Γνωστικισμός Μέρος Δ'

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΙΧΑΪΣΜΟ ΣΤΟ FILIOQUE – ΜΕΡΟΣ Δ'

 

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗΣ

ΤΟΥ FILIOQUE ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΡΑΓΚΟΥΣ.

 

Εισαγωγή 4ου μέρους.

 

Το παρόν αποτελεί το επιστέγασμα όλου του πονήματος του σχετικού με τον Πρισκιλλιανό. Μέχρι τώρα εξετάστηκε η ζωή και η διδασκαλία του. Μέσα από αυτήν την εξέταση διαπιστώθηκε ότι το filioque, η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό, ήταν συμπέρασμα της δυαρχικής του διδασκαλίας, σύμφωνα με την οποία ο Υιός ήταν ισότιμη με τον Πατέρα αρχή της θεότητας. Η ισοτιμία των δύο προσώπων της Αγίας Τριάδος οδήγησε τους μελετητές του έργου του να θεωρούν τον Πρισκιλλιανό μοναρχιανιστή-πατροπασχίτη. Δείξαμε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο Πρισκιλλιανός ήταν ξεκάθαρα δυαρχικός, οπότε γι' αυτόν το Άγιο Πνεύμα είχε την αρχή της ύπαρξής του και στον Υιό.

Στη συνέχεια παρακολουθήσαμε την επιβίωση των ιδεών του στην βιβλική γραμματεία με συγκεκαλυμένο τρόπο. Οι ιδέες του επέζησαν στις εισαγωγές των δυτικών χειρογράφων των Ευαγγελίων μέχρι την ταυτοποίηση του συγγραφέα τους τον 19ο αι..

 

Στο παρόν κεφάλαιο θα δείξουμε ιστορικά την μετάδοση του filioque από τους οπαδούς του Πρισκιλλιανού στους Φράγκους θεολόγους της αυλής του Καρλομάγνου, κίνηση η οποία σε συνδυασμό με τις πολιτικές φιλοδοξίες των Φράγκων ηγεμόνων οδήγησε στην γέννηση του παπισμού και την συν τω χρόνω επιβολή του στη δυτική Εκκλησία με τις γνωστές συνέπειες, οι οποίες οδήγησαν τελικά στο σχίσμα του 11ου αι..

 

Επειδή υπάρχει ήδη η καθιερωμένη δυτική άποψη, ότι το filioque ήταν διδασκαλία των λατίνων εκκλησιαστικών συγγραφέων των πρώτων αιώνων και την ασπαζόταν η Ρώμη –άποψη με την οποία φλέρταραν και πολλοί ανατολικοί από τον Βησσαρίωνα μέχρι και σήμερα–, πρώτο μέλημα του τέταρτου μέρους θα είναι η ιστορική αποκατάσταση της αλήθειας για το filioque μέχρι τον όγδοο αιώνα.

 

Βέβαια, η αναίρεση των ιστορικών αποδείξεων, τις οποίες προσκομίζουν οι παπικοί για να δείξουν ότι το filioque ήταν αρχαία διδασκαλία των λατίνων εκκλησιαστικών συγγραφέων δεν μπορεί να γίνει εδώ με συστηματικό τρόπο. Δεν θα πάρουμε, δηλαδή, ένα-ένα τα αποσπάσματα από τα σχετικά ανθολόγια, για να δείξουμε αν είναι γνήσια ή νόθα ή τι εννοεί ο συγγραφέας. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του παρόντος.

 

Εκείνο το οποίο πρέπει να φανεί μέσα από το πρώτο κεφάλαιο της παρούσας εργασίας είναι ότι το filioque δεν ήταν διδασκαλία της δυτικής Εκκλησίας πριν από τους Φράγκους. Θα ασχοληθούμε, δηλαδή με εκείνες τις αποδείξεις που προσκομίζουν οι δυτικοί για να πείσουν ότι συνέβαινε ακριβώς αυτό. Στο πρώτο κεφάλαιο, λοιπόν, θα ασχοληθούμε με την γενική θεώρηση της προβληματικής επιχειρηματολογίας των παπικών. Στο δεύτερο κεφάλαιο του πονήματος θα αναιρέσουμε εκείνους τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, οι οποίοι προσκομίζονται για ν' αποδειχθεί ότι το filioque ήταν διδασκαλία της Ρώμης, πριν από την επίμαχη χρονική περίοδο, δηλαδή πριν από το τέλος του όγδοου αιώνα. Στο τρίτο κεφάλαιο θα μπούμε στο καθαρά ιστορικό κομμάτι της μελέτης, όπου θα φανεί από ποιους και πώς υιοθέτησαν οι Φράγκοι το αιρετικό τριαδικό δόγμα και με ποιες μεθόδους έκαναν την προσθήκη στο Σύμβολο και πότε.

 

Γνώμονας στην εξέταση των αποδείξεων είναι το πρόσφατο έργο (κύκλοφόρησε το 2010) του A. Edward Siescienski με τίτλο The Filioque, History of a Doctrinal Controversy. Ο λόγος είναι αφενός, ότι το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί και florilegium αποσπασμάτων σχετικών με το filioque, εκτός του ότι εξετάζει ιστορικά την διαμάχη Ανατολής-Δύσης για το αιρετικό δόγμα και αφετέρου ότι αναπαράγει τις πάγιες θέσεις των παπικών.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

 

7.4.1. Η προβληματική συλλογιστική της επιχειρηματολογίας των παπικών υπέρ του filioque.

 

Όταν στη σύνοδο της Φλωρεντίας τον 14ο αιώνα οι παπικοί προσκόμισαν αποσπάσματα από λατίνους εκκλησιαστικούς συγγραφείς για την τεκμηρίωση του filioque, οι ανατολικοί αναγκάστηκαν να παραδεχθούν ότι είχαν άγνοια της λατινικής πατερικής παράδοσης με τα εξής λόγια:

 

“Οὐδέποτε εἴδομεν τούς δυτικούς ἁγίους, οὐδέποτε ἀνεγνώσαμεν αὐτούς1

 

Αυτή η ομολογία, όμως, δεν αφορούσε μόνο τους ανατολικούς, ενωτικούς και μη, αλλά και τους ίδιους του παπικούς, οι οποίοι από την πλευρά τους δεν γνώριζαν τους Έλληνες πατέρες της Εκκλησίας, παρά μόνο μέσα από λατινικές μεταφράσεις αποσπασμάτων.

 

Έτσι, ενώ δεν πρόκειται να προβούμε σε συστηματική αναίρεση των φερομένων αποσπασμάτων των λατίνων συγγραφέων, θα πρέπει να συζητήσουμε τα μεθοδολογικά προβλήματα της ερμηνευτικής προσέγγισης.

 

α) Η νοθεία των κειμένων.

 

Το πρώτο πρόβλημα το έθεσε στην εν λόγω σύνοδο ο συγγραφέας της ιστορίας της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας Συλβέστρος Συρόπουλος, σε μια συνεδρία της ορθόδοξης αντιπροσωπείας, μέσα από μια παρόμοια ομολογία:

 

“Εἰ οὖν ἐπί τῶν Χρυσοστομικῶν λόγων, οὕς ἐκ νεότητος καί μέχρι γήρως ἡμῶν ἀναγιγνώσκοντες καί εἰδότες τήν φράσιν καί τήν ἰδέαν αὐτῶν οὐκ ἔχομεν ὁμολογουμένως διακρῖναι τό νόθον τε καί τό γνήσιον, πῶς ἄν ἐπί τῶν δυτικῶν ἁγίων, ὧν τά συγγράμματα οὔτε οἴδαμεν οὔτε ἀνέγνωμεν ποτε (οὐδέ γάρ εἴχομεν αὐτά οὔτε ἀρχῆθεν μετεγλωττίσθησαν, κἀντεῦθεν οὐδόλως εἰσίν ἡμῖν γνώριμα), θαρροῦντες εἴποιμεν γνήσια ταῦτ' εἶναι ἤ νόθα, ἐν οἷς οὔτε φράσιν οὔτε ἰδέαν οὔτε ὑφήν ἤ ῥυθμόν τινα τοῦ λόγου γνωρίσαι πόθεν ἔχομεν;2”.

 

Ως πρώτο τίθεται, λοιπόν, εδώ το ζήτημα της γνησιότητας των φερομένων αποσπασμάτων. Τι προκάλεσε την ένσταση του αγίου Μάρκου του Ευγενικού; Το ότι οι παπικοί προσκόμισαν αποσπάσματα λατίνων πατέρων, για τα οποία μεν υπήρχε τότε αμφιβολία ως προς την γνησιότητά τους, αλλά ταυτόχρονα αδυναμία αποδείξεως της νοθείας τους, διότι οι της Ανατολής στερούνταν των απαραίτητων χειρογράφων, διά της κριτικής μελέτης των οποίων θα αποδεικνυόταν η νοθεία.

Ωστόσο, ο αυτοκράτορας είχε θέσει το ζήτημα ως εξής στους μετέχοντες στις συζητήσεις:

 

“Νομίζω μή ἄν ἄλλως ἐλθεῖν ἡμᾶς εἰς συμπέρασμα, εἰ μή πρότερον περιστῇ, εἰ γνήσια εἰσι τά ῥητά τῶν δυτικῶν ἁγίων, ἅ προσεκόμισαν οἱ Λατίνοι εἰς τήν σύνοδον, ἤ νόθα. Διό σκέψασθε περί τούτου κατά τό παρόν, μεμνημένοι ὅτι ὁ θέλων εἰπεῖν ταῦτα νόθα, ἀναγκασθήσεται ἀποδεῖξαι πῶς εἰσι νόθα, καί δεῖ αὐτόν ἔχειν βιβλία πλείω καί κρείττω, ὧν ἔχουσι οἱ Λατίνοι. Αὐτοί οὖν δυνήσονται προσκομίσαι δισχίλια, ὑμεῖς δέ οὐδέ ἕν ἔχετε, καί οὐκ οἶδα πῶς ἄν τις ἀποδείξειεν αὐτά νόθα. Ὅμως ὁ βουλόμενος ἀποδειξάτω3”.

 

Η προσέγγιση του αυτοκράτορα ήταν σωστή. Κατ' αρχάς έθεσε το θέμα στην αναγκαία του βάση. Δεν έπρεπε να βγει συμπέρασμα πριν αποδειχθεί, αν τα φερόμενα αποσπάσματα ήταν γνήσια ή νόθα. Βέβαια, για τους ορθοδόξους το δόγμα ήταν γνωστό, οπότε το να βγει συμπέρασμα σήμαινε να δεχθούν το filioque ως διδασκαλία της εκκλησίας. Συνεπώς, ναι μεν γνώριζαν ότι τα αποσπάσματα είναι νοθευμένα, αλλά απέναντι στους παπικούς έπρεπε να αποδειχθεί αυτό.

 

Ωστόσο, υπήρχε αδυναμία τεκμηρίωσης για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν η αδυναμία μεταφοράς ολόκληρης της βιβλιοθήκης από την Κωνσταντινούπολη στην Ιταλία. Διότι χειρόγραφα μεν μπορεί να είχαν φέρει οι ορθόδοξοι μαζί τους, αλλά εδώ ο αυτοκράτορας ξεκαθαρίζει ότι αυτός που θέλει να αποδείξει τη νοθεία “δεῖ αὐτόν ἔχειν βιβλία πλείω καί κρείττω, ὧν ἔχουσι οἱ Λατίνοι”. Και αυτοί μπορούσαν να προσκομίσουν άνω των δισχιλίων χειρογράφων.

 

Εδώ βρίσκεται και ο δεύτερος λόγος της αδυναμίας τεκμηρίωσης. Όταν το 1204 οι Δυτικοί άλωσαν την Κωνσταντινούπολη, καταλήστευσαν τις βιβλιοθήκες της, απογυμνώνοντας αυτές από κάθε χειρόγραφο. Τα χειρόγραφα μεταφέρθηκαν τότε στη Δύση, όπου και νοθεύτηκαν.

 

Η νοθεία ήταν γνωστή και την περιγράφει ο συγγραφέας των πρακτικών Συλβέστρος Συρόπουλος στην ομιλία του σε εκείνη τη συνάθροιση:

 

“Λίαν θαυμάζω ἰδών τούς ἁγίους ἀρχιερεῖς δραμόντας εὐκόλως εἰς τό παρόν ζήτημα· ἐγώ γάρ ἡγοῦμαι τοῦτο μεῖζον σχεδόν πάντων τῶν ζητημάτων τῶν εἰς τήν παροῦσαν ὕλην προκειμένων· τό γάρ διακρῖναι τό νόθον ἀπό τοῦ γνησίου πολλήν ἔχει δυσχέρειαν καί μεγάλης δεῖται σκέψεως ἐπιστημονικῆς· νοθεύονται γάρ τα βιβλία, καί γράφεται εἰς τά προλεγόμενα τῆς λογικῆς κατά πόσους τρόπους νοθεύονται4”.

 

Το πρόβλημα, λοιπόν, της νοθείας ήταν γνωστό και θα δείξουμε λίγο παρακάτω από πότε ήταν γνωστό. Θέτει αμέσως πιο επιτακτικά το ζήτημα:

 

“Καίτοι γε, εἶπον, εἰς τούς ἀπηριθμημένους ἐκεῖσε (σ.σ. Εννοεί στα προλεγόμενα της λογικής όπου αριθμούνται οι τρόποι της νοθεύσεως) τῆς νοθεύσεως τρόπους ὁ νῦν ὑποπτευόμενος τρόπος οὐκ ἐπενοήθη. Εἰ οὖν κατά πολλούς τρόπους νοθεύονται τά βιβλία καί ἐπί τινων λόγων τοῦ θείου Χρυσοστόμου τό νόθον εὑρίσκεται, ἔνθα οὐδέ τοιαύτη ἀνάγκη τοῦτο γενέσθαι ἐβιάσατο, πλήν δέ οὐκ ἔχομεν διακρῖναι τοῦτο ὁμολογουμένως, οὐχ ἡμεῖς μόνον, ἀλλά καί οἱ διδάσκαλοι οὕς ἐφθάσαμεν, ἐν οἷς ἦν καί ὁ πολύς τήν τε θείαν σοφίαν καί τήν ἐκτός ὁ ἁγιώτατος πατριάρχης κῦρ Εὐθύμιος, ἀμφιβάλλων καί αὐτός ἔν τισι τῶν λόγων καί ποτε μέν ὡς νόθους, ποτέ δ' ὡς γνησίους ἀποφαινόμενος τούς αὐτούς”.

 

Παρατηρεί εδώ ο Συλβέστρος Συρόπουλος ότι ο τρόπος της νοθείας, την οποία χρησιμοποίησαν οι παπικοί είναι καινοφανής και ταυτόχρονα εξωφρενικός. Καινοφανής, διότι δεν τον έχουν συναντήσει στα εγχειρίδια λογικής, όπου και περιγράφονται οι τρόποι νοθείας των χειρογράφων. Εξωφρενικός, διότι νοθεύθηκαν ακόμη και έργα του αγίου Χρυσοστόμου, αφενός μεν χωρίς ανάγκη, αφετέρου δε ενός πατέρα της Εκκλησίας, τον οποίο οι ανατολικοί εγνώριζαν παιδιόθεν.

 

Η νοθεία των χειρογράφων των εκκλησιαστικών πατέρων ήταν πρακτική αρχαιότατη των αιρετικών. Για παράδειγμα, ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας γνώριζε ότι αιρετικοί είχαν νοθεύσει συγγράμματα του Μεγάλου Αθανασίου, τα οποία και διόρθωσε. Γράφει στην Επιστολή 37 προς τον πατριάρχη Αντιοχείας Ιωάννη:

 

“Ὅταν δέ τινες τῶν τά ὀρθά διαστρέφειν εἰωθότων τάς ἐμάς παρατρέπωσι φωνάς εἰς τό αὐτοῖς δοκοῦν, μή θαυμαζέτω τοῦτο ἡ σή ὁσιότης, εἰδυῖα ὅτι καί οἱ ἀπό πάσης αἱρέσεως ἐκ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς τάς τῆς ἑαυτῶν πλάνης συλλέγουσιν ἀφορμάς, τά διά τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὀρθῶς εἰρημένα, ταῖς ἑαυτῶν κακονοίαις παραφθείροντες, καί ταῖς ἰδίαις ἑαυτῶν κεφαλαῖς τήν ἄσβεστον ἐπαντλοῦνταις φλόγα. Ἐπειδή δέ μεμαθήκαμεν, ὅτι καί τήν πρός τόν μακάριον Ἐπίκτητον ἐπιστολήν τοῦ πανευφήμου Πατρός ἡμῶν Ἀθανασίου, ὀρθοδόξως ἔχουσαν, παραφθείραντες τινες ἐκδεδώκασιν, ὡς ἐντεῦθεν ἀδικεῖσθαι πολλούς, διά τοῦτο χρήσιμόν τι καί ἀναγκαῖον ἐπινοῦντες τοῖς ἀδελφοῖς, ἐξ ἀντιγράφων ἀρχαίων, τῶν παρ' ἡμῖν, καί ἁπλῶς ἐχόντων, ἀπεστείλαμεν τά ἴσα τῇ σῇ ὁσιότητι5”.

 

Επίσης, στην Επιστολή 40 για το ίδιο θέμα γράφει:

 

“Εἶτα λόγου κεκινημένου περί τῆς ὀρθῆς καί ἀμωμήτου πίστεως, διεπυνθάνετό μου (σ.σ. Ο επίσκοπος Παύλος των Εμισηνών), καί μάλα ἐσπουδασμένως, εἰ συναινῶ τοῖς γραφεῖσι παρά τοῦ τῆς ἀοιδίμου μνήμης, καί τρισμακαρίου Πατρός ἡμῶν Ἀθανασίου πρός Ἐπίκτητον ἐπίσκοπον τῆς Κορινθίων. Ἐγώ δέ ἔφην ὅτι, εἰ σώζεται παρ' ὑμῖν οὐ νενοθευμένον τό γράμμα, παραπεποίηται γάρ τῶν ἐν αὐτῷ πολλά παρά τῶν τῆς ἀληθείας ἐχθρῶν, συναινέσιμι ἄν πάντη τε καί πάντως. Ὁ δέ πρός τοῦτο ἔφασκεν ἔχειν μέν καί αὐτός τήν ἐπιστολήν, βούλεσθαι δέ καί ἐκ τῶν παρ' ἡμῖν ἀντιγράφων πληροφορηθῆναι, καί μαθεῖν, πότερόν ποτε τά αὐτῶν βιβλία παρεποιήθη, ἤ μή. Καί δή καί λαβών ἀντίγραφα παλαιά, καί οἷς ἐπεφέρετο συμβαλών, ηὕρισκε ταῦτα νενοθευμένα· καί προέτρεψεν ἐκ τῶν παρ' ἡμῖν βιβλίων ἴσα ποιῆσαι, πέμψαι τε τῇ τῶν Ἀντιοχέων Ἐκκλησία· ὅ δή καί γέγονε6

 

Όχι μόνο νόθα, αλλά και ψευδεπίγραφα συγγράμματα είχαν την συνήθεια να προσκομίζουν οι αιρετικοί, πρός επιβεβαίωση των δικών τους απόψεων:

 

“Ἐάν δέ περικομίζωσί τινες ἐπιστολήν, ὡς γραφείσαν παρά τοῦ εὐλαβεστάτου πρεσβυτέρου τῆς Ῥωμαίων Ἑκκλησίας Φιλίππου, ὡσανεί τοῦ ὁσιωτάτου ἐπισκόπου Ξύστου χαλεπήναντος ἐπί τῇ Νεστορίου καθαιρέσει, καί ἀρήξαντος αὐτῷ, μή πιστευέτω τοῦτο ἡ σή ὁσιότης7”.

Και με περίσσεια αυθάδεια κυκλοφορούσαν ψευδεπίγραφη επιστολή του αγίου Κυρίλλου, ενώ αυτός ήταν ακόμα εν ζωή:

 

“Εἰ δέ δή καί ὡς παρ' ἐμοῦ γραφεῖσα παρακομίζοιτο πρός τινων ἐπιστολή, ὡς μετανοοῦντος ἐφ' οἷς πεπράχαμεν κατά τήν Ἐφεσίων πόλιν, γελάσθω καί τοῦτο. Ἐσμέν γάρ διά τήν τοῦ Σωτῆρος χάριν ἐν καλῷ φρενός, καί τοῦ εἰκότος οὐκ ἐκπεφορήμεθα λογισμοῦ8”.

 

Όσον αφορά τα έργα του αγίου Αυγουστίνου, ο Μέγας Φώτιος είχε καταγγείλει τη νοθεία των έργων του ήδη από τον όγδοο αιώνα, λίγα χρόνια μετά την επιβολή του filioque από την αυλή του Καρλομάγνου. Γράφει στο έργο του Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγία:

 

«Είπαν ο Αυγουστίνος και ο Ιερώνυμος, ότι το Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό. Και από πού μπορεί να επιβεβαιωθεί και να το πιστέψουμε, έχοντας περάσει τόσος χρόνος, ότι δεν κακοποιήθηκαν τα γραπτά τους; Μη νομίσης βέβαια πως μόνο εσύ είσαι γεμάτος θέρμη για ασέβεια και τολμηρός για τα ατόλμητα, αλλά αναλογίσου από τη δική σου γνώμη, ότι και τίποτε δεν εμπόδιζε να έχει αφθονία τέτοιων σκευών ο πολυμήχανος εχθρός του γένους μας9»

 

Κάτι τέτοιο είχε γίνει και παλαιότερα,όπως είχε εντοπίσει άλλη μια φορά ο Μέγας Φώτιος, όπως αναφέρει στην Βιβλιοθήκη του:

 

«Μετά το θάνατο όμως του Αγίου Αυγουστίνου άρχισαν μερικοί από τον κλήρο να ενισχύουν τη διδασκαλία της αίρεσης και να κατηγορούν και να διασύρουν τον Αυγουστίνο, ως εισηγητή τάχα της αναίρεσης του αυτεξουσίου. Αλλά και ο Κελεστίνος Ρώμης και υπέρ του θείου Αυγουστίνου, αλλά και εναντίον εκείνων που ανακινούσαν την αίρεση σταμάτησε την πλάνη γράφοντας στους επισκόπους της επαρχίας του10»

 

Αλλά και τον 7ο αιώνα έχουμε σχετική μαρτυρία και μάλιστα στο θέμα που μας ενδιαφέρει. Νοθεία σε μεγάλη έκταση γινόταν στα εκκλησιαστικά κείμενα από τους Πρισκιλλιανιστές, ίσως και από τον ίδιο τον αιρεσιάρχη, σύμφωνα με την παρακάτω μαρτυρία.

 

Ο Braulio ήταν επίσκοπος της Καισαραυγούστας (Σαραγόσσα) μέχρι τον θάνατό του το 651 μ.Χ.. Στην επιστολή του προς τον ιερέα Fructuosus του εφιστά την προσοχή για τον κίνδυνο που διατρέχει η ενορία του από τον πρισκιλλιανισμό:

 

“Προσέχετε αυτόν τον καιρό στην πατρίδα σας το δηλητηριώδες δόγμα του Πρισκιλλιανού, από το οποίο και ο Dictinus και πολλοί άλλοι έχουν μολυνθεί, όπως εκείνος ο άγιος Ορόσιος, τον οποίο διόρθωσε ο άγιος Αυγουστίνος.

Τόσο πολύ έιχε διαστρεβλώσει [ο Πρισκιλλιανός] τις Γραφές με τις αιρέσεις του, ώστε ακόμα και σήμερα βρίσκουμε πολλά [βιβλία] διαστρεβλωμένα με αυτές τις αλλοιώσεις11”.

 

Αυτή είναι μία πολύ σημαντική μαρτυρία, διότι θα μας προσφέρει έναν προσανατολισμό για το ποιος ξεκίνησε τις αλλοιώσεις των κειμένων, όταν παρακάτω θα δούμε επίσημα κείμενα να έχουν υποστεί νοθεία. Επίσης δεν είναι άσχετο ότι τα πρώτα νοθευμένα κείμενα και χειρόγραφα, τα οποία προσφέρονται ως τεκμήρια του filioque εκ μέρους των παπικών, προέρχονται από την Ισπανία, κοιτίδα του πρισκιλλιανισμού.

 

Η αδυναμία των περασμένων αιώνων να εξετάσουν τη γνησιότητα ή μη ενός κάποιου αποσπάσματος, το οποίο εμφανιζόταν ως πατερικό ή επίσημο κείμενο συνόδου έχει ξεπεραστεί στις ημέρες μας. Οι κριτικές εκδόσεις των κειμένων μαζί με την έρευνα της επιστήμης έχουν αποφανθεί για πολλά από αυτά, αν και υπάρχουν ακόμη χειρόγραφα σε εκκρεμότητα.

 

Έχει αποδειχθεί για παράδειγμα ότι από το ανθολόγιο, το οποίο χρησιμοποιούσε ο Θωμάς ο Ακινάτης για να υπερασπιστεί το filioque στο Contra Erores Graecorum, τα περισσότερα αποσπάσματα είτε είναι νόθα, είτε ψευδεπίγραφα12. Αυτό το ανθολόγιο ο Θωμάς ο Ακινάτης το είχε παραλάβει από προηγούμενο έργο, το Libellus de fide ss.Trinitatis του Νικολάου της Κοτρώνης (Κρότων), ενός Έλληνα από το Δυρράχιο, ο οποίος είχε μπει στην υπηρεσία του πάπα στις αρχές του 13ου αι13. Μάλιστα, το απόσπασμα από το έργο του Μεγάλου Βασιλείου, Κατά Ευνομίου, το οποίο χρησιμοποιείτο από τους παπικούς και περιεχόταν στα εν λόγω ανθολόγια, αποδείχθηκε ότι ήταν στην πραγματικότητα απόσπασμα από έργο του Ευνομίου και και περιεχόταν για να αναιρεθεί από τον μεγάλο πατέρα της Εκκλησίας.

 

Επίσης το περίφημο “Σύμβολο του Αθανασίου”, γνωστό και ως Quicumque Vult, το οποίο αποτελούσε θεμελιώδη απόδειξη υπέρ του filioque, αποδείχθηκε ότι καμία σχέση δεν είχε με τον Μέγα Αθανάσιο14.

 

Διεγνωσμένου του προβλήματος η λύση που πρότεινε ο Συλβέστρος Συρόπουλος στην ορθόδοξη αντιπροσωπεία της Συνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας ήταν η ακόλουθη:

 

“Διά ταῦτα τοίνυν πάντα οὐκ ἔχω οἴκοθεν ὡς γνήσια διακρῖναι ταῦτα ἤ νόθα, ἐπεί δέ ἔχω καί αὐτός ἀνάγκην εἰπεῖν, ὅσον ἔρχεται εἰς τήν ἐμήν εἴδησιν καί διάνοιαν, λέγω ὅτι ὅσα τῶν τοιούτων ῥητῶν εἰσι σύμφωνα τῇ ἐπιστολῇ τοῦ θείου Μαξίμου καί τοῖς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ὡς γνήσια δέχομαι ταῦτα· ὅσα δ' ἐναντιοῦνται τούτοις, οὐ παραδέχομαι ὡς νόθα”. 15

 

β) Η αποσπασματική χρήση και τα florilegia

 

Θέτει, λοιπόν, εδώ ο Συλβέστρος Συρόπουλος το αλάνθαστο κριτήριο της συμφωνίας των πατέρων (consensus patrum). Αυτό φέρνει το λόγο στο δεύτερο μεθοδολογικό πρόβλημα, τα ανθολόγια αυτά καθεαυτά. Η γνώση των ελληνικών πατερικών κειμένων ήταν αποσπασματική από τους Λατίνους. Προερχόταν από τα χωρία, τα οποία περιέχονταν στα συγκεκριμένα ανθολόγια.

Τα αποσπάσματα, όντας αποκομμένα από το αρχικό κείμενο, δεν πρόσφεραν γνώση του συγκεκριμένου έργου και του τι γραφόταν σ' αυτό συνολικά. Ήταν έξω από το πνεύμα του έργου. Δεύτερον, ήταν έξω από το πνεύμα του συγκεκριμένου εκκλησιαστικού συγγραφέα. Τρίτον, ήταν εκτός του πνεύματος της συνολικής πατερικής γραμματείας, την πατερικής παράδοσης.

 

Αυτό για τους Ορθοδόξους ήταν και είναι απαράδεκτο. Δεν αρκεί δηλαδή να προσκομίσει κάποιος ένα οποιοδήποτε κείμενο που να στηρίζει την μια ή την άλλη άποψη και εν προκειμένω το filoque. Θα πρέπει το απόσπασμα να ερμηνεύεται και να συμφωνεί, τόσο με την σκέψη του συγγραφέα του, όσο και με το πνεύμα της πατερικής παράδοσης. Η αποσπασματική χρήση κειμένων είναι ανεπαρκής, γι' αυτό και τα αποδεικτικά κείμενα που προσκόμιζαν ή προσκομίζουν οι παπικοί είναι ανεπαρκή, όταν δεν είναι νόθα. Με αυτό τον τρόπο οι παπικοί προσπαθούσαν να προσαρμόσουν τη θεολογία άλλων στο δικό τους σύστημα, όπως το περιγράφει ο John Erickson16.

 

γ) Το πρόβλημα της μετάφρασης.

 

Από αυτό το σημείο οδηγούμαστε στο τρίτο μεθοδολογικό πρόβλημα της Δύσεως, αυτό της ανάγνωσης των ελληνικών πατερικών κειμένων μέσα από μεταφράσεις. Οι μεταφράσεις αυτές καθεαυτές δεν θα συνιστούσαν πρόβλημα, αν πληρούνταν δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, αν υπήρχε λατινικός όρος που να αποδίδει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος με ακρίβεια και δεύτερον, αν η ακρίβεια στην λατινική μετάφραση του “εκπορεύομαι” με το “procedere” εκλαμβανόταν από τους παπικούς, ως ο μοναδικός τρόπος ύπαρξης ή αλλιώς το υποστατικό ιδίωμα του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος.

 

Η διαφορά των δύο προϋποθέσεων θα γίνει αμέσως αντιληπτή, μόλις ειπωθούν τα παρακάτω. Το ρήμα “εκπορεύομαι” είναι μία λέξη με πολλή συγκεκριμένη έννοια και χρήση. Χρησιμοποιείται αρχικά στο Κατά Ιωάννην ευαγγέλιο (Ιωαν. 15.26) και εν συνεχεία στο Σύμβολο της Πίστεως για να εκφράσει τον τρόπο ύπαρξης του Αγίου Πνεύματος εκ της μίας αρχής της θεότητος, του Πατρός.

 

Από τους λατίνους εκκλησιαστικούς συγγραφείς χρησιμοποιήθηκε το ρήμα “procedere”, όχι όμως με μοναδικό τρόπο.Το ίδιο ρήμα χρησιμοποιήθηκε για να μεταφράσει και άλλους όρους, τους οποίους χρησιμοποίησαν οι Έλληνες πατέρες της Εκκλησίας, για να περιγράψουν την σχέση μεταξύ των δύο προσώπων της Αγίας Τριάδος, του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος.. Η σχέση μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δεν περιγράφεται από τους Έλληνες Πατέρες ως σχέση υπαρξιακής εξάρτησης. Αντίθετα, αφορά την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο, σύμφωνα με το Ιωαν. 15.26 : ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός”. Είναι δηλαδή σχέση της θείας οικονομίας σύμφωνα με το

“Ἐπειδή τοίνυν τό ἅγιον Πνεῦμα,..., τοῦ Υἱοῦ μέν ἤρτηται”

 

και όχι σχέση που δηλώνει την αιτία της ύπαρξης σύμφωνα με την συνέχεια της επιστολής

 

“τῆς δέ ἐκ τοῦ Πατρός αἰτίας ἐξημμένον ἔχει τό εἶναι, ὅθεν καί ἐκπορεύεται”

του αγίου Γρηγορίου Νύσσης προς τον αδελφό του Πέτρο17.

 

Έτσι, με το “procedere” μεταφράζεται το “προχέομαι”, σύμφωνα με το κείμενο του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας στο Περί της εν Πνεύματι και αληθείας προσκυνήσεως:

 

“ἤγουν ἐκ Πατρός δι' Υἱοῦ προχεόμενον Πνεύμα18

 

όπως και το ρήμα “πρόειμι”, προέρχομαι, κατά τον Θησαυρό του ιδίου

 

“Ὅταν δέ τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐν ἡμῖν γενόμενον, συμμόρφους ἀποδεικνύει Θεοῦ, πρόεισι καί ἐκ Πατρός καί ἐκ Υἱοῦ, πρόδηλον ότι τῆς θείας ἐστίν οὐσίας, οὐσιωδῶς ἐν αὐτῇ καί ἐξ αὐτῆς προϊόν19

 

Όμως αυτά τα ρήματα δεν χρησιμοποιούνται από τους Έλληνες Πατέρες για να εκφράσουν τον τρόπο ύπαρξης του Αγίου Πνεύματος. Χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν την αποστολή του στον κόσμο, η οποία είναι δι' Υιού. Αυτό γίνεται κατανοητό από το παρακάτω. Όταν για παράδειγμα ο ίδιος Πατέρας θέλει να μιλήσει για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, τότε ομολογεί ότι μόνου εκ του Πατρός εκπορεύεται:

 

“Ἰδού γάρ, ἰδού Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, τοῦτ' ἔστιν, ἑαυτοῦ τόν Παράκλητον εἰπών, παρά τοῦ Πατρός αὐτόν ἐκπορεύεσθαι φησιν”

 

και αμέσως το αντιπαραβάλει με το “προϊόν”:

 

ὥσπερ γάρ ἐστιν ἴδιον Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ φυσικῶς, ἐν αὐτῷ τε ὑπάρχον, καί δι' αὐτοῦ προϊόν, οὔτω καί τοῦ Πατρός”,

 

όπου και φαίνεται καθαρά, ότι άλλη η αποστολή του Πνεύματος, όπου στον κόσμο “προχέεται” από τον Πατέρα και τον Υιό και όντας μέσα στον κόσμο “προέρχεται” από τον Πατέρα και τον Υιό, και άλλο η “εκπόρευση” του Αγίου Πνεύματος, η οποία είναι εκ μόνου του Πατρός.

 

Οι λατίνοι, όμως, τα μετάφραζαν με το “procedere” και όταν έγραφαν χρησιμοποιούσαν το ίδιο ρήμα και για να εκφράσουν κάποιες φορές την συγκεκριμένη ενέργεια της οικονομίας. Οι δε παπικοί, αδυνατώντας, όπως πάντα, να διακρίνουν την ενέργεια από την ουσία στον Θεό, θεωρούν ότι όλα αυτά αναφέρονται στην ουσία, η οποία είναι κοινή διότι ισχύει το “ομοούσιον”, οπότε καταλήγουν ότι τα “πρόειμι” και “προχέομαι” αφορούν την εκπόρευση.

 

δ) Η εκπόρευση κατά τον Άγιο Αυγουστίνο.

 

Δεν είναι, όμως, έτσι, διότι ακόμα και ο άγιος Αυγουστίνος, ο οποίος χρησιμοποιεί το procedere σε πολλές περιπτώσεις που αφορούν την ενέργεια της οικονομίας, όταν θέλει να αναφερθεί στην εκπόρευση, δηλαδή στον τρόπο ύπαρξης του Αγίου Πνεύματος, γράφει “procedit principaliter”:

 

Et tamen non frustra in hac trinitate non dicitur uerbum dei nisi filius, nec donum dei nisi spiritus sanctus, nec de quo genitum est uerbum et de quo procedit principaliter spiritus sanctus nisi deus pater” (De trintate XV.17.29)

 

Δηλ.

 

Και τώρα δεν είναι άσκοπο να ειπωθεί ότι σε αυτήν την Τριάδα κανένας δεν καλείται λόγος παρά μόνο ο Υιός και κανένας δώρο παρά μόνο το Άγιο Πνεύμα και από κανέναν άλλο δεν είναι γεννητός ο Λόγος και δεν εκπορεύεται προκαταρκτικά το Πνεύμα, παρά μόνο από τον Πατέρα”.

 

Και ξεκαθαρίζει αμέσως ότι λέει προκαταρκτικά, διότι το Πνεύμα το Άγιο “εκπορεύεται” (όχι όμως προκαταρκτικά) και από τον Υιό, εννοώντας την αποστολή του. Θέλει δηλαδή με το “principaliter” να διακρίνει την εκπόρευση ως ύπαρξη εξ αρχής από την εκπόρευση ως αποστολή. Και ναι μεν δεν χρησιμοποιεί την λέξη αποστολή, “missus” , αλλά την λέξη “donum” δώρο, που σημαίνει το ίδιο πράγμα, διότι εννοεί την αποστολή του Πνεύματος στον κόσμο, δώρο του Θεού στους ανθρώπους:

 

“Και γι' αυτό πρόσθεσα την λέξη προκαταρκτικά, διότι μάθαμε ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται επίσης και από τον Υιό. Αλλά ο Πατέρας του το έδωσε αυτό επίσης (σ.τ.μ. Εννοεί το να εκπορεύεται και από Αυτόν το Άγιο Πνεύμα), όχι ως να υπάρχει και να μην το έχει ήδη, αλλά ότιδήποτε έδωσε στον μονογενή Λόγο, το έδωσε με το να τον γεννήσει. Συνεπώς έτσι τον γέννησε, ώστε αυτό το δώρο (σ.τ.μ. Εννοεί το Άγιο Πνεύμα) να εκπορεύεται από κοινού και το Άγιο Πνεύμα να είναι Πνεύμα αμφότερων20”.

 

Η διευκρίνηση αυτή είναι σημαντικότατη. Βοηθάει να ελεγχθεί η επιχειρηματολογία του λατινόφρονα μητροπολίτη Νίκαιας και μετέπειτα εξομώτη καρδινάλιου Βησσαρίωνα. Στο έργο του Δογματικός [Λόγος] ή Περί Ἐνώσεως επιχειρηματολογεί υπέρ του filioque, ισχυριζόμενος ότι οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας υποστήριζαν την εκ του Υιού εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος με την χρήση της προθέσεως “διά”. Δηλαδή, εννοούσαν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Υιού, λέγοντας “δι' Υιού”. Προσπαθεί, λοιπόν, να εξηγήσει το γιατί χρησιμοποιούσαν την πρόθεση “διά” αντί της “εκ” με τα παρακάτω λόγια:

 

“Εἰρηκέναι μέντοι ταῦτα φαίην ἄν αὐτούς ἔγω γε, ὡς ἄν μή τις προκαταρκτικήν αἰτίαν τόν Υἱόν τοῦ Πνεύματος νομίσειε λέγεσθαι, μή παρά τοῦ πατρός εἰληφότα τήν δύναμιν τοῦ δι' αὐτοῦ προϊέναι τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Ἡ γάρ κοινή τῶν Ἐλλήνων χρῆσις ἐπί τῆς ἀρχοειδοῦς καί προκαταρκτικῆς αἰτίας κυρίως χρωμένη τῇ 'ἐκ' τόν τε Δαμασκηνόν ἠνάγκασε μή ἐξ Υἱοῦ, ἀλλά δι' Υἱοῦ φάναι τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τόν τε Μάξιμον ἔπεισε τό παρά τῶν Ῥωμαίων λεγόμενον ἐξ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι εἰς τό δι' Υἱοῦ προϊέναι μεταλαβεῖν. Εἰ γάρ καί ἐξ Υἱοῦ -φησίν- οἱ Ῥωμαίοι τό Πνεῦμα λέγουσιν ἐκπορεύεσθαι – ἡ δέ 'ἐκ' ἐπί τῆς ἀρχοειδοῦς αἰτίας παραλαμβάνεται-, ἀλλ' ὅμως οὐ τοιαύτην αἰτίαν ποιούμενοι τοῦ Πνεύματος τόν Υἱόν, τοῦτό φασιν. Καί ὁ Δαμασκηνός· 'ἐξ Υἱοῦ μέν οὐκ ἔστι τό Πνεῦμα, δι' Υἱοῦ δέ, μόνος γάρ ὁ πατήρ τοιοῦτός ἐστιν αἴτιος', οἵαν ἡ 'ἐκ' δηλοῦν βούλεται. Ταύτῃ τοι τήν μέν τοιαύτην αἰτίαν ἀρνοῦνται, τήν 'διά' δέ ὅμως ἀπονέμουσι τῷ Υἱῷ, δι' ἧς τό συναίτιον πάντως δηλοῦται21”.

 

Εδώ ο Βησσαρίωνας αναφέρεται σε δύο περιπτώσεις πατερικών κειμένων, τα οποία αναφέρουν την “δι' Υιού” εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Το πρώτο είναι από την επιστολή του αγίου Μαξίμου, την οποία θα συναντήσουμε και θα αναλύσουμε στο επόμενο κεφάλαιο. Το δεύτερο προέρχεται από έργο του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού. Γι' αυτά οι ανατολικοί έφερναν αντιρρήσεις, λέγοντας ότι η μεν επιστολή του αγίου Μαξίμου δεν είναι γνήσια, ενώ για το απόσπασμα του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, ότι δεν υπάρχει σε όλα τα αντίγραφα του έργου του.

Ο Βησσαρίωνας από την δική του πλευρά δέχεται και τα δύο ως γνήσια: “Ἀλλά τοῦτο μέν συγχωρήσω, καί δέξομαι τῆς ἐκείνων εἶναι ταῦτα φωνῆς τε καί διανοίας”. Δεν είναι, όμως, αυτό το ζήτημα που μας απασχολεί. Το επιχείρημά του είναι το εξής· λέει ότι εφόσον αυτά είναι έτσι, δηλαδή τα αποσπάσματα γνήσια, ας μην νομίσει κάποιος ότι εγώ (μιλάει ο Βησσαρίων) ισχυρίζομαι ότι ο Υιός είναι προκαταρκτική και “αρχοειδής” αιτία του Πνεύματος. Έχει, δηλαδή, υπόψη του την διευκρίνηση του αγίου Αυγουστίνου, και την θέτει ως γνώμωνα. Ναι, μεν, ο Υιός είναι αιτία (κατά τους παπικούς και τους λατινόφρονες), αλλά όχι προκαταρκτική αιτία.

 

Θεωρεί μάλιστα, ότι η διαφορά της χρήσης των προθέσεων έγκειται στην διαφορά της αιτίας από την προκαταρκτική αιτία. Επιμένει, λοιπόν, ότι οι Πατέρες χρησιμοποιούσαν την πρόθεση “εκ” όταν ήθελαν να μιλήσουν για την εκπόρευση του Πνεύματος από την προκαταρκτική αιτία, που είναι ο Πατέρας, και την “διά”, όταν μιλούσαν για το “συναίτιο”, δηλαδή τον Υιό.

Δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί μεγαλύτερη ανοησία.  Διότι οι παπικοί ποτέ δεν ισχυρίστηκαν ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός δι' Υιού. Εξαρχής ισχυρίζονταν ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Όχι μόνο αυτό, αλλά κατακεραύνωσαν στα Libri Carolini τους ανατολικούς Ρωμαίους, επειδή έλεγαν εκ του Πατρός δι' Υιού. Επίσης, μετά τη σύνοδο της Λυών το 1274 μ.Χ. άλλαξαν την αρχική τους θέση ότι ο Υιός είναι “συναίτιος”, και θεώρησαν Πατέρα και Υιό, ως μία αιτία.

 

Λέει πάλι ο Βησσαρίωνας ότι η “διά” σημαίνει την “εκ”, αλλά ως μη προκαταρκτική αιτία. Ποιοι, λοιπόν, συμφωνούν με τον άγιο Αυγουστίνο, όταν διακρίνει την εκπόρευση εκ του Πατρός ως προκαταρκτική αιτία, από την δι' Υιού; Οι παπικοί που λένε εκ του Πατρός και εκ του Υιού ή οι ορθόδοξοι που λένε εκ του Πατρός δι' Υιού; Και ποιοι πρέπει να αλλάξουν την διατύπωση (ούτε συζήτηση για την αντικανονική προσθήκη στο Σύμβολο); Οι παπικοί που λένε εκ του Πατρός και εκ του Υιού, ώστε να συμφωνήσουν με τον άγιο Αυγουστίνο, τον οποίο κατά κόρον επικαλούνται, ή οι ορθόδοξοι, οι οποίοι ούτως ή άλλως ομολογούν το ορθό δόγμα ακόμα και με γνώμονα τον άγιο Αυγουστίνο;

 

Οι ερωτήσεις αυτές είναι ρητορικές. Είναι προφανές ότι οι παπικοί ομολογούν και τον Υιό προκαταρκτική αιτία με τον τρόπο που ομολογούν την εκπόρευση, ακόμα και με τους όρους που θέτει ο άγιος Αυγουστίνος. Απλά ο Βησσαρίωνας λόγω υπερβολικής αυτοπεποίθησης που φτάνει τα όρια της αλαζονίας, δεν προσέχει τι λέει. Ακούει μόνο τον ήχο της φωνής του και την επιθυμία του να προσφέρει εκδούλευση στον πάπα. Καμμιά λογική στα όσα λέει, ή μάλλον το αποτέλεσμα του επιχειρήματός του είναι αντίθετο από αυτό που ο ίδιος νομίζει, διότι αποδεικνύει ότι οι ανατολικοί Ρωμαίοι είναι σύμφωνοι με την διδασκαλία του αγίου Αυγουστίνου.

 

Για τον λόγο αυτό και παρά το ότι οι παπικοί στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους για το filioque κατά το μεγαλύτερο μέρος στο έργο του αγίου Αυγουστίνου, η φράση “a Patre filioque procedit” δεν υπάρχει σε κανένα έργο του22.

 

Επίσης, έχοντας πάντα υπόψη του ότι μπορεί να σφάλει ως άνθρωπος, όπως αναφέρει στην εισαγωγή του De Trinitate, ομολογεί ότι αυτή είναι η πίστη του, εφόσον είναι η καθολική πίστη23. Με αυτό τον τρόπο γίνεται κατανοητό ότι ποτέ δεν ήταν πρόθεση του αγίου να επιμένει σε ένα σφάλμα, όπως κάνουν οι παπικοί, αλλά δηλώνει απερίφραστα υπακοή στην διδασκαλία της Εκκλησίας.

 

Ο Juan Migel Garrigues εντοπίζει την ρίζα του προβλήματος της μετάφρασης στον Τερτυλλιανό, ο οποίος χρησιμοποίησε το “procedere” στο έργο του Adversus Praxeam24 για να αποδώσει την έννοια του “προβέβλησθαι”, και όχι του “εκπορεύεσθαι”25. Συνεχίζοντας, υποστηρίζει ο ίδιος, ότι άλλοι Λατίνοι, όπως ο άγιος Ιλάριος Πικταβών, χρησιμοποίησαν το “procedere” για την υπαρξιακή σχέση του Αγίου Πνεύματος με τον Πατέρα, ενώ για την σχέση οικονομίας του Πνεύματος με τον Υιό χρησιμοποίησαν τα “mittere” (αποστέλλω) και “accipere” (λαμβάνω).

 

Έτσι ερμηνεύεται για παράδειγμα ο άγιος Ιλάριος Πικταβών, όταν γράφει:

 

“Το Πνεύμα της αληθείας εκπορεύεται από τον Πατέρα, αλλά αποστέλλεται δι' Υού από τον Πατέρα” (A Patre enim procedit Spiritus veritatis, sed a Filio a Patre mittitur)26.

 

Το πρόβλημα της μετάφρασης συνεχίστηκε με την Βουλγάτα. Ο άγιος Ιερώνυμος χρησιμοποίησε το “procedere” για να αποδώσει εκτός του “εκπορεύεσθαι” και τα “ἔρχεσθαι” (μια φορά), “προέρχεσθαι” (μια φορά), “προσέρχεσθαι” (μια φορά), “ἐξέρχεσθαι” (επτά φορές) και “προβαίνειν” (τέσσερις φορές)27.

Ωστόσο, για να μεταφράσει το “ἐκπορεύεσθαι” χρησιμοποίησε και άλλα ρήματα της λατινικής γλώσσας όπως τα “ejicior” (μια φορά), “divulgor” (μια φορά), “profisiscor” (δύο φορές), “egredior” (έξι φορές) και “exeo” (οκτώ φορές)28.

 

Έχοντας κατά νου αυτή την ορολογία, όταν διαβάζει κάποιος στον άγιο Αυγουστίνο το εξής:

 

“Και όπως για το Άγιο Πνεύμα το να είναι το δώρο του Θεού σημαίνει την εκπόρευσή του από τον Πατέρα, έτσι και το να αποστέλλεται γίνεται κατανοητό ως το να εκπορεύεται από Αυτόν. Ούτε μπορούμε να πούμε ότι το Άγιο Πνεύμα δεν εκπορεύεται από τον Υιό επίσης· δεν είναι χωρίς νόημα ότι το ίδιο Πνεύμα καλείται Πνεύμα του Πατρός και του Υιού29

 

καταλαβαίνει ότι για τον άγιο Αυγουστίνο η “εκπόρευση” και η “αποστολή” έχουν την ίδια έννοια, όχι της εσωτερικής στην Τριάδα σχέσης των προσώπων, αλλά της εν χρόνω αποστολής του Πνεύματος στον κόσμο.

 

Λέω εν χρόνω διότι σε άλλο σημείο γράφει ο άγιος Αυγουστίνος ότι:

 

Γιατί, λοιπόν, να μην γίνει πιστευτό ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται επίσης από τον Υιό, εφόσον είναι επίσης το Πνεύμα του Υιού; Διότι αν δεν εκπορεύεται από Αυτόν, μετά την ανάσταση, δείχνοντας τον εαυτό του πάλι στους μαθητές του, δεν θα είχε φυσήξει πάνω τους λέγοντας, Λάβετε Πνεύμα Άγιον. Διότι τι άλλο δείχνουν αυτές οι εκπνοές παρά το ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από αυτόν30

 

οπότε η “εκπόρευση” του αγίου Αυγουστίνου φαίνεται καθαρά ότι σημαίνεται από την “έκχυση” του Αγίου Πνεύματος από τον Χριστό στους μαθητές του, την δεδομένη χρονική στιγμή μετά την ανάσταση, και δεν μπορεί να σηματοδοτεί την προαιώνια εκπόρευση, ως τρόπο ύπαρξης του Αγίου Πνεύματος.

 

ε) Εκπόρευση και αποστολή κατά τους παπικούς.

 

Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι το “procedere” χρησιμοποιήθηκε από τους Λατίνους, για να σημάνει την ίδια έννοια με το “mittere”, την εν χρόνω δηλαδή απόστολή του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό. Οπότε περνάμε στο επόμενο μεθοδολογικό πρόβλημα, το οποίο είναι η σύγχυση των παπικών που επικαλούνται τα κείμενα των Λατίνων, όσα χρησιμοποιούν το “mittere” για να στηρίξουν το filioque.

 

Αυτή την αντιστροφή των εννοιών την ξεκίνησε πρώτος ο Θεοδούλφος της Ορλεάνης στο έργο του Libellus de Processione Spiritus Sancti. Το έργο αυτό αποτελεί παραγγελία της αυλής του Καρλομάγνου προς υπεράσπιση της πολιτικής του επιλογής υπέρ του filioque. Ταυτόχρονα αποτελεί και προπαγάνδα των Φράγκων εναντίον της Ανατολής, την οποία κατηγορεί για “καινοτομία”, τόσο στο θέμα του filioque, όσο και στο θέμα της εικονομαχίας που ταλάνιζε τότε την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

 

Για να δείξει ο Θεοδούλφος ότι η κατηγορία της καινοτομίας εναντίον των ανατολικών στέκει, έπρεπε να παρουσιάσει στοιχεία και από τους Έλληνες Πατέρες. Για να το πετύχει αυτό και εφόσον δεν θα μπορούσε να βρει Έλληνα Πατέρα να υποστηρίζει ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, αντέστρεψε την έννοια της αποστολής και την εξέλαβε ως εκπόρευση.

Έτσι η φράση του άγιου Ιλάριου Πικταβών:

 

“Το Πνεύμα της αληθείας εκπορεύεται από τον Πατέρα, αλλά αποστέλλεται από τον Υιό από τον Πατέρα31

 

θεωρήθηκε από τους παπικούς ως έκφραση που υποστηρίζει το filioque32.

Ο Θεοδούλφος θεολόγησε με τον εξής τρόπο, για να εκβιάσει το επιθυμητό συμπέρασμα. Θεώρησε ότι η ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος εξαρτάται από την ουσία του ενός Θεού και όχι αποκλειστικά από την υπόσταση του Πατέρα. Επειδή η ουσία είναι κοινή ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό θεώρησε συμπερασματικά ότι η ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος οφείλεται και στα δύο πρόσωπα33. Αυτό υποστηρίζουν μέχρι σήμερα και οι παπικοί και γι' αυτό η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα μόνο αποτελεί σκάνδαλο γι' αυτούς, θεωρώντας ότι έτσι διαρρηγνύεται η ενότητα της θείας φύσης, όπως αυτή εκδηλώνεται στα πρόσωπα του Πατρός και του Υιού, σύμφωνα με την δική τους πάντα θεώρηση. Η θεώρηση αυτή της ενότητας των δύο προσώπων είναι ακριβώς η ίδια, όπως την εξέφρασε ο Πρισκιλλιανός στην δική του θεολόγηση επί του τριαδικού δόγματος.

 

Με τέτοιο σκεπτικό ο Θεοδούλφος μπόρεσε να εντάξει στο δικό του ανθολόγιο περισσότερα κείμενα λατίνων εκκλησιαστικών συγγραφέων, καθώς και κείμενα Ελλήνων Πατέρων, όπως ο Δίδυμος ο Τυφλός, ο ψευδο-Αθανάσιος και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας. Εννοείται ότι τα συμπεριέλαβε σε λατινική μετάφραση.

 

Τι σημαίνει, όμως, σε λατινική μετάφραση; Σημαίνει, ότι το “προχεῖται” του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας γίνεται “procedere”. Γράφει ο άγιος στην τρίτη επιστολή του προς τον Νεστόριο:

 

“εἰ γάρ καί ἔστιν ἐν ὑποστάσει τό Πνεῦμα ἰδικῇ, καί δή καί νοεῖται καθ' ἑαυτό, καθό Πνεῦμα ἐστι καί οὐχ Υἱός· ἀλλ' οὖν ἐστιν οὐκ ἀλλότριον αὐτοῦ· πνεῦμα γάρ ἀληθείας ὠνόμασται, καί ἔστι Χριστός ἡ ἀλήθεια· καί προχεῖται παρ' αὐτοῦ, καθάπερ ἀμέλει καί ἐκ τοῦ Θεοῦ καί Πατρός34”.

 

Αυτό το εδάφιο στο ανθολόγιο του Θεοδούλφου γίνεται:

 

“Quamvis enim in sua sit substantia spiritus, et eius intellegatur in persona proprietas, iuxta id quod spiritus est et non filius, attamen alienus non est ab illo. Nam spiritus appellatus est veritatis, et veritas Christus est. Unde et ab isto similiter sicut ex deo patre procedit35”.

 

Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να αντιπροτείνει ότι στην επιστολή 55 του αγίου υπάρχει το εξής:

 

“Διαπεράναντες δέ τόν περί Χριστοῦ λόγον οἱ τρισμακάριοι Πατέρες, τοῦ ἀγίου Πνεύματος διαμνημονεύουσι. Πιστεύειν γάρ ἔφθασαν εἰς αὐτό, καθάπερ ἀμέλει εἰς τόν Πᾳτέρα καί τόν Υἱόν. Ὁμοούσιον γάρ ἐστιν αὐτοῖς· καί προχεῖται μέν, ἤγουν ἐκπορεύεται, καθάπερ ἀπό πηγῆς τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, χορηγεῖται δέ τῇ κτίσει διά τοῦ Υἱοῦ36”,

 

οπότε σωστά μεταφράστηκε στα λατινικά με το “procedere”. Δεν είναι, όμως, έτσι για δύο λόγους.

 

Πρώτον, αν το “προχεῖται” σήμαινε “ἐκπορεύεται'” δεν θα χρειάζονταν η επεξήγηση. Ο άγιος λέει “προχεῖται καθάπερ ἀπό πηγῆς του Θεοῦ καί Πατρός” και το ξεχωρίζει από το “χορηγεῖται διά τοῦ Υἱοῦ”. Δεν λέει ότι “προχεῖται” καί εκ του Υιού.

 

Δεύτερον, όταν ερωτήθηκε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας από τον Θεοδώρητο Κύρρου, αν υποστηρίζει την διπλή εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος απάντησε στον Απολογητικό του:

 

“ἴδιον δέ τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ, εἰ μέν ὡς ὁμοφυές, καί ἐκ Πατρός ἐκπορευόμενον ἔφη, συνομολογήσομεν, καί ὡς εὐσεβῆ δεξάμεθα τήν φωνήν. Εἰ δέ ὡς ἐξ Υἱοῦ, ἤ δι' Υἱοῦ τήν ὕπαρξιν ἔχον, ὡς βλάσφημον τοῦτο, καί ὡς δυσεβές ἀποῤῥίψομεν37”.

 

Η απολογία αυτή του αγίου Κυρίλλου οδήγησε και τον Θεοδώρητο Κύρρου να γράψει επιστολή προς τον επίσκοπο Αντιοχείας Ιωάννη και εκεί να παραδεχθεί:

 

“Ταύτην τήν ὀρθότητα ἐν τοῖς γράμμασι θεασάμενοι, ὑμνήσαμεν τόν τάς ψελλιζούσας γλώσσας ἰατρεύσαντα, καί τόν ἀπηχῆ φθόγγον εἰς ἡδείαν ἁρμονίαν μεταῤῥυθμίζοντα38”.

 

Με τα παραπάνω δίνουμε ένα παράδειγμα για το πώς αντικρούονται τα επιχειρήματα από λάθος μεταφρασμένα ή ερμηνευμένα πατερικά χωρία, όσα βρίσκονται στα ανθολόγια των παπικών.

 

στ') Η θεία ουσία ως αρχή της θεότητος.

 

Η θεωρία των παπικών ότι η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος οφείλεται στην ουσία της θείας φύσεως και όχι στο πρόσωπο του Πατρός, τους έδωσε το επιχείρημα για να απαντήσουν στην κατηγορία των ορθοδόξων περί της εισαγωγής δυαρχίας στην Αγία Τριάδα. Αν, όμως, εξεταστεί προσεκτικά, γίνεται φανερό ότι αλλοιώνει την ορθόδοξη τριαδολογία, διότι θέτει ως αρχή της θεότητος την θεία ουσία και όχι το πρόσωπο του Πατρός.

 

Αν η θεία ουσία είναι η αιτία της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος, τότε πρέπει να είναι και η αιτία της γέννησης του Υιού. Δεν μπορεί να είναι ο Πατήρ η αιτία της γέννησης, διότι και πάλι έχουμε δυαρχία, όπου η μία αρχή είναι ο Πατήρ και η άλλη η ουσία. Για να μην υπάρχει δυαρχία θα πρέπει να μην είναι ο Πατήρ αρχή της θεότητας, όπερ άτοπον.

Αν η θεία ουσία είναι η αιτία της γέννησης του Υιού, τότε πρέπει να είναι και η αιτία ύπαρξης του Πατρός για τον ίδιο λόγο. Αν ισχύουν τα παραπάνω, τότε τα “Πατήρ”, “Υιός” και “Άγιο Πνεύμα” είναι ονόματα χωρίς αντίκρυσμα στις ενδοτριαδικές σχέσεις των προσώπων, αλλά εκφράζουν τις ίδιες τις ενδοτριαδικές σχέσεις αυθαίρετα, διότι καταργούνται τα υποστατικά ιδιώματα. Περνάμε από την θεολογία του προσώπου στην θεολογία του ονόματος και μάλιστα του ψιλού ονόματος. Αυτή είναι, όμως, η θεολογία του Πρισκιλλιανού, όπως είδαμε στα προηγούμενα. Η παπική τριαδολογία είναι στην πραγματικότητα πρισκιλλιανιστική θεολογία.

 

Αυτή την θεολογία υπηρέτησε ο Δομινικανός θεολόγος Yves Marie-Joseph Congar, μετατρέποντας τα “υποστατικά ιδιώματα” σε “υποστατικές σχέσεις”(subsistent relations), σε μια παπική οπτική, η οποία, ακολουθώντας τις ρίζες της, φτάνει μέχρι τον Θωμά Ακινάτη. Σε αυτή την θεολόγηση, το “πρόσωπο” καθορίζεται ως μία “relationis oppositio”, ως μία “αντίθεση σχέσης”. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Congar, ότι τα “πρόσωπα” συνίστανται από τις σχέσεις τους με τα άλλα “πρόσωπα”. Δεν είναι υποστάσεις με αυτοσυνειδησία, αλλά ένας Θεός, ομοούσιος και όμοιος καθ' όλα με εξαίρεση την relationis oppositio, η οποία καθορίζει τις υποστάσεις. Παραπέμπει, μάλιστα στον Άνσελμο Καντερβουρίας και το De processione Spiritu Sancti, αν και ομολογεί ότι ο Άνσελμος δεν υποστήριξε τα παραπάνω αυτολεξεί39.

Με τις παραπάνω προϋποθέσεις, λοιπόν, γράφει ο Yves Congar, στο I Belive in the Holy Spirit III:

Αυτή η θεωρία των σχέσεων, η οποία διαχωρίζει τα πρόσωπα μέσα στην ουσία χωρίς να διαμερίζει την τελευταία, είναι απλή, μεγαλειώδης και ικανοποιητικη. Ωστόσο εμπλέκει μία δυσκολία στο να χαρακτηριστεί το Άγιο Πνεύμα. “Πατέρας” και “Υιός” είναι αλληλένδετοι, όροι που συνιστούν μια αντίθεση σε μια αμοιβαία σχέση. ... Ποιον αμοιβαίο όρο έχει το Άγιο Πνεύμα από τον οποίο εκπορεύεται και φανερώνει υπόσταση;40”.

 

Επαναλαμβάνει δε ο Joseph Ratzinger, μετέπειτα πάπας Βενέδικτος Ιστ·:

 

“Εδώ το καθοριστικό σημείο έρχεται στο φως. Το “Πατήρ” είναι ξεκάθαρα μία έννοια σχέσης. Μόνο στην υπαρξη-διότι η άλλη είναι ο Πατήρ· μέσα στην αυθυπαρξία του είναι απλά Θεός. Πρόσωπο είναι η ξεκάθαρη σχέση της συσχετισμένης ύπαρξης, τίποτα άλλο. Η σχέση δεν είναι κάτι παραπάνω που προστίθεται στο πρόσωπο, όπως γίνεται σε εμάς· υπάρχει μόνο εξ ολοκλήρου ως σχετικότητα41”.

 

Αυτή η διαφορά στον τρόπο κατανόησης των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος, διατυπώνεται και στην εξής στιχομυθία μεταξύ του αγίου Μάρκου του Ευγενικού και του Ιωάννη Μοντενέρο στην σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας:

 

“Ὁ Ἐφέσου. Κατ' ἐπίνοιαν μέν ἡμετέραν ἡ διάκρισις θεωρεῖται ἐν τοῖς προσώποις, οὐ πρός ἄλληλα, ἀλλά πραγματικῶς ἑκάστη ὑπόστασις.

Ο Νικαίας. Διακρίνεται ἐπινοίᾳ ἀλλήλων δέ τά θεῖα πρόσωπα, πραγματικῶς ὑφίστανται διά τῶν ἰδιωμάτων.

Ὁ Ἰωάννης. Ταῦτα τά ἰδιώματα εἰσι ταὐτά τῷ προσώπῳ;

Ὁ Νικαίας. Κατά τό πρᾶγμα καί κατά τό ὑποκείμενον ταὐτά εἰσι, διακρίνονται δέ ἀλλήλων κατά τήν θεωρίαν.

Ὁ Ἰωάννης. Ἐν τῷ Πατρί ἐστιν ἡ πατρότης καί ἡ οὐσία οὖσα κοινή τοῖς προσώποις· τό πρόσωπον τοῦ Πατρός οὐ διακρίνεται ἀπό τῆς πατρότητος, οὔτε ἀπό τῆς οὐσίας, εἰ μή κατ' ἐπίνοιαν·διακρίνεται δέ τῶν ἄλλων προσώπων πραγματικῶς. Ἐπειδή τοίνυν ἐν τῷ Πατρί ἐστιν ἡ πατρότης καί ἡ οὐσία καθ' ὅν τρόπον ἡμεῖς νοοῦμεν· ἡνίκα ὁ Πατήρ γεννᾷ, τί ἐστι τό ὑποκείμενον, ἤ ἡ πατρότης, ἤ ἡ ουσία, ἤ ἑκάτερον;

Ὁ Ἐφέσου. Τό κοινονούμενον τῷ Πατρί ἐστιν ἡ ουσία. Οὐ κοινωνεῖ δέ τῷ Υἱῷ κατά τήν οὐσίαν, ἀλλά κατά τό ἑαυτοῦ ἰδίωμα, τό πατρικόν δηλονότι·τοῦτο γάρ ἐστι τῷ Υἱῷ, καί ἔστιν ἀρχή, οὐκ αὐτή κοινή τῶν τριῶν οὖσα42”.

 

Από το απόσπασμα αυτό γίνεται φανερό ότι η πατρότης για μέν τους ορθοδόξους είναι υποστατικό ιδίωμα, το οποίο διακρίνει τον Πατέρα από τον Υιό, για δε τους παπικούς είναι σχέση μεταξύ του Πατρός και του Υιού. Τα πρόσωπα διακρίνονται εξαιτίας της μεταξύ τους σχέσης. Υπαρκτή είναι η μεταξύ των προσώπων σχέση, η οποία ουσιαστικά διακρίνει, χωρίς όμως να έχουμε προσωποποίηση των υποστάσεων. Συνεπώς οι παπικοί χρειάζονται μία ενδιάμεση σχέση μεταξύ Υιού και Αγίου Πνεύματος, ώστε να μπορέσουν να διακρίνουν τα πρόσωπα αυτά. Αντίθετα οι ορθόδοξοι διακρίνουν τις υποστάσεις του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

 

Υπ' αυτή την έννοια ο υπό συζήτηση Πατέρας γράφει στην Επιστολή ΛΗ' Γρηγορίῳ ἀδελφῷ περί διαφοράς οὐσίας καί ὑποστάσεως:

 

“Ἐπειδή τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἀφ' οὗ πάσα ἐπί τήν κτίσιν ἡ τῶν ἀγαθῶν χορηγία πηγάζει, τοῦ Υἱοῦ μέν ἤρτηται, ᾧ ἀδιαστάτως συγκατλαμβάνεται, τῆς δέ τοῦ Πατρός αἰτίας ἐξημμένον ἔχει τό εἶναι, ὅθεν καί ἐκπορεύεται, τοῦτο γνωριστικόν τῆς κατά τήν ὑπόστασιν ἰδιότητος ἔχει, τό μετά τόν Υἱόν καί σύν αὐτῷ γνωρίζεσθαι, καί ἐκ τοῦ Πατρός ὑφεστάναι43”.

 

Ερμηνεύων το ανωτέρω απόσπασμα ο άγιος Μαρκος ο Ευγενικός στην συνεδρίαση της συνόδου της Φλωρεντίας, επιβεβαιώνει το ότι το “ἤρτηται” σημαίνει “τέτακται” και προκύπτει από την σχέση των δύο υποστάσεων με τον Πατέρα:

 

“Ἐν τῷ ῥητῷ τούτῳ σαφῶς ὁ μέγας Βασίλειος ἐκ τοῦ Πατρός μόνου ἐκπορεύεσθαι λέγει. Φησί γάρ οὕτως· Τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἤρτηται μέν, τουτέστιν μετά τον Υἱόν τέτακται, καί τούτου τήν αἰτίαν ἀποδιδούς οὐκ εἶπεν, ἐξ αὐτοῦ ἐκπορεύεται, ἤ ἐξ αὐτοῦ τό εἶναι ἔχει, ὡς ἡ παρ' ἡμῶν χρῆσις βούλεται, ἀλλ' ὅτι σύν αὐτῷ ἀδιαστάτως καταλαμβάνεται, ἐκ τοῦ Πατρός προϊόν δηλονότι44”.

 

Το ότι αυτά που στην ορθόδοξη θεολογία ονομάζονται υποστατικά ιδιώματα δεν φανερώνουν ενδοτριαδικές σχέσεις, όπως θεωρούν οι παπικοί, το αποκλείει ο Μέγαλος Πατέρας στο ίδιο έργο:

 

“ὁ δέ Υἱός ὁ τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον Πνεῦμα δι' ἑαυτοῦ καί μεθ' ἑαυτοῦ γνωρίζων, μόνος μονογενῶς ἐκ τοῦ ἀγεννήτου φωτός ἐκλάμψας, οὐδεμίαν κατά τό ἰδιάζων τῶν γνωρισμάτων ἔχει τήν κοινωνίαν πρός τόν Πατέρα, ἤ πρός τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἀλλά τοῖς εἰρημένοις σημείοις μόνοις γνωρίζεται45”.

 

Εφόσον κατά το υποστατικό ιδίωμα ο Υιός δεν έχει κοινωνία με τον Πατέρα ή το Άγιο Πνεύμα, τότε δεν μπορεί η πατρότητα, το γεννητό ή το εκπορευτό να ορίζουν ενδοτριαδικές σχέσεις, διότι οι σχέσεις ορίζουν κοινωνία. Τόσο απλά το δογματίζει ο Μέγας Πατήρ.

 

Μιλώντας για αιτία, να πούμε ότι για τους παπικούς η αιτία είναι μία, η κοινή ουσία, και οι σχέσεις των προσώπων προκύπτουν εξαιτίας της ουσίας όχι της υπόστασης του Πατρός από την οποία δεν εξαρτώνται αμφιμονοσήμαντα. Γι' αυτό και δεν αντιλαμβάνονται δυαρχία. Το ότι δέχονται τον Πατέρα ως αιτία συμβαίνει επειδή παπαγαλίζουν την έκφραση, όχι επειδή αυτό προκύπτει από τον τρόπο που θεολογούν.

 

Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι το “filioque” δεν είναι απλά η μόνη δογματική αιτία χωρισμού Ανατολής και Δύσης, όπως ισχυρίζεται ο Βλαδίμηρος Λόσσκυ46, αλλά η έκφραση ενός εντελώς διαφορετικού τρόπου θεολόγησης μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Είναι η διαφορά μεταξύ της Ορθόδοξης με την αιρετική, την υιοθετημένη από τους παπικούς πρισκιλλιανιστική θεολόγηση. Είναι η διαφορά στην ορθόδοξη αντίληψη περί της Αγίας Τριάδος με την αντίστοιχη παπική.

 

ζ') Επίλογος κεφαλαίου Α'

 

Ως επίλογο θα παρουσιάσουμε ένα κραυγαλέο παράδειγμα νοθείας πατερικού κειμένου, με σκοπό την τεκμηρίωση της “και εκ του Υιού” εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Το νοθευμένο κείμενο προσκομίστηκε από τους παπικούς στην σύνοδο της Φερράρας, αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης, καθώς οι ανατολικοί Ρωμαίοι είχαν προσκομίσει το ίδιο κείμενο, στην γνήσια εκδοχή του, ως τεκμήριο περί του αντιθέτου. Το ποιος έκανε την νοθεία αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας για αιώνες. Ακόμη και σήμερα δεν μπορεί να δοθεί ικανοποιητική απάντηση, αν και έχουν γραφεί πολλές σελίδες και έχει χυθεί πολύ μελάνι. Ούτε η μελέτη όλων των διαθέσιμων χειρογράφων κατάφερε να απαντήσει πειστικά στο ερώτημα, ίσως γιατί δεν υπάρχει διάθεση να απαντηθεί. Εκείνο που θα γίνει φανερό από τα όσα γράφηκαν επί του θέματος, είναι η διάθεση απαλλαγής των παπικών από την κατηγορία της πλαστογραφίας.

 

Το νοθευμένο κείμενο προέρχεται από το έργο του Μεγάλου Βασιλείου, Κατά Ευνομίου47. Προσκομίστηκε από τους παπικούς στην σύνοδο της Φλωρεντίας, κατά την διάρκεια της δεύτερης συνεδρίασης, στις 2 Μαρτίου 1439 μ.Χ. και συζητήθηκε εκτενώς κατά την ίδια και τις επόμενες συνεδριάσεις48. Το κείμενο που παρουσίασαν οι παπικοί ήταν διαφορετικό από το γνήσιο κείμενο. Δίνουμε αμέσως παρακάτω τα δύο κείμενα με τα νοθευμένα σημεία μέσα σε αγκύλες. Πρώτο είναι το κείμενο, το οποίο ανέγνωσαν οι παπικοί και αμέσως μετά το γνήσιο.

 

“Τίς γάρ ἀνάγκη, εἰ τῷ ἀξιώματι καί τῇ τάξει τρίτον ἐστί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τρίτον εἶναι καί τῇ φύσει αὐτό; Ἀξιώματι γάρ δεύτερον τοῦ Υἱοῦ [καί ἐξ αὐτοῦ λαμβάνον καί ἀναγγέλον ἡμῖν, καί ὅλως τῆς αἰτίας ταύτης ἐξημμένον], ὁ τῆς εὐσεβείας παραδίδωσιν λόγος· φύσει δέ χρῆσθαι τρίτῃ, οὔτε παρά των ἁγίων διδασκόμεθα, [οὔτε ἐκ τῶν εἰρημένων δυνάμεθα συλλογίζεσθαι]...

οὕτω δηλονότι καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, εἰ καί ἀξιώματι καί τάξει ὑποβέβηκεν· ἐλάβομεν γάρ...49

 

Το γνήσιο κείμενο, το οποίο είχαν στη διάθεσή τους οι ανατολικοί Ρωμαίοι είναι το εξής:

 

“Τίς γάρ ἀνάγκη, εἰ τῷ ἀξιώματι καί τῇ τάξει τρίτον ἐστί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τρίτον εἶναι καί τῇ φύσει αὐτό; ἀξιώματι γάρ δευτερεύειν τοῦ Υἱοῦ, ὁ τῆς εὐσεβείας παραδίδωσιν ἴσως λόγος, φύσει δέ χρῆσθαι τρίτῃ, οὔτε παρά τῶν ἅγίων διδασκόμεθα...

οὕτω οὖν καί το Πνεῦμα τό ἅγιον, εἰ καί τῷ ἀξιώματι καί τῇ τάξει ὑποβέβηκεν, ὡς λέγουσι· παρειλήφαμεν γάρ...50”.

 

Όπως γίνεται αμέσως φανερό, στο πρώτο και πλαστογραφημένο απόσπασμα αφήνεται να εννοηθεί ότι το Άγιο Πνεύμα λαμβάνει την ύπαρξη και από τον Υιό. Η συγκεκριμένη πρόταση απουσιάζει από το κείμενο των ανατολικών.

 

Όπως φάνηκε στις συνεδριάσεις το πλαστό κείμενο ήταν η βάση της επιχειρηματολογίας των παπικών, γι' αυτό και επέμειναν στην γνησιότητά του και συζήτησαν το θέμα εκτενώς σε συνεχιζόμενες συνεδριάσεις. Γιατί αυτό; Οι παπικοί είχαν κατανοήσει ότι για να πείσουν τους ανατολικούς Ρωμαίους για ένα τόσο σοβαρό δογματικό ζήτημα, δεν αρκούσαν οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Έπρεπε να προσκομίσουν αποδείξεις από τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας.

Για τον λόγο αυτό προσκόμισαν λίγα αποσπάσματα από Λατίνους· οκτώ αποσπάσματα από έξι έργα του αγίου Αυγουστίνου, ένα από τον πάπα Γρηγόριο τον Μέγα, δύο από τον Μποναβεντούρα, και δύο άλλα από τον Θωμά τον Ακινάτη51. Αντίθετα, από τους Έλληνες Πατέρες προοσκόμισαν 38 αποσπάσματα, προερχόμενα από τις γραφίδες του Μεγάλου Αθανασίου έως και του αγίου Γρηγορίου Παλαμά52. Στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται αποσπάσματα από τις Οικουμενικές Συνόδους.

 

Ὀπως ήταν φυσικό οι ανατολικοί Ρωμαίοι προέβαλλαν ενστάσεις, διά στόματος του αγίου Μάρκου του Ευγενικού. Αυτός δήλωσε απερίφραστα ότι το χειρόγραφο που χρησιμοποιούσαν οι παπικοί ήταν παραχαραγμένο. Ανέφερε, μάλιστα, ότι υπήρχαν και στην Κωνσταντινούπολη νοθευμένα αντίγραφα του βιβλίου του Μεγάλου Βασιλείου:

 

“Ὁ Ἐφέσου. Τοῦτο τό βιβλίον εὑρίσκεται μέν καί παρ' ἡμῖν νενοθευμένον οὕτω τε καί διεφθαρμένον εἰς τήν ῥῆσιν ταύτην, ὡς ὑμεῖς προηνέγκατε. Εἰσί γάρ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει τέσσαρα ἤ πέντε βιβλία τόν ὅμοιον τρόπον ἔχοντα, τά δέ ὑγιῆ καί ἀδιάφθορον ἔχοντα τήν λέξιν καί τήν διάνοιαν ἐγγύς τῶν χιλίων εἰσί, τῇ τε ἀρχαιότητι καί τῷ πλήθει τό πιστόν ἔχοντα καί τήν ἀκολουθίαν ἀκριβῶς ἀποσώζοντα πρός τήν τοῦ διδασκάλου ἔννοιαν53”.

 

Ο άγιος Μάρκος Ευγενικός υπερασπίστηκε σε όλες τις αναφερθείσες συνεδριάσεις την θέση του και προσκόμισε πολλά άλλα αποσπάσματα του Μεγάλου Βασιλείου. Βάσει αυτών αναίρεσε τα επιχειρήματα των παπικών στο θέμα της διπλής εκπόρευσης. Ωστόσο, το θέμα της γνησιότητας ή της χάλκευσης του εν λόγω αποσπάσματος συνέχισε να απασχολεί την πλευρά τον παπικών, όχι επειδή ήθελαν να βρουν τι συνέβαινε πραγματικά, αλλά επειδή φάνηκε ότι ήταν κακοί παραχαράκτες κειμένων.

 

Ο παραπάνω αναφερθείς λατινόφρων επίσκοπος Νίκαιας Βησσαρίων επιχείρησε να τους απαλλάξει της κατηγορίας. Συνέχισε, μετά το πέρας της συνόδου και την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, ιδιωτικές έρευνες σε βιβλιοθήκες και χειρόγραφα αντίγραφα του Κατά Ευνομίου. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, κατέγραψε στην επιστολή του προς τον Αλέξιο Λάσκαρη Φιλανθρωπινό, Περί της Εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος:

 

“Ἕν τι ῥητόν τοῦ θείου πατρός ἡμῶν Βασιλείου, πάντων τῶν ἄλλων ἀντάξιον, παραλέλοιπα, διά τό ὁπωσοῦν ἀμφιβάλλεσθαι· οὐχ ὅτι καί ἐγώ περί τούτου ἐδίσταζον, οὐδαμῶς· ἀλλ' ὅτι παρά τοῖς πολλοῖς ἠμφιβάλλετο, ἀμφιβόλῳ χρήσασθαι οὐκ ἠθέλησα. Τοῦτο δέ ἐστιν ᾧ ἐν τῷ τρίτῳ τῶν κατ' Εὐνομίου πυρνόων ἑαυτοῦ λόγων ὁ μάκαρ ἐκεῖνος ἐχρήσατο, λέγων·[παραθέτει το ανωτέρω κείμενο]. Τοῦτο οὖν παραλέλοιπα μέν ἐν τῷδε τῷ λόγῳ. Οὕτω δ' ἐγώ πιστεύω τοῦτο γνήσιον εἶναι τοῦ μάκαρος Βασιλείου, ὥσπερ καί τούς ἄλλους κατ' Εὐνομίου λόγους αὐτοῦ. Οἷς δ' ἐμαυτόν λόγοις πείθω, ἀκούσεις ἄν καί αὐτός”.

 

Λέει εδώ ο Βησσαρίων ότι υπάρχει το συγκεκριμένο απόσπασμα του Μ. Βασιλείου, το οποίο δεν χρησιμοποιεί στην επιχειρηματολογία του επειδή είναι αμφιβαλλόμενο. Αμφιβαλλόμενο σύμφωνα με όσα λέει ο ίδιος, διότι για μεν τους ανατολικούς ήταν νόθο, όχι αμφιβαλλόμενο, για δε τους παπικούς γνήσιο.

Για τον ίδιο δεν είναι αμφιβαλλόμενο, λέει, αλλά γνήσιο, όπως και τα υπόλοιπα σημεία του κειμένου. Επειδή, όμως, οι άλλοι, δηλαδή οι ανατολικοί το αμφισβητούν, δεν το χρησιμοποιεί. Τον λόγο για τον οποίο είναι πεπεισμένος ότι το κείμενο είναι γνήσιο θα εξηγήσει στον Αλέξιο Λάσκαρη αμέσως:

 

“Πρῶτον μέν ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ πέντε βιβλίων εὑρεθέντων, μᾶλλον δέ ἕξ, τῶν μέν τεττάρων βεμβράνων καί παλαιοτάτων, τῶν δέ δύο βαμβακηρῶν· ὧν τά μέν τρία τοῦ Μυτιλήνης ἀρχιεπισκόπου ἦσαν, τό δέ τέταρτον τῶν Λατίνων· τῶν δέ δύο βαμβακηρῶν, τό μέν ἕν τοῦ κραταίου βασιλέως ἡμῶν, τό δέ ἄλλο τοῦ ἱεροῦ πατριάρχου, ὅ ἐκ τῆς τῶν Ξανθόπουλων μονῆς λαβών ἑπηγέγετο. Τούτων οὖν τῶν ἕξ, τά πέντε οὕτως εἶχον τήν χρήσιν, ὡς ἐγώ νῦν ἐξέθηκα, δηλαδή, 'παρ' αὐτοῦ τό εἶναι ἔχον καί ἐκείνης τῆς αἰτίας', ἤγουν τῆς τοῦ υἱοῦ, 'ἐξημμένον τό πνεῦμα τό ἅγιον' λέγοντα· τό δέ ἕν μόνον – τό τοῦ πατριάρχου, δηλαδή – εἶχεν ἑτέρως, τινός περικόψαντος τό ῥητόν, καί τά μέν προσθέντος, τά δ' ἀφελόντος”.

 

Αυτά ήταν τα διαθέσιμα χειρόγραφα του κειμένου του έργου του Μεγάλου Βασιλείου, τα οποία και προσκομίστηκαν στη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται. Έξι συνολικά, εκ των οποίων ένα ήταν τον Λατίνων, και πέντε των ανατολικών Ρωμαίων. Από τα πέντε τα τέσσερα είχαν την προσθήκη της επίμαχης φράσης, ενώ από το τελευταίο η φράση έλειπε. Αυτό, όμως, το τελευταίο ήταν του πατριάρχη και προέρχονταν από την βιβλιοθήκη της μονής του Ξανθόπουλου.

Από τα χειρόγραφα, τρία άνηκαν στον αρχιεπίσκοπο Μυτιλήνης Δωρόθεο. Έχει ενδιαφέρον το ότι ένα εκ των τριών είναι ο κώδικας Venetus Marcianus graecus 58. Αυτός ο κώδικας στο φύλλο 16ν φέρει την ακόλουθη σημείωση: “η βίβλος αὕτη Δωροθέου πέφυκε τοῦ Μυτιλήνης, ἀντελέχθη μηνί Αὐγούστῳ ινδ. Θ'” . Η σημείωση είναι γραμμένη με χέρι ελληνικό την περίοδο της συνόδου. Ο ίδιος ο κώδικας είναι του Θ' αιώνα54. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι το ότι ως Marcianus graecos, ο κώδικας προέρχεται από την συλλογή χειρογράφων τα οποία δώρισε στην Βενετία ο Βησσαρίωνας. Δηλαδή, από την κατοχή του Μυτιλήνης Δωρόθεου πέρασε στην κατοχή του Βησσαρίωνα, ίσως μέσα από την διαδικασία εξέτασής του από τον τελευταίο.

 

Στο παραπάνω απόσπασμα ο Βησσαρίωνας αφήνει να εννοηθεί ότι τα χειρόγραφα με το υπό των παπικών προσκομιζόμενο κείμενο ήταν και τα αρχαιότερα. Διότι τα χειρόγραφα από μεμβράνη ήταν παλαιότερα των χάρτινων χειρογράφων. Η μεμβράνη ήταν ένα υλικό γραφής, το οποίο χρησιμοποιούνταν πριν την αντικατάστασή του από το νεοφερμένο χαρτί, τα “βαμβακηρά” χειρόγραφα. Το υπό των ανατολικών προσκομιζόμενο κείμενο ήταν γραμμένο σε χάρτινο χειρόγραφο, άρα ήταν νεώτερο.

 

Αυτός, όμως, ο ισχυρισμός του Βησσαρίωνα δεν είναι ορθός. Στη σύνοδο ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, εξετάζοντας τα χειρόγραφα, δήλωσε ότι η υπό των ανατολικών προσφερόμενη βίβλος ήταν αρχαιότατη. Λέει: “πρῶτον τεθεωρήκατε τήν παρ' ἡμῖν αρχαιοτάτην βίβλον, οὐδαμῶς ἔχουσαν τήν προσθήκην ταύτην”. Είδατε, λέει, εξ αρχής την δική μας βίβλο ότι είναι αρχαιότατη. Αυτή η φράση “πρῶτον τεθεωρήκατε” φανερώνει ότι η γνήσια βίβλος εξετάστηκε από την σύνοδο. Την είδαν όλοι και την εξέτασαν. Κανείς δεν απαντά αρνητικά, κανείς δεν εξανίσταται στον ισχυρισμό του αγίου Μάρκου, ότι η βίβλος είναι όχι απλώς αρχαία, αλλά αρχαιότατη. Αυτή η βίβλος συνεπώς δεν θα μπορούσε να είναι χάρτινη. Ψεύδεται, λοιπόν, ο Βησσαρίωνας.

 

Θα μπορούσε κάποιος εδώ να σταματήσει την εξέταση της υπόθεσης και να προχωρήσει σε ετυμηγορία, επικαλούμενος την αρχή “falsus in uno, falsus in omnibus”. Επειδή, όμως, έχει ενδιαφέρον η έκβαση της υπόθεσης θα εξεταστεί έως τέλους. Έμπλεος ανησυχίας ο Βησσαρίων εξαιτίας της αποτυχίας του να πείσει τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό για την “γνησιότητα” της νοθείας, όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη ανάλωσε τον χρόνο του, όχι για να μελετήσει επισταμένα την γνώμη των Πατέρων για το filioque –δεν ξεχνάμε ότι ήταν μαθητής του Πλήθωνα και ακολουθούσε την γραμμή του Ιωάννη Βέκκου, αλλά για να βρει όσο περισσότερα χειρόγραφα του έργου του Μεγάλου Βασιλείου και με αυτόν τον τρόπο να αποδείξει τον άγιο Μάρκο ότι σφάλλει. Γράφει, λοιπόν, περίπου μία δεκαετία μετά την σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, έχοντας ήδη γίνει καρδινάλιος, στον Αλέξιο Λάσκαρη:

 

“Ἔπειτα, μετά τήν γενομένην ἁγίαν σύνοδον καί τήν εἰς Κωνσταντινούπολιν ἡμῶν ἐπάνοδον, προθέμενος τά τῶν ἱερῶν ἐκείνων μονῶν βιβλία πάντα σχεδόν ἀνιχνεῦσαι, ὅσα μέν νεώτερα καί μετά τήν πολλήν ἔριν γεγραμένα εὗρον, πάντα περικεκομμένον εὗρον ἔχοντα τό ῥητόν· ὅσα δ' ἀρχαιοτέρας χειρός ἧσαν καί πρό τῆς μάχης τῆς κατ' ἀλλήλων, ταῦτα δέ ὑγιῆ καί ὁλόκληρα μένουσιν, οὐκ ἐλάττω τῶν ἐφθαρμένων ὑπάρχοντα”.

 

Σε αυτό το σημείο ο Βησσαρίων κατηγορεί ευθέως τους ανατολικούς για νοθεία και διαφθορά των χειρογράφων του κειμένου του Μεγάλου Βασιλείου. Διότι ισχυρίζεται ότι πριν την έναρξη της αντιπαράθεσης για το filioque, όλα τα χειρόγραφα περιελάμβαναν την επίμαχη φράση. Μετά την έναρξη της αντιπαράθεσης η φράση παραλείπεται. Μάλιστα, ότι υπάρχουν και χειρόγραφα, στα οποία έχει σβηστεί με κακοτεχνία, αφήνοντας ίχνη της διαφθοράς. Και παρακάτω:

 

“Τοῦτο δέ τοιοῦτον ἦν. Μετά τῶν ἄλλων εὗρον κἀν τῇ μονῇ τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Παντεπόπτου δύο βίβλους τοῦ τρισμάκαρος Βασιλείου· τό μέν βέμβρανον παλαιότατον ἔκ γε τῆς ὄψεως – ὅσου δέ χρόνου οὐκ οἶδα, διά τό μή γεγράφθαι τό ἔτος ἐκεῖ -, τό δέ γε βαμβίκινον πρό χρόνων γεγραμμένον τριακοσίων. Ἐνεγέγραπτο γάρ ἐν τῷ τέλει χρόνος, ἀφ' οὗ τοῦτο ῥᾷστα συλλογίσασθαι ἔνεστι. Καί τά βιβλία μένουσιν ἔτι, εἰ μή που μετά τήν παρ' ἐμοῦ ἀνάδειξιν ἠφάνισται παρά τῶν πάντα ῥαδίως κατά τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας μηχανομένων”.

 

Εδώ περνάει σε περισσότερο συγκεκριμένα παραδείγματα, θέλοντας να δώσει αληθοφάνεια στους ισχυρισμούς του. Λέει ότι βρήκε δύο βιβλία παλαιά, το ένα χωρίς ημερομνία, αλλά επειδή ήταν γραμμένο σε μεμβράνη, σίγουρα ήταν παλαιό, και το δεύτερο γραμμένο σε χαρτί, φέρων, όμως, ημερομηνία που τοποθετούσε την αντιγραφή πριν τριακόσια χρόνια. Επειδή, όμως, θα γεννιόταν εύλογα η απορία, πού είναι τούτα τα βιβλία, δικαιολογεί την αδυναμία να προσκομίσει αποδείξεις των λεγομένων του, με το να κατηγορεί βαρύτατα τους ορθόδοξους, ότι εξαφάνισαν τα βιβλία αυτά, για να μην υπάρχουν πειστήρια. Αυτή την πράξη, την έπραξαν εύκολα, όπως εύκολα πράττουν όλα τα ενάντια στη σωτηρία τους, δηλαδή το να μην πείθονται στους παπικούς.

Ευτυχώς, η ανοησία του Βησσαρίωνα ήταν τοιαύτη, ώστε εκεί που κατηγορεί τους ορθόδοξους για νοθεία, παρασύρεται και αποκαλύπτει το ποιος έκανε την νοθεία. Λέει, δηλαδή, ότι στο μεν ένα βιβλίο, αυτό που ήταν από μεμβράνη, ξύθηκε το μελάνι με σίδερο και έμεινε κενό. Στο άλλο βιβλίο το χάρτινο, χύθηκε μελάνι για να σβηστεί το επίμαχο σημείο. Οι τεχνικές αυτές πράγματι χρησιμοποιούνταν. Ειδικά, τα βιβλία από μεμβράνη ξύνονταν και σβήνονταν τα γραμμένα. Κάποιες φορές γινόταν αυτό για να γραφεί κάποιο άλλο βιβλίο επάνω στη μεταχειρισμένη μεμβράνη. Αντίθετα, τα χάρτινα βιβλία δεν ήταν δυνατόν να ξυθούν λόγω της αδυναμίας του υλικού. Οπότε, μπορεί να χυνόταν μελάνι για να καλυφθούν τα γραμμένα.

 

Επάνω στο κενό, το οποίο είχε δημιουργηθεί στο βιβλίο από μεμβράνη, ο Κυδώνης (Δημήτριος;) πήγε και έγραψε την επίμαχη φράση:

 

“Ἀλλά χρόνῳ ὕστερον τοῦ σοφοῦ Κυδώνη ἐκείνου τήν βίβλον εἰς χεῖρας λαβόντος, τό ῥητόν πάλιν ὑγιές ἀπεδόθη· αὐτός γάρ οἰκείᾳ χειρί τό τε ῥητόν ἐν τῷ βιβλίῳ ὁλόκληρον προσπαρέγραψεν, ὕβρεσι τε ἀξίως  ἔπλυνε τόν τοῦτο τετολμηκότα55”.

 

Προφανώς, αυτή είναι μία ομολογία αναπόφευκτη, διότι, σύμφωνα με τα όσα διαβάζει κάποιος στο παραπάνω απόσπασμα, ο Κυδώνης, όχι μόνο ενόθευσε το κείμενο, αλλά υπέγραψε και την νοθεία και στόλισε με ύβρεις τον κατά φαντασία ένοχο, για να δικαιολογήσει την πράξη της νοθείας και να την εμφανίσει ως εργασία αποκατάστασης του κειμένου. Αυτά τα χαριτωμένα γινόταν στα περιθώρια των χειρογράφων και δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιος αρχάριος αντιγραφέας περνούσε τις σημειώσεις για κείμενο και τις αντέγραφε στο σώμα του κειμένου.

Τι είπε, όμως, για τη συγκεκριμένη νοθεία ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός; Στην τέταρτη συνέλευση της εν Φλωρεντία συνόδου εγείρει την εξής ένσταση:

 

Ὁ Ἐφέσου. Τοῦτο τό βιβλίον εὑρίσκεται μέν καί παρ' ἡμῖν νενοθευμένον οὕτω τε καί διεφθαρμένον εἰς τήν ῥῆσιν ταύτην, ὡς ὑμεῖς προηνέγκατε. Εἰσί γάρ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει τέσσαρα ἤ πέντε βιβλία τόν ὅμοιον τρόπον ἔχοντα, τά δέ ὑγιῆ καί ἀδιάφθορον ἔχοντα τήν λέξιν καί τήν διάνοιαν ἐγγύς τῶν χιλίων εἰσί, τῇ τε ἀρχαιότητι καί τῷ πλήθει τόν πιστόν ἔχοντα καί τήν ἀκολουθίαν ἀκριβῶς ἀποσώζοντα πρός τήν τοῦ διδασκάλου ἔννοιαν. Φαίνεται τοίνυν ὥσπερ τό ἅγον σύμβολον ἔπαθε φανερῶς, οὕτω καί ἡ βίβλος αὕτη πέπονθε κρυφίᾳ χειρί παρά τῶν τό δόγμα φρονούντων, καί προσθήκην ἐδέξατο, πολύ μέν τό ἀνάντιον ἔχουσαν, πολύ δέ τό ἀσυνάρτητον πρός τήν διάνοιαν τοῦ μεγάλου Βασιλείου56”.

 

Εδώ υπάρχουν κάποια ενδιαφέροντα σημεία. Πρώτον, η από τους παπικούς προσφερομένη εκδοχή του κειμένου είναι εις γνώση του αγίου Μάρκου. Δεν την συναντά για πρώτη φορά στην εν εξελίξει σύνοδο. Δεν ξαφνιάζεται από την απόδειξη που έφεραν οι παπικοί, δεν εντυπωσιάζεται, δεν επανερμηνεύει τον μέγα Βασίλειο με κλειδί την επίμαχη φράση. Είναι έτοιμος να απαντήσει, καθώς, όπως φαίνεται είναι γνώστης του θέματος, έχει κάνει την έρευνά του και έχει καταλήξει στα συμπεράσματά του. Ο τρόπος με τον οποίο εργάζεται ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός είναι καθαρά επιστημονικός και αυτό θα φανεί παρακάτω.

 

Γνωρίζει, λοιπόν, το νοθευμένο και διεφθαρμένο κείμενο και μάλιστα το έχει συναντήσει σε βιβλία, τέσσερα ή πέντε στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ υπάρχει σοβαρό ζήτημα αξιοπιστίας. Ο Βησσαρίωνας, γράφοντας δέκα χρόνια μετά σε κάποιον, ο οποίος δεν ήταν παρών στις συνεδριάσεις της συνόδου και δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τι έγινε, αλλά λάμβανε τις πληροφορίες του από αυτόν, έγραψε ότι οι ορθόδοξοι είχαν μαζί του πέντε βιβλία με το νοθευμένο κείμενο και μόνο ένα με το γνήσιο. Εδώ ο άγιος Μάρκος ισχυρίζεται ότι υπάρχουν ισάριθμα βιβλία με το νοθευμένο κείμενο, αλλά στην Κωνσταντινούπολη. Ποιος από τους δύο λέει ψέμματα;

 

Η απάντηση σε αυτήν την ερώτηση ακολουθεί την απάντηση σε μια άλλη ερώτηση· θα ήταν ποτέ δυνατόν να φέρουν μαζί τους οι ορθόδοξοι βιβλία με κείμενο το οποίο λέει τα αντίθετα από αυτά που θέλουν να αποδείξουν; Προφανώς και όχι. Και μία ακόμη ερώτηση· αν ο άγιος Μάρκος ψευδόταν ενώπιον τόσων παρισταμένων ιεραρχών, ορθοδόξων ιεραρχών, αν ο άγιος Μάρκος ψευδόταν ενώπιον του βασιλέα, του Ρωμαίου αυτοκράτορα, αν ο άγιος Μάρκος ψευδόταν ενώπιον των αντιπάλων του καρδινάλιων, δεν θα έβγαινε κάποιος να του πει ότι ψεύδεται; Ότι έχουν οι ίδιοι οι ορθόδοξοι στην κατοχή τους τέσσερα βιβλία με το κείμενο που οι παπικοί παρουσιάζουν και μόλις ένα κείμενο χωρίς την πρόσθετη φράση; Και αν όχι κάποιος από τους άλλους, δεν θα έβγαινε ο ίδιος ο Βησσαρίωνας να ομολογήσει ότι υπάρχουν αυτά τα τέσσερα-πέντε βιβλία στην κατοχή των ορθοδόξων, ώστε να λήξει πανηγυρικά υπέρ των προσφιλών του παπικών η συζήτηση και να μην χρειάζεται να επανέρχονται στο ίδιο θέμα κατά τη διάρκεια τόσων πολλών συνεδριάσεων; Γιατί θα έπρεπε να περιμένει μια δεκαετία για πει αυτά που έγραψε στον Αλέξιο Λάσκαρη; Και πάλι ρητορικά τα ερωτήματα. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός έλεγε την αλήθεια και ο Βησσαρίωνας ψέμματα. Εκείνο, που προκαλεί εντύπωση είναι ότι υπάρχουν ακόμα και σήμερα παπικοί, οι οποίοι αρέσκονται να συζητούν τους ισχυρισμούς του Βησσαρίωνα57.

Όταν στην συνέχεια οι παπικοί προσπάθησαν να αποσείσουν την κατηγορία από πάνω τους, λέγοντες ότι δεν έπραξαν αυτοί την διαφθορά επειδή το διεφθαρμένο κείμενο βρίσκεται και στην Κωνσταντινούπολη, -μάλιστα ο Βησσαρίωνας για να τους βοηθήσε έγραψε αργότερα ότι δεν θα μπορούσε χέρι Λατίνου να γράψει τόσο καλά στα ελληνικά- ο άγιος Μάρκος απάντησε τα εξής:

 

“Ὅτι μέν καί παρ' ἡμῖν εὑρίσκεται τό βιβλίον τοῦτο παρηλλαγμένον καί τήν προσθήκην ταύτην ἔχον ἥν ὑμεῖς προηνέγκατε, καί ἡμεῖς ὡμολογήσαμεν πρότερον· καί διά τοῦτο οὐδέν θαυμαστόν, εἰ ἐξ ἐκείνων τῶν εὑρισκομένων βιβλίων ἐνταῦθα μετεκομίσθη. Φαίνεται δέ μᾶλλον ἐκ τούτων ὅτι ἡμεῖς προηνέγκαμεν τήν προσθήκην ταύτην. Εἰ γάρ ἡμεῖς ἐποιήσαμεν, ἠδυνάμεθα ἄν ἀφανίσαι τά βιβλία, ὀλίγα ὅντα καί εὐαρίθμητα· ἀλλ' ἀπλότητι χρώμενοι καί τῇ ἀληθείᾳ θαρροῦντες ἀφήκαμεν σώζεσθαι τάς τήν ἐναντίαν ἐχούσας βίβλους58”.

 

Στο παραπάνω ο άγιος Μάρκος λέει ότι δεν μπορούν οι παπικοί να κατηγορήσουν τους ανατολικούς για την νοθεία του κειμενου για δύο λόγους· πρώτον οι ίδιοι οι ανατολικοί ομολόγησαν ότι έχουν στην κατοχή τους το ίδιο κείμενο. Δεν είναι κάτι που απέκρυψαν. Δεύτερον, αν είχαν κάνει τη νοθεία θα μπορούσαν και να την εξαφανίσουν. Προφανώς κάποιοι άλλοι την είχαν κάνει. Ο λόγος που το κείμενο υπήρχε ακόμη στην νοθευμένη του μορφή, ήταν ότι οι ορθόδοξοι δεν φοβήθηκαν ότι κινδυνεύει η πίστη από ένα νοθευμένο κείμενο.

 

Είχαν το θάρρος της αλήθειας, “τῇ ἀληθείᾳ θαρροῦντες”. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι οι ορθόδοξοι ήταν μέσα στο πνεύμα της θεολογίας του Μεγάλου Βασιλείου, οπότε μπορούσαν να κρίνουν αν ένα κείμενο, το οποίο αποδιδόταν σε αυτόν, ήταν όντως δικό του ή ψευδεπίγραφο. Με ποιον τρόπο το έκανε αυτό ο άγιος Μάρκος. Βρήκε τις εσωτερικές αποδείξεις, όπως λέει η σύγχρονη μεθοδολογία. Βρήκε, δηλαδή, και εξέθεσε εκείνα τα σημεία της διδασκαλίας του Μεγάλου Βασιλείου, τα οποία έρχονταν σε σύγκρουση με την υπό εξέταση φράση.

Ο τρόπος εργασίας του αγίου Μάρκου ήταν κατά πάντα επιστημονικός, και μάλιστα αμερόληπτα επιστημονικός, σύμφωνα με την μεθοδολογία κριτικής κειμένων διότι την ίδια εργασία θα μπορούσαν να είχαν κάνει και οι παπικοί, θα μπορούσαν επίσης να είχαν καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα, απλά δεν τους συνέφερε. Και δεν τους συνέφερε διότι στην επίμαχη φράση είχαν στηρίξει την δική τους αποδεικτική διαδικασία. Επειδή η φράση αυτή έκανε ξεκάθαρη δήλωση υπέρ της εκ του Υιού, εκπορεύσεως, σε ένα θέμα δηλαδή, για το οποίο ο συγκεκριμένος Πατέρας είχε γράψει αδιευκρίνιστα, η δήλωση αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους παπικούς, ως το ερμηνευτικό κλειδί για την επεξήγηση των υπόλοιπων λόγων του Μεγάλου Βασιλείου.

 

Επειδή, λοιπόν, ήταν ένα κρίσιμο απόσπασμα, οι παπικοί έκαναν ότι ήταν δυνατόν για να το υποστηρίξουν. Μάλιστα, σήμερα γράφεται ότι ήταν η απόδειξη, που έπεισε τους ανατολικούς να υπογράψουν την ένωση. Βέβαια, εμείς ξέρουμε ότι ήταν οι έξωθεν πιέσεις και όχι η πειστικότητα των επιχειρημάτων των παπικών, ο εξαναγκασμός για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, που έπεισε τους ανατολικούς να υπογράψουν την επαίσχυντη ένωση.

 

Τα παραπάνω φαίνονται ξεκάθαρα στη λογομαχία του αγίου Μάρκου με τον Ιωάννη Μοντενέρο για το θέμα που θίγεται στην νοθευμένη φράση, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα είναι τρίτο τῃ τάξει και τῷ ἀξιώματι μετά τον Πατέρα και τον Υιό. Λέει, λοιπόν, ο Ιωάννης ότι ο Μέγας Βασίλειος το γράφει πραγματικά αυτό. Του απαντά ο άγιος Μάρκος ότι έτσι συμφωνεί ο Μέγας Βασίλειος με τον Ευνόμιο. Ναι, απαντά ο Ιωάννης, συμφωνεί. Άρα, επανέρχεται ο άγιος Μάρκος, συμφωνεί και με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων. Ναι, απαντά ο Ιωάννης, συμφωνεί ο Ευνόμιος με τους Πατέρες που λένε τω Πνεύμα τρίτο τῇ τάξει και τῷ αξιώματι, όπως λέει και ο Μέγας Βασίλειος και εξ αυτού συμπεραίνει ότι είναι τρίτο και τῇ φύσει.

 

Εδώ, όμως, υπενθυμίζει στον Ιωάννη, ότι ο Μέγας Βασίλειος δεν λέει ότι ο Ευνόμιος συμφωνεί με τους άγιος Πατέρες, αλλά ότι προσποιείται ότι συμφωνεί και αναπτύσσει την σκέψη του επί του θέματος. Η τοιαύτη ανάλυση δείχνει την επιστημονικότητα του έργου του αγίου Μάρκου, καθώς και την σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπισε το κείμενο:

 

“Ὁ Ἐφέσου. Εἰ δόξα τῶν ἁγίων ἦν καί αὐτοῦ τοῦ μεγάλου Βασιλείου ὅτι τό Πνεῦμα τό ἅγιον τρίτον ἐστί τῇ τάξει καί τῷ ἀξιώματι, οὐκ ἄν ἔλεγε περί τοῦ Εὐνομίου ὅτι προσποιεῖται φυλάσσειν τήν τῶν ἁγίων διδασκαλίαν, ἀλλ ἐμαρτύρησεν αὐτῷ ὅτι φυλάσσει τήν τῶν ἁγίων διδασκαλίαν, ἐξ αὐτῆς δέ ἄλλο συνάγει παρά τήν αὐτῶν ἀπόφασιν· οἷον ὅτι ἐκεῖνοι εἶπον τρίτον τῇ τάξει καί τῷ ἀξιώματι, οὗτος δέ συνάγει ὅτι καί τῇ φύσει τρίτον. Νῦν δέ ὁ μέγας Βασίλειος οὐ μαρτυρεῖ τῷ Εὐνομίῳ ὡς ἀληθεύοντι, ἄλλα λέγει ὅτι φυλάσσει τήν τῶν ἁγίων [προσποιεῖται] διδασκαλίαν, οὐ φυλάσσει δέ πάντως. Διό καί ἐφεξῆς ἐπάγει πρός τόν λόγον καί τήν οἴησιν, ἐνιστάμενος ὅτι τούς ταύτην αὐτῷ τήν τάξιν παραδεδωκότας σιωπᾷ. Καί μετά ταῦτα· Τινές δέ ἅγιοι, καί ἐν ποίοις λόγοις τήν διδασκαλίαν πεποίηνται. Βλέπεις ὅτι ἀρνεῖται τοῦτο εἶναι δόξαν καί ἑαυτοῦ καί τῶν ἁγίων. Καί μετά ταῦτα λέγει· Ἄρα γέγονεν ἄνθρωπος οὕτω τολμηρός καί καινοτόμος; καινοτόμον αὐτόν λέγει καί τολμηρόν, ὡς λέγοντα παρά τήν τῶν ἁγίων διδασκαλίαν, ὅ μηδαμῶς οἱ ἅγιοι εἶπον· οὐδείς γάρ εἶπε τρίτον τῷ ἀξιώματι καί τῇ τάξει· καί τοῦτό φησιν ἐνιστάμενος κατά τοῦ Εὐνομίου. Εἰ δέ μή, δεῖξον αὐτός ὡς τῶν ἁγίων ἐστί δόξα τό εἶναι τρίτον τῇ τάξει καί τῷ ἀξιώματι τό Πνεῦμα τό ἅγιον· ἡμεῖς γάρ ἐδείξαμεν τόν Βασίλειον οὐ συμβαίνοντα κατά τοῦτο τῷ Εὐνομίῳ, ἀλλά μᾶλλον ἀνατρέποντα τήν ἐκείνου δόξαν τε καί φωνήν. Ἄρα οὐκ ἔχει ταῦτα τό παρ' ὑμῖν βιβλίον;59”.

 

Έτσι ο άγιος Μάρκος δείχνει ότι είναι μέσα στο πνεύμα της θεολογίας του Μεγάλου Βασιλείου, εν αντίθεσει με τον ομιλητή του, ο οποίος διαβάζει τις λέξεις χωρίς να κατανοεί την έννοιά τους. Επειδή σε αυτά ο Ιωάννης δεν μπόρεσε να απαντήσει, διευρύνει τα παραδείγματα της συζήτησης, επικαλούμενος ρητά των Μεγάλου Αθανασίου και Κυρίλου Αλεξανδρείας. Σε απάντηση ο άγιος Μάρκος ξεκινά την επεξήγηση και αυτών των ρητών θέτοντας τις προϋποθέσεις για την μελέτη, την κατανόηση, αλλά και την εξέταση των έργων των Πατέρων. Αυτά που λέει και παρατίθενται αμέσως παρακάτω είναι εξαιρετικής σημασίας, καθώς είναι σήμερα η επιστημονική μέθοδος μελέτης της διδασκαλίας των Πατέρων.

 

“Ταῦτα μέν πρός τό πρῶτον· πρός δέ τό δεύτερον ἐκεῖνά φαμεν, ὅτι τόν σκοπόν τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου ἐν οἷς ταῦτα λέγει θεωρητέον ἐστί καί πρός οὕς τόν λόγον ποιεῖται. Χρή γάρ τόν τοῖς θείοις λόγοις ἐντυγχάνοντα, καθά φησιν ὁ μέγας Κύριλλος έν τοῖς πρακτικοῖς τῆς τρίτης συνόδου, καί τά πρόσωπα καί τόν χρόνον διαιρεῖν, καί τήν αἰτίαν δι' ἥν ἕκαστον εἴρηται λογίζεσθαι· οὕτω γάρ ἑκάστῳ ῥητῷ τήν πρέπουσαν αἰτίαν τις ἀποδοῦναι τῇ τοῦ Πνεύματος δυνήσεται χάριτι, καί τά ἑξῆς60”.

 

Στο σημείο αυτό ο άγιος Μάρκος προσφέρει ένα πρακτικό παράδειγμα της συμφωνίας των Πατέρων. Για να είναι σωστή η ερμηνεία του κειμένου πρέπει να συμφωνεί και με το υπόλοιπο έργο του συγκεκριμένου πατρός και με το έργο των θεοφώτιστων πατέρων που έγραψαν για το θέμα. Αυτό, βέβαια, το κατανοούσαν και οι παπικοί, γι' αυτό και ο Ιωάννης Μοντενέρο προσπαθεί να συνδέσει το αφισβητούμενο κείμενο με έργα άλλων πατέρων, εφόσον δεν μπορεί να το συνδέσει με έργο του ίδιου πατρός. Αλλά και σ' αυτό ο άγιος Μάρκος υπερισχύει προσφέροντας την ορθή ερμηνεία των κειμένων του Μ. Αθανασίου και του Κυρίλλου Αλεξανδρείας.

 

Ο άγιος Μάρκος προσφέρει στα παραπάνω την πρακτική εφαρμογή, το πρακτικό παράδειγμα των όσων ειπώθηκαν στο έκτο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου της παρούσης, περί της αποσπασματικής χρήσης των πηγών και τα florilegia. Το ότι τα κριτήριά του ήταν άκρως επιστημονικά, για την κριτική του κειμενου και την εξαγωγή του συμπεράσματος για την νοθεία του, το επιβεβαιώνει ο R. Nisbet με την πολύχρονη εμπειρία του σε παρόμοιες εργασίες61.

 

Τέλος, στην επί πολλούς αιώνες διαμάχη για την γνησιότητα των κειμένων, η απάντηση της σύγχρονης έρευνας δικαίωσε τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό. Στην κριτική έκδοση του Adversus Eunomium των B. Sesboüé, G.-M. De Durand, L. Ddoutreleau, Basil de Césarée, Contre Eunome 9suivi de Eunome, Apologie), vol. II, coll. SC 305, Paris 1985, p.146,1.24-29 ως πρωτότυπο δίνεται το κείμενο που είχε στην διάθεσή του ο άγιος Μάρκος. Το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαιώνει ο M. Van Parys, Quelques remarques à propos d' un texte controversé de Saint Basile au concile de Florence, in Irénikon 40 (1967), pp.12-1462. Επίσης, οποιοδήποτε ελληνικό κείμενο θεώρησε ο άγιος Μάρκος ότι παρουσιάστηκε νοθευμένο στη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, η σύγχρονη κριτική μελέτη το έχει αποδείξει ως τέτοιο63.

Από όσα ισχυρίστηκε ο άγιος Μάρκος σχετικά με αυτό το ζήτημα, το μόνο που δεν αποδείχθηκε – μέχρι στιγμής τουλάχιστον – είναι το ποιος έκανε την νοθεία. Υπάρχουν απόψεις που θεωρούν ότι η νοθεία πρέπει να έγινε από τον ίδιο τον Ευνόμιο ή κάποιον μαθητή του. Ο Αλέξανδρος Αλεξάκης κάνει την υπόθεση, ότι το νόθο κείμενο πρέπει να βρισκόταν στο ανθολόγιο πατερικών κειμένων που χρησιμοποιούνταν στην Ρώμη, κατά την αναφορά του οσίου Μάξιμου του ομολογητού. Κάτι τέτοιο, βέβαια, προϋποθέτει ότι υπήρχαν υποστηρικτές του filioque στην Ρώμη, την εποχή του οσίου Μαξίμου, κάτι το οποίο δεν ισχύει, όπως θα δείξουμε παρακάτω. Γεγονός είναι ότι οι ενωτικοί απο την εποχή του Ιωάννη Βέκκου και μετά έκαναν νοθείες στα κείμενα, χωρίς ωστόσο να έχει αποδοθεί η συγκεκριμένη νοθεία σε αυτούς.

 

1Joseph Gill (εκδ), Quae supersunt Auctorum Graecorum Concilii Florentini: ResFlorintinae gestae, Rome Pontificium Institutum Orientalium Studiorum 1953, p.427.

2 V. Laurent ed., Les "Memoires" du Grand Ecclesiarque de l'Eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le Concile de Florence, Rome: Pontificium Institutum Orientalium Studiorum 1971, p. 440

3 V. Laurent ed., Les "Memoires" ..., p. 438.

4V. Laurent ed., Les "Memoires" ..., p. 440.

5PG 77.181

6PG 77.200

7PG 77.201

8ο.π.

9 Κεφ. 70: «Είπεν Αυγουστίνος και Ιερώνυμος το Πνεύμα εκ του Υιού εκπορεύεσθαι. Και πόθεν έστι λαβείν ή δούναι πίστιν, τοσούτου ρεύσαντος χρόνου, ότι της αυτών κακουργότητας τα συντάγματα; Μη γαρ νομίσης μόνον σαυτόν είναι θερμός προς ασέβειαν και τολμηρόν τα ατόλμητα, αλλ' εκ της σης αναλογίζου μάλλον γνώμης, ότι και τηνικαύτα ουδέν το κωλύον ην τοιούτων σκευών ευπορήσαι τον πολυμήχανον του γένους εχθρόν», Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Άπαντα, μετάφραση Ιγνάτιος Σακαλής (διατηρείται η ορθογραφία), στη σειρά Ε.Π.Ε., Εκδ. Ε. Μερετάκη, Θεσ/νίκη 2001, τ. Δ' σελ. 401-2.

10«Μετά μέντοι γε θάνατον του εν αγίοις Αυγουστίνου ήρξαντο τινες των εν τω κλήρω το μεν δυσσεβές κρατύνειν δόγμα, κακώς δε λέγειν Αυγουστίνου και διασύρειν ως αναίρεσιν του αυτεξουσίου εισηγησάμενον˙ αλλά και Κελεστίνος ο Ρώμης υπέρ τε του θείου ανδρός αλλά και κατά των ανακινούντων την αίρεσιν τοις εγχωρίοις γράφων επισκόποις, την κινουμένην πλάνην έστησεν» ,Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Άπαντα, μετάφραση Ιγνάτιος Σακαλής (διατηρείται η ορθογραφία), στη σειρά Ε.Π.Ε., Εκδ. Ε. Μερετάκη, Θεσ/νίκη 2001, τ. Ε' σελ. 81.

11Braulio Caesarugustensis, Epistola XLIV : “Cavete autem dudum illius venenatum Priscilliani dogma, quo et Dictinum et multos alios, ipsum quoque sanctum Orosium invenimus fuisse infectum, quamvis postea a sancto Augustino correctum. Nam ita etiam perversitatis suae studio sacras depravavit Scripturas, ut adhuc ex ipsius corruptoris naevo depravatas inveniamus multas”

12A. Edward Siescienski, The Filioque, History of a Doctrinal Controversy, Oxford University Press 2010, p.7.

13Αλέξανδρος Αλεξάκης, Codex Parisinus Graecus 1115 and its Archetype, Dumbarton Oaks Research Library and Collection 1996, p. 237

14Germain Morin, L' Origine du Symbole d'Athanase: témoignage inédit de S.Césaire d'Arles, Revue Bénédictine 44 (1932), pp.309-313.

15V. Laurent ed., Les "Memoires" ..., p. 440-2.

16John Erickson, Filioque and the Fathers at the Council of Florence, εν The Challenge of our past, St Vladimir's Seminary Press 1991, p. 163

17Αυτή η επιστολή μέχρι πριν λίγο καιρό θεωρούνταν ότι είναι η νο 38 (σύμφωνα με την αρίθμηση των Βενεδικτίνων) του Μεγάλου Βασιλείου προς τον αδελφό του Γρηγόριο. Αποδείχθηκε, όμως, ότι είναι η νο 35 του αγίου Γρηγορίου Νύσσης προς τον αδελφό του Πέτρο, Περι διαφοράς ουσίας και υποστάσεως. Το απόσπασμα από το κεφ. 4 PG 32.329. Βρίσκεται σε περίπου 36 χειρόγραφα, ως επιστολή του Μ. Βασιλείου και σε περίπου 10 χειρόγραφα, ως του Γρηγορίου Νύσσης. Το 1944 ο Anders Cavallin έδειξε στην διατριβή του ότι ο Γρηγόριος δεν είναι παραλήπτης της επιστολής, αλλά συγγραφέας αυτής, μέσα από την γραμματική ανάλυση του κειμένου (Studien zu den Briefen des heiliges Basilius, Lund: Gleerupska Universitetsbokhandeln 1944, pp.71ff). Το 1978 ο Paul J. Fedwick επέκτεινε τα ευρήματα του Α. Cavallin (A Commentary of Gregory of Nyssa or the 38th Latter of Basil of Caesarea, Orientalia Cristiana Periodica 44 (1978), pp.31-51).

18PG 68,148.

19PG 75,548.

20 Augustinus Hipponensis, De Trinitate XV.17.29: “Et tamen non frustra in hac trinitate non dicitur uerbum dei nisi filius, nec donum dei nisi spiritus sanctus, nec de quo genitum est uerbum et de quo procedit principaliter spiritus sanctus nisi deus pater. Ideo autem addidi, principaliter, quia et de filio spiritus sanctus procedere reperitur. Sed hoc quoque illi pater dedit (non iam exsistenti et nondum habenti), sed quidquid unigenito uerbo dedit gignendo dedit. Sic ergo cum genuit ut etiam de illo donum commune procederet et spiritus sanctus spiritus esset amborum”.

21E. Candal (ed), Bessarion Nicaenus, S.R.E. Crdinalis, Oratio Dogmatica de Unione, in Concilium Florentinum Documenta et Scriptores, Series B vol. II fasc.I, Rome 1958, p.149.

22Κάποιοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει στην Επιστολή 170 (βλ. Augustine of Hippo, Letters 156-210, μετ. Roland Teske στη σειρά The Works of St Augustine: A Translation for the 21th Century 2.3, New York 2005, p.116 n.3), ωστόσο ο εκδότης της σειρας Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum την θεώρησε παρένθετη και την παρέλειψε στην αντίστοιχη έκδοση (βλ. A. Goldbacher (ed.) S.Aureli Augustini Hipponiensis Episcopi Epistulae, CSEL 44, p.625).

23Augustinus Hipponensis, De Trinitate Ι.IV.7: “Haec et mea fides est quando haec est catholica fides”.

24Terullian, Adversus Praxeam 4 (PL 2.182) & 8 (PL 2.187).

25Juan Miguel Garrigues, L' Esprit qui dit 'Pere': Le Problème du Filioque, Paris 1981, pp.57-64. Είναι η συνέχεια ενός παλαιότερου άρθρου του, Procession et ekporèse du Saint Esprit: discernement de la tradition et reception oecuménique, Istina 17 (1972), pp.345-66.

26Hilaruius Pictaviensis, De Trinitate 2.29. Μεταφράζω “δι Υιού” επειδή χρησιμοποιείται στο κείμενο δυο φορες φορές η πρόθεση “a”,(“a Filio” και “a Patre”) χωρις να τίθεται ενδιάμεσα “και” (et). Έτσι και η αγγλική μετάφραση Stephen McKeena (trans), Hilary of Poitiers, The Trinity, Catholic University of America 1954, p. 290.

27A. Edward Siescienski, The Filioque,..., p.59

28H. B. Swete, On the History of the Procession of the Holy Spirit from the Apostolic Age to the Death of Charkemagne, London 1876, p. 7.

29 Augustinus Hipponensis, De Trinitate IV.20.29: “Et sicut spiritui sancto donum dei esse est a patre procedere, ita mitti est cognosci quod ab illo procedat. Nec possumus dicere quod spiritus sanctus et a filio non procedat; neque enim frustra idem spiritus et patris et filii spiritus dicitur”

30Augustinus Hipponensis, In Joannis Evenglium Tractatus 99.16.7: Cur ergo non credamus quod etiam de Filio procedat Spiritus sanctus, cum Filii quoque ipse sit Spiritus? Si enim non ab eo procederet, non post resurrectionem se repraesentans discipulis suis insufflasset dicens:Accipite Spiritum sanctum. Quid enim aliud significavit illa insufflatio, nisi quod procedat Spiritus sanctus et de ipso?” , αγγλική μετάφραση John Rettig (trans), Augustine of Hippo, Tractates on the Gospel of John 55-111, Catholic University of America Press 1994, p.226.

31Hilarius Pictaviensis, De Trinitate 8.20: “A Patre enim procedit Spiritus veritatis, sed a Filio a Patre mittitur”

32 A. Edward Siescienski, The Filioque, ..., p. 53.

33Theodulf von Orlean, De Processione Spiritus Sancti,: “ITEM IDEM IN EODEM LIBRO QUOD SPIRITUS SANCTUS NEC PATER SIT NEC FILIUS, SED DE UNITA NATURA EXISTENS DE PATRE PROCEDAT, DE FILIO ACCIPIAT: Et hic spiritus sanctus, qui nec pater nec filius est, propterea qui nec genuit nec natus est, quom alter sit in persona qui genuit, alter in persona qui unigeitus ab ipso est, et alius adaequae in persona, ut dixi secundum scripturas, quia nec pater nec filius est hic spiritus sanctus, sed plane de unita natura est”, εν H. Willjung, MGH Conc. 2, Suppl. 2 (1998), ss.325-6.

34P.E.Pusey(trans), The three epistles of S. Cyril, Archbishop of Alexandreia, Oxford 1872, p. 32

35Theodulf von Orlean, De Processione..., s.335

36PG .316.

37PG 76,432

38PG 77.1484.

39Για την τριαδική οντολογία του Yves Congar παραπέμπουμε στη διατριβή της Elisabeth Teresa Groppe, Yves Congar's Theology of the Holy Spirit, Department of Theology Notre Dame, Indiana 1999, pp. 105-115.

40Yves Congar, I Believe in the Holy Spirit III: The River of the Water of Life (Rev 22,1) flows in the East and in the West, New York 1997. p.84.

41Joseph Ratzinger, Introduction to Christianity, English trans. J. R. Foster, New York 1969, p. 131.

42J. Gill, Quae supersunt, pp. 292-293.

43PG 32.329.

44 J. Gill, Quae supersunt, p. 304.

45 PG 32.329.

46Vladimir Lossky, The Procession of the Holy Spirit in Orthodox Trinitarian Doctrine, in In the Image and Likeness of God, St Vladimir's Seminary Press 1985, p.71.

47Το έργο αυτό του Μεγάλου Βασιλείου ολοκληρώθηκε το 364-365 μ.Χ. Πρόκειται για μία αναίρεση του έργου του Ευνομίου Βίβλος Απολογητικός, στο οποίο ο συγγραφέας υπερασπίζεται την αιρετική θεωρία του περί του ετερούσιου της Αγίας Τριάδος, κατά την οποία υποστήριζε ότι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα δεν είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα.

48Συζητήθηκε στις 5, 7, 10, 14, 17, 21 και 24 Μαρτίου του 1439. Βλ. σχ. A. Alexakis, The Greek Patristic Testimonia presented at the Council of Florence (1439) in Support of the Filioque Reconsidered, in Revue des études byzantines 58 (2000), p. 156.

49Joseph Gill (εκδ), Quae supersunt Auctorum Graecorum Concilii Florentini..., p. 262.

50Βλ. σχετ. Την κρίτική έκδοση του Κατά Ευνομίου, B. Sesboué – G. M. de Durand – L. Doutreleau (eds), Basile de Césarée, Contre Eunome (suivi de Eunome, Apologie), coll SC 305, Paris 1985, vol.II 146. Το κείμενο των ανατολικών ήταν σχεδόν ίδιο με αυτό της κριτικής έκδοσης.

51Joseph Gill (εκδ), Quae supersunt Auctorum Graecorum Concilii Florentinι, p. 64, 117, 164-166, 169, 171, 172, 250, 252, 385. Επίσης Alexakis, Testimoia..., p. 154 n.16.

52Τα αποσπάσματα αυτά είναι:

Μεγάλου Αθανασίου,

- Κατά Αριανών Λόγος Γ', PG 26.376A, Gill, Quae supersunt, p.271.

- Επιστολή Α' Προς Σεραπίωνα, PG26.580B, Gill, Quae supersunt, p. 317 & 377.

Μεγάλου Βασιλείου Καισαρείας,

- Κατά Ευνομίου Γ', PG 29.653B, 656A, 657C, Gill, Quae supersunt, p.262-266, 286, 295-6, 329, 311-2, 397.

- Κατά Ευνομίου E' , PG 29.736AB, 737A, Gill, Quae supersunt, p. 262, 270, 275.

- Περί Πίστεως, PG 31.468A, Gill, Quae supersunt, p.101.

- Περί του Αγιου Πνεύματος, PG 32.148A, Gill, Quae supersunt, p.126 & PG 32.143C, Gill, Quae supersunt, p.327-8, 341, 347, 349.

- Επιστολή 38 (=αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Επιστολή προς Πέτρον αδελφόν), PG 32.332BC, Gill, Quae supersunt, p.100.

Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας,

- Εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον Βιβλίον Θ', PG 74.257C, Gill, Quae supersunt, p.99.

- ρμηνεία εἰς τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολήν, PG 74.820D, Gill, Quae supersunt, p.128.

- Ἀπολογία τῶν δώδεκα ἀναθεμάτων κατά Θεοδώρητου, Ἀνάθεμα Θ', Acta Conciliorum Oecumenicorum 1.1.6, p.133-135, Gill, Quae supersunt, p. 397.

Επιφάνιου Σαλαμίνος,

-Αγκυρωτός, τέσσερα αποσπάσματα σε ελεύθερη απόδοση από τους παπικούς, Gill, Quae supersunt, p.127, 256, 259, 260, 397 (πρώτο απόσπασμα στο Griechische Christlichen Schrieftsteller 25, p.91.16-24)

Gill, Quae supersunt, p.397 (δεύτερο απόσπασμα Griechische Christlichen Schrieftsteller 37, p.318,4-8)

Gill, Quae supersunt, p.337 (τρίτο απόσπασμα Griechische Christlichen Schrieftsteller 25, p.88.13-14)

Gill, Quae supersunt, p.260, 265-266 (τέταρτο απόσπασμα Griechische Christlichen Schrieftsteller 25, p.14.19-21).

Άγιος Μάξιμος Ομολογητης,

- Πρός Θαλάσσιον, Ερώτησις ΞΓ', PG 90.672, Gill, Quae supersunt, p.402.

- Ἐπιστολή πρός Μαρίνον, PG 91.136AB, Gill, Quae supersunt, p.132, 392, 411.

53J. Gill, Quae supersunt, p.296.

54 W. M. Hayes, The Greek Manuscript Tradition of Basil's Adversus Eunomium, books IV-V. Leiden 1972, p. 42.

55Όλα τα παραπάνω αποσπάσματα από το E. Candal (ed), Bessarion Nicaenus, S.R.E. Crdinalis, De Spiritus Sancti Processione ad Alexium Lascarin Philantropinum, in Concilium Florentinum Documenta et Scriptores, Series B vol. II fasc.II, Rome 1961, p.6-9.

56J. Gill, Quae supersunt, p. 296.

57Βλέπε για παράδειγμα E. Siecienski, Filioque, pp. 161-163. Βλ. Επίσης το 14ο κεφ. του ορθόδοξου ιερέα Jacob N. Van Sickle, How Difficulties in Transmitting the Texts of basil's Adversus Eunomium 3,1 and Maximus' Letter to Mariinus led to the Rise and Fall of Ferrara-Florence, in Kenneth Steinhauser-Scott Dermer (eds), The Use of Textual Criticism for the Interpretation of Patristic Texts: Seventeen Case Studies, Lewiston 2013, pp. 436-8.

58J.Gill, Quae supersunt, p. 300.

59J. Gill, Quae supersunt, pp. 16-17.

60J. Gill, Quae supersunt, p. 317.

61R. Nisbet, How Textual Conjectures are Made, in Materiali e discussion per l' analisi dei testi classici 26 (1991) pp. 90-91: “ Είναι ξεκάθαρο από την παραπάνω συζήτηση, ότι, αν και δύο περιστάσεις δεν είναι ποτέ ίδιες, κάποιες συγκεκριμένες καταστάσεις επαναλαμβάνονται. Ο πιο σημαντικός κοινός παράγοντας είναι η ακατανίκητη πεποίθηση ότι το αποδιδόμενο κείμενο δεν μπορεί να είναι σωστό. Ο Housman είπε ότι αυτοί που ξέρουν λατινικά μπορούν να αποφανθούν αν ένα κείμενο είναι διεφθαρμένο, όταν δεν μπορούν να το καταλάβουν· πρόσθεσε με την προσβλητική του ειλικρίνεια ότι μερικοί εκδότες συναντούν δυσκολία να κατανοήσουν ακόμη και απλά κείμενα. Αλλά μερικές φορές κάποιος συναισθάνεται ότι ένα απόσπασμα είναι διεφθαρμένο ακόμα και όταν μπορεί να μεταφρασθεί λογοτεχνικά. Δεν είναι αρκετό στους μεγάλους κλασσικούς συγγραφείς να παράγουν μια περιστασιακή ευφορία: η δομή πρέπει να έχει λογική και οι λέξεις πρέπει να είναι οι σωστές λέξεις. ...

Όταν αποφασίσουμε ότι ένα εδάφιο δεν είναι σωστό, υπάρχουν συγκεκριμένες συνήθως κινήσεις, τις οποίες μπορούμε να κάνουμε. Πρέπει να αποφασίσουμε πού βρίσκεται η νοθεία, και τι είδους λόγος όφειλε να βρίσκεται εκεί· αλλά και αυτή η απόφαση θα μπορούσε να στηρίζεται στο ένστικτο, όσο και στην λογική. ... Θα πρέπει να είμαστε ενήμεροι για τα συνηθισμένα παλαιογραφικά μπερδέματα, ειδικά στο κείμενο που μελετούμε· ωστόσο στην τελική υπάρχει ένα παράλογο στοιχείο στις περισσότερες νοθείες, και τα εγχειρίδια, όπως του Havet δεν χρησιμεύουν όσο η εμπειρία του καθενός. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα πρέπει να έχουμε μια ακριβή ανάκληση των περισσοτέρων από όσα διαβάζουμε· αλλά μια αμυδρή εντύπωση που μπορεί να επαληθευτεί, ή ακόμα και μια υποσυνείδητη ανάμνηση, μπορεί να φανεί χρήσιμη· θα πρέπει να καθαρίσουμε το έδαφος όσο μπορούμε με μια σχολαστική λογική ανάλυση· αλλά δεν ενδείκνυνται όλες οι περιπτώσεις για διανοητική επεξεργασία, και όταν ενδείκνυνται, μόνο η λογική δεν θα μας δώσει την απάντηση. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να συγκρατήσουμε την θέλησή μας, όπως λέει ο Housman, αλλά αυτοί που το κατάφεραν εντελώς είναι αυτοί που δεν σκέπτονται τον εαυτό τους”.

62Επίσης A. Alexakis, The Greek Patristic Testimonia, p.156 & 160-161.

63Βλ. σχετ. Jacob N. Van Sickle, How Difficulties in Transmitting the Texts of basil's Adversus Eunomium 3,1 and Maximus' Letter to Mariinus led to the Rise and Fall of Ferrara-Florence, p. 440 n.22

John Erickson, Filioque and the Fathers at the Council of Florence, in The Challenge of our Past: Studies in Orthodox Canon Law and Church History, Crestwood NY St. Vladimir's Seminary Press 1991, p.160-162.

E. Sieciensky, Filoque, p.281-282 n.52,

 





Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης