Η ΑΝΟΡΘΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Η πτώση έχει την αιτία της στην προαίρεση του ανθρώπου· όμως η ανόρθωση οφείλεται στην πρωτοβουλία του Θεού, που δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο.

α) Το πρωτευαγγέλιο

Πολλοί άνθρωποι βλέπουν τα γεγονότα που ακολούθησαν την πτώση του ανθρώπου σαν αυστηρές τιμωρίες του Θεού, σαν ο Θεός να έπαυσε να είναι στοργικός Πατέρας. Ο Θεός όμως είναι πάντοτε ο στοργικός πατέρας για τον άνθρωπο.

Αυτήν ακριβώς τη στοργή βλέπουμε να εκδηλώνεται ταυτόχρονα με την επιβολή της τιμωρίας. Το μέλλον του ανθρώπου δεν είναι ο θάνατος, αλλά η ζωή. Μια μέρα ο απόγονος της γυναικός, ο Χριστός, θα συντρίψει την κεφαλή του «όφεως» (Γέν. γ' 15), ενώ ο διάβολος θα ριφθεί «εις την λίμνην του πυρός και του θείου» (Αποκ. κ' 10). Τα δύο γεγονότα αναφέρονται μαζί και δεν πρέπει να α-πομονώνονται· ο θάνατος είναι απλό επεισόδιο στη ζωή του χριστιανού· προορίζεται να ριφθεί «εις την λίμνην του πυρός» μαζί με τον Άδη (Αποκ. κ' 14), προκειμένου να βασιλεύσει η ζωή!

Για να πραγματοποιηθούν όμως αυτά, έπρεπε προηγουμένως να θεραπευθεί η ίδια η φύση του ανθρώπου, που διαφοροποιήθηκε με την πτώση. Ήταν πράγματι βαρειά η κληρονομιά των απογόνων του πεσμένου ανθρώπου· η κληρονομιά της αρρωστημένης φύσης, μιας παλαιάς, γηρασμένης ρίζας, που η μοίρα της ήταν ο θάνατος και η φθορά.

Για να επιτύχει λοιπόν τη σωτηρία εχρειάζετο νέα «ρίζα», τη ρίζα ενός νέου Αδάμ, όχι εκείνη του παλαιού Αδάμ. Είχε ανάγκη από νέο γενάρχη, που θα επανέφερε τη φύση του ανθρώπου στο σύνδεσμο με τον Θεό και θα τον έκανε πάλι μέτοχο της ζωής του Θεού. Η παλαιά ρίζα του Αδάμ τον κατεδίκαζε στη φθορά και στο θάνατο (Σοφ. Σολ. β' 23-24. Πρβλ. Ψαλμ. μη' 8). Θα έπρεπε λοι¬πόν να θεραπευθεί η ίδια η φύση του ανθρώπου, ώστε με τη συμμετοχή του στην αναγεννημένη φύση, να μπορέσει και πάλι να συνδεθή με την πηγή της ζωής του, τον Θεό, και να ζήσει (Ιω. γ' 36. ιδ' 6. Ιω. ε' 12, 20).

Αυτό δεν μπορούσε ποτέ να το πετύχει μόνος του ο άν-θρωπος, οσοδήποτε κι αν προσπαθούσε. Όλες οι «τεχνικές» αυτοσωτηρίας είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, διότι δεν ξεπερνούν τα περιορισμένα πλαίσια της κτιστής πραγματικότητας του ανθρώπου και εξουδετερώνονται με το θάνατο. Η πραγματικότητα αυτή δεν αλλάζει, οσοδήποτε δελεαστικές κι αν είναι οι υποσχέσεις εκείνων που παρακινούν τον άνθρωπο σε αυτονομία· εφευρέτης αυτών των παραπλανητικών μεθόδων είναι ο διάβολος (Γέν. γ' 4-7) κι εμείς υφιστάμεθα ακόμη τις συνέπειες της επιπο-λαιότητας του προπάτορα Αδάμ. Θα έπρεπε συνεπώς η τραγική αυτή εμπειρία να είχε συνετίσει τον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σώσει τον εαυτό του· όμως ο Θεός τον αγάπησε με «αγάπη αιώνιο» (Ιερ. λη' 3· εβρ. κείμενο: λα' 3). Γι' αυτό μαζί με την έξωση του ανθρώπου από τον παράδεισο του ενέβαλε στην ψυχή τοι την ελπίδα:

«Θα θέσω έχθρα μεταξύ σού και της γυναικός, μεταξύ του σπέρματός σου και μεταξύ του σπέρματος αυτής. Αυτός θα σου συντρίψει την κεφαλή και συ θα του συντρί¬ψεις την πτέρνα» (Γέν. γ' 15). Αυτή η υπόσχεση του Θεού προσδιορίζει την ιστορία της ανθρωπότητας, που οδηγεί από την πτώση στην ανόρθωση και ονομάζεται «πρωτευαγγέλιο».

Ο απόγονος της γυναικός θα συντρίψει το Σατανά και τα έργα του, θα γίνει ο νέος γενάρχης. Όσοι κατάγονται από αυτόν, οι «απόγονοί» του, δεν θα βρίσκονται πια κάτω από το βασίλειο της φθοράς και του θανάτου, αλλά θα εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού, θα ενδυθούν την αφθαρσία και αθανασία (Α' Κορ. ιε' 45-58).

† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
Απόσπασμα από το βιβλίο του «Η Ορθοδοξία μας»

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ


β) Περίοδος αναμονής

Ολόκληρη η ιστορία του ισραηλιτικού λαού είναι πρόγευση και προεικόνιση του ερχομού του «σπέρματος της γυναικός» και της νέας κοινωνίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου, δηλαδή της Εκκλησίας.

Ο Θεός συνάπτει συνθήκη με τον Νώε και τους απογόνους του (Γέν. θ' 8-17) και διαβεβαιώνει τον Αβραάμ πως η γυναίκα του Σάρρα θα γεννήσει υιό, που θα γίνει γενάρχης πολλών εθνών (Γέν. ια' 30, ιζ' 16). Όταν αργότερα η Σάρρα ζήτησε να απομακρυνθεί ο υιός της δούλης Άγαρ, εφάνη «σκληρός» ο λόγος αυτός στον Αβραάμ (Γέν. κα' 11), αλλά ο Θεός διαβεβαίωσε: «Μη σου φαίνεται σκληρός αυτός ο λόγος για το παιδί και τη δούλη. Να ακούσεις όλα όσα θα σου πει η Σάρρα, γιατί "εν Ισαάκ κληθήσεταί σοι σπέρμα"» (Γέν. κα' 12).

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει παιδί του Θεού, παρά μόνο με υπερφυσικό τρόπο· όχι με βάση τη σάρκα, αλλά με βάση την επαγγελία (Ρωμ. θ' 6-8, δ' 1-25), που πραγματοποιείται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτός είναι το αναμενόμενο «σπέρμα του Αβραάμ», μέσω του οποίου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη (Γαλ. γ' 16). Όσοι πιστεύουν στο όνομα του Ιησού Χριστού, γίνονται παιδιά του Αβραάμ «εξ επαγγελίας» και λαμβάνουν το πνεύμα της υιοθεσίας (Γαλ. γ' 7-9. 29. Ρωμ. η' 15-17).

Από την εποχή του Αβραάμ ανεμένετο αυτό το «σπέρμα», μέσω του οποίου θα ευλογούντο όλες οι φυλές της γης (Γέν. κβ' 18. Πράξ. γ' 25-26). Την υπόσχεση ανανέωσε ο Θεός στον Ισαάκ (Γέν. κστ' 24) και στον Ιακώβ (Γέν. κη' 3-17). Χαρακτηριστικό είναι το όραμα του Ιακώβ. Είδε μία «κλίμακα», που εστηρίζετο στη γη και έφθανε μέχρι τον ουρανό. Άγγελοι του Θεού ανέβαιναν και κατέβαιναν πάνω σ' αυτή. Στο ένα μέρος της ο Ιακώβ είδε τον Κύριο να στηρίζεται πάνω της και τον άκουσε να ευλογεί:

«"εν σοι" και "εν τω σπέρματί σου" θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης». Το σπέρμα λοιπόν, ο αναμενόμενος απόγονος του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, θα αποτελούσε αφετηρία ευλογίας για ολόκληρο τον κόσμο και ως «κλίμαξ» μοναδική θα ένωνε τη γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με τον ίδιο τον Θεό, που εθεάθη στην κορυ-φή και «εστηρίζετο» σ' αυτήν, βεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τον Ιακώβ για τη δικαίωση της προσδοκίας.

Ο Ιακώβ είχε πλήρη συναίσθηση πως ο «χώρος» εκείνος δεν ήταν φυσική κατάσταση, αλλά αληθινή θεοφάνεια. Γι' αυτό και ανεφώνησε: «Πόσο φοβερός είναι ο τόπος αυτός; βεβαίως είναι οίκος Θεού και αυτή είναι η πύλη του ουρανού» (Γέν κη' 17). Ήταν πρόγευση της νέας πραγματικότητος, για την οποία προετοιμάζετο η ανθρωπότητα στην Παλαιά Διαθήκη.

Σ' αυτή την περίοδο αναμονής έζησαν και οι προφήτες. Στο κέντρο του ενδιαφέροντός των ήταν το πρόσωπο του ερχομένου Σωτήρα. Επροφητεύθη ότι θα βλαστήσει από τη «ρίζα του Ιεσσαί», στην οποία θα αναπαυθεί το Άγιο Πνεύμα, και θα ιδρύσει τη βασιλεία του Θεού, την Εκκλησία, που θα είναι δοξασμένη. Αυτό προαναγγέλλει ο Ησαίας και άλλοι προφήτες:

«Από τη ρίζα του Ίεσσαί θα φυτρώσει κλωνάρι
και άνθος θα βλαστήσει απ’ τη ρίζα αυτή.
Θα επαναπαυθεί σ' αυτή το Πνεύμα του Θεού,
Πνεύμα σοφίας και συνέσεως,
Πνεύμα θελήσεως και ισχύος,
Πνεύμα γνώσεως και ευσέβειας» (Ησ. ια' 1-2).

«Και θα έλθει την ημέρα εκείνη η ρίζα του Ιεσσαί και ο ανιστάμενος για να είναι άρχων εθνών· σ' αυτόν θα ελπίσουν έθνη και θα είναι η διαμονή του δοξασμένη» (Ησ. ια' 10. Πρβλ. Ιερ. κγ' 5-8, λ' 9. Ιεζ. λδ' 23-31, λζ' 24-28. Αμώς θ' 11-15. Μιχ. ε' 1-5).

Ο αναμενόμενος θα είναι υιός παρθένου (Ησ. ζ' 14), θα κατάγεται από τη Βηθλεέμ και παρά ταύτα η αρχή του θα είναι αιώνια (Μιχ. ε' 1. Ματθ. β' 6). Αυτός θα είναι ο αγγελιοφόρος της Θείας βουλής για τη σωτηρία του ανθρώπου και ταυτόχρονα ο «άρχων ειρήνης», ο εξουσιαστής και ο Πατέρας του «μέλλοντος αιώνος»:

«Διότι θα γεννηθεί δι' ημάς παιδίον,
υιός θα δοθεί σε μας,
που η εξουσία υπάρχει στους ώμους του·
και θα κληθεί το όνομά του μεγάλης βουλής άγγελος,
θαυμαστός σύμβουλος,
θεός ισχυρός εξουσιαστής, άρχων ειρήνης,
πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ησ. θ' 6).

Η σωτηρία λοιπόν δεν θα πραγματοποιηθεί με τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά με την υιοθεσία από μέρους του Πατέρα του «μέλλοντος αιώνος». Η ανθρώπινη υπόσταση θα προσληφθεί από τον αναμενόμενο Σωτήρα, και τη θέση των θυσιών της Παλαιάς Διαθήκης θα πάρει η μοναδική προσφορά («εφάπαξ») του σώματος του Χριστού, προκειμένου να νικήσει το θάνατο για λογαριασμό των ανθρώπων (Εβρ. ι’ 5-10). Ο ψαλμωδός το υπογραμμίζει αυτό:
 
«Θυσία και προσφορά δεν θέλησες,
όμως του ετοίμασες σώμα·
Όλοκαύτωμα και Θυσίες για αμαρτίες δεν εζήτησες·…
 Ιδού ήλθα...,
για να κάνω το θέλημά σου, ω Θεέ μου»
(Ψαλμ. λθ' 7-9).

Ο προφήτης Ησαίας αναφέρεται σε καταπληκτικές λεπτομέρειες της θείας οικονομίας. Ο ερχόμενος, παρ' όλο που θα είναι άμωμος, θα οδηγηθεί θεληματικά στη θυσία, όχι για να κλείσει με το θάνατο τη ζωή του στη γη, αλλά για να νικήσει το θάνατο και να αποτελέσει την απαρχή της ανάστασης του ανθρώπου, για να αναπλάσει το γένος των ανθρώπων!

«Αυτός τις αμαρτίες μας σηκώνει
και πονάει για μας...
αυτός τραυματίσθηκε για τις αμαρτίες μας
και ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας·
η τιμωρία έπεσε πάνω του για τη δική μας ειρήνη,
με τη δική του πληγή θεραπευθήκαμε...
Παρ' όλες τις κακώσεις δεν άνοιξε το στόμα του.
Σαν πρόβατο ωδηγήθηκε στη σφαγή,
σαν αμνός άφωνος ενώπιον εκείνου που τον κουρεύει,
έτσι δεν ανοίγει το στόμα του...
Ένεκα των αμαρτιών του λαού μου
ωδηγήθη σε θάνατο...,
διότι ανομία δεν διέπραξε,
ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του.
Όμως ο Κύριος θέλει να τον καθαρίσει από την πληγή.
Εάν το προσφέρετε για τις αμαρτίες σας,
η ψυχή σας θα δει την αθάνατη γενεά του·
ο Κύριος θέλει να αφαιρέσει τον πόνο της ψυχής του·
να δείξει σ' αυτόν φως,
να πλησιάσει (το ανθρώπινο γένος) με τη σύνεσή του.
Να δικαιώσει αυτόν τον δίκαιο,
που υπηρετεί πολλούς, που θα αναλάβει τις αμαρτίες των» (Ησ. νγ' 4-11).

Οι λόγοι αυτοί αναφέρονται στο πρόσωπο του Χριστού (Πράξ. η ' 31-35). Ο ίδιος προφήτης κηρύττει με ενθουσιασμό τη θριαμβευτική νίκη κατά του θανάτου:

«Ο θάνατος υπερίσχυσε και κατέπιε,
αλλά Κύριος ο Θεός
εξάλειψε τα δάκρυα από κάθε πρόσωπο,
αφήρεσε το όνειδος του λαού του από όλη τη γη,
το στόμα Κυρίου ελάλησε» (Ησ. κε' 8).

Ο προφήτης Ωσηέ συμπληρώνει:

«Θα τους γλιτώσω από τα δεσμά του Άδου,
θα τους ελευθερώσω από το θάνατο.
Πού είναι το δικαστήριό σου, θάνατε;
πού το κεντρί σου, Άδη;» (Ωσ. ιγ' 14).

Ο προφήτης Δανιήλ συνεχίζει τη διήγηση των γεγονότων, αναφερόμενος στην τελική φάση της Θείας οικο¬νομίας, στη δευτέρα παρουσία του Κυρίου, στην αιώνια βασιλεία Του:

«Και ιδού, με τις νεφέλες του ουρανού
ήλθε κάποιος σαν υιός ανθρώπου·
και επροχώρησε μέχρι τον Παλαιό των Ημερών
και ωδηγήθη πλησίον Του.
Σε αυτόν εδόθη η εξουσία
και η δόξα και η βασιλεία,
και όλοι οι λαοί, φυλές και γλώσσες,
αυτόν θα υπηρετήσουν·
η εξουσία του εξουσία αιώνια·
δεν θα παρέλθει,
και η βασιλεία του δεν θα φθαρή» (Δαν. ζ' 13-17).
Ο προφητικός λοιπόν λόγος είχε ως κέντρο το πρόσωπο του αναμενόμενου Σωτήρα και προετοίμαζε την έλευσή Του.

γ) Η εκπλήρωση του προφητικού λόγου

Η Καινή Διαθήκη υπογραμμίζει πως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μιλούσαν για τον Χριστό (Ιω. ε' 39) μέσα από «σκιά» (Εβρ. ι' 1). Αλλά για την κατανόηση των λόγων τους υπήρχε ένα εμπόδιο, ένα «κάλυμμα», που τελικά καταργείται μόνο διά του Χριστού (Β' Κορ. γ' 14).
Με την άφιξη του Ιησού Χριστού ο Θεός προσλαμβάνει πλέον τον άνθρωπο, για να τον ανακαινίσει και να τον οδηγήσει στη θέωση. Ο ύμνος από την ακολουθία των «Ωρών» των Χριστουγέννων είναι χαρακτηριστικός:

«... η αλήθεια ήλθε, η σκιά προσπέρασε,
και ο Θεός εφανερώθη στους ανθρώπους
εκ της Παρθένου.
Έλαβε τη δική μας μορφή
κι εθέωσε το πρόσλημμα.
Γι' αυτό ο Αδάμ και η Εύα
ανακαινίζονται κράζοντες:
η ευδοκία εφανερώθη στη γη,
να σώσει το γένος μας».

Είναι γνωστά τα «σημεία» που συνόδευαν το κήρυγμα του Χριστού. Ο ίδιος βεβαίωνε πως αυτά τα «έργα» μαρτυρούν για την αληθινή του ταυτότητα (Ιω. ε' 36). Ιδιαίτερα στους μαθητές του Ιωάννου υπογράμμισε:

«Πηγαίνετε να πείτε στον Ιωάννη εκείνα που βλέπετε: τυφλοί ξαναβλέπουν και κουτσοί περιπατούν· λεπροί κθαρίζονται και κουφοί ακούουν νεκροί ανασταίνονται πτωχοί ευαγγελίζονται» (Ματθ. ια' 4-5).

Όμως αυτή η εμπειρία των «σημείων» δεν ήταν αρκετή από μόνη της να βεβαιώσει τους ανθρώπους για τη θεία προέλευση του Ιησού. Έπρεπε να βεβαιωθούν και με βάση τον προφητικό λόγο, το περιεχόμενο της πίστεως. Έτσι ο Ιωάννης καλείται εδώ να ανατρέξει στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και ιδιαίτερα στον Ησαΐα, για να ερμηνεύσει τα «σημεία» που οι μαθητές του βλέπουν να συντελούνται. Εκεί αναφέρεται:

«Ιδού ο Θεός μας ανταποδίδει το δίκαιο
και θα το ανταποδώσει.
Αυτός θα έλθει και θα μας σώσει.
Τότε θα ανοιχθούν τα μάτια των τυφλών,
και τα αυτιά των κωφών θα ακούσουν·
Τότε θα πηδά σαν ελάφι ο χωλός,
και θα είναι τρανή η γλώσσα των βωβών,
διότι στην έρημο ανάβλυσε νερό
και φαράγγι στη γη τη διψασμένη.
Και θα μεταβληθεί η ξηρά γη σε λίμνη,
και στη διψασμένη γη θα ξεχυθεί πηγή νερού.
Εκεί θα είναι η χαρά των πτηνών,
εκτάσεις καλάμων και λίμνες.
Εκεί θα υπάρχει οδός καθαρά
και οδός που θα ονομασθεί αγία·
κανείς ακάθαρτος δεν θα περάσει απ’ εκεί,
ούτε θα υπάρχει εκεί οδός ακάθαρτη.
Οι διασκορπισμένοι θα βαδίσουν σ’ αυτή
και δεν θα πλανηθούν.
Δεν θα υπάρχει εκεί λιοντάρι,
κανένα πονηρό θηρίο δεν θα ανεβεί απ’ αυτή,
ούτε θα βρεθεί εκεί.
Σέ αυτή θα βαδίσουν λυτρωμένοι
και συναθροισμένοι για τον Κύριο.
Θα επιστρέψουν
και θα έλθουν στη Σιών με ευφροσύνη,
ευφροσύνη αιώνια θα στεφανώσει τις κεφαλές των. Στην κεφαλή τους θα υπάρχει αίνεση και αγαλλίαση, η ευφροσύνη θα τους καταλάβει,
θα έχει φύγει ο πόνος, η λύπη και ο στεναγμός»
(Ησ. λε' 4-10).

Η «ρίζα του Ιεσσαί» βλάστησε στο πρόσωπο του Χριστού (Ματθ. α' 2-16. Λουκ. γ' 23-38) και ο Χριστός βεβαίωσε αναφερόμενος στον Ησαΐα (ξα' 1-2), «σήμερα εκπληρώθηκε στ' αυτιά σας η γραφή αυτή» (Λουκ. δ' 18-21). Όλα τα «σημεία» που αναφέρει ο προφήτης άρχισαν να εκπληρώνονται με τη γέννηση του Χριστού, κατά τη δημόσια δράση Του, και θα ολοκληρωθούν με τη δευτέρα παρουσία Του. Ήδη οι διασκορπισμένοι συναθροίζον¬ται, οι λυτρωμένοι εντάσσονται στη νέα Σιών και προγεύονται τη θεία ευφροσύνη.
Αυτός ήταν και ο βαθύτερος πόθος των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, αυτήν εκφράζει και ο ύμνος του Συμεών:

«Νυν απολύεις τον δούλόν σου, Δέσποτα,
κατά το ρήμα Σου εν ειρήνη,
διότι είδα με τα μάτια μου τη σωτηρία Σου,
που ετοίμασες δι' όλους τους λαούς,
φως σε αποκάλυψη για τους εθνικούς
και δόξα για το λαό Σου Ισραήλ»
(Λουκ. β' 29-32).

Στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού εκπληρώθηκε η υπόσχεση του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.

δ) Η έννοια της σωτηρίας

Ο Θεός δημιουργεί ελεύθερα τον κόσμο· η Θεία ενέργεια εκπορεύεται από τη Θεία Μεγαλειότητα και υλοποιεί τον κόσμο σαν καρπό ελευθερίας και αγάπης. Όμως η «κτιστή ελευθερία» του ανθρώπου βαδίζει τον αντίστροφο δρόμο αναζητώντας τον ίδιο τον Θεό, στον οποίο βρίσκει «το άκρο τέλος της και την έσχατη έννοια της ύπαρξής της».

Έτσι ο χριστιανός βλέπει τη δυνατότητα της σωτηρίας όχι στην κτιστή του ύπαρξη, αλλά στο ξεπέρασμά της: στη γνώση του Δημιουργού και στην προσωπική κοινωνία με Αυτόν ως αποτέλεσμα ελευθερίας και αγάπης. Η χριστιανική πίστη δεν αρνείται αλλά ούτε και απολυτοποιεί την πραγματικότητα της κτίσεως. Δεν θεωρεί την κτίση πλάνη ή απάτη, πιστεύοντας σε μία μοναδική πραγματικότητα πίσω από την ποικιλία των ορατών φαινομένων (μονισμός). Δεν την ταυτίζει με την υπερβα-τική πραγματικότητα, με τον Θεό, κηρύττοντας πως η σωτηρία βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο και όχι έξω απ’ αυτόν. Σκοπός της λογικής κτίσης είναι να κοινωνήσει με τη Θεία ζωή. Μόνο έτσι αποκτά την αληθινή της αξία.

Κατά την χριστιανική αντίληψη η κτίση δεν είναι το παν. Αυτή η κτιστή πραγματικότητα προσδιορίζει τα όρια της ανθρώπινης επιστήμης και τεχνικής. Όμως όχι και τα όρια της χριστιανικής ελπίδας. Η χριστιανική ελπίδα ξεπερνάει την κτιστή πραγματικότητα, τους νόμους της φθοράς και του θανάτου· αυτά δεν είναι η τελική πραγματικότητα για τον χριστιανό. Αντίθετα ο χριστιανός πιστεύει πως θα υψωθεί πάνω από τους φυσικούς νόμους, τους οποίους εντάσσει σε ευρύτερο πλαίσιο, και βλέπει πίσω από αυτούς το Δημιουργό των νόμων και αν-τιλαμβάνεται ένα βαθύτερο νόημά τους. Ο Χριστός και οι άγιοι «εν Χριστώ» ξεπέρασαν τους φυσικούς νόμους.

«Ο άνθρωπος δεν έχει την αιώνια ζωή μέσα του, δηλαδή στα όρια του κτιστού είναι του, χώρια από τον Θεό. Γίνεται αθάνατος με τη μετοχή του στη Θεία ζωή, κατά τη δωρεά της χάριτος. Αυτή την αθανασία μπορεί να τη βιώσει ακόμα κι εδώ με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση... είμαστε αιώνιοι στο μέτρο της παραμονής μας κοντά στον Θεό. Με το "μέτρο" εννοούμε όχι την ποσότητα αλλά τη δωρεά του Θεού» (Γέροντας Σωφρόνιος).

Αυτή η κοινωνία και «μετοχή» δεν αναφέρεται στη Θεία Ουσία. Εδώ είναι βασικό να υπενθυμίσουμε πως η Ορθοδοξία δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στο «ενθάδε και στο επέκεινα», αλλά ανάμεσα στο κτιστό και στο Άκτιστο, ανάμεσα στον Δημιουργό και στα δημιουργήματα (Γέν. στ' 6-7. Ωσ. ια' 8-9). Ο Θεός υπάρχει και ζει, όχι μόνο «κατ' ουσίαν», αλλά και «κατ' ενέργειαν».
Με βάση αυτή τη διάκριση υπάρχει μια οντολογική άβυσσος που χωρίζει το είναι του Θεού από το είναι του ανθρώπου και του κόσμου, γιατί η κτιστή πραγματικότητα δεν μπορεί να ξεπεράσει τα κτιστά της όρια και να κοι-νωνήσει με την Ουσία του Θεού. Αυτή η οντολογική διάκριση διασφαλίζει την έννοια της σωτηρίας για τον άνθρωπο. Χωρίς αυτήν ο άνθρωπος θα οδηγείτο στο «συμφυρμό» και στη σύγχυση· όχι στην προσωπική κοι-νωνία με τον προσωπικό Θεό, αλλά κυριολεκτικά στο χάος.

Η διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στην ενέργεια του Θεού εξασφαλίζει στον άνθρωπο αληθινή Θεο-κοινωνία, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος εξουδετέρωσης της ανθρώπινης φύσης. Με αυτό τον τρόπο η Ορθοδοξία υπογραμμίζει την ενδοκοσμικότητα του Θεού μέσω των Θείων ενεργειών Του, η οποία ασφαλώς κορυφώνεται με την φανέρωση του Υιού και Λόγου του Θεού (Ιω. α' 14). Στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε ο Θεός με τον άνθρωπο «ασυγχύτως», χωρίς δηλαδή το «βιασμό» της ανθρώπινης φύσης.

Υπάρχει λοιπόν βασική διαφορά στην έννοια της σωτηρίας ανάμεσα στη χριστιανική πίστη και στα πανθεϊστικά-ινδουϊστικά θρησκεύματα, γιατί σ' αυτά δεν υπάρχει ο διαχωρισμός αυτός μεταξύ Θεού και κόσμου και οδηγούμεθα όχι σε προσωπική σχέση με ένα προσωπικό Θεό, αλλά στο συμφυρμό, στη σύγχυση και στο χάος.

Χωρίς τη διάκριση ανάμεσα στην Ουσία και στις ενέργειες του Θεού δεν υπάρχει σωτηρία για τον άνθρωπο· οδηγούμεθα στην απόγνωση. Δεν μπορούμε πλέον να ξε-περάσουμε μόνοι μας τον φυσικό νόμο της φθοράς και του θανάτου και η ζωή μας δεν έχει κανένα σκοπό. Ο π. Ειρηναίος Μπούλοβιτς ανέφερε χαρακτηριστικά:

«Εάν ο Θεός δεν ήτο ενεργός εξ αϊδίου, εάν δεν ήτο αυτό το φύσει προσόν του Θεού, τότε δεν θα υπήρχε ο κόσμος, ή εάν υπήρχε, θα ήτο απόρροια της Θείας ουσίας· τότε και η γέννησή του θα ήτο αναγκαστική διά τον Θεό· δεν θα ήτο προϊόν της ελευθερίας και της αγάπης του Θεού. Επομένως θα είχαμε οντολογική ταυτότητα μεταξύ Θεού και κόσμου και αυτό οπωσδήποτε είναι απαράδεκτο για τον χριστιανό».

Η «εν Χριστώ σωτηρία» είναι κοινωνία «κατ' ενέργειαν». Η σάρκα του Χριστού εφανέρωνε τη Θεότητα, αλλά ταυτόχρονα την απέκρυπτε και οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να την ατενίσουν με άμεσο τρόπο. Η σωτηρία «εν Χριστώ» συνίσταται στο ότι οι άνθρωποι κοινωνούν με την Θεότητα «κατά χάριν», μέσα στη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που μεταμορφώνει τον άνθρωπο και με «μεταμορφωμένους οφθαλμούς» μπορεί ν' αποκτήσει την εμπειρία της παρουσίας του Θεού· η «εν Χριστώ» αποκάλυψη του Θεού, για την οποία μιλάει η αγία Γραφή (Ματθ.ια' 27. Ιω. α' 18, ιζ' 6,26. Α'Τιμ.γ' 16), δεν είναι αποκάλυψη της ουσίας του Θεού, αλλά συγκατάβασή Του (Φιλιπ. β'6-11).

«Ο μύστης της θείας χάριτος και βλέπει και δε βλέπει με τα σωματικά του μάτια. Δεν βλέπει με τη φυσιολογική λειτουργία των ματιών, αλλά βλέπει με τη μεταμόρφωση των ματιών του. Τα μάτια του έχουν χαριτωθεί· βλέπει αλλά κατά χάρη· συμμετέχει, αλλά κατά χάρη».

Έτσι η «γνώση» του Θεού, δηλαδή η σωτηρία, εξασφαλίζεται με την πραγματική κοινωνία ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, που δεν είναι «κατά φύσιν», αλλά «κατά χάριν». Αν ήταν «κατά φύσιν» τότε η διαφορο¬ποίηση αυτής της «θείας φύσεως» θα αποτελούσε πτώση της και η «κατάσταση-άνθρωπος» θα αξιολογείτο αρνητικά. Εξάλλου μια τέτοια «κοινωνία ουσίας» θα εσήμαινε απορρόφηση του ανθρώπου και διάλυση της προσωπικότητάς του σε μια απρόσωπη «Υπερουσία». Έτσι, η χριστιανική πίστη διασώζει την αξία και την προσωπικότητα του ανθρώπου, τον οποίο οδηγεί στο «ξεπέρα¬σμα» της κτιστής του φύσης και στη «μετοχή» του στη ζωή του άκτιστου και αιώνιου Πατέρα.

ε) Είναι δυνατή η σωτηρία;

Το αν η σωτηρία του ανθρώπου είναι δυνατή η όχι, εξαρτάται από την ταυτότητα του Ιησού Χριστού, από το ζήτημα δηλαδή, αν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού συντελέσθηκε πραγματική κοινωνία ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο κατά τρόπο ασύγχυτο και αδιαίρετο. Αν το πρόσωπο του Χριστού είναι όντως θεανδρικό, η σωτηρία είναι πραγματικότητα. Αν ο Χριστός δεν είναι θεάνθρωπος, τότε η ζωή μας δεν έχει κανένα νόημα.

H αγία Γραφή μάς πληροφορεί πως στο πρόσωπο του Χριστού εκπληρώνονται οι υποσχέσεις (Γέν. ιβ' 7)· είναι ο «έσχατος Αδάμ» (Α' Κορ. ιε' 45), ο γενάρχης του νέου Ισραήλ (Ρωμ. θ' 6-8. Γαλ. γ' 16. Πράξ. γ' 25), ο Σωτήρας του κόσμου (Λουκ. β' 11).

«Ο πρώτος άνθρωπος επλάσθη από την γην, γήινος ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι από τον ουρανόν. Όπως είναι ο γήινος άνθρωπος, τέτοιοι είναι και οι γήινοι· και όπως είναι ο επουράνιος, τέτοιοι είναι και επουράνιοι· και όπως εφορέσαμε την εικόνα του γήινου, θα φορέσουμε και την εικόνα του επουρανίου. Σας λέγω τούτο αδελφοί, ότι σάρκα και αίμα δεν μπορούν να κληρονομήσουν τη Βασιλεία του Θεού, ούτε η φθορά κληρονομεί την αφθαρσία» (Α' Κορ. ιε' 47-50).

Αν ο Χριστός ήταν απλός άνθρωπος, γήινος, «σάρκα και αίμα», τότε όλα είναι βυθισμένα στη φθορά και στο θάνατο· μόνο αν πράγματι ήταν «επουράνιος», μπορεί να μας χαρίσει την αφθαρσία. Ολόκληρη η ανθρωπότητα καταδικάστηκε στο θάνατο εξ αιτίας «του αμαρτήματος του ενός»· όμως η χάρις και η δωρεά που ήλθε μέσω του Ιησού Χριστού ήταν περισσότερο από αρκετή για τη σωτηρία του ανθρώπου (Ρωμ. ε' 15. Πρβλ. Ιω. γ' 6. Α' Ιω. α' 2-3. Εφέσ. β' 14-18).

Όπως μέσω του πρώτου Αδάμ κυριάρχησε στον κόσμο ο θάνατος, έτσι και μέσω του Ιησού Χριστού μπορεί ο άνθρωπος να «ζωοποιηθεί»· «η αρχή είναι ο Χριστός· έπειτα, κατά την παρουσία του, όσοι είναι του Χριστού» Α' Κορ. ιε' 22-23). Μ' αυτή την έννοια ονομάζεται «πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών»: «πρώτη από τις άλλες εσώθη και απελευθερώθη η σάρκα Εκείνου, επειδή ήταν σώμα αυτού του Λόγου και έτσι πλέον εμείς, με το να είμαστε σύσσωμοι, σωζόμαστε όπως και εκείνο το σώμα» (Μ. Αθαν., πρβλ. Ψαλμ. κα' 23. Ρωμ. η' 29. Κολ. α' 18. Εβρ. α' 6, β 11-12. Αποκ. α' 5).

Ονομάσθηκε ακόμη «πρωτότοκος πάσης κτίσεως» Κολ. α' 15) «διά την φιλανθρωπία του Πατρός», ο οποίος όχι μόνο εδημιούργησε τα πάντα διά του Λόγου Του, αλλά και επειδή θα οδηγήσει και ολόκληρη την κτίση στην ελευθερία από τη δουλεία της φθοράς, στην ένδοξο ελευθερία των παιδιών του Θεού (Ρωμ. η' 19-21).

Πράγματι η αγία Γραφή μας μεταδίδει το άγγελμα της ελπίδας και της χαράς: «Και αυτός είναι κεφαλή του σώματος, δηλαδή της Εκκλησίας. Είναι η αρχή, ο πρωτό-τοκος εκ των νεκρών, διά να γίνει αυτός πρώτος εις όλα, διότι σ' αυτόν ευαρεστήθηκε να κατοικήσει όλο το πλή¬ρωμα (του Θεού) και δι' αυτού να συμφιλιώσει (αποκαταλλάξαι) με τον εαυτό του τα πάντα, τόσο τα επίγεια, όσο και τα επουράνια, αφού έφερε την ειρήνη με το αίμα του Σταύρου Του» (Κολ. α' 18-20).

«Και σεις κάποτε είσθε αποξενωμένοι και εχθρικής διαθέσεως και τα έργα σας ήσαν πονηρά, αλλά τώρα με το σάρκινο σώμα Του σας συνεφιλίωσε διά του θανάτου Του, διά να σας παρουσιάσει ενώπιόν Του αγίους, χωρίς καμμία κηλίδα και κατηγορία. Αρκεί να εξακολουθήσετε να μένετε στην πίστη θεμελιωμένοι και σταθεροί» (Κολ. α' 21-23. Πρβλ. Εφεσ. β' 13-22).

Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός εβεβαίωσε πως είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή» και πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος που οδηγεί στον Πατέρα, παρά Αυτός μόνο (Ιω. ιδ' 6. Πρβλ. α' 4, 14. Παροιμ. η' 35)· «Εγώ είμαι η ανά-σταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ' εμέ, δεν θα πεθάνει, θα ζήσει και όποιος ζει και πιστεύει σ' εμέ, δεν θα πεθάνει ποτέ» (Ιω. ια' 25-26. Πρβλ. Ρωμ. η' 11).

Οι απόστολοι ήσαν βέβαιοι γι' αυτό που εκήρυτταν το είχαν οι ίδιοι «ψηλαφήσει» και το κήρυγμά τους αναφερόταν στο «Λόγο της ζωής»: «η ζωή εφανερώθηκε και έχομε δει και μαρτυρούμε και σας αναγγέλλουμε τη ζωή την αιώνιο, η οποία ήτο με τον Πατέρα και φανερώθηκε σε μας» (Α' Ιω. α' 1-2).

Η σωτηρία λοιπόν για τον άνθρωπο είναι δυνατή, γιατί ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινε σάρκα και είδαμε τη δόξα Του, «δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός, πλή¬ρης χάριτος και αληθείας» και έτσι, Αυτός που κανένας άνθρωπος δεν είδε ποτέ, μας φανερώθηκε στο πρόσωπο του σαρκωθέντος Λόγου (Ιω. α' 14, 18).

στ) «Αυτός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν»

Η σάρκωση του Λόγου είναι φιλανθρωπία του Θεού. Ο Μ. Αθανάσιος υπογραμμίζει:
«Αυτός έγινε άνθρωπος, για να γίνομε εμείς θεοί· και εφανερώθη με σώμα, για να έχουμε εμείς ορθή αντίληψη για τον αόρατο Πατέρα· και αυτός υπέμεινε την ατίμωση από τους ανθρώπους, για να κληρονομήσουμε εμείς την αθανασία».

Στο πρόσωπο του Χριστού, το ανθρώπινο σώμα συνάφθηκε με την ίδια τη Θεότητα και έγινε ανώτερο από την εξουσία του θανάτου. Ήταν το ίδιο σώμα που έχουμε και μείς, όχι κάποιο άλλο, ουράνιο. Ήταν η ίδια ανθρώ-πινη φύση, η οποία αμάρτησε και έπεσε και εφθάρη· εκείνη είχε ανάγκη να θεραπευθεί και να υψωθεί, όχι κά-ποια αγγελική φύση (Πρβλ. Α' Κορ. ιε' 21, 47. Ρωμ. η' 3).

Ο Χριστός «προσέλαβε το γεννητό και ανθρώπινο σώμα, διά να το θεοποιήσει "εν εαυτώ", αφού το ανακαινίσει σαν δημιουργός που ήταν, και έτσι να εισαγάγει όλους μας στη βασιλεία των ουρανών, σύμφωνα με την ομοιότητα εκείνου» (Μ. Αθαν.).

Η αγία Γραφή υπογραμμίζει ιδιαίτερα την αλήθεια της σωτηρίας μας: «Ώστε εάν είναι κανείς "εν Χριστώ", αυτός είναι καινούργιο δημιούργημα («καινή κτίσις»). Τα αρχαία επέρασαν, όλα έχουν γίνει νέα. Όλα δε προέρχονται από τον Θεό, ο οποίος μας συμφιλίωσε με τον εαυτό Του διά του Ιησού Χριστού και μας ανέθεσε την υπηρεσία της συμφιλιώσεως. Δηλαδή ο Θεός "εν Χριστώ" συμφιλίωσε τον κόσμο με τον εαυτό Του χωρίς να τους καταλογίζει το αμάρτημα των και ανέθεσε σε μας το άγγελμα της συμφιλιώσεως...» (Β' Κορ. ε' 17-18).

«Διότι ήτο πρέπον δι' Αυτόν, διά τον οποίον και διά του οποίου υπάρχουν τα πάντα, προκειμένου να φέρει πολλούς υιούς στη δόξα, να κάνει τον αρχηγό της σωτηρίας των τέλειον διά των παθημάτων. Διότι εκείνος που αγιάζει και εκείνοι που αγιάζονται, έχουν όλοι την ίδια καταγωγή. Δι' αυτόν τον λόγον δεν εντρέπεται να τους ονομάζει αδελφούς...

Επειδή λοιπόν τα παιδία έχουν αίμα και σάρκα, διά τούτο και Αυτός, κατά παρόμοιον τρόπο, έγινε μέτοχος των ιδίων, διά να καταργήσει διά του θανάτου εκείνον που έχει τη δύναμη του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο, και να ελευθερώσει εκείνους που, από το φόβο του θανά¬του, ήσαν υποδουλωμένοι σε όλη τη ζωή των» (Εβρ. β' 10-15).

Ο ίδιος λοιπόν ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι «ο αγιάζων»· γι' αυτό πήρε την ίδια καταγωγή με τους «αγιαζομένους», έγινε άνθρωπος με σάρκα και αίμα, δηλαδή «μέτοχος των ιδίων», για να καταργήσει με την ανάστασή Του το θάνατο και το διάβολο· γι' αυτό το λόγο «δεν εντρέπεται» να μας ονομάζει αδελφούς (Πρβλ. Β' Κορ. ε' 19. Εφεσ. β' 15-16. Γαλ. γ' 13. Κολ. α' 22. Α' Πέτρ. β' 22-24).

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το σώμα του Χριστού ήταν κτιστό· εφόρεσε το κτιστό αυτό σώμα για χάρη μας, με σκοπό να μας ετοιμάσει το σώμα εκείνο, με το οποίο θα ενωνόμαστε, για να μπορούμε να ανακαινισθούμε και να θεοποιηθούμε (Πρβλ. Ρωμ. η' 3. Εβρ. ι' 5-10). Ένας νέος δρόμος ανοίγεται για τους ανθρώπους με τη σάρκωση του Θεού Λόγου, που οδηγεί στην «καινή κτίση», στην καινούργια δημιουργία. Και «αρχή της οδού της καινής κτίσεως» δεν είναι οποιοσδήποτε άλλος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος. Γι' αυτό και υπογραμμίζεται: «Κύριος έ¬κτισέ με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού» (Παροιμ. η’ 22. Πρβλ. Ιω. ιδ' 6. Εφεσ. β' 10. Εβρ. ι’ 20. Κολ. α' 18).

Ο Υιός και Λόγος του Θεού ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, έγινε τέλειος άνθρωπος και «Θεός σαρκοφόρος». Ταυτόχρονα δε οι άνθρωποι, ενούμενοι «εν Χριστώ» με το Άγιο Πνεύμα, που είναι ενωμένο μαζί Του, γίνονται «ένα Πνεύμα» και, επομένως, πνευματοφόροι.

«Διότι αφού έλαβεν απαρχήν εκ της ουσίας των ανθρώπων, δηλαδή εκ του σπέρματος του Αδάμ και αφού έγινε όμοιος προς τους ανθρώπους, μας έδωσε από την ουσίαν του Πατρός, δηλαδή Άγιον Πνεύμα, διά να γίνωμεν όλοι υιοί του Θεού με ομοιότητα προς τον Υιόν του Θεού. Αυτός λοιπόν ο αληθινός Υιός του Θεού, φορεί όλους μας, διά να φορέσωμεν όλοι τον ένα Θεόν» (Μ. Αθαν. Πρβλ. Γαλ. γ' 27. Β' Πετρ. α' 4).

Η σάρκα του ανθρώπου είναι ως προς τη φύση της θνητή, αφού κατάγεται από το χώμα. Όμως έγινε σάρκα του Λόγου του Θεού (Ιω. α' 14). Έτσι ο Λόγος, αν και είναι απαθής, εβάστασε τα ανθρώπινα παθήματα με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να ελευθερωθεί από αυτά. Και όπως ακριβώς ο Κύριος ενεδύθη τη σάρκα και έγινε άνθρωπος, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι, αφού προσληφθήκαμε μέσω της σαρκός Του από τον Λόγο, θεοποιούμεθα από Αυτόν και κληρονομούμε την αιώνια ζωή Του.

Η ανθρώπινη φύση, σαν κτιστή που ήταν, και αφού βρισκόταν κάτω από τη φθορά, δεν μπορούσε να «αντέξει» τη Θεότητα. Γι’ αυτό το λόγο ο Υιός του Θεού προσλαμβάνει αυτό που δεν ήταν (την ανθρώπινη φύση), χωρίς να χάσει αυτό που ήταν (τη θεία φύση), ώστε να έλθει σε επικοινωνία μαζί μας με τη σάρκα, σαν μέσα από κάποιο παραπέτασμα. Έτσι ο «αχώρητος» γίνεται για μας «χωρητός» και προσφέρει στον άνθρωπο την κοινωνία με τον Θεό (Β' Πέτρ. α' 4).

Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο της σωτηρίας μας, που ονομάζεται στην αγία Γραφή «μέγα μυστήριον της ευσεβείας», το ότι «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α' Τιμ. γ' 16). Γι' αυτό και η Εκκλησία μας ψάλλει:

«Το απ’ αιώνος μυστήριον ανακαλύπτεται σήμερον,
και ο Υιός του Θεού υιός ανθρώπου γίνεται,
ίνα του χείρονος μεταλαβών μεταδώ μοι του βελτίονος.
Εψεύσθη πάλαι Αδάμ
και Θεός επιθυμήσας ου γέγονεν·
άνθρωπος γίνεται Θεός,
ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται.
Ενφραινέσθω η κτίσις, χορευέτω η φύσις,
ότι Αρχάγγελος Παρθένω μετά δέους παρίσταται,
και το Χαίρε κομίζει της λύπης αντίθετον.
Ο διά σπλάγχνα ελέους ενανθρωπήσας Θεός ημών,
δόξα σοι» (Δοξαστικό του Ευαγγελισμού).

Το νόημα λοιπόν της σάρκωσης του Θεού είναι η ανάπλαση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος για να γίνει καινούργια δημιουργία, έπρεπε να «αναχωνευθεί» μέσα στο σώμα του Χριστού, που ήταν ενωμένο με την Θεότητα σε ένα και μοναδικό πρόσωπο και να ξαναπλασθεί και να αλλοιωθεί «εις το ένθεον διά της νοητής δυνάμεως και ενεργείας του Χριστού» (Συμεών ο Νέος Θεολ.). Αυτός λοιπόν, «ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν».

ζ) «Θανάτω θάνατον πατήσας»

Αφού ο άνθρωπος σώζεται με το γεγονός της ενανθρώπησης του Λόγου, γιατί ο Χριστός έπρεπε να παραδώσει το σώμα Του στο θάνατο;

Το σώμα του Χριστού ήταν κτιστό και επομένως θνητό· μπορούσε να αποθάνει. Όμως επειδή ήταν ενωμένο με τον ίδιο τον Λόγο του Θεού, που ήταν η ζωή (Ιω. α' 4, ιδ' 6, Α' Ιω. ε' 11), δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει νεκρό. «Διά τούτο απέθανε μεν ως θνητόν, ανέζησεν όμως λόγω της ζωής που είχε μέσα του» (Μ. Αθαν. Πρβλ. Β' Κορ. ιγ' 4. Ψαλμ. ξζ' 2, ζ' 7-9).

Έτσι ο Λόγος του Θεού ενανθρώπησε (Ιω. α' 14), έλαβε δηλαδή σώμα θνητό, για να μπορέσει και να αποθάνει, αλλά και να εξαφανίσει το θάνατο, μια και ο θάνατος δεν μπορούσε να κρατήσει τον «αρχηγό της ζωής» (Πράξ. β'24, γ' 15).

Με το θάνατό Του ο Χριστός προσέφερε το σώμα Του για χάρη όλων των ανθρώπων. Έπαθε «υπέρ πάντων» και με το πάθος Του κατάργησε το θάνατο, αφού ο θάνατος δεν μπόρεσε να Τον νικήσει. Ταυτόχρονα όμως κατάργησε και εκείνον που εξουσίαζε το καθεστώς του θανάτου, δηλαδή τον ίδιο το διάβολο, και απάλλαξε τους ανθρώπους από τη σκληρή δουλεία της αμαρτίας (Εβρ. β' 14-15).

Ο απόστολος Παύλος υπογραμμίζει πως κατά τη δευτέρα παρουσία του Χριστού θα πραγματοποιηθεί ο λόγος «Πού η νίκη σου, θάνατε; πού το κέντρο σου, άδη;» (Ωσ. ιγ' 14). Με τη δική μας ανάσταση θα ολοκληρωθεί η νίκη κατά του θανάτου «Και όταν αυτό το όποιο είναι φθαρτό θα ενδυθεί την αφθαρσία, τότε θα εκπληρωθεί ο λόγος που είναι γραμμένος•

Κατεβροχθίσθη ο θάνατος και ενικήθη. Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου;
πού είναι, άδη, η νίκη σου;...
Ας ευχαριστήσωμε τον Θεόν, που μας δίδει την νίκη διά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Α' Κορ. ιε' 54-57).

«Πού σου, θάνατε, το κέντρον; πού σου, άδη το νίκος;
Ανέστη Χριστός και συ καταβέβλησαι!»,
επαναλαμβάνει η Εκκλησία μας τη νύχτα του Πάσχα.

«Εάν ένας αληθινός βασιλεύς κατανικήσει ένα τύραννον και του δέσει τα χέρια και τα πόδια, όλοι πλέον οι περαστικοί τον περιπαίζουν και τον κτυπούν και τον διασύρουν, διότι δεν φοβούνται τη μανία του και την αγριότητά του, χάρις εις τον νικητή βασιλέα. Έτσι, αφού ο Σωτήρ ενίκησε και εδειγμάτισε τον θάνατον εις τον σταυρόν και έδεσε τα χέρια του και τα πόδια του, όλοι όσοι ζουν χριστιανικώς τον καταπατούν και όσοι ομολογούν τον Χριστόν τον χλευάζουν και τον περιπαίζουν λέγοντες; αυτά που εξ αρχής έχουν γραφεί εναντίον του:

— Πού σου, θάνατε, το νίκος; Πού σου, άδη, το κέντρον;» (Μ. Αθανάσιος).
Ο θάνατος καταβροχθίσθηκε από τη νίκη που συντελέσθηκε στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός «μετέσχε των αυτών», έγινε δηλαδή μέτοχος των ίδιων πραγμάτων, όπως και ο άνθρωπος, «κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος», για να καταργήσει «διά του θανάτου τον διάβολον και να ελευθερώσει εκείνους οι οποίοι από τον φόβο του θανάτου ήταν υποδουλωμένοι καθ' όλη την διάρκεια της ζωής των» (Εβρ. β' 14-15) η νίκη συντελέσθηκε· «εν τη σαρκί του Χριστού» (Εφεσ. β' 15).
Η νίκη αυτή δεν περιορίσθηκε στους ζώντες πάνω στη γη. Με τη θριαμβευτική κάθοδο του Χριστού στον άδη συμπεριέλαβε και τους κεκοιμημένους αδελφούς μας (Α' Πέτρ. γ' 19). Γι' αυτό αναφέρει ο ύμνος της Εκκλησίας μας:

«Βασιλεύει, άλλ' ουκ αιωνίζει
άδης του γένους των βροτών·
Συ γαρ τεθείς εν τάφω, Κραταιέ,
ζωαρχική παλάμη,
τα του θανάτου κλείθρα διεσπάραξας
και εκήρυξας
τοις απ’ αιώνος εκεί καθεύδουσι
λύτρωσιν αψευδή, Σώτερ,
γεγονός νεκρών πρωτότοκος».

Δεν μπορούσε άραγε ο θάνατος να νικηθεί με άλλο τρόπο, έξω από το σώμα του Χριστού; Ο θάνατος δεν ήταν έξω από το σώμα· είχε συμπλεχθεί με το σώμα. Ήταν λοιπόν ανάγκη και η ζωή να συμπλεχθεί με το σώμα, ώστε το σώμα να αποβάλει τη φθορά και αντί γι' αυτήν να ενδυθεί τη ζωή. Αφού το σώμα ενδύθηκε τη φθορά, δεν θα μπορούσε να αναστηθεί, εάν δεν ενδυόταν τη «ζωή». Έπρεπε ο εχθρός να αντιμετωπισθεί στο σώμα. Γι' αυτό ο Χριστός ενδύθηκε σώμα, για να συναντήσει με το σώμα το θάνατο και να τον εξαλείψει. «Πλησιάζει λοιπόν ο θάνατος και αφού κατέπιε το δόλωμα του σώματος, σου¬βλίζεται με το αγκίστρι της Θεότητος και αφού εγεύθη από το αναμάρτητο και ζωοποιό σώμα, εξοντώνεται και "ξερνά" όλους όσους κατέπιεν από την αρχήν» (Ιω. Δαμασκ.).

Ο Μ. Βασίλειος συνοψίζει το μυστήριο της σωτη¬ρίας του ανθρώπου: Ο Υιός και Λόγος του Θεού σαρκώνεται, γεννάται «εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας» (Ρωμ. η' 3). Λαμβάνει δηλαδή το αμαρτωλό σώμα μας, χωρίς όμως να διαπράξει αμαρτία (Ησ. νγ' 9. Λουκ. κγ' 41. Ιω. η' 46. Β' Κορ. ε' 21. Εβρ. δ' 15. Α' Πέτρ. β' 22). Μ' αυτό τον τρόπο ο θάνατος, που κληρονομήθηκε με την καταγωγή μας από τον Αδάμ, «κατεπόθη από την Θεότητα» και η αμαρτία «εξηφανίσθη υπό της εν Χριστώ Ιησού δι-καιοσύνης, ώστε κατά την ανάστασιν να απολαύωμε την σάρκα, που δεν είναι ούτε υπόδικος εις τον θάνατον, ούτε υπεύθυνος εις την αμαρτίαν» (πρβλ. Ρωμ. ε' 12, 17).

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι το ότι ο Χριστός παρέδωσε το σώμα Του στο θάνατο, αλλά το ότι ο θάνατος δεν μπόρεσε να κρατήσει κάτω από την εξουσία του τον αρχηγό της ζωής (Πράξ. β' 24, γ' 15).

«Ο θάνατος υπερίσχυσε και κατέπιε πολλούς,
αλλά πάλιν αφήρεσε Κύριος ο Θεός
παν δάκρυον από παντός προσώπου·
αφήρεσε το όνειδος του λαού από πάσης της γης»
(Ησ. κε'8).
 
Έτσι με το θάνατό Του ο Χριστός κατάργησε εκείνον που είχε το κράτος του θανάτου και εχάρισε την ελευθερία στους ανθρώπους (Πρβλ. Α' Κορ., ιε' 20-23, 54, Εβρ. β' 14-15, Αποκ. κ' 14). Γι' αυτό και η Εκκλησία μας ψάλλει: «Θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος».

Αλλά ο θάνατος μένει για τη διάνοια του πιστού φοβερό και απροσπέλαστο μυστήριο. Αυτό εκφράζουν με ανεπανάληπτο τρόπο τα ιερά κείμενα από την ακολουθία της κηδείας.

Θρηνώ και οδύρομαι
όταν αναλογισθώ τον θάνατο,
και ίδω στους τάφους κειμένη
την ωραιότητα μας την κατ' εικόνα Θεού,
άμορφη, άδοξη, χωρίς σχήμα.
Ω θαύμα!
Τι μυστήριο συνέβη σε μας...
«Όντως φοβερώτατο το του θανάτου μυστήριο
πώς η ψυχή από την αρμονία με το σώμα
χωρίζεται βίαια,
και πώς αποκόπτεται της συμφυίας ο φυσικότατος δεσμός
με θεία βούληση...

Όμως για τον πιστό δεν υπάρχει εδώ αδιέξοδο· δεν οδηγείται σε απόγνωση, αλλά στην ελπίδα: «Αδελφοί, δεν θέλουμε να αγνοείτε ό,τι αφορά τους κεκοιμημένους, διά να μη λυπείσθε όπως και οι λοιποί, που δεν έχουν ελπίδα. Γιατί αν πιστεύουμε πως ο Ιησούς απέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός διά του Ιησού θα φέρει μαζί του και τους "κοιμηθέντας"... ώστε παρηγορείτε ο ένας τον άλλον με τα λόγια αυτά» (Α' Θεσ. δ' 13-18).

 η)  Το «αντίλυτρον»

Σε πολλές χριστιανικές ομάδες το θέμα της «εν Χριστώ» σωτηρίας δεν κατανοείται ορθά. Υποστηρίζουν πως η «εν Χριστώ» σωτηρία είναι αποτέλεσμα κάποιας νομικής διαδικασίας. Ο άνθρωπος, λένε, αμάρτησε και γι' αυτό ήταν ένοχος θανάτου, εκτός αν κάποιος άλλος στη θέση του πρόσφερε τη ζωή του σαν «αντίλυτρον». Αυτός ο άλλος ήταν ο Χριστός! Μερικές από τις ομάδες αυτές αναφέρονται στο «ψυχήν αντί ψυχής, οδόντα αντί οδόντος...» (Έξοδ. κα' 23, Δευτερ. ιθ' 21) και ισχυρίζονται πως ο Θεός απαιτούσε αντί για την τέλεια ζωή του Αδάμ μια άλλη τέλεια ζωή και αυτή ήταν η ζωή του Χριστού!

Όμως η διάταξη αυτή της Παλαιάς Διαθήκης ήταν παιδαγωγική (Γαλ. γ' 21) και αποσκοπούσε στο να εμποδίσει το χειρότερο κακό. Αλλ' ο Χριστός απέρριψε την εκδίκηση και κάλεσε τους πιστούς να μην αντιστέκονται «τω πονηρώ», να μην ανταποδίδουν τα ίσα (Ματθ. ε' 39). Το να πούμε πως ο Θεός Πατέρας δεσμεύεται με το νόμο της εκδίκησης είναι μεγάλη βλασφημία.

Στην αγία Γραφή αναφέρεται πως υπάρχει «εις μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς, ο δους εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α' Τιμ. β' 5-6. Ματθ. κ' 28). Ο Χριστός «μας εξηγόρασε από την κατάρα του νόμου, με το να γίνει ο ίδιος προς χάριν μας κατάρα» (Γαλ. γ' 13)· με το ίδιο Του το αίμα «απέκτησε την Εκκλησία» (Πράξ. κ' 28, Πρβλ. Εφεσ. α' 7. Κολ. α' 14. Εβρ. θ' 12. Α' Πέτρ. α' 19. Αποκ. ε' 9).

Όμως αυτή η έκφραση «αντίλυτρον» ή «λύτρον» είναι εικόνα από την εποχή που οι δούλοι μπορούσαν να αγορασθούν ή να απελευθερωθούν αντί ενός τιμήματος. Σημαίνει πως ο Χριστός, πράγματι με τη θυσία Του, απελευθέρωσε τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμαρτίας και του θανάτου. Λυτρωτής δεν σημαίνει στη Γραφή αυτός που πληρώνει λύτρα, αλλά Σωτήρας (Έξοδ. στ' 6-7. Ησ. ξγ' 16. Εφεσ. β' 5-6).

Ο Χριστός είναι ο μοναδικός μεσίτης με την έννοια ότι έγινε τέλειος άνθρωπος και στο πρόσωπό Του συντελέσθηκε αληθινή κοινωνία του ανθρώπου μετά του Θεού, αληθινή υιοθεσία (Γαλ. δ' 4-7. Β' Πέτρ. α' 4). Βεβαίως ο Χριστός με το θάνατό Του ενίκησε το θάνατο, όχι με την έννοια ότι «επλήρωσε» κάποιο αντίτιμο για την εξαγορά του, αλλά με την έννοια ότι ο θάνατος δεν μπόρεσε να τον κρατήσει, δηλαδή με την ανάστασή Του. Με αυτή τη ση¬μασία ο Χριστός πράγματι πρόσφερε το σώμα Του «λύτρο», για να ελευθερώσει τον άνθρωπο. Η σωτηρία λοι¬πόν συντελέσθηκε με τη σάρκωση του Χριστού (Εβρ. β' 14) και με τη συντριβή του θανάτου («θανάτω θάνατον πατήσας»!) (Α' Πέτρ. α' 18-19. Εφεσ. α' 7).

Ο Χριστός ενεδύθη σάρκα θνητή, για να συναντήσει το θάνατο στο σώμα και να τον εξαλείψει. Με αυτή την έννοια πρόσφερε τη σωτηρία, δηλαδή τη λύτρωση από το θάνατο και την μετοχή στη ζωή.

Ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος, αναφερόμενος στο «αντίλυτρον» διασαφηνίζει:
«Εάν δε το λύτρον δεν ανήκει εις κανένα άλλον παρά εις τον κάτοχον του δούλου, ερωτώ να μάθω εις ποίον προσεφέρθη τούτο και διά ποίον λόγον; Εάν μεν προσεφέρθη εις τον πονηρόν, μακριά από εμέ τέτοια βλασφημία!... εάν δε εις τον Πατέρα, κατ' αρχήν πώς έγινε αυτό: Διότι δεν εκρατούμεθα αιχμάλωτοι από εκείνον. Κατά δεύτερον λόγον, διατί τάχα να ευχαριστούσε το αίμα του Μονογενούς τον Πατέρα, ο οποίος δεν εδέχθη ούτε τον Ισαάκ, όταν του είχε προσφερθεί ως θυσία από τον πα¬τέρα του και ετοποθέτησε κριάρι εις την θέσιν του λογικού θύματος;» (Γεν. κβ' 13).

«Είναι επομένως φανερό ότι το λαμβάνει μεν ο Πατήρ, χωρίς να το ζητήσει ούτε και να το έχει ανάγκη, αλλά διά να εκπληρωθεί το σχέδιο της σωτηρίας και επειδή έπρεπε να αγιασθεί ο άνθρωπος με την ανθρώπινη φύσιν του Θεού, διά να μας ελευθερώσει ο ίδιος, αφού κατενίκησε με τη βία τον τύραννο, και διά να μας επαναφέρει κοντά Του με την μεσιτεία του Υιού, ο οποίος έδωσε το αίμα Του, διά να μας σώσει προς τιμήν Τού Πατρός, εις τον οποίον φαίνεται ότι παραχωρεί τα πάντα».

Η εν Χριστώ σωτηρία είναι καρπός αγάπης και όχι διακανονισμός ενός ποινικού ζητήματος (Α' Ιω. δ' 9. Εφεσ. γ' 19). Στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού η ανθρώπινη φύση αναστήθηκε και η «ρίζα» του ανθρώπου θερα-πεύθηκε. Έτσι δεν πρόκειται για νομική διαδικασία, αλλά για το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου (Α' Τιμ. γ' 16).

θ) Μοναδικός Σωτήρας ο Χριστός

Για τον άνθρωπο της εποχής μας, που με αγωνία αναζητάει απάντηση στο ερώτημα αν η ύπαρξή του μέσα σ' αυτό τον κόσμο της αδικίας και του αλληλοσπαραγμού έχει νόημα, υπάρχει το ευαγγέλιο της ελπίδας· ο Χριστός, που οδηγεί τον άνθρωπο μέσα από το θάνατο στη ζωή. Όχι σε μια ζωή γεμάτη αθλιότητες, αλλά άξια να τη ζήσει κανείς, απαλλαγμένη από την αμαρτία, τη φθορά και το θάνατο. Είναι η μοναδική λύση στα αγωνιώδη προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου.

«Μη ζητάς λοιπόν τον αδελφό διά την απολύτρωσή σου, αλλά Εκείνον που ξεπερνά τη φύση σου· ούτε άνθρωπον απλούν, αλλά άνθρωπον Θεόν Ιησούν Χριστόν, ο οποίος και μόνος δύναται να δώσει εξιλαστήρια θυσία στον Θεόν υπέρ όλων, διότι αυτόν "προώρισεν ο Θεός να είναι διά μέσου της πίστεως το όργανον εξιλασμού διά του αίματός Του"» (Μ. Βασ. Πρβλ. Ρωμ. γ' 25). Μόνον ο Ιησούς Χριστός προσφέρει σωτηρία, γιατί Εκείνος πρόσφερε το ίδιο Του το σώμα και το τίμιο αίμα Του ως ανεκτίμητο τίμημα για μας (Πράξ. κ' 28. Α' Κορ. στ' 20. ζ' 23. Γαλ. γ' 13. Εβρ. θ' 12-14. Α' Πέτρ. α' 18-19. Β Πέτρ. β' 1. Αποκ. ε' 9).

«Αδελφός ου λυτρούται,
λυτρώσεται άνθρωπος;
ου δώσει τω Θεώ εξίλασμα εαυτού
και τιμήν της λυτρώσεως της ψυχής αυτού·
και εκοπίασεν εις τον αιώνα» (Ψαλμ. μη' 8-9).

Ούτε ο αδελφός μας δεν μπορεί να μας λυτρώσει, πώς μπορεί να μας σώσει κάποιος ξένος; Κανένας δεν μπορεί να προσφέρει στον Θεό τίποτε για να εξιλεωθεί, κανένα αντίτιμο για τη λύτρωση της ψυχής του δεν διαθέτει, έστω κι αν κοπιάσει σε όλη του τη ζωή!

Ο Χριστός είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος· όποιος πιστεύει σ' Αυτόν, έχει ζωή αιώνιο· όποιος απειθεί σ' Αυτόν, «δεν θα δει ζωή, αλλά η οργή του Θεού μένει επάνω του» (Ιω. γ' 36. Πρβλ. Ιω. ιδ' 6. Ρωμ. ι' 9-10). Όποιος τον δέχθηκε, έλαβε «εξουσία» να γίνει παιδί του Θεού, όποιος δηλαδή πιστεύει στο όνομα Του· εκείνος δεν γεννήθηκε πια «ούτε από αίματα, ούτε από θέλημα σαρκός, ούτε από θέλημα ανδρός, αλλά από τον Θεόν» (Ιω. α' 12-13). Ο Χριστός είναι ο «μόνος Δεσπότης και Κύριος» (Ιούδα 4).

Το ότι εδώ πρόκειται για μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο, αποδεικνύεται και από τα όσα αναφέρονται στο Πράξ. δ' 12: «Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία· ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν, δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς». Αυτός είναι ο λί¬θος που περιφρονήθηκε από σας τους οικοδόμους, λέγει ο απόστολος Πέτρος στο συνέδριο των αρχόντων του Ισραήλ· αυτός που σεις περιφρονήσατε, αυτός έγινε «εις κεφαλήν γωνίας» και δεν υπάρχει δι' ουδενός άλλου σωτηρία!

Αυτά τα είπε ο απόστολος ως απάντηση στο ερώτημα των αρχόντων: «εν ποία δυνάμει ή εν ποίω ονόματι εποιήσατε τούτο υμείς», δηλαδή την θεραπεία του χωλού, που ζητιάνευε μπροστά στην πύλη του ναού. Αυτό συντελέσθηκε «εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου» (Πράξ. γ' 6-7). Έκτος από αυτό το όνομα, λέγει ο Πέτρος, δεν υπάρχει άλλο όνομα διά του οποίου μπορεί κα¬νείς να σωθεί. Ποιος μπορεί να πει εδώ πως δεν πρόκειται για ένα μοναδικό, ανεπανάληπτο όνομα, τον Ιησούν τον από Ναζαρέτ της Γαλιλαίας;

Για τον ορθόδοξο χριστιανό δεν υπάρχει κοινό σημείο ανάμεσα στο ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού (Θεία αποκάλυψη) και στις «συνταγές» των θρησκειών του κόσμου. Οι «θεοί» των Εθνών είναι «ου θεοί»· δεν υπάρχουν «άλλοι θεοί» εκτός από τον Τριαδικό Θεό, τον Θεό της αγίας Γραφής (Έξοδ. κ' 3. ΔΣευτερ. ε' 7. στ' 4. Ησ. μγ' 10-11 με 21-22). Όποιος λαλήσει στο όνομα «άλλων θεών», πεθαίνει, δεν ζη (Δευτερ. ιη' 20). Ο Ιησούς Χριστός και η εν Χριστώ σωτηρία είναι ο δρόμος του Θεού για τον άνθρωπο, ενώ οι πρακτικές των θρησκειών και οι δοξασίες τους αποτελούν ανθρώπινους δρόμους, που δεν οδηγούν πέρα από την κτιστή πραγματικότητα.

Ένας ορθόδοξος χριστιανός δεν δέχεται τις συγκρητιστικές τάσεις της εποχής μας, ούτε μπορεί να συμπράξει στην «ενότητα των θρησκειών» και στη δημιουργία μιας «πανθρησκείας», ακόμη κι αν αυτό προβάλεται δήθεν στο όνομα της ειρήνης.

Ο δογματικός πλουραλισμός, που απολυτοποιείται και εγείρει σήμερα απόλυτη απαίτηση στον θρησκευτικό χώρο, δεν υπηρετεί την πραγματική ειρήνη, γιατί οδηγεί στην πνευματική υποδούλωση και στον πνευματικό ολοκληρωτισμό. Ο Χριστιανός δεν διαχωρίζει την «επί γης ειρήνη» από το «εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. β' 14)· βλέπει την ειρήνη και στις δυο διαστάσεις της, όχι μόνο στην «οριζόντια», αλλά και στην «κάθετη». Δεν μπορεί κανείς να έχει αληθινή ειρήνη, παρά μόνο ως δώρο του Θεού. Μόνο αυτή η ειρήνη ελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε εξάρτηση και από κάθε μορφή δουλείας. Όμως ο άνθρωπος πρέπει να αποδεχθεί αυτή την ειρήνη με ταπεινό φρόνημα.

Σήμερα οι άνθρωποι στο όνομα της ειρήνης ζητούν να επιβάλουν με θρησκευτικό φανατισμό τις δικές τους δογματικές θέσεις· ζητούν από όλους να προσκυνήσουν και να λατρεύσουν το νέο είδωλο της πανθρησκείας, χωρίς να τους επιτρέπεται να κάνουν ελεύθερα τις επιλογές τους και να λατρεύσουν τον Τριαδικό Θεό, σύμφωνα με τη δική τους συνείδηση. Οργανώνουν κοινές λατρευτικές εκ¬δηλώσεις και συμπροσευχές, γιορτές της «θρησκευτικής ποικιλίας», η οποία ουσιαστικά αναιρείται από τον από¬λυτο δογματικό πλουραλισμό. Αυτό που επιτυγχάνουν δεν είναι η ειρήνη, αλλά η απώλεια της πνευματικής ταυτότητας και η πνευματική εξάρτηση.
Όσοι κηρύττουν τη σωτηρία με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, δεν ακολουθούν το Πνεύμα του Θεού (Πρβλ. Ησ. με' 25. Ρωμ. ιδ' 9-11). Όποιος κηρύττει τη σωτηρία «εν άλλω ονόματι» μεταπηδάει σε «άλλο ευαγγέλιο», διαφορετικό από το ευαγγέλιο του Χριστού και είναι «ανάθεμα» (Γαλ. α' 6-8). Όποιος ιδιοποιηθεί την εξουσία του Χριστού και ισχυρισθεί πως είναι ο Χριστός, ο σωτήρας, ο μεσσίας της δικής μας εποχής, οδηγεί εκείνους που τον ακολουθούν στον πνευματικό θάνατο, είναι ψευδόχριστος και ψευδοπροφήτης (Ματθ. κδ' 5, 11, 24).

ι) Ο κίνδυνος της αίρεσης

Είναι τόσο σπουδαία τα δόγματα της Εκκλησίας, ώστε να δικαιολογούνται οι αγώνες των αγίων Πατέρων για την προάσπιση τους; Πολλοί χριστιανοί δεν έχουν σαφή αντίληψη για τη σημασία των δογμάτων της πίστης μας. Το παν, λένε, είναι να είσαι καλός άνθρωπος, να ακολουθείς την ηθική διδασκαλία του Χριστού· δεν φθάνει λοιπόν αυτό;

Είπαμε πως με την πτώση των προπατόρων η ανθρώπινη φύση αρρώστησε ανεπανόρθωτα· ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορούσε να επανέλθει στην κατάσταση της πνευματικής υγείας. Δεν μπορούσε να ξεπεράσει την κτιστή του πραγματικότητα και να επανέλθει στην αληθινή κοινωνία με τον Θεό. Γι' αυτό και η πρωτοβουλία ανήκε στον ίδιο τον Θεό· στο πρόσωπο του Υιού Του έγινε άνθρωπος, προσέλαβε δηλαδή εκείνο που είχε ανάγκη από σωτηρία και το ένωσε με την ίδια τη Θεότητα (Κολ. β' 9).

Αν δεν δεχθούμε αυτή τη σωτήρια αλήθεια, αν απορρίψουμε τη μία ή την άλλη φύση του Χριστού, αν πούμε πως δεν ήταν αληθινός Θεός, ή δεν έγινε αληθινός άνθρωπος, τότε απορρίπτουμε ολόκληρο το μυστήριο της σωτηρίας μας (Α' Τιμ. γ' 16). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Εκκλησία, ο αλάθητος ερμηνευτής της αγίας Γραφής, η κιβωτός της σωτηρίας μας (Πρβλ. Εφεσ. ε' 23), αντέταξε τη Γραφική αλήθεια στην πλάνη των αιρέσεων.

Ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να σωθεί, αν ο Χριστός ήταν κτίσμα και όχι Υιός του Θεού του ζώντος (Ματθ. ι-στ' 16-17)· κανένας δεν σώζεται με την ένωση του με κτίσμα. «Δεν υπήρχε ουδέν κέρδος πλέον εις ημάς τους ανθρώπους, εάν ούτε ο Λόγος ήταν εκ φύσεως και αληθινός Υιός του Θεού, ούτε η σάρκα, την οποία προσέλαβε, ήταν αληθινή» (Μ. Αθαν.).

«Διότι εάν, ενώ ήταν κτίσμα, έγινε έπειτα άνθρωπος, θα έμενεν επίσης άνθρωπος, όπως ήταν, χωρίς να ενωθεί με τον Θεό. Διότι πώς ήταν δυνατόν, αφού είναι δημιούργημα, να ενωθεί με τον Κτίστη διά δημιουργήματος; Ή ποία βοήθεια θα μπορούσε να προσφερθεί εις τους ομοίους από άλλους όμοιους, αφού και αυτοί έχουν ανάγκη βοήθειας;»· «ποία βοήθεια ημπορεί να δοθεί εις τα κτί¬σματα από κτίσμα, αφού και αυτό έχει ανάγκη σωτηρίας;» (Μ. Αθανάσιος, Πρβλ. Ψαλμ. μη' 8-9).

Ο κίνδυνος λοιπόν της αίρεσης είναι πραγματικός· απειλεί την ίδια τη σωτηρία του ανθρώπου· πώς μπορεί να μας αφήσει ασυγκίνητους; (Πρβλ. Ιω. η' 32. ιζ' 3. Ρωμ. ι’ 9).

ια) Υπήρχε άλλος τρόπος σωτηρίας;

Γιατί ήταν απαραίτητο να προσφερθεί η σωτηρία με την ενανθρώπιση του Θεού; Μήπως ο Θεός θα έπρεπε να σώσει τον άνθρωπο με άλλο τρόπο, πιο «προσιτό» στην ανθρώπινη διάνοια; (Πρβλ. Α' Τιμ. γ' 16).

Ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, που έχει δική του υπόσταση, δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν· δεν υπάρχει τίποτε, κανένα δημιούργημα, που να μη δημιουργήθηκε από Αυτόν. Αυτός είναι η πηγή ολοκλήρου της δημιουργίας (Ψαλμ. λβ' 6. Ιω. α' 3. Εφεσ. γ' 9. Κολ. α' 16. Αποκ. γ' 14. δ' 11). Αυτός λοιπόν ήταν ο πλέον αρμόδιος «να ξανακτίσει τα πάντα και να πάθει υπέρ πάντων και να μεσιτεύσει προς τον Πατέρα υπέρ όλων» (Μ. Αθαν.).

«Διότι εκείνον όπου έπλασε με τας ιδικάς του αόρατους χείρας κατ' εικόνα και ομοίωσίν αυτού, ηθέλησε να τον αναστήσει όπου εξέπεσεν, όχι διά μέσου άλλου τινός, αλλά δι' εαυτού του, διά να τιμήσει και να δοξάσει περισσότερο το γένος των ανθρώπων, με το να έγινεν άνθρωπος όμοιος με ημάς κατά πάντα, πλην της αμαρτίας.

Ω της ανεκλαλήτου αυτού φιλανθρωπίας και αγαθότητος, διότι όχι μόνον δεν μας εκόλασεν αιωνίως οπού παρέβημεν την εντολήν του, αλλά και ό,τι λογής εγενήκαμεν ημείς με την παράβασιν, τοιούτος εκατεδέχθη να γένει και αυτός ήγουν άνθρωπος φθαρτός και θνητός, αυτός που είναι άφθαρτος και αθάνατος, και εφάνη εις τους ανθρώπους με σάρκα τεθεωμένην και όχι με μοναχήν την Θεότητα» (Συμεών ο Νέος Θεολ.).

«Ποίος είναι ο πλούτος της αγαθότητος; Ποίον είναι το μυστήριον το οποίον με περιβάλλει; Έλαβα την θείαν εικόνα και δεν την εφύλαξα. Παίρνει την σάρκα μου και διά να διατηρήσει την εικόνα, αλλά και διά να κάμει αθάνατον την σάρκα. Έρχεται εις δευτέραν συνάφειαν πολύ πιο παράδοξον από την πρώτη, καθόσον, τότε μεν έδωσε το καλύτερον, τώρα δε παίρνει το χειρότερον. Αυτό είναι ακόμη πιο ταιριαστόν εις τον Θεόν, αυτό είναι, δι’ όσους διαθέτουν κρίσιν, ακόμη πιο υψηλόν» (Γρηγ. Θεολ.).

Η σωτήρια αυτή αλήθεια είναι θεμελιωμένη στην αγία Γραφή.

Ο προφήτης Ησαΐας αναφωνεί: «Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός» (Ησ. η' 18). Ο απόστολος Παύλος αναφέρει τον προφητικόν αυτό λόγο στο πρόσωπο του Χριστού και σχολιάζει:

«Επειδή λοιπόν τα παιδία έχουν αίμα και σάρκα, διά τούτο και αυτός κατά παρόμοιο τρόπο "μετέσχε των αυτών", έγινε μέτοχος των ιδίων, διά να καταργήσει διά του θανάτου εκείνον που έχει τη δύναμη του θανάτου, δηλαδή το διάβολο και να ελευθερώσει εκείνους που από το φόβο του θανάτου ήσαν υποδουλωμένοι ολόκληρη τη ζωή τους. Διότι βέβαια δεν έρχεται να βοηθήσει αγγέλους, αλλά έρχεται να βοηθήσει απογόνους του Αβραάμ. Διά τούτο έπρεπε "κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι", να γίνει καθ' όλα όμοιος με τους αδελφούς Του» (Εβρ. β' 13-17).

Ο άνθρωπος σημαίνει για τον Θεό κάτι το πολύ αγαπητό" δεν «μπορούσε» να τον σώσει μέσω «αντιπροσώπων». Μήπως κι εμείς δεν σπεύδουμε οι ίδιοι προσωπικά σε βοήθεια πολύ αγαπημένου προσώπου; Ή μήπως ο Νυμφίος δεν σπεύδει προσωπικά να συναντήσει τη νύμφη και να την παραλάβει ο ίδιος προσωπικά στο σπίτι του; Αυτό υπογραμμίζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
 
«Όπως εις τους γάμους δεν πηγαίνει η νύμφη προς το νυμφίον, αλλά αυτός σπεύδει προς αυτήν, έστω και εάν είναι υιός βασιλέως, έστω και αν πρόκειται να μνηστευθεί κάποια ασήμαντη και περιφρονημένη ή κάποια υπηρέτρια, το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Δεν ανέβη εις τον ου¬ρανό η ανθρώπινη φύση, αλλά ήλθε εκείνος εις την ευτελή και περιφρονημένη αυτή νύμφη. Όταν όμως έγιναν οι γάμοι, δεν την άφησε να μείνει εδώ, αλλ' αφού την παρέλαβε, την ανεβίβασε εις την οικία του Πατρός».
Με αυτή την έννοια δεν υπήρχε άλλος τρόπος σωτη¬ρίας για τον άνθρωπο, να επανέλθει δηλαδή η φύση του ανθρώπου στην ίδια κατάσταση της κοινωνίας με τον Τριαδικό Θεό, όπως πριν από την πτώση.

«Και δεν είναι κανένας άλλος τρόπος, ούτε καμμία άλλη δύναμις, ή σοφία, ή κόπος, ή μόχθος, εις το να έλθει πάλιν η ανθρώπινη φύσι προς το ευ είναι και να γένη καθώς εξαρχής εδημιουργήθη, αλλά ευρίσκεται εις μόνο το χέρι του Θεού, όπου του έδωκε το είναι, το να του χαρίσει και το ευ είναι, και με άλλον τρόπο δεν είναι δυνατόν να γένει» (Συμεών ο Νέος Θεολ.).
Όλα αυτά αποτελούν μόνο ελάχιστα και αδύνατα «σημεία» προσέγγισης, στο μεγάλο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου. Γιατί το μυστήριο αυτό δεν προσεγγίζεται διανοητικά από τον άνθρωπο. Γίνεται αποδεκτό μόνο μέσα στην Εκκλησία. Άλλωστε γιατί έπρεπε ο Θεός να μας δώσει «λογικές εξηγήσεις» για τον τρόπο που διάλεξε να μας επαναφέρει κοντά Του; Στις διαπρο¬σωπικές σχέσεις αγάπης οι «λογικές εξηγήσεις».δεν έ¬χουν θέση και κανένας δεν απαιτεί τέτοιες «εξηγήσεις». Αν αρχίσει κανείς να καταπιάνεται μ' αυτές, εγκαταλεί¬πει την αγάπη και ασχολείται με τη «λογική». Αυτό εκ¬φράζεται άριστα στον ύμνο της Εκκλησίας μας:

«Ο αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί;
ο εν κόλποις του Πατρός,
πώς εν αγκάλαις της μητρός;
Πάντως όπως Εκείνος ξέρει,
όπως ηθέλησε κι ευδόκησε.
Γιατί ενώ ήταν άσαρκος, σαρκώθηκε θεληματικά,
κι ο Ων έγινε για μας αυτό που δεν ήταν.
Χωρίς να ξεφύγει απ’ τη θεία φύση Του,
"μετέσχε του ημετέρου φυράματος"•
διπλούς εγεννήθης, Χριστέ,
"τον άνω κόσμον θέλων αναπληρώσαι"»
(Όρθρος Χριστουγέννων, πρβλ. Α' Τιμ. γ' 16).

Όπως λοιπόν Εκείνος ηθέλησε κι ευδόκησε, όπως Εκείνος ξέρει να εκφράζει την άπειρη αγάπη Του προς τον πεσμένο άνθρωπο· την αγάπη, που δεν ταπεινώνει, αλλά υψώνει τον αγαπώμενο, όπως κάνει ο Νυμφίος για την Νύμφη, όχι με τρόπο απρόσωπο, αλλά εντελώς προ-σωπικό, έστω και αν πρόκειται για την πιο άσημη και πε-ριφρονημένη. Γι' αυτό το λόγο ο Θεός επέλεξε αυτόν και όχι άλλον τρόπο σωτηρίας του ανθρώπου.

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό παρατηρούμε πως η ανόρθωση του ανθρώπου δεν ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού, αλλά καρπός αγάπης από μέρους του Θεού και αποτέλεσμα αποδοχής από μέρους του ανθρώπου. Η έξωση του ανθρώπου από τον παράδεισο και η εχθρική στάση της λοιπής δημιουργίας, δεν απέβλεπαν στην τιμωρία του ανθρώπου, αλλά στη διαπαιδαγώγηση και στην επαναφορά του στην κοινωνία με τον Θεό.

Ο Θεός, από την πρώτη στιγμή, ανήγγειλε τη θεία Του επέμβαση με την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου Του, που επρόκειτο να συντρίψει την κεφαλή του όφεως. Αυτός θα αποτελούσε το νέο γενάρχη και θα έσωζε την ίδια την ανθρώπινη φύση, που υφίστατο τις συνέπειες της αυτονομίας του ανθρώπου.

Γι' αυτή την έλευση έπρεπε συστηματικά να προετοι-μασθεί η ανθρωπότητα και να αποδεχθεί και πάλι τη σωτήρια ενέργεια του Θεού. Η εκλογή του λαού του Ισ-ραήλ, το κήρυγμα των προφητών, που ως κέντρο είχε το πρόσωπο και το έργο του αναμενόμενου Σωτήρα συνετέ-λεσαν σ' αυτή την προετοιμασία της ανθρωπότητας. Η σωτηρία αυτή δεν συνίσταται στην υπόδειξη κάποιου δρόμου και στην τήρηση κάποιων εντολών, αλλά στο ίδιο το γεγονός της πρόσληψης του ανθρώπου από τον Θεό, στην κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Οποιαδήποτε αυτόνομη προσπάθεια του κτιστού ανθρώπου δεν θα μπορούσε να τον οδηγήσει στο άκτιστο, στην ελευθερία δηλαδή από τη δουλεία της φθοράς και του θανάτου. Ο Άκτιστος Θεός, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ξεπερνά την οντολογική άβυσσο ανάμεσα στο κτιστό και στο άκτιστο, όχι για να ζήσει τη ζωή του κτιστού, αλλά για να ανυψώσει τον κτιστό άνθρωπο στο επίπεδο της Θείας ζωής, πέρα από τη φθορά και το θάνατο.

Η κοινωνία όμως αυτή του θνητού ανθρώπου με τον αιώνιο και αθάνατο Θεό δεν αποτελεί σύγχυση η συμφυρμό της ανθρώπινης φύσης στη φύση του Θεού, γιατί είναι κοινωνία «κατ' ενέργειαν» και όχι «κατ' ουσίαν». Έτσι ο Θεός σώζει τον άνθρωπο χωρίς να τον καταργεί και προσδίδει στον άνθρωπο ανυπολόγιστη αξία.

Η πίστη στη θεανθρωπότητα του Χριστού γίνεται μοναδική ελπίδα για τον άνθρωπο που αναζητάει βαθύτε-ρο νόημα στη ζωή και πέραν του τάφου. Ο Χριστός είναι πλέον ο νέος γενάρχης της ανθρωπότητας. Ο καθένας που θα ενταχθεί στο άγιο Σώμα Του, στην Εκκλησία, γίνεται σύσσωμος με Αυτόν. Αυτή η ένταξη στο άγιο Σώμα Του σημαίνει για τον άνθρωπο σωτηρία, γιατί το «εν Χριστώ ζην» σημαίνει ταυτόχρονα για τον άνθρωπο μετοχή στη ζωή του Τριαδικού Θεού, αφού το Σώμα του Ιησού Χριστού είναι το ίδιο το Σώμα του Υιού και Λόγου του Θεού.

Το Σώμα που προσέλαβε ο Χριστός είναι το δικό μας σώμα, το κτιστό, ευρισκόμενο κάτω από τις συνέπειες στις οποίες η αποστασία είχε οδηγήσει τον άνθρωπο. Με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος, που διαφορετικά δεν μπορούσε να προσεγγίσει τη Θεότητα, μέσω της σάρκας του Χριστού προσελήφθη από τον Θεό Λόγο και οδηγήθηκε στη θέωση. Έτσι ο «αχώρητος Θεός» γίνεται «χωρητός».

Η σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι κάποια νομική διαδικασία, ή πληρωμή κάποιου «χρέους» («ζωήν αντί ζωής»!), αλλά κατάβαση ή καλύτερα συγκατάβαση του Θεού στα μέτρα και στην αδυναμία του ανθρώπου. Ο Χριστός με τη σάρκωση Του προσέλαβε τον άνθρωπο, οδήγησε τη σάρκα Του στο θάνατο, με αποτέλεσμα να συντρίψει το θάνατο, που δεν μπόρεσε να κρατήσει τον αρ-χηγό της ζωής και να ανοίξει ο δρόμος για την ανάσταση και την αθανασία. Έτσι ο άνθρωπος οδηγήθηκε σε ανά-πλαση, με αποτέλεσμα να γίνει «ένθεος άνθρωπος».

Ο δρόμος που διάλεξε ο Θεός να σώσει τον άνθρωπο είναι ο δρόμος της αγάπης και της τιμής στον αγαπώμενο άνθρωπο. Όχι μόνο ο ίδιος ο Θεός φρόντισε αυτό το ζήτημα, αλλά και ο ίδιος ανεζήτησε τον αποστάτη άνθρωπο και τον ανύψωσε από την κατάσταση της ατιμίας στην ύ-ψιστη τιμή, του πρόσφερε δηλαδή την κοινωνία Του και την αγάπη Του χωρίς να συνθλίψει και να «βιάσει» την προσωπικότητα του ανθρώπου.

Μένει τώρα η προαίρεση του ανθρώπου. Ο καθένας μπορεί να κάνει και πάλι τη δική του επιλογή. Οι πιστοί γνωρίζουν πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, ούτε άλλος τρόπος σωτηρίας· ούτε ο ίδιος ο άνθρωπος μπορεί να σώσει τον εαυτό του, ούτε άλλος άνθρωπος ή κτίσμα μπορεί να προσφέρει τη σωτηρία. Γι' αυτό πιστεύουμε πως η αί¬ρεση, που αρνείται την Τριαδική αλήθεια, αποτελεί κίνδυνο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αν ο Χριστός δεν είναι κατ' ουσίαν Υιός του Θεού, αλλά κτίσμα, δεν είναι δυνατόν να σώσει κανένα, γιατί η ένωση με κάποιο κτίσμα δεν οδηγεί στη σωτηρία. Ο Χριστός είναι Σωτήρας, επειδή είναι ο ένσαρκος Λόγος του Θεού, ενωμένος «ασυγχύτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως» με τον άνθρωπο στο ένα και μοναδικό Του πρόσωπο.


Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης