ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ  ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

...Αι παραδόσεις είναι κάτι παρισσότερον από ό,τι συνήθως νομίζεται. Δεν είναι τύπος του απωτάτου παρελθόντος της Εκκλησίας, ήδη δε απεξηραμένου. Είναι η εν Αγίω Πνεύματι κτηθείσα πείρα και η συνεκτική δύναμις της Εκκλησίας. Είναι Θεόσδοτος όρος, βεβαιών την ορθήν πορείαν της Εκκλησίας δια μέσου των αιώνων, ως και εγγύησις της μέχρι συντελείας του κόσμου τούτου ευσταθείας της εν τη αληθεία. Αποτελεί πλάνην οικτράν και κατά τινα τρόπον βλασφημίαν η ιδέα, ότι η Εκκλησία εξελίσσεται όπως και ο κόσμος, τον οποίον και οφείλομεν να παρακολουθώμεν. Εξέλιξις δεν νοείται η εξωτερική εναλλαγή μορφών της Εκκλησίας εκ της ανάγκης προσαρμογής εις τα δεδομένα του κοσμικώς εξελισσομένου. Οι άνθρωποι οφείλουν να καλλιεργούν και αγιάζουν το πνεύμα των προς παρακολούθησιν της Εκκλησίας, και όχι η Εκκλησία να μετασχηματίζεται κατά την αφηνιώσαν επιθυμίαν των, συστελλομένη εις περιωρισμένα και αμαρτωλά εγκόσμια σχήματα.                                       

Η Εκκλησία δεν είναι άθροισμα φιλελευθέρων διανοιών, αλλά σώμα πιστών, εις την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν ακλινώς πιστεύον. Αλλ' ενταύθα είναι ο κίνδυνος. Μόνον εις την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν πιστεύουν οι πιστοί; Αν ναι, τότε αφήνονται περιθώρια ελευθέρας και κατά το δοκούν ερμηνείας του Αποκεκαλυμμένου Λόγου, και κατά συνέπειαν αγόμαθα ασφαλώς εις τον Προτεσαταντισμόν. Αλλά τι είναι η Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας; Η Παράδοσις των Πατέρων. Την Αγίαν Γραφήν ημείς δεν πλησιάζομεν απ' ευθείας, ως οι Προτεστάνται, δεν ερευνώμεν ημείς, δεν αποφαινόμεθα ημείς, αλλ' οι Άγιοι Πατέρες. Οι Πατέρες δεν είναι φιλόσοφοι, δεν σκέπτεται έκαστος ως βούλεται. Είναι πνευματέμφορα της Εκκλησίας τέκνα, εκ Θεού έλκοντα την χάριν της απλανούς ερμηνείας του θείου λόγου. Διό και η Θεολογία μας δεν είναι εξελισσομένη, δεν αποβάλλει παλαιάς ιδέας, δεν αλλάσει ουσιαστικάς θέσεις, αλλ' ούτε προσκτά νέαν γνώσιν, τέως άγνωστον. Είναι τελεία διά των Οικουμενικών Συνόδων και διά των Αγίων Πατέρων. Δεν αφέθη εις αυτήν χώρος προόδου. Πρόοδος της Θεολογίας είναι αυτή η συνέχισις της αληθείας, η ανανέωσις της Παραδόσεως.

Οι άνθρωποι έχουν εξέλιξιν εις την σφαίραν των υλικών κατακτήσεων, εις τους τρόπους σκέψεως και ζωής, εις την φιλοσοφικήν περιέργειαν. Η Εκκλησία όμως δεν εξελίσσεται εις την ουσίαν της, δεν μετακινείται από της εδραίας θέσεώς της. Που να υπάγη και τι να εύρη εφ' όσον κατέχει πλήρη την αλήθειαν; Μίαν κίνησιν μόνον έχει. Την περί εαυτήν. Ο νους της, καταλαμπόμενος υπό των τηλαυγών ακτίνων του Παναγίου Πνεύματος, κινείται εντός των απείρων διαστάσεων της αληθείας, τας οποίας απεκάλυψεν εις αυτήν, αυτό το Πανάγιον Πνεύμα. Η Εκκλησία των Ι. Συνόδων και των Αγίων Πατέρων έθηκε τελείαν, ως σχούσα το πλήρωμα της αληθείας, ουχί εκ προοδευτικής κατακτήσεως προερχομένης, αλλά εκ της εφ άπαξ καταβολής της αποκαλύψεως του Παναγίου Πνεύματος. Η παρατηρηθείσα πρόοδος της Εκκλησίας, κατ' ουσίαν δεν ήτο πρόοδος αυτής, αλλά προσπάθεια εξ ανθρώπων προς ενάρθρωσιν των αληθειών της εις τον ανθρώπινον λόγον, η οποία και συνετελέσθη οριστικώς   εις την Εβδόμην Οικουμενικήν Σύνοδον                                       

Η Εκκλησία, είτε ως δόγμα, είτε ως λειτουργική παράδοσις, είτε ως ιδιάζουσα πνευματικότης είτε ως γραπτή νομοθεσία, είτε ως άγραφος παράδοσις, αποτελεί από αιώνων εν ολοκληρωμένον σύνολον, μη υποκείμενον εις ουδεμίαν αλλοίωσιν εκ της υποψίας, τάχα, ότι δείται τελειώσεως. Είναι εν Αγίω Πνεύματι πλήρης, κεκορεσμένη, ανενδεής εξ ανθρώπων. Ήδη είναι συντηρουμένη και κατευθυνομένη υπό του Αγίου Πνεύματος, εις την πνευματικήν αυτής στρατείαν προς τας αρχάς του σκότους. Το «εκτός της Εκκλησίας ουδεμία σωτηρία υπάρχει», έχει την σημασίαν ότι, οι μη όντες εις αυτήν και οι απ' αυτής εκκλίνοντες, πλανώνται έξω των ιερών περιβόλων αυτής και στερούνται της σκέπης του Αγίου Πνεύματος, όπερ μόνον εις την Εκκλησίαν υπάρχει, και όπερ χαρίζεται την σωτηρίαν. Όσοι κατά το παρελθόν, άτομα η Εκκλησίαι, ηθέλησαν να αφαιρέσουν η να προσθέσουν «ιώτα εν η μίαν κεραίαν», εις όσα καλώς η Εκκλησία εδογμάτισε και έζησεν ως παράδοσιν, κατωλίσθησαν εις αιρέσεις. Το FILIOQUE και το ομοιούσιον, από εν «ιώτα» είναι. Εν τούτοις η του Αγίου Πνεύματος υπερφυής ακρίβεια απέρριψε μετά πατάγου τας εξ ανθρωπίνων λογισμών μεταβολάς. Η Παράδοσις, λοιπόν, εις την Εκκλησίαν αποτελεί αναλλοίωτον πραγματικότητα, υπερλογικήν έχουσαν την προέλευσιν, και ως τοιαύτην οφείλομεν όχι μόνον να την τηρώμεν, αλλά και να την περιέπωμεν ασινή, να την αγαπώμεν και να ατενίζωμεν προς αυτήν, ως προς τον μόνον και μοναδικόν κανόνα πίστεως και ζωής. Δεν δυνάμεθα να μακρυνθώμεν ακινδύνως από αυτήν, διότι ούτω νοθεύομεν το περιεχόμενον της Εκκλησίας. Η Παράδοσις της Εκκλησίας ευρίσκει έκφρασιν εις τον συνδυασμόν των Ι. Συνόδων και των Αγίων Πατέρων. Η διατυπωθείσα αλήθεια εις τας Ιεράς Συνόδους και η διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, συνιστούν την Παράδοσιν, την αλήθειαν της Ορθοδοξίας.                                      
Όσοι ομιλούν περί Εκκλησίας χωρίς να λαμβάνουν υπ' όψει τους Πατέρας δεν είναι ορθόδοξοι. Όσοι διδάσκουν, βασιζόμενοι μόνον εις την Αγίαν Γραφήν και δεν ακολουθούν την ερμηνείαν αυτής υπό των Αγίων Πατέρων, προτεσταντίζουν. Όσοι υπευθύνως ενεργούν, ανατρέποντες όσα άχρις ημών η πολιά αρχαιότης διέσωσε, πλήττουν εις τα καίρια την Εκκλησίαν. Όσοι δεν έπονται εις την ποικίλην διδασκαλίαν των Αγίων Πατέρων, αντιπίπτουν εις το Πνεύμα το Άγιον. Όσοι ανατρέπουν τας Παραδόσεις της αγιωτάτης Εκκλησίας μας, ομοιάζουν με τον ρωμαίον στρατιώτην, ο οποίος εράπισε εις την σιαγώνα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Αντιθέτως, όσοι ομιλούν περί Εκκλησίας και νοούν Πατέρας, αυτοί είναι όντως Ορθόδοξοι. Όσοι διδάσκουν θεολογίαν και με την μεν δεξιάν κρατούν την Αγίαν Γραφήν, εις δε την ευώνυμον την ερμηνείαν των Πατέρων, αυτοί ευρίσκονται εντός της πνευματικότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όσοι υπευθύνως ενεργούν βάσει των Πατερικών Παραδόσεων, αυτοί δοξάζουν αληθώς τον Θεόν. Όσοι αποδέχονται την Παράδοσιν της Εκκλησίας ως ισόκυρον με τας Αγίας Γραφάς και αγωνίζονται δι' αυτήν, είναι μάρτυρες τη προαιρέσει....                                       

Εάν είχομεν οργώσαν Εκκλησίαν και συνεχομένην εκ της αγωνίας διά την διαφύλαξιν και προάσπισιν των πολυτίμων υποθηκών της αμωμήτου Ορθοδοξίας μας, θα έπρεπε να περιβάλλη με σεβασμόν, στοργήν και αγάπην, τους αγνούς και ενθουσιώδεις πιστούς ιδίως εις τους δυσχειμέρους καιρούς μας, κατά τους οποίους δεινός εγείρεται πόλεμος κατά της Ορθοδοξίας παρ' ορθοδόξων και μη. Είναι λυπηρόν ότι ακόμη δεν κατενοήθη εις όλην την έκτασίν της η ύπουλος διείσδυσις εις την Ορθοδοξίαν του ορθολογιστικού Προτεσταντισμού, ο οποίος ηρέμα και σταθερώς λυμαίνεται την αγίαν Εκκλησίαν μας. Ήδη συμπτώματα αντορθοδόξου σκέψεως και φρονημάτων κατέστησαν πλέον εμφανή. Τρόποι ζωής, ομοιάζοντες με προτεσταντικά πρότυπα ήρχισαν να επικρατούν. Μείωσις του θεσμού της Εκκλησίας, διά του σχηματισμού χριστιανικών εκ λαϊκών ομάδων, ζωηρώς παρατηρείται. Τάσεις προς ευδαίμονα βίον εξαπλούνται μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών κινήσεων. Το αυστηρόν, το ασκητικόν της Εκκλησίας πνεύμα παραθεωρείται. Η οδός, από τραχείας, καθίσταται λεία. Η στενή και τεθλιμμένη, διευρύνεται εις λεωφόρον. Ο Εσταυρωμένος λησμονείται. Νόθος τις χαρά, ως εκ του Τάφου του Αναστάντος Σωτήρος εκπηδώσα, αυτή μόνο συγκινεί τας καρδίας πολλών. Ξένα εντελώς προς την Εκκλησιολογικήν των Πατέρων θεολογίαν ρεύματα πνέουν εις την Ορθοδοξίαν...                                                
Εν δε τω πεδίω της θεολογίας υπάρχει τοιαύτη σύγχυσις και άγνοια περί της υπερτίμου της Ορθοδοξίας μας πνευματικότητος, ως Ανατολή και Δύσις, Προτεσταντισμός και Ορθοδοξία να εμφανίζουν κοινήν διανοητικότητα και κοινούς τρόπους σκέψεως. Ο Μ. Βασίλειος γυμνούται τελείως από το ασκητικόν του πνεύμα και παρουσιάζεται ως ένας κοινωνικός ευεργέτης με την «βασιλειάδα» του... Η ασκητική διδασκαλία των Πατέρων αγνοείται εις την εποχήν μας, θεωρουμένη από τους θεολόγους μας παρωχημένον είδος, κατάλληλον διά τους Μοναχούς της αρχαίας Εκκλησίας μόνον. Η υποστατική ύπαρξις του Κακού εν τω Διαβόλω αμφισβητείται, πιστευομένου ότι αποτελεί μορμολύκειον προς εκφοβισμόν των νηπίων και προκατειλημμένων τινών καλογήρων. Η αγωνία του Κυρίου δεν είναι διά τους σημερινούς χριστιανούς πραγματικότης υποχρεούσα την οικείωσίν της. Το «ημίν τοις αναξίοις εχαρίσθη, όχι μόνον το εις Αυτόν πιστεύειν, αλλά και υπέρ Αυτού πάσχειν», κατέστη ακατανόητον διά την σημερινήν νοοτροπίαν. Η ωραίαν και καθαράν απεργαζομένη την ψυχήν νηστεία πού είναι σήμερον; Τα καθαίροντα εκ των μυστικών ρύπων την καρδίαν δάκρυα, ών «και εν μόνον στάξαν εκ συνοχής, ισοδυναμεί τω λουτρώ», - κατά το Γρηγόριον Νύσσης- τις επιμελείται; Η ταπείνωσις, η επιπόθησις της ουρανίου Βασιλείας, η αγάπη του Χριστού, η της αιωνιότητος αδιάλειπτος νοσταλγία και συνοχή,εις ποίον σύγχρονον κήρυγμα τονίζονται δεόντως;... 
                 
Ουδέποτε άλλοτε η Εκκλησία μας είχε τόσην ανάγκην επιστροφής και αναβαπτίσεως εις τας ζωογόνους πηγάς της αμωμήτου Ορθοδοξίας όσην σήμερον, ότε πολυώνυμα στοιχεία συνεκεράσθησαν με την διδασκαλίαν της, τόσον ώστε να μη γνωρίζει τις τι είναι γνήσιον και τι νόθον, τι Ορθόδοξον και τι Προτεσταντικόν, ποία η Ανατολική και ποία η Δυτική θεολογία, ποία ημετέρα πνευματικότης και ποία ξένη....

Εκ του περιοδικού "Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία"

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"


Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης