Μασονικαί επιδράσεις εις τα έργα του Ν. Καζαντζάκη

Του κ. Αχιλλέως Β. Πιτσίλκα, Δρ, Θ.

ΜΕΡΟΣ Β'

Ίδιοι στόχοι Μασονίας και Νικολ. Καζαντζάκη

Η άμεση σχέση του Ν.Κ. με τη Μασονία γίνεται φανερή πιο καθαρά από τους ίδιους στόχους που είχε ως συγγραφέας, με τη σκοτεινή αυτή οργάνωση. Οι στόχοι αυτοί, δηλ. θα λέγαμε γενικότερα ήταν τρεις, το ξερρίζωμα της Χριστιανικής πίστης από τις καρδιές των πιστών, η προβολή των μασονικών αρχών και η πολιτική σκοπιμότητα, για τους οποίους θα γίνει πιο κάτω λόγος.
Κεφ. Α’. Το ξερρίζωμα της χριστιανικής πίστης από τις καρδιές των πιστών

Ο σκοπός, που προβάλλεται από τους ίδιους τους Μασόνους είναι, όπως ήδη σημειώσαμε, η δήθεν φιλανθρωπία και η πρόοδος της ανθρωπότητας. Ο πραγματικός, όμως, σκοπός τους είναι αρχικά το ξερρίζωμα της πίστης από τις καρδιές των πιστών και η τοποθέτηση των ανθρώπων τους σε θέσεις κλειδιά, ώστε να εργάζονται ύπουλα για την επικράτηση της πλουτοκρατίας και ιδιαίτερα για την εξάπλωση του διεθνούς Σιωνισμού και των αρχών του στον κόσμο. Τους κρυφούς αυτούς σκοπούς, βέβαια, δεν τους φανερώνουν οι ίδιοι οι Μασόνοι. Αναφέρονται, όμως, ρητά, στα Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, δηλ. των Σιωνιστών, και τα πιο κάτω αποκαλυπτικά: «Αναμένοντας την ανάρρησή μας, θα δημιουργώμεν και πολλαπλασιάζωμεν τα μασονικάς στοάς εις πάσαν χώραν της οικουμένης. Θα προσελκύωμεν εν αυταίς όλους εκείνους, οίτινες είναι ή δύνανται να γίνωσιν υπέροχοι πράκτορές μας. Αι στοαί αυταί θ’ αποτελώσι το κυριώτερον γραφείον πληροφοριών μας» (Κεφ. 15ο). Σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, δηλ., σκοπός της Μασονίας είναι: «η εκρίζωσις ή χαλάρωσις της θρησκευτικής ζωής, η καταφρόνησις της οικογενείας, η ψύξις του πατριωτισμού, η λήθη των πατρίων παραδόσεων, η καταφρόνησις των ηθικών ενταλμάτων» (Μ. Γαλανού, Το μυστικόν της Μασωνίας, Αθήναι 1909, σελ. 26-29). Κατά τον τρόπο αυτό, κάτω από το πρόσχημα των νέων ιδεών και της χειραφέτησης της επιστήμης πολεμείται κατά το Ν. Ψαρουδάκη, «η ιδέα της θρησκείας ως δεισιδαιμονία, η οικογενειακή αλληλεγγύη ως στενή αντίληψις του ανθρωπισμού,… η παραδεδεγμένη θρησκευτική ηθική ως υπόχρεως να υποχωρήση εις τη φυσικήν ηθικήν, την οποίαν εφαρμόζουν τα ζώα» (Σκοτειναί δυνάμεις και Χριστιανισμός, Αθήναι 1966, σελ. 47).

Παρόμοιος, όμως, με τον πιο πάνω αναφερόμενο ήταν και ο σκοπός του Ν.Κ., που επιζητούσε το ξεθεμελίωμα της πίστης από τις καρδιές των χριστιανών, ώστε «να μη καταφεύγουν στη θρησκεία σαν σε μοναδικό αποκούμπι» (Πρβλ. 400 Γράμματα, σ. λβ’). Το ξερρίζωμα, δηλ., αυτό γίνεται από το Ν.Κ. με πολλούς τρόπους και μάλιστα με τους εξής:

α) Με τη διαστροφή και ειρωνεία όλων των χριστιανικών διδαγμάτων

Ο πιο συνηθισμένος, ίσως, τρόπος καταπολέμησης των χριστιανικών ενταλμάτων από το Ν.Κ. είναι η ειρωνεία και η διαστροφή. Εάν μελετήσει, δηλ. κανένας με προσοχή τα έργα του, θα παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει σχεδόν σελίδα τους, που να μην ειρωνεύεται το Χριστιανισμό και να μη διαστρέφει κάποια από τις διδασκαλίες και τις παραδόσεις του. Για τούτο βεβαιώνεται από τον π. Ιω. Βράνο ότι «Όλα τα ιστορικά πρόσωπα παραμορφώνονται (από το Ν.Κ.) αλλά προς το ίδιο πρότυπο. Το “Εγώ” του Καζαντζάκη» (όπ. π., 102).

Για να κτυπήσει το «πιστεύω», δηλ. των χριστιανών, ο Κ. σε πολλές περιπτώσεις αναφέρει το «δεν πιστεύω τίποτα» (Βλ. Ζορμπάς, 76 κ.ά.)

Για να καταπολεμήσει τη θεοσέβεια, παρουσιάζει το Λωτ ως αντάρτη απέναντι του Θεού και ασεβή (Αναφορά 302), διαστρέφοντας τελείως τη διήγηση της Αγίας Γραφής.
Για να ξεριζώσει την πίστη στην αιώνια ζωή και τον Παράδεισο, παρουσιάζει την Κόλαση σαν την πιο «γλυκειά παρηγοριά τ’ ανθρώπου» (Νικ. Φωκά, 396) και το Θεό σαν απόγονο του ανθρώπου (Αναφορά 387).

Για να καταπολεμήσει τη μελέτη της Αγ. Γραφής, που την παραλληλίζει με τα παραμύθια της χαλιμάς (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, 154-157) και με τους θρύλους των λαών (Αναφορά 333), συνιστά τη μελέτη του Ροβινσώνα (Καπετάν Μιχάλης 270-271), γιατί η Αγία Γραφή είναι, γι’ αυτόν, γεμάτη εκδίκηση και κεραυνούς (Αν. 308) αντάξιους με τα γκαρίσματα των γαϊδάρων (Καπετάν Μιχάλης 270-271).

Τόσο μεγάλη, δηλ., ήταν η μανία της διαστροφής, που τον είχε κυριέψει, ώστε να παρουσιάζει όλα τα ξύλα ως Τίμια (Αναφ. 252), τη Β’ Παρουσία ως επίγεια (Αν. 525), το μυστήριο του Βαπτίσματος ως απλό μπάνιο (Αναφορά 573), την Αγία Τράπεζα ως παχνί (Αναφορά 369) κ.ο.κ., ενώ ο ίδιος ο Χριστός παρουσιάζεται στα έργα του ως νεραϊδοπαρμένος (Τελευταίος Πειρασμός 32), η Παναγία ως άρρωστη, ώστε «να κράζει το Θεό παιδί της» (Αναφορά 293), οι Άγγελοι ως κατεργασμένοι διάβολοι (Αναφορά 362), ο άσωτος γιος ως αμετάνοιωτος (Αναφορά 268-327), η Ανάσταση του Χριστού ως φαντασία της Μαρίας Μαγδαληνής (Αν. 288) και των ιερέων (Αναφορά 529) κ.ο.κ.

Ό,τι όμως δεν πασχίζει να ξερριζώσει με την απ’ ευθείας διαστροφή, ο Κ. προσπαθεί να το αμαυρώσει με την ειρωνεία του, που αναφέρεται στα πλέον ιερά θέματα της χριστιανικής πίστης. Ειρωνευόμενος, για παράδειγμα, τη δύναμη της μετάνοιας, γράφει ότι το επιτίμιο που επιβάλλεται από τον πνευματικό για τη συγχώρηση γίνεται εδώ ταρίφα: «Βαριά, λέγει ο παπα-Φαταούλας, αρρώστια, κακομοίρη, θα πάρεις το βράδυ… 5 δράμια Χριστό,… αλλιώς θα πας στο πάτο της κόλασης» (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σ. 28). «Αν υπάρχει άλλη ζωή», λέει ειρωνικά και στην «Αναφορά του στο Γκρέκο», «πρόφτασα και μετάνοιωσα την τελευταία στιγμή· δεν έδωκε ο Χριστός το λόγο του, πως ένα δευτερόλεπτο πριν πεθάνεις να μετανοήσεις σώθηκες;» (Αναφορά 359).

Για να ειρωνευτεί μάλιστα, περισσότερο το χριστιανικό Παράδεισο, και τη Β’ Παρουσία, παρουσιάζει με το δικό του τρόπο και τα ποντίκια, «που έρχονται από τον Παράδεισο… και κατέχουν πολλά μυστικά» (Ο Φτωχούλης του Θεού, σ. 29), ενώ το γκάρισμα του γαϊδάρου του Μανολιού παραλληλίζεται με το σάλπισμα του Αρχαγγέλου κατά τη Β’ Παρουσία (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται 403).

Εξαιτίας των πιο πάνω θέσεων του Ν.Κ. και μάλιστα των παρουσιαζομένων στον «Τελευταίο Πειρασμό» βεβαιώνεται από το Δ. Καραχάλιο ότι «ολόκληρον σχεδόν το περιεχόμενον του εν λόγω έργου (δηλ. του «Τελευταίου Πειρασμού»), αν το αντιπαραβάλη κάποιος με τας αντιστοίχους Ευαγγελικάς διηγήσεις, είναι εν σκοτεινόν, δυσώδες και αηδιαστικόν τέλμα» («Ορθόδοξος Τύπος» της 8 Αυγούστου 1997) και γενικότερα «νεκροταφείον» (όπ.π.).

β) Με την αμφιβολία

Για το ξεθεμελίωμα της πίστης ο Κ. μεταχειρίζεται ταυτόχρονα με τα πιο πάνω και το σαράκι της αμφιβολίας, με το οποίο κατατρώγεται ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου κατά τρόπο έμμεσο, αλλά επικινδυνότερον, φθάνοντας στο δικό του σατανικό συμπέρασμα, ότι, δηλαδή, «άλλη ανάσταση δεν υπάρχει» (Αναφορά 551).

Την αμφιβολία, για παράδειγμα, προσπαθεί να ενσπείρει στο θέμα της αμαρτίας, απορώντας, δηλ., «μπας κι είναι αυτή στη δούλεψη του Θεού» (Αναφορά 278).

Την αμφιβολία πασχίζει ο Κ. να διαχύσει στις ψυχές των αναγνωστών του και σε πολλά άλλα θέματα και μάλιστα στη Γέννηση και στην Ανάσταση του Χριστού, δηλ. στα πιο κεφαλαιώδη δόγματα της χριστιανικής πίστης.

«Γεννήθηκε ο Χριστός, σοφέ Σολομών, λέγει στο “Ζορμπά”, καλαμαρά μου! Μη ψιλοκοσκινίζεις: γεννήθηκε, δε γεννήθηκε; μωρέ γεννήθηκε, μη είσαι κουτός. Αν πιάσεις το φακό να δεις το νερό που πίνουμε, θα δης ότι είναι γεμάτο σκουλήκια… και δεν θα πιεις. Δεν θα πιεις και θα πεθάνεις της δίψας. Σπάσε το φακό, αφεντικό, σπάσε το άτιμο ν’ αφανισθούν ευθύς τα σκουλήκια να πιεις νερό να δροσερέψης» (Ζορμπά 149).

Το σαράκι της αμφιβολίας, για την ανάσταση και τη σταύρωση του Χριστού βάζει με σατανική μαεστρία και στο στόμα του Απ. Παύλου, που, κατά τη γνώμη του, κατασκεύασε δήθεν το Χριστιανισμό. «Δεν νιάζουμαι εγώ (λέει δήθεν ο Απ. Παύλος) για τις αλήθειες και τις ψευτιές, τον είδα δεν τον είδα, σταυρώθηκε δε σταυρώθηκε· εγώ με το πείσμα, με τη λαχτάρα, με την πίστη, δημιουργώ την αλήθεια· δε μάχουμαι να τη βρω, τη φτιάνω… Είναι ανάγκη, το ακούς; ανάγκη μεγάλη, για να σωθεί ο κόσμος, να σταυρωθείς κι εγώ θα σταυρώσω, θες δε θες· είναι ανάγκη ν’ αναστηθείς, κι εγώ θα σε αναστήσω, θες δε θες» (Τελευταίος Πειρασμός 478).
Την αμφιβολία προσπαθεί να ενσπείρει επίσης και στο θέμα του Παραδείσου, που παρουσιάζει σατανικά ως «πιθανό».

«Τι να σου πω, καλόγερε, λέει με το στόμα κάποιου χωρικού, δε λέω όχι (για την ύπαρξη της βασιλείας των ουρανών)· μπορεί. Μα μπορεί αν προλάβω την τελευταία στιγμή να μεταλάβω, να πάω στη βασιλεία των ουρανών· κι η αφεντιά σου κι εγώ το ”μπορεί” αυτό το πιπιλίζουμε σε όλη μας τη ζωή και παρηγούμαστε· δεν είναι λοιπόν, πιο συμφέρον να τρώμε και να πίνουμε και να φιλούμε, μπας και χάσουμε και την επίγεια ετούτη και την αιώνια ζωή;» (Ο Φτωχούλης του Θεού, σ. 287).

Από το «μπορεί» όμως, αυτό της ύπαρξης του Παραδείσου, ο Ν.Κ. έρχεται σιγά-σιγά και στο τίποτα. «Αρσένιε, τέκνον μου, λέει με το στόμα του εκατοχρονίτη αγίου Νείλου, την πάθαμε· μήτε Παράδεισος μήτε Κόλαση!

Τι λοιπόν; Το χάος;  –Μήτε το χάος. –Μα τότε τι; –Τίποτα» (Ο Φτωχούλης του Θεού, σ. 300).
Την αμφιβολία αυτή, που έμαθε από το Νίτσε (Αναφορά 404), ο Ν.Κ. διασπείρει τελικά και στο θέμα της θρησκείας γενικότερα γιατί σκοπός του ήταν η κατάργηση όλων των γνωστών θρησκειών του κόσμου και η διάδοση της υπερθρησκείας της Μασονίας. «Κάθε θρησκεία, γράφει, που υπόσχεται στον άνθρωπο ό,τι αυτός επιθυμεί άρχισε να του φαίνεται καταφύγι για τους φοβητσιάρηδες, ανάξιο του αληθινού ανδρός. Είναι ο δρόμος του Χριστού, έλεγε, αυτός που φέρνει τη λύτρωση του ανθρώπου; Ή μπας και είναι ένα καλά οργανωμένο παραμύθι, που υπόσχεται τον Παράδεισο και την αθανασία έξυπνα πολύ, με τέχνη πολλή, ποτέ ο πιστός να μη μπορέσει να μάθει, ο Παράδεισος ετούτος αντικαθρεφτισμός της δίψας μας»; (Αναφορά 404-405).
Για τους πιο πάνω λόγους, γράφει χαρακτηριστικά η Λιλή Ζωγράφου ότι ο Κ. ήταν ένας «τραγικός», που «από σελίδα σε σελίδα σταλάζει το φαρμάκι της αμφιβολίας και του σαρκασμού του στην ευλογημένη ευπιστία τους (δηλ. των αναγνωστών του) και τους προετοιμάζει να φθάσουν ανυποψίαστοι στην άβυσσο της ολοκληρωτικής άρνησης» (σελ. 272).

γ) Με τη θεοσοφία

Ακόμα πιο επικίνδυνη από τα πιο πάνω γίνεται η διδασκαλία του Ν. Καζαντζάκη με τη χρήση της θεοσοφίας, με την οποία ο Χριστός παρουσιάζεται σαν ένας μεγάλος μύστης, ενώ σε όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα δίνεται ένα νόημα τελείως διαφορετικό από τη χριστιανική πίστη, για να συνταιριάξει με τους μύθους και τις διδασκαλίες της αρχαίας ειδωλολατρείας.

Κατά τον τρόπο αυτό, δηλ., ο Λυτρωτής για το Ν.Κ. «δεν είναι ένας άνθρωπος, παρά ολάκερος Λαός» (Αναφορά, σελ. 492). Επάνω στο Σταυρό δεν έπαθε γι’ αυτόν, ο Χριστός, αλλά «ο άνθρωπος, κάθε δίκαιος, κάθε άγιος, που προδίνουνταν, μαστιγώνονταν, σταυρώνονταν, χωρίς ν’ απλώσει ο Θεός το χέρι να του δώσει βοήθεια» (Αναφορά, σελ. 295). Ο Λόγος δε δημιούργησε, για το Ν.Κ., τον κόσμο, αλλά ο άνθρωπος δημιουργεί μέσα του το Λόγο (Αναφορά, σελ. 329).

Η Σταύρωση ταυτίζεται από το Ν.Κ. με την Άνοιξη (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σελ. 174), ενώ η Ανάσταση του Χριστού γίνεται μονάχα στις καρδιές (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σελ. 268), η Παρθένα Μάνα ταυτίζεται με τη φωτιά, που γεννάει το γιο τον αθάνατο, το φως (Αναφορά, σελ. 614), ο Γολγοθάς είναι διανοητικός! (Αναφορά, σελ. 531), ο Χριστός «σταυρώνονταν, ανασταίνονταν, ξανακατέβαινε τον άλλο χρόνο από τον ουρανό, ξανασταυρώνονταν» (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σελ. 317), «σταυρός είναι το κορμί του ανθρώπου… κι απάνω του είναι σταυρωμένος ο Θεός» (Ο Φτωχούλης του Θεού, σελ. 309), δηλ. ο νους, κ.ο.κ.

Με τον πιο πάνω τρόπο, τον πραγματικά σατανικό, ο Χριστιανισμός ολόκληρος διαστρεβλώνεται όχι μονάχα στη μορφή, αλλά και στην ουσία του, ώστε να συνταιριάζει στα μέτρα της αρχαίας ειδωλολατρείας, της οποίας διάδοχο σχήμα είναι και ο Μασονισμός. Όπως, δηλ., στα αρχαία Μυστήρια γινόταν λόγος για το μυθικό Διόνυσο και τα κομματιασμένα μέλη του, έτσι και από το Ν.Κ., γίνεται λόγος για το Νίτσε, που χαρακτηρίζεται ως «σταυρωμένος Διόνυσος» (Αναφορά, σελ. 394), γιατί πίστευε «στη διονυσιακή ζωή και στην αναγέννηση της διονυσιακής τραγωδίας» (Αναφορά, σελ. 388). Όπως, επίσης, στην Κοίμησή της η Παναγία παριστάνεται «ξαπλωμένη», «όμοια κοιμάται, για το Ν.Κ., το χινόπωρο κι η γης, η Παρθένα» (Ο Φτωχούλης του Θεού, σελ. 268). Για τους λόγους αυτούς έχει απόλυτα δίκιο, για μας, ο Δ. Πόθος, όταν αναφέρει ότι «όλα τα χαρακτηριστικά της Θεοσοφίας, από τα πιο κεντρικά ως τα λεπτομερειακά, θα τα συναντήσει κανείς στο βιβλίο αυτό (δηλ. στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», όπ.π. 37) και ότι «με την πίστη στη Θεοσοφία έγινε το πρώτο βήμα στον κατήφορο της αποστασίας από τη μία Αλήθεια του Θεού και, αντίθετα, της προσφυγής σ’ ανθρώπινα εφευρήματα, υποκατάστατά της» (όπ.π. 38).

δ) Με την «απελπισία»

Ένα μαχαίρι πάρα πολύ κοφτερό για την πνευματική ζωή του ανθρώπου είναι αναμφίβολα και η βουδιστική απελπισία, που παρατηρείται όχι μονάχα στην παγανιστική Μασονία, αλλά και στο εκλεκτό μέλος της Ν.Κ., εξαιτίας της βουδιστικής μπόρας, που είχε περάσει από πάνω του και τον είχε αφήσει «εξαντλημένο και αδειανό» (Ζορμπάς, σελ.88). Μη πιστεύοντας, δηλ., στο Χριστό-Λυτρωτή, όλοι οι Μασόνοι ζουν στον κόσμο αυτό ως άθεοι, «ἐλπίδα μὴ ἔχοντες» (Εφεσ. 2, 12). Για τούτο την απελπισία συναντά ο αναγνώστης των έργων του Ν.Κ., που πίστευε σε ένα νέο Ραβί (Χριστός, σελ. 64), δηλ. στο Βούδα, σε κάθε σχεδόν σελίδα του. «Ένα καράβι είναι το σώμα μας, γράφει για τούτο στην “Ασκητική” του, που μόνο Ασκητική δεν είναι, και πλέει απάνω σε βαθυγάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε» (σελ. 25). Τόσο πολύ μεγάλη, δηλ., ήταν η επιθυμία του για το σβήσιμο της ελπίδας μέσα του, ώστε να ζητεί σε κάποια στιγμή βοήθεια και του Θεού σ’ αυτό, παρότι ο ίδιος δεν πίστευε στο Θεό των χριστιανών. «Θεέ μου», λέει στο «Φτωχούλη του Θεού», «δώσε μου τη δύναμη μια μέρα ν’ απαρνηθώ και την ελπίδα· την ελπίδα, Θεέ μου, να σε δω» (σελ. 155).

Τότε όμως, θα έλεγε κανένας, γιατί αγωνίζεσαι στη ζωή, εφόσον δεν ελπίζεις σε τίποτα;
«Πολεμούμε, γράφει στην “Ασκητική“ του ο Κ., γιατί έτσι μας αρέσει· πολεμούμε κι ας μη υπάρχει αφέντης να μας πλερώσει το μεροκάματο» (Ασκητική, σελ. 21).

Όπως είναι όμως γνωστό, ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το Θεό, που χαρακτηρίζεται από τον Απόστολο Παύλο, ως «Θεός της ελπίδος» (Ρωμ. 15, 13). «Μακάριος ἀνήρ, λέγει για τούτο και ο Ψαλμωδός, οὗ ἔστι τὸ ὄνομα Κυρίου ἐλπὶς αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐπέβλεψεν εἰς ματαιότητας καὶ μανίας ψευδεῖς» (39, 5). Πώς είναι λοιπόν δυνατόν, θα έλεγε κανένας, να ζήσει ο άνθρωπος χωρίς το Θεό; Ο Κ. όμως, που, κατά το φίλο του Πρεβελάκη, είχε θέσει σαν βάση της κοσμοθεωρίας του τον ηρωικό πεσιμισμό (βλ. «Ο Ποιητής…», σελ. 63), δεν πίστευε στο Θεό των χριστιανών, δηλ. το «Θεό της ελπίδος», αλλά σ’ ένα Θεό που αυτός κατασκεύαζε (Ασκητική, σελ. 88), και που «δεν είναι παντοδύναμος… Δεν είναι πανάγαθος… Δεν είναι πάνσοφος» (Ασκητική, σελ. 66-67). Για το λόγο αυτό  έλεγε ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να μεθά «στις ταβέρνες της ελπίδας» (Αναφορά, σελ. 412). Δεν πίστευε επίσης, σε λύτρωση και σε Λυτρωτή (Ασκητική, σελ. 93-94, Αναφορά, σελ. 231), αλλά, κατά τρόπο αφύσικο και διεστραμμένο, στη λύτρωση (Αναφορά, σελ. 592). Για το λόγο αυτό δίδασκε, κατά τρόπο σατανικό, το ξερρίζωμα κάθε ελπίδας. «Νίκησε το στερνό, γράφει χαρακτηριστικά, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα» (Ασκητική, σελ. 21).

* * *

Όταν όμως ο άνθρωπος ξερριζώνει από μέσα του την ελπίδα, φθάνει στην άκρη της αβύσσου (Αναφορά, 328), όπου έφθασε και ο ίδιος ο Κ., που έλεγε το «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος» (Ασκητική, σελ. 25). Όταν πιστέψει κανένας, δηλ., στον ισχυρισμό του Κ. ότι «η ελπίδα ξευτελίζει τον άνθρωπο» (Συμπ., σελ. 31) και αρνηθεί όλες τις παρηγοριές -«θεούς, πατρίδες, ηθικές, αλήθειες» (Αναφορά, σελ. 394)- τότε, κατά τη διεστραμμένη πραγματικά αντίληψή του, δεν φοβάται πλέον το Θεό ή «τη ζωή την άλλη» (Αναφορά, σελ. 421), αλλά αρχίζει να πλάθει πλέον μόνος του το θεό, όπως αυτός τον θέλει (βλ. Αναφορά, σελ. 394). Για το λόγο αυτό, όπως είναι γνωστό, εξέφρασε και την επιθυμία, ώστε να γραφεί και επάνω στην πλάκα του τάφου του το «Δεν ελπίζω τίποτα…», που είναι τελείως αντίθετο προς τις επιτάφιες επιγραφές των χριστιανών όλων των αιώνων, ενώ, κατά τη διάρκεια της ζωής, είχε εκλείψει από το εσωτερικό του κόσμο «το αγωνιστικό θάρρος», που γίνεται πηγή κάθε μεγαλείου στη ζωή (βλ. Γράμμα Γαλάτειας στο Σουηδό Γκούνορ Άντερσον). Για το λόγο αυτό χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του σαν μια στάμνα τρυπημένη, που «όλοι οι ποταμοί της γης να χυθούν μέσα της, απομένει αδειανή και διψασμένη» (Έλλης Αλεξίου, όπ.π., σελ. 206).

Κλείνοντας την παράγραφο αυτή, θα έλεγα μαζί με τον Ι. Κορδορούμπα ότι δεν υπάρχει σχεδόν θέση υγιής στο Ν.Κ., γιατί όλα τα διαποτίζει στα έργα του η υγρασία της άρνησης και του μηδενισμού (Πρβλ. Ι. Κορδορούμπα, όπ.π., 10). Όλα τα έργα του Κ. χαρακτηρίσθηκαν για τούτο από το φίλο του Πρεβελάκη ως «ένα βουνό χαλάσματα» (Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας, σ. 186), από τα οποία το πιο ανέλπιδο είναι  η Οδύσσεια, ή ακριβέστερα η χωρίς Ιθάκη Οδύσσεια, που δίκαια χαρακτηρίσθηκε «σαν ένα τερατώδες μνημείο απελπισίας» (Βλ. Ν. Βρεττάκου, Ο Καζαντζάκης, σελ. 545), εφόσον δημιουργεί μονάχα ναυάγια στη ζωή.

ε) Με τις βλάσφημες εκφράσεις

Ένα από τα πιο σκληρά μέσα του Κ., για το ξερρίζωμα της χριστιανικής πίστης ήταν και οι βλάσφημες εκφράσεις, που παρατηρούνται σε όλα τα έργα του και που, κατά τρόπο αντινομιστικό, δεοντολογούνται και δικαιολογούνται.
Οι βλάσφημες εκφράσεις του Κ., δηλ., που αναφέρονται γενικότερα στο Θεό ή στο πρόσωπο του Χριστού και ειδικότερα στα πρόσωπα της Παναγίας, του αγίου Μηνά, κ.ο.κ., είναι τόσο πολλές, ώστε να υπενθυμίζουν το φρέαρ της αβύσσου, από το οποίο εξήλθε καπνός, «ως καπνός καμίνου καιομένης», που εσκότισε τον ήλιο (Αποκ., σελ. 9, 2), ή τον Αντίχριστο, που, σύμφωνα με τα λόγια της Αγίας Γραφής, «ἤνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ εἰς βλασφημίαν πρὸς τὸν Θεόν» (Απ., σελ. 13,6).

Όταν αναφέρεται, δηλ., στο Θεό, τον παρουσιάζει άλλοτε σαν ελέφαντα (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σελ. 156), άλλοτε σαν ανθρωποφάγο (Ο Φτωχούλης του Θεού, σελ. 308), αίτιο όλων των κακών (Αναφορά, σελ. 270), αφιλότιμο (Οδυσ. Ε., σελ. 170-178), Χατζηαβάτη ανήλεο (Αναφορά, σελ. 315), αιμοβόρο (Αναφορά, σελ. 316-317), κοκορόμυαλο (Ζορμπάς, σελ. 164), άδικο (Αναφορά, σελ. 227), πανούργο (Αναφορά, σελ. 344), «ουράνιο τέρας» (Ρουσία, Διφρ. 1956, σελ. 275) κ.ο.κ., ενώ τον εαυτό του τον παρουσιάζει σαν σκορπιό, που σηκώνει την ουρά του με το πιο φοβερό φαρμάκι, για να «φάει» το Θεό (Σοδ., σελ. 439). Από την παιδική του ηλικία άλλωστε, όπως διηγήθηκε ο ίδιος στον Πρεβελάκη, είχε σηκώσει τη γροθιά του απειλητικά προς τον ουρανό (Βλ. Λ. Ζωγράφου, όπ.π. σελ. 161).

* * *

Όταν αναφέρεται ιδιαίτερα στο πρόσωπο του Χριστού, που βλέπει μονάχα σαν άνθρωπο και μάλιστα, αμαρτωλό(!), χύνει όλο το δηλητήριο του μίσους του, χαρακτηρίζοντας Αυτόν πάντοτε βλάσφημα όχι μονάχα ως «νεραϊδοπαρμένο κι αχαΐρευτο» (Τελευταίος Πειρασμός, σελ. 32, 36), αλλά και «τρελλό» (Τελευταίος Πειρασμός, σελ. 311), «δειλό», «μπάσταρδο» (Καπετάν Μιχάλης, σελ. 198) και γενικότερα παθιασμένο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ζητεί βοήθεια από τον Ιούδα (Τελευταίος Πειρασμός, σελ. 411, 386, 408, 412). Το άκρο άωτο των βλασφημιών αυτών, όμως αναφέρονται ασφαλώς, στις δήθεν σχέσεις του Χριστού με τη Μαγδαληνή Μαρία (όπ.π. σ. 34-35, 147), που συνετέλεσαν, ώστε να χαρακτηρισθεί δίκαια ως ο μεγαλύτερος βλάσφημος συγγραφέας όλων των αιώνων και από το Δ. Καραχάλιο, ως «ο μεγαλύτερος αντίχριστος της παγκοσμίου λογοτεχνίας όλων των αιώνων» (Ορθόδοξος Τύπος, 8ης Αυγούστου 1997). «Από τους κρατήρες που προκαλεί η απιστία του, γράφει για τούτο χαρακτηριστικά και ο Ι. Κορδορούμπας, εκτινάσσεται με δύναμη η καυστική λάβα των φρικτών του βλασφημιών κατά του προσώπου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της πανάγνου και αειπαρθένου Μητρός Του, που όμοιές των μόνον ο Σατανάς θα μπορούσε να εμπνευσθή» (Ο Καζαντζάκης ως διανοούμενος και συγγραφεύς, Αθήναι 1976, σελ. 10).

Με την ίδια μανία καταφέρεται, όπως είδαμε, και κατά του προσώπου της Παναγίας, που στον Καπετάν Μιχάλη την τοποθετεί στην ίδια θέση με τη φοράδα του Καπετάν Πολυξίγκη.

«Δίνεις εσύ τη φοράδα σου, λέγει, Καπετάν Πολυξίγκη;… Όχι· ε λοιπόν, μήτε κι εγώ την Παναγία μου» (Καπετάν Μιχάλης, σελ. 95).

Για να μη αναφέρουμε όμως, τις χιλιάδες βλαστήμιες, που παρουσιάζονται στα έργα του Ν.Κ., θα λέγαμε τελικά ότι την ακατάσχετη τάση που είχε για τη βλαστήμια από μικρό παιδί (που είχε σηκώσει τη γροθιά του προς τον ουρανό) την παραδέχεται και ο ίδιος, αλλά την αποδίδει στο Σατανά ή στο Χριστό, που χαρακτηρίζει «Άγιο Βλασφημίωνα»! «Μια φοβερή υποψία, γράφει για τούτο στην Αναφορά, έσκισε το νου μου: μπας και με σπρώχνει και μένα ο Άγιος αυτός Βλασφημίων να βλαστημώ;» (Αναφορά, σελ. 302).

Ύστερα από τα πιο πάνω, θα μπορούσαμε να πούμε βάσιμα ότι οι βλάσφημες εκφράσεις στα έργα του Ν.Κ., είναι τόσο πολλές, ώστε να χαρακτηρίζεται δίκαια ως υπηρέτης του σατανά, εφόσον κατά το Δ. Πόθο «εργάστηκε τις περισσότερες φορές έργο σατανά» (Ν. Καζαντζάκης, Αθήναι 1978, σελ. 127). Η μεγαλύτερη βλαστήμια του, δηλ., είναι αναμφίβολα η αναφερόμενη στο Πνεύμα το Άγιο, εφόσον μέχρι και τις τελευταίες της ζωής του στιγμές παρέμενε αμετανόητος και αδιόρθωτος. Για τούτο είχε δίκαιο, για μας, ο Ι. Κορδορούμπας, όταν έγραφε ότι ο Κ. «Έγραψε αποκλειστικώς και μόνο έργα αντιχριστιανικά και ο μοναδικός σκοπός του ήταν όχι απλώς να κλονίση την πίστι, αλλά κυριολεκτικώς να γκρεμίση και να ξεθεμελιώση τη θρησκεία του Χριστού» (Ο Καζαντζάκης ως διανοούμενος και συγγραφεύς, εκδ. Γ’, Αθήναι, σελ. 36).

Συνεχίζεται....

Δημοσιεύτηκε σε 11 συνέχειες στον Ορθόδοξο Τύπο
Από τις 9 Οκτωβρίου 1998 μέχρι τις 18 Δεκεμβρίου 1998




Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης