Μια ομολογία ενός πρώην θύματος

τον Πρωτοπρ. Κυριακού Τσονρού, Γραμματέως της Σ. Ε. επί των αιρέσεων
(α' μέρος)

Η απελευθέρωση ενός θύματος από τα δεσμά της πλάνης (αίρεσης ή παραθρησκείας) είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Είναι πρωτίστως ένας ολοκληρωτικός συγκλονισμός του ίδιου του θύματος, που χωρίς την Χάρη του Χριστού μπορεί να οδηγηθεί στην καταστροφή και την απόγνωση. Δεν είναι σπάνιο η απογοήτευση από την διάψευση των ονείρων και των ελπίδων που είχε στηρίξει ο οπαδός στον «αρχηγό» (γκουρού ή μεσσία) και στην ομάδα του να τον οδηγήσουν σε απεγνωσμένες ενέργειες και σε πράξεις αυτοκαταστροφής. 

Είναι ακόμη δύσκολη η θέση της οικογένειας που έχει το πρόβλημα, αφού έντεχνα καλλιεργήθηκε από την «ομάδα» στην ψυχή του οπαδού η πεποίθηση ότι η οικογένειά του και όσοι της συμπαραστέκονται είναι οι «εχθροί». 

Είναι τέλος δύσκολη και λεπτή η θέση εκείνων που θα θελήσουν να συμπαρασταθούν και να βοηθήσουν στην απεξάρτηση του θύματος και στην επανένταξή του στο κοινωνικό σύνολο και ιδιαίτερα στην Εκκλησία. 

Στην μακρόχρονη ενασχόλησή μας με την αντιμετώπιση πολλών τέτοιων περιπτώσεων έχομε διαπιστώσει στην πράξη πόσο επίπονο και δυσχερές είναι το έργο αυτό. Είναι αναμφισβήτητο ότι απαιτείται γι' αυτό βαθειά γνώση του γενικωτέρου σκηνικού της σύγχρονης πλάνης, των μεθοδεύσεων και των τεχνικών που χρησιμοποιούν οι ποικίλες αιρέσεις και ιδιαίτερα του τρόπου «χειρισμού» των θυμάτων τους. Και πάνω απ’ όλα απαιτούνται μεγάλη υπομονή και επιμονή, στοργή, αληθινή αγάπη, κατανόηση, διάλογος, αληθινή φροντίδα, διάθεση πολλού χρόνου και θερμή προσευχή. 

Η προσπάθεια εξ άλλου της Εκκλησίας μας είναι, όχι μόνο να απελευθερώσει ένα θύμα από τα θανατηφόρα ενίοτε δίκτυα της σύγχρονης πλάνης, αλλά και να το επανεντάξει υγιώς στην κοινωνία και ιδιαίτερα στην Εκκλησία. Μόνο τότε θα είναι βέβαιο ότι το τραυματισμένο και ταλαιπωρημένο από την αίρεση άτομο θα νοιώσει την αγάπη του Χριστού και των εν Χριστώ αδελφών του, θα βρει το «νόημα της ζωής» και θα μπορέσει να αναπνεύσει ελεύθερα και να ζήσει θεραπευμένο από τις πληγές του. 

Και δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι το πρώην θύμα κουβαλά μαζί του ένα σωρό διεστραμμένες διδαχές της οργάνωσης στην οποία ανήκε, ατέλειωτα ερωτηματικά, αμφιβολίες και αμφισβητήσεις. Ακόμη, έχει καλλιεργηθεί μέσα του το αίσθημα της ενοχής για το ενδεχόμενο αποχώρησής του από την ομάδα, μετά τον «πνευματικό βιασμό» και τις απειλές που έχει υποστεί μέσα σ' αυτή. 

Γι' αυτό η απελευθέρωση ενός θύματος της πλάνης είναι μια ηρωική πράξη, πρωτίστως γι' αυτό το ίδιο το θύμα και συγχρόνως γεγονός χαρμόσυνο για όλους όσους εγνώρισαν και έζησαν την περιπέτεια του. 

Μέσα από τις σελίδες του περιοδικού μας έχομε αναφερθεί πολλές φορές στις αρνητικές συνέπειες στα άτομα, στην οικογένεια και στο κοινωνικό σύνολο από την δραστηριότητα των αιρέσεων. Έχομε ακόμη καταγράψει τις γνώμες πολλών εμπειρογνωμόνων για τον τρόπο απεξάρτησης των θυμάτων από τα «ψυχοναρκωτικά» των νεοφανών αιρέσεων. Πρωτοπόρος στον τομέα αυτό, - θεωρητικά με τα βιβλία του και πρακτικά με την ποιμαντική μέριμνά του - υπήρξε ο μακαριστός π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος . 

Στο παρόν άρθρο θα μεταφέρομε μια ομολογία που μας κατέθεσε ένας «απελεύθερος» οπαδός της πλάνης. Μέσα σ' αυτή την ομολογία καταγράφονται και επιβεβαιώνονται, στην πράξη, όσα κατά καιρούς υποστηρίξαμε για τις μεθόδους δραστηριότητας των αιρέσεων. Στο κείμενο αυτό φαίνονται καθαρά οι αρνητικές και επικίνδυνες συνέπειες πάνω στα θύματα των αιρέσεων από την ένταξή τους στις διάφορες αιρετικές και παραθρησκευτικές ομάδες, αλλά προβάλλει και η ελπίδα που πάντοτε υπάρχει για κάθε θύμα να βρει το θάρρος και να ζήσει τη στιγμή της απελευθέρωσης του από τα δεσμά της δουλείας, στην οποία είχε βρεθεί, πιθανώς από άγνοια και χωρίς να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς είχε κάνει. 

Εμείς δημοσιεύομε εδώ την ομολογία αυτή, όχι μόνο γιατί επιβεβαιώνει τις θέσεις μας και τις απόψεις μας για τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την ένταξη νέων κυρίως ανθρώπων στις ομάδες της σύγχρονης πλάνης, αλλά και διότι, αφ' ενός μεν, θα βοηθήσει στο να φανεί, μέσα από την πράξη, το μέγεθος της απειλής από τη δραστηριότητα των ομάδων αυτών και, αφ' ετέρου, θα δώσει την ελπίδα - σε όσους ζουν με το πρόβλημα - ότι πάντοτε, με τη χάρη του Κυρίου Ιησού, υπάρχει φως στο σκοτεινό τούνελ της αίρεσης, στο οποίο οι ίδιοι έχουν εγκλωβιστεί ή τα μέλη της οικογενείας τους. 

 

α) Η δουλεία

Νέος, λοιπόν, ο «απελεύθερος» της πλάνης στην περίπτωση μας, μέλος ευυπόληπτης κοινωνικά οικογένειας, σπουδαστής, με καλή παιδεία και αγαθές προθέσεις και οράματα. Θα λέγαμε, καλοπροαίρετος νέος, με αρχές και με μέλλον ευοίωνο. Παράλληλα με τις σπουδές του, όπως συμβαίνει με πολλούς νέους, αναζητούσε να δει βαθύτερα τα πράγματα, να δώσει και νόημα στη ζωή του. Έτσι λοιπόν ομολογεί: «Ήθελα να με ορίσω ιδεολογικά ως μια οντότητα, ψάχνοντας για απαντήσεις για τα πάντα από παντού». Δικαιολογημένη και επαινετή η αγωνία του και η προσπάθειά του. 

Όμως, καταγράφει ο ίδιος δύο μειονεκτήματά του. Το ένα: «Για τον Χριστό είχα απλώς έναν άκρατο θαυμασμό και σεβασμό προς το πρόσωπό Του, αλλά καμία σχέση με τα δώρα της Ανάστασής Του». Και το δεύτερο: «Όντας μακριά από το σπίτι μου και την οικογένειά μου προσπαθούσα να βρω κάτι ή κάποιον που θα με καθοδηγούσε στην αναζήτησή μου αυτή».
Εδώ καταγράφονται δύο από τις πιο βασικές αιτίες που οδηγούν στην πλάνη. Η άγνοια και μάλιστα πάνω σε ζωτικούς οντολογικούς προβληματισμούς και η ελλιπής κατήχηση του νέου. Και έπειτα η κατάσταση «υψηλού κινδύνου» του νέου σπουδαστή, η απομάκρυνση από την οικογένειά του. Και οι δύο καταστάσεις δημιουργούν στην ψυχή του κενό, μοναξιά, ανάγκη διαλόγου και στήριξης «για τα πάντα από παντού». Στην αναζήτηση του αυτή εμφανίζεται ο «φωτισμένος σωτήρας», είτε αυτός λέγεται γκουρού ή μεσσίας ή «δάσκαλος» ή ψυχοθεραπευτής κ.ο.κ., για να «καλύψει το κενό». Βέβαια ο καλόπιστος και ανυποψίαστος νέος, βλέποντας έναν «βομβαρδισμό αγάπης» εκ μέρους του «δασκάλου», σκλαβώνεται από το «ενδιαφέρον» του, τον εκλαμβάνει ως «παντογνώστη» -όπως του παρουσιάζεται - και «ανιδιοτελή» -όπως λέει- καθοδηγητή του, τον εμπιστεύεται τυφλά και δέχεται ανεπιφύλακτα την προσφορά του. Έτσι ο νέος αρχίζει να συζητεί μαζί του «για θέματα μεταφυσικά και παραφυσικά». 

Εκεί άκουσε ο υποψήφιος οπαδός για «οράματα», για «επιταγές του Θεού», για «εκλεκτούς», για «γνώση» και μάλιστα «μυστική», για «δυνάμεις», που θα αποκτούσαν οι «εκλεκτοί» κ.ο.κ. 

Εντυπωσιάστηκε ο νέος και παραδόθηκε ολοκληρωτικά στον «δάσκαλο». Σημειώνει ο ίδιος: «Μη έχοντας στέρεες βάσεις να αντικρούσω τα όσα μου έλεγε πείστηκα πως όντως ήταν ένα άτομο με Θεία αποστολή. Τον άφησα λοιπόν να με καθοδηγήσει ενώ θα τον βοηθούσα όσο μπορούσα στη θεία του αποστολή. Η αρχή αυτής της σχέσης μάς βρήκε αυτόν στο ρόλο του δασκάλου και εμένα στο ρόλο του μαθητή». 

Σιγά σιγά άρχισε ο νέος να αισθάνεται ότι πράγματι είναι κι αυτός ένας «εκλεκτός»: «Ένιωθα ξεχωριστός από τους υπόλοιπους συνανθρώπους γύρω μου, εκλεκτός. Δεν ήμουν πια ένα ασήμαντο παιδί που προσπαθούσε να βρει απαντήσεις μέσα στα πλήθη, ήμουν πια μια οντότητα που αντίθετα με τους άλλους έψαχνε απαντήσεις για ανώτερα πνευματικά θέματα και γι' αυτό ο Θεός του τις έδωσε μέσα από ένα πνευματικό άτομο». 

Στη φάση αυτή ο νέος οπαδός δεν είναι σε θέση να αντιληφθή πού στοχεύει ο «δάσκαλος». Δεν υποπτεύεται και δεν μπορεί να φανταστεί ότι ο όλος χειρισμός του αποβλέπει στην ολοκληρωτική υποδούλωσή του, στην εκμηδένιση της προσωπικότητάς του και στην τυφλή υποταγή του στα σχέδια, στους σκοπούς και στα ιδιοτελή συμφέροντα του «δασκάλου». Γι’ αυτό όταν άρχισε να προβάλλει «αντιστάσεις αμφισβητώντας τον φέροντάς του λογικά επιχειρήματα», τότε άρχισε ο «δάσκαλος» τις «αποκαλύψεις», με τις οποίες «έπεισε» τελικά τον «μαθητή» του για την «θεϊκή» του αποστολή. 

Τώρα ο «μαθητής» αισθάνθηκε «όχι μόνο αλαζονικά ξεχωριστός που (είχε) είχα επιλεχθεί μέσα από μία καθόλου τυχαία σύμπτωση, να κατέχω τη Γνώση μέσα από ένα θεόπνευστο άτομο, αλλά και σίγουρος γι' αυτή τη Θεϊκή του προέλευση λόγω της οποίας δεν είχα κανένα δικαίωμα να τον αμφισβητήσω σε οτιδήποτε». Θυμάμαι, λέει, ότι «αισθανόμουν πια ιδιαίτερος αφού συμμετείχα σε ένα απόκρυφο σχέδιο του Θεού με δυνάμεις ουσιαστικά προερχόμενες από αυτόν μέσω ενός απεσταλμένου του». 

Η καλλιέργεια της αλαζονείας και της υπεροπτικής συμπεριφοράς στους οπαδούς -που συστηματικά εφαρμόζεται σε όλες αυτές τις ομάδες- κάνει το θύμα να βλέπει τους άλλους, τους αμύητους, ως όντα κατώτερα, αμαθή, άξια οίκτου, αν όχι ως «βέβηλους». 

Όπως όμως συμβαίνει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μεγάλο εμπόδιο για την επίτευξη του σκοπού της ομάδας και του αρχηγού είναι η οικογένεια και το παρελθόν του οπαδού. Γι' αυτό, μέσα στις τεχνικές που εφαρμόζονται από τις ομάδες αυτές, είναι και η αποκοπή του υποψηφίου οπαδού από την οικογένειά του και το μέχρι τότε παρελθόν του, ώστε να τα ξεγράψει, να τα θεωρήσει ως «χαμένο χρόνο» και λαθεμένη πορεία και να αναζητήσει μια «σωστή» πορεία μέσα στην ομάδα, να αναγεννηθεί μέσα στο νέο περιβάλλον του.
 
Έτσι και ο νέος στην περίπτωσή μας ομολογεί: «Θέλησε να μας κάνει να ξεκόψουμε σταδιακά από τις άλλες παρέες μας και την οικογένειά μας έτσι ώστε να είμαστε ολοκληρωτικά δικοί του. Άρχισε λοιπόν να κατηγορεί τους φίλους μας χωρίς να τους έχει αντικρύσει έστω οπτικά, πράγμα που δεν χρειαζόταν να συμβεί έχοντας υπέργειες δυνάμεις. Η τεχνική ήταν η εξής: μας έλεγε να περιμένουμε για να δούμε πως κάποια στιγμή και οι φίλοι και οι συγγενείς μας θα μας τον κακολογήσουν και θα μας ζητήσουν να απομακρυνθούμε από αυτόν».

Η «προφητεία» του «δασκάλου» «επαληθευόταν», βεβαίως, σε λίγο όταν, όπως ήταν επόμενο, η οικογένεια αντιδρούσε για την κατάσταση του παιδιού της. Το επιβεβαιώνει ο συντάκτης της «ομολογίας»: «Αυτό βέβαια συνέβαινε αφού όταν κάποιος ζει σε μια κατάσταση δαιμονική η εμφάνιση του αλλάζει εσωτερικά και εξωτερικά έχοντας μετατραπεί σε ένα αλλοπρόσαλλο αγρίμι και οι δικοί του άνθρωποι που πραγματικά τον αγαπούν ανησυχούν γι' αυτόν».

Ο «δάσκαλος», τότε, λέει ο νέος της «ομολογίας», «όταν μας έλεγαν οι δικοί μας άνθρωποι να απομακρυνθούμε αυτός ατάραχος μας υπενθύμιζε την πρόβλεψή του πως θα συνέβαινε αυτό και μεμψίμοιρος μελαγχολούσε για το χλευασμό που γνώριζε από τους ανθρώπους χωρίς λόγο κατά ένα τρόπο μαρτυρικό· το τελευταίο στάδιο αυτής της τεχνικής ελέγχου ήταν το συμπέρασμα πως στο πρόσωπό του θα βρίσκαμε επιτέλους την αληθινή φιλία και οικογένεια».

Αν ο μέλλων οπαδός επιτύχει στα μάτια του «δασκάλου» και σ' αυτή την «δοκιμασία» και «καταλείψει τον πατέρα αυτού και την μητέρα» για χάρη του «δασκάλου», τότε έχει ολοκληρωθεί πλέον το σχέδιο του χειρισμού του και μπορεί να ανήκει στους «εκλεκτούς». Δηλαδή ουσιαστικά να έχει καταστεί ένα πειθήνιο και άβουλο όργανο του αρχηγού της ομάδας, το οποίο είναι έτοιμο να δεχθεί οποιαδήποτε διδαχή και εντολή του «δασκάλου». Πράγμα που συνέβη και στην περίπτωσή μας.

Έτσι ολοκληρώνεται η φάση του «ποδηγετισμού» του οπαδού. Με τις τεχνικές αυτές, λέει στην ομολογία του ο πρώην οπαδός, ήμουν έτοιμος «να αναγνωρίσω ολοκληρωτικά τη θεϊκή του ιδιότητα την οποία δεν είχα κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσω όντας ένας τρωτός, αγνώμων άνθρωπος».

Με όλες αυτές τις μεθοδεύσεις επιδιώκεται να πεισθούν οι οπαδοί ότι, ό,τι κάνουν το κάνουν για το καλό του κόσμου και το δικό τους καλό, για την δική τους πνευματική ανέλιξη, χωρίς να υποψιάζονται ότι υπηρετούν δουλικά τα συμφέροντα και τις επιθυμίες του «δασκάλου». Στη συνέχεια, ο «δάσκαλος» κάνει την τρομερή «αποκάλυψη» ότι «ο δεύτερος Μεσσίας ήταν αυτός». Και τότε «άρχισε για πρώτη φορά να μας ζητάει να κάνουμε πράγματα γι' αυτόν, τα οποία θα μας βοηθούσαν να ανέλθουμε πνευματικά και να αποκτήσουμε δυνάμεις με τις οποίες θα τον βοηθούσαμε να πολεμήσει στην "τελική μάχη"».

Οι οπαδοί, μετά από αυτή την «αποκά-λυψη» αισθάνονταν πλέον υπεροπτικά ως εκλεκτοί φίλοι του «δασκάλου», που τον βοηθούσαν στην εκπλήρωση της σπουδαίας αποστολής του. Το βεβαιώνει ο συντάκτης της «ομολογίας»: «Μετά απ’ αυτή τη φάση ήμασταν πια κάτι παραπάνω από φίλοι, ήμασταν μια ιερή ομάδα η οποία υπάκουε στις βουλές, τα οράματα και τις θεόπνευστες εντολές του».

Στο τέλος, ο «δάσκαλος», για να εγκλωβίσει, να «δέσει» μαζί του τον οπαδό, εφαρμόζει την έσχατη επέμβαση πάνω στην προσωπικότητά του, τον εκφοβισμό, μια τακτική που συναντούμε σε όλες τις αιρετικές και παραθρησκευτικές ομάδες. Κι αυτό το επιβεβαιώνει ο συντάκτης της «ομολογίας»: «Η τελευταία φάση για να μας κάνει ολοκληρωτικά δικούς του ήταν ο εκφοβισμός και η εγγύηση πως μόνο μαζί του θα είμαστε ασφαλείς».

Οι τρόποι και οι μέθοδοι που εφαρμόζονται στην φάση αυτή είναι πολλοί και ποικίλοι. Σε άλλες ομάδες ζητούνται γραπτές «εξομολογήσεις» της μέχρι τότε ζωής του οπαδού, με καταγεγραμμένες όλες τις πράξεις του, τα σφάλματά του και τις αδυναμίες του, ακόμη και τις τυχόν εγκληματικές ενέργειές του. Όχι βέβαια για να του συγχωρηθούν, όσα ως άνθρωπος έπραξε, αλλά για να χρησιμοποιηθούν στην κατάλληλη στιγμή εναντίον του. Σε άλλες ομάδες εφαρμόζεται η διοργάνωση ομαδικών οργιαστικών τελετών ή ταπεινωτικών πράξεων -στις οποίες συμμετέχει υποχρεωτικά ο οπαδός- με τις οποίες καταρρακώνεται η προσωπικότητά του και υποτάσσεται άβουλα στις επιθυμίες του αρχηγού. Παράλληλα, υποβάλλεται στο θύμα η πεποίθηση ότι, αν φύγει από την ομάδα, όχι μόνο θα χάσει τα αγαθά της πνευματικής ανέλιξής του, που του προσφέρει ο αρχηγός, αλλά και θα κινδυνεύσει να εκτεθεί στα μάτια, όχι μόνο των πρώην συνοδοιπόρων του, αλλά και των δικών του και της κοινωνίας.

Ο συντάκτης της «ομολογίας» δεν αναφέρεται ειδικά στους τρόπους και τα μέσα του εκβιασμού που εφαρμοζόταν σ' αυτή την ομάδα. Κάνει μόνο λόγο για περίεργα τηλεφωνήματα τα οποία, κατά την διαβεβαίωση του «δασκάλου» γίνονταν από κάποιους «άλλους», που «ήταν άτομα σαν κι εμάς που γνωρίζαμε πως το τέλος του κόσμου πλησιάζει, αλλά είχαν πάρει το μέρος του διαβόλου... όλοι παρακολουθούμαστε από αυτούς τους "άλλους", οι οποίοι όντας λάτρεις του διαβόλου είχαν θέσεις εξουσίας και με δύναμη ουσιαστική με την οποία ελέγχουν τις ανθρώπινες μάζες». Έτσι, η ομάδα είναι το «καταφύγιο» και η ένταξη και παραμονή μέσα σ' αυτή εξασφαλίζει τους οπαδούς από τον κίνδυνο του «διαβόλου». Αν φύγουν από την ομάδα κινδυνεύουν και προδίδουν τον υψηλό προορισμό τους για τον οποίο είχαν επιλεγεί, δηλαδή το καλό του κόσμου.

Αυτή η κατάσταση τρομοκρατίας που περιγράφεται στην περίπτωση μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κοινό χαρακτηριστικό των μεθοδεύσεων που εφαρμόζονται στις διάφορες ομάδες της πλάνης. Εκείνα που πιθανώς αλλάζουν είναι οι τίτλοι των ομάδων και τα ονόματα των αρχηγών και μερικές φορές οι αρχές της διδασκαλίας τους και η κατεύθυνση της ιδεολογίας τους.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
ΤΥΕΧΟΣ 65
ΙΟΥΛΙΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2011




Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης