ΟΙ ΒΑΛΔΙΟΙ


Δ’ ΜΕΡΟΣ – ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΡΙΣΗΣ (Β’ ΜΙΣΟ ΙΔ’ ΑΙ.)



    Το δεύτερο μισό του ΙΔ’ αι. χαρακτηρίζεται από τους μελετητές της αίρεσης των Βάλδιων, ως περίοδος κρίσης. Η αιτιολόγηση βρίσκεται σε μια σειρά γεγονότων αποστασίας και προδοσίας μέσα στους κόλπους της αίρεσης για την περίοδο από το 1360 ως το 1400. Η φιλολογία που προέκυψε από τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις, επιτρέπει την διερεύνηση της υπόθεσης με την χρήση κειμένων των ίδιων των Βάλδιων, όχι των πολεμίων τους.


    Από την πρώτη μεταρρύθμιση της αίρεσης περί το 1230, οπότε και τελείωσε το φλερτάρισμα με τον παπισμό και ξεκαθαρίστηκε ότι οι σχέσεις Βάλδιων-παπικών θα ήταν πλέον εχθρικές, το κυρίαρχο στοιχείο στην νοοτροπία των πρώτων ήταν η πολεμική έναντι των πνευματικών αξιώσεων των δεύτερων. Αυτή η τακτική δοκιμάστηκε από τους ιεροεξεταστές, αλλά τέθηκε σε κρίση από τους ίδιους τους Βάλδιους και πιο συγκεκριμένα από τους διανοούμενους της σέκτας. Οι τελευταίοι, κάτοχοι καλύτερης γνώσης των Γραφών και γνώστες της λατινικής γλώσσας - εξ ου και η παράγωγη φιλολογία είναι γραμμένη στα λατινικά - δεν μπορούσαν να περιοριστούν σε μια ιδεολογία με μοναδικό αντικείμενο την αντίδραση στον παπισμό. Επιχείρησαν να στήσουν ένα ισχυρότερο πνευματικό οικοδόμημα.


    8.5.1 Η αλληλογραφία με τους Γερμανούς αποστάτες – Liber Electorum


    Οι δύο κύριες πηγές προέρχονται από την Ιταλία. Η πρώτη είναι η Βίβλος του Εκλεκτού (Liber Electorum),  μια λατινική σύνοψη της υποτιθέμενης ιστορίας της αίρεσης. Η δεύτερη, η Επιστολή των Ιταλών Αδελφών, είναι μια απαντητική ανοικτή επιστολή στις κατηγορίες όσων είχαν αποκηρύξει την αίρεση και είχαν επιστρέψει στον παπισμό. Μέσα στο σώμα της επιστολής, η οποία είναι γραμμένη το 1368, διασώζεται μια άλλη επιστολή, το «κατηγορώ» των παστόρων της Αυστρίας που επέστρεψαν στον παπισμό, συνταγμένη από κάποιον Johannes Leser. Η συνημμένη αυτή επιστολή έρχεται ως απάντηση σε μία προγενέστερη, βγαλμένη από την γραφίδα των συντακτών της Επιστολής των Ιταλών Αδελφών. Η πρώτη αυτή χαμένη επιστολή επιτίθετο στα κίνητρα της μεταστροφής των παστόρων στον παπισμό.


    Ένα ακόμη σχετικό κείμενο είναι γραμμένο από κάποιον άγνωστο κατά τ’ άλλα Seyfridus και επιτίθεται και αναιρεί τους ισχυρισμούς των Ιταλών, όπως έχουν καταγραφεί στην Βίβλο του Εκλεκτού. Ένα πέμπτο κείμενο είναι γραμμένο από τον προηγούμενο Joannes Leser. Πρόκειται για μια μισοτελειωμένη πραγματεία, η οποία συγκρίνει την συνέχεια της παπικής «εκκλησίας» σε αντίθεση με την υποτιθέμενη ιστορία των Βάλδιων, όπως καταχωρείται στο πρώτο κείμενο. Όλα αυτά τα κείμενα έχουν διασωθεί σε γερμανικές βιβλιοθήκες. Το τέταρτο κατά σειρά κείμενο σώζεται σε χειρόγραφο του μοναστηριού στο Windberg της Κάτω Βαυαρίας, ενώ το πέμπτο σε μοναστήρι στο Klosterneuburg κοντά στη Βιέννη. Ένα αντίγραφο της Βίβλου του Εκλεκτού προέρχεται από την Προβηγία, σε μετάφραση στην Οξιτανική διάλεκτο[1].


    Τα κύρια θέματα που συζητιούνται στα παραπάνω κείμενα είναι δύο: α) από πού προέρχονται οι Βάλδιοι; β) ποια η πηγή της πνευματικής εξουσίας των παστόρων τους; Στην Βίβλο του Εκλεκτού η καταγωγή των Βάλδιων συνδεόταν με έναν δημοφιλή μεσαιωνικό μύθο, τον σχετικό με την Κωνσταντίνεια Δωρεά. Σύμφωνα με την εκδοχή των Βάλδιων, τους πρώτους τρεις αιώνες η Εκκλησία ήταν μία, αγία, καθολική, μα πάνω απ’ όλα φτωχή και ακτήμων. Αυτό άλλαξε την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου. Αυτός προσβλήθηκε από λέπρα και κάλεσε τον πάπα Σιλβέστρο Α’ για να τον βαπτίσει. Μετά το βάπτισμά του θεραπεύθηκε από την λέπρα, παραχώρησε στον πάπα την εξουσία της Δυτικής Ευρώπης και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι το σημείο αυτό οι Βάλδιοι συμφωνούσαν με τους παπικούς. Στην δική τους εκδοχή, όμως, μια μερίδα της εκκλησίας αρνήθηκε την Δωρεά, αποσχίσθηκε από την υπόλοιπη εκκλησία και διατήρησε την προηγούμενη ακτήμονα κατάσταση. Οκτώ αιώνες μετά εμφανίστηκε ο Πέτρος Βάλδος, ένας εύπορος, ο οποίος για ν’ ακολουθήσει το Ευαγγέλιο πούλησε την περιουσία του, μοίρασε την αξία της στους φτωχούς και αντιτάχθηκε στον αιρεσιάρχη πάπα. Περιήλθε την Ιταλία και συγκέντρωσε γύρω του αρκετούς υποστηρικτές. Ο πάπας τον αφόρισε κι έτσι ξεκίνησε ο διωγμός των Βάλδιων[2].


    Είναι φανερό ότι με την εκδοχή αυτή οι Βάλδιοι προσπαθούν να προσδώσουν αρχαίες ρίζες στην αίρεσή τους και να την συνδέσουν με την πρώτη εκκλησία. Γνωρίζουμε αυτή την άποψη λόγω της υιοθέτησής της από τους Μεταρρυθμιστές. Ανακαλύπτουμε τώρα ότι οι Μεταρρυθμιστές δεν επινόησαν την άποψη περί αποστασίας της εκκλησίας, αλλά επανέλαβαν την προγενέστερη εκδοχή των Βάλδιων. Εκείνο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι στήριξαν την καταγωγή τους σε έναν μύθο, αλλά ο μύθος αυτός την εποχή εκείνη είναι αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Η καταγωγή των Βάλδιων στηρίχθηκε σε μια κοινά αποδεκτή και ευρέως διαδεδομένη ιστορία, ωραιοποιημένη και προσαρμοσμένη στην ιδεολογία τους. Όταν, λοιπόν, ο Λορέντζο Βάλλα αρνήθηκε την ιστορικότητα της διήγησης κι απέδειξε ότι η Κωνσταντίνεια Δωρεά ήταν πλαστή, ανέτρεψε όχι μόνο την κοσμοθεωρία των παπικών, αλλά και των αιρετικών, ακόμα και αυτού του Λούθηρου, όπως είπαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο (8.1.2). Εφόσον η Δωρεά δεν είχε γίνει ποτέ, ούτε αποστασία υπήρξε, ούτε απόσχιση μειονότητας, από την οποία ήλκαν την καταγωγή τους οι αιρετικοί. Οι συναγωγές τους ήταν καινοφανείς, χωρίς αρχαίες ρίζες.


    Σύμφωνα με αυτό τον μύθο των Βάλδιων, η πραγματική και φτωχή εκκλησία παρέμεινε μια μειονότητα για το διάστημα των οκτώ αιώνων μέχρι την εμφάνιση του Πέτρου Βάλδου. Οι συντάκτες της Βίβλου του Εκλεκτού αγνοούσαν την καταγωγή του αιρεσιάρχη τους από την Λυών. Για να εξηγήσουν την ονομασία «Pauperes Ludinenses – Φτωχοί Λυωνιστές» έδωσαν έναν σύντροφο στον Πέτρο, τον Johannes Ludinensis[3]. Συνεπώς, τοποθετούν την ιστορία τους αποκλειστικά στην Ιταλία. Οι Ιταλοί Βάλδιοι ήταν ενήμεροι για την έλλειψη ακρίβειας της εκδοχής τους και απολογούμενοι έγραψαν:


«Ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε ν’ απαντήσουμε ή να δώσουμε αποδείξεις, κατά τον ίδιο θετικό τρόπο που γίνεται στα άλλα χρονικά … είναι διπλός. Πρώτον λόγω της απουσίας μαρτύρων, διότι δεν υπάρχει κάποιος σήμερα, ο οποίος να άκουσε  ή να άκουσε την αληθινή καταγωγή του θέματος, εξ αιτίας του μεγάλου χρονικού διαστήματος που πέρασε. Ο δεύτερος και πιο σημαντικός λόγος είναι οι αμέτρητοι διωγμοί, τους οποίους υποφέρουμε και λόγω αυτών τα βιβλία μας έχουν εξαφανιστεί, ώστε δεν θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε ούτε μία ιερή σελίδα[4]».


Η ίδια δικαιολογία, παντού και πάντα.


    Οι Γερμανοί αναίρεσαν ανελέητα την άποψη των Ιταλών Βάλδιων. Την  ανέτρεψαν με ιστορικά και θεολογικά επιχειρήματα. Έδειξαν την αοριστία του ισχυρισμού περί «μερίδας της εκκλησίας» που διαφώνησε με τον Σίλβεστρο, την αδυναμία των Βάλδιων να κατονομάσουν συγκεκριμένα άτομα, την στιγμή που πολλοί γνωστοί επίσκοποι συντάχθηκαν με τον πάπα στις Συνόδους ενάντια στους Αρειανούς[5]. Καμιά αναφορά σε Βάλδιους δεν υπάρχει στην προγενέστερη εκκλησιαστική ιστορία, την στιγμή που ονοματίζονται πλήθος αιρέσεων[6]. Ο Johannes Leser στην απάντησή του παραθέτει την παπική διαδοχή μέχρι τον Γρηγόριο ΙΑ’ και την αντιπαραβάλει με το κενό της βάλδιας εκδοχής[7]. Τους θυμίζει ότι δεν είναι χιλιάδες, αλλά εκατοντάδες μόνο, και βέβαια δεν είναι εκκλησία, παρά σέκτα[8].


    Στην επιστολή τους οι Ιταλοί Βάλδιοι προσπαθούν ν’ απαντήσουν στο θέμα της προέλευσης της πνευματικής εξουσίας των παστόρων τους. Ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι ο Πέτρος Βάλδος ανήκε στην ιερατική τάξη. Αποδέχονται εμμέσως ότι χρειαζόταν ν’ αποδείξουν κάποιο είδος αποστολικής διαδοχής, για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη των παστόρων. Συνεχίζοντας τους ισχυρισμούς τους, έλεγαν ότι και ο υποτιθέμενος σύντροφος του Πέτρου, ο Ιωάννης, ήταν επίσης ιερέας[9]. Στην συνέχεια αναφέρουν γνωστούς αιρετικούς, οι οποίοι ήταν υποτιθέμενοι ιερείς, όπως ο Ιωάννης της Βουργουνδίας[10] και ο «επίσκοπος της Lescar», πιθανόν ο Raymond de Benac,  ο οποίος ανακρίθηκε το 1218[11]. Ωστόσο κανένας δεν ήταν αποδεδειγμένα ιερέας και Βάλδιος ταυτόχρονα. Έτσι ο ισχυρισμός τους έμεινε μετέωρος.


    Οι Γερμανοί δεν αντέκρουσαν ούτε επιβεβαίωσαν τον ισχυρισμό περί της ιεροσύνης του Βάλδου. Στήριξαν τις αντιρρήσεις τους σε διαφορετικό σκεπτικό. Είπαν, λοιπόν, ότι ακόμη και αν ήταν ιερέας, δεν θα μπορούσε να χειροτονήσει άλλους, εφόσον απαιτούνταν επίσκοπος γι’ αυτό. Εφόσον αφορίσθηκε από την εκκλησία, δεν θα μπορούσε να τελεί ιερατικές πράξεις. Το ότι συνέχισε να κηρύττει μετά τον αφορισμό του τον καθιστά αντικανονικό και σχισματικό[12].  Οι Γερμανοί αναίρεσαν εύκολα τους ισχυρισμούς των Βάλδιων, επειδή οι πρώτοι αναγνώρισαν ότι απαιτούνταν η αποστολική διαδοχή για την χειροτονία ιερέα, οπότε υπέπιπταν στην δικαιοδοσία των κανόνων, τους οποίους είχαν καταπατήσει.


    Στην συνέχεια της αλληλογραφίας οι Ιταλοί επικαλέστηκαν το θέμα της μόρφωσης, ως προϋπόθεση για την πνευματική καθοδήγηση των ακόλουθών τους από τους πάστορες. Σίγουροι για την γνώση των Γραφών, παρέθεσαν αποσπάσματα από Πατέρες, όπως ο Αυγουστίνος και ο Ιερώνυμος, καθώς και από έργα του Βερνάρδου, του Πέτρου Λομβαρδού και από το Opus Imperfectum in Matthaeum, το οποίο τότε αποδιδόταν στον αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο[13]. Και πάλι έκαναν μοιραίο λάθος διότι έτσι αναγνώριζαν τα στάνταρ μορφώσεως που έθεταν οι παπικοί.


    Οι Γερμανοί δεν επέμειναν σ’ αυτό, ούτε τους κατηγόρησαν ως αμόρφωτους, εφόσον γι’ αυτούς το θέμα της μόρφωσης δεν ήταν ουσιαστικό για την πνευματική καθοδήγηση. Αντίθετα, θεώρησαν ότι απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η τέλεση των μυστηρίων και πάνω σ’ αυτό οι Βάλδιοι υστερούσαν. Ο Johannes Leser τους έψεξε έτσι: «Αλίμονο σας, που θέλετε να φαίνεστε ως γιατροί, αλλά δεν έχετε τα φάρμακα να γιατρεύετε πληγές[14]», κατηγορώντας τους για την έλλειψη μυστηρίων. Ο Seyfridus τους κορόιδεψε ότι προσφέρουν μόνο μισό μυστήριο, την εξομολόγηση, χωρίς άφεση αμαρτιών. Εξομολογούσαν κι έστελναν τους ακόλουθούς τους στους παπικούς για άφεση[15].  


    Ένα ακόμη δριμύ κατηγορώ των Γερμανών προς τους Βάλδιους αφορούσε την μυστικότητα της οργάνωσής τους. Αν κήρυτταν το αληθινό ευαγγέλιο, γιατί το έκαναν στα κρυφά; Γιατί κάλυπταν το μήνυμά τους όσο καλύτερα μπορούσαν; Γιατί το αποκάλυπταν μόνο στους πολύ έμπιστους; Η ανάγκη εξαιτίας των διωγμών δεν ήταν δικαιολογία, αν οι Βάλδιοι ήθελαν να πείσουν ότι ήταν η αληθινή εκκλησία. Οι Γερμανοί έθεταν ιδεολογικές αντιρρήσεις με αφετηρία την πρακτική των Βάλδιων, η οποία ήταν καταφανώς αντίθετη με την πρακτική της πρώτης εκκλησίας, οπότε οι Ιταλοί αδυνατούσαν ν’ απαντήσουν. Ο Seyfridus ήταν αδίστακτος στις κατηγορίες του επί του θέματος. Οι Βάλδιοι πάστορες συμπεριφέρονταν σαν μισθωτοί και όχι σαν αληθινοί ποιμένες. Κήρυτταν στα κρυφά και την ώρα του κινδύνου εγκατέλειπαν το ποίμνιο τους[16]. Αν η πίστη τους ήταν αληθινή θα την κήρυτταν δημόσια. Με την τακτική τους λοιδορούσαν τους προηγούμενους ομολογητές και μάρτυρες[17]. «Η αλήθεια», έγραψε ο Seyfridus, «δεν προσπαθεί να κρυφτεί στις γωνίες, αλλά το αντίθετο[18]».


    Η κατακλείδα της αντιρρητικής των Γερμανών ήταν η αντι-δονατιστική ρητορεία για την αξία του παπικού κλήρου. Είπαν ότι δεν είναι δυνατό η συμπεριφορά ορισμένων κακών κληρικών, μ’ αμαυρώνει την υπόληψη όλων. Η αποδοχή της ύπαρξης ανάξιων κληρικών δεν ήταν αρκετή για να οδηγήσει σε αποσκίρτηση από την εκκλησία[19]. Αν η κατοχή ιδιοκτησίας από τον κλήρο ήταν αντίθετη με την αποστολική πτωχεία, όπως ισχυρίζονταν οι Βάλδιοι, τότε οι τελευταίοι ήταν τουλάχιστον υποκριτές, διότι και οι ίδιοι κατείχαν κρυμμένους θησαυρούς, από χρυσό και ασήμι[20].


    Η παραπάνω αλληλογραφία έδειξε τις αδυναμίες της αίρεσης. Οι Βάλδιοι δεν γνώριζαν την ιστορία τους και προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους με μύθους. Δεν μπορούσαν να στηρίξουν εκκλησιολογικά και ιστορικά τους ισχυρισμούς τους περί της αληθινής εκκλησίας, ούτε να βρουν πηγή πνευματικής αρμοδιότητας για τους «ποιμένες». Τέλος, δεν μπορούσαν να σταθούν σε ανοικτή συζήτηση με τους παπικούς, ειδικά με όσους είχαν επιστρέψει στον παπισμό μέσα από την σέκτα τους, οι οποίοι είχαν εκ των έσω πληροφόρηση. Ωστόσο, η αντιπαράθεση αυτή πρόσφερε πολύτιμα μαθήματα στους μεταγενέστερους αιρετικούς, για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους. Προς το παρόν έγινε φανερό ότι θα έπρεπε ν’ ακολουθήσουν κάποιοι μετασχηματισμοί στον σκεπτικό και την δράση των αιρετικών και τις αφορμές έδωσε η δίωξή τους από την Ιερά Εξέταση.


    8.5.2. Η αντιμετώπιση των Βάλδιων στο β’ μισό του ΙΔ’ αι.


    Η πληροφόρησή μας για την δράση των ιεροεξεταστών στις γερμανόφωνες περιοχές την περίοδο αυτή είναι ελλιπής. Μεταξύ των ετών 1360 και 1370, ο δούκας Αλβέρτος Γ’ της Αυστρίας ζήτησε από τον ιεροεξεταστή Ερρίκο του Olomouc να διεξάγει μια σειρά από δίκες στην Steyr[21]. Τα πρακτικά δεν σώζονται, ωστόσο έχουμε μια μικρή πληροφόρηση γι’ αυτή την δραστηριότητα[22]. Οι δίκες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την επιστροφή πολλών Βάλδιων στον παπισμό, κάτι που συμφωνεί με την όλη διαδικασία της αντιπαράθεσης που είδαμε προηγουμένως. Οι πρώην magistri των Βάλδιων εργάσθηκαν μέσα στις κοινότητές τους για την επιστροφή και άλλων[23].


    Μια δεύτερη αποστολή σχετίζεται με την ανάληψη των καθηκόντων του Georg von Hohenlohe, ως επισκόπου στο Passau (1388-1423)[24]. Ούτε από αυτήν την αποστολή σώζονται πρακτικά. Μαθαίνουμε γι’ αυτήν από ένα περιστατικό, το οποίο συνέβη το 1393[25]. Στις 8 Σεπτεμβρίου της χρονιάς εκείνης κάποιοι Βάλδιοι έβαλαν φωτιά σε έναν αχυρώνα, ως αντίδραση στον ερχομό ιεροεξεταστή. Στην συνέχεια κρέμασαν στην πύλη της πόλης ένα μισοκαμμένο κλαδί κι ένα μαχαίρι, ως απειλητική προειδοποίηση.


    Εν μέσω της αβεβαιότητος που δημιουργήθηκε στους κόλπους των Βάλδιων και τις αντιπαραθέσεις τους με τους μετανοημένους πρώην αδελφούς, εμφανίστηκε ο Peter Zwicker, ένας Κελεστίνος ιεροεξεταστής. Η διαφορά του με τους προκατόχους του ήταν ότι αυτός προσπαθούσε να πείσει τους Βάλδιους για τις πλάνες τους και όχι να τους τιμωρήσει[26]. Για τον σκοπό αυτό έγραψε μια πραγματεία, το Cum dormirent homines[27] (ἐν δὲ τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους – Ματθ. 13.25, Παραβολή των ζιζανίων), ένα έργο που για πολλά χρόνια παραβλεπόταν από τους ιστορικούς. Ο λόγος ήταν η αδυναμία του εντοπισμού του συγγραφέα και όσοι γνώριζαν το έργο, το απέδιδαν σε κάποιον Peter Pilichdorf, από το πανεπιστήμιο της Βιέννης[28]. Τελικά ο εκδότης του κειμένου Peter Biller, συγκέντρωσε στοιχεία από τα 45 χειρόγραφα, όπως και από άλλες πηγές και απέδειξε ότι ο συγγραφέας ήταν ο Peter Zwicker, γεγονός που προκάλεσε το ενδιαφέρον της έρευνας.


    Το έργο συντάχθηκε το 1395 και δίνει σίγουρες πληροφορίες για την γεωγραφική διασπορά των Βάλδιων από τον Δούναβη μέχρι την Βαλτική και την δραστηριότητα της Ιεράς Εξέτασης την ίδια εποχή. Παραθέτει επίσης μια λίστα με τα δόγματα των Βάλδιων και την αναίρεσή τους. Είναι σημαντικό ότι στον τρόπο γραφής του Zwicker δεν κυριαρχούν τα συνήθη στερεότυπα για τους Βάλδιους. Αυτό συμβαίνει διότι οι πληροφορίες του προέρχονται από άμεση μαρτυρία και δεν ακολουθεί κάποιο παλαιότερο εγχειρίδιο. Βέβαια, το 1395 ο Zwicker μόλις ξεκινούσε ως ιεροεξεταστής στην Αυστρία, αλλά είχε δράσει από το 1390 στην Πομερανία και το Βραδεμβούργο, οπότε είχε αποκομίσει και την σχετική πείρα. Έπειτα, ο τρόπος προσέγγισης του ζητήματος, δείχνει ότι ήταν αρκετά οξυδερκής. Όπως ήδη ειπώθηκε, δεν επιδίωκε την τιμωρία των αιρετικών, αλλά τον συνετισμό τους.


    Κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας του ήταν η άποψη ότι η διδασκαλία της αληθινής πίστης έπρεπε να γίνεται στα φανερά και όχι στα κρυφά, όπως έπρατταν οι Βάλδιοι. Γι’ αυτό ο παπισμός είχε το πλεονέκτημα σε αυτό το σημείο[29]. Η διδασκαλία των Βάλδιων magistri αφορούσε μόνο τους ακολούθους τους και δεν επιχειρούσαν να ευαγγελίσουν τους παπικούς. Ταξίδευαν με μυστικότητα, βρίσκονταν συνέχεια σε κίνηση κι εμπιστεύονταν μόνο τους δικούς τους credentes. Αυτά δεν ήταν χαρακτηριστικά ποιμένων[30]. Την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία είχαν χρησιμοποιήσει οι Γερμανοί μετανοημένοι στην αναμέτρησή τους με τους Ιταλούς Βάλδιους. Απ’ ότι φαίνεται ήταν αρκετά αποδοτική.


    Ο Peter Zwicker ήταν ένας Κελεστίνος μοναχός από το Wormditten της Πρωσσίας. Κατάφερε να γίνει ηγούμενος στο μοναστήρι στο Oybin της Άνω Λουσατίας και τομεάρχης του τάγματος στη Γερμανία[31]. Ξεκίνησε την καριέρα του ως ιεροεξεταστής στην Ερφούρτη το 1391 και την συνέχισε στο Stettin όπου διεξήγε μεγάλης κλίμακας ανακρίσεις για την εύρεση των Βάλδιων στο Βρανδεμβούργο και την Πομερανία, μεταξύ των ετών 1392-4. Χαρακτηριστικό των προθέσεών του είναι ότι ενώ διεξήγαγε 443 δίκες υπόπτων κανέναν δεν οδήγησε στην πυρά[32], εκείνη την εποχή. Το 1395 προσκλήθηκε από τον δούκα Αλβέρτο Γ’ της Αυστρίας για ν’ αντιμετωπίσει το εκεί πρόβλημα. Διέμεινε στην Αυστρία μέχρι τον θάνατό του. Στις αρχές του ΙΕ’ αι. έδρασε στις Sorpon (1401), Hartberg (1401-4), Βιέννη (1403) και στη Βούδα (1404)[33]. Η διαφορά των Γερμανών ιεροεξεταστών της περιόδου, όπως ο Martin von Amberg & Heinrich Angermeier, έγκειτο στο ότι ήταν αυτόκλητοι, δεν διορίζονταν από τον πάπα. Για τον λόγο αυτό ενεργούσαν αυτοβούλως, πήγαιναν όπου τους καλούσαν οι τοπικές αρχές και δεν απευθύνονταν στις εκκλησιαστικές αρχές, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.


    Ο Peter Zwicker έστησε την έδρα του στην Steyr, στην Άνω Αυστρία. Εκεί συνεργάστηκε με τις τοπικές κοσμικές αρχές για την διοργάνωση των δικών. Συνεργάτες του ήταν ο καστελλάνος της πόλης, Heinrich von Jelkingen και ένας Βενεδικτίνος ιερέας ο Frederick, στο σπίτι του οποίο έμενε ο Zwicker. Συνέταξε το έργο του στη βιβλιοθήκη ενός μοναστηριού Βενεδικτίνων στο Garsten, κοντά στην πόλη που έμενε[34].


    Στις 29 Αυγούστου του ίδιου χρόνου πέθανε ο δούκας Αλβέρτος Γ’ με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η έναρξη της αποστολής. Στα τέλη του 1395 ο Zwicker έγραψε μια ανοικτή επιστολή που την απηύθυνε στο νέο δούκα Αλβέρτο Δ’ και τα ξαδέλφια του, δούκες William και Leopold Δ’. Στην επιστολή αυτή τους εφιστούσε την προσοχή στον κίνδυνο που απέρρεε από την πολυετή δράση της αίρεσης των Βάλδιων στην περιοχή τους[35]. Αρχικά τους ενημέρωσε ότι τον Σεπτέμβριο του 1395, λίγο μετά τον θάνατο του δούκα Αλβέρτου Γ’, οι Βάλδιοι έβαλαν φωτιές στην περιοχή, μια πράξη που θα μπορούσε να θεωρηθεί εξέγερση[36]. Στην συνέχεια παραθέτει μια λίστα με τις πεποιθήσεις των αιρετικών, μεταξύ των οποίων ήταν η άρνηση της εξουσίας των κοσμικών αρχόντων[37].


    Η επιστολή είχε το αναμενόμενο αντίκτυπο και η δράση του Zwicker ξεκίνησε. Από το Χρονικό του Prevenhuber[38] μαθαίνουμε ότι για την αναφερθείσα βιαιότητα συνελήφθησαν το 1397 περί τα 1000 άτομα και καταδικάστηκαν να φορούν τον κίτρινο σταυρό. Οι αρχηγοί της εξέγερσης καταδικάστηκαν είτε σε φυλάκιση, είτε σε εκτέλεση. Ένα άλλο χρονικό, όμως, αυτό του Veit Arnpeck αναφέρει ότι στην Steyr κάηκαν πάνω από 100 άτομα, ως αποτέλεσμα της δράσης του ιεροεξεταστή[39].


    8.5.3 Το αντίκτυπο της δράσης του Peter Zicker.


    Στην αρχή της δράσης του στην Αυστρία, ο Zwicker απολογούμενος για τα πεπραγμένα των προηγούμενων ετών, έγραψε:


«Σε διάστημα δύο ετών στην Θουριγγία, το Μαρκ (σσ. Βρανδεμβούργο), τη Βοημία και τη Μοραβία, γύρω στους χίλιους Βάλδιους αιρετικούς μεταστράφηκαν στην Καθολική πίστη».


Κι έλπιζε ότι στην Αυστρία και την Ουγγαρία μεγαλύτερο αριθμό αιρετικών θα μπορέσει να σώσει
«από τα σαγόνια του Λεβιάθαν[40]».


Ένα άλλο έργο της ίδιας περιόδου σημείωσε ότι «ο αδελφός Πέτρος [Zwicker] ανακάλεσε στην πίστη 600 από αυτούς τους αιρετικούς σε διάστημα ενός χρόνου[41]».


    Αυτοί οι μετανοημένοι αποκάλυψαν στην συνέχεια τα ονόματα και άλλων μελών, και οι ανακριτές επιδίωκαν περισσότερο να πληροφορηθούν για τους αρχηγούς ή τους εξομολόγους των Βάλδιων. Η αιτία είναι απλή. Ένας πιστός μπορούσε να δώσει πληροφορίες μόνο για το τοπικό τμήμα της σέκτας. Αντίθετα, ένας εξομολόγος γνώριζε πληροφορίες για περισσότερα τμήματα, στα οποία ταξίδευε. Έπειτα, η μαρτυρία ενός απλού πιστού μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί ευκολότερα. Αντίθετα, στην περίπτωση που κάποιος αρνούνταν την συμμετοχή του στην σέκτα, οι ανακριτές του αντέτειναν ότι «κάποιοι μυστικοί αρχηγοί, τους οποίους εμπιστευθήκατε από απλότητα και σας οδήγησαν στην πλάνη[42]» έδωσαν την πληροφορία. Αυτό είχε ισχυρό αντίκτυπο στην ψυχολογία του ανακρινόμενου.


    Ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο είχε η μεταστροφή των αρχηγών της αίρεσης. Πέντε από αυτούς οι Johannes από τη Βιέννη, Nicolaus Gottschalck από το Βρανδεμβούργο, Friedrich από το Hardeck, Heinrich από το Engellstadt και Peter από το Siebenbürgen έγιναν παπικοί ιερείς. Η μεταστροφή του Nicolaus Gottschalck από το Königsberg του Βρανδεμβούργου ήταν μια μεγάλη επιτυχία για τον Zwicker. Αυτό συνέβη λίγο πριν τον Δεκέμβριο του 1392 στην Πράγα. Με τις πληροφορίες που έδωσε ως εξομολόγος στο Uckermark, ο ιεροεξεταστής μπόρεσε να εξαλείψει τον αιρετικό πυρήνα της περιοχής. Από τους πέντε μετανοημένους αρχηγούς οι τέσσερις δολοφονηθήκαν[43].


    Ωστόσο, η εχθρότητα των περισσότερων Βάλδιων ήταν δεδομένη. Όταν ο αντιπρόσωπος του Zwicker, Fikke από το Gross-Wubiser, έφτασε στο χωριό Klein-Wubiser, φέροντας μια επιστολή του εντολέα του για τον ενοριακό ιερέα, βρήκε μια ομάδα Βάλδιων να τον περιμένει με απειλητικές διαθέσεις. Ο προεστός του χωριού Jacob Hokman ανέθεσε στον αρχηγό των Βάλδιων, Sybert Curaw να προσέχει τον αγγελιοφόρο[44]. Η επίσκεψη του ίδιου του Zwicker στο χωριό, τον Φεβρουάριο του 1393, άλλαξε το κλίμα υπέρ του. Η Gydrud Melsaw κατέθεσε ότι ο Sybert Curaw και άλλοι απέτρεπαν τους χωρικούς από το να πάνε στον ιεροεξεταστή, αλλά αυτή τον συμπαθούσε τόσο ώστε θα μπορούσε να του κάνει παιδί. Θα μπορούσε ακόμη και να χωρίσει τον άντρα της για χάρη του[45]. Οι μέθοδοι του ανακριτή διαίρεσαν την κοινότητα των Βάλδιων. Όσοι τον επισκέπτονταν έφευγαν εντυπωσιασμένοι από την ευγένεια και την επιείκεια του.


    Η επιείκεια του Zwicker ξεπερνούσε τα όρια του κανονικού δικαίου των παπικών. Οι αμετανόητοι αιρετικοί έπρεπε κανονικά να παραδίδονται στις κοσμικές αρχές για εκτέλεση[46]. Κάποια Σοφία είχε προσηλυτισθεί πριν πολλά χρόνια. Ο άνδρας της Hans Myndeke είχε εκτελεστεί στο Angermünde. O Zwicker την άφησε ελεύθερη επειδή ήταν έγκυος στις 9 Φεβρουαρίου του 1394[47]. Σε πολλές περιπτώσεις προτιμούσε να τους επιτιμά με τις λεγόμενες ποινές μετανοίας, παρά να τους εκτελεί[48]. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν προσπαθούσε να τρομοκρατήσει τους ανακρινόμενους, προβάλλοντας σκληρότητα, όπως άλλοι συνάδελφοί του, για παράδειγμα ο Bernard Gui.


    O Peter Zwicker προτιμούσε την πειθώ και την κατήχηση. Όπως προκύπτει από το Cum Dormirent γνώριζε πολύ καλά την διδασκαλία των Βάλδιων και είχε όλα τα πνευματικά εφόδια για να την αναιρέσει. Προέβαλε την επιχειρηματολογία όχι μόνο στο θεολογικό επίπεδο, αλλά και στο ιστορικό. Αν, σύμφωνα με την εκδοχή των Βάλδιων του Liber Electorum, η εκκλησία αποστάτησε επί Σιλβέστρου Α’, ποιος χειροτόνησε ιερέα των Πέτρο Βάλδο; Αυτή ήταν μια απλή ερώτηση, στην οποία δεν μπορούσαν ν’ απαντήσουν ούτε οι διδάσκαλοι των Βάλδιων[49]. Στον υποτιθέμενο αποστολικό τρόπο ζωής των διδασκάλων επιτίθονταν για την μυστικότητα της δράσης τους. Αν, όπως ισχυρίζονταν οι αιρετικοί διδάσκαλοι, μόνο όσοι ανήκαν στην σέκτα επρόκειτο να σωθούν, τότε γιατί κρατούσαν μυστικά από τους ακόλουθούς τους, εφόσον έτσι τους καταδίκαζαν, σύμφωνα με την διδασκαλία τους; Γιατί δεν ακολουθούσαν το παράδειγμα των αποστόλων στο να διδάσκουν φανερά; Γιατί έφευγαν σε περίοδο διώξεων, αφήνοντας έκθετο το ποίμνιό τους; O Zwicker ήξερε να θέτει καίρια ερωτήματα που έπλητταν την αξιοπιστία των αρχηγών της σέκτας.


    Επίσης, δεν φοβόταν ν’ αντιπαρατεθεί μαζί τους ανοικτά σε δογματικό επίπεδο. Διέλυε εύκολα τα αντικληρικαλιστικά επιχειρήματά τους προβάλλοντας την ιερότητα των μυστηρίων, η οποία ήταν ανεξάρτητη από την ποιότητα του ιερέα. Έπειτα τους προκαλούσε να παραδεχθούν ότι εκτός από τους κακούς ιερείς, για τους οποίους οι Βάλδιοι μιλούσαν συνέχεια, υπήρχαν και καλοί ιερείς, για τους οποίους οι Βάλδιοι δεν μιλούσαν ποτέ. Όπως δεν μιλούσαν ποτέ για τους δικούς τους κακούς αρχηγούς ή πιστούς[50]. Είναι χαρακτηριστική η φράση του:


«Ένα τριαντάφυλλο λάμπει το ίδιο στα χέρια ενός αυτοκράτορα, όπως και μιας κοινής γυναίκας[51]»


    Εφαρμόζοντας απλή λογική και επικαλούμενος πολλά αγιογραφικά χωρία, μπορούσε να παρουσιάσει τις θέσεις του και να πείθει τελικά τους Βάλδιους. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι καταλάβαινε το σκεπτικό τους, γνώριζε πολύ καλά τις ιδέες τους και έτσι μπορούσε να επιχειρηματολογεί με οικείο προς αυτούς τρόπο και να γίνεται πειστικός. Παρουσίαζε τις αντιρρήσεις του με απλό τρόπο, όχι ότι του έλειπε η ρητορεία, αλλά μπορούσε να πλήξει κατευθείαν τον πυρήνα της αιρετικής πεποίθησης. Από την άλλη, το όλο ιδεολογικό σύστημα των Βάλδιων εξαρτιόνταν άμεσα από την παπική εκκλησιολογία, οπότε μπορούσε πολύ εύκολα να αναιρεθεί από τους παπικούς. Πέραν αυτού, οι Βάλδιοι είχαν σαφώς στραμμένη την οπτική τους προς την παπική εκκλησία, οπότε ο Zwicker το μόνο που έκανε ήταν να τους προσφέρει την οδό της επιστροφής, απαλύνοντας τις όποιες τύψεις θα μπορούσαν να δημιουργηθούν από την εγκατάλειψη της σέκτας, αμαυρώνοντας την αξιοπιστία των διδασκάλων τους. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο το ότι η δράση του είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή πολλών στον παπισμό. Οι Προτεστάντες απέφυγαν να κάνουν τα ίδια λάθη.


    8.5.4 Οι γερμανόφωνοι Βάλδιοι τον ΙΕ’ αι.


    Ο Peter Zwicker ήταν μοναδική περίπτωση ιεροεξεταστή. Τα υπάρχοντα στοιχεία δείχνουν ότι η προσπάθειά του δεν βρήκε συνεχιστή. Παρότι κατάφερε σοβαρά πλήγματα στην αίρεση δεν στάθηκε δυνατό να δοθεί ένα τέλος σ’ αυτήν. Ανακρίσεις στο Βρανδεμβούργο το 1458 αποκάλυψαν Βάλδιους στα ίδια χωριά και στις ίδιες οικογένειες. Το ίδιο και οι ανακρίσεις του 1461[52].

 
    Η αλλαγή στους κόλπους των γερμανόφωνων Βάλδιων ήρθε με την εμφάνιση της αίρεσης των Χουσσιτών και της επανάστασης που την συνόδευσε το 1420. Πολλοί από αυτούς μετανάστευσαν στις πιο ανεκτικές περιοχές των δεύτερων. Έγιναν προσπάθειες για ένωση των δύο αιρετικών κινημάτων, αρχικά με την επαναστατική πτέρυγα των Χουσσιτών, τους Θαβωρίτες, και όταν αυτές δεν απέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, λόγω του σκληροπυρηνικού χαρακτήρα τους, με την πιο διαλλακτική πτέρυγα, την Unita Fratrum[53]. Το θέμα της επίδρασης της ιδεολογίας των Βάλδιων επί του Χουσσιτισμού δεν μπορεί να συζητηθεί εδώ, διότι δεν έχουμε υπεισέλθει ακόμη σε θέματα αυτής της αίρεσης. Αναγκαστικά, θα γίνει αργότερα στα σχετικά κεφάλαια. Εδώ θα περιγραφούν απλώς κάποια ιστορικά γεγονότα, τα οποία αφορούν τις καταγεγραμμένες σχέσεις των δύο ομάδων. Το πόσο ανεπτυγμένες ήταν αυτές οι σχέσεις είναι ακόμη υπό συζήτηση και το πρόβλημα μπορεί να παρατηρηθεί από διάφορες οπτικές γωνίες στον βαθμό που ο ιστορικός δέχεται η όχι επίδραση των Βάλδιων στην διαμόρφωση του Χουσσιτισμού. Θα προσπαθήσουμε ν’ αφήσουμε την παρουσίαση όσο το δυνατόν ανεξάρτητη προς το παρόν.


    Πρωτεργάτης των προσπαθειών για ένωση με τους Θαβωρίτες ήταν ο Friedrich Reiser (1402-1458), ηγετικό στέλεχος των Βάλδιων, από το Donauwörth[54]. Τα σχετικά μ’ αυτόν γίνονται γνωστά μέσα από τα αρχεία της δίκης του[55]. Ήταν γιος ενός ευκατάστατου έμπορου της πόλης, του Konrad Reiser, επίσης Βάλδιου, ο οποίος είχε γνωριστεί με τον Peter Payne, έναν Άγγλο οπαδό του John Wycliff. Ο Friedrich γνωρίστηκε επίσης με τον Payne στην Νυρεμβέργη το 1418, λίγο πριν την Χουσσιτική επανάσταση. To 1420 μετακόμισε στην Ελβετία και εκεί άσκησε το επάγγελμα του εμπόρου, όντας ταυτόχρονα και Βάλδιος πάστορας. Το 1429 μετακόμισε στην Πράγα, το κέντρο του Χουσσιτισμού. Εκεί έγινε Χουσσίτης ιεραπόστολος.


    Ο Friedrich Reiser εγκατέλειψε την Ελβετία για τον εξής λόγο. Η επιτυχία των Χουσσιτών στην Τσεχία, σήμανε συναγερμό στις παπικές αρχές και ξεκίνησε διωγμός κατά των Βάλδιων, τους οποίους θεωρούσαν ως πέμπτη φάλαγγα, ειδικά στις γειτονικές των Χουσσιτών περιοχές, όπως το Freiburg στην Uechtland της Ελβετίας. Το 1429 εστάλη εκεί ένας ιεροεξεταστής, ο Ulric de Torrenté από την Λωζάννη. Η ανάκριση 70 περίπου ατόμων έδειξε ότι οι Βάλδιοι ήταν συγκεντρωμένοι σε ομάδες οικογενειών εμπόρων, όπως οι Praroman, οι Bonvisin, οι Struder και οι ακόμα πλουσιότεροι Mossus. Δέχονταν επισκέψεις από γερμανόφωνους αιρετικούς πάστορες, προερχόμενους από τις ακρώρειες της Γερμανίας στο βασίλειο της Βοημίας. Ο Friedrich ήρθε σε επαφή μαζί τους μέσω του Mermet Hugo το 1420. Το 1429 στάλθηκε στην Πράγα για να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος και να ανοίξει τους διαύλους επικοινωνίας που θα μετέφεραν το επαναστατικό πνεύμα στην Ελβετία[56], με σκοπό την αποκήρυξη της αρμοδιότητας και εξουσίας του παπισμού.


    Ο Friedrich ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτή την δουλειά. Ήδη από την προγενέστερη δράση του είχε επιδείξει συγκριτιστικό και οικουμενιστικό πνεύμα. Το πρώτο του όραμα ήταν μια μεγάλη ένωση των Γερμανών και Ιταλών Βάλδιων και για το σκοπό αυτό είχε ξεκινήσει να μαθαίνει τις απαραίτητες γλώσσες. Από το εγχείρημα τον απέτρεψε ένας πλούσιος φίλος του ο Hans von Plauen στην Νυρεμβέργη και τον έπεισε να επικεντρωθεί στα καθήκοντα του πάστορα στην Γερμανία. Αναπλήρωσε επιτυχώς τα κενά που είχαν δημιουργήσει οι καταδίκες Βάλδιων παστόρων, επιδεικνύοντας την ενεργητικότητά του.


    Στην Πράγα όπου μετακόμισε ήρθε σε επαφή με τον Nicholas Pehlrimov, «επίσκοπο» των Θαβωριτών και θεολόγο. Το 1431 ο Nicholas τον έχρισε «ιεραπόστολο» μαζί με τον Johan από την Βλαχία. Το 1433 ο Friedrich διορίστηκε ως είδος «επισκόπου», κατά την διάρκεια του ταξιδιού του στην Βασιλεία. Έκτοτε χρησιμοποιούσε τον τίτλο «επίσκοπος των πιστών της Ρωμαϊκής Εκκλησίας που αποκηρύσσουν την Δωρεά του Κωνσταντίνου». Αυτός ο τίτλος φανερώνει και την κεντρική πεποίθησή του, ότι η εκκλησία εκκοσμικεύθηκε με την αποδοχή πλούτου και εξουσίας και μια μειονότητα πιστών παρέμενε πιστή στην διδασκαλία του Ευαγγελίου.


    Η ήττα των Θαβωριτών στην μάχη του Lipany το 1434 και η υπαγωγή τους στο κύριο κίνημα των Χουσσιτών έφερε εμπόδια στην συνέχιση του έργου του Friedrich Reiser. Μέχρι το 1450 εργάσθηκε για την οργάνωση της δικής του ενοποιημένης σέκτας, στην οποία «χειροτόνησε» έξι ακόμη πάστορες με ιεραποστολικές προοπτικές. Με βάση στην Βοημία επισκέφτηκαν πολλές περιοχές της Γερμανίας από τις Άλπεις μέχρι την Βαλτική. Ταξίδευαν ως έμποροι και με αυτή την ιδιότητα εμφανίζονταν στις πόλεις, παρουσιάζοντας ένα αντιφατικό πρόσωπο. Δίδασκαν την φτώχεια της εκκλησίας, την στιγμή που οι ίδιοι οι «φτωχοί αδελφοί» ήταν ευκατάστατοι. Η ενεργητικότητα που επέδειξε ο Reiser (= ταξιδιώτης) αιτιολογούσε το όνομά του.


    Ακολουθούσαν τις ίδιες τακτικές μυστικότητας με τους προηγούμενους Βάλδιους κατά τις μετακινήσεις τους. Ωστόσο, διέφεραν από αυτούς σε δύο βασικά σημεία. Ο Friedrich και οι απεσταλμένοι του ήταν θεολόγοι της χουσσιτικής παράδοσης του Nicholas Biskupec, σε αντίθεση με τους προηγούμενους Βάλδιους, οι οποίοι ήταν κατά συντριπτική πλειοψηφία αθεολόγητοι. Δεύτερον, οι Γερμανοί Χουσσίτες ήταν υποστηρικτές του ευχαριστηριακού κινήματος του Ύστερου Μεσαίωνα. Ο ίδιος ο Friedrich «λειτουργούσε» και πρόσφερε την «κοινωνία» στα μέλη και των δύο αιρέσεων, Βάλδιων και Χουσσιτών. Οι προηγούμενοι Βάλδιοι δεν το έκαναν, εκτός περιπτώσεων. Έπειτα ο Friedrich είχε αναπτύξει ένα σύστημα για την διανομή της Βίβλου στην καθομιλουμένη στους ακολούθους του[57].


    Κάνοντας έναν απολογισμό του έργου του Friedrich Reiser, διαπιστώνει κανείς ότι δεν βρήκε καθολική αποδοχή σε καμιά από τις δύο αιρέσεις. Οι Θαβωρίτες μετά την ήττα τους δεν είχαν πλέον την ίδια δύναμη με την εποχή που ο Friedrich ξεκίνησε την προσπάθειά του. Είχαν τα δικά τους προβλήματα και πολύ λίγη διάθεση για ν’ ασχοληθούν με μια ενοποιητική προσπάθεια στην παρούσα φάση. Από την άλλη οι γερμανόφωνοι δυσκολεύονταν ν’ αποδεχθούν τον Τσέχικο Χουσσιτισμό, ειδικά σε περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Γερμανών και Τσέχων ήταν τεταμένες. Οι ιεροεξεταστές από την άλλη ήταν ακόμη αρκετά ικανοί ν’ αγρεύουν αιρεσιάρχες. Ο Matthäus Hagen, από τους ιεραποστόλους του κινήματος, συνελήφθη και εκτελέστηκε στο Βερολίνο το 1457[58]. Ο ίδιος ο Reiser συνελήφθη κι εκτελέστηκε στο Στρασβούργο το 1458. Ο διάδοχός του Stefan από τη Βασιλεία, συνελήφθη κι εκτελέστηκε στην Βιέννη το 1467[59].


    8.5.6. Η Unitas Fratrum.


    Ωστόσο, το κίνημα αυτό που θεωρείται πλέον ανανεωτικό για τους Βάλδιους, ύστερα από μια βαθειά κρίση και που προσπάθησε να λύσει κάποια εκκλησιολογικά προβλήματά τους, άφησε τα ίχνη του στην ιστορία τους. Σε μια δίκη χωρικών στην περιοχή του Zwickau το 1462, η Μαργαρίτα Meissen εμφάνισε απόψεις που συνδύαζαν την παραδοσιακή βάλδια διδασκαλία με ευχαριστιριακές απόψεις που είχε διατυπώσει ήδη ο Friedrich, κοινές και στους Χουσσίτες[60]. Εξαιτίας της ενδιάμεσης οικουμενιστικής κατάστασης της ιδεολογίας που σφυρηλάτησε, πολλοί Βάλδιοι ήρθαν σε επαφή με το αναθεωρητικό τμήμα των Χουσσιτών, την Unitas Fratrum- Ένωση Αδελφών, η οποία δημιουργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1450. Ο Gregory Krajci, ένας από τα ιδρυτικά μέλη της Ένωσης, ανέφερε το 1471 ότι γνώριζε τον Stefan από την Βασιλεία, που σημαίνει ότι γνώριζε και την ενοποιητική προσπάθεια του Friedrich. Δεν είναι ξεκάθαρο, όμως, αν η ίδρυση της Unitas σχετιζόταν άμεσα. Είναι γνωστό ότι ένας ακόλουθος του Reiser «χειροτόνησε» τους πρώτους «ιερείς» της Ένωσης το 1467[61].


     Τι ήταν, όμως, η Unitas Fratrum; Οπωσδήποτε δεν ήταν εκκλησία, όσο και αν θέλουν σήμερα να την βλέπουν ως τέτοια οι ιδεολογικοί συγγενείς Βάλδιων και Χουσσιτών. Αν θέλει κάποιος να παραμείνει σε αυτή την συλλογιστική μπορεί να την θεωρεί ως υποκατάστατο εκκλησίας. Για την ακρίβεια ήταν μια οργάνωση και μάλιστα μια μυστική οργάνωση, κατά τα πρότυπα των Βάλδιων, γι’ αυτό και θεωρείται ότι δανείστηκε από αυτούς την ιεραρχία. Ποια ιεραρχία; Οι Βάλδιοι δεν είχαν ιεραρχία. Είχαν μυστική ιεράρχηση για να μπορούν να κινούνται και να λειτουργούν χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τις αρχές. Το σημαντικό είναι ότι η Unitas Fratrum είχε πολιτική ατζέντα. Σκοπός της ήταν η αποδόμηση των θεσμών του παπισμού, στις περιοχές που αυτή δρούσε, με απώτερη επιδίωξη την κατάλυση της παπικής εξουσίας. Αυτό το στοιχείο το δανείστηκε από τους Χουσσίτες. Η Unitas Fratrum είναι η πρώτη μυστική οργάνωση που συναντούμε στην έρευνά μας και είχε μικτό, θρησκευτικό και πολιτικό χαρακτήρα. Αν θέλουμε να εξετάσουμε το υπόβαθρο των μελών της, πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στο πλησιέστερο σχετικό υλικό που παρέχουν τα αρχεία του Freiburg.


    8.5.7 Οι Βάλδιοι του Freiburg.


    Η εξέταση των αρχείων της δράσης της Ιεράς Εξέτασης σε αυτή την πόλη αποκαλύπτει ότι τον κύριο ρόλο στην αίρεση τον είχαν οι μεγαλοαστοί[62]. Επίκεντρο τη σέκτας ήταν οι πλούσιες οικογένειες των Praroman, των Bonsivins, των Mossus, των Struders. Πατρόνας του Friedrich Reiser ήταν ο Hans von Plauen. Αυτοί ανήκαν και στην διοικητική ιεραρχία της πόλης. Κατά την έκφραση του Peter Biller, σημαντικοί Βάλδιοι ανήκαν στην «αφρόκρεμα της αριστοκρατίας, στις οικογένειες μεγαλοαστών, που κατείχαν καίριες θέσεις στην διοίκηση και σημαντικό πλούτο, που προερχόταν από εμπορικές δραστηριότητες στο χώρο της ένδυσης και των δερμάτινων ειδών[63]». Η περίπτωση των Mossus του Freiburg, θυμίζει την αντίστοιχη μεγαλοαστική οικογένεια εμπόρων, των Zur Bircken στο Στρασβούργο, οι οποίοι ήταν επίσης Βάλδιοι.


    Δεν είναι ξεκάθαρο πως προέκυψε η αίρεση σε αυτή την πόλη. Το Freiburg βρίσκεται στις ακρώρειες των γερμανόφωνων περιοχών. Την εποχή που αποκαλύφθηκε η αιρετική δραστηριότητα εκεί δεν υπήρχε σύνδεση, ούτε ανάμνηση σχέσεων με τους Ιταλούς Βάλδιους και το πιθανότερο είναι ότι τέτοιου είδους σχέσεις δεν υπήρξαν ποτέ. Πιθανολογείται ότι την αίρεση έφεραν περιπλανώμενοι από την Βοημία, μεταμφιεσμένοι ως έμποροι, κατά τη συνήθεια. Μια μάρτυρας θυμάται ότι η Greda “mit der Nase” ανάγγειλε «ελάτε, ελάτε, ήρθαν οι Καλοί Άνθρωποι», κατά την άφιξή τους[64].  Η προσφώνηση «Καλοί Άνθρωποι» θυμίζει άμεσα Καθαρούς. Μια άλλη μαρτυρία, της Greda Lappen κατηγορούσε τους κήρυκες ότι δίδασκαν στα κρυφά, στο σκοτάδι και στις γωνίες. Όταν η Greda Otschina της απάντησε ότι είναι καλοί κήρυκες, τότε η Lappen αντέτεινε: «γιατί τότε φιλάνε την γάτα κάτω από την ουρά[65];». Η αναφορά στο «φίλημα της γάτας παραπέμπει στο έργο του Κορράδου του Marbourg και στην Vox in Rama του πάπα Γρηγορίου Θ’. Ωστόσο από τη συγγραφή των δύο αυτών έργων είχε παρέλθει διάστημα δύο αιώνων και η διαφορά γλώσσας – ήταν γραμμένα στα λατινικά – καθιστά μάλλον απίθανο να το γνώριζαν οι δύο γυναίκες. Η πληροφόρησή τους είναι πιθανόν να οφείλεται σε φήμες, όχι ανυπόστατες.


    Γεννάται λοιπόν, το ερώτημα, επέζησαν στους Βάλδιους στοιχεία Καθαρών, οι οποίοι γενικά θεωρούνται εξαφανισμένοι αυτή την εποχή; Είναι γνωστό ότι μικτές κοινότητες προσπαθούσαν να επιβιώσουν στα σύνορα της Ιταλίας με την Βοσνία. Αυτό εξηγεί γιατί ο όρος «Καλοί Άνθρωποι» χρησιμοποιείται στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και όχι στις αντίστοιχες κοινότητες των λεγομένων ρομανικών χωρών. Εκεί χρησιμοποιείται ο όρος “barbes”, «μπάρμπας». «Μπάρμπας» σε αυτές τις περιοχές δεν σημαίνει μόνο «θείος», αλλά είναι επίσης όρος σημαντικός της σεβάσμιας ιδιότητας ενός μέλους της γερουσίας. Σε μια αντίστοιχη περίπτωση στην Tourettes, μια μικρή πολίχνη κοντά στην Apt, ο αντίστοιχος αγγελιοφόρος ενημέρωσε τον Jean Tasquier ότι είχαν φτάσει οι «μπαρμπάδες». Αυτές είναι μερικές μόνο επισημάνσεις ενός θέματος που δεν μπορεί να εξεταστεί εδώ.


    Η μυστικότητα ήταν και στην περίπτωση του Freiburg το κύριο χαρακτηριστικό της δράσης των Βάλδιων. Η Κατερίνα, σύζυγος του Rolet Bulen κατέθεσε ότι άκουσε μια γυναίκα να λέει «οι κήρυκες αυτής της σέκτας διδάσκουν στις κρυμμένες γωνίες και μυστικά[66]». Η Surera η Χοντρή ανέφερε μια συζήτηση που είχε με την Anguilla, διαμαρτυρόμενη ότι «δεν έπρεπε να διδάσκουν στα κρυφά και στις γωνίες, διότι απαγορεύεται και οι άγιοι απόστολοι μαρτύρησαν επειδή δίδασκαν στα φανερά[67]». Η προαναφερθείσα Greda “mit den Nase” ήταν επιφορτισμένη με το καθήκον της αναγγελίας της άφιξης των διδασκάλων στους άμεσα ενδιαφερόμενους.


    Οι Βάλδιοι του Freibourg ήταν αρκετά ισχυροί ώστε να επιβάλλουν την τρομοκρατία της σιωπής. Μπορούσαν να κλείσουν τα στόματα πιθανών μαρτύρων. Σε μια περίπτωση συγκέντρωσαν το ποσό των £50 που απαιτούνταν για την δολοφονία ενός αποστάτη διδάσκαλου[68]. Ωστόσο δεν κατάφεραν ν’ αποτρέψουν την σύλληψη και εκτέλεση του Friedrich Reiser. Ο λόγος γι’ αυτό ήταν ότι ο τελευταίος έδρασε σε μεγάλη ακτίνα και έξω από τα όρια της σφαίρας επιρροής των πατρώνων του. Οι ισχυρές Βάλδιες οικογένειες είχαν μόνο τοπική ισχύ στα αστικά κέντρα που ήταν έδρα τους. Η ισχύ τους δεν έφθανε στην ύπαιθρο, όπου κυρίαρχη δύναμη εξακολουθούσε να είναι ο παπισμός σε συνεργασία με την φεουδαρχική αριστοκρατία. Έτσι, λοιπόν, έγινε φανερό, ότι αν οι αιρετικοί μεγαλοαστοί ήθελαν να κυριαρχήσουν σε μεγαλύτερη κλίμακα, έπρεπε να ακολουθήσουν ένα διαφορετικό τύπο οργάνωσης και να δώσουν έμφαση στη συνεργασία με τις κοινότητες άλλων πόλεων και περιοχών, όπου επίσης είχαν την πρωτοκαθεδρία, ώστε η δράση τους να ξεφύγει από τον στενό τοπικό χαρακτήρα. Αυτή την ανάγκη ήρθαν να καλύψουν οι μυστικές οργανώσεις τύπου Unitas Fratrum.


    Με αυτή την πρακτική οι Βάλδιοι εξαφανίζονται από το προσκήνιο, όπως συνέβη και με τους Καθαρούς, λίγο καιρό πριν. Γίνονται μια underground σέκτα. Έτσι, όταν αργότερα οι Μεταρρυθμιστές συζητούσαν με τους Βάλδιους του Πιεντεμοντε δεν γνώριζαν ότι υπήρχαν και αλλού. Ο Oecolampadius δεν γνώριζε για τους Βάλδιους της Βασιλείας ούτε ο Martin Bucer γνώριζε την ύπαρξη των Βάλδιων του Στρασβούργου. Πρόκειται για έναν εσωτερικό μετασχηματισμό της αίρεσης, με σκοπό την συγκάλυψη και όχι για νίκη και επικράτηση της Ιεράς Εξέτασης.


    Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Oecolampadius το 1530, οι Βάλδιοι συνομιλητές Georges Morel και Pierre Masson είπαν: «Ο άνθρωποί μας έχουν διασπαρθεί σε πολλές χώρες, εξαιτίας των συχνών διώξεων. Σίγουρα δεν τολμάμε να εμφανιστούμε δημόσια σε κάθε μέρος[69]». Ο Καλβίνος στιγμάτισε την συγκεκριμένη συμπεριφορά και την αποκάλεσε «Νικοδημισμό» το 1540, αναφερόμενος κυρίως σε Προτεστάντες που για τους ίδιους λόγους προσπαθούσαν να φαίνονται ως παπικοί.

 

________________________________________

[] Όλα έχουν εκδοθεί στο Peter Biller, Aspects of the Waldenses in Fourteenth Century including an Edition of their Correspodence, διδακτορική διατριβή Οξφόρδη 1974 (κριτική έκδοση).  Αποσπάσματα είχαν ήδη εκδοθεί παλαιότερα στo
-  J. J. Ignaz von Döllinger, Beiträge zur Sektengeschichte des Mittelalters, Munich 1890, Band 2, Dokumente vornehmlich zur Geschichte der Valdesier und Katharer, ss. 351-62.
Ο εντοπισμός των χειρογράφων στο
- J. Gonnet- A. Molnar, Les Vaudois au moyen âge, Turin 1974, pp. 448-50.
[2] P. Biller, Aspects of the Waldenses…, 264-7.
[3] P. Biller, Aspects of the Waldenses…, 286.
[4] Ο. π. 289.
[5] Ο.π. 347.
[6] Ο. π. 328-9.
[7] Ο. π. 349.
[8] Ο.π. 317.
[9] Ο.π. 290.
[10] Αναφέρονται μάλλον στον Ιωάννη της Λωρραίνης, majoralis της σέκτας τους, ο οποίος λειτουργούσε χωρίς ωστόσο να είναι κανονικός ιερέας. Τα σχετικά μ’ αυτόν προέρχονται από το εγχειρίδιο του ιεροεξεταστή Bernard Gui, γραμμένο το ΙΓ’ αι. Βλ. σχετ. W. L. Wakefield- A. P. Evans, Heresies of the High Middle Ages, New York 1969, p.757 και το κεφ. 8.3.4.
[11] P. Biller, Aspects of the Waldenses…, 290.
[12] Ο. π. 325-6, 351.
[13] Ο. π. 277-297.
[14] Ο.π. 305.
[15] Ο.π.  326-7.
[16] Ο.π. 137.
[17] Ο.π. 306-7, 312-3, 315-6.
[18] Ο.π. 330-1.
[19] Ο.π. 310-2, 333-5, 351-3.
[20] Ο. π. 329, 332, 349.
[21] Paul Bernard, Heresy in Fourteenth Century Austria, Medievalia et Humanistica 10 (1956), 58.
[22] Hermann Haupt, Waldenserthum und Inquisitio im südöstlichen Deutschland bis zur Mitte des 14. Jarhunderts, in Deutsche Zeitschrift für Geschichtswissenschaft 3 (1890), 404
[23] Richard Kieckhefer, Repression of Heresy in Medieval Germany, Pennsylvania 1979, p. 58
[24] H. Haupt, Waldenserthum…, 372-3.
[25] Ο H. C. Lea το τοποθετεί το 1395,  A History of the Inquisition of the Middle Ages, New York 1900,  vol. 2 p. 399, αλλά σήμερα γίνεται αποδεκτό ότι συνέβη το 1393.
[26] Euan Cameron, Waldenses: Rejections of the Holy Churchin Medieval Europe, Oxford 2000, p.  125.
[27] Peter Biller, The Anti-Waldensian Treatise ‘Cum dormirent homines’ of 1395 and its Author, στο The Waldenses, 1179-1530, Between a Religious Order and a Church, 2001.
[28] Ο. π. 243, 247-251.
[29] Ο. π. 258-261.
[30] Ο. π. 181.
[31] Ο.π. 254-5.
[32] R.  Kieckhefer, Repression of Heresy…, p. 64.
[33] Peter Segl, Die Waldenser in Österreich um 1400: Lehren, Organisationsform, Verbeitung und Bekämpfung, in Friedrich Reiser und die waldensisch-hussittische Internationale: Akten der Tagung Ötisheim-Schönenberg, 2. bis 4. Oktober 2003, (ed) Albert de Lange und Kathrin Utz Tremp, Heidelberg 2006, 161-188.
[34] R.  Kieckhefer, Repression of Heresy…, pp. 55-6.
[35] J. J. Ignaz von Döllinger, Beiträge…, 305-11.
[36] Ο. π. 305: “contumaciter incepit cum violentiis incendiorum et terroribus homicidiorum non tam occulte dilate stare quam contemptibiliter et temerarie dominari maxime post obitum dolentissimum serenissimi principis et domini domni Alberti”.
[37] Ο. π. 306-11.
[38] Valentin Prevenhuber, Annales Styrenses, Nürnberg 1740, 73.
[39] Hieronymus Petz (ed), Scriptores Rerum Austriacarum, Leipzig 1721, Bd 1.1244.
[40] J. Gretser, Lucae Tudensis, in Maxima Bibliotheca Veterum Patrum vol. 13, p.315.
[41] Ο. π. 335.
[42] Ο. π. 341.
[43] Malcolm Lambert, Medieval Hersy: Popular Movements from the Gregorian Reform to the Reformation, Oxford 2002 (3rd ed.), 175.
[44] Dietrich Kurze (ed), Quellen zur Ketzergeschichte Brandnrburgs und Pommerns, Veröffentlichungen der Historischen Kommision zu Berlin 45, Quellenwerke 6, Berlin 1975, ss. 233-4.
[45] Ο. π. 167-8.
[46] B. Hamilton, The Medieval Inquisition, London 1981, pp. 54-6.
[47] D. Kurze (ed), Quellen…, 255.
[48] J. J. Ignaz von Döllinger, Beiträge…, 346-51.
[49] J. Gretser, Lucae Tudensis…, vol. 13, pp. 312-3.
[50] Ο.π. 316.
[51] Ο. π.
[52] D. Kurze (ed), Quellen…, 288-314.
[53] F. Šmahel, Crypto et semi-vaudois dans la Bohème hussite, Revue de l’ histoire des religions 217 (2000), pp.101-120.
[54] S. K. Treesh, Europe ‘s peasant heretics: the Waldensians 1375-1550, Univ. Rutgers 1988, p. 65-6.
[55] J. Gonnet- A. Molnar, Les Vaudois…, 239-253.
[56] Για τους Βάλδιους του Freiburg
-  G. F. Ochsenbein, Aus dem schweizerischen Volksleben des 15. Jahrhunderts. Der Inquisitionsprozess wider die Waldenser zu Freiburg im Jahre 1430 nach den Akten dargestellt, Bern 1881.
- Kathrin Utz Tremp (ed), Quellen zur Geschichte der Waldenser in Freiburg im Uechtland (1399-1439), MGH Quellen zur Geistesgeschichte des Mittelalters 18, Munich 2000. Σύγχρονη έκδοση των πηγών.
- Της ιδίας, Waldenser, Widergänger, Hexen und Rebellen: Biographen zu den Waldenserprozessen von Freiburg im Uechtland (1399-1430), Freiburg  1999. Βιογραφίες των εμπλεκομένων.
[57] Euan Cameron, Waldenses.., p. 149.
[58] Τα πρακτικά της δίκης του στο D. Kurze (ed), Quellen…, 288-302.
[59] J. Gonnet- A. Molnar, Les Vaudois…, 249-59.
[60] S. K. Treesh, Europe ‘s peasant heretics…, p. 162-3.
[61] J. Gonnet- A. Molnar, Les Vaudois…, 259-262.
[62] M. Lambert, Medieval Heresy, p. 179.
[63] P. Biller, German Money and medieval heresy: the wealth of the German Waldenses, in The Waldenses, 1179-1530, Between a Religious Order and a Church, 2001, pp. 111-123 & του ιδίου, Thesaurus abscnditus: the treasure of the medieval Waldensians, στο ίδιο, pp 97-110.
[64] Kathrin Utz Tremp, Les Vaudois de Fribourg (1399-1430), RHR 217 (2000), pp. 121-138.
[65] S. K. Treesh, Europe ‘s peasant heretics…, p. 47 παραπέμπει στο G. F. Ochsenbein, Aus dem schweizerischen Volksleben…, p. 328.
[66] Kathrin Utz Tremp (ed), Quellen…, p. 564: “quod predicators dicte secte predicaberant in cornetis et in occulto”.
[67] Ο. π. 326.
[68] M. Lambert, Medieval Heresy, p. 181.
[69] Gabriel Audisio, The Waldensian Dissent, p. 88.

 

© 2014 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου, κατόπιν αδείας του διαχειριστή του ιστοχώρου,  αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές, που πιθανόν να το αλλοιώνουν, για μη εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:
http://www.impantokratoros.gr/0B2EA715.el.aspx



Print-icon 

Login-iconLogin