Στο κεφάλαιο 6.2.18 διαπιστώθηκε η ιδεολογική συγγένεια θεμελιωδών θεολογικών θέσεων του Λούθηρου και τον γνωστικών διδασκάλων της προηγούμενης μεσαιωνική περιόδου. Πριν προχωρήσουμε στην εξιχνίαση της ιστορικής μετάβασης της αιρετικής γενεαλογίας, θα διαπιστώσουμε την ίδια ιδεολογική συγγένεια εξετάζοντας τα εκκλησιολογικά κριτήρια των δύο κινημάτων για την αναγνώριση της πραγματικής, κατ’ αυτούς εκκλησίας.


 8.1.1. Οι Καθαροί και η αληθινή εκκλησία.

Έχει τονιστεί πολλές φορές στα προηγούμενα κείμενα η πεποίθηση των Καθαρών ότι αυτοί αποτελούν την αληθινή εκκλησία, ότι αυτοί είναι οι πραγματικοί Χριστιανοί. Το κύριο χαρακτηριστικό της εκκλησιολογίας τους ήταν η αντίθεσή τους προς την παπική εκκλησία, αντίθεση τόσο έντονη, ώστε καθόρισε ίσως με μοναδικό τρόπο την αυτοσυνειδησία της δικής τους αίρεσης. Γι’ αυτούς η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν η εκκλησία του διαβόλου και ο πάπας, ο Αντίχριστος.

Όλη η αντι-παπική επιχειρηματολογία τους συγκεντρώθηκε και αναιρέθηκε από τον Μονέτα της Κρεμόνα, γι’ αυτό και παραθέτουμε από το έργο του Adversus Cathares et Valdenses libri quinque V.1:

«Ο αιρετικός ενίσταται λέγοντας: Όπως βρίσκουμε στο Ματθ. 7.17-18, το δέντρο γνωρίζεται από τους καρπούς του˙ Ο καρπός της Ρωμαϊκής Εκκλησίας είναι κακός˙ άρα η Ρωμαϊκή Εκκλησία είναι κακή. … [ακολουθεί ο αντίλογος του Μονέτα της Κρεμόνα, τον οποίο και παραλείπουμε]

Επίσης, ο αιρετικός ενίσταται λέγοντας: εφόσον ο καρπός της Ρωμαϊκής πίστης είναι κακός, η πίστη είναι κακή. …

Ο αιρετικός αντίθετα λέει: δέκα μέρη και παραπάνω της Ρωμαϊκής Εκκλησίας είναι φαύλα˙ άρα πρέπει να καλείται εκκλησία του διαβόλου, και όχι του Θεού. …

Επίσης [ο αιρετικός λέει]: Η πίστη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας είναι νεκρή˙ συνεπώς, το ίδιο και η Ρωμαϊκή Εκκλησία. Διότι από νεκρή πίστη δεν προκύπτει ζωή. Αλλά αν η Ρωμαϊκή Εκκλησία είναι νεκρή, ενώ η Εκκλησία του Θεού είναι ζωή, τότε δεν είναι η Εκκλησία του Θεού. … 

Επίσης ο αιρετικός στηρίζει την ένστασή του σε κάποιον κακό ιεράρχη ή μερικούς κακούς Χριστιανούς, παραθέτοντας το χωρίου Ιακ. 2.18, “ἀλλ ἐρεῖ τις΄ σύ πίστιν ἔχεις, κἀγώ ἔργα ἔχω΄ δεῖξόν μοι τήν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, κἀγώ δείξω σοι ἐκ τῶν ἔργων τήν πίστιν μου”. …
 

Επίσης, ο αιρετικός προσπαθεί ξανά ν’ αποδείξει ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι η Εκκλησία του Θεού εξαιτίας των πολλών παραδόσεών της, οι οποίες δεν είναι καταγεγραμμένες στο Ευαγγέλιο ή σε κάποιο άλλο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, ούτε υπάρχει απόδειξη ότι ήταν πρακτικές της αρχαίας Εκκλησίας. …

Πάλι, για να δυσφημήσει την Εκκλησία, ο αιρετικός παραθέτει από το Ματθ. 23.4 σχετικά με τους γραμματείς και τους Φαρισαίους μεταξύ των Ιουδαίων, “δεσμεύουσι γάρ φορτία βαρέα και δυσβάστακτα και επιτιθέασιν επί τους ώμους των ανθρώπων, τω δε δακτύλω αυτών ου θέλουσι κινήσαι αυτά”. Τέτοιοι λένε είναι οι ιερείς της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. …

Επίσης αποδίδουν στην Ρωμαϊκή Εκκλησία τους λόγους, τους οποίους είπε ο Κύριος στους γραμματείς και τους Φαρισαίους, Ματθ. 23.13, “Οὐαί, ὑμῖν γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων΄ ὑμεῖς γάρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδέ τούς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν”. Τώρα λένε ότι είμαστε σαν κι αυτούς επειδή δεν εισερχόμαστε στην βασιλεία των ουρανών, δηλαδή, δεν εισερχόμαστε στην Εκκλησία του Θεού μέσω της πίστης, ούτε επιτρέπουμε σ’ αυτούς που επιθυμούν να εισέλθουν να το κάνουν. … Κι’ αυτό επειδή δεν μπαίνουμε στην συνάθροισή τους, την οποία αποκαλούν βασιλεία των ουρανών. …

Επίσης βασίζουν μια αντίρρηση στα λόγια του Κυρίου στους γραμματείς και τους Φαρισαίους στο Ματθ. 23.29-33, “Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι οἰκοδομεῖτε τοὺς τάφους τῶν προφητῶν καὶ κοσμεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν δικαίων,     καὶ λέγετε· εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν πατέρων ἡμῶν, οὐκ ἂν ἦμεν κοινωνοὶ αὐτῶν ἐν τῷ αἵματι τῶν προφητῶν.     ὥστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοί ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας. καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέτρον τῶν πατέρων ὑμῶν.     ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν! πῶς φύγητε ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς γεέννης;” . … Οι αιρετικοί λένε ότι οι ιερείς της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, τους οποίους αποκαλούν Φαρισαίους, παρακινούμενοι από την ίδια οργή, σχεδιάζουν τους ίδιους φόνους. Λένε ότι οι Φαρισαίοι ανάμεσα στους Ιουδαίους, τους οποίους αποκαλούν πατέρες των ιερέων μας, σκότωσαν τους αποστόλους και καταδίωξαν την αρχαία εκκλησία των αγίων˙ οι ιερείς μας χτίζουν και κοσμούν τους τάφους των εσφαγμένων και κατασκευάζουν θυσιαστήρια επάνω τους. Αλλά επίσης, παρακινούμενοι από την ίδια οργή, πληρούν το μέτρο των Φαρισαίων με φόνους και διώξεις της εκκλησίας των αιρετικών. …

Επίσης, ο αιρετικός λέει ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία μιλά για το καλό, αλλά δεν το πράττει. Αν κάνει κάτι καλό, ο σκοπός είναι για να το δει ο κόσμος. Συνεπώς, στολίζει το έμπροσθεν και τα πλαϊνά του θυσιαστηρίου, αλλά όχι το πίσω μέρος, το οποίο δεν εκτίθεται στα μάτια των ανθρώπων. Μακράν προσεύχεται για να βάλει χέρι στα αγαθά των χηρών και να συλλέξει δεκάτες και πρωτογεννήματα και λάδι και σφαχτάρια από τον πρίγκιπα. Για όλα αυτά ο Κύριος επιτίμησε σκληρά τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, στο κατά Ματθαίον κεφ. 23. 

Επίσης, ο αιρετικός λέει, αν η κεφαλή είναι καλή, είναι  εκπληκτικό το ότι έχει τόσο φαύλα μέλη. …

Επίσης, ο αιρετικός λέει: η εκκλησία πρέπει να υποφέρει διωγμούς σ’ αυτό τον κόσμο και όχι να διώκει άλλους. Αλλά η Ρωμαϊκή Εκκλησία διώκει άλλους, ενώ η ίδια παραμένει απαλλαγμένη από διώξεις. …

Επίσης, ο αιρετικός ενίσταται: η Εκκλησία του Χριστού, υπό την απειλή διωγμού, ήταν συχνά πεινασμένη και διψασμένη, γυμνή και κολαφιζομένη, και είχε γίνει αδύναμη˙ δούλευε με τα χέρια της και δεν ζητούσε τον πλούτο των άλλων, δίνοντας με χαρά από τα δικά στης στον φτωχό του Χριστού, ώστε δεν υπήρχε κανένας με ανάγκη μέσα σ’ αυτήν. Καταρώμενη ευλογούσε, όπως Α’ Κορ. 4.11, “ἄχρι τῆς ἄρτι ὤρας καί πεινῶμεν και διψῶμεν και γυμνητεύομεν καί κολαφιζόμεθα” κτλ. Η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση. Διότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία είναι πλούσια και με μεγάλη περιουσία, με πολυτέλειες˙ είναι ενδεδυμένη πορφύρα και λινό κι έχει λαμπρές γιορτές καθημερινά. Είναι αμέριμνη και οργανωμένη σ’ αυτόν τον κόσμο˙ δεν εργάζεται με τα ίδια της τα χέρια, αλλά όντας η ίδια ακόλαστη και τρυφηλή, καταβροχθίζει την εργασία των άλλων. Ευλογούμενη από άλλους καταριέται. …

Επίσης, λένε: η Εκκλησία του Χριστού ήταν καταφρονημένη και βλασφημούνταν από τον κόσμο˙ από την άλλη ο κόσμος τιμά την Ρωμαϊκή Εκκλησία. …

Επίσης, λένε ότι η Εκκλησία του Χριστού πρώτα κατηχούσε πριν βαπτίσει κάποιον, όπως βρίσκεται στο Ματθ. 28.19, “πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς” κτλ.  Η Ρωμαϊκή Εκκλησία βαπτίζει πριν κατηχήσει, όπως φαίνεται στην περίπτωση των νηπίων. Ακόμη, ο Χριστός και οι απόστολοι δεν έγινε ποτέ γνωστό να βάπτισαν κάποιον που τού έλειπε η πίστη και η ικανότητα λογικής. Αλλά η Ρωμαϊκή Εκκλησία το κάνει. …

Επίσης, προσπαθούν ν’ αποδείξουν ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι η Εκκλησία του Θεού με το παράδειγμα της χήρας, η οποία αναφέρεται στο Α’ Τιμ. 5.9, “Χήρα καταλεγέσθω μή ἔλαττον ἐτῶν ἑξήκοντα γεγονυῖα”, κτλ. Η Εκκλησία του Θεού θα έπρεπε να εκλέγει τέτοιου είδους γυναίκα, αλλά η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν το κάνει. … ( Η διαμαρτυρία αυτή των Καθαρών έχει να κάνει με τον αποκλεισμό των γυναικών από το μυστήριο της Ιερωσύνης, την στιγμή που οι ίδιοι δέχονταν γυναίκες Τέλειες με πλήρη δικαιώματα- θρησκευτικός φεμινισμός).

Επίσης, ο αιρετικός λέει: η Εκκλησία του Θεού δεν σκοτώνει και δεν ορκίζεται. Η Ρωμαϊκή Εκκλησία κάνει και τα δύο. …

Επίσης, ο αιρετικός λέει: Τα τέκνα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας ληστεύουν και κλέβουν, αντίθετα με την εντολή του Θεού. …

Επίσης, ενίσταται ότι υπάρχουν πολλοί στην Ρωμαϊκή Εκκλησία που βρίσκονται σε ανάγκη, μισοπεθαμένοι από την πείνα, την δίψα, το κρύο, για τους οποίους τα πλούσια μέλη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας δεν αισθάνονται οίκτο, αλλά τους αφήνουν να υποφέρουν, να στεναχωρούνται από τα βάσανα. Με ποιο τρόπο συμφωνούν αυτά τα πρόσωπα με την αγάπη του Θεού; Με κανέναν, όπως λέγεται στο Α’ Ιωαν. 3.17, “ὅς δέ ἄν ἔχῃ τόν βίον τοῦ κόσμου…” , κτλ. Εφόσον η αγάπη του Θεού δεν συμφωνεί μ’ αυτούς, πως μπορεί να είναι η Εκκλησία του Θεού;

Επίσης, ο αιρετικός ενίσταται ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία έχει πολλαπλασιασθεί και διαδοθεί σε όλο τον κόσμο, αλλά η Εκκλησία του Θεού αριθμεί λίγους. Ματθ. 7.14 “τί στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν!” …

Επίσης, ο αιρετικός ενίσταται, λέγοντας: Η Εκκλησία του Χριστού ονομάζεται αίρεση από τους ιερείς και τους αρχηγούς τους, όπως φαίνεται στο Πραξ. 24.14, όπου ο Παύλος λέγει στον Φήλικα, τον διοικητή, “ὁμολογῶ δέ τοῦτο σοι, ὅτι κατά τήν ὁδόν ἥν λέγουσιν αἵρεσιν οὕτω λατρεύω τῷ πατρώῳ Θεῷ” κτλ.

Επίσης, ο Παύλος παντού κυνηγήθηκε, όπως περιγράφεται στις Πράξεις. Αντίθετα, η Ρωμαϊκή Εκκλησία ονομάζεται αγία και Καθολική από ανθρώπους αυτού του κόσμου, και αντιμετωπίζεται με ευμένεια παντού στον κόσμο.

Επίσης, ο αιρετικός ενίσταται λέγοντας: τάγματα όπως του Αυγουστίνου και του Βενεδίκτου δεν υπήρχαν στην Εκκλησία του Χριστού. Υπάρχουν στην Ρωμαϊκή Εκκλησία….

Επίσης, στην Εκκλησία του Χριστού υπήρχαν επίσκοποι, υιοί (εδώ προφανώς προβάλει τις δύο εκκλησιαστικές βαθμίδες των Καθαρών, πρεσβύτερος και νεώτερος υιός, που είναι, όμως, δική τους καινοτομία), ιερείς ή πρεσβύτεροι και διάκονοι. Δεν υπήρχαν αρχιεπίσκοποι, πρωτοπρεσβύτεροι, καρδινάλιοι˙ ούτε αρχιδιάκονοι, δόκιμοι, εξορκιστές, αναγνώστες, θυροφύλακες˙ ούτε πρωτοψάλτες και νεωκόροι.

Επίσης ο αιρετικός ενίσταται: Υπάρχει μόνο ένας τρόπος σωτηρίας, εφόσον υπάρχει μόνο ένας δρόμος σωτηρίας, σύμφωνα με τον Χριστό, ο οποίος είπε στο Ιωάν. 14.6, “Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή΄ οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ ἑμοῦ”. Ωστόσο ο τρόπος της Ρωμαϊκής Εκκλησίας είναι πολλαπλός, διότι υπάρχει άλλος τρόπος για τους μοναχούς, άλλος για τους ηγούμενους, άλλος για τους ιερείς. Υπάρχει ένας για τους Κήρυκες Αδελφούς (Δομινικανοί) και άλλος για τους Καπουτσίνους (πρώτο τάγμα Φραγκισκανών). Συνεπώς, η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι η οδός της σωτηρίας. …

Επίσης λένε, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί παρά μόνο με την διδασκαλία του Χριστού, την οποία διέδωσε ο Απόστολος. …

Επίσης, προσπαθούν και με άλλο τρόπο ν’ αποδείξουν ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι η Εκκλησία του Θεού, επειδή ευλογεί το carroccio[1]  το ετοιμασμένο γι’ άδικο πόλεμο, δηλαδή για μάχες μεταξύ αδελφών και γειτόνων, κι έτσι παρακινεί τους ανθρώπους να πολεμάνε άδικα.

Αν απαντήσουμε σ’ αυτούς, ότι μερικές μάχες κατά γειτόνων και αδελφών είναι δίκαιες, αντιλέγουν: Όταν μερικές πόλεις μάχονται μεταξύ τους, σίγουρα ο σκοπός μιας απ’ αυτές είναι άδικος. Γιατί, τότε ο ιεράρχης ευλογεί το carroccio αυτής της παράταξης;

Ο αιρετικός, επίσης, ενίσταται ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι η Εκκλησία του Θεού επειδή είναι πρώτη μεταξύ άλλων και τους επιβάλλεται (εννοεί τις κοσμικές βλέψεις της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και την προσπάθεια επιβολής της στους κοσμικούς άρχοντες. Δεν εννοεί παπικό πρωτείο, όπως φαίνεται και από την παραπομπή στην επιστολή του αποστόλου Πέτρου), αν και η Εκκλησία του Θεού οφείλει, με την μαρτυρία του Πέτρου [Α’ Πετρ. 2.13] να είναι υποταγμένη σε κάθε “ἀνθρωπίνῃ κτίσει”. …


1. Τι συνιστά την Εκκλησία; Πως οι αιρετικοί αποδεικνύουν ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι η Εκκλησία του Θεού.

Προς αναθεματισμό της Ρωμαϊκής Εκκλησίας επίσης, ο αιρετικός παραθέτει το κείμενο της Αποκάλυψης 17.3, εκεί όπου ο Ιωάννης λέει ότι είδε “γυναῖκα καθημένην ἐπί τό θηρίον τό κόκκινον, γέμον ὀνόματα βλασφημίας”˙ και για να συνοψίσουμε, οι Καθαροί και οι Λυονιστές (Βάλδιοι-οι φτωχούληδες της Λυών) παρόμοια, πιστεύουν ότι όλα ή σχεδόν όλα, όσα βρίσκονται στην Αποκάλυψη, κεφ. 17-18, και στο πρώτο μέρος του κεφαλαίου 19 μέχρι τις λέξεις του στίχου 3, “καί ὁ καπνός αὐτῆς ἀναβαίνει εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων”, είναι γραμμένα κατά της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Διότι ερμηνεύουν το θηρίο και την γυναίκα, ως αναφορές στην Ρωμαϊκή Εκκλησία. Το θηρίο, διαβάζουμε, ήταν κόκκινο΄ παρόμοια διαβάζουμε στον στίχο 4 ότι η γυναίκα ήταν ενδεδυμένη με κόκκινα και πορφυρά  και κεχρυσωμένη με χρυσό και πολύτιμο λίθο και μαργαριτάρια έχοντα στο χέρι της χρυσό κύπελλο. Αυτά τα λόγια εφαρμόζονται στον πάπα, την κεφαλή της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Η γυναίκα, μεθυσμένη με το αίμα των αγίων (στιχ. 6), αναφέρεται σ’ αυτόν με την ίδια σύνδεση. Αυτό το σύμβολο το ερμηνεύουν με την Ρωμαϊκή Εκκλησία, επειδή αυτή διατάζει τον θάνατό τους, αφού πιστεύουν ότι είναι άγιοι. Στο τέλος του κεφαλαίου διαβάζει κανείς (στιχ. 18), “καί ἡ γυνή ἥν εἶδες ἔστιν ἡ πόλις ἡ μεγάλη ἡ ἔχουσα βασιλείαν ἐπί τῶν βασιλέων τῆς γῆς”. Προσπαθούν ν’ αποδείξουν την θέση τους από το γεγονός ότι αυτή η γυναίκα αποκαλείται Βαβυλώνα στο τέλος του κεφαλαίου 16[.19], και στην Αποκάλυψη 18.2, “ἔπεσεν, ἔπεσε Βαβυλών ἡ μεγάλη”, κι επειδή ο Πέτρος, στο τέλος της [πρώτης] επιστολής του, 5.13, λέει, “Ἀσπάζεται ὑμᾶς ἡ ἐν Βαβυλώνι συνεκλεκτή”, δηλαδή η εν Ρώμη. … [2]»

Διαβάζοντας κάποιος την παραπάνω επιχειρηματολογία, θα νόμιζε ότι μιλά Προτεστάντης. Κι όμως, αυτή ήταν επιχειρηματολογία Καθαρών, στην οποία οι Προτεστάντες δεν πρόσθεσαν και δεν αφαίρεσαν κάτι.


8.1.2 Λούθηρος και Ρώμη.

Λέγεται ότι η αντι-παπική στάση του Λούθηρου ξεκίνησε μετά την απειλή για αφορισμό του πάπα Λέοντα Χ (Exsurge Domine) το 1520. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Ήδη από το 1517 είχε εκφράσει ο Λούθηρος την αντίθεσή του στις πρακτικές του παπισμού και στην 86η Θέση των περίφημων Ενενήντα πέντε Θέσεων ρωτούσε:

«Γιατί ο πάπας, του οποίου ο πλούτος είναι μεγαλύτερος από του πλουσιότατου Κράσσου, χτίζει την Βασιλική του Αποστόλου Πέτρου με τα χρήματα των φτωχών πιστών και όχι με δικά του[3];»

Η ανηλεής επίθεση του Μαρτίνου Λούθηρου στην πώληση των συγχωροχάρτων, ήταν ένα δυνατό χτύπημα στο πλούσιο, αλλά μαλακό υπογάστριο του παπισμού και βέβαια, ο πάπας δεν μπορούσε να το αφήσει να περάσει. Την τοιχοκόλληση των θέσεων του Λούθηρου ακολούθησε μια φρενίτιδα μετάφρασης και διάδοσής τους, όχι μόνο στην Γερμανία, αλλά και στην Αγγλία, την Γαλλία, σε όλη σχεδόν την Δυτική Ευρώπη. Μέχρι να φτάσει το 1520 και η απειλή του αφορισμού, ο Λούθηρος και οι οπαδοί του είχαν κάνει ευρεία γνωστές τις θέσεις τους, υποβοηθούμενοι από την πρόσφατη ευρεσιτεχνία της τυπογραφίας. Ο Λούθηρος είχε γράψει ήδη το Η Βαβυλώνεια αιχμαλωσία της Εκκλησίας.  Ως τέτοια χαρακτήριζε την περίοδο, κατά την οποία η «αληθινή» εκκλησία (όπως αυτός θα καθόριζε την «αληθινή»), καταδυναστευόταν από την «θεολογική αυθεντία» του πάπα. Ωστόσο, ακόμη δεν είχε καθορίσει τα όρια της περιόδου, δεν είχε καταλήξει στο πότε ξεκίνησε αυτή η καταδυνάστευση.

Ο αφορισμός του ήρθε στις 3 Ιανουαρίου του 1521, με την βούλα του Λέοντα Χ, Decet Pomanum Pontificem. Ο Λούθηρος απόρριψε την κρίση του πάπα, επί τη βάσει ότι το κριτήριο ορθότητας και αίρεσης ήταν η διδασκαλία της παπικής εκκλησίας, ενώ ο ίδιος δεχόταν sola scriptura. Γι’  αυτόν μοναδική πηγή χριστιανικής διδασκαλίας ήταν η Αγία Γραφή΄ σε καμιά περίπτωση η Ιερά Παράδοση, πολύ δε περισσότερο η παπική παράδοση. Εφόσον, ο πάπας και η παπική εκκλησία είχαν τοποθετήσει την αυθεντία τους πάνω από την Αγία Γραφή, ορίζοντας το ορθό και το αιρετικό, είχαν πλανηθεί, άρα αιρετική ήταν η παπική εκκλησία.

Με βάση αυτό το σκεπτικό ο Λούθηρος έφτασε στο συμπέρασμα ότι η διδασκαλία του παπισμού ήταν σε αντίθεση με την Αγία Γραφή και ήδη από το 1518, αρκετά πριν τον αφορισμό του ονειρευόταν μια μελλοντική σύνοδο, προς διόρθωση του πλανεμένου πάπα. Ωστόσο, το 1518 δεν χρησιμοποιούσε το κατηγορούμενο «πλανεμένος» αλλά «παραπληροφορημένος[4]». Με αυτό το κριτήριο διακήρυξε στο Grund und Ursach:


«Είναι αλήθεια ότι όλες οι αιρέσεις ξεκίνησαν ή ενισχύθηκαν από επισκόπους ή σχολαστικούς [της Εκκλησίας][5]»

Την ίδια χρονιά, το 1520, έδωσε αποκαλυπτικό περιεχόμενο στην αίρεση του παπισμού. Τον Φεβρουάριο διάβασε την έκδοση του Ulrich von Hutten, του έργου του Λορέντζο Βάλλα για την Δωρεά του Μεγάλου Κωνστανίνου, στο οποίο αποδεικνυόταν η χάλκευση στην οποία είχαν στηρίξει οι πάπες τις αξιώσεις τους έναντι των κοσμικών αρχόντων. Με αυτό το καινούργιο επιχείρημα άρχισε να κηρύττει ότι ο πάπας είναι ο Αντίχριστος, το βδέλυγμα της ερημώσεως που καθόταν στην εκκλησία. Η παπική εκκλησία έλαβε αποκαλυπτικές διαστάσεις΄ έγινε η « πόρνη της Βαβυλώνας»:

«Εφόσον ο πάπας όχι μόνο εγκατέλειψε την εντολή του Χριστού, αλλά εξαναγκάζει τους ανθρώπους να την αγνοούν και να πράττουν αντίθετα, είναι σίγουρο ότι [η παπική εκκλησία] δεν είναι η εκκλησία του Χριστού αλλά συναγωγή του Σατανά, η οποία προκρίνει την αμαρτία και απαγορεύει το δίκαιο. Συνεπάγεται ξεκάθαρα και αναμφίβολα ότι πρέπει να είναι το βδέλυγμα του Αντιχρίστου και η λυσσαλέα πόρνη του διαβόλου»


Και πάλι σχολιάζοντας την  αναίρεση των Θέσεων από τον Silvestro Mazzolini da Priero[6], λέει:

«Λέω και διακηρύττω δημόσια ότι ο πραγματικός Αντίχριστος κάθεται στον Ναό του Θεού και βασιλεύει στη Ρώμη, την αληθινή Βαβυλώνα, ‘περιβεβλημένη πορφυρούν’, και ότι η ρωμαϊκή αυλή είναι η ‘συναγωγή του Σατανά’. …Αν αυτή είναι η πίστη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, τότε ευτυχισμένη Ελλάδα, ευτυχισμένη Βοημία, ευτυχισμένοι όλοι αυτοί που απομακρύνθηκαν από αυτήν και ξέφυγαν από την Βαβυλώνα΄ καταραμένοι όσοι είναι σε κοινωνία μαζί της[7]».

Ως «πόρνη της Βαβυλώνος», η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν «μεθύουσαν εκ του αίματος των αγίων και του αίματος των μαρτύρων Ιησού» (Αποκ. 17.6). Σε αυτό συμφωνούσαν όλοι οι Διαμαρτυρόμενοι, παραδοσιακοί και ριζοσπάστες. Η διαφωνία τους επί του θέματος είχε να κάνει με τον καθορισμό της «αληθινής» εκκλησίας και την εύρεση του ιστορικού σημείου, από το οποίο και μετά η Ρωμαϊκή Εκκλησία έχασε τον δρόμο της και κύλισε στην αίρεση.


 8.1.3 Οι Διαμαρτυρόμενοι και η «αληθινή» εκκλησία.

Ο Λούθηρος ανέπτυξε την άποψή του για την ιστορική διάσταση της μεσαιωνικής εκκλησίας, μέσα στα πρώτα πέντε χρόνια της Μεταρρύθμισης. Ζώντας μέσα στον κλύδωνα των αλλαγών που επέφερε η κίνησή του, - αλλαγές που ξέφευγαν εν πoλλοίς από αυτά που ο ίδιος μπορούσε να καθορίσει – πίστεψε ότι είχαν φτάσει πια οι έσχατες ημέρες. Καθώς περνούσε ο καιρός και τα γεγονότα συνέχιζαν να εξελίσσονται, αντιλήφθηκε ότι είχε πέσει έξω στις εκτιμήσεις του. Πάνω απ’  όλα είχε πέσει έξω στην εκτίμησή του, ότι μπορούσε να μεταρρυθμίσει την παπική εκκλησία. Το όνομα «Μεταρρύθμιση», για όποιον λόγο και αν δόθηκε, δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες. Η παπική εκκλησία έμεινε η ίδια, όπως ήταν και πριν. Αυτό που κατάφερε ο Λούθηρος, οι συνεργάτες και οι υποστηρικτές του, ήταν η δημιουργία μια νέας εκκλησίας, αντίπαλης της Ρώμης. Και αυτή ήταν μόνο η αρχή. Διότι σύντομα οι ριζοσπάστες Προτεστάντες διαχώρισαν την θέση τους από τους παραδοσιακούς και από τον Προτεσταντισμό ξεπήδησαν πολλές «εθνικές» εκκλησίες με την συνδρομή των τοπικών κοσμικών παραγόντων, χωρίς να κάνουμε αναφορά στις νέες ομολογίες.

Ο Λούθηρος απέτυχε να ρίξει τον Αντίχριστο-πάπα. Του απέμεινε η νέα εκκλησία, την οποία έπρεπε να στηρίξει ιστορικά. Η προσπάθειά του έφερε ως καρπό το Wider Hans Worst [8] to 1541. Η πεμπτουσία της άποψής του ήταν ότι το κριτήριο με βάση το οποίο θα έπρεπε κάποιος να διακρίνει, να αναγνωρίσει την ιστορικότητα και την απτή πραγματικότητα της εκκλησίας, βρισκόταν σε συνάρτηση με την καθαρότητα και την διαύγεια της κήρυξης και της διδασκαλίας του λόγου (και για τους Προτεστάντες Λόγου) του Θεού. Άρα, με βάση αυτό το κριτήριο της «ευαγγελικότητας», το σημείο καμπής της Ρώμης προς την αίρεση, ήταν το σημείο της ανάμιξης της θείας διδασκαλίας με ανθρώπινες. Ο ίδιος ο Λούθηρος τοποθέτησε αυτό το σημείο στην απαρχή της ανάπτυξης του σχολαστικισμού. Επομένως, κατ’  αυτόν η Βίβλος παρέμενε «θαμμένη» στην διδασκαλία της Ρώμης, διότι οι ανθρώπινες διδαχές είχαν καλύψει αυτή του Χριστού και ως εκ τούτου η «αληθινή» εκκλησία είχε τεθεί υπό το μόδιο για ένα διάστημα τεσσάρων αιώνων.

Στην συνέχεια, κρίνοντας με βάση τα δύο μυστήρια, τα οποία αποδεχόταν ως εκ Χριστού καθιδρυμένα, δηλ. το Βάπτισμα και την Θεία Ευχαριστία, κήρυττε ότι, αν και είχαν υπεισέλθει ανθρώπινες συνήθειες και καινοτομίες κατά την διάρκεια των έξι τελευταίων αιώνων, αντίθετες με τις πρακτικές της πρώτης εκκλησίας, ωστόσο αυτά είχαν παραμείνει εν ισχεί στον παπισμό, ώστε να μπορεί να συντηρηθεί ένα υπόλειμμα πιστών, με μια προϋπόθεση. Ποια είναι αυτή, απαντάται στο ίδιο έργο:

«Εσείς [οι Καθολικοί] βαπτιστήκατε όντως στο πραγματικό βάπτισμα της αρχαίας εκκλησίας, όπως κι εμείς, ειδικά σαν παιδιά. Αν ένα βαπτισμένο παιδί ζήσει και πεθάνει μέχρι το έβδομο ή όγδοο έτος της ηλικίας του, πριν καταλάβει [τι διδάσκει] η όμοια με πόρνη εκκλησία του πάπα, έχει σωθεί και θα σωθεί  - γι’  αυτό δεν έχουμε καμιά αμφιβολία. Αλλά αν μεγαλώσει, ακούσει, πιστέψει και υπακούσει στις διδασκαλίες σας, με τα ψέματα και τις διαβολικές καινοτομίες, τότε γίνεται πόρνη του διαβόλου, όμοια με σας και εκπίπτει του βαπτίσματος και του νυμφώνος – όπως συνέβη με μένα και άλλους – οικοδομώντας και στηριζόμενος στα δικά του έργα΄ και αυτό είναι που κάνετε εσείς οι πορνοβοσκοί[9]».

Άρα η προϋπόθεση για να συγκαταλεχθεί κάποιος στην μερίδα των πραγματικών πιστών, όσων διατηρήθηκαν και αποτέλεσαν την «αληθινή» εκκλησία των προηγούμενων αιώνων, συνδέοντας την αρχαία εκκλησία με την προτεσταντική, ήταν η διαφωνία με την Ρώμη. Αν ο Λούθηρος κοιτούσε ανατολικά, όχι με φευγαλέα ματιά, όπως έκανε, αλλά με σταθερό και διερευνητικό βλέμμα, θα έβλεπε ότι, όπως το έθεσε, η αληθινή εκκλησία ήταν η Ανατολική Ορθόδοξη. Προτίμησε να ψάξει στην Δύση, είτε λόγω προκατάληψης, είτε λόγω σκοπιμότητας. Ανακάλυψε ότι οι αιρετικοί, τους οποίους καταδίκασε ο παπισμός τους προηγούμενους αιώνες, ικανοποιούσαν το αίτημά του. Προτίμησε να ταυτιστεί μαζί τους.

8.1.4 Γιατί ο Λούθηρος προτίμησε να ταυτιστεί με τους αιρετικούς του Μεσαίωνα και όχι να στραφεί στην Ορθοδοξία;

Η διαφωνία με την Ρώμη ήταν ένα εσωτερικό χαρακτηριστικό, δύσκολα ανιχνεύσιμο και στερούσε την μαζικότητα της συμμετοχής στην υποτιθέμενη «αληθινή» εκκλησία, χωρίς ιστορικότητα, η επίκληση της οποίας θα βοηθούσε στην διεκδίκηση της κληρονομιάς της αρχαίας εκκλησίας από τους Προτεστάντες. Ήταν μεν αυστηρά καθορισμένη προϋπόθεση, παρέμενε όμως αφηρημένη έννοια. Γι’  αυτό ο Λούθηρος πρόσθεσε μια ακόμη προϋπόθεση, για να προσδώσει ιστορική διάσταση και υπόσταση στην «αληθινή» εκκλησία, το μαρτύριο. Η «αληθινή» εκκλησία ήταν αυτή που διωκόταν. Έγραψε στο ίδιο έργο:

«Ένατον, κανένας δεν μπορεί ν’  αρνηθεί ότι βιώνουμε τα ίδια μαρτύρια, όπως και τα αδέλφια μας στον κόσμο[10]. Διωκόμαστε σε κάθε τόπο βασανιζόμενοι με κάθε τρόπο για χάρη του λόγου. Η μερίδα μας είναι αυτή της αρχαίας εκκλησίας, και αυτή είναι πέρα από κάθε όμοια μέτρηση, ώστε μπορούμε να πούμε ότι εμείς είμαστε η αρχαία εκκλησία[11]».

Για τους Προτεστάντες, λοιπόν, όπως και για τους Καθαρούς, η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι η «αληθινή» εκκλησία διότι διώκε άλλους και δεν διωκόταν. Σύμφωνα μ’ αυτό το σκεπτικό, πραγματικοί Χριστιανοί, ήταν για τον Λούθηρο, όσοι υπέστησαν διωγμό από την παπική εκκλησία, δηλαδή, οι αιρετικοί των προηγούμενων αιώνων που καταδικάστηκαν στην πυρά. Μέσω αυτών, επιβεβαιωνόταν η θεωρία του περί της «αληθινής» εκκλησίας και μπορούσε να χαράξει μια συνέχεια από την αρχαία εκκλησία στον Προτεσταντισμό.

Όπως η έρευνα για την ιστορικότητα της εκκλησίας έδωσε το έναυσμα για την προτεσταντική καταγραφή της εκκλησιαστικής ιστορίας, έτσι και ο παραπάνω κανόνας έδωσε το έναυσμα για την δημιουργία των προτεσταντικών μαρτυρολογίων. Οι Προτεστάντες συγγραφείς μαρτυρολογίων του ΙΣΤ’ αι. ένιωσαν την ανάγκη να δώσουν σάρκα και οστά στην ιδέα του Λούθηρου, αναγνωρίζοντας τα πρόσωπα που θα δικαίωναν την άποψη, ότι αυτοί ήταν η «αληθινή» εκκλησία, όχι οι παπικοί. Ο Sebastian Franck[12] έκανε αυτή την υπόθεση το 1531, στο έργο του Chronica [13]. Την σκυτάλη παρέλαβε ο John Foxe[14] στη συνέχεια, με το έργο του Actes and Monuments (περισσότερο γνωστό ως Foxe’s Book of Martyrs):

«Ερχόμαστε τώρα σε μια περίοδο, όπου ο διωγμός με το ένδυμα του Χριστιανισμού διέπραξε μεγαλύτερες ακρότητες από αυτές που ντροπιάζουν τα χρονικά του παγανισμού. Αγνοώντας τα αξιώματα και το πνεύμα του Ευαγγελίου, η παπική εκκλησία, οπλισμένη με την εξουσία του ξίφους, έβαλε σε πειρασμό την εκκλησία του Θεού και την κατέστρεψε γι’ αρκετούς αιώνες, μια περίοδος που της ταιριάζει καλύτερα ο όρος, Σκοτεινοί Αιώνες[15]».

Πραγματικά, ο όρος αυτός του Foxe επικράτησε ως το όνομα μιας ολόκληρης περιόδου και σχετίζεται με την αντίληψη των Προτεσταντών για την εκκλησιαστική ιστορία. Το αν ανταποκρίνεται ή όχι στην πραγματικότητα είναι μεγάλο θέμα. Αυτό που προκύπτει από το συγκεκριμένο έργο είναι, ότι για τον Foxe αρκούσε η διαφωνία με την Ρώμη, για να θεωρείται κάποιος αληθινός Χριστιανός. Γι’ αυτόν η αυθαιρεσία της παρερμηνείας του Ευαγγελίου από τους αιρετικούς των προηγούμενων αιώνων ήταν μια ευγενής πράξη καθαρισμού της διδασκαλίας από τις ανθρώπινες παραδόσεις των παπικών. Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο το ότι το μαρτυρολόγιο ξεκινά με τον Wycliffe, ούτε το ότι ήταν το προσφιλές ανάγνωσμα των Άγγλων Πουριτανών (Καθαρών).

Ο Λούθηρος, όταν αναφερόταν στους δεδιωγμένους αιρετικούς ως πραγματικούς Χριστιανούς, δεν έδινε ονόματα. Το έκανε ο Foxe. Γι’ αυτόν αιρετικοί, όπως ο Ερρίκος της Λωζάννης, ο Πέτρος Βάλδος, οι Καθαροί, ο Wycliffe και οι Λολλάρδοι, ήταν άνθρωποι φωτισμένοι και αποφασισμένοι να μεταδώσουν το φως του Ευαγγελίου΄ ήταν πρόδρομοι του Προτεσταντισμού και φορείς της «αληθινής» εκκλησίας κατά τη διάρκεια των Σκοτεινών  Αιώνων.


Ο John Foxe δεν ήταν ριζοσπάστης. Πίστευε στην εγκυρότητα του νηπιοβαπτισμού και στην συνεργασία Πολιτείας και Εκκλησίας. Αφιέρωσε την έκδοση του 1563 στην βασίλισσα Ελισάβετ Α’ (1558-1603), κόρη του Ερρίκου VIII και της Anne Boleyn, παροτρύνοντάς την να σταματήσει τους διωγμούς των «αληθινών»  Χριστιανών, δηλ. των Προτεσταντών, ακολουθώντας το παράδειγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Το παράδειγμα του John Foxe ακολούθησε στη Γαλλία ο Jean Crespin[16]. Ο Crespin ξεκίνησε επίσης από τον Wycliffe και συνέχισε με τους William Thorpe, Jan Hus και Ιερώνυμο της Πράγας. Στους προηγούμενους αιρετικούς αναφέρθηκε μόνο περιληπτικά:

«Κάπου-κάπου μπορούν να βρεθούν μερικά ευσεβή πρόσωπα πριν από τον Wycliffe, οι οποίοι καταράστηκαν την κοσμική και πνευματική τυραννία των παπών μέσα στην καρδιά τους. Μερικοί εξέφρασαν την αντίθεσή τους προφορικά, ακόμη και γραπτά, όπως αυτοί οι άνθρωποι που ονομάζονται υποτιμητικά Βάλδιοι και Καθαροί[17]»

Στην Γερμανία παρόμοια προσπάθεια ολοκληρώθηκε από τον Ludwig Rabus (1523-1592), Λουθηρανό θεολόγο. Ο Rabus είχε ένα πρόβλημα ν’ αντιμετωπίσει. Ο Προτεσταντισμός στη Γερμανία υποστηρίχθηκε από τους ηγεμόνες και δεν είχε να παρουσιάσει κάποιο μάρτυρα, όπως στην Αγγλία  και τη Γαλλία. Έτσι, ο Rabus ξεκίνησε το δικό του μαρτυρολόγιο με τους μάρτυρες της αρχαίας εκκλησίας, έχοντας ως πηγή του τον Ευσέβιο Καισαρείας. Η λατινική έκδοση του έργου του εκδόθηκε το 1552 ενώ η γερμανική με τίτλο Historien der Heyligen εκδόθηκε στο Στρασβούργο το 1557 σε έξι τόμους.

Όλα τα παραπάνω μαρτυρολόγια έφεραν εις πέρας αυτό που ξεκίνησε ο Λούθηρος΄ την συνδιαλλαγή με τους αιρετικούς του Μεσαίωνα. Η εκλογίκευση αυτής της συνδιαλλαγής ήταν απλή για τους Προτεστάντες, όπως δήλωσε και ο Sebastian Franck: «αν ένα απλό λάθος κάνει κάποιον αιρετικό, τότε ο Θεός να μας φυλάει όλους[18]». Το κριτήριο ένα΄ η αντίθεση με την παπική εκκλησία.


 8.1.5 Η αξιολόγηση του κριτηρίου.

Από τα πρώτα χρόνια της αντίδρασης η Μεταρρύθμιση φάνηκε ανίκανη να παρουσιάσει ένα ενιαίο δόγμα. Διαφορετικές τάσεις εμφανίστηκαν στους κόλπους της με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν παρακλάδια, όπως αυτά των Αναμορφωτών (Καλβίνος, Ζβίγγλιος) και των Ριζοσπαστών (Thomas Müntzer, Hans Denck), τα οποία με την σειρά τους γέννησαν νέα θρησκευτικά κινήματα, όπως των Αναβαπτιστών. Οι τελευταίοι ήταν οι περισσότερο δεδιωγμένοι και τα πογκρόμ εναντίον τους είχαν ως αποτέλεσμα την σφαγή πολλών. Κυνηγήθηκαν ακόμη και από τους ίδιους τους Προτεστάντες. Αλλά οι συγγραφείς μαρτυρολογίων τούς αρνήθηκαν μια θέση στα έργα τους, ισχυριζόμενοι ότι δεν πληρούσαν το κριτήριο. Έτσι ο Jean Crespin έγραψε:

«Αυτά τα τρία χαρακτηριστικά (δηλ. το να υποφέρει κανείς για χάρη της ορθότητας, για χάρη του Χριστού, και για το καλό που έκανε) πρέπει να αναθεωρηθούν. Διότι ο άθλιος Σατανάς πάντα προσπαθεί να μιμηθεί τον Κύριό μας με σκοπό να σκληρύνει τους ανθρώπους, όπως έκανε με τον Φαραώ στην Αίγυπτο, με το να αντιγράψει τα θαύματα του Μωυσή μέσω των μάγων του. Συνεπώς, επειδή βλέπει ότι ο Κύριός μας έχει πλήθος μαρτύρων της αλήθειας του σήμερα, κοπιάζει να επιβεβαιώσει και να ωραιοποιήσει τις δικές του αιρέσεις και ψεύδεται μέσα από τους δικούς του ψευτοθεοφοβούμενους και κίβδηλους μάρτυρες΄ στις μέρες μας αυτοί είναι οι Αναβαπτιστές».

Με την παραπάνω δήλωση ο Jean Crespin αναίρεσε, χωρίς και ο ίδιος να το καταλάβει, το κριτήριο αξιολόγησης των αληθινών πιστών, που οι ίδιοι οι Προτεστάντες είχαν θέσει. Ερμήνευσε τον ρόλο τους στην εκκλησιαστική ιστορία. Ταυτόχρονα, νομιμοποίησε την μεταστροφή τους από διωκομένους σε διώκτες. Στις χώρες όπου επικράτησε ο Προτεσταντισμός διώχθηκε ο Παπισμός. Ποια ήταν, λοιπόν, η «αληθινή» εκκλησία με βάση το κριτήριο του μαρτυρίου; Και πάλι, παρακολουθώντας τις μισαλλοδοξίες και τις αιματηρές αντιπαραθέσεις των διαφόρων προτεσταντικών κινημάτων, ποιο απ’ όλα ήταν η συνέχεια της αρχαίας εκκλησίας; Μέσω ποιών μεσαιωνικών αιρετικών προπατόρων; Το κριτήριο ήταν διάτρητο.

Οι ιδέες των Ριζοσπαστών έδωσαν την χαριστική βολή στην θεωρία περί της συνέχειας και της επιβίωσης της «αληθινής» εκκλησίας μέσω του Μεσαίωνα. Η κύρια αιτία γι’ αυτό ήταν η άρνηση της εγκυρότητας του νηπιοβαπτισμού. Γι’ αυτούς, εφόσον η Εκκλησία είχε υιοθετήσει από νωρίς τον νηπιοβαπτισμό δεν μπορούσε να είναι η «αληθινή» εκκλησία. Η Εκκλησία είχε εκπέσει. Έπρεπε, όμως, να τοποθετήσουν ιστορικά αυτή την υποτιθέμενη αποστασία. Οι Αναβαπτιστές την τοποθέτησαν στην ενότητα Εκκλησίας-Κράτους όπως αυτή θεσμοθετήθηκε από τον Μεγάλο Κωνστανίνο[19]. Άλλοι, όπως ο Thomas Müntzer την τοποθέτησαν ακόμη νωρίτερα, αμέσως μετά τον θάνατο των Αποστόλων. Όλοι αυτοί αρνήθηκαν, ουσιαστικά, την ενότητα της Εκκλησίας μέσω των Μυστηρίων, μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν την άρνηση του νηπιοβαπτισμού. Επίσης, μετατόπισαν χρονικά την πρακτική του διωγμού των αιρετικών από τον Παπισμό και την συνέδεσαν με την νομιμοποίηση της Εκκλησίας από τον Μέγα Κωνσταντίνο, μέγα ιστορικό σφάλμα. Δηλαδή γι’ αυτούς, η Εκκλησία έγινε διώκτης την ίδια στιγμή που έγινε ο Χριστιανισμός νόμιμη θρησκεία και στην συνέχεια επίσημη θρησκεία του Κράτους.

Εδώ βρίσκεται το σημείο συνάντησής τους με τους σύγχρονους παγανιστές και γι’ αυτό παρατηρείται το φαινόμενο, Προτεστάντες και νέο-παγανιστές να συμπλέουν επιχειρηματολογώντας περί διώξεων εκ μέρους της Εκκλησίας. Αλλά πρόκειται για σκόπιμη σύγχυση. Η Εκκλησία δεν υιοθέτησε ποτέ την πολιτική των διώξεων, όπως έκανε ο Παπισμός, την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου διατάσσεται ανεξιθρησκία στο Κράτος με το διάταγμα των Μεδιολάνων και ο Χριστιανισμός γίνεται επίσημη θρησκεία από τον Μέγα Θεοδόσιο. Αυτές οι τρεις απλές ιστορικές πληροφορίες ακυρώνουν την επίσημη θέση των Αναβαπτιστών, ξεκαθαρίζοντας ότι πρόκειται για σκόπιμη παρανόηση, η οποία αποβλέπει μόνο στον να δικαιολογήσει την αίρεση της άρνησης του νηπιοβαπτισμού.

Θα επανέλθουμε στους Αναβαπτιστές. Πρώτα, ας δούμε τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι παραδοσιακοί μεταρρυθμιστές με την αυτοαναίρεση του κριτηρίου του διωγμού. Ο Λούθηρος είχε νομιμοποιήσει τους μεσαιωνικούς αιρετικούς και μέσω αυτών είχε κατασκευάσει την αλυσίδα που θα συνέδεε τον Προτεσταντισμό με την αρχαία εκκλησία. Κρίκος της αλυσίδας ήταν και οι Βάλδιοι από τους οποίους ήλκαν την καταγωγή τους οι Αναβαπτιστές, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονταν οι ίδιοι ( η θεωρία περί της καταγωγής των Αναβαπτιστών από τους Βάλδιους σήκωσε θύελλα αντιδράσεων στους Προτεστάντες ακαδημαϊκούς, όπως θα δούμε παρακάτω). Αλλά οι Αναβαπτιστές θεωρούνταν αιρετικοί ακόμη και από τους ίδιους τους Προτεστάντες, οι οποίοι τους κατηγορούσαν ως Muensterites (δηλαδή οπαδούς του Thomas Müntzer), μια κατηγορία εφιάλτης. Ποιους ν’ αμφισβητήσουν τελικά, τους Βάλδιους ή τον Λούθηρο; Αν αμφισβητούσαν τους Βάλδιους κατέστρεφαν την εξελικτική αλυσίδα. Αν αμφισβητούσαν τον Λούθηρο, αμφισβητούσαν τον εαυτό τους. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Η λύση ήταν σοφιστική. Όταν ο Λούθηρος, είπαν, νομιμοποίησε τους μεσαιωνικούς αιρετικούς δεν γνώριζε την διδασκαλία τους. Μάλιστα, σήμερα υποστηρίζουν ότι το ενδιαφέρον για την μελέτη της διδασκαλίας των μεσαιωνικών αιρετικών οφείλεται σ’ αυτό το πρόβλημα. Κι εμείς θα προσθέσουμε ότι όλη η προσπάθεια ν’ αποδειχθούν οι αιρετικοί αυτοί ως διαφωνούντες και μόνο με την Ρώμη, οφείλεται στην προκαταβολική νομιμοποίησή τους από τον Λούθηρο. Αλλά τα πράγματα δεν είναι όπως τα βλέπουν οι Προτεστάντες και θα εξηγήσουμε αμέσως γιατί.

Από νεαρός μοναχός ο Λούθηρος είχε μελετήσει τα έργα του Jan Hus Και τα είχε απορρίψει. Αργότερα, όταν παραβρέθηκε στην θεολογική διαμάχη της Λειψίας το 1519[20], ερωτήθηκε από τον Johann Eck  να λάβει θέση στο αν έσφαλε ο Jan Hus ή η σύνοδος της Κωνσταντίας (1414) που τον καταδίκασε. Ο Λούθηρος ανέτρεξε στα γραπτά του Hus και τα βρήκε ορθότατα. Οι Χουσσίτες που παραβρέθηκαν στην Λειψία τού έδωσαν ένα αντίγραφο του De ecclesia, έργο του αιρεσιάρχη τους. Όταν το διάβασε ο Λούθηρος έγραψε στον φίλο του George Spalatin:

«Έχω πιστέψει και έχω διδάξει όλες τις διδασκαλίες του Jan Hus, αλλά μέχρι τώρα δεν το ήξερα. Ο Johann Staupitz έχει επίσης διδάξει κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς να είναι αυτή η πρόθεσή του. Κατά κάποιο τρόπο είμαστε όλοι Χουσσίτες και δεν το ξέρουμε[21]».

Μετά από αυτήν την εν επιγνώσει δήλωση του Λούθηρου, δεν μπορεί να σταθεί επιχείρημα, ότι αγνοούσε ποιους αναγνώριζε ως προδρόμους του. Για το αν ο Staupitz αγνοούσε τι δίδασκε θα μιλήσουμε παρακάτω.

Έπειτα ο ισχυρισμός των Προτεσταντών ότι ο Λούθηρος και οι ομόφρονες συγγραφείς των μαρτυρολογίων, προσπάθησαν να νομιμοποιήσουν τους εαυτούς τους απέναντι στις κατηγορίες των παπικών, είναι αδύναμος. Ο Λούθηρος δεν στήριξε την εκκλησιολογία του μόνο στην ιστορική συνέχεια του Προτεσταντισμού μέσω τον μεσαιωνικών αιρετικών. Δεχόταν και ενότητα μέσω των μυστηρίων (Βαπτίσματος και Θείας Ευχαριστίας) και το κυριότερο προέβαλλε το sola scriptura αναγνωρίζοντας ευαγγελικό χαρακτήρα στις μεσαιωνικές αιρέσεις, τον οποίο και είχαν. Γνώριζε πολύ καλά ότι οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν μόνο την Αγία Γραφή, απέρριπταν την παράδοση του παπισμού, όπως και ο ίδιος, και παρέβλεπε το γεγονός της παρερμηνείας, διότι και ο ίδιος παρερμήνευε. Δηλαδή ο Λούθηρος χρησιμοποιούσε τις ίδιες μεθόδους με τους αιρετικούς, ακόμη και αν διέφερε σε κάποια επιμέρους σημεία.

Εξάλλου καμιά μεσαιωνική αίρεση δεν συμφωνούσε απόλυτα με κάποια άλλη, ακόμη και σχολές μέσα στην ίδια αίρεση. Δηλαδή, αν κάποιος ψάχνει την απόλυτη ταύτιση απόψεων, τότε ματαιοπονεί. Εξάλλου η άρνηση της ταυτότητας δεν μπορεί να στηριχθεί στις επιμέρους διαφορές, διότι αυτές ήταν κοινό χαρακτηριστικό, για να μην πω κανόνας. Αναφορικά με την ενότητα των μυστηρίων, οι Ριζοσπάστες, αν και την απέρριψαν, δέχθηκαν κάποια στιγμή, ότι προέρχονται από τους Βάλδιους. Σήμερα το αμφισβητούν, με εξαίρεση του Βαπτιστές, αλλά τώρα πια δεν τους ενδιαφέρει τόσο το θέμα, εφόσον έχουν το ιστορικό βάθος κάποιων αιώνων. Έπειτα, δέχονται ότι η Εκκλησία εξέπεσε νωρίς και δεν χρειάζονται κάποια ιστορική συνέχεια με μια εκκλησία, την οποία θεωρούν ότι αποστάτησε με την εφαρμογή του νηπιοβαπτισμού.


 8.1.6. Αναβαπτιστές και Βάλδιοι.

Η θεωρία ότι οι Αναβαπτιστές είναι η συνέχεια της αίρεσης του Πέτρου Βάλδου, ξεκίνησε από τους Ολλανδούς. Είναι αλήθεια ότι ο αρχηγός τους Menno Simons (1496-1561) δεν υποστήριξε ποτέ κάτι τέτοιο. Την χρονιά που ο Menno Simons αποκήρυξε τον παπισμό (1536), ο Sebastian Franck έγραψε στο Chronica:

«Αλλά αυτοί [οι Βάλδιοι] είναι χωρισμένοι σε δύο ή όπως το έχουν μερικοί, σε τρεις ομάδες, την μεγάλη, την μικρή και την πολύ μικρή. [Οι τελευταίοι] έχουν πολλά κοινά με τους Αναβαπτιστές. Έχουν τα πάντα κοινά, δεν βαπτίζουν παιδιά, δεν πιστεύουν στην φυσική παρουσία στην Ευχαριστία[22]».

Πάντως ο Franck δεν μίλησε για απευθείας συνέχιση της μεσαιωνικής αίρεσης από τους Αναβαπτιστές, αν και αναγνώριζε την ιδεολογική συγγένεια. Αυτό το έκανε πρώτος ο Thieleman J. van Braght (1625-1664), Αναβαπτιστής συγγραφέας μαρτυρολογίου. Στο έργο του με τον συντομευμένο τίτλο Κάτοπτρο Μαρτύρων[23] ξεκαθάρισε ότι οι Αναβαπτιστές δεν ήταν Muensterites, η συνηθισμένη κατηγορία εκ μέρους των Προτεσταντών, αλλά προέρχονταν από τους Βάλδιους. Μάλιστα, παραθέτοντας χωρία από το έργο του Jacob Mehrning, Taufgeschichte (1647), συμπλήρωσε τα κενά στη διαδρομή των αιώνων με συγκεκριμένα πρόσωπα, δίνοντας ονόματα, καταγράφοντας διώξεις αιρετικών. Η θέση του Thieleman, όπως και των άλλων Αναβαπτιστών ήταν ότι η αίρεσή τους ήταν αποστολική παράδοση. Οι Βάλδιοι ήταν ένα μεταβατικό στάδιο της εκκλησίας δια μέσω του Μεσαίωνα.

Την θεωρία περί καταγωγής των Αναβαπτιστών από τους Βάλδιους συνέχισαν οι Gerhard Roosen (Unschuld und Gegen-Bericht der Evangelischen Tauffgesinnten Christen, so Mennoniten genannt werden, ueber die unwerschuldete Beschuldigung, als ob sie von der aufruerischen Muensterschen Rotte entsprossen, und derselben Grund und Lehre fuehreten[24], 1753), Johannes Deknatel (Auszug der merkwuerdigsten Abhandlungen aus den Werken Menno Simons[25], 1765) και τον J. H. Halbertsma (De Doopsgezinde en hunne Herkomst[26], 1843). Μετά τον Halbertsma ξεκίνησε η αναίρεση της θεωρίας, με πρώτο τον Α. Μ. Cramer και στην συνέχεια από τον Blaupot ten Cate. Και οι δύο υποστήριξαν ότι οι ομοιότητες στην διδασκαλία Αναβαπτιστών και Βάλδιων οφείλονταν σε παρόμοια ανάγνωση της Βίβλου και όχι σε απευθείας διαδοχή. Ο δεύτερος υποστήριζε ότι οι Βάλδιοι ήταν συνέχεια της αρχαίας εκκλησίας, φορείς της αποστολικής πίστης, ωστόσο δεν έβρισκε σύνδεση με τους Ολλανδούς ή Ελβετούς Αναβαπτιστές.


8.1.7 Ludwig Keller: Ελευθεροτεκτονισμός και Προτεσταντισμός.

Ο Ludwig Keller (1849-1915), Γερμανός ακαδημαϊκός και αρχειοφύλακας στο Μünster, παρέβλεψε τις ενστάσεις των Α. Μ. Cramer και Blaupot ten Cate, και όχι μόνο επανέλαβε την θεωρία περί της απευθείας καταγωγής των Αναβαπτιστών από τους Βάλδιους, αλλά εισήγαγε δύο ακόμη παράγοντες στην εξίσωση. Τις θέσεις του ανέπτυξε πρώτα στο Die Reformation und die älteren Reformparteien, το 1885. Σ’ αυτό αναγνώρισε την Μεταρρύθμιση, ως εξέλιξη της θεολογίας των Βάλδιων, των μεσαιωνικών μυστικιστών και των ελευθεροτεκτόνων. Αποκάλεσε τον Meister Ekhart Βάλδιο[27] κι έδειξε τον σημαντικό ρόλο, τον οποίο διαδραμάτισε η Deutsche Theologie, μυστικιστικό κείμενο του ΙΕ’ αι., αγνώστου συγγραφέα, στην διαμόρφωση του Προτεσταντισμού. Πράγματι, η Deutsche Theologie θεωρήθηκε ως ο ερμηνευτής του Χριστιανισμού από τους πρώτους Μεταρρυθμιστές, ανεξαρτήτου κατηγορίας. Μάλιστα, ο ίδιος ο Λούθηρος, προλογίζοντας την έκδοση του 1518 την κατέταξε στην ίδια θέση με την Βίβλο και τον Αγ. Αυγουστίνο. Η επίδρασή της φαίνεται σε δύο προτεσταντικές θεωρίες, πρώτον στην άποψη ότι το «βάπτισμα του Αγ. Πνεύματος» που καταυγάζει την «άβυσσο της ψυχής του ανθρώπου[28]» αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση του λόγου (ή Λόγου, για τους Προτεστάντες) του Θεού, και δεύτερον στην άποψη για την ύπαρξη μιας πνευματικού χαρακτήρος «αόρατης εκκλησίας». Προς επίρρωση αυτών ο Sebastian Franck είχε δηλώσει ότι μόνο όποιος γινόταν μυστικιστής, όπως και ο ίδιος, και είχε μέσα του παρόν το Άγιο Πνεύμα θα μπορούσε να κατανοήσει την ερμηνεία των Γραφών και να επιτευχθεί έτσι η ενότητα μεταξύ των μυστών[29].

Την επίδραση των μυστικιστών στην σκέψη και το έργο του Hans Denck την είχε δείξει ήδη από το 1882, στο έργο του Ein Apostel der Wiederträufer. Στο έργο του 1885 έδειξε εκτός από τους μυστικιστές, είχε σχέσεις και με τον γερμανικό τεκτονισμό:


«Η οικογένεια του Denck, είτε ο Wolfgang Denck ήταν πατέρας, είτε θείος του, ήταν στενότατα συνδεδεμένη με την αδελφότητα των Γερμανών τεκτόνων. Εδώ (εννοείτε στην αδελφότητα) η ιδέα των παλαιότερων συναθροίσεων είχε διατηρηθεί και τώρα η Πρόνοια αποφάσισε ότι η πίστη που είχε αποθηκευτεί σε αυτό το μέρος θα έπρεπε να βγει έξω από τις αδελφότητες και να μεταφυτευτεί στην ζωή της εκκλησίας. Ο μεσάζων αυτής της διαδικασίας ήταν ο Hans Denck, ο οποίος γι’ αυτό αξίζει της ιδιαίτερης προσοχής μας[30]»

Η έμφαση δική μας, και δίνουμε έμφαση διότι σε αυτή την ιδέα περί των «παλαιότερων συναθροίσεων» στηρίζεται ο ιδεολογικός ρόλος του τεκτονισμού εκτός από τον ιστορικό που καταγράφεται. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι τουλάχιστον για τους πρωτεργάτες της Μεταρρύθμισης, η Μασονία των Στοών ήταν η Εκκλησία των Κατακομβών. Εξ’ ου και όλο το σκεπτικό περί της σύνδεσης με την αρχαία εκκλησία, μέσω συγκεκριμένων αιρετικών ομάδων, αποτελούντων την «αληθινή» εκκλησία. Γι  αυτούς η «αληθινή» εκκλησία διατηρήθηκε στις στοές, μέχρι η Πρόνοια (ακαθόριστο ποιανού) να μεριμνήσει για να εξέλθει από αυτές και να μεταφυτευτεί στην ζωή της εκκλησίας, μέσω της Μεταρρύθμισης. Αυτό μας αποκαλύπτει εδώ ο Keller.

Ο Keller δεν έμεινε μόνο στον Hans Denck. Έδειξε ότι ο Λούθηρος ήρθε σ’ επαφή με την μυστικιστική και μασονική παράδοση μέσω του Johann von Staupitz[31] (1460-1524), του ηγουμένου του τάγματος του Αυγουστίνου, στο οποίο έγινε μοναχός. Ο Johann von Staupitz ήταν ο μέντορας του Λούθηρου. Τον παρέλαβε μισότρελο, τον διαμόρφωσε σε εκκλησιαστική και θεολογική προσωπικότητα σύμφωνα με τα παραπάνω και τον εξαπέλυσε να πολεμήσει τον παπισμό. Ο ίδιος παρέμεινε στο παρασκήνιο με τα παπικά άμφια, χωρίς ποτέ να δείξει τα πραγματικά του χρώματα. Κίνησε μεν υποψίες κάποια στιγμή στην Ρώμη, αλλά ήξερε πώς να καθησυχάσει τις ανησυχίες.

Ο Keller δέχθηκε δριμεία επίθεση για τις θέσεις του. Πρωταγωνιστής του αντίλογου ήταν ο Theodore Kolde[32]. Στο έργο του Johann von Staupitz, ein Waldenser und Wiedertraeufer. Eine kirchenhisorische Entdeckung[33], κατηγόρησε τον Keller ως ενθουσιώδη απόστολο των Αναβαπτιστών και ότι είχε έμμονες ιδέες. Το σημαντικότερο επιχείρημά του ήταν ότι στην Νυρεμβέργη δεν υπήρχε κοινότητα Βαλδίων που θα μπορούσε να επηρεάσει τους Denck και Staupitz. Ωστόσο, δεν είπε τίποτα για τις μασονικές καταβολές τους, αφήνοντας σ’ αυτό το θέμα αναπάντητο τον Keller. Ο τελευταίος εντάχθηκε στην Μασονία το 1897 (στοά “Zur Eintracht und Standhaftigkeit”, στο Kassel και το 1899 στην στοά “Urania” στο Βερολίνο) και τα επόμενα βιβλία του Die geistigen Grundlagen der Freimaurerei und das öffentliche Leben (Τα πνευματικά θεμέλια του Ελευθεροτεκτονισμού και η δημόσια ζωή, Jena 1911) και Die Freimaurerei (Ο Ελευθεροτεκτονισμός, στη σειρά Teubner, Aus Natur und Geisteswelt – Από την Φύση και τον Πνευματικό Κόσμο-,  1914), γνώρισαν τεράστια επιτυχία.

Σε αυτά η κεντρική ιδέα ήταν ότι ο Ελευθεροτεκτονισμός γεννήθηκε μεν τον Μεσαίωνα, ήταν, όμως, η συνέχεια των αρχαίων μυστικών αδελφοτήτων του Χριστιανισμού, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως οι υπό μελέτη αιρετικές σέκτες, πέρασαν μέσα από τις ιταλικές ουμανιστικές ακαδημίες της Αναγέννησης και κατέληξαν ως Μασονία στην Ευρώπη. Από τον γερμανικό κλάδο προέκυψε ο Προτεσταντισμός. Οι μεσαιωνικές αιρετικές σέκτες, αν και εμφανίστηκαν με διάφορες οργανώσεις και μορφές και βέβαια, ποικιλία στις απόψεις τους, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ιστορικές εμφανίσεις της «αδελφότητας» (die Bruderschaften), την οποία αργότερα οι Προτεστάντες ονόμασαν «αληθινή» εκκλησία, ενώ ο Keller την ονομάζει απλά «Χριστιανοί». Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Keller οι σέκτες δεν ήθελαν τίποτα περισσότερο από τον να ζουν σύμφωνα με το όνομά τους (Χριστιανοί), αλλά ο παπισμός τούς το απαγόρευσε. Έτσι, οι Γερμανοί Μασόνοι παρέλαβαν αυτές τις σέκτες υπό την προστασία τους, όταν, κατά την έκφρασή του, «η ορθόδοξη μερίδα (die rechtgläubingen Perteien) τους έκανε πόλεμο με σίδερο και φωτιά στο όνομα του Χριστού και τα κύματα του θρησκευτικού μίσους απειλούσαν να καταποντίσουν τους δεδιωγμένους( die Wogen des Religionshasses über die Verlogten zusammenzuschlagen drohten)». Παραπάνω είδαμε ότι μέσω των Denck και Staupitz, όχι μόνο προστάτευσαν τους αιρετικούς, αλλά επέβαλλαν τις απόψεις τους στην εκκλησιαστική ζωή, κατά την Μεταρρύθμιση.

Τελικά η άποψη του Keller για την καταγωγή της Μασονίας υποχώρησε, για να επικρατήσει η άποψη ενός άλλου βαρυσήμαντου μασόνου ιστορικού του Wilhelm Begemann (1843-1914). Ο Begemann είχε πρόσβαση στο πλούσιο αρχειακό υλικό της βρετανικής Quatuor Coronati Lodge και μέσα από την μελέτη του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Μασονία γεννήθηκε στις στοές του Λονδίνου (Vorgeschichte der Freimaurerei in England, 2 Bände 1909-1910). Πέραν της προέλευσης της Μασονίας δεν διαφώνησε στα υπόλοιπα σημεία της θεωρίας του Keller.  


8.1.8 Οι αιρετικές μεταφράσεις της Βίβλου και η μετάφραση του Λούθηρου.

Είναι ενδιαφέρον να δούμε μία ακόμη θέση του Keller σε ότι αφορά τις παλαιότερες της Μεταρρύθμισης μεταφράσεις της Βίβλου στην Γερμανική. Είναι γνωστό ότι η πιο διαδεδομένη μετάφραση της Βίβλου στην Γερμανική (Hochdeutsch) είναι αυτή του Λούθηρου, η οποία παραμένει σε χρήση από το 1568, οπότε και τυπώθηκε πρώτη φορά στην Χαϊδελβέργη. Πριν από την μετάφραση του Λούθηρου κυκλοφορούσαν και άλλες μεταφράσεις, με παλαιότερη αυτήν που σώζεται σε χειρόγραφο, το οποίο φυλάσσεται σε μοναστήρι Δομινικανών στο Tepl (codex Teplensis[34]) της Βοημίας. Την ίδια εποχή (1380) είχε γίνει μετάφραση της Βίβλου από την Βουλγάτα στα Αγγλικά από τον John Wycliffe.  Το ενδιαφέρον σημείο αυτών των χειρογράφων είναι ότι εκτός από την Καινή Διαθήκη περιέχουν και την απόκρυφη επιστολή του Παύλειου κύκλου, την Προς Λαοδικείς[35]. Εξ αυτού ο Keller επιχειρηματολόγησε υπέρ της μετάφρασης της Βίβλου στα Γερμανικά από Βάλδιους, παραθέτοντας, βέβαια και αποσπάσματα από τα χειρόγραφα.

Ο L. Keller ανέπτυξε την θέση αυτή περισσότερο στο Die Waldenser und die deutschen Bibelübersetzungen, Leipzig 1886, και την υποστήριξε ο Hermann Haupt (1854-1935) Γερμανός ιστορικός στο Würzburg, στα έργα του  Die deutsche Bibelübersetzung der mittelalterlichen Waldenser in dem Codex Teplensis und der ersten gedruckten Bibel nachgewiesen, Würzburg, 1885 & Der waldensische Ursprung des Codex Teplensis und der vor-lutherischen deutschen Bibeldrucke, Würzburg, 1886. Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο Franz Ludwig Jostes, Γερμανός παπικός και καθηγητής της Γερμ. γλώσσας στο Münster, στα έργα του Die Waldenser und die vorlutherische Bibelübersetzung, Münster 1885 & Die Tepler Bibelübersetzung. Eine zweite Kritik, Münster, 1886.

Το επιχείρημα του Jostes ενάντια στην θέση των Keller & Haupt ήταν ότι εφόσον οι Eck και Dietenberger είχαν στην διάθεσή τις γερμανικές μεταφράσεις της Βίβλου με την Προς Λαοδικείς, δεν μπορεί αυτή η μετάφραση να είχε γίνει από Βάλδιους. Έτσι, ο Jostes πρότεινε την άποψη, ότι η μετάφραση  είχε γίνει από παπικούς. Η επιχειρηματολογία του Jostes δεν ακολουθεί το σκεπτικό του Keller. O Keller δεν είπε ποτέ ότι ο παπισμός απαγόρευε την κατοχή της μεταφρασμένης Βίβλου΄ είπε ότι ο παπισμός απαγόρευε την μετάφραση της Βίβλου από τα Λατινικά (Βουλγάτα) στις εθνικές γλώσσες. Εφόσον, λοιπόν, ο παπισμός ήταν αντίθετος σ’ αυτό, η μετάφραση του ΙΔ’ αι. δεν μπορεί παρά να είχε αιρετική προέλευση και, βέβαια, είχε γίνει από αίρεση ευαγγελικού χαρακτήρα. Από την άλλη, οι Καθαροί είχαν κάνει την δική τους μετάφραση στις ρομανικές γλώσσες με την προσθήκη της Προς Λαοδικείς, ήδη από τον ΙΓ’ αι., οπότε οι μεταφραστές του ΙΔ’ ήταν κατά πάσα πιθανότητα Βάλδιοι. Το σκεπτικό του Keller ήταν στις γενικές του κατευθύνσεις απλό. Στην δεύτερη έκδοση του Die Waldenser und die deutschen Bibelübersetzungen προσέθεσε την κατηγορία του Hieronymus Emser από το έργο του Annotationes Hieronymi Emser über Luthers Neu Testament (1523), ότι ο Λούθηρος χρησιμοποιούσε «Wickleffisch oder hussisch exemplar[36]». Το 1523 προηγούνταν κατά πολύ χρονικά από την εποχή που ο Λούθηρος έκανε την δική του μετάφραση. Αυτό που εννοούσε ο Emser ήταν ότι χρησιμοποιούσε την παλαιότερη γερμανική μετάφραση στην ανάπτυξη της θεολογίας του και τις συζητήσεις, όπως στη Leipzigen Disputation.

Το ότι ο Λούθηρος χρησιμοποίησε τις παλαιότερες γερμανικές μεταφράσεις, αρχικά ήταν taboo. Αποδείχθηκε από τον Willhem Ludwig Krafft στο έργο του Die deutsche Bibel vor Luther: sein Verhältnis zu derselben und seine Verdienste um die deutsche Bibelübersetzung, Bonn 1883.

***

Από τα παραπάνω πήραμε μια ιδέα για την εξαναγκασμένη μετάβαση από τον Γνωστικισμό στον Προτεσταντισμό, κυρίως μέσα από τις εκκλησιολογικές απόψεις των ίδιων των Προτεσταντών και τις απόψεις των Μασόνων ιστορικών. Μένει να παρακολουθήσουμε ιστορικά την μετάβαση και αυτό θα κάνουμε στα επόμενα κεφάλαια.

________________________________     

[1] Το caroccio ήταν ένα κάρο, που το έσερναν βόδια στους πολέμους των ιταλικών πόλεων. Πάνω σ’ αυτό μεταφέρονταν ένα αλτάριο και τα εμβλήματα των ιταλικών πόλεων που πολεμούσαν. Χρησίμευε σαν σημείο γύρω από το οποίο παρατάσσονταν οι στρατιώτες.
[2] Moneta Cremonensis adversus Catharos et Valdenses libri quinque, Rome 1743. Αγγλική μετάφραση αποσπασμάτων W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 323-329
[3] Hillerbrand, Hans J. "Martin Luther: Indulgences and salvation," Encyclopaedia Britannica, 2007.
[4] Το θέμα αναλύεται στο Theodor Kolde, Luther ‘s Stellung zu Concil und Kirche bis zum Wormser Reichstag, Guetersloch 1876.
[5] Martin Luther’s Werke, Weimar (στο εξής WA) 1966, VII 313.
[6] Γνωστός και ως Sylvester Prierias (1456-1523), Δομινικανός θεολόγος ο πρώτος που απάντησε στον Λούθηρο υπέρ της Ρώμης στα έργα του Epitoma responsionis ad Lutherum (1519), Errata et argument M. Lutheri (1520), De juridical et irrefragabili veritate Romanae Ecclesiae Romanique Pontificis (1520).  
[7] WA VI 328: “…, libere pronuntio his scriptis, Antichristum illum verum sedere in templo dei et regnare in Babylone illa purpurata Roma et curiam Romanam esse synagogam Satanae. … Si sic Roma credit, Beata Graecia, beata Boemia, beati omnes, qui sese ab ea separaverunt et de medio istius Babylonis exierunt, Damnati vero omnes qui ei communicaverint”. Βρίσκεται σε επιστολή του Λούθηρου Ad Lectori Pio.
[8] Hans Worst (ή Wurst) είναι μια καρικατούρα της γερμανικής κωμωδίας του ΙΣΤ’ αι. Ο δούκας Ερρίκος του Brunswick σατίρισε τον υποστηρικτή του Λούθηρου, Ιωάννη Φρειδερίκο της Σαξονίας, και ο Λούθηρος του επέστρεψε την κοροϊδία. Σε αγγλική μετάφραση Against Hanswurst, Luther ‘s Works 41 (Philadelphia: Fortress Press 1966).
[9] Ο. π. σελ. 207.
[10] Εδώ αναφέρεται στο Α’ Πετρ. 5.9: «ᾧ ἀντίστητε στερεοί τῇ πίστει, εἰδότες τά αὐτά τῶν παθημάτων τῇ ἐν κόσμῳ ὑμῶν ἀδελφότητι ἐπιτελεῖσθαι».
[11] Ο. π. σελ. 197.
[12] Sebastian Franck (1499-1543). Γερμανός ουμανιστής και ριζοσπάστης προτεστάντης. Έγραψε πολλά έργα, στα οποία επέδειξε αντιδραστική σκέψη και αυτό του δημιούργησε προβλήματα με τις αρχές, ακόμη και με τον ίδιο τον Λούθηρο. Στο συγκεκριμένο έργο έδειξε αρκετή συμπάθεια προς τους αιρετικούς των προηγούμενων αιώνων.
[13] Chronica Zeitbuch und Geschichtbibel, Darmstandt 1969, cxxxvii.
[14] John Foxe (1517-1587), Άγγλος ιστορικός. Το μαρτυρολόγιό του επικεντρώνεται στα μαρτύρια των Άγγλων πρόδρομων του Προτεσταντισμού, από τον ΙΔ’ αι μέχρι την βασιλεία της Μαίρης Α’ (1553-1558), κόρης του Ερρίκου VIII και της Αικατερίνης της Αραγονίας.
[15] William Byron Forbush (ed.), Foxe’s Book of Martyrs, Philadelphia 1926, 43.
[16] Jean Crespin (1520-1572), Γάλλος δικηγόρος και Προτεστάντης, φίλος του Καλβίνου. Το μαρτυρολόγιό του εκδόθηκε πρώτη φορά στη Γενεύη το 1554.
[17] Από την γερμανική έκδοση του Herborn 1590 με τίτλο Martyrbuch: Reden un Thaten vieler heiligen Märtyren, σελ. 94.
[18] S. Franck, Chronica iv.
[19] Walter Klaasen, The Anabaptist critique of Constantinian Christendom, The Mennonite Quarterly Review 55 (1981), 3.218-230.
[20] Leipziger Disputation, θεολογική διαμάχη μεταξύ των Andreas Karlstadt και Johann Eck, αρχικά. Στην συνέχεια συμμετείχαν και άλλοι, όπως ο Λούθηρος. Ο Johann Eck υπερασπίζονταν τον Παπισμό. Η διαμάχη διεξήχθη το διάστημα Ιουνίου-Ιουλίου του 1519.
[21] Luther ‘s Works 48 (Philadelphia: Fortress Press 1963), 153.
[22] Sebastian Franck, Chronica ccxxxj.
[23] Thieleman J. van Braght, The Bloody Theater of Martyrs Mirror of the Defenceless Christians, ed. & trans. I. Daniel Bupp, Lancanster 1837. Το «defenceless» έχει να κάνει με την πεποίθηση των Αναβαπτιστών για την μη προβολή αντίστασης.
[24] “Αντεπίθεση και Διακήρυξη των αθώων και ευαγγελικών Χριστιανών Αναβαπτιστών, των ονομαζομένων Μεννονιτών, ενάντια στην άδικη κατηγορία ότι προέρχονται από τους επαναστάτες Muensterites και κατάγονται από τις αρχές και διδασκαλίες τους”.
[25] “Απόσπασμα των αξιοσημείωτων συζητήσεων από τα γραπτά του Menno Simons”.
[26] “Οι Αναβαπτιστές και η καταγωγή τους”.
[27] L. Keller, Die Reformation und die älteren Reformparteien, Leipzig 1885, s.158: “…, aber es ist ricthg, dass Meister Eckhart eben zu diesen sogenannten ‘Waldensern’ und deren Aposteln in einem nahen Berhältniss gestanden hat’’.
[28] Για την μυστικιστική έννοια της φράσης «άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου» βλ.  Abraham Friesen, Thomas Müntzer, a Destroyer of the Godless: The Making of a Sixteenth-Century Religious Revolutionary. Berkeley: University of California Press 1990, pp. 10-32.
[29] Sebastian Franck, Chronica ccj.
[30] L. Keller, Die Reformation und die älteren Reformparteien, 333-334: “Die Familie Dencks war, mag Wolfgang Denck Hans Dencks  Vater oder Onkel gewesen sein, mit den Bruderschaft der deutschen Steinmessen auf das innigste verbunden. Hier waren die Ideen der älteren Gemeinden am treuesten bewahrt worden und nun wollte es die Borsehung, dass der dort aufbewahrte Glaubensschass aus den Gilden wieder heraustrat und in das Kirchliche Leben zurückverplangt wurde. Die Mittelsperson dieses Borgangs war Hans Denck, der desshalb unser besonderes Interesse in Anspruch zu nehmen geeignet ist”.
[31] L. Keller, Die Reformation und die älteren Reformparteien, 340-1 και το ανέπτυξε περισσότερο στο Johann von Staupitz und die Anfänge der Reformation (1888).
[32] Για τον Kolde βλ. D. Hermann Jordan, Theodore Kolde, Ein deutscher Kirchenhistoriker, Leipzig 1914.
[33] Εν Zeitschrieft für Kirchengeschichte VII (1885), 426-447.
[34] P. Philipp Klimesch (librarian of the convent), Der Codex Teplensis, enthaltend "Die Schrift des newen Gezeuges." Aelteste deutsche Handschrift, welche den im 15 Jahrh. gedruckten deutschen Bibeln zu Grunde gelegen. Augsburg and München, 1881-1884, 3 vols. Ένα δεύτερο χειρόγραφο της ίδιας μετάφρασης φυλάσσεται στο Freiberg της Σαξονίας. Dr. M. Rachel's Gymnasial program: Ueber die Freiberger Bibelhandschrift, nebst Beiträgen zur Gesch. der vorlutherischen Bibelübersetzung, Freiberg, 1886
[35] Πρόκειται για κατασκεύασμα, μαρκιωνίτικης πιθανόν προέλευσης, που στηρίχθηκε στο χωρίο Κολοσ. 4.16. Κατά τον Π. Χρήστου δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν πρόκειται για αντίγραφο της Προς Εφεσίους με διαφορετική επιγραφή ή αν πρόκειται για διαφορετικό νέο κείμενο. Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Θεσσαλονίκη 1978, τ. Β’ σ. 321.
[36] L. Keller, Die Waldenser und die deutschen Bibelübersetzungen, s. 26.

 

© 2014 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση του υλικού του ιστοχώρου, κατόπιν αδείας του διαχειριστή του ιστοχώρου,  αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές, που πιθανόν να το αλλοιώνουν, για μη εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:
http://www.impantokratoros.gr/0B2EA715.el.aspx



Print-icon 

Login-iconLogin