεταξύ μας, τότε συνειδητοποιούμε την σημασία της ενότητος.

Θεμελιακές προϋποθέσεις

Η ενότητα της Εκκλησίας έχει κατ' αρχήν ορισμένες αναγκαίες προϋποθέσεις, που πρέπει να υπογραμμίσουμε, για να καταλάβουμε καλύτερα την αναφορά του Αποστόλου στην ουσία της ενότητός μας. Η ενότητα της Εκκλησίας είναι ενότητα «εν Χριστώ». Μέσα στο ένα σώμα του Χριστού (βλ. και Α' Κορ. κεφ. ιβ'). Δεν είναι ο καρπός μιας απλής ιδεολογικής ταυτίσεως και συμφωνίας των μελών της Εκκλησίας, ή το αποτέλεσμα μιας άρτιας οργανωτικής διαρθρώσεως. Γιατί τότε η Εκκλησία δεν θα ήταν σώμα Χριστού, που ζωοποιείται από το Άγιο Πνεύμα, αλλά κάποιος σύλλογος - όμιλος - οργάνωση, όπως αυτές που γνωρίζει ο κόσμος. Η ενότητα της Εκκλησίας είναι «ενότης του Πνεύματος», οικοδομείται και συντηρείται από τη ζωοποιό χάρη του Αγ. Πνεύματος. Ακόμη. βάση της ενότητος αυτής δεν είναι μια κοινή επιδίωξη των μελών για την επιτυχία κοινών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων (έστω και πνευματικών), αλλά μόνη η αποκεκαλυμμένη στο πρόσωπο του Χριστού αλήθεια, μέσα στην οποία καλείται κάθε πιστός να εισέλθει ολόκληρος, για να βρεθεί έτσι ενωμένος και με όλους τους άλλους αδελφούς του στο ένα Κυριακό Σώμα (Α' Κορ. ι' 17). «Ένας Κύριος, μία πίστη, ένα βάπτισμα, ένας Θεός και Πατέρας όλων» (στ. 5-6) είναι τα θεμέλια της ενότητος της Εκκλησίας. Όπου λείπουν αυτές οι προϋποθέσεις, δεν μπορεί να υπάρξει ενότητα εκκλησιαστική. Αντίθετα εκεί εμφανίζεται αίρεση, δηλαδή διαίρεση, και σχίσμα. Η αίρεση είναι ανατροπή των θεμελίων αυτών της ενότη­τος, που εν αγίω Πνεύματι καθορίζει ο Απ. Παύλος. Ο αιρετικός δεν δέχεται τον ένα (και μοναδικό) Κύριο, γιατί τεμαχίζει -και έτσι διαστρέφει- την αλήθεια του Κυρίου. Απορρίπτει την πίστη, αφού δέχεται μια πίστη, που δεν σώζει. Αρνείται το Θεό, γιατί δέχεται «Θεό» που δεν είναι ο αληθινός, ο Οποίος έδωσε την αλήθεια και όχι την αιρετική πλάνη. Έτσι ούτε και στο βάπτισμα του σώματος του Χριστού ο αιρετικός μετέχει, γιατί στην πλάνη κάθε αιρέσεως δεν μπορεί να υπάρχει βάπτισμα, αλλά μόνο ψευτοβάπτισμα.

Μέσα για την ενότητα

...Και πρώτα μας χορηγεί ο Χριστός την άκτιστη χάρη Του, που μας ζωοποιεί και μας κρατεί ενωμένους μαζί Του. Χάρη και αγιασμό αντλούμε μέσα στην Εκκλησία αδιάκοπα. Με τα άγια Μυστήρια, και προ πάντων με την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος μέσα μας, που είναι ο κύριος στόχος της πνευματικής ζωής μας. Η Χάρη δε του Χριστού παρέχεται σύμφωνα με το δίκαιο μέτρο του Χριστού, ανάλογα δηλαδή με την κάθαρσή μας, αλλά και το έργο του καθενός μας μέσα στο Σώμα Του. Γιατί η Χάρη του Χριστού ενεργοποιείται λειτουργικά στο Σώμα Του ως χαρίσματα, ως χαρισματική οργάνωση και συγκρότηση της Εκκλησίας. Γι' αυτό μας έδωσε αποστόλους, προφήτες, ευαγγελιστές, ποιμένες και διδασκάλους. Ο Παύλος μιλεί για την συγκρότηση «του θεσμού της Εκκλησίας», και, όπως στην Α' προς Κορινθίους επιστολή του (ιβ' 28 ε.), αναφέρεται στα αγιοπνευματικά χαρίσματα, που μέσα στη ζωή της Εκκλησίας εκφράζονται ως διακονήματα - διακονίες. Από τους Αποστόλους, που τους εξέλεξε ο ίδιος ο Χριστός (Ιω. ιε' 16), μέχρι τους σημερινούς φορείς αγιοπνευματικών χαρισμάτων με συγκεκριμένη διακονία στην Εκκλησία (Ποιμένες), που τους εκλέγει ο Θεός μέσω όλων των πιστών - μελών του Σώματος (βλ. Πράξ. κεφ. στ') -αυτή είναι η γνήσια πράξη της Εκκλησίας-, έχουμε μια συνεχή διακονία, για να καταρτίζονται οι Άγιοι, να προοδεύουν δηλαδή σε αγιότητα τα μέλη του σώματος, και να «αυξάνει» έτσι πνευματικά η Εκκλησία. Χάρη και διακονίες - χαρίσματα έχουν συγκεκριμένο στόχο, που δεν είναι άλλος από τη

Γνήσια και σωστή ενότητα,

η οποία σημαίνει: α) Ομοιότροπη αποδοχή της αληθείας του Χριστού, της αποκαλύψεώς Του. Απόλυτη δηλαδή κατάφαση του Προσώπου του Χριστού, όλου του φάσματος της αληθείας, που με την είσοδό Του στον κόσμο μας εφανέρωσε. β) Αναγνώριση του Χριστού, εσωτερικά και εξωτερικά, στην καρδιά και στη ζωή μας, ως του σαρκωμένου Θεού για τη σωτηρία μας, με συνέπεια την παράδοσή μας σ' Αυτόν, για να αγιάσει και να θεώσει τη ζωή μας. Αυτό συμβαίνει στους Αγίους μας, οι οποίοι δεχόμενοι ολόκληρο το Χριστό, κρατούν την ορθή πίστη και ομολογία, και αναγνωρίζοντας ομοιότροπα τον Χριστό, φθάνουν στην τελεία «επίγνωσή» Του, που είναι η μετοχή στο άκτιστο φως της θεότητός Του. Χωρίς τα δύο αυτά στοιχεία ενότητα χριστιανική δεν μπορεί να υπάρξει. Όταν λείπει η πίστη, ή είναι λειψή, δηλαδή αιρετική, καταντούμε σε ένα ατομικό - ψευτοχριστιανισμό, που είναι αδύνατο να οικοδομήσει ενότητα, όπως την νοεί ο Παύλος. Όταν λείπει η επίγνωση του Χριστού ως Υιού του Θεού, χάνουμε την ουσία του Χριστού και την αποκλειστικότητά του για τη σωτηρία του κόσμου, και νοούμε τη χριστιανική ιδιότητά μας ως ένα συμπληρωματικό στοιχείο της ζωής μας και όχι ως την ίδια τη ζωή μας. Απ' τη διπλή αυτή αρρώστια πάσχει κατά κανόνα ο «Χριστιανισμός» της εποχής μας....

Η ενότητα της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή, που μας περιγράφει ο Απ. Παύλος. Έτσι την δέχθηκαν και την δέχονται όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, έτσι την κηρύσσει η Ορθοδοξία των Αγίων μας Πατέρων. Ενότητα με «ποικιλίες» και «πλουραλισμούς» στην ουσία της πίστεως αγνοεί η Εκκλησία. Αν ζει λοιπόν μέσα μας το ένα Άγιο Πνεύμα, αν δηλαδή από την κάθαρση έχουμε φθάσει στον αγιοπνευματικό φωτισμό, τότε θα «καταντήσουμε» - καταλήξουμε και στην γνήσια και αληθινή ενότητα της Εκκλησίας.

"ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ"
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την
«ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» 



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης