H ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΠΟΛΕΜΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΗ[1]

τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου
Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμίου

(β' μέρος).

  1. Ἐπειδή ἔχει τάχα σκανδαλώδεις διηγήσεις καί παρουσιάζει τόν Θεό ὡς αὐστηρό δῆθεν καί πολεμοχαρῆ

Ἕνας δεύτερος λόγος γιά τόν ὁποῖο, σύμφωνα μέ ὅσα ἀκούομε, ὑποτιμᾶται ἡ Παλαιά Διαθήκη καί μάλιστα θεωρεῖται καί ὡς μή ὠφέλιμη ἡ ἀνάγνωσή της, εἶναι τό ὅτι αὐτή περιέχει κάποιες σκανδαλώδεις διηγήσεις, ὅπως τοῦ Ἀβραάμ καί τῆς Σάρρας στήν Αἴγυπτο (Γεν. 12,10-20) καί αὐτῶν τῶν ἰδίων πάλι καί τοῦ Ἰσαάκ μέ τήν γυναίκα του στά Γέραρα (Γεν. 20,1-18. 26, 1-14), ὅπως, ἀκόμη περισσότερο, τῆς αἱμομιξίας τοῦ Λώτ μέ τίς θυγατέρες του (Γεν. 19,30-38) ἤ τοῦ Ρουβήμ μέ τήν παλλακίδα τοῦ πατέρα του Ἰακώβ (Γεν. 35,21), ὅπως τοῦ αἴσχους τῶν Σοδομιτῶν (Γεν. 19,1 ἑξ.) καί τῆς σκανδαλώδους πράγματι ἱστορίας τοῦ Ἰούδα καί τῆς Θάμαρ (Γεν. 38,1-30) κ.ἄ. κ.ἄ. Ὁμοίως πάλι λέγουν ὅτι γεμάτη εἶναι ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀπό πολέμους καί φόνους καί παριστάνεται ὁ Θεός ὡς νά διατάσσει τούς πολέμους αὐτούς. Καί στά ἠθικά της – λέγουν – ἡ Παλαιά Διαθήκη ἔχει στενότητα ἀντιλήψεων· γιατί μέ τίς πολλές της ἐντολές καί τίς ἀπειλές περί τιμωριῶν σέ περίπτωση παραβάσεων καί τίς πλύσεις καί καθάρσεις πού διατάσσει γιά ἀποκατάσταση, δημιουργεῖ θρησκευτικές φοβίες καί τρόμους. Καί τί λατρεία Θεοῦ – λέγουν πάλι – εἶναι αὐτή πού θέλει ἡ Παλαιά Διαθήκη, λατρεία μέ κνίσσα θυσιῶν, ὅπως τήν ζητοῦν τά βιβλία της, ἡ Ἔξοδος καί τό Λευϊτικό;

Εἶναι κατανοητές οἱ ἀντιρρήσεις αὐτές τῶν ἀντιφρονούντων καί μάλιστα διατυπώνονται καί ἀπό πολλούς ἰδικούς μας ὡς ἀπορίες. Καί πάλι ἐδῶ ὅμως θά ποῦμε αὐτό πού εἴπαμε προηγουμένως, ὅτι τά πράγματα πρέπει νά ἑρμηνεύονται θεολογικά, ἀλλά καί ἐπιστημονικά θά προσθέσουμε ἐδῶ.

α) Στά παραπάνω ἔχουμε κατά πρῶτον νά ἀπαντήσουμε αὐτό τό γενικό, ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη παραλαμβάνει πεσμένο τόν ἄνθρωπο καί μέ τίς, ὅπως φαίνονται, σκανδαλώδεις αὐτές διηγήσεις της τοῦ μιλάει στήν γλώσσα του γιά νά τόν ἀνορθώσει σταδιακά. «Τῆς ἀσθενείας τῶν δεχομένων τούς νόμους ἦν τά λεγόμενα τότε», λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος γιά τό θέμα μας. Καί συνεχίζει λέγοντας: «Βλέπουμε γιά παράδειγμα στήν Παλαιά Διαθήκη τόν Θεό νά δέχεται λατρεία ἀπό κνίσσα θυσιῶν· αὐτό εἶναι πολύ ἀνάξιο γιά τόν Θεό, ἀλλά συγκατέβηκε στήν ἀτέλεια τῶν ἀνθρώπων τῶν χρόνων ἐκείνων..[2]. Ἡ συμβᾶσα πτώση ἔφερε τόν ἄνθρωπο σέ μία παρά φύση κατάσταση· καί ἀπ᾿ αὐτή τήν κατάσταση ἡ Παλαιά Διαθήκη θέλει νά τόν φέρει στό κατά φύση, γιά νά τόν παραλάβει ἔπειτα ἀπό αὐτή τήν κατάσταση ἡ Καινή Διαθήκη καί νά τόν φέρει στό ὑπέρ φύση[3]. Ἔτσι, λοιπόν, στήν ἀρχή ὁ Θεός ἐπιτρέπει τόν γάμο καί μεταξύ ἀδελφῶν, γιατί δέν μποροῦσε νά γίνει καί διαφορετικά. Στήν συνέχεια ἀπαγορεύει τήν ἀδελφομιξία, ἐπιτρέπει ὅμως τήν πολυγαμία μέ ξένες πρός τήν οἰκογένεια γυναῖκες. Καί ἔτσι βλέπουμε τόν Ἀβραάμ, κατά τά κρατοῦντα τότε, νά τεκνοποιεῖ ἀπό τήν Ἄγαρ, τήν δούλη τῆς γυναικός του Σάρρας (Γεν. 16,4), ἀλλά καί ἀργότερα νά παίρνει καί ἄλλη γυναίκα, τήν Χεττούρα, ἀπό τήν ὁποία μάλιστα γεννάει ἕξι παιδιά (Γεν. 25,1-20)· καί ὁ Ἰακώβ ἔλαβε καί αὐτός δύο γυναῖκες, τήν Λεία καί τήν Ραχήλ, ἀλλά καί ἐτεκνοποίησε καί ἀπό δοῦλες τῶν γυναικῶν του (βλ. Γεν. κεφ. 30 καί περίπτωση τοῦ Ἑλκανά, τοῦ πατέρα τοῦ Σαμουήλ εἰς Α' Βασ. 1,2). Εἶναι τό ἀνδροκρατικό πολυγαμικό σύστημα πού ἴσχυε τότε καί δέν ὑπῆρχε ἀπαγορευτικός νόμος γι' αὐτό[4]. Ἀπό τήν πολυγαμία ὅμως ἔπειτα μεταβαίνουμε στήν μονογαμία καί ἀπ᾿ αὐτήν στήν ἐγκράτεια στόν γάμο (Σοφ. Σειρ. 23,6). Καί ὕστερα ἀπό τήν προηγηθεῖσα αὐτή προπαρασκευή στήν ἐγκράτεια μεταβαίνουμε στήν παρθενία, πού ἀποκαλύπτεται κυρίως στήν Καινή Διαθήκη. Καί ἡ παρθενία εἶναι πράγματι μία ὑπέρ φύση κατάσταση[5].

Στό ἐρώτημα, λοιπόν, γιατί τά τόσα σκανδαλώδη στήν Παλαιά Διαθήκη ἀπαντοῦμε πρῶτον γενικά ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη μιλάει γιά τήν πτώση (βλ. Γεν. κεφ. 3) καί τά ὀδυνηρά ἀποτελέσματα τῆς πτώσεως. Ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε πολύ ἁμαρτωλή, ἄς τό πῶ ἔτσι· ἔγινε «καθ᾿ ὑπερβολήν ἁμαρτωλός», ὅπως τό λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 7,13), καί ἐπειδή ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρεται στήν ἁμαρτωλή αὐτή κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, γι᾿ αὐτό καί διαβάζουμε σ᾿ αὐτήν γιά πτωτικά καί σκανδαλώδη πράγματα, πού ἡ ἀναφορά τους ὅμως κρύβει ἕνα μυστικό μάθημα πού σκοπεύει στήν ἀνόρθωση τοῦ ἀνθρώπου[6].

β) Καί τό πλῆθος τῶν νόμων, τῶν ἐντολῶν καί τῶν διατάξεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού σκανδαλίζει καί αὐτό πολλούς, ἔχει καί αὐτό τήν χριστολογική του ἑρμηνεία δοθεῖσα μάλιστα ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο στίς Ἐπιστολές του πρός Γαλάτας καί περισσότερο στήν πρός Ρωμαίους. Ἡ Παλαιά Διαθήκη, πού ὅπως εἴπαμε προηγουμένως μιλάει γιά τήν πτώση καί τά ὀδυνηρά της ἀποτελέσματα (γι᾿ αὐτό καί οἱ σκανδαλώδεις διηγήσεις της), θέλει νά πείσει τούς ἀνθρώπους ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί. Στόν Νόμο τοῦ Μωυσέως μέ τίς πολλές του ἐντολές ἦταν γραμμένο ὅτι ὅποιος ἐφήρμοζε ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς διατάξεις του θά σωζόταν: «Ὁ ποιήσας αὐτά ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς» (Λευϊτ. 18,5· βλ. καί Ρωμ. 10,5). Ἀλλά δέν ἦταν δυνατόν νά ἐφήρμοζε κανείς ὅλες τίς διατάξεις τοῦ Νόμου, τίς τόσες πολλές. Ἑπομένως δέν μποροῦσαν νά δικαιωθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τόν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιατί σέ κάποια ἐντολή του θά γίνονταν ὁπωσδήποτε παραβάτες. Ἀπό κάπου ἀλλοῦ, λοιπόν, ἔπρεπε νά ζητήσουν τήν σωτηρία τους: Ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού ἡ Παλαιά Διαθήκη προφήτευε ὅτι θά ἔρθει, ἀλλά καί ἤδη τόν παρουσίαζε στούς δικαίους ἀνθρώπους της ὑπό τόν Ἄγγελο Κυρίου (Mal’ak - Jahve).

Ὁ σκοπός, λοιπόν, τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν νά κάνει τούς ἀνθρώπους του νά κατανοήσουν ὅτι μέ τίς παραβάσεις τῶν ἐντολῶν του εἶναι ἁμαρτωλοί· καί ἔνοχοι γιά τίς παραβάσεις τους αὐτές, μή δυνάμενοι νά σωθοῦν ἀπ᾿ αὐτόν τόν Νόμο, ὁ καθένας τους νά κραυγάσει: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἔλα νά μέ σώσεις τόν ἁμαρτωλό! Αὐτή ὑπόβαθα ἦταν ἡ προσευχή τοῦ κόσμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης!

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δίνει καί τήν ἑρμηνεία ὅτι γιά τήν ἀπείθεια καί τήν σκληρότητα τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ δόθηκε σ᾿ αὐτούς ὁ Νόμος, γιατί πράγματι οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν ἀνάγκη αὐστηροῦ ἐλέγχου. Καί αὐτό λέγει «οὐ κατηγορία τοῦ Θεοῦ, οὐδέ ἔγκλημα τοῦ Νόμου, ἀλλά τῶν ἀφηνιαζόντων Ἰουδαίων, σφοδροτέρου δεηθέντων χαλινοῦ». Καί ἀπόδειξη αὐτοῦ, κατά τόν Χρυσόστομο πάλι, εἶναι τό ὅτι καί σ᾿ αὐτήν τήν Παλαιά Διαθήκη συναντοῦμε πολλά πρόσωπα, τά ὁποῖα ἔζησαν ἁγία ζωή, χωρίς τόν φόβο καί τήν ἀπειλή περί τιμωρίας καί κολάσεως, ὅπως ὁ Ἄβελ, ὁ Νῶε, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἠλίας κ.ἄ.[7].

γ) Πολύ θά βοηθήσει γιά τήν κατανόηση πολλῶν μυστικῶν καί περιέργων στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ ἔννοια ὅτι διακρίνουμε σ᾿ αὐτήν δύο γραμμές, δύο γενεές ἀνθρώπων: τήν καλή καί τήν κακή γενεά. Ἀπό τήν ἀρχή βλέπουμε τήν διάκριση αὐτή· τήν καλή γενεά μέ ἀρχηγό τόν Ἄβελ καί τήν κακή γενεά μέ ἀρχηγό τόν Κάϊν. Καί ἡ μία γενεά μάχεται τήν ἄλλη. Εἶναι τό «ἔχθραν θήσω ἀνά μέσον σοῦ καί ἀνά μέσον τῆς γυναικός καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματός σου καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς» (Γεν. 3,15). Ὅταν ἐμίχθησαν οἱ δύο αὐτές γενεές (Γεν. κεφ. 6) ἔγινε ὁ φοβερός κατακλυσμός. Ὁ Θεός στήν Παλαιά Διαθήκη σάν νά καλλιεργεῖ τό κηπάριό του. Καί ὅταν τό κηπάριό του δίνει τόν πιό ὡραῖο καί γλυκό καρπό, τήν ΠΑΝΑΓΙΑ, τότε ὁ Θεός τόν κόπτει καί ἀπεργάζεται τήν σωτηρία τοῦ κόσμου μέ τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του ἀπό τήν Παναγία[8]. Μέ βάση αὐτή τήν ἰδέα ἀπαντοῦμε τώρα σέ προηγούμενες ἀπορίες. Γι᾿ αὐτό ἀναφέρονται στήν Παλαιά Διαθήκη οἱ θεωρούμενες ὡς σκανδαλώδεις διηγήσεις γιά τήν διάσωση ἀπό τόν μιασμό τῆς Σάρρας στήν Αἴγυπτο ἤ τῆς Σάρρας πάλι καί τῆς Ρεβέκκας στά Γέραρρα: γιά νά φανεῖ ἡ φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιά τήν διατήρηση τῆς καθαρότητας τῆς μητέρας τοῦ λαοῦ ἀπό τόν ὁποῖο θά προέλθει ὁ Μεσσίας. Γι᾿ αὐτό ἡ Χαναναία Θάμαρ τό διακινδύνευσε μέ πολλή θυσία νά συλλάβει ἀπό τόν Ἰούδα καί νά ἀποκτήσει παιδί ἀπ᾿ αὐτόν (Γεν. 38,1-30), γιά νά ὑπαχθεῖ καί αὐτή στό εὐλογημένο γένος τοῦ Ἀβραάμ, στό ὁποῖο δόθηκαν οἱ ἐπαγγελίες περί γεννήσεως τοῦ Μεσσίου (Γεν. κεφ. 15. 17,19.21). Καί γιά νά στιγματισθεῖ ἡ κακή γενεά, γι᾿ αὐτό ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρει τίς σκανδαλώδεις πάλι διηγήσεις περί τῆς βδελυρᾶς καταγωγῆς τῶν Μωαβιτῶν καί τῶν Ἀμμωνιτῶν ἀπό τήν αἱμομιξία τοῦ Λώτ μέ τίς θυγατέρες του (Γεν. 19,30-38) ἤ μνημονεύει ἄλλα κακόφημα περί τοῦ Ἡσαῦ (Γεν. 26,34-35. 25,29-34) γιά νά φανεῖ καί τονισθεῖ ὅτι δικαίως ἀποκόπτονται αὐτοί ἀπό τήν καλή γραμμή, ἀπό τήν ὁποία θά προέλθει ὁ Μεσσίας.

δ) Στήν παράγραφο αὐτή θέλουμε νά ἀπαντήσουμε στήν ἄλλη ἀπορία, πού ἀναφέραμε ἤδη στήν ἀρχή τῆς παρούσης ἑνότητας, τά περί πολέμων στήν Παλαιά Διαθήκη καί περί τοῦ Θεοῦ ὡς ἀρχηγοῦ τῶν πολέμων. Σ᾿ αὐτό λέγομε ὅτι τό πράγμα ἔχει αὐτή τήν ἁπλῆ καί φυσική του ἑρμηνεία: Μᾶς εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Μωυσῆς κλήθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά ἀπελευθερώσει τόν Ἰσραήλ ἀπό τήν Αἴγυπτο. Τό ἔργο αὐτό, τό νά ἐμψυχώσει, δηλαδή, κανείς ἕναν τόσο ταλαιπωρηθέντα ἐπί αἰῶνες λαό καί νά τόν πείσει νά τολμήσει τήν φυγή του ἀπό τήν χώρα τῆς τυραννίας του καί νά ἀποφασίσει νά βαδίσει μακρά καί σκληρά ὁδό διά μέσου χωρῶν ἄλλων ἰσχυρῶν λαῶν γιά νά ἐγκατασταθεῖ στήν δική του χώρα, τήν χώρα τῶν πατέρων του, τήν Χαναάν, αὐτό τό ἔργο, λέγω, δέν ἦταν καθόλου εὔκολο· ἀλλά ὁ Μωυσῆς ἀποδείχθηκε εὐφυέστατος καί ἱκανώτατος ἡγέτης λαοῦ καί τόν ἔπεισε νά τό τολμήσει. Αὐτόν τόν ὑπόδουλο λαό, πού εἶχε μέν κοινή καταγωγή, ἀλλά ἀποτελεῖτο ἀπό διάφορες σκορπισμένες φυλές, πέτυχε νά τόν συνενώσει καί νά τοῦ δημιουργήσει τήν συνείδηση τῆς ἐθνικῆς του ἑνότητος μέ τήν πίστη στόν ἴδιο Θεό, τόν Θεό τῶν Πατέρων του (Ἐξ. 3,6.13.15-16) καί μέ τήν κοινή νομοθεσία. Μέ τήν θρησκεία, δηλαδή, ὁ Μωυσῆς πέτυχε τήν ἑνότητα τοῦ ὑποδούλου ἔθνους του καί τήν ἐξέγερσή του γιά ἀπελευθερωτικό ἀγώνα. Αὐτόν τόν Θεό ὁ Μωυσῆς, τόν Θεό Γιαχβέ (Ἐξ. 3,14), τόν Θεό τῶν πατέρων τους Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ (Ἐξ. 3,6.13. 15-16), ἀπό αἴτημα τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς ἀνάγκης, γιά τήν συνένωση, δηλαδή, τοῦ ὑποδούλου ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καί τήν πίστη του στήν ἀπελευθέρωσή του, αὐτόν τόν Θεό, λέγω, ὁ Μωυσῆς τόν ἀνεκήρυξε σέ ἐθνικό Θεό τοῦ Ἰσραήλ. Καί ἀσφαλῶς ἀπό τώρα, μέ τήν ἀνακήρυξη αὐτή, ὁ μέν Γιαχβέ λέγεται καταχρηστικῶς ὅτι εἶναι «Θεός τοῦ Ἰσραήλ», ὁ δέ Ἰσραήλ λέγεται ὅτι εἶναι «λαός τοῦ Θεοῦ» (Ἐξ. 3,6-7.10. 5,1.3. 6,7. 8,12. 20,2 κ.ἄ.). Ἡ πίστη δέ αὐτή τοῦ Ἰσραήλ στόν ἐθνικό, ὅπως τόν θεωροῦσε, Θεό του τοῦ ἐνέπνεε τήν πεποίθηση γιά νικηφόρο ἔκβαση τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ του ἀγώνα, γιατί ὁ Θεός του εἶναι αὐτός πού εἶδε τήν κάκωσή του (Ἐξ. 3,7)· καί εἶναι Θεός πού τόν ἐξελάμβανε ὡς ἀόρατο ἀρχηγό του (Ἐξ. 14,14). Ἡ ἀνάληψη ὑπό τοῦ Ἰσραήλ ἀγῶνος κατά τῶν Αἰγυπτίων καί πολέμων πρός κατάκτηση τῆς Χαναάν συνετέλεσαν ὥστε ὁ Θεός, πού ἐθεωρεῖτο τώρα ὁ ἐθνικός τους Θεός καί ὁ ἀόρατος ἀρχηγός τους, ὅπως εἴπαμε, συνετέλεσαν, λέγω, ὁ Θεός κατά τήν Μωσαϊκή περίοδο νά προσλάβει πολεμικό χαρακτήρα, πού δέν εἶχε κατά τήν προηγούμενη πατριαρχική ἐποχή. Ἔτσι οἱ πόλεμοι τοῦ Ἰσραήλ χαρακτηρίζονται τώρα ὡς «πόλεμοι τοῦ Γιαχβέ» (Ἀριθμ. 2,14. Α΄Βασ. 18,17)[9], καί οἱ ἐχθροί τοῦ Ἰσραήλ χαρακτηρίζονται ἐχθροί τοῦ Γιαχβέ (Α΄Βασ. 30,26), ὄχι ὅτι πραγματικά ὁ Θεός κάνει πολέμους καί ἐχθρεύεται ἀνθρώπους, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί δέν ἐχθρεύεται κανένα ἔθνος· ἀλλά λέγονται οἱ ἐκφράσεις αὐτές ἔτσι ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἰσραήλ ἀπό ἐθνική ὑπερηφάνεια. Ὁ Θεός θεωρεῖται ἀπ᾿ αὐτόν νά παρευρίσκεται ἀοράτως στίς μάχες του, γι᾿ αὐτό καί σ᾿ αὐτόν ἀποδιδόταν ἡ νίκη (Κριτ. 5,4). Ἀκόμη περισσότερο τό χωρίο Ἐξ. 15,3 χαρακτηρίζει μέ ὑπερηφάνεια τόν Γιαχβέ «ἄνδρα πολέμου» (κατά τό Ἑβραϊκό), τό δέ Ἐξ. 7,4 χαρακτηρίζει τόν ἰσραηλιτικό στρατό «στρατό τοῦ Γιαχβέ» (κατά τό Ἑβραϊκό). Ἀκριβῶς δέ λόγω τῆς θεωρουμένης παρουσίας τοῦ Γιαχβέ στίς μάχες καί τό στρατόπεδο ἔπρεπε νά εἶναι καθαρό ἀπό κάθε μολυσμό (βλ. Ἀριθμ. 5,1 ἑξ.), ἀλλά καί οἱ πολεμιστές ὑπεβάλλοντο σέ ἐξαγνισμό (κατά τό Α΄Βασ. 14,24 προηγεῖτο νηστεία) καί ὅλο τό διάστημα τοῦ πολέμου ἀπέφευγαν κάθε τι πού θά τούς ἐμόλυνε (βλ. Β΄Βασ. 11,10 -11)[10].

Μετά τήν παραπάνω ἐξήγηση δέν πρέπει νά νομίζουμε ὅτι ὑπάρχει σκανδαλισμός ἀπό σχετικές ἐκφράσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅτι τάχα ὁ Θεός εἶναι ἀρχηγός τῶν πολέμων τοῦ Ἰσραήλ κατά τῶν ἄλλων ἐθνῶν, γιατί οἱ ἐκφράσεις αὐτές λέγονται καταχρηστικῶς σέ ἐμπόλεμο περίοδο καί ἀπορρέουν ἀπό τήν ἰδέα τῆς ὑπό τοῦ Μωυσέως ἀνακηρύξεως τοῦ Γιαχβέ ὡς ἐθνικοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ[11].

ε) Ἐδῶ, μέ ἀφορμή τίς ἀναφερθεῖσες στήν ἑνότητά μας αὐτή σκανδαλώδεις διηγήσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, θέλω νά γράψω κάτι γενικό, πού πρέπει, νομίζω, νά τό ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν γιά μιά σωστή ἑρμηνεία καί αὐτῶν καί ἄλλων διηγήσεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: Οἱ διηγήσεις τῆς Γενέσεως, ἀλλά καί ἄλλων ἱστορικῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δέν ἔχουν συνταχθεῖ ἔτσι, ὥστε νά εἶναι δεμένες μεταξύ τους καί νά δίνουν μιά πλήρη ἱστορική εἰκόνα. Περιγράφουν μέ ἁπλότητα καί διηγηματική χάρη κάποιο περιστατικό, ἔχουν δική τους εἰσαγωγή καί τέλος, καί ἄν ἀποσπαστοῦν ἀπό τό κείμενο δέν διαταράσσουν τήν συνάφειά του. Ἐπίσης συμβαίνει ὁρισμένες διηγήσεις νά φέρονται καί διπλές. Ὅλα αὐτά καί ἄλλα ἀκόμη μᾶς πείθουν ὅτι πολλές διηγήσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι στοματικές παραδόσεις, ὅτι ἐλέγοντο ἀπό τόν λαό, ὅτι τίς διηγοῦντο πρίν ἀκόμη καταγραφοῦν στήν Παλαιά Διαθήκη. Οἱ Ἰσραηλῖτες στίς σκηνές τους, στίς πηγές καί στά φρέατα ἤ στά διάφορα ἱερά, ὅπου συγκεντρώνονταν γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό, θά διηγοῦντο τά κατορθώματα ἤ τά διάφορα περιστατικά τῆς ζωῆς τῶν προγόνων τους. Τίς διηγήσεις αὐτές, πού ἀπετέλεσαν τήν παράδοση τοῦ ἰσραηλητικοῦ λαοῦ, οἱ ἱεροί συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τίς σεβάστηκαν· τίς παρέλαβαν, ἔτσι ὅπως ἦταν μέ τήν λαϊκή τους ἁπλότητα, καί τίς καταχώρησαν στό ἱερό τους κείμενο. Ἔτσι οἱ πέντε ἁπλές διηγήσεις περί τοῦ προφήτου Ἠλία (Γ΄ Βασ. κεφ. 17-18. 19,1 ἑξ. κεφ. 17-19. Δ΄ Βασ. 1,2-17. 2,1-12), πού εἶναι ἡ μόνη ἀναφορά περί αὐτοῦ, εἶναι στοματικές παραδόσεις τοῦ λαοῦ, γι᾿ αὐτό καί οἱ διηγήσεις αὐτές ὁμιλοῦν γιά θαύματα καί περιστατικά μόνο τῆς ζωῆς τοῦ προφήτου καί δέν μᾶς λέγουν τήν διδασκαλία του, ἐπειδή ὁ λαός δέν εἶχε τήν δύναμη νά συγκρατήσει τήν ὑψηλή θεολογική διδασκαλία ἑνός προφήτου. Θά ἐποίκιλλαν δέ οἱ διηγήσεις αὐτές, οἱ στοματικές αὐτές παραδόσεις τοῦ λαοῦ, θά ἐποίκιλλαν κατά τόπους καί φυλές καί ἔτσι τώρα ἐξηγεῖται τό ὅτι αὐτές φέρονται στά κείμενά μας διπλές, ὅπως ἐξηγεῖται καί ἡ ἁπλότητά τους καί ἡ αὐτοτέλειά τους μέ ἰδιαίτερη εἰσαγωγή καί τέλος, γιατί προέρχονται ἀπό τόν ἁπλό λαό καί ἐλέγοντο – ἴσως καί ἐτραγουδοῦντο – ὡς ἰδιαίτερο περιστατικό καί γεγονός. Μέ τήν θεωρία αὐτή περί διηγήσεών τινων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς στοματικῶν παραδόσεων, θεωρία πού γίνεται ὁπωσδήποτε δεκτή ἀπό τούς παλαιοδιαθηκολόγους, ἡμετέρους καί ξένους, ἑρμηνεύεται ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκφράσεων σ᾿ αὐτές τίς διηγήσεις, ἐκφράσεων πού θεωροῦνται ὡς σκανδαλώδεις ἀπό μερικούς, ὅπως καί ἐξηγεῖται καί ἡ ἴδια ἡ ἀναφορά τῶν διηγήσεων αὐτῶν στό κείμενο, ὡς σεβαστῶν παραδόσεων, θεωρουμένων ὅμως ὑπό τό θεολογικό πρῖσμα τῶν ἱερῶν συγγραφέων ἤ συνθετῶν τοῦ ἱεροῦ κειμένου. Γιά τήν σωστή δέ ἑρμηνεία τοῦ κειμένου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ γνώση καί τῶν ἄλλων λαϊκῶν ἐκφράσεων καί ρήσεων πού ἀπαντῶνται σ᾿ αὐτό[12].

συνεχίζεται....

 

[1] Ἡ παρούσα μελέτη, γραμμένη ὡς Κατήχηση γιά τόν λαό, εἶναι ἀνάπτυγμα τῆς κατόπιν Ἐντολῆς εἰσηγήσεως τήν 17-6-2003 στήν Ἐπιτροπή τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας περί τῆς Ἀρχαιολατρίας, γιατί οἱ λεγόμενοι «ἀρχαιολάτρες» πολεμοῦν σφόδρα τήν Παλαιά Διαθήκη.

2 Εἰς τό κατά Ματθαῖον Ὁμιλία ΙΖ΄, MPG 57,261.

3 «Ὁ μέν τῆς πρώτης Διαθήκης νόμος διά τῆς πρακτικῆς φιλοσοφίας παντός μολυσμοῦ τήν φύσιν ἀποκαθαίρει· ὁ δέ τῆς Καινῆς διά τῆς θεωρητικῆς μυσταγωγίας ἀπό τῶν σωματικῶν πρός τά συγγενῆ τῶν νοητῶν θεάματα τόν νοῦν γνωστικῶς ἀναβιβάζει» (Μαξίμου, Περί θεολογίας κεφαλαίων ἑκατοντάς τρίτη, ΞΖ΄. Φιλοκαλία Β΄σελ. 102).

4 Βλ. Β. Βέλλα, Ὁ Ἰσραηλιτικός γάμος, Ἀθῆναι 1935, σελ. 7 ἑξ. Θεοδωρήτου Κύρου, Ἄπορα εἰς τήν Α΄Βασιλειῶν, Ἐρώτ. Β΄, MPG 80,532AB.

5 Βλ. Μεθοδίου Ὀλύμπου, Συμπόσιον ἤ περί ἁγνείας, Λόγος α΄ ΙΙ, ΒΕΠ 18,19.5 ἑξ.

6 Δέν ἐπαινεῖ ὅμως ἡ Παλαιά Διαθήκη τά σκανδαλώδη πού ἀναφέρει, ἀλλ᾿ ἀντίθετα τά ψέγει (βλ. Γεν. 19,11 ἑξ. 34,30 κ.ἄ.)· πολύ δέ περισσότερο ἡ Παλαιά Διαθήκη δέν ἀποδίδει στόν Θεό ἀσέλγειες σάν τό αἶσχος τῶν Ὀλυμπίων θεῶν, πού, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὄχι μόνο γιά θεούς δέν μποροῦμε νά τούς δεχθοῦμε, ἀλλά καί ὡς ἄνθρωποι μᾶς εἶναι οἱ αἰσχρότεροι ὅλων: «Μή μόνον οὐκ εἶναι αὐτούς θεούς, ἀλλά καί τῶν ἀνθρώπων τούς αἰσχίστους γεγονότας». Καί ἀναφέρει μερικά παραδείγματα ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: «Οἷον γάρ, οἷόν ἐστι ἰδεῖν τούς παρά ποιηταῖς τοῦ Διός ἔρωτας, καί τάς ἀσελγείας; Οἷόν ἐστιν αὐτόν ἀκούειν ἁρπάζοντα μέν τόν Γανυμήδην, καί τάς κλοπιμαίους ἐργαζόμενον μοιχείας, δεδιότα δέ καί δειλιῶντα μή παρά γνώμην αὐτοῦ τά τῶν Τρώων ἀπόλυται τείχη;» Καί γιά τόν ἴδιον ὁ ἅγιος πατέρας λέγει «νικώμενον ὑπό ἡδονῶν, δουλεύοντα γυναιξί, καί δι᾿ αὐτάς ἐν ἀλόγοις ζῴοις τετράποσί τε καί πτηνοῖς ταῖς φαντασίαις παρακινδυνεύοντα». Πραγματικά, εἶναι δυνατόν γι᾿ αὐτά καί γιά ἄλλα καί γιά ἄλλα νά σκεφθοῦμε κἄν νά δεχθοῦμε ἕναν τέτοιο θεό, πού ἄν ἕνας κοινός ἄνθρωπος ἔκανε τά ἴδια, οἱ ρωμαϊκοί νόμοι θά τόν κατεδίκαζαν; «Ἆρ᾿ οὖν ἄξιον τοῦτον ὑπονοεῖν θεόν τοσαῦτα δράσαντα, καί διαβληθέντα, ἅ μηδέ οἱ κοινοί Ῥωμαίων νόμοι καί τούς ἁπλῶς ἀνθρώπους ἐπιτρέπουσι ποιεῖν;» Οἱ ἀσέλγειες τοῦ Δία ἔγιναν ἀπ᾿ αὐτόν καί σ᾿ αὐτήν τήν ἴδια τήν ἀδελφή του: «Ἤ τίς ἰδών τήν εἰς τήν ἰδίαν ἀδελφήν εἶχε καί γυναῖκα, οὐκ ἄν χλευάσειε, καί ζημιώσειε θανάτῳ; Ὅτι μή μόνον ἐμοίχευσεν, ἀλλά καί τούς ἐκ τῆς μοιχείας γενομένους αὐτῷ παῖδας θεοποιήσας, ἀνέθηκεν ἐπικάλυμμα τῆς παρανομίας αὐτοῦ τήν τῆς θεοποιίας φαντασίαν κατασκευάζων». Ντροπή, λέγει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος «τούς τῆς μοιχείας διδασκάλους θεοποιοῦντες οὐκ αἰσχύνονται». Καί ἐνῶ αὐτοί βεβαίως δέν μιγνύονται μέ τήν ἀδελφή τους, ὅμως προσκυνοῦν γιά θεούς αὐτούς πού ἔκαναν αὐτό: «Καί ταῖς ἀδελφαῖς αὐτοί οὐκ ἐπιμιγνύμενοι τούς τοῦτο ποιήσαντας προσκυνοῦσι». Καί γενικά, γιά νά παραλείψουμε τά ἄλλα, οἱ λάτρεις τῶν Ὀλυμπίων αὐτῶν θεῶν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων μαθαίνουν ἀπ᾿ αὐτούς νά κάνουν ὅ,τι αἰσχρό καί βρώμικο ὑπάρχει, πού οἱ νόμοι τῆς πολιτείας καταδικάζουν μέ βαρυτάτη τιμωρία: «Ἐκ μέν γάρ Διός τήν παιδοφθορίαν καί τήν μοιχείαν, ἐκ δέ Ἀφροδίτης τήν πορνείαν, καί ἐκ μέν Ρέας τήν ἀσέλγειαν, ἐκ δέ Ἄρεος τούς φόνους, καί ἐξ ἄλλων ἄλλα τοιαῦτα μεμαθήκασιν, ἅ οἱ νόμοι μέν κολάζουσι, πᾶς δέ σώφρων ἀνήρ ἀποστρέφεται. Ἆρ᾿ οὖν ἄξιον ἔτι τούτους νομίζειν εἶναι θεούς, τούς τά τοιαῦτα ποιοῦντας, καί μή μᾶλλον τῶν ἀλόγων ἀλογωτέρους ἡγεῖσθαι τούτους διά τήν ἀσέλγειαν τῶν τρόπων;» (Μ. Ἀθανασίου, Λόγος κατά Ἑλλήνων 11.12.26, ΒΕΠ 30,40.-42.53). Καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, γιά νά παραλείψω τόν ἱερό Χρυσόστομο καί ἄλλους πατέρες, λέγει σέ κάποια περικοπή λόγων του πρός τόν Ἰουλιανό περί τοῦ αἴσχους τῶν Ὀλυμπίων θεῶν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων: «...Ἥφαιστος ταχύς εἰς μοιχῶν εὕρεσιν καί θεός κατῃθαλωμένος, εἰ καί κλυτοτέχνης καί Θερσίτης Ὀλύμπιος· πάλιν δεσμώτης Ἄρης διά μοιχείαν μετά τοῦ δείμου καί τοῦ φόβου καί τῶν κυδοιμῶν καί τραυματίας διά θρασύτητα· πάλιν Ἀφροδίτη πόρνη γενομένη τε αἰσχρῶς καί γάμων αἰσχρῶν ὑπηρέτις· πάλιν Ἀθηνᾶ παρθένος τε ἐστι καί τίκτει δράκοντα· πάλιν Ἡρακλῆς μαίνεται, μᾶλλον δέ μαινόμενος πέπαυται· πάλιν τά πάντα γίνεται δι᾿ ἀσέλγειαν καί ἀκαθαρσίαν ὁ Ζεύς, ὁ τῶν θεῶν μήστωρ καί ὕπατος καί μόνος μέν πάντας σύν πᾶσι τοῖς οὖσιν ἀνέλκων θεούς, αὐτός δέ ὑπό πάντων οὐ καθελκόμενος· πάλιν τοῦ Διός τάφος ἐν τῇ Κρήτῃ δείκνυται. Ἄν ἴδω σου τόν Κερδῷον καί τόν Λόγιον καί τόν Ἐναγώνιον, συγκρύπτω τούς ὀφθαλμούς καί παρατρέχω σου τόν θεόν αἰδοῖ τοῦ θεάματος· σύ δέ μοι προσκύνει τό σύντονον τοῦ λόγου καί τό σακέλλιον. Ἕν σου μόνον αἰδέσιμον, αἱ παρ᾿ Αἰγυπτίοις δι᾿ ἀνδρογύνων τιμαί τοῦ Νείλου, αἵ τε Ἴσιδες καί οἱ Μενδήσιοι θεοί καί οἱ Ἄπιδες, τἆλλα τε, ὅσα πλάττεις ἤ γράφεις, θηρία σύνθετα καί ἀλλόκοτα. Γελῶ σου τόν Πᾶνα καί τόν Πρίαπον καί τόν Ἑρμαφρόδιτον καί τούς ὑπό μανίας περικεκομμένους ἤ διεσπασμένους θεούς...» (MPG. 35,705).

7 Αὐτοί «οὐ γάρ φόβῳ καί κολάσει, οὐδέ ἀπειλῇ καί τιμωρίᾳ, ἀλλ᾿ ἀγάπῃ θείᾳ καί φίλτρῳ ζέοντι τῷ περί Θεόν ἐγένοντο τοιοῦτοι, οἷοι δή καί ἐγένοντο. Οὐ γάρ ἐδεήθησαν προσταγμάτων, οὐδέ ἐντολῶν καί νόμων, ὥστε ἀρετήν ἑλέσθαι καί φεύγειν κακίαν, ἀλλ᾿ ὥσπερ εὐγενεῖς παῖδες καί ἐλεύθεροι, τήν οἰκείαν ἐπιγνόντες ἀξίαν, χωρίς φόβου τινός καί κολάσεως ηὐτομόλησαν πρός τήν ἀρετήν· οἱ δέ λοιποί πάντες Ἰουδαῖοι, ἐπειδή πρός κακίαν ἀπέκλιναν, τοῦ κατά τόν Νόμον ἐδεήθησαν χαλινοῦ»! (MPG 51,286).

8 Πραγματικά, ὅπως λέγει ὁ Ἐπίσκοπος π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς «ἡ Παναγία, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό καί τήν Ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι ἡ κορυφή καί τό τέλος ὅλης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί εἰς αὐτήν ἀναφέρονται ὅλαι αἱ προεικονίσεις καί προτυπώσεις καί προφητεῖαι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Β΄9-10). Εἶναι ἡ ἀποκορύφωσις καί ὁ καρπός ὅλης τῆς παλαιοδιαθηκικῆς “παιδαγωγικῆς” προετοιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος διά τήν ὑποδοχήν τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Σωτῆρος καί διά τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νά γίνη ὁ χωρισμός της ἀπό τό ἀνθρώπινον γένος τοῦ Ἀδάμ. Διά τοῦτο τήν ὀνομάζει ὁ ἱερός πατήρ “θυγατέρα τοῦ Ἀδάμ” (Γ΄2· Α΄6), ἐνῶ τόν Δαυΐδ ὀνομάζει “προπάτορα καί θεοπάτορα” (Γ΄2) ἀπό τήν ρίζα τοῦ ὁποίου “κατ᾿ ἐπαγγελίαν” (Β΄7· Ἔκδ. ΙV,14) ἐγεννήθη ἡ Παναγία συνενοῦσα ἐν ἑαυτῇ τήν ἱερατικήν καί βασιλικήν ρίζαν (Α΄,6)» (ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ, σελ. 244. – Οἱ σημειούμενες στήν ἀνωτέρω περικοπή παραπομπές Β΄, Γ΄ ἀναφέρονται σέ θεομητορικές ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Βλ. Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ (ἔκδοσις ἱδρύματος «ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΣΟΣ»).

9 Ὑπῆρχε καί βιβλίο ἀπωλεσθέν πού περιεῖχε αὐτούς τούς πολέμους καλούμενο «βιβλίον τῶν πολέμων τοῦ Γιαχβέ»· βλ. Ἀριθ. 21,14.

10 Βλ. Β. Βέλλα, Θρησκευτικαί Προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόμος Α΄ Ἀθῆναι 19683, σελ. 69. 70.79.

11 Καί ἡμεῖς γιά τόν ἴδιο λόγο κατά τούς ἐθνικούς μας ἀγῶνες γιά τήν ἐλευθερία μας ὀνομάσαμε τήν Παναγία μας «Ὑπέρμαχο Στρατηγό».

12 Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατά μίαν ἐπισκεψή μου στόν μακαριστό διδάσκαλο Βασίλειο Βέλλα στήν οἰκία του, τοῦ τηλεφώνησε ὁ γνωστός Εὐάγγελος Παπανοῦτσος καί τόν ἐρώτησε τί σημαίνει ἡ φράση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «τόν οὐροῦντα πρός τοῖχον» (Α΄ Βασ. 25,22. Δ΄ Βασ. 9,8). Καί ὁ ἐπιστήμων ἑρμηνευτής ἀπάντησε ἀμέσως: «Ἡ φράσις εἶναι περίφρασις καί δηλοῖ τόν ἄρρενα, διότι μόνον ὁ ἄρρην δύναται νά οὐρῇ ἐπί τόν τοῖχον»!



Print-icon 

Login-iconLogin