Η κριτική εις την αρχαίαν ελληνικήν θρησκείαν

ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΗΜΕΡΟΝ

Του πρωτ. π. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, Επικ. Καθ. Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Β’

Ο Ευριπίδης (485- 406π.Χ.) ανήκει στους τρείς κορυφαίους τραγικούς. Η στάση τού Ευριπίδη έναντι της αρχαίας θρησκείας υπήρξε αυστηρή.  Στο έργο του “Βελλεροφόντης”, σέ αποσπάσματα πού διασώθηκαν, αναφέρει: «Λένε ότι υπάρχουν θεοί στον ουρανό. Όχι, δεν υπάρχουν, εκτός αν θέλουμε, με τη μωρία μας να εξακολουθούμε να πιστεύουμε τους αρχαίους μύθους». Και αλλού «θεοί πού κάνουν αισχρές πράξεις δεν είναι θεοί»(7).

Ο Αριστοφάνης (450-385 π.Χ.) αποτελεί τον κορυφαίο εκπρόσωπο της αρχαίας κωμικής ποίησης. Ποιά ήταν η στάση του έναντι των αρχαίων ελληνικών θεών; Καθόλου θετική. Επισημαίνει σχετικά ο καθηγητής R. Flaceliere: «τις πιο πολλές φορές ο Αριστοφάνης μιλά για τη θρησκεία με έλλειψη σεβασμού και παρουσιάζει τους θεούς σαν γελοία πρόσωπα, ανάξια προσοχής»(8).

Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) υποστήριζε ότι τα λεγόμενα για τους θεούς ούτε αγαθά, ούτε αληθή είναι, αλλά τυχαία(9).

Αυστηρής κριτικής και έντονης αμφισβήτησης έτυχε η αρχαιοελληνική θρησκεία και από τους Σοφιστές, όπως π.χ. από τον Πρωταγόρα και τον Πρόδικο(10).

Ο Διογένης ο Κυνικός (410-323 π.Χ.) θα ομιλήσει με ιδιαίτερη σκληρότητα για τα Ελευσίνια Μυστήρια και για ορισμένες θρησκευτικές πρακτικές της αρχαίας θρησκείας (εξαγνισμό, μαντείες κ.ά) τις οποίες χαρακτήριζε ως ανόητες(11).

Ο Επίκουρος ( 341-270 π.Χ) αναφέρει ότι σκοπός της φιλοσοφίας είναι να απαλλάξει τους ανθρώπους από το φόβο και ιδιαιτέρως από το φόβο των θεών. Η ελληνική λαϊκή θρησκεία, κατά τον Επίκουρο, αναπτύσσεται με την αμάθεια, την οποία στηρίζει, και με τον τρόμο των θεών και των Ερινυών(12).

 

Ο εκ Μεσσηνίας ορμώμενος φιλόσοφος Ευήμερος (340-260 π.Χ. ) στην αυστηρή κριτική του κατά των αρχαίων θεών, πού ασκεί στο έργο του Ιερά Αναγραφή, ισχυρίζεται ότι η πίστη στους θεούς προήλθε με τη θεοποίηση ηρώων, σοφών, ευεργετών και άλλων ανθρώπων, πού έζησαν σέ πολύ παλαιούς χρόνους(13).

Με την αμφισβήτηση τού αρχαιοελληνικού δωδεκάθεου σχετίζονται και οι δίκες για αθεΐα στην Αθήνα στα κλασικά χρόνια και ο διωγμός φιλοσόφων στο όνομα των θεών. Στα πλαίσια αυτά διώχθηκαν οι: Αναξαγόρας, Αριστοτέλης, Πρωταγόρας, Διαγόρας ο Μήλιος, ο ρήτορας Ανδοκίδης κ.ά.

Από τα μέσα τού 4ου αι. π.Χ. η κρίση και η παρακμή της αρχαίας ελληνικής θρησκείας επιδεινώθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους σέ συνάρτηση και με τη μεταβολή των προηγούμενων κοινωνικών, πολιτικών σταθερών τού τότε γνωστού κόσμου.

Ο έντονος θρησκευτικός συγκρητισμός των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων(14), η είσοδος ανατολικών θρησκειών στον Ελληνικό χώρο, η θεοποίηση και η λατρεία ανθρώπων και βασιλέων ως θεών, αρχής γενομένης από τον Σπαρτιάτη ναύαρχο Λύσανδρο, ενώ ο Πτολεμαίος ο Β΄ (309-247 π.χ.) θεοποίησε τους γονείς του και στη συνέχεια αφού παντρεύτηκε την αδελφή του Αρσινόη, παρά την αιμομιξία τους, της έκτισε ναό μετά το θάνατό της (270 π.Χ.) και όρισε ιέρειες να της προσφέρουν λατρεία(15).

Η αύξηση της μαγείας και τού αποκρυφισμού, η εμφάνιση αργότερα διαφόρων “θαυματοποιών ” γνωστών ως « θείων ανδρών » όπως ο Απολλώνιος ο Τυανέας, θα συντελέσουν καίρια, ώστε η παρακμή της αρχαίας ελληνικής ειδωλολατρικής θρησκείας να καταστεί οριστική και μη αναστρέψιμη.

Επιπλέον, αδιάψευστοι μάρτυρες της θρησκευτικής παρακμής των αρχαίων προγόνων μας είναι οι επιγραφές πού έχουν διασωθεί. Μία εξ αυτών τού 48 π.Χ., προερχόμενη από την Έφεσο, αναφέρει ότι η βουλή των Εφεσίων, ο δήμος και οι άλλες ελληνικές πόλεις της Ασίας και τα έθνη, θεωρούν τον Γάιον Ιούλιον Καίσαρα «Θεόν επιφανή και κοινόν τού ανθρωπίνου βίου Σωτήρα»(16).

Οι τελευταίες προσπάθειες των νεοακαδημικών, των κυνικών και τού νεοπυθαγορισμού να επανανοηματοδοτήσουν με αλληγορικό πνευματικό περιεχόμενο τη λατρεία των παλαιών θεοτήτων, δεν θα φέρουν κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Σημειώσεις:

7. Βλ. R. Flaceliere, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σ. 360. 8. Βλ. R. Flaceliere, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σ.360.

9. Βλ. Ποιητική, 1460 Β.

10. Βλ. Κ. Γεωργουλή, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, 19942, σσ.120 -122. M.P.Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας ελληνικής θρησκείας, όπ.π., σσ. 277-318.

11.Βλ. R. Parker, Η θρησκεία στην Αρχαία Αθήνα, όπ.π., σ. 366.

12.Βλ. W. Weischedel, Der Gott der Philosophen, οπ.π., σσ. 59-60 E. Zeller - W. Nestle, Ιστορία της Ελληνικής φιλοσοφίας, (μτφ: Χ. Θεοδωρίδη), 1980, σσ. 303-304.

13. Βλ. Θ. Βορέα, Εισαγωγή εις την Φιλοσοφίαν, 19722, σ. 391. M. Winiarczyk, Euhemeros von Messene. Leben, Werk und Nachwirkung, 2002, σσ.107 – 118. P. Fouyas, Christianity and Mystery Religions in Conflict, (Diss), 1968, σσ. 109 – 110.

14. Βλ. J. G. Griffiths, Hellenistics Religions, στο The Encyclopedia of Religion, 6 (1987), σσ. 258 - 262. H. J. Gehrke, Ιστορία τού ελληνιστικού κόσμου, (μτφρ: Ἀ.Χανιώτη), 2000, σσ. 264 – 268.

15. Βλ. P. Wendland , Die hellenistisch - romische Kultur in ihre Beziehungen zu Jundentum und Chri¬stentum, 19123, σ. 124.

16. Βλ. Πλουτάρχου, Βίος Λυσάνδρου,18, «Πρώτῳ μέν γάρ Ἑλλήνων ἐκείνῳ βωμούς αἱ πόλεις ἀνέστησαν ὡς θεῷ καί θυσίας ἔθυσαν, εἰς πρῶτόν δε παιᾶνες ἤσθησαν».

Ορθόδοξος Τύπος, Αριθμός Φύλλου 2065, 10 Απριλίου 2015




Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης